3,14Νεύσις

Έρωτας + Τέχνη

Αρχείο για Ιουλίου, 2007

Κρεβάτι ή αλλιώς (( )) () ( @

Vavou
Ένα κρεβάτι είναι καταφύγιο για κυνηγημένα ζώα

Ένα κρεβάτι είναι το κομμάτι κάποιου έρωτα ή ενός ευτυχή συντονισμού

Ένα κρεβάτι είναι τάφος ή κήπος

Ένα κρεβάτι είναι αρένα, στοχασμός και γκρίνια

Ένα κρεβάτι είναι η εύκολη λύση για να βάλει πρόχειρα κανείς τα άπλυτα ακόμα και τον ίδιο του τον εαυτό

Ένα κρεβάτι είναι η τρύπα του βράχου μες το βυθό, εκεί όπου γλιστράει το χέλι κάτω από τα σκεπάσματά για να βρει την ησυχία του

Ένα κρεβάτι είναι η γέφυρα ανάμεσα στη μέρα και στη νύχτα

Ένα κρεβάτι είναι ένα νοσοκομείο με επιδέσμους κορμιού που εγώ ονομάζω σεντόνια-κι όποιος είναι υγιής θα πρέπει να είναι κιόλας καλοκαίρι
Ένα κρεβάτι είναι εκκλησία

Ένα κρεβάτι είναι λιμάνι , προορισμός για μεταξωτές πάνες ύπνους και σάβανα

για αβουλία έπαρση και τελειότητα

η δίχως σε πάθη πίστη διάρκεια της θηλυκότητας

η αδιευκρίνιστη ασυμμετρία των μεταθέσεων

οι διάσημες αλχημείες που εξαντλούν αμετακίνητους όγκους υγρών

όπως η φρεσκάδα η ορμή κι η αγάπη

η επιμονή η πίστη και ο χρόνος

Ένα κρεβάτι είναι η κλειδαρότρυπα μέσα από τη οποία κοιτάμε το κόσμο με απληστία εξανθρωπισμένου επιβήτορα

Ένα κρεβάτι είναι η απλότητα στην αναζήτηση της καρδιάς

Ένα κρεβάτι ήταν η αιτία που έχασε ο Ναπολέων στο Βατερλώ

Στα πόδια ενός κρεβατιού άφησε τη τελευταία του πνοή κι ο μακαρίτης ο Αρτό

Ένα κρεβάτι είναι 8 ώρες τη μέρα, 2920 ώρες το χρόνο, 233600 ώρες της ζωής μας

Ένα κρεβάτι είναι το απαλό χάδι της γης στο σώμα, η σχέση ανάμεσα στο χώμα και στο πηλό

Ένα κρεβάτι είναι η διαφορά ανάμεσα στη ζωή και στο θάνατο

Ένα κρεβάτι είναι η χωματερή των ονείρων

Ένα κρεβάτι δεν είναι πάντα το δεδομένο είναι για όλους-υπάρχει πολύς κόσμος που δεν έχει που τη κεφαλή κλίνε

Κι όμως, ένα κρεβάτι είναι το μαξιλάρι της μήτρας

Ένα κρεβάτι είναι το ποτήρι του κορμιού

Ένα κρεβάτι είναι η αυγή των ψιθύρων, ο βωμός των βρυχηθμών

κι η μοναξιά του εργένη

Σ’ ένα κρεβάτι θα βρίσκονται πάντα ξαπλωμένα

αποκαΐδια παλιών γραμμάτων,

διαμελισμένες εικόνες χαιρετισμού, φιλιού, αποχαιρετισμού και στο ενδιάμεσο

παύσεις που ονομάζουμε συνήθεια, απιστία ή απουσία,

Ένα κρεβάτι είναι το σύμπαν που μοιράζονται όσοι αγαπιούνται πέρα από καθετί

τη λογοτεχνία της σιωπής

που το περίγραμμα του σώματος αγγίζει

“Μία η-Μέρα: Δυο Ποιητές”

Vavou
 

Μία η-Μέρα δυο Ποιητές

που συναντήθηκαν σ ένα βιβλιοπωλείο

και διάβαζαν με τις ώρες, και μιλούσαν, κι ο μισθός του ενός πήγε σε βιβλία

με θέμα το φθόνο τη λαγνεία τη παρτούζα και την αυτοχειρία,

τη μεγάλη μέρα και τη μεγάλη νύχτα, τη πληροφορική βόμβα

και τα σημειώματα ενός φιλοσόφου
μια H-ημέρα Δυο Ποιητές που συναντήθηκαν

κι ο νους του άλλου έβγαλε φτερά και ταξίδεψε “χιλιόμετρα φωτός γιορτής αργότερα”

εκείνο το μεσημέρι που οι παρελαύνοντες γυναίκες παραληρούσαν μέσα στο βιβλιοπωλείο τη σουρεάλ ρωγμή των αντιφρονούντων ρωγμών,

κι αγόραζαν Ρεμπώ και κριτικές Αθεϊας για τις θρησκείες

και στη μέση φυτώριων γκρεμών γιασεμιά έψελναν την αδιαφορία μιας αιχμηρής αισθητικής

εκείνο το μεσημέρι που οι δυο του δωμάτιου ποταμού σύντροφοι σφράγισαν το βιβλιοπωλείο και ξεχύθηκαν,

αρχικά στο Γαλαξία της παλιάς Βουλής των ερωτευμένων νεοσύστατων Ελλήνων

εκείνο το μεσημέρι που παράγγειλαν ουϊσκυ και φέτες χοιρινού και καψαλισμένο ψωμί με αριθμό λογαριασμού 61 ευρώ στη μπάρα

που έκαναν τον κύριο Μιλτιάδη ετών 53 να παραμιλάει από ευτυχία όταν εκείνος ανεβαίνοντας τη ξύλινη σκάλα του Γαλαξία αναρρωτιόταν με στοχασμούς την ώρα που χανόταν στην άκρη της για το ποιο είναι το αγαπημένο του χρώμα τελικά,

εκείνη τη μέρα της δαιμονικής συ στρεφόμενης παραροής

εκείνη τη μέρα που η Αθήνα έμοιαζε με αδειανό ποτήρι που γέμισαν οι προκλήσεις της Ποίησης

εκείνη τη μέρα που άνοιξαν ξαφνικά τα μάτια τους και κοιτάχτηκαν σταγόνες δύο κι όμοιες σαν αδερφοί

εκείνη τη μέρα που οι λεπτομέρειες παρέλασαν, τσίρκο στο φινάλε του 8 1/2
κι ο
Fellini απών

τη μέρα όπου
oτοίχος του
bar γεμάτος εικόνες
Καβάφης, Ροϊδης, Βυζηινός
Baudellaire κι από κάτω
“Χαρούμενες φωτογραφίες μαλακισμένων προσώπων”

Ζώσα Τέχνη
κι Ότι αξίζει,
ένα γερμένο πρόσωπο ανθρώπινου όντος
πίσω από ένα ποτήρι
πάνω σ ένα πάγκο,
που γλιστράει απαλά,
τεμπέλικα,
σε πλήρη παραίτηση
σε πλήρη άνθηση
ενώ μπροστά από το πέπλο του παρελθόντος

η υπόσχεση του υπέροχου Παναγιωτόπουλου που ξεφεύγει
για να λιώσει στην αγκαλιά μιας γοητευτικής ηθοποιού
“του καλού ανθρώπου του Σετσουαν”,
ώστε οι συγγραφείς να ενωθούν
και να τα πιουν
στο ίδιο μέρος
μιαν άλλη
ακαθόριστη
απροσδιόριστη φορά είπε,

αυτή η υπόσχεση που βρωμίζεται από…
τα
p.r. της βλάχας δικηγόρου που κράζουν
σταγόνες άχρωμου αμέθυστου αίματος,

εκείνη η σάπια 40άρα, η πασπαλισμένη με μισό τόνο ρουζ στα μάγουλα,
που μιλάει με το ζωγράφο Δημητράκη και νομίζει ότι κάποια είναι

εκείνη η θλιβερή 40 άρα δικηγόρος που νομίζει ότι βρίσκεται σε δικαστήριο και αγορεύει κι ότι αρέσει στους ενόρκους
ή που νομίζει ότι μπορεί να γοητεύσει το δικαστή ή που μπορεί να καταστρέψει έναν πτωματικό άντρα
που ξεφεύγει με τη διάλυσή του στο αλκοόλ που ξετρέχει,
στα μουστάκια του αρχιτέκτονα Τζάθα

καταράκτης πρώτος

στα σκασμένα χείλη του αρχιτέκτονα Τζάθα

καταράκτης δεύτερος

απεριόριστη πτώση σταγόνων πάνω στο στομάχι του αρχιτέκτονα Τζάθα

καταράκτης τρίτος

όση ώρα μιλάμε, για τα διαπιστευτήρια του χθες

κι όση ώρα γινόμαστε νερό και παίρνουμε το σχήμα του κόσμου

κι όση ώρα περπατάμε στη Κυδαθηναίον και κατουράμε σε σκοτεινά πεζοδρόμια σε σκουπίδια σε λάστιχα παρκαρισμένων αυτοκινήτων

και μιλάμε ακατάσχετα

και σχολιάζουμε

και χλευάζουμε

την ψωνισμένη φοβισμένη ελληνίδα που περπατάει σαν να είναι θεογκόμενα  kai πίσω της αφήνει σιχαμερά σκατένια ίχνη αμορφωσιάς,

όση ώρα ψάχνουμε για να βρούμε το Βρεττό και να πιούμε κι άλλο ουίσκυ

κί όση ώρα μέσα στο πιο παλιό bar της πρωτεύουσας γράφουμε ποίηματα μετρώντας ποιος την έχει πιο μεγάλη κι ύστερα γελάμε με τα χάλια μας και γράφουμε κι άλλο κι άλλο κι άλλο κι άλλο κι άλλο κι άλλο κι άλλο κι άλλο κι άλλο κι άλλο κι άλλο κι άλλο κι άλλο κι άλλο κι άλλο κι άλλο κι άλλο κι άλλο κι άλλο κι άλλο κι άλλο κι άλλο κι άλλο κι άλλο κι άλλο κι άλλο

μέχρις ότου η ρίμα σπάσει το καύκαλο του καρπού που κρύβει κι απελευθερώσει τη θεόπνευστη μπόχα του πιο εκλεπτυσμένου τυριού

για να μπορούμε να τη δαγκώσουμε ως γλυκιείς παρήγοροι τρωκτικών,

πίνοντας το αίμα του κρασιού της μέθης μας

όταν ξαφνικά χανόμαστε ο καθένας στη δική του προσωπική πρόζα,

εσύ δεν ξέρω που και με κάποιο τρόπο κι εγώ δεν ξέρω που

μακρύτερα της τρέλας, στη κυρίαρχη φιγούρα περιπλάνησης ζύγισης και στύσης όπου ξαναβρισκόμαστε “χιλιόμετρα φωτός γιορτής αργότερα”
οι ενστερνιζόμενοι της προφητικής δοξασίας του μέλλοντος

ενός ξιφομάχου

ή ενός παίκτη

πνιγμένοι σε βιαστικά τηλέφωνα καμουφλαρισμένου πρεζάκια, που ανταλλάσσονται σε ένα υπερυψωμένο τσιμεντένιο περβάζι στη Πειραιώς που μοιάζει με βωμό
-το περβάζι όσο κι η Πειραιώς-

οι θυσιαζόμενοι βουτηγμένοι

στη σκόνη και στην ασωτεία του ζωτικού μας ποιήματος,

στη μέση του δρόμου με υψωμένα τα χέρια

να πλησιάζουμε ν αγκαλιάζόμαστε

σαν ανταμώνουμε,

δυο ώρες αργότερα, μια αιωνιότητα, μια η-Μέρα: Δυο Ποιητές


 

Ξύπνησα λέει στο σπίτι της Melina Kanakaredes απο το CSI. Εκείνη έλειπε.
“Θα είναι στη δουλειά το μωρό μου”, σκέφτηκα.(Καταλαβαίνετε τώρα βάθος ε; Ονειρεύομαι, σκέφτομαι εντός ονείρου, σχολιάζω εκτός, ένας χαμός, ένας πραγματικός οργασμός σκέψης…)

Όχι ρε πούστη, χάθηκε να ξυπνήσω στο “Νόμος και Τάξη”, στο σπίτι της εισαγγελέως, κόλαση η Άλεξ.

Πηγαίνω στο μπάνιο. βολεύομαι και αρπάζω τους 4 Τροχούς από δίπλα. Αφού κοίταξα καλά το Nissan 350Ζ για καμιά ώρα, αποφάσισα να ξυριστώ. Πηγαίνω στον καθρέφτη και αρπάζω την Gillette Mach Turbo XXL με 17 λεπίδες. Πάλι είχαν τελειώσει η μπαταρίες, και χρησιμοποίησα αυτές που έχει η Melina στον δονητή της.

Όχι ρε πούστη, πού είναι το σκουλαρίκι μου;

Αφού τελείωσα, ανοίγω την ντουλάπα και βάζω ένα κασμίρι. Τσιμπαώ τα κλειδιά μου και κατεβαίνω στην πυλωτή. Πατάω τον συναγερμό, και αρχίζει να κάνει μπιπ μπιπ μια ΒΜW 316 με τάσια.

Μαλάκα νεόπλουτε, κωλογιάπη του κερατά, νεοέλληνα παπάρα, μόλις έπιασες λεφτά τα έκανες μια μαλακία και μισή, όπως όλοι άλλωστε.

Μπαίνω μέσα και ξεκινάω. Βγαίνω στην εθνική ( εδώ είναι Σαλόνικα, βγαίνεις μπαμ μπαμ) και από μια αερογέφυρα κρεμόταν ένα πανώ με τους στίχους “Θέλω να σε αγκίζω, να σε αγαπάω, να σε νοιάζομαι.

Το “αγκίζω” μάλλον βγαίνει από το αγκάθι.

Φτάνω στη δουλειά. Ένα τεράστιο επιβλητικό κτίριο.
Μοιάζει με πολυεθνική.
Σαν τις πολυεθνικές που θέλουν να μου κλείσουν το ζωοτροφάδικο. Όμως εγώ δεν μασάω, γιατί είμαι της γερακίνας γιος, έχω αρχίδια από μπετόν αρμέ και σε λίγο θα με φωνάζετε όλοι σας μπαμπά. Ζώα.

Μπαίνω μέσα. Ο πορτιέρης, που το βράδυ δουλεύει στο “Χαλαζίας Live”, με χαιρετά με το μικρό μου όνομα. Τον χαιρετώ και εγώ.

Πάω να πάρω το ασανσέρι. Κοιτάζω ψηλά. Στις σκάλες ανέβαινε μία τύπισσα με μίνι. Και ζαρτιέρες.

Αφήνω τη σειρά μου στο ασανσέρ και αρχίζω να τρέχω πίσω της.

“Ταπ,τουπ,ταπ,τουπ…” (είναι τα κωλομέρια που κουνιούνται).
Μπαίνει σε ένα γραφείο που γράφει “PR”.

Εγώ αναγκαστικά συνεχίζω και προχωράω. Μπαίνω σε ένα γραφείο που γράφει “Λογιστάκος”.
Ώστε ναι, είμαι ο πανίσχυρος λογιστής αυτής της πολυεθνικής, που κρύβεται πίσω από αυτήν την ταμπέλα για λόγους ασφαλείας. Ναι, έχω πολλούς εχθρούς και αναγκάζομαι να παίρνω μέτρα προφύλαξης.

Κάθομαι στο γραφείο και σκεφτόμουν την τύπισσα. Το “ταπ τουπ” είχε χαραχτεί στο μυαλό μου.

Ντριν,ντριν.

“Έλα Domino, πάρε ρε ένα τηλέφωνο στο υποκατάστημα της Λάρισας.”

Και τότε σκέφτηκα την καριόλα από την Λάρισα που γνώρισα στο καρναβάλι της Ξάνθης. Με τάραξε στο κλάσιμο. Αν το διαβάζεις πάρε με τηλέφωνο. Αν όχι είσαι καριόλα.

Για να χαλαρώσω ανοίγω την τηλεόραση και βάζω Μαμαλάκη. Σύμφωνα με τον χοντρούλη, ο χειρότερος εφιάλτης μιας πάπιας είναι να την μαγειρέψουν.

Και εγώ αν είχα μπροστά μου τον Μαμαλάκη αυτός θα ήταν ο χειρότερος φόβος μου.

Αποφάσισα να κλείσω την τηλεόραση και να αρχίζω να σκέφτομαι την δουλειά μου.Τι χρώμα βρακί να φορούσε η ταπ τουπ κτλ.

Ε και μετά έγινε ένας σεισμός και μας γάμησε.

Καληνύχτα σας.

(διασκευή επί του Λουδοβίκου των Ανωγείων)

Vavou
Μία εργάτρια μέλισσα, καθώς μπαινόβγαινε στα άνθη του κάμπου, είδε έναν άγγελο χωρίς φτερά να κοιμάται στην σκιά του πεύκου και σάστισε. Λευκοντυμένος, με μακριά ξανθά μαλλιά, είχε προσκέφαλο μία πέτρα
Όταν ο άγγελος άνοιξε τα μάτια του, οι ουρανοί της φάνηκαν τρεις.

- Είστε ένας άγγελος του Θεού;

-Ήμουν ένας άγγελος του Θεού.

– Και είστε αγόρι ή κορίτσι;

-Ούτε το ένα ούτε το άλλο, είπε και γύρισε αλλού το κεφάλι.

– Ούτε εγώ είμαι μέλισσα πια. Η βασίλισσα, μου τα πήρε όλα. Όμως, ήθελα να σας ρωτήσω. Εκεί στους ουρανούς που γυρνούσατε, τον έρωτα τον έχετε δει; Πώς είναι;

– Ένας κλέφτης. Από σένα πήρε το κεντρί και το μέλι κι από μένα τα φτερά

Η αποδόμηση του μεταμοντέρνου τρένου

Vavou

του Θάνου, του Θανάση, του Στέφανου, του Λευτέρη, του Θωμά

το τσου τσου παφα παφ τσα τσα οου ουυ η εντοιχισμένη μας αφιέρωση

κι η παλιά καφέ στο πάνω μεταλλικό τετράγωνη ράφι στις μπάρες βαλίτσα

στα σκούρα δερμάτινα πρασινωπά και στις άκρες καθίσματα φθαρμένα,

κι από κουρτίνες φως πορτοκαλί θολό να παίρνει σχήμα το χρώμα

και στα γραμμένα με επιγραφές τζάμια από graffiti παράθυρα τίποτα να μη σημαίνουν

κι από κάτω συρταρωτά σπαστά μιας όψης τραπεζάκια με πλαίσια για ποτήρια τασάκια λαστιχένια πιαστράκια για εφημερίδες περιοδικά βιβλία κι άλλα μικρές άψυχες δηλώσεις της απασχόλησης

και σωληνωτός ουρανίσκος ημίλευκος θολωτός με φρέσκο βερνικωμένο ξύλο όπως κοιτάξετε άνωθεν με την υπόσχεση “Παράδεισος”

και διάδρομος λεπτός

μοναχικός ανάμεσα σε σειρές δυο

αντικριστών ζευγαρωτών θέσεων

για ταξιδιώτες που καθίζουν εαυτούς των

και

τσου τσου παφα παφ τσα τσα οου ουυ

τω παρ οδών επί τις ράγες

“καταφύγιο ματιών σαν κλείσιμο αγκάλιασμα

για προσευχή στιγμή

της οσμής

της αφής

της ακοής

της γεύσης

σαχλοί του έρωτος διακηρυχτές γλοιώδεις ικέτες

χαμένοι της λεπτομέρειας αμίλητοι, σχεδόν ρομαντικοί
να κοιτάζονται”

και τσου τσου παφα παφ τσα τσα οου ουυ

και τότε ε(!) και τότε τί και τραγουδάκι για αυτήν:

“περιγελάω τη σιωπή κι ας δέχεται ερμηνείες

που κάνουν και πέτρες να μιλούν για τις κρυφές ουσίες

περιγελώ και τη σιωπή που κάθεται μονάχη

και τάχα δίνει δύναμη και πέλαου τα βάθη”

τσου τσου παφα παφ τσα τσα οου ουυ

κι η ψυχή της ποίησης έξω ακόμα κι από σταθμούς

έξω ακόμα κι από εμένα

έξω ακόμα κι απ ‘ το κόσμο

κι απ τη ζωή

κι απ ‘ το θάνατο

κι απ το θεό

στην αιώνια μόνο μέσα του εαυτού της καύλα

να ριζώνει

και τσου τσου παφα παφ τσα τσα οου ουυ

κι όταν λίγο πιο δίπλα σταγόνες αίματος και σπερμάτων αργότερα

κάτω από μια ανθισμένη πόρνη Ελιά

πριόνι με πονοκέφαλο στη λαβή

έκλαιγε με λυγμούς στην αγκαλιά της γιατί νόμιζε ότι ήταν σπαθί

έκλαψε κι Εκείνη…

Το για ποιον είναι το ερώτημα αγαπητό μου

τσου τσου παφα παφ τσα τσα οου ουυ…

Τον άνθρωπο

VaVou

NiSe.007.jpg

for Edgar Allan Poe

Ακούστηκε θολή τρεμάμενη κραυγή ενός νέου
Τρεμάμενη βιαστική μακρόσυρτη πνοή ανέμου

όταν ασάλευτος μες τις αβύσσους εστάθη
η τράγου καρδιάς ωδή του
«Διψώσα τη πνοή τ’ οινώδη πότη
Φοιτώσα των τραυλών τη ζώσα κόμη
Ζωγραφίζοντας γυμνά χέρια πλάι σε γκρίζα γάντια,
Έμαθα να σέρνω τον εαυτό μου μακριά,
στην ηδονή του πέραν εμού
κερατά μπαγάσα»

Οι αιώνες πέρασαν και μάδησαν τα πουπουλένια τους κλωνάρια.

ένα τσίρκο τρόμου ξεγύμνωσε τις λέξεις

πέρα από τα καθιερωμένα μηνύματα τόλμησε διάφορα ετούτος ο κλόουν
τα όρια της αντίληψης τέρποντας στα όριά τους
κι ο εαυτός δεν υπήρχε πουθενά..εκτός από ρηχά γυμνόστηθες κουτές γυναίκες

να αναρωτιόνται για το τι είναι αλήθεια και τι όχι

δώρα φρούτα χρυσά, χρυσά δόντια, χρυσά μονοπάτια και χρυσάφι πουθενά.

Κι είδε
έντονα σκληρές μορφές να παρελαύνουν αιμορραγώντας ίχνη, αντιφάσεις να τον συντρίβουν με μια τους ματιά
αλλά καρδιά που αργά στο τέλος τ’ Εφιάλτη γενναιόνεται, ήταν μια ύπαρξη ανάμεσα σε άλλες, ένας απλός άνθρωπος σαν όλους τους άλλους

Κι όταν

Αργότερα (μάθαμε ) η αισθητική, το πρώτο αγνό παιδί της ευφυΐας και του ήλιου,

μια λιπόσαρκη αμαρτία που σέρνεται σαν ιερή δούλος της φθοράς,

μεταμφιέστηκε διαφεύγοντας του δεικτισμού

κι ανακάλυψε πόσο περιορισμένη ερμηνεία ήταν η παλιά ερμηνεία της πατρίδας
–που είναι το μόνο χρώμα δίχως σχήμα, τότε η ομορφιά είπαν, είναι κάτι για το οποίο

συμφωνούν οι περισσότεροι

που ποθούν οι περισσότεροι

που ονειρεύονται οι περισσότεροι

..κι ας έχουν άλλη άποψη τα παιδιά

Έτσι ο άνθρωπος κέρδισε την ελευθερία του στο κοιμώμενο κομμάτι πραγματικότητας του.

Οδηγήθηκε στο αρχέτυπο, με νόμους της αξιοσύνης, αδιάφορο αν ερμηνεύτηκε ως μοναδική λύση αξίας στο όνειρο
- Ωστόσο Η μοναξιά ήταν αναπόφευκτη.

Αργότερα ένιωσε πως αυτό που αποκαλούμε ανάσες, διπλωμένες αφέθηκαν δήθεν με τάξη μέσα σε συρτάρια ψύχους. Δε το εξήγησε
Η επιστήμη της μελέτης των νεκρών ήταν πίσω απ’ όλα του φωτοβόλησε ένα εξωτικό ραδιοσήμα απ’ το μεσοδιάστημα
….δεν μάθαμε ποτέ τα αίτια του θανάτου ή το φριχτό χέρι που δρεπάνισε τον αρμό της ζωτικής κίνησης.

Οι αισχρές αρχαιολογικές προλήψεις, οι λέξεις, πήραν την εκδίκησή τους από τους ποδηγετείς ικέτες των εννοιών.

-Να είπε μια φωνή σαρωτική, να πως οι καλοπροαίρετοι κάνουν τη μεγαλύτερη ζημιά. Οι κελαριστές κρίνες όμως γελάνε δυνατότερα από το μέτρο της καθαρότητας μιας ράτσας . Κι είμαι ο ήχος του νερού. Ας είμαι ο ήχος του νερού. Ω είμαι ο ήχος του νερού που ψιθυρίζει σήμερα το βράδυ. Ο ήχος του σμιξίματος μες το σκοτάδι!

Παγίδες των παγιδευτών και πρόταση της φυλακή τους,

τα θύματα μιας αόρατης προειδοποίησης

αποσιωπούσαν και προστάτευαν

με τη φλυαρία τους έκρυβαν τη τρυφερή καρδιά από τα όποια κίβδηλα μάτια,

την ελευθερία του όντος.

κι Ότι δεν έγκειται σε μια ρηχή γενίκευση της αβεβαιότητας

(γιατί ακόμα και η αβεβαιότητα είναι αβέβαιη)

και πως διέσωσαν με το σχήμα τους τη προοπτική των εννοιών,

αυτό είναι μια άλλη ιστορία
«στην απόδραση με τον τρόπο του ανοιξιάτικου δέντρου που θωρεί τη συννεφιά» έλεγε ένα παλιό θεώρημα.

το αφηγήθηκε κάποιος κάποτε λίγο πριν τον κλείσουν στο τρελοκομείο “ο πιο έξυπνος παράφρονας του κόσμου”

και κάποιος άλλος που σκόνταψε στη μύηση τη παραβίαση και την αποκάλυψη

λίγο πριν φωνάξει “Ω-Ποτε άλλο πια!”

έκανε τον κύριο Gordon Pim να μας διηγηθεί

το ποιητικό χιούμορ μιας κοινής εμμονής- Τον άνθρωπο

Άνωθεν

Vavou

Αν θεωρώ ότι ο μόνος τρόπος ν’ αποδοθεί η αξία της ομορφιάς σ’ όλο της το μεγαλείο, είναι μέσα από την απουσία της, τότε καταργώ τις υποθέσεις. Είναι υπέροχη. Χ(ω)ρεύει μέσα σ’ ένα μαύρο στενό φόρεμα χωρίς να συμμετέχω μέσα της. Αυτό είναι ο ορισμός του έρωτα που ποτέ δε συναντιέται με τον εαυτό του- κι αυτό είναι όμορφο. Φεύγει χωρίς να εκπληρωθεί το αίτημά του: Τη θέλω πίσω!

Αν πιστεύω μόνο σ’ έναν αγώνα εκμαυλισμού όλων των απολαύσεων κι όλων των θελήσεων, κι αν ένας τόπος μαδημένος από συνήθεια μας ανοίγεται ευθύς, εκεί όπου η καθημερινότητα γίνεται εργαλείο για να οδηγηθεί η σκέψη στο βίωμα του συμπεράσματος ότι η απώλεια της αθωότητας ήταν ένα μεγάλο σφάλμα της προσδοκίας που εμφιλοχώρησε , στον αυτοεξορισμό της ρίμας και στο κατακερματισμό του ρυθμού, τότε περνώ μέσα από συμπληγάδες με θράσσος ίδιο μ’ αυτό που με ρί(μα)ξανε στη ζωή.

…πρώτα περνώ μέσα από τόνους Εμπειρίκου:

Ω πνεύμα ηλιόλουστο και ζωοφόρος πέτρα,

ω λάμπουσα αστραδενή σαν πεύκο πεισματάρικο επάνωθε στο βράχο,

ω ήλιε πλουμιστέ των πόθων μας αιθέρα-που μαρτυράς χρυσή βοή κι αγάπη αιώνες τώρα, που σκιάζεις τα ύμνη των παθών στο τέντωμα της μέρας, που θιάχνεις κομψοτέχνημα σφυρηλατώντας πάγο-σάλιο,

ω ευωδία πως σηκώνεις γη και θάλασσα και ουρανό στο πέρας των ασμάτων,πως υμνωδείς παράμερα στο μπλε στο κόκκινο και στη καρδιά πορφύρα, την άγρια ελιά και τη φραγκοσυκιά που κάμπτουν σφήνες στο κορμό τους, με τ’ αρχικά μας γράμματα να λεν “θα σ’ αγαπώ για πάντα”
Ω άνεμε ξεσηκωτή ξεκινητή του αιγιαλού σφραγίδα, πως θέλγεις στου αόρατου το φύσημα ιδρώτες και κλωνάρια, πως εξαντλείς τα εύλογα μετάξια των προγόνων ωσάν μια μέθη του Απόλλωνος ροών ροές κι έρωτες και δαιμόνια,

Ω ερωτιάρη ήλιε και ασπάλακα γλυκόπικρε ροδάγγιχτε σαν την αυγή Θεέ, πως με πληγώνεις σαν κοιτώ τη κόμη σου στα ύψη να φωτίζει, πως σαν με βρέχει στο θερμό των αναμνήσεων αχτίδες άκουσμά τους, το ήμερο το ιερό σουραύλι της ψυχής μου- στο θρήνο στην οδύνη και στην απουσία, ωδή εωθινή της Άνοιξης μόνο για εκείνην σου προσφέρω, παράφραση του υπαρκτού αλλοτινή: “H κόλαση είν’ η άλλη”

και στης ζεστής πνοή βροχή στο νοτισμένο χώμα

σκύβω ν’ ακούσω τη καρδιά

του κόσμου που πίσω μου αφήνω

…κι αν ήρεμος και νεογέννητο μαζί, επανέρχομαι χωρίς ρυθμό και πιότερες φροντίδες, είναι γιατί πια δεν έμεινε τίποτα να φοβηθώ
να λέω να μιλώ και να τολμώ όσα οι λέξεις περισσότερα εννοούν απ’ όσα εγώ εννόησα-

κι ας είναι όμορφη σαν χρυσό κλειδί π’ ανοίγει σεντούκια με τα μυστικά της στύσης

κι ας είναι δοτικός, και αδερφός σαν μια απέραντη αλληλεγγύη της Τέχνης

κι ας είναι κομπασμός και χλευασμός και δυνάστης πομφόλυγας που φωνάζει: “Περπατάω έτοιμος να εκπληρωθώ, πάνω στη μνήμη, την άρνηση σ’ αυτό το ποίημα που δεν μου ανήκει- Α! ώστε είστε Ποιητής!Κρίμα!”

κι ας είναι μια παλιά ενετική πολεμίστρα μέσα από την οποία διαφαίνεται σεμνό ψαράδικο καϊκάκι

κι ας είναι κανόνι που σημαδεύει τη σκιά μου στο τοίχο την ώρα που το γεμίζω μπαρούτι

υμνώ τη νοσταλγία δακρύζοντας και μεταστρέφω τη φωνή στο ίδιο ποίημα ποίημα άλλο:

πως απαλό σαν χάδι της όρεξης πολύτιμο και γερασμένο μετάξι, που κρύφτηκε κάτω από την ευτυχία του ένα ολόκληρο καρναβάλι των απολαύσεων, με σερπαντίνες, κορδέλες, ελέφαντες, ζογκλέρ και μίμους, ένα περιπλανώμενο τσίρκο αστείων ανθρώπων που χάνεται μέσα στο πλήθος των γιορτών και των ερώτων.

Κι αφουγκράζομαι τις παύσεις που δηλώνουν το σπάσιμο της φόρμας-

Ακούστηκαν βήματα που πλησίαζαν- ερχόταν το σάλιο ντυμένο λωτός κι ερχόταν χορός μεταμορφωμένος πλουμιστός πυρήνας τρυφερότητας.

(Και διανύω την εποχή της μοναξιάς δικαιωμένος ανάμεσα στη σιωπή των παραγράφων )

Κι εγώ βρισκόμουν στη σάλα του χρόνου και την περίμενα ξεφυλλίζοντας τις μέρες σαν τραπουλόχαρτα που αγαπούν το ρίσκο του ενθουσιασμένου τους πάθους

(Κι αναρωτιέμαι τι είναι αυτό που δονείται μέσα μου σαν νησί που διαρκώς απομακρύνεται- η ναυαγισμένη μας καρδιά!- Δεν έχω άλλη καρδιά- Η ναυαγισμένη μας Καρδιά!- Κάποτε είχα δύο ή έτσι νόμιζα)

…όταν αποκαλύφθηκε το πρόσωπό της ήταν κιόλας αργά. Είχα αποκτήσει τη θεά μου. Κάτω ανοίγονταν οι πεδινές παραροές της εκστασης, τα μαγικά ποτάμια των ορμών μου, τα πολύπλοκα μονοπάτια των σκέψεών που οδηγούσαν στην ξεντυμένη απλότητα της καρδιάς. ” Νεαρέ μου εραστή”, ψιθύρισε, “είστε καλά?” ρώτησε

…και πως να εξηγήσει κανείς σε μια θεά πως υπήρξα για καιρό αρκετό μια δαγκωμένη ικεσία στην προσφορά των θελήσεων της. Ακίνητος σαν παλιά φωτογραφία που περιμένει να ζωντανέψει ξανά η σκηνή του φιλιού

πως λάτρεψα τη μελαγχολία για να σώσω τη ξεμυαλισμένη μου καρδιά

και το κεφάλι σήκωσα σημαία πάνω απ’ το πληγωμένο σώμα…

Μια παλιά αμερικάνικη ιστορία

Vavou 

Άνθρωπος άγκυρα ή άνθρωπος βέλος

ο χωρ’ις  μνήμη είναι γενναίος

κι ο λυπημένος τραυλίζει όνειρα

το προφιλ έτοιμο να γεράσει

όπως σ’ αυτόν προσεύχεται ένα χρυσόψαρο

όπως μια εισήγηση σε μια μερίδα υπαρκτών ορυκτών

στις μικρές λεπτομέρειες χίλια φιλιά χείλια

σ’ όποια νοσταλγία της ανάμνησης

το μέλλοντα χρόνο της υπόσχεσης με συμπάθεια κοιτόντας

τη πιο αληθινή στιγμή χωρίς άμυνες  ξεγυμνώνοντας

-κι ένας άντρας και μια γυναίκα που δε θα συναντηθούνε ποτέ

την ίδια σκηνή παίζοντας-δεν είναι μίμηση, είναι αναπαραγωγή

δεν είναι ευχή-γύρνα πίσω το κορμί

δεν είναι μια καθιστή ανδrική μορφή που γράφει-είναι ο 6ος αιώνας πριν τη σύμβαση

δεν είναι η ματιά του κόσμου που μας αφορά,

είναι η αμηχανία των λέξεων που γεννάει το χορό

δεν είναι η ερμηνεία των συμβάντων-

εν αρχή ην ο λόγος…

Ετέρα ΙΙ

VaVou 

Είναι Πόρνη 

Περπατά ανάμεσα στους ανθρώπους και βλέπει όλο το πλήθος σαν έναν άνθρωπο

εκείνος ο έρωτας που θέλει να κάνει ερωτα μαζί του

πριν τον σκοτώσει μέσα στο γέλιο της, είναι απάνθρωπος

Δεν είναι η ανάσα τους που την κάνει  να θέλει ν’ ανοιξει το στόμα της για να νιώσει την αναπνοή της

στα χείλια της κυλιέται η απελπισία- μια ένταση που δεν κατανοήθηκε ποτέ. Τυπώθηκε σα νουβέλα της ανάγκης σε χρυσό εξώφυλλο

Είναι μια απουσία που διαρκώς αποκαλύπτεται-είναι Πόρνη

κι είναι ένας κόσμος που διαρκώς επικαλύπτεται-είναι ένοχος

Παγιδευμένοι σ’ ενα ύφασμα από μέταλλο οι φωνές τους

σουίτες χτιμένες σε κάποιο κρυμμένο μπουρδέλο

στα άγρια νύχια της κορίτσια από πορσελάνη που ξενυχτάνε

γέρικα σπέρματα  και καλσόν που φέρνουν σε κλόουν

και άνομες πράξεις που μαρτυρούν  ότι το εγκλημα έπεται της μεγάλης θλίψης.

Και παρηγορώ τον εαυτό μου-πως τούτα τα λόγια δεν είναι δικά μου

ίσως να είναι λόγια μητέρας ή κάποιου δυνάστη αγγέλου

πως είναι δείπνα σε κραγιόν για αγνώμονες ρηχούς ψεύτες- λίγο πριν βάλουν τον εαυτό τους για ύπνο

κλάματα των διακοπών όταν τρέπεται σε φυγή η αντανάκλαση

…και τώρα ξέρω γιατί οι άνθρωποι ολοένα κι αποφεύγουν να θυμούνται

—ακριβώς μετά τη μνήμη έρχεται η ευθύνη

επί του φανταστικού μουσείου

VaVou 

Η προσέγγιση των χρωμάτων προοδευτικά απελευθερώνεται

από τους σκούρους τόνους στα επιστρώματα

ως το ροδόμαυρο εκείνο κόσμημα δίπλα στο στέρνο- (θέλει χρόνο η αγάπη για να ανθίσει. Δε μετριέται σε μήνες, ούτε σε έτη)

μια μαύρη γάτα ή ένας τεμπέλης σκύλος δεν είναι δα και τόσο σημαντικό

αλλά ένα περίγραμμα του σώματος στα σεντόνια είναι σκέτη μελαγχολία.

Ένα μυστικό πέρασμα της σκυτάλης

μία νωπογραφία

ο εαυτός μας γυμνός βυθισμένος μέσα στην απουσία

και “μου λείπεις φριχτά πολύ”

κι είμαι ένας καμβάς χωρίς κορνίζα

αφημένος άτσαλα στο ατελιέ μου

χωρίς εσένα, θα είμαι πάντα προδωμένος

εκτεθειμένος στα βλεμματα περαστικών

επι του φανταστικού των μουσείων

Παλαιότερες καταχωρίσεις »