3,14Νεύσις
Έρωτας + ΤέχνηΑρχείο για Αυγούστου, 2007
Ο κήπος
VaVou
Μπορείς να δεις το λεωφορείο να σταματά, οι Πόρτες ν’ ανοίγουν κι έξω να ‘ ναι ήδη νύχτα
μπορείς να δεις τη νοσοκόμα με τις ωραίες γάμπες να μπαίνει στη πολυκλινική
μπορείς να δεις τους υπέροχους αφρικανούς να σουλατσάρουν άσκοπα εδώ και εκεί πουλώντας Cd
μπορείς να δεις ένα μικρό παιδί να παίζει μπάλα στο γκαζόν μ’ ένα κουτί πορτοκαλάδας
πρεζάκια γύρω και μια χοντρή που ψάχνει τον άντρα της στριγκλίζοντας τρώγοντας τυρόπιτα
μπορείς να δεις τα γαλατάδικα να ξεφορτώνουν πύργους κούτες στα μαγαζιά και παραδίπλα άστεγους να μαζεύουν τα χαρτόνια που πέταξαν τα φαγάδικα για να πάνε μετά κάπου να ξαπλώσουν
μπορείς να δεις ανάπηρους σε ταχύτητα χελώνας να ψάχνουν για ένα φιξάκι
μπορείς ν’ ακούσεις εξυπνάδες σαλταρισμένων νεοπρεζάκιδων για δέκα ψωλιά σ’ ένα στόμα
μπορείς να δεις κυλιόμενες σκάλες να ρουφάνε κυρίους και κυρίες με ομπρέλες
μπορείς να δεις μαροκινούς να σπρώχνουν τη καλύτερη πρέζα στη πιάτσα και να τη πασάρουν με το έτσι θέλω
κι αν είσαι άλλος, διαφορετικός, κάποιος από δαύτους θα έρθει θα σε κουρδίσει κι ένας άλλος από πίσω θα έρθει και θα στα πάρει όλα, ότι άφησες πίσω στο πεζούλι-τσάντες, κινητά, τσιγάρα
μπορείς να δεις τους μπάτσους να ζητάνε μίζα ενοικιαστηρίου πλατείας από τα ντηλέρια
μπορείς να δεις νέους ήχους και μπορείς να δεις κίνδυνο
μπορείς να δεις τον εαυτό σου να τρίζει από ξημέρωμα και να παρακαλάς να μη βρεθείς μπροστά από καθρέφτη για να ανακαλύψεις πόσο χλωμός είσαι
κι ύστερα, μπορείς να κάτσεις πάλι κάπου πιο ήσυχα και να δεις σκυφτούς παχουλούς κυρίους με καφέ δερμάτινες τσάντες να προχωρούν
και μπορείς να κάτσεις δίπλα σ’ ένα τρωκτικό π’ αλλιώς θα σε δάγκωνε αν το έπαιζες νεκρός και δεν του έδειχνες λίγο ζωή
μπορείς να δεις όλους αυτούς να έρχονται μόνο και μόνο για να σε περιεργαστούν, ίσως γιατί κατά βάθος θέλουν να σε δουν σ’ ένα νεκροταφείο 6ώρης επανάληψης του τίποτα
και μπορείς να δεις φθαρμένα αποφυλακιστήρια να επιδεικνύονται από χέρι σε χέρι σαν πτυχία ζωής και σαν ισχύς (ακόμα κι ο δρόμος θέλει τα πτυχία του)
μπορείς να δεις τη μαλακία να πάει σύννεφο και την ευφυΐα να υφέρπει στις μικρές πράξεις και στις μεγάλες εικόνες και τότε μπορείς να ουρλιάξεις: “Βάρβαροι!”
μπορείς να δεις τι αξίζει να θυμάσαι από αυτή τη ζωή και τι όχι πηγαίνοντας από το ένα παγκάκι στο άλλο, κρυμμένος πίσω από ένα κόσμο που ρουφάει καρτερικά οτιδήποτε αξίζει να αντιγράψει σαν ιδιότητα που λάμπει, ένα πλήθος που αρέσκεται στο λιθοβολισμό δια οράσεως
μπορείς να κοιτάξεις για λίγο τον ουρανό και να καταλάβεις γιατί δε νιώθεις σημαντικός
μπορείς να κοιτάξεις τα πόδια σου και να φανταστείς τα δάχτυλά των ποδιών σου να μουλιάζουν μέσα σε χλιαρό νερό, μπορείς να επινοήσεις την ανακούφιση αλλά στο τέλος και πάλι τα πόδια σου φουσκάλες θα έχουν, πρησμένα σα τούμπανο απ’ το ποδαρόδρομο θα είναι
μπορείς ν’ ακούσεις το φεγγάρι να ψιθυρίζει σαν πανσέληνος και να σου λείπει ένας συγκεκριμένος άνθρωπος
μπορείς να απαιτείς να υπάρχει ένα κρυφό νόημα πίσω απ’ όλα, ένα δεμένο σφιχτό πακέτο αιτιών που οδηγεί στην ομορφιά και στην εντύπωση ενός Παρθενώνα σαν κατεστραμμένη Ολυμπία
μπορείς να δεις τα περιστέρια να διαγράφουν καμπύλους τρόπους λίγο πριν φέξει στα περβάζια
μπορείς να δεις το ένστικτο να προϋπάρχει των γεγονότων
μπορείς να σνιφάρεις, να τρυπηθείς, να πιεις, να γράψεις, να μιλήσεις, να σιωπήσεις ή να φύγεις, κι όλα το ίδιο είναι
μπορείς απλά να καταλάβεις ότι στο κέντρο μιας πόλης οι ενοχές μας διαπρέπουν,
αλλά
μπορείς να νιώσεις εκείνο το τρένο κάτω από τα πόδια σου που έρχεται?
σαν άνθρωπος στο Alta Cienega Moteλ
VaVou
o κινηματογράφος είναι η χυμώδης Σιωπή στο επηρμένο του προσωπείο
και πόσο πιο γλυκό θα ήταν το πρόσωπό του αν ο Σκηνοθέτης τον αγαπούσε λιγάκι παραπάνω
κι αν σε κάθε του βρυχηθμό που έμοιαζε με πρόσκληση από κηδεία
εκείνος αντί απλά να οριοθετεί νάρκες στις ορμές του Νεκρού-
τον επικαλούσε στη γενετήσιο μορφή του
ως ιδιαίτερο προσκεκλημένο
της καθαρόαιμης Τέχνης υφαντουργό
μιας παρατεταμένης συλλογικής κατάβασης
σε αυτή την αρχαία ξεχασμένη στοά?
- ΕΪ εΪ, πάρε αυτό τον αναμμένο πυρσό, κράτησε τον όση ώρα κατεβαίνουμε
Τα αιώνια κάδρα δημιουργούνται κάθε φορά που αντιβαίνουμε τις φραξιές μας
τοίχο τοίχο κρέμονται ένα ένα,
όση ώρα κατεβαίνουνε αυτή την υπόγεια σκάλα,
αυτή η παλιά ρωμαΙκή στοά,
μεταμορφώνεται- αλλάζει
μοιάζει με το εσωτερικό ενός ελικωτού ζεστού ψωμιού σε σχήμα κούφιας μπαγκέτας
δημιουργείται ένα κούφιο κοίλωμα, όσο κατασπαράσσεται η κόρα στο εσωτερικό ,
όσο προχωράνε, όσο κατεβαίνουνε, όσο την καίνε,
με τους φωτεινούς πυρσούς τους,
με την αδιαλλαξία τους,
με το φασισμό της αισθητικής τους,
με τη βεβαιότητά του πάθους τους,
με την απουσία του πάθους τους,
με ότι κι αν κάνουνε,
με ότι κι αν πούνε,
με ότι κι αν αποσιωπήσουν
όσο κατεβαίνουνε, όσο προχωράνε, όσο τη καίνε,
με τους φωτεινούς πυρσούς τους
με τις ανάσες τους,
με τις καρδιές τους,
με την αγάπη τους
όσο κατεβαίνουνε,
όσο προχωράνε,
όσο τη καίνε,
με τους φωτεινούς πυρσούς τους
με τη ζήλια τους,
με την απληστία τους,
με τους ανταγωνισμούς τους,
η παλιά ρωμαϊκή στοά με τις πέτρινες σκάλες που χάνονται στα έγκατα της γης γνέφει
κι ένα δάχτυλο δείχνει σ’ ένα καθρέφτη κι αυτοί είναι εμείς
και εμείς προχωράμε, τοίχο τοίχο,
κραδαίνοντας στα χέρια “κίτρινα μυθικά κεριά ρωμαικών πυρσών”,
άψογα στη υφή μιας όρασης πέντε σκαλιών και ρούπι παρακάτω
για μια πορεία που μάλλον οδηγεί ………:
στη κοιλάδα των κλαυθμών ή αλλιώς πέλαγος χτισμένο από ανθρώπινα μάτια,
τα άστεγα φάρμακα,
κι η ευδαιμονία σα φάντασμα
κι η δυστυχία σκιά του παλατιού μας
κι οι ρηχές παραστάσεις λεκτικών αποτυπωμάτων της “φαρμακωμένης” ζωής
μια στιγμιαία απαλλαγή από την οδύνη-τη δικιά σου οδύνη!
- εμείς, οι αυλόδουλοι εκκωφαντικοί σεκταριστές που προβάλουν πάντα τα πλεονεκτήματα των εαυτών τους σα μειονεκτήματα των άλλων,
με ένα τρόπο που φαίνεται σα να βράζει ο Ζαρατούστρα στο τάφο της ψυχής
που πάλλεται σαν εκκρεμές και που θυμίζει καράβι στα οικήματα των θαλασσών μας, πέρα δώθε ανάμεσα στην ανία και στην απόλυτη φιλοξενία μιας αγκαλιάς που χωράει μέσα της το όλο κόσμο με μας βασιλιά-θεό
- και μην ντρέπεστε να είστε τόσο εγωιστές, αρκεί να μην είστε βασιλιάδες και θεοί
με τέτοιο τρόπο, να η αγνότητα της ενότητας των αντιφάσεων,
γιατί δεν είμαι ένοχος όσο αθώοι είστε
κι ούτε μόνος όσο πολλοι φαίνεστε,-να τι ψιθυρίζει το ακέραιο πνεύμα
γιατί άλλος με την ομοφοβία του, άλλος με τη Κάρμεν του, άλλος με το λόγο του κι άλλος με τη διάλυσή του
στο ίδιο βάθος θηλαστικά κοινού μέτρου είμαστε
στο ίδιο άθλημα φαινόμενα ουράνιων σωμάτων φως
άλλος μακρύτερα κι άλλος κοντύτερα από τα μάτια των τρυφερών υπάρξεων
μα στο ίδιο ύψος αστέρια που κρέμονται τη νύχτα από τον ίδιο ουράνιο θόλο
το κλωστουφαντουργείο των πτηνών: αηδόνια, γύπες, σπουργίτια, καρακάξες, γλάροι κι άλμπατρος
μα στο ίδιο βάθος συνεπαρμένοι οδοιπόροι, γιατί όλα συνωμοτούν αδιάφορα με μας,
ανεξάρτητα,
ευτυχής ή δυστυχής, εκλεκτοί όλοι,
ο μοναδικός, ο ωραίος ή ο άκαιρος, κόκκινο αίμα όλοι
γιατί όλα μεταφέρονται, και μας πηγαίνουν Εκεί
όσο προχωράμε, όσο κατεβαίνουμε, όσο τη καίμε
τις παλιές σκάλες κατεβαίνοντας,
στα χάη της αρχαίας στοάς που ριχνόμαστε
τολμηροί, ανέφικτοι κι απόκοσμοι
γηίνοι εικαστικοί παράφρονες παρασημότητας/επισημότητας/διασημότητας/αντισημότητας/υποσημότητας
5 σε 1
σαν σε φτηνό Μοτέλ των 10 δολαρίων με όνομα Alta Cienega Motel, δεύτερος όροφος δωμάτιο 32
προετοιμάζοντας τη δική μας μεγάλη Διονυσιακή γροθιά
τους οργασμούς και τα ξεφωνητά που αναπηδούν μέσα από τη μαύρη οθόνη όταν απουσιάζει ο θάνατος του θανάτου
(γιατί ο θάνατος έχει κίτρινο χρώμα- όχι μαύρο)
όλοι μαζί, μεθυσμένοι, σιωπηλοί, αδιάντροποι κι αθώοι
με την οξύνοια μιας νηφαλιότητας που υπερβαίνει τη λέξη, την εικόνα, τον ήχο, τη σιωπή
μια σύζευξη σωμάτων που κατεβαίνουν και συναντούν τη Μεγάλη σαραβαλιασμένη Πόρτα
στη σάλα της επίτομης κατακόμβης
στη Μεγάλη Γιορτή αναζωπυρωμένων Λουλουδιών
που χαίρονται τους εαυτούς τους κοιτάζοντας από κάτω
το τρομερό χώμα που διατρύπησαν οι ρίζες του εαυτού τους
και κρέμονται
και ίπτανται
στον ουρανό της κούφιας γης
κάτω από γελοίες αρένες των πόθων
κάτω απ’ ανούσια κυλίσματα των φόβων
εμείς γιορτάζουμε- κάτω απ’ όλα!
Έβδομη ακολουθία του ΑΜΟRE FATI
VaVou
Σ` αγαπώ!
Έλα, γυμνοί κάτω από την Πανσέληνο,
ας κάνουμε ποδήλατο…
Ιδρώτας που λέγεται Μουσική, γιατί
δεν υπακούει πιστούς η παρέλαση των φθόγγων
κι όλες οι ηλικίες χύνονται μέσα μας,
Γιατί αόρατα περιστρέφεται
βάλλεται ή μόνο… συμπιέζεται
η υγρή χαρά, που μετράει δευτερόλεπτα περιμένοντας,
στην άκρη μιας διαιρεμένης Σταύρωσης, στα κελιά του Χρόνου… Χώρος
Φυλακισμένοι σε χρονικές κυψελίδες Μιας αλυσίδας,
παραμένοντας τυφλοί σε ανόητες σκέψεις, Όλοι
Μπορούμε να κοιτάξουμε πίσω, αλλά μπροστά όχι…
Μαθαίνουμε να αδικούμε τους μπροστά και να δικαιώνουμε αυτούς που πίσω αφήσαμε…
Καημένοι, τη μοναξιά επινοώντας, αφού Πότε τo Αύριο να συγχωρήσουμε δεν μπορούμε!
Άλλοι τ` ονομάζουν Ήλιο…μα οι γέροι πάντοτε αρνούνται,
ονομάζουν τη χειραφετημένη τους ελπίδα…Παράδεισο,
έτσι απελαύνουν το Φως!
Στην άκρη, πάντα πρέπει να υπάρχουν ακτίνες που χορεύουν,
άλλοι τ` ονομάζουν Ήλιο…μα οι Μεσήλικες πρώτα ζυγίζουν και,
μετά ερωτεύονται!
Ο αριθμός 7, είναι μια από τις ιερότητες
Ο αριθμός 7, είναι μια από τις ηθικές ακεραιότητες
Ο αριθμός 7, είναι ένας από τους αδιαίρετους εγωισμούς
Ο αριθμός 7, είναι ένας πρώτος αριθμός
Ο αριθμός 7, είναι απλά ένας αριθμός
Ο αριθμός 7, είναι αυτό που θέλεις να είναι
Ο αριθμός 7, είναι ένα πρόσχημα για να γράψω τoν έβδομο στίχο της έβδομης στροφής
Σ` αγαπώ!
Έλα, γυμνοί κάτω από την Πανσέληνο,
ας κάνουμε ποδήλατο…
Καμιά φορά οι τρελοί φωνάζουν :
“Πες μου πόσο είσαι
και θα σου πω τι παρωπίδες φοράς!”
Όμως, καμιά φορά, η αγάπη ξέρει να χορεύει swing,
ξεγλιστρά…σαν non-Origami ευφυΐα,
κουνά το δακτυλάκι της αργά, λάγνα, παιχνιδιάρικα,
Εϊ κοριτσάκι, θα έρθεις? Ρώτησα.
“Γλιστράς στα ανοιξιάτικα σεντόνια μου
σαν βαρύς χειμώνας του βουνού…
και ο καιρός από κάτω.. μας ..αλλάζει
σαν ανάσταση που πέφτει καλοκαίρι…” ,
απάντησε η σκρόφα
Γαλάζια πρόσωπα της θάλασσας,
δεν υπάρχουν τετράγωνα δάκρυα,
ας γκρεμίσουμε τ’ αρχαία λατομεία
ας πετάξουμε πάνω από τους τάφους της ακρόπολης
επάνω σε ουράνιες σχεδίες από αλάβαστρο ας καταστρέψουμε.
Και λένε ό,τι ποτέ δεν είναι αργά… αλλά κάνουν λάθος…
Σκαλίζοντας τη μνήμη των οσμών
υγρές αβύσσους ανασαίνουμε…κοιτώντας
καράβια να επιπλέουν και τις καρφίτσες να πιάνουν πάτο…!
Πάντα είναι αργά ! Ο Χρόνος δεν υπάρχει και έτσι,
μοιάζει σαν η ώρα να πέρασε ή να μην έφτασε ποτέ η Στιγμή…
Λειψά κογχύλια, αστεία χταπόδια, παραβιωτικά ψάρια ενυδρείου,
χελιδονόψαρα…που τι παράξενο…Η θάλασσα έβγαλε φτερά κι Ουρανοί απέκτησαν Βάρος!
Κι όλα μες τη δίψα τους, ανάποδα, σπάνια κι υπέροχα σαν παραβιασμένο 7…
Σ`αγαπώ!
Έλα, γυμνοί κάτω από την Πανσέληνο,
ας κάνουμε ποδήλατο…
Εστία
VaVou
Όταν γκρεμίζουμε το άσυλο μας
Γυρίζουν ρόδα βλ-αίματα χρόνου.
Πολλά μαζί σφυρηλατούν καταιγίδα νεκρή σαν μεσαίωνες
Και κανείς τότε θαρραλέος δεν τρέχει,
χωρίς να παύει να βλέπει που πάει, να τρέχει
Μείνε απλώς πιστός στο ποτάμι σου.
Χωρίς να ξεχνάς πως ίδιο δεν μένει
ή ότι το ποτάμι σου
ποτέ δεν ξεχειλίζει.
Μια σειρά από ναούς χαμογελούν κάτω από το χώμα.
Γριές άγγελοι την ώρα της γιορτής
ένα σχίσιμο στη πλάτη δείχνουν
αιμορραγία πλάνης και πλάνης παράταιρα
Φώτα φωνών ριγούν άκρια του βλ-αίματός τους.
Υμνούν το σακάτικο παιδί, του κακοφτιαγμένου πλάσματος περιφρονούσα
άσχημο το παραγκωνισμένο κεφάλι στα λεία δροσερά του αστεία
σχήμα δίχως σάρκα, όμορφο και τραγανό σαν αρχαίο γλυκό της γιαγιάς
πρόσωπό που πνίγει
στο σεμνό χείμαρρο των δακρύων φιλότιμο
Χωρίς να ανοίγεις χάρτες ποτέ δεν γύρισες.
Χωρίς να γυρίσεις ποτέ δεν πέρασες χορτάτος αξίες λίθινες.
Εκτεθειμένες πάντα στο φύσημα του δρόμου, που τις τρώει,
Σαν ερείπια να ναι οίκων ενοχής
Που σήμερα θαυμάζονται σαν αρχαίοι ναοί
Λύπης φορτωμένης
λάγνες ορέξεις σοφών
και αιώνιων Κυρίων του πνεύματος.
Αιμορραγία παράταιρα
Πατρίδα
VaVou
κίνησις Αυγή στα σύννεφα χ(ω)ρεύεις
όπως τα τρυφερά της μάτια
στην Άβυσσο φτερουγίζουν.
Σαν τέχνη της Στιγμής να Αγαπάς για Πάντα
ότι φωτιά κι αν τ’ Αύριο Φέρει…
…και τα μικρά όνειρα που τα γεμάτα Χέρια προσφέρουν
εμπρός με το καλό, σας τα χαρίζω,
αν η Αγάπη σας δεν περιέχει τον Χρόνο της Καρδιάς σας
κι αν το Χθες δεν μάθετε να συγχωρείτε
γιατί τότε ποτέ δεν θα γνωρίσετε ότι
Ελευθερία δεν σημαίνει να κουβαλάς το φόβο της φυλακής
αλλά τη φυλακή του Φόβου…
κίνησις Αυγή στα σύννεφα χ(ω)ρεύεις
όπως τα τρυφερά της μάτια
στην Άβυσσο φτερουγίζουν
κι η Άβυσσος ποτέ δεν ξέρεις τι θα φέρει…
και
πιο δυνατή άβυσσος απ’ την άβυσσο
αγάπη
«Κλέψυδρις-Παλίρροια»
VaVou
Χειρότερα τα χάδια του Ήλιου,
ελαστικές λέξεις υποκύπτουν σημαίες
φτερουγίζοντας ροές
και μαλλιά π’ ανεμίζουν
στην άκρη της θάλασσας.
Πάγιος ξένος σαν εραστής
κύματα βλέπει να έρχονται μουγκρίζοντας
βότσαλα βλέπει σα καταπίνονται βυθούς
Και σιωπώντας πάντα μεσημέρι
παλιές θλίψεις επιστρέφουν ευτυχία , λέει ένας παλιός μύθος.
Ως κάθε πέλαγος αρμενίζει καράβια,
καράβια που χωρίς ναυτικούς
δάκρυα των βυθών το πνίγουν, λένε.
Μα λένε κι ότι, κάποτε
Η Χρυσή θεά π’ έσκυψε απ’ το κατώφλι των ουρανών
κι αγκάλιασε τον κόσμο στη παλάμη της,
μοιράζοντας στα πάντα κλεψύδρες και σάλιο
έφυγε!
Χειρότερα τα χάδια του Ήλιου
και στην ευθύνη της γενναίας καρδιάς
π’ αργά εγκαταλείπει τις λέξεις,
όταν οι λέξεις στέγνωναν επάνω στο σώμα
νερά που του άφηναν
οι παλίρροιες των ερώτων
θα επιστρέψει…ξανά
αργά το βράδυ
γεμάτη άμμο
σαν χαμογελαστή γιορτή
για σένα
Ήπια κι ακίνδυνη Κυριότητα
VaVou
Eλπίδα είναι ένα πνεύμα που ανοίγεται με ριπίδια ανέμου
κάτω από φουστάνια μιας πληγιασμένης ερήμου
τα ξεσηκώνει στους ουρανούς
σκόνη στα 2 μέτρα ύψος
Ένας ιδεατός ίλιγγος στροβιλίζεται σαν κροτός σπασμωδικός ήχος
όταν στα βάθη κάποιας καμπάνας άγχους
συναντιόμαστε για λίγο γυμνοί.
Και δεν είναι η δυστυχία που μας επιτρέπει να γεράσουμε από ανακούφιση
αλλά ο πόνος της ευτυχίας που μας υπαγορεύει την αποφυγή κάθε στασιμότητας.
Μα αν υπήρχε κάτι που να άξιζε να βιωθεί, αυτό χωρίς περιστροφές θα ήταν ένας έρωτας που θα άρχιζε μέσα από ξεσηκώματα θύελλας νέφους και πλημμύρας
ως το σημείο που βίαια ο νεογέννητος κόσμος ακυρώνεται ,
που διασπάται και που αρνείται κάθε συμμετοχή
μέσα σε ένα παραμύθι της λάσπης,
το άνυδρο του θανάτου που είναι η υπόσχεση του παντοτινού
και το παντοτινό που με κάθε τρόπο και με κάθε πρέπει
καταλήγει να είναι το ψέμα κάθε βούλησης
Ότι αισχρό καταδικάζει (a posteriori ),
να μπορεί να αφήνεται το σώμα μέσα στα θερμά έγκατα του Νου,
αλλά κι ο Νους που βυθίζεται μέσα στις «Σειρήνες-Αισθήσεις»
της αναπάντεχης συναρμογής του με τον κόσμο, τότε τι κρίμα που είναι,
η άφεση να είναι προνόμιο των παιδιών ή των παπάδων.
Το υπέροχο και το γλυκό μοιραίο
Χωρίς να σκορπίζεται συμμετέχει ζώντας,
χωρίς ανούσιες εικασίες συμμετέχει ζώντας,
χωρίς μανία για προφητείες συμμετέχει ζώντας,
ο χρόνος είναι ένα πλαστικό εμπόδιο
με πάθος που κυλάει σαν αίμα ή σαν χαραγή αστραπής
μέσα σε ένα φθαρμένο στερέωμα λιώνει,
κι ο έρωτάς σας δεν είναι έρωτας, αλλά η εξουσία των κλόουν.
Κι όμως. Ένα πρωινό, μέσα από την άρνησή της θύμησης, μέσα από ανυπακοή ή μιαν ακούραστη παιδικότητα, η σπηλιά, η συνήθης προΙστορική ευτυχία που την παίρνει κανείς πάντα εύκολα και πάντα δεδομένη- ότι δένει τα βουνά με το όνειρο και το φως με το σκοτάδι, γεμίζει μ’ άλλα, ζώα μιας αντίπαλης ερήμου, πιο οργισμένα του κεκτημένου μας ύφους-
πως θεούς προσκυνάμε να κερδίσουμε την ευμένεια του αιώνιου
και πριονίζουμε καλές στιγμές σαν να ψάχναμε για το αίμα του Κυρίου.
Αλλά αν ο φόβος είναι ένα παλιό τραύμα που έκλεισε τότε φόβος δεν υπάρχει
κι αν η παλιά εκδοχή της ελπίδας υποκαθιστά τα γκρεμοτσακισμένα μας όνειρα
τότε μπορούμε να καταλάβουμε το απαίσιο σχήμα του κόσμου: βρωμάει τις προσδοκίες κάποιου μέλλοντος που κατάντησε ο ζητιάνος του παρελθόντος,
γιατί γινόμαστε φιλόδοξοι επειδή δεν μπορούμε να ξαναγίνουμε παιδιά
γιατί γινόμαστε επιβουλευτές και οι απολογίες ενός τρένου
οι δαγκωμένοι επιβάτες της απουσίας μας
αλλά κάθε ερωτευμένος βρίσκει παντού στα τοίχοι ρωγμές για να φυτρώσει
θυμάται τον εαυτό του αυτή τη στιγμή σαν κάθε στιγμή μαζί με τον άλλον
μέσα σε ένα δωμάτιο ψυχής ανθίζει
χωρίς λεπτομέρειες
χωρίς έπιπλα
χωρίς προΥποθέσεις
μόνο αγκαλιά κι έρωτας σαν κάθε μέρα
κι είχε ζωγραφίσει την αγάπη δεμένες κορδέλες να κοιτάνε τη φωτιά του χρόνου
χώμα, νερό και ήλιος
Ζωή:
“Ένας ερωτευμένος, κάθε βράδυ που σπεύδει να κοιμηθεί
ο άλλος είναι η ευχή του”
Θα εκδικηθεί σαν ψάρι το Φθινόπωρο
VaVou
(σε ύφος φθινοπωρινού ψαριού)
Λίγο πριν το Χίτλερ ο Αδόλφος κάνει πρόβα
σαν μποξέρ υψώνει τη θεατρική του γροθιά
κρεμασμένο δεξί στα αριστερά και στο πέτο τιράντα
κλικ δεύτερο κι ύψωμα του χεριού σαν ξόρκι: φύγε Εβραίε!
κάτι διώχνει κάτι αμύνεται
μην παρασύρεστε από τη στωική έκφραση ενός απογοητευμένου κι άξεστου ζωγράφου
κι ούτε λίγο σε μποξέρ
κι ύστερα παιδιά να φτιάχνουν με χαρονομίσματα πύργους
κι ένας άντρας που φέρνει σε λογιστή μια ταπετσαρία δολλαρίων
και μια εκτροπή αμαξοστοιχίας σα την προσκυνούν στις ρόδες της εργάτες
κι ένα πειραματικό τανκ που πειραματίζεται στο φόνο
κι εργάτες ξανά στην έρημο να φτιάχνουν ράγες
άντρας και παιδί να πριονίζουν σανίδες
κι ο Χίτλερ σα Χίτλερ αμέριμνος να διαβάζει εφημερίδα
κι οι παλιοί πολεμιστές της Βαυαρίας με μπαστούνια φωτογραφίες στο κήπο να λιάζονται
κι ο Μουσολίνι να παρελαύνει νωρίς το 22′
κι ο Χίτλερ να κορμοστέκεται νωρίς το 23′
και ρινίδια φοβισμένου μετάλλου υψώνουν χέρι στο μαγνήτη-φασισμό σαν όμιλος παστωμένης σαρδέλας
κι ένας άγγλος αναβάτης να ιππεύει αμέριμνος κάπου
και ποδηλατοδρόμοι σε σειρά εκκίνησης ακινησίας-κι ύψωμα του χεριού
και κάτι νεόνυμφοι να κόβουν τη γαμήλια τούρτα με το τσεκούρι
και το πλήθος ποδηλατοδρόμοι
κι ανειδίκευτοι εργάτες με το δεξί προτείνουν της κάρτες ανεργίας τους
κι ο Λένιν να υποφέρει στην αναπηρική φροντίδα της Ulyanova (εκείνη σκύβει σα να του ψιθυρίζει στο αυτί κι εκείνος αργοπεθαίνει με το βλέμμα τεταμένο)
κι ο Τρότσκυ επέρχεται μετά Φοινίκων αργότερα
κι ο Στάλιν στο πεζοδρόμιο με μαύρη καπαρντίνα και λευκή φορεσιά των Yankees
και δυο Ρώσοι αλήτες επέτες
κι ο Στάλιν ξανά να καπνίζει πίπα
και να ζητούν δικαιοσύνη κάτι διαδηλωτές κάπου στη Μόσχα
κορίτσια πως γυμνάζεστε στη κόκκινη πλατεία
κι η γροθιά σεμνός χαιρετισμός ενός αντιφασίστα
και το πεινασμένο παιδί με τη κοιλιά φουσκωμένη σα μπαλόνι να γέρνει στη δοκό της πόρτας της πέτρινης καλύβας
και Γερμανία του 28′
κι όλοι μας μάρτυρες ανημποριάς
και στο βάθος σκοτάδι
Όταν το μυαλό συναντήσει τη καρδιά θα κάνεις αυτό που θες πράξη
VaVou
της Άννας
-Ντρέπεσαι?
-Γιατί να ντρέπομαι?
-Τότε πες μου, είσαι με άλλον?
-Όχι
-Ούτε θες κάποιον άλλον?
-Είπα ότι μου αρέσει κάποιος άλλος
-Οπότε εμείς τελειώσαμε?
-Δεν έχουμε κάτι να το τελειώσουμε. Σκέφτεσαι για τον εαυτό σου και εγώ για εμένα
-Δε ξέρω πως νιώθεις εσύ αλλά εγώ ακόμα νιώθω συνδεδεμένος μαζί σου. Για αυτό ρωτάω. Τελειώσαμε?
-Σ’ αγαπώ αλλά αυτό δε σημαίνει ότι είμαστε ή θα είμαστε μαζί. Ούτως ή άλλως στο μυαλό μου κάνω ότι θέλω.
-Αγάπη είναι να ζήσουμε και να γεράσουμε μαζί. Άρα δεν μ’ αγαπάς σαν έρωτα. Μ’ αγαπάς σαν άνθρωπο. Άρα τελειώσαμε… και μείνε εσύ να κάνεις στο μυαλό σου ότι γουστάρεις
La Fee Verte
VaVou
«Ένας νεαρός μουσικός με θανατηφόρο ευαισθησία και φλογερή φαντασία στον παροξυσμό της απογοήτευσης για έναν έρωτα δηλητηριάζει τον εαυτό του με όπιο. Το φάρμακο, πολύ ασθενές να τον σκοτώσει, τον βυθίζει σε έναν βαρύ ύπνο που συνοδεύεται από παράξενα οράματα. Οι αισθήσεις του, τα αισθήματά του και οι αναμνήσεις του μεταφράζονται στο άρρωστο μυαλό του σε μουσικές εικόνες και ιδέες»
Μπερλιόζ, η Φανταστική Συμφωνία
μαστιγωτής γεννήτορας
μια πόλη στην άκρη του νερού
ή μοναξιά που προκαλείς τη φρίκη
γδύσε
το πυρετό που τρελαίνει πάρε
Στο τρύπιο κουτάλι κύβο ζάχαρης που λιώνει, λιώσε με
Κρυστάλλινο και παγωμένο σαν νερό, νερό κάνε με
Όπως πράσινη σαν Νεράιδα που πέφτεις από κάποιο παραμύθι,
σε άδειο που γδύνεσαι ποτήρι
καμιά ντουζίνα όνειρα ακόμα να χτίζεις.
Τη ληστρική λησμονιά της τρέλας όταν κυριεύεσαι,
το θυμό την οργή και τη θλίψη
Το πένθιμο χέρι το φλοίσβο,
σαν γράφει παλαβή της ρίμας αυτοχειρία
με κίτρινο αψίνθιο αίμα σαν περιμένει
Τροχίσκος, παλάτι, πληγή, αστέρια και ήχος
Τρεις ώρες ή Εννιά μήνες
Στο νευρικό ερεθισμό του πάγου « άντρας μες τη γυναίκα»
Και πιστευτό δεν είναι
παρά χρόνος που ψεύδεται παρηγοριές
ή σιωπή σα ντροπή
Με την απόγνωση οδηγό
Ελαφρωμένο μυστικό εξαιτίας του μυστηρίου
Αβυσσαλέα Νέα Νησιού Αποτύπωση
Χωρίς εσένα μια ολόκληρη σαν τιμωρία ζωή
Τη ληστρική λησμονιά της τρέλας όταν κυριεύεσαι,
διανοητής μεθυστικά επιχειρώντας πρόγευση,
συν έχοντας μια προσφυγή στο αμετάβλητο αψέντι
Φως, ψύχος, διαφάνεια, στειρότητα
στον του έρωτα πόνο