3,14Νεύσις
Έρωτας + ΤέχνηΑρχείο για Σεπτεμβρίου, 2007
Άγιον Όρος (ιερή θεματική τρίτη)
VaVou
…Και πουθενά να μην σταθείς, ακούς?
Να τρέξεις στη μονή τ’ Αγίου Ευσταθίου
στα καλύβια των μοναχών, στα Καυσοκαλύβια
στη καλύβη τ’ Αγίου Μεθοδίου,
και πάνω στα περσικά χαλιά τους και στις δωρεές του έθνους να φας κεράσια λαίμαργα
και ν’ αφήσεις τα ζουμιά να τρέξουν και πουθενά να μην σταθείς αδερφέ,
και να τραβήξεις κατά τη Κερασιά μετά γιατί ακόμα δρόμο έχεις ,
να παρατήσεις τ’ αρχονταρίκια και τα ιερά
να ψάξεις και να βρεις το κελλί τ’ αγίου Δημητρίου
και να κοιτάξεις μέσα κατά την πρώτη εωθινή να μάθεις
πως το ψωμί ζυμώνουν χέρια λίγο πριν την αγιοσύνη
φωτός φορέα η μορφή του ζωοδότη η καρποφόρα,
ο ξυπόλητος ο γέρος τη ζύμη σώμα ο ίδιος στο μαραμένο σανίδι στέκεται σκυμμένος
κι είσαι κοντά, ω είσαι κοντά σ’ αυτό που θέλω να σου πω
και μείνε λίγο ακόμα,
πλάι στο καλογεροπαίδι που τρέμει σα μικρή φωτιά δίπλα στο τζάκι
που γονατίζει μπροστά της και τη κοιτάει με μάτια ολόστιλπνα
σαν στήθια που κρατάν στην ανάγκη τους τη φύση
το μελανόχροο περιφερόμενο του κόσμου μάτι
και πάρε μια πρόσφορη μπουκιά για το δρόμο και φτάσε στη Παναγιά, στη κορυφή του Άθω
εκεί να βρεις καταφύγιο για τους προσκυνητές της κορυφής
και να κοιτάξεις τα έλατα και τις ελιές που είναι πιο λίγα κι από τα σύννεφα
και να κοιτάξεις την εκκλησιά της Μεταμορφώσεως
και να κοιτάξεις το κόσμο που χύνεται κάτω από τις πέτρες στις ρεματιές και στα φυλλώματα της πλαγιάς
να μάθεις
εκκλησιά είναι ο κόσμος όλος κι ιερέας εσύ,
δεν χρειάζεσαι παπά να σε ξορκίσει ούτε νονό να σε βαπτίσει
δεν χρειάζεσαι θεό για να λατρέψεις
ούτε σταυρό να κουβαλάς
κι αν πρέπει κάτι να προσκυνήσεις ξεκίνα από εσένα τον ίδιο
και μην ξεχνάς, να προσκυνάς τον εαυτό σημαίνει να στέκεσαι όρθιος φίλε
να μην γονατίζεις για κανέναν σημαίνει ότι τους σέβεσαι όλους
στη κορυφή του Άθω, στο Άγιον Όρος πάνω, το καταλαβαίνεις κάτι τέτοιο
μακριά από μοναχούς
μακριά από περηφάνια
και πέρα από σεμνότητα
και μείνε εκεί πάνω μέχρι να πεινάσεις
κι ύστερα πάρε το κατήφορο προς τη μονή Διονυσίου
τράβα από το καλντερίμι και φτάσε στην ακρογιαλιά
γιατί όλα τα δάκρυα της κορυφής
σου έχουνε φτιάξει μια θάλασσα
κι η τροφή σου εκεί
time out ρήσεις
VaVou
όχι κάτι σημαντικό αλλά Είναι απλό: Η τηλεόραση δεν αξίζει μία. Είναι πολύ εύκολη στην απόλαυση. Φευγαλέα. Κάτι έχει αξία μόνο όταν κοπιάζεις για αυτό. Ο κόσμος του βιβλίου που διάβασες, είναι τα φτερά της φαντασίας σου π’ ανοίγουν. Μια παρτίδα σκάκι, μια κουβέντα μ’ ένα καλό φίλο, μια σχέση.
Κι ο έρωτας φευγαλέος είναι, όχι σαν τη τηλεόραση, αλλά αξίζει πολύ παραπάνω. Στον έρωτα συμμετέχεις ακόμα και στην απουσία. Αυτή είναι η διαφορά
Ελεύθερη Πυρός Αγορά Ελλάδος (ιερή θεματική δεύτερη)
VaVou
των παπάδων και της τηλεοπτικής εκκλησίας τους
Φτάνοντας στο δρόμο της Δάφνης,
ο δρόμος με τα καταστήματα
ο ζωγράφος μοναχός Ιγνάτιος
ο ζωγράφος μοναχός Ιωάσαφ
ο ζωγράφος μοναχός Ιωαννίκιος
των Ιωασαφαίων όλοι και το κελί του ραβδούχου
η σκήτη του Αγίου Ανδρέα που Σαράι το λένε, η αυλή λέω
Α! Καύλα! Ο τόπος της ρίζας ας φωνάξω! (μα γιατί? αυτό σημαίνει η λέξη καύλα, ο τόπος της ρίζας, η αυλή, έτσι δεν είναι κύριε Γεωργιάδη εκ του ΛΑΟΣ?)
Λέω, όποιος έχει αυλή φυτρώνει!
Φτάνοντας στο δρόμο των Καρυών από το δρόμο των Καρυών
κοιτώντας τη μονή των Ιβήρων απ έξω
το καθολικό και τη φιάλη του αγιασμού από μέσα
το εσωτερικό του καθολικού από μέσα
και το καμπαναριό από πάνω
τη κρήνη στην αυλή από κάτω
το κορμί μυρίζει αλάτι
και το πάθος σου είναι δυόσμος
κι έχει δίκιο ο γλάρος που ξέβρασε ο ουρανός,
ποια μοναξιά έχει την ίδια άνεση που έχει το νυχτολούλουδο με το σκοτάδι?
Φτάνοντας στη μονή Μεγίστης Λαύρας να κοιτάξεις το πύργο του Τσιμισκή από πάνω
το καθολικό και τη φιάλη από μέσα
να μιλήσεις με τους καλόγερους στην αυλή
κυνηγητό να παίξεις με κότες στο προσκυνητάρι της Παναγιάς Οικονόμισσας
και στ’ αρχονταρίκι να κάτσεις και λέξη να μην πεις
όταν με έμφαση σου προτείνουν να πας να προσκυνήσεις το στέμμα του αυτοκράτορα.
Φτάνοντας στο δρόμο της μονής Μεγίστης Λαύρας να τα προσπεράσεις όλα
και να πας μόνο στη βιβλιοθήκη
και να διαβάσεις παρέα με τον Σπυρίδων Καμπανάο
και με τον Παύλο Παυλίδη
και πες τους πατέρες να ησυχάσουν
αλλά κλέψε ένα βιβλίο
και φύγε από κει
και πήγαινε στον ανώνυμο υποδηματοποιό
και κάνε του παρέα διαβάζοντας φωναχτά στίχους κλεμμένους
και μάθε με τι ιδρώτα φτιάχνει κανείς προσευχές στιγμές του ίχνους
και ύστερα κοίτα το χώμα
και πες “Υμών Ανέστη” πέρα στη δραγασιά τσ’ αμπελικιάς και ωδές στον μοναχό τσ’ κρήνης
και γέλα
και σκάψε
και θάψε το βιβλίο που έκλεψες για να φυτρώσει η βιβλιοθήκη της πλάσης
και μετά κάνε μπεεεε, ναι τώρα κάνε μπεε
γιατί είσαι ένας πιστός που κάνει τουρισμό, ιδέα δεν έχεις τι σου λέω
συμπαθής κατά τ άλλα, και ‘γω μαζί, ναι και ‘γω εκ του ποιμνίου- των μαύρων προβάτων ωστόσο
αχ μέχρι να μάθουμε ότι μοναχισμός θεό δεν έχει
κι ότι η μοναξιά για όλους είναι
αχ μέχρι τότε πως θα κομπάζουμε θυμιατά
και εξαπτέρυγα
και εικόνες περιούσιες θ’ αγοράζουμε για 5 αργύρια τη μούρη τ’ αρχιεπισκόπου
ενοίκιο της πίστης μας
περί
του κέντρου την ουσία μας
αμήν
.
(σσσσσ… ακούστε…. ακούγονται βήματα πέρα από την αλήθεια, ακούγονται τα βήματα της καρδιάς μας, ακούτε?)
Κολάζ για “πατριώτες” και παπάδες (ιερή θεματική πρώτη)
Vavou
(για την αρχαία καμμένη Ολυμπία 2007)
Απ’ το άγριο τέλος μιας ύπαρξης που περιστρέφεται γύρω από τις δίχως επαύριο ηδονές, ποια τρομερότερη εικόνα να ευχηθείς από την εικόνα ενός ανθρώπου που τον πρόδωσε το κορμί του και περιμένει πρόσωπο με πρόσωπο μ’ ένα θεό που δε λατρεύει?
Από την εικόνα του υπηρέτη που αφού υπηρέτησε πιστά τη ζωή, γονάτισε στο κενό, απλώνοντας τα χέρια σ’ ένα βουβό ουρανό που ξέρει πως δεν έχει βάθος. Σε εκείνο το ύφος του μέλλοντος που υποφέρει από ειδικούς, στον αργόσυρτο χλευασμό του, ένας φανατισμός σοβαρεύει
η πολύωρη πατρίδα
η αμαρτωλή εκκλησία
η πώρωση
τόσο κουραστικό
τόσο εξωφρενικά ευνουχισμένο πνεύμα
ακατάλληλο για Έλληνες
παρά για ιστορικούς χούλιγκανς
“πατριώτες” μόλις που κοινοβουλεύτηκαν
στο της Ελλάδας περισσότερο κακό παρά καλό να κάνουν
οι παπάδες των παραθύρων
κι οι φασίστες του λαού
οι Λαϊκοί Ορθοκωλομπρούμυτοι Συνεπαρμένοι
Να τους θυμήσουμε μόνο τρεις χρονολογίες
Δεληγιάννης 1897
Μεγάλη Ιδέα 1922
Επανάσταση Συνταγματαρχών 1974
Για Να κάτσουν λίγο και να σκεφτούν πως
ετούτος ο τόπος ο ρημαδιασμένος
όποτε πληγώθηκε θανάσιμα,
το μαχαίρι,
οι ευπατρίδες πρώτοι του έμπηξαν
στη καρδιά
στην αγκαλιά
για το δρόμο του ελέους τραβώντας
όλοι μας
με τις ευλογίες της “εκκλησίας”
έσω σκέπη
VaVou
υποθέτω στον “σκεπτόμενο” του Ροντέν
τώρα έχουν κλείσει τα φώτα δε μπορείς να τον δεις
παρά μονάχα ν’ ακούσεις την αίσθηση του Ύπνου του
Κοιμάται,
αλλά αν είχες την ευκαιρία να τριγυρίσεις μέσα στη φωτεινή του σιωπή
θα μπορούσες να συλλάβεις τη φτερωτή οσμή μιας λεπτής αισθητικής
τοποθετημένος στη πιο ήσυχη περιοχή
λόγων που έπονται με τρυφερότητα αιδοίων
τοποθετημένος σαν προσευχή ανάμεσα στα αντικείμενα ενός δωματίου
κι αν δεν υπάρχει πιο ιερό πράγμα
από το να κοιτάς έναν άνθρωπο σκυμμένο πάνω από ένα βιβλίο
κι όλα εκείνα τα μολύβια π’ αφήνουν τα ίχνη τους στο χαρτί
ανέμελος αγριόγατος στο χιόνι το πέρασμα της απουσίας του
όταν κάθε άνθρωπος που κοιμάται μοιάζει παιδί
χαλαρωμένος με παραίτηση
παρατημένος χωρίς ζωή, ένας νεκρός θεός γαλήνιος
σκόρπιος ήλιος σαν επίφαση
δολιχοκέφαλος κι ασπόνδυλος παράξενος φίλος
αιώνια ζέση που συναντάει δαντελωτές χτένες χρωμάτων
επαρχιακός σαν φθινοπωρινή βροχή πίσω από τις κουρτίνες του
και όμορφος σαν βρεγμένο χώμα που δεν παραπονέθηκε ποτέ για τίποτα
ιππαστί σε καρέκλα
ο χρόνος ο λιγότερο γερασμένος
σκυμμένος πάνω από ένα βιβλίο
πρώτη αίσθηση δροσιάς
ένας σκεπτόμενος άνθρωπος
ένας υπέροχος άνθρωπος
πιο φωτεινός από τη λάμπα
και φωβικός με άνεση
σαν τον ουρανό του Μανέ και σαν τα αιδοία του Schielle
σαν να στέκεται λυρικό θέατρο σε ορειχάλκινο βάθρο
ένα τραγούδι που επιστρέφει τον εαυτό του σαν ψίθυρο
στη μαυροντυμένη κυρία της παραπλάνησης
αφοσιωμένος μαζί της σαν οικιακή έγνοια που δεν αρνήθηκε ποτέ την ηδονή
ούτε όμως και τα όνειρα
σκεπτόμενος σαν άνθρωπος που βυθίζεται
αστέρι που ζήλεψε σε μάκρη πάγου
χάνεται στην ευγένεια του αηδονιού
γνώση σαν όνειρο με ανοιχτά τα μάτια
άνθρωποι όπως ξυπνάνε γενιές αργότερα
ανακαλύπτοντας λεηλατημένα τα ίχνη εκείνου του αγριόγατου
σε κάνει ν’ αναρωτιέσαι:
Άραγε θα ξημερώσει ετούτη η νύχτα?
Προαπαιτούμενα για τη δημιουργία νεκρών κόσμων
VaVou
πολύ καιρό σ’ ένα τρένο,
Ένας ανυποψίαστος γέρος
στο ιδιόκλιτο modus των βαγονιών του
έβλεπε βάρη να φορτώνονται
στο μυαλό του εγγονού του:
“Η Βαρύτητα μικρέ μου!”, τον ησύχαζε
Την ίδια στιγμή στην άλλη πλευρά της γης
ένας ευτυχισμένος δήμιος
τραβούσε με προθυμία ένα κορδόνι
μικροκοσπικά “συμβαίνεις”
Vavou
Μερικοί άνθρωποι δεν μπόρεσαν ποτέ τους να καταλάβουν
τι γλυκιά ευτυχία που είναι να
κουβαλάει κάποιος πάνω στα μαλλιά του
μικρά μελόξανθα ελατήρια.
Όταν τον κοιτάζουμε
η ευτυχία μας είναι ένας εραστής της ανθρωπότητας
θνησιγενής σαν αδυναμία
στη μορφή κάποιου ακίνδυνου παιχνιδιού
που όσο το κοιτάζεις
συνειδητοποιείς
πόσο(?)- μικροσκοπικά
συμβαίνεις,
συμβαίνεις,
συμβαίνεις,
συμβαίνεις,
συμβαίνεις,
συμβαίνεις,
συμβαίνεις,
συμβαίνεις,
συμβαίνεις,
συμβαίνεις,
συμβαίνεις,
συμβαίνεις,
συμβαίνεις,
συμβαίνεις,
συμβαίνεις,
συμβαίνεις,
συμβαίνεις,
συμβαίνεις,
συμβαίνεις,
συμβαίνεις,
συμβαίνεις,
συμβαίνεις,
συμβαίνεις,
συμβαίνεις,
συμβαίνεις,
συμβαίνεις,
συμβαίνεις,
συμβαίνεις,
συμβαίνεις,
συμβαίνεις,
συμβαίνεις
….όσο εμμονή των ματιών
υπάρχει
το τριζόνι
VaVou
Μακρυά χυμένη σαν ηλιόλουστη μέθοδος
γλείφει τη ζωή σαν ζάχαρη από κριθάρι
σα να τη διαμορφώνει
σα να την ακονίζει
όπως ψάχνει κανείς τη λέξη
την οριστική φράση
αυτή που συμπεραίνει
αυτή που σταματά
κι ότι στα μάτια ματιά μας χρωματίζει
στην ερημιά
τριζόνι μόνο του το βράδυ
ο ποιητής
Ξένιος Ερωτικός
VaVou
Αυτό που περιορίζει το χώρο είναι ο χρόνος
Ονειρευόταν σύμβολα από γέφυρες
έπιανε το μαγικό του τόξο κι έριχνε βέλη
βέλη ποτισμένα στις άκρες με λέξεις
αυτό εξηγούσε γιατί οι σαΐτες τσίριζαν
αυτό εξηγούσε γιατί κάποιοι ούρλιαζαν
“περιόριζαν το σμίξιμο με μονόδρομους κανόνες ευτυχίας”
όσοι αγάπη αρνήθηκαν σε άνετο καναπέ
κι ύστερα σε κρεβάτι ρίχτηκαν για να μυρίσει το κορμί αλήθεια
Κι ανυποψίαστος σαν πελάτης
ένιωθε γέλιο στο γέλιο της
και σάλιο στη μήτρα της
κι ιδρώτας στον ιδρώτα της
και γάλα στα στήθια της
και άνεμος ψιθυρίζοντων τριβών
στο βήμα του βράχου
το κέντημα της προσευχής απλώνοντας
χαμογελώντας σύννεφα
-Πατέρα, ότι εσυ που μελωδίες μας τραγουδάς
τον ερωτικό επισφαλή για την ευλογία των φτωχών
λάγνου άγγελο στον έκπτωτο ουράνιο μια νύχτα για πάντα
ζωή, ξερατό και θάνατος
κι ενοικιαζόμενο σαν τροχόσπιτο σώμα
εύθραυστο σαν ροδοπέταλο
από λήθαργο βαθύ αναδυόμενο
την αυτή πίσω κατά λέξη αυγή
όπως κεραυνού το βίωμα
σαν συρταρωτό ξεμάτιασμα
να τι το σπέρμα λέει:
“Νιώθω την ανάσα να καίει παλμούς χρόνους, γνωρίζω . Προσπάθησα να σε καταλάβω χωρίς επιτυχία, προκειμένου να τελειώνουμε μια ώρα αρχύτερα. Όχι μόνο γιατί σε ερωτεύθηκα αλλά κυρίως γιατί μέσα από τη διαδικασία μας απέδειξα στον εαυτό μου ότι ο έρωτας δεν έχει συμβάσεις: Μπορώ άνετα να ερωτευθώ μια πουτάνα”
Ελεύθερη Πτώση
Vavou
του Μάριου
Ήρεμοι κι απαλοί όπως μια προσευχή αρχίζει
της Πολικής Νύχτας εραστές αστέρια και τρυφερότητα
στη γεύση αχνιστού καφέ που χορεύει πρωί νυσταγμένου βλέφαρα
Solus Ipse του Saint Pedro στην έρημο
η σιωπή του Steiner
οι παύσεις του de Baure
η περιπλάνηση του Rembaue
η αδιαφορία του Yaspers
Στο γλυκοφθόρο ήχο της jazz μετά τη πληγή της αγάπης
στον επόμενο δρόμο μιας λυτρωτικής σταύρωσης
όταν οι άνθρωποι θα συναντιούνται μέσα σ’ ένα πιάτο γεμάτο κοχύλια
κι η σούπα θα ‘ναι ο αλμυρός κομπάρσος του σάλιου
και το κουτάλι κουπί για να ταξιδεύει το φαΐ στις θαλάσσιες γαίες
στη δυνατότητα εκείνη που κάνει τη πορσελάνη νοσταλγία
και τη μελαγχολία απλωμένο σα φακή μέλι σε μια παραλία
όταν έλξης χάδια των φιλιών τα όνειρα νεότερα
κι imango mundi σαν σιωπηλή οικειότητα
για να πατάμε γερά βήματα πάνω από κάθε τρέλα
Κι αν όταν κάποτε ψάχνοντας όρεων άνθη
κάποιος άλλος ριχνόταν σε γκρεμούς
από ψηλά κοιτώντας την παρέλαση των Μαινάδων να γιγαντώνεται
όπως ο αμάραντος και το κρασί
καρποί και το ερωτικό μεθύσι
πάνω στα στήθια ανασαίνοντας ευτυχισμένο παγώνι
με την ουρά βεντάλια- φλαπ στα χρώματα
για κερασένια χείλι καμαρώνοντας και πιάσε τη καρδιά του να δεις πως χτυπά
για τη βαστάζουσα κόμη των ηδονών που αποκάλυπτε τη γύμνια του λαιμού
λίγο πριν με το χώμα συγκρουστεί
ιδού ένας άγγελος, πες και σφύρα κάτι εύθυμο