3,14Νεύσις
Έρωτας + ΤέχνηΑρχείο για Οκτωβρίου, 2007
Ύμνος του Κακού
VaVou
“All bad poetry springs from genuine feeling.”
Oscar Wilde
(σημείωση για τους μεταφραστές: τα ξενόγλωσσα μέρη του κειμένου πρέπει να αναγράφονται στα ελληνικά στο μεταφρασμένο κείμενο)
α) Ο σεληνογράφος
Μικρό παιδάκι ακόμη κι έφτιαχνα χάρτες του φεγγαριού. Συνήθιζα ν’ αποκοιμιέμαι μέσα σε φυσαλίδες ονείρων και ν ‘ ανεβαίνω ψηλά στη καταχνιά ιριδίζοντων οράσεων, να κοιτώ μέσα από μυρωδάτες διαφάνειες τους ήχους της γης και να μαντεύω τις διαθέσεις του κόσμου που έβραζε, που με σήκωνε ψηλά, που με έσπρωχνε κοντά της .
Κάθε σούρουπο περίμενα πως και τι τον ερχομό της ωραίας μου κυρίας, σήκωνα το βλέμμα και την συναντούσα στην ευθεία που μου ζητούσε . Όταν το παιδικό στρώμα με αγκάλιαζε βυθιζόμουν μέσα στον ήχο της μουσικής και γινόμουν ήρωας. Αναδυόμουν μέσα από ένα σώμα πιο ευγενικό από εκείνο του παιδιού κι ήμουν έτοιμος να διακινδυνεύσω την παιδική μου υπόσταση. Μια όμορφη γυναίκα που κινδύνευε κι ήμουν εκεί για να τη σώσω. Ένας δράκος πίσω από ένα βράχο κι ήμουν εκεί για να περάσω από μπροστά του. Ένας παππούς που έκλαιγε με λυγμούς κι ήμουν εκεί για να του προσφέρω φλαμουριές και καραμέλες, να τον παρηγορήσω.
Όταν ήμουνα μικρό , έφτιαχνα χάρτες για το φεγγάρι. Περίμενα έξω στη βεράντα με τις τριανταφυλλιές το σούρουπο να έρθει να φανερώσει τη φύση της καρδιάς μου και πάντα κρατούσα ένα μπαλόνι γεμισμένο με ήλιο και μόνο όταν εκείνη έβγαινε το άφηνα ελεύθερο να πετάξει. Ήμουν του απομεσήμερου χειριστής μπαλονιού κι ένιωθα υπεύθυνος για όλα τα ψηλαφίσματα της φαντασίας. Γιατί απ’ όλες τις ώρες της ημέρας το απόγευμα ήταν η ομορφότερη στιγμή της τρυφερής ύπαρξης. Κι όταν νωρίς ήταν πρωί τις δροσιάς στάλες πάνω στα φύλλα γαρδένιας κοίταζα κι έβλεπα μέσα τους κρατήρες. Κι όταν μεσημέρι κιόλας ήταν πήγαινα πάνω από το κέικ που είχε σχήμα τρύπιας δεκάρας που σερβίριζε η μητέρα στο ασημένιο ταψί, το ψυχρό μέταλλο μου τραγουδούσε,κοίταζα στο κέντρο του γλυκού και το ‘βλεπα ξανά, ολοστρόγγυλο, χαμογελαστό, ασημένιο, το δικό μου φεγγάρι. Έτσι, όταν ήμουνα παιδί, μέσα από γλυκά και λουλούδια έβλεπα τη γη να ανατέλλει.
Μικρό σαν ήμουν, πρωί είτε μεσημέρι όνειρα του απογεύματος και τίποτα άλλο, οι ασήμαντες λεπτομέρειες μιας παιδικής ευχής στις νεράιδες και βράδυ για μένα δεν υπήρχε παρά μονάχα κάθε φορά που σφάλιζα τα μάτια νύχτωνε. Μικρός δεν ήμουν κάτι σπουδαίο, να φτιάχνω χάρτες του φεγγαριού ήθελα και να ευχαριστιέμαι απλά, να υπάρχω.
β) Η ζύμωση
Μικρό παιδί όταν ήμουν είχα ήδη διαμορφώσει το περιβάλλον της ευφυίας μου. Δεν χρειαζόμουν τους ανθρώπους να με εμπνέουν, να με γεμίζουν, να με κινούν. Οι πειρασμοί της σιωπής, μου ήταν αδιάφοροι κι όλοι εσείς περιττοί, κίβδηλοι, επιρρεπείς του θαυμασμού για τα μεγάλα έργα, πρόστυχοι σαν πίθηκοι που υποκρίνονται τους πολιτισμένους κυρίους, τους οργανωμένους πολίτες. Οι ευνομούμενες πολιτείες σας δεν ήταν παρά ένα αστείο που με διασκέδαζε για την εμμονή στη τάξη, την στειρότητα και τη μικροψυχία. Η αναμονή μιας κακόγουστης φάρσας ήταν η διαμονή σας στην ανθρωπιά.
Όχι, όταν ήμουνα μικρός, έφτιαχνα χάρτες κι η αφοσίωσή μου ήταν η αρχή . Επί τω πρώτο μου σκοπώ πως να-σαν να Γεννήθηκα ποίηση κι Ελλάδα καημό να πω, γιατί αν και σ΄αυτό το τόπο γεννήθηκε ο ποιητής, ακόμα δε γεννήθηκε ο γεννημένος ποιητής παρά μονάχα παρολίγον ένας, που αν και ποτέ δεν έγραψε μια ρίμα της προκοπής, έζησε σαν ποιητής, ερωτεύθηκε σαν ποιητής και πέθανε σαν λογιστής που διαμαρτύρεται στο πατέρα του. Ο ποιητής δεν διαφεντεύει την εικόνα του, δεν σκέφτεται τις μεταφράσεις, ποτέ δεν αγνοεί και σε τίποτα δεν πιστεύει. Ο ποιητής είναι το κινούν του κόσμου και ο πραγματικός εσταυρωμένος. Οι χριστοί , οι Δίες, οι Βούδες, οι Αλλάχ, οι Όσιρις και τα χίλια μύρια όσα ήταν πάντα τα αηδιαστικά ψέμματα ενός ψέματος δίχως ευδαιμονία. Το λέγω και θα το ξαναπώ πολλάκις: η Πρέβεζα είναι ο ποιητής κι όχι ο Καρυωτάκης
Όταν ήμουνα μικρός, γεννήθηκα για να συναντηθώ με τους λίγους πραγματικούς ποιητές, όλοι εμείς γεννηθήκαμε για να χλευάζουμε τη νοοτροπία σας,τις συνήθειες σας, την ηθική σας, τις γυναίκες σας, τα γηρατειά σας, τα βραβεία σας, τους μισθούς σας, τους αναρχικούς και τους φασίστες σας. Γεννήθηκα για ν’ αποκαλυφτώ, γεννηθήκατε για να φοβάστε.Γεννηθήκαμε για να φυτρώνουμε στα πιο άγονα μέρη, γεννηθήκατε για να ζείτε σε αγέλες. Πέρα από όλα τα τουριστικά σας έθιμα, η γιορτή σας είμαι εγώ, χρόνος ιερός, η απαγόρευση όλων των απαγορεύσεων.
Πως δεν ανήκουμε στην ιστορία που φτιάχνετε με ρόπαλα υποτέλεια και μόδα να μάθετε, εμείς γεννηθήκαμε για την ηδονή, τη γνώση και το θάνατο. Σείς γεννηθήκατε για να γίνεστε στρυφνότεροι κύψαντες όσο γερνάτε, γεννηθήκατε καλοί στα πλούτη και σκληροί στη φτώχεια, γεννηθήκατε για να εξουσιάζετε και να εξουσιάζεστε. Γεννηθήκατε με τάξη για τις τάξεις. Μεις γεννηθήκαμε ελεύθεροι. Τις εφαρμογές και τις πράξεις να τις βάλετε στο θεό που ξέρετε.
Ένας διεστραμμένος αριστοκράτης είναι λιγότερο γοητευτικός από εμένα και κακός ποτέ δεν θα πω πως είμαι. Βαθιά στο πόνο η σύγχυση βουλιάζει μια τέχνη που δεν θα αγοράσει ποτέ κανείς
Κι Όταν ήμουνα παιδί, έφτιαχνα χάρτες για το φεγγάρι κι όλο το σύμπαν χώραγε στο σπέρμα μου, κι ακόμα η ευτυχία μου, από σας δεν εξαρτήθηκε ποτέ.
γ) Άχθος Αρούρης
Τ΄αγαπημένο παιδί ποιανού κακού ? Είμαι “τρόπους στην όσμηση να ζωηρεύω”, τρόπους στην άρνηση άλλο δεν είμαι από τρόπους των άλλων. Χρόνια όπως έτρεχα στα σάλια του εαυτού μου και στη λαγνεία των χριστιανών ολίγων, τις πράξεις των άλλων καθιερώνοντας χαρμόσυνα πια, μα εξήγηση υπάρχει: πέρα από κακό λέξεις . Κι ήταν αυτό που έτεινε φλυαρία στον εαυτό πράττοντας τέχνη, η εξουσία μου να είναι μια παράδοση αιρετικής ρίζας. Πως ναι η εξουσία μου απόλαυση λέγεται
Δυο πιτσιρίκια, άντρες γυναίκες και σημασία δεν έχει. Μικρά παιδιά η εκδίκηση των άλλων στην εκδίκηση του εαυτού το παιδί μέσα- χαιρέκακος υμνώ “ελάτε φίλοι !”
Εκείνες οι γυναίκες θα είχαν φράξει δίχως άλλο τη λησμονιά τους με ιερές σιδερένιες παρθένες. Ήταν ο τρόπος να παλεύει κανείς με πάθη χωρίς ενοχές. Ήταν ο τρόπος να θέλει κανείς χρόνο κοσμικό σε χρόνο ιερό, την εργασία σε γιορτή απαγόρευσης όλων των απαγορεύσεων- η γιορτή της θυσίας κι η γιορτή του φόνου. Κι ύστερα όλες οι επιστροφές καλοδεχούμενες, να διώχναμε το θάνατο με τολμηρούς αιδοιόφοβους σολομούς. Δεν ξέρεις τι σημαίνει να είσαι ένας άνθρωπος της διέγερσης, χωρίς προσδοκία για το μέλλον, χωρίς επίγνωση. Όλα τα παλιά θεωρήματα κατέρρευσαν. Μόνο τρελός, μονάχα ποιητής!
Κι ύστερα έρχονταν Γαλάτες δρυΐδες και μάγοι, κέλτικα αγρίμια να γελάσουν μαζί μου. Ήταν ένα διαμαντένιο πέπλο ευτυχίας που φορούσα κι είχε το σχήμα κωνικού καπέλου. Τα ρούχα μου ήταν κατάμαυρα και το καπέλο πολύχρωμο με κλωνάρια που ‘χαν στις άκρες καμπανάκια για να ειδοποιούν στο πλήθος τη παρουσία μου και κάποιος φώναξε:” Έρχεται ο εραστής του άμαχου πληθυσμού”. Ήμουν ο γελωτοποιός του πλήθους κι ρήξη στη γνωριμία μας. Δεν είχες άλλη επιλογή, αρχικά θα με αντιπαθούσες, η ψυχή μου καιγόταν στη τάφρο του περίγελου.
Ήταν ένα διαμαντένιο πέπλο ευτυχίας και φορούσα το καπέλο του ζογκλέρ και πάντα ο κάβαλος του παντελονιού μου ήταν φουσκωμένος από μυστήρια. Η δράση που λάτρευε ο μικρός παλμός μας ήταν η επιστροφή της φωτιάς. Το διαστασιακό όλων των αισθήσεων ήταν η σημασία του να είσαι γέρος στην επαφή με την τρυφερή σάρκα. Η σημασία του να είσαι ευφυής μέσα σ’ ένα πλήθος ηλιθίων ή ηλίθιος μέσα σ’ ένα βαθύνου τσίρκο. Μαθαίναμε τότε πως η διαστροφή δεν έγκειται στην πράξη της διαστροφής. Να το θεώρημα της μεγιστοποίησης. Η απόδοση της σιωπής με λέξεις. Κι όταν ένας τυχάρπαστος αδαής ερχόταν κι σ’ έπαιρνε να φύγετε, γελούσα με την ανημποριά του παρόντος ν αλλάξει το παρελθόν. Εγώ ήμουν η στιγμή, εγώ ήμουν η αιχμή της ζωής κι εσύ κάτι παράταιρο , ένα μουσείο να επισκέπτομαι άχρηστους πάγους.
Δεν παρωδώ την ηθική. Το κακό σαν ποιητής υμνώ και τίποτα δεν είμαι.
Κι έρχεται εκείνη η στιγμή που απολογείται κανείς για τους άλλους απέναντι στ’ αρχαίο τοίχωμα του Άδη που ήθελε το λιτό παιδί των ανθρώπων και των θεών αγκιστρωμένη γενναιότητα ενός χαφιέ που δεν πρόδωσε ποτέ τη σύγχρονη κόλαση. Υποταγμένος στην ανυπακοή των αισθήσεων, τον Εωσφόρο αθώο να βλέπεις, τόσο κακός να είσαι, την κόλαση να αποστρέφεσαι, τόσο κακός να είσαι, τον παράδεισο να συμπαθείς, πιο κακός απ το κακό να είσαι. Αμέτοχος. Τέτοια στιγμή απώλεσε, τόσο κακό, εγώ.
Η πρώτη του Άχθος Αρούρης ήρθε. Οι παλιοί δάσκαλοι δεν μας άφησαν χώρο στη δόξα του αινίγματος. Κάθισαν στο θρόνο του σημαντικού σαν να ήταν παντοτινοί. Κι ιδού ο γελωτοποιός του πλήθους να κάνει θαύματα στους κατ΄επίφαση άρχοντες, να βρίσκει τη θέση του στο ψέμα, στην ηδονή, στην άρνηση, στη βωμολοχία, στη νεκροφιλία, στη κοπρολαγνεία, στο όραμα μιας γιγαντιαίας παρτούζας στη λάσπη, στα γουρούνια, στο πένθος, στη βοή, στη κραυγή του γέλιου που σφραγίζει το σοκ των κυρίαρχων “πρακτικά της επιτυχίας”- μια νέα διάσταση στις πυξίδες του Αμήν
Κι έλεγα: εδώ είμαι? Ήταν λάθος να πιστεύω σ’ ένα πάθος που δεν θα μ’ έκανε ποτέ να χαθώ. Έλεγα στον εαυτό μου, εδώ είμαι κολασμένε πανδοχέα,, έλα να με πάρεις, κι έξω νύχτωνε. Ήμουν το πανδοχείο της παραροής και μέσα μου συνέβαιναν όλα.
Εγώ με την τρέλα ουδεμία σχέση είχα. Δεν είχα ανάγκη από ιδρύματα, φάρμακα και συμβουλές. Δεν είχα ανάγκη να ελέγξω την ευτυχία μου. Ο εαυτός μου βρισκόταν πάντα καθαρός στο ανεξέλεγκτο κι η ελευθερία μου ήταν πάντα η ντροπή τους, μια απειλή. Μπορούσες να με αφήσεις στη μέση μιας λεωφόρου και εγώ άρχιζα να πηδώ πάνω στα μποτιλιαρισμένα αμάξια, από νούφαρο σε νούφαρο στην ηδονή μιας κρυστάλλινης ονειρολίμνης. Μπορούσες να με δεις να σου έρχομαι γεμάτος γοητεία και άρνηση, ήθελα να σε γαμήσω, να σε κλέψω, να σε βεβηλώσω. Ήθελα να σε μάθω την αγάπη, να είσαι χωρίς να περιμένεις πίσω. Να σε γαμάει ένας άσχημος, να σε κλέβει ένας μεγαλοφυής, να σε βεβηλώνει ένας κακός και συ να αγαπάς. Δια το αγαθόν ήμουν απλά το πρόσωπο της Τέχνης και πάντα έστρεφα το θαρραλέο σας κορμί στη δειλία της επιστήμης. Η ιδιοφυΐα μου ήταν πάντα η αμυγδαλή μου. Πάντα ανθισμένη. Πάντα Άνοιξη. Η καιόμενη βάτος μου
Ένα ποτήρι νερό κι ένα ποτήρι κρασί δεν ήταν ποτέ οι διαθέσεις μου. Εκείνος που μου συστήθηκε σαν Διόνυσος έγινε αμέσως φίλος μου. Όχι, ζητούσαμε ένα κόσμο γεμάτο απογοητεύσεις γιατί η ευτυχία μας ήταν πιο δυνατή από την σέκτα σας. Όχι, ένα ποτήρι νερό κι ένα ποτήρι κρασί δεν ήταν ποτέ οι διαθέσεις μου. Ο δημιουργός ποτέ δεν νιώθει θλίψη, αυτό ποτέ δεν φαίνεται στα μάτια σας.
Κι έλεγα: εαυτέ πάψε να είσαι τσαρλατάνος των άλλων, πάψε να είσαι η εικόνα που θέλουν. Γίνε ο γελωτοποιός του εαυτού σου, ήρθε η μάχη, ήρθαν τα βάσανα. Η δική μου ανάσταση ήταν η κόλαση των άλλων. Και δεν είναι τόσο άσχημα στη κόλαση. Πιστέψτε με. Ποτέ δεν ήταν
δ) Οργάνωση της Χυδαιότητας-η δοκιμασία
Δεν μπορείς να κλέψεις ένα φιλί κάτω από το νερό. Αλλά όταν ήμουν σε εκείνο το σπίτι συντροφιά με την ιερά εξέταση ήμουν κατηγορούμενος 80%. Ο αρχιερέας, ένας χοντρός τροβαδούρος, κληρονόμος της κοινής γραφής των επαναστατημένων Κάουτσκι, με κοίταζε ο αναθεματισμένος με φθόνο και θαυμασμό, με δέος και ανακούφιση
Φθόνος-ποιητή στη πυρά, καίγοντας σε σ’ αποδέχομαι
Θαυμασμός- ο πόνος που σου έδωκα πιο πολύς από τον φθόνο που σου έχω
Δέος- εσύ είσαι το αίνιγμα
Ανακούφιση-Εξόριστη Εσύ Σφίγγα, η Θήβα ξανά δικιά μου είναι!
Στο δικαστήριο Το χέρι του είχε υψωθεί μέχρι τον ουράνιο πατέρα του κι ο βαρύτιμος πολυέλαιος κλίνης δάκρυζε φως από την οροφή. Είχα βουλιάξει στο καναπέ σε μια επιφάνεια διάλυσης κι η καρδιά μου ριγούσε εγκατάλειψη. Κοίταζα έναν ποιητή που κοίταζε έξω από το σταυρωτό παράθυρο την αμηχανία των περαστικών σωμάτων. Ένας ροπαλοφόρος κόλακας περιέφερε τους μύες του σαν απειλή ανακριτικών πιέσεων επικυρώνοντας τη θέση του ανάμεσα μας. “Πες μας ξανά πως έγιναν τα πράγματα” είπε ο δεύτερος στην ιεραρχία δικαστής κι ήταν σαν να ούρλιαζε παραμορφωμένους φθόγγους πάνω στην ντροπή των οφειλών μας.
Φώναξα: “Δεν πιστεύω στους νόμους των θεών-Δεν λυγάω στους νόμους της φύσης”
Κι είπαν κάμψτε τον κάψ’ τε τον αιρετικός Αρούρης
Κι είπα: “Δεν πεθαίνει ο τρωκτικός αέρας”
Κάπως έτσι άρχισαν οι δεήσεις στη νηνεμία
και κάπως έτσι άρχιζε το θαύμα του κακού,
μ ένα γυμνό νέο έξω από ένα φωτογραφικό θάλαμο τσαλακωμένων χρωμάτων
στον υπόγειο, κάτω από τη γη και πάνω από τα τρένα
πάνω σε λευκό σεντόνι όπως καθόταν γονυπετής
κι είχε φαλλό με σπάγκο δεμένο σε κάποιο φανταστικό χαρταετό
τα χέρια στο πλήθος απλωμένα
το πρόσωπό του αλειμμένο με σκατά
και πλήθος περνούσε πάνω κάτω, τον κοίταγε με αηδία έφτυνε,
κι έτρεχε να φύγει από εκεί σαν ασυγκίνητη συναγωγή
του “στριμωγμένους” ο αθώος σε τρύπα χωρίς κλειδί
πίσω από σκατένιο κόκκινο πρόσωπο
με αίμα φουσκωμένο από ντροπή,
πρόσωπο εγκλωβισμένο στην αναγούλα της δυσωδίας λιωμένου περιττώματος
γιατί δεν υπήρχε η ανάγκη για έσχατη τροφή στην ανάγκη ενός οράματος
πλην μιας εκ βιασμένης της τέχνης υποψία
η υπενθύμιση ότι ερημίτης κατάργηση της γλώσσας σημαίνει
σ’ ένα βράχου κάτω θρόνο από ύμνο πανσέληνο
χωρίς αμφιβολίες για ψέμα ή αλήθεια
δίχως δεύτερη αλαλαγμών βοή στο λάθος
…κι έξω γλυκοχάραζε φεγγάρι που κρυβόταν στο φως της αυγής αλλά στο βάθος ενός τοίχου μεγάλα κόκκινα γράμματα έγραφαν : η τέλεια ζωή είναι το τέλος της τέχνης
ε)Γλυκός Έρωτας- L’ Illusionist a
Παραπλανούσα τις κολασμένες στιγμές με φρούδες ελπίδες. Πέρα από τη μοναξιά η μοναχικότητά . Φαντάσου ένα κόσμο γεμάτο υποσχέσεις που επαληθεύονται. Χρώμα χωρίς αναστάτωση. Ήταν περιπλάνηση. Κι ήμουν εκεί να τους ακούω. Με ονόμαζαν άστατο, συγκεχυμένο. Μου έλεγαν πως η λέξη αγάπη είναι μια άψυχη λέξη κι εγώ τους απαντούσα πως αυτό δεν είναι αρκετό για να αποδείξει την ανυπαρξία της.
Υπήρχε ένα παλιό καφενείο που λεγόταν αγάπη κι εκεί μέσα όλοι αγκαλιάζονταν και φορούσαν καπέλα. Σε πρωτοείδα κοιτώντας μια παλιά φωτογραφία του 10′ σε ένα τοίχο του. Σκέφτηκα ότι ίσως να είχαν δίκιο, δεν θα σε συναντούσα ποτέ γιατί είχες πεθάνει και το έβρισκα κάπως χαριτωμένο σαν μακάβριο παιδικό αστείο. Κάθε μέρα ήμουν κάτω απ’ το φουστάνι σου, μόνος σ’ ένα τραπέζι κι έπινα αψέντι. Προσπαθούσα να συμβώ στην εικόνα που φανταζόμουν ότι οι άλλοι είχαν για εμένα όσο πιο επιτηδευμένα γινόταν. Έτσι σ’ ένιωθα κοντά μου. Ήμουν εσύ εκατό φορές πιο πάνω από την πραγματικότητα, γιγαντωμένος σε προτομή μιας εποχής πριν από πόλεμο, ήμουν κοντά σου.
Ένιωθα ευτυχισμένος.
Κι ύστερα, καθόμουν σ’ εκείνο το καφενείο της αγάπης και σκεφτόμουν το Μοντιλιάνι άφραγκο, ρακένδυτο, μεγάλο καλλιτέχνη σ’ ένα μικρό Παρίσι, κι ήθελα να σε ρωτήσω αν θ’ αγόραζες ποτέ καμβά από έναν άνθρωπο χωρίς μύθο. Κι ήθελα να ξέρω αν άλλαζε κάτι μέσα μου σαν απαντούσες όχι. Αν ήσουν εγώ στην εποχή μου, θα τον αγόραζες σίγουρα, θα έδινες όσο όσο, τώρα υπάρχει μύθος, τώρα υπάρχει επίδειξη, τώρα υπάρχει απαίτηση, τώρα υπάρχει ο νεκρός. Αλλά αν κάτσεις σ’ ένα μισοξεχασμένο καταγώγι, σε μια τρώγλη που κατ’ επίφαση ονομάζεις δωμάτιο, δοκίμασε να κάνεις τέχνη σ’ ένα παράδεισο χτισμένο από ελλείψεις. Η ομορφιά ήθελα να σου πω, είναι το ιδεώδες της τέχνης. Στον πραγματικό κόσμο δεν υπάρχει. Οι άλλοι ζουν το όνειρο της τέχνης. Κι αυτό είναι το αισιόδοξο με τη τέχνη, που κάνει τους άλλους να ονειρεύονται ένα κόσμο που δεν υπάρχει. Που κάνει να ονειρεύονται την ομορφιά.
Κι έτσι αγάπη μου, κάθε βράδυ επέστρεφα στον εαυτό μου πιο μόνος από ποτέ. Κρατούσα λογαριασμό τις υποσχέσεις που δίνουν οι εξωτικές κατοικίες καλλυντικών στα δέρμα της εύπιστης γυναίκας. Κι όταν κάπου κάπου ονειρευόμουν μια ελεύθερη πολιτεία χωρίς αναστολές στο έγκλημα, οι φυλακές άνοιγαν το στόμα τους. Ο φόνος ήταν μια αποκοπή, μια διάλυση, ο φόνος ποτέ δεν ήταν φόνος όπως το κακό πιο κάτω απ’ το κακό είναι, έτσι και εγώ ήμουν σοβαρός πιο πάνω απ’ το παιχνίδι . Η μόνη μου παρηγοριά μέσα σε εκείνο το στυγερό αίσθημα μοναξιάς ήταν ένα συναίσθημα ευγένειας. Ένα θερμό φιλί που πάντα μ’ αγκάλιαζε από μέσα, ένα μυστικό ψάρι, κι ήμουν ο βυθός. Κι ήταν βράδυ Κυριακής όταν σε είδα μόνη στην μέση ενός πάγκου να με κοιτάς με τις άκρες των ματιών.
Με μια στάση επανάληψης μου είχες συστηθεί σαν παλιά αναστημένη εικόνα της γραφής. Σιωπηλή, χέρια διπλωμένα επάνω στον πάγκο, γυάλιζες στ’ ημίφως κι εγώ βυθιζόμουν μέσα σ’ ένα μπούστο γεμάτο βαθιές καμπύλες. Δεν υπήρχε λόγος να έρθω να σου πω ότι σε ξέρω. Ούτως ή άλλως ήσουν νεκρή.
Κι όλα τα άγρια όνειρα καθαιρέθηκαν απ’ τη δροσιά τους
για ώρα στα μάτια με μάτια σαν κοιτάζονταν
το σχήμα της ψυχής σαν πρόσωπο ήρθε κι ήξερε
σαν αύριο πεθάνει αν θα τον συναντούσε
όποια σάρκα δεν θα τον έκρυβε παρά για ώρα στα χείλη με χείλη να φιλιόνταν
στο σχήμα της γεύσης που ωσάν χρόνος σελίδα εγύρισε να ξερε
σαν αύριο αν θα τον συναντούσε όποιο φιλί γεννήθηκε στη λιτανεία των γέρων
σε μια ξένη πόλη πάλι σαν ώρα αυτί με αυτί να ακούεται
σχήμα του ήχου σαν ψίθυρος από κοχύλι
για να ξέβρεις σαν νέος εψές στο βυθό η θάλασσα δεν σε σκεπάζει
ώρα που μύτη με μύτη αυλαία ο ουρανός βαθύτερα σε ρίχνει
πως έγιναν τα βλέφαρα κουρτίνες σκοτεινού δωματίου
για τυχάρπαστες καλλονές που προσποιούνταν τις λεσβίες
λίγο από έκθεση στο πλήθος του θαυμασμού
βαθιά στη σάλα των ιδιαιτεροτήτων και του αντίστροφου ρατσισμού να αγγίξουν
μικρές χορεύτριες Σαλώμες κάποιο δύστυχο Ηρώδη
την οργή να του γλυκαίνουν μ’ εργασία οπίσθιου καπρίτσιου
παρά μονάχα αξύριστοι καχεκτικοί
που ρίχτηκαν σε τρελάδικα για κάνα μήνα εντυπώσεων
υιοθετημένοι από πλούσιους παρέχοντες τη τέχνη
λίγο πριν το φθινόπωρο
Κι αν είχα χρήματα και πραγματικότητα όλους θα σας αγόραζα την πραγματική
ευτυχία και θα πουλούσα τ’ ακέραιο κομμάτι της ψυχής στο χασάπη μιας μικρής
γειτονιάς, για να μπορούν να τρέφονται με δ αυτήν όλα τα θύματα των ηδονών
τους λιπόψυχους εαυτούς των
κρέας ωμό
ζ) Θάμυρις και Μαρσύας-Ζώσα Τέχνη
Σ’ έβλεπα να υπάρχεις κάτω από ένα πάθος βλέφαρα. Mικρές κουκκίδες χρόνου κάτω από τα μάτια κι όταν γέλαγες ένιωθα ολόκληρος. Ήμουν αδιάσπαστη γραμμή συνείδησης στο πυρήνα του μύθου η αληθινή ιστορία. K’ ότι τέχνη ονόμαζαν, απόκληρα κεντήματα λεπτομέρειες που χόρευαν στο Ήθος .
Πως τόλμησα να προκαλέσω τις μούσες και με τύφλωσαν, υπεροψία τιμώρησαν, άνθρωπο δίκασαν τα συκώτια μου στους ουρανούς και τρώγονται μ’ ακόμα τη θνητή μου στύση θέλουν. Μπορούσα να σας κοιτάζω χωρίς να βλέπω.
Τελευταίο μου μαρτύριο ήταν ζωντανό να με γδάρει ο αλεξίκακος ηπιόχειρ Απλών σαν τον προκάλεσα τη Νύχτα των ερωτευμένων. Με την ποίησή μου έκλεψα τις καρδιές όλων των γυναικών που ποθούσε. Με την ποίησή του φώτισε τις κρυμμένες αιτίες. Με την ποίησή μου απέδειξα ότι δεν υπάρχει φαντασία κάτω απ’ τον ήλιο. Με την ποίηση του γέννησε τη μουσική. Με την ποίησή μου έκανα τη ποίηση ποίημα χωρίς ποιητή Κανένας πλούτος, κανένα αιώνιο βασίλειο δεν μπορούσε να φέρει πίσω το θεό.
Ο έρωτας στο φτωχό άνθρωπο ανήκει για να μπορεί ο πλούτος τέχνη ν’ αγοράζει
Ύστερα από εκείνο το βράδυ, κάθε βράδυ σ’ έβλεπα να επιστρέφεις τη φωτιά εκεί όπου ανήκει αν και βαθιά μέσα μου πάντα ήξερα ότι η ομορφιά μόνο ψυχρή σαν πάγος θα μπορούσε να είναι, κι όπως όλα τα ανύπαρχτα πράγματα, τέχνη. Πήρα τ’ αρωμά της φεύγοντας, δεν είχα μνήμη δεν είχα κανέναν, έπαιρνα δύναμη κοιτώντας ότι οι άλλοι περιφρονούσαν. Ήμουν ο υβριστής επικυρίαρχος ίσκιος. Υποκρινόμουν την υποκρισία κι ήμουν τ’ αγαπημένο παιδί του κακού κι ο διακαείς πόθος των καλών ευχών κι όσο πιο ψηλά στον ουρανό ήθελα να φτάσω τόσο πιο κάτω στη γη χωνόμουν μέχρι που μια θεία εξέδωσε νέα ποιητική συλλογή. Την είχαν χρήσει διάδοχο του τρυφερού της ελίτ, από τότε που οι γραφιάδες γράφανε ποιήματα του Αιγαίου για να γίνουν διάσημοι, από τότε που η ποίηση ήταν συνυφασμένη με την εξωτερική πολιτική κι οι κριτικοί της τέχνης μιλούσαν για ένα βαθύ λυρισμό ελληνικότητας δίνοντας Νομπέλ και χρηματικά έπαθλα σε μια τουρκόσπορη πατρίδα- πάντα με το μέρος του αυτοσκοπού των καημένε τόπε, να σέρνεις παρωχημένη γριά πέννα, προορισμένη επιταγή για ποιήματα που διδάσκονται στα σχολεία από καψωμένες για καυλί φιλολόγους με φόντο το Χριστό και τη σημαία- το δίχως άλλο τους λέω: η ποίηση να καταργηθεί θα πρεπε από μάθημα στο σχολειό. Η ποίηση δεν διδάσκεται, ανακαλύπτεται κι ο ποιητής δεν ερμηνεύεται- παραμένει κρυμμένος εκεί που ποτέ δεν θα ‘θελες να βρεθείς μόνος.
Κι ήσουν τόσο σίγουρος και μες τη σιωπή σιωπούσες άτολμε σπιούνε . Ποιηματάκια έλεγες κι έφτιαχνες τον εαυτό σου ραβασάκι σκίτσο πίσω απ’ τα ταμεία των πάγκων, κατούρημα, σημάδεμα- παρακαλώ σας σκύλε μου, μια περατζάδα από απλή περιέργεια έκανα, κι εσείς τρομαγμένες μου λεσβίες, παρακαλώ σηκώστε τις φούστες, πουλήστε το μουσικό βρακί σας. Ο δρόμος είναι ανοιχτός και τα σκυλιά δεμένα.
Κι ήσουν άξεστος, αξύριστος και κουτοπόνηρος. Έλεγχες την τρέλα και τα ίχνη σου βρίσκονταν πάντα εκ του ασφαλούς βυθισμένα στο καλοκαίρι, πως ήσουν τόσο σίγουρος και στη σιωπή σιωπούσες, στον ύμνο του κακού συν ώμο η χαρά μου, χειρότερο με κάνεις ειλικρινά ευχαριστώ κι έτσι ανταποδίδω μαύρο φως προς πάσα κατεύθυνση:
Ας τολμούσες να σαι χορτάτος χοίρος και να το ξερες. Τυλιγμένος στη στοργή κι εθισμένος στην αγάπη, ροδάγγιχτος από τρυφερότητα, γουρούνι για σφάξιμο ας τολμούσες, να έβλεπες μετάξια και σφαγεία, έρωτες πορσελάνινους και κουμπαράδες γεμάτο χρυσά νομίσματα, κατά μέτωπο να ερχόταν το Πάσχα ο θάνατός σου η γιορτή τους, ο δικός σου χαμός η δικιά τους ανάσταση, ας τολμούσες να ήσουνα γουρούνι, ας τολμούσες να ήσουν άντρας και μάγος σε κήπους αιώνων, χωρίς δύση και χωρίς ανατολή, ούτε βοράς ούτε νοτιάς , θεωρητικώς της αποτυχίας σε θερμά ψύχη ανάμεσα κάτω ακριβώς από τη μύτη τους, μορφή να δίνεις σ΄ότι να κοιτάξουν ήθελαν, ας τολμούσες γουρούνι!
Ας τολμούσες μεταμόρφωση επί σφαγή
Ας τολμούσες να ‘σαι μια πέννα χωρίς στέγη, μισερή κυνηγημένη, αποδιωγμένη σαν αγρίμι από το δάσος της, τυραννισμένη από βοσκούς του κοπαδιού που έστισαν καταμεσήμερο γλέντι μ’ ακρωτηριασμούς ουρών ποδιών χεριών, όταν ποδηγετώντας τη περηφάνια του το κατουρούσαν με δόξες κι αναγνώριση που ποτέ δεν θα είχε σ΄αυτή τη ζωή, αλυσοδεμένο σε πάσσαλο στο λιόκαμα να το περιτρέχουν μέχρι λιποθυμίας οι άξεστοι κυβερνήτες του πνεύματος και τ’ αγρίμι ν΄αφήνουν να λυσσά ει από τη δίψα για εφτά μέρες στο σκυλολόι , που το μαστίγωναν με πρόκες και σκουριά,
αχ γενναίος μέχρι το θάνατο ας ήσουν και θα χες χάσει τα μισά από ότι έχω χάσει εγώ,
Πως τότε θα επέστρεφες σαν κρύος αέρας στο βράδυ μου ν΄απλωθείς και να μου πεις: “ας τολμούσες να χάσεις όλα σου τα άσυλα, τόλμη τις Μούσες ν΄εκδιώξεις πέρα στα μακρινά εξόριστη απ΄τ΄άγνωστο τέχνη να εξορύξεις , τις απωλέσαντες της ομορφιάς θελήσεις έπαψα, την επιστήμη της ηθικής στ΄ωραίο δεν προσμένω”,
ας ήξερες να επισφραγίζεις με τις ίδιες σου τις επινοήσεις την αφήγηση της διαστροφής κι ας ήταν όλοι σου οι εχθροί να είναι στριμωγμένοι στο παρόν δούλοι της στιγμής των πραγματικών τυφλών
κι ολόκληρη η αγάπη σου αγάπη από όσους ακόμα δεν γεννήθηκαν-ψυχή πιο ανοιχτή κι απ τον ορίζοντα
Ας τολμούσες να είσαι ένας ποιητής του κακού
ας ερχόσουν πάντα νυχτερινός κι αδερφός σαν κουτάβι μαζί σου κι εγώ
αστραφτερός μέσα από όμορφα πλοκάμια να μουγκρίζουν στα μάτια το παιχνίδι
αστραφτερός μέσα από όμορφα πλοκάμια να μουγκρίζουν στα μάτια το πέλαγος
αστραφτερός μέσα από όμορφα πλοκάμια να μουγκρίζουν στα μάτια το σκοτάδι
κι ας είχες μέσα σ’ όλη την κραιπάλη των αισθήσεων χρώμα γαλάζιο τη φλόγα που γεννιέται από κερί ρωμαϊκό
τόλμη να φεύγεις όσο μακρύτερα γίνεται
και να κρατάς τετράδιο στο μέγεθος του κόσμου
για να μπορείς εκεί να γράφεις με χέρι που δεν θα τρέμει στο θρόισμα του φόβου:
“Λίγο πριν το Φθινόπωρο Κρέας Ωμό”
η) Έρωτας στην Εξορία
Κι έβλεπες το ταλαίπωρο κορμί του να επιστρέφει μέσα από λείψανα δειλών δημιουργών,
κοντύτερα του πιθήκου μακρύτερα του ανθρώπου,
κοντύτερα του θεού μακρύτερα τ΄ανθρώπου
που έβρισκαν πάντα το κουράγιο να ορθώνουν ανάστημα πίσω από την αναπαράσταση των επισήμως φορέων εγκυρότητας φυλλάδων τους. Να μας μιλούν για την αέναη γοητεία του κακού στο γνήσιο διακείμενο που παραθέτει η ράτσα μου ως η αέναος γοητεία του κακού, και να γελάμε για τις επικλήσεις εξορκισμού των δαιμόνων στο επηρμένο προσωπάκι του χιτλεράκου και στη ροδάτη γερμανική μπέμπα π΄έφτιαχνε ελικόπτερα για τους ναζί ενώ τώρα φτιάχνει μούρη για ίδιους ξενέρωτους.
Στην αέναο γοητεία του κακού μ΄έβλεπες να έρχομαι ξεπηδώντας μέσα από όνειρα. Μετά τη κόλαση πρώτος μου σταθμός ήταν ένας τσαγκάρης με αστείο πουλί π΄ονόμαζα παπαγάλο. Φίλε καταναλωτή τσαγκάρη του είπα, το κακό είναι πιο δύσκολο, δυσκολότερα χωνεύεις το στομάχι σου μ’ απώλεια κόπρανα και μαρτύριο παρά με καθήκον, μα ξέρω τι αναμοχλεύεις βυζαντινέ μαλάκα
Ω γενεαλογία της βραχύτητας
εσύ που αμνό σαν άνθρωπο τον άνθρωπο ορίζεις
άνθος ορύζης όρυζα κι εικόνα ειμαρμένη
αίμα χιονόνερου δορά καρδιά σαν σημαδεύεις
και πόσο καλά ηχεί μες τη ψυχή το πέπλο της σαγήνης
του σύννεφου η αμυγδαλιά στο γκρίζο αιθέρα της ταφής
ή μορφονιά που θέλγεται στη μοιρασιά που δίνεις
Ω κερασιά μητρόπολη γυναίκες που ποτίζεις
το έκφυλο ξανθό γλυκό μωρό στη δίνη σαν ιππεύεις
τη πρυτανεία των σεισμών στο ουρλιαχτό που φέρνεις
μ’ ένα μαχαίρι σκαλιστό στη μήτρα της σαν μπήγεις
εσύ μελαχρινή θεά και ηδονή μοιραία
που καρτερείς μες τη δροσιά στη φουσκωμένη θήλυ
κόμη σγουρή και κόκκινη σαν σκίτσο από μολύβι
για ν’ ανταμώνουν στόματα στη χάρη της Σαπφούς
Ω λειψανδρία της ηούς το τέλος που χαρίζεις
ν’ απαριθμεί στο τέκνο σου δάχτυλα υψωμένα
χαρίζοντας στη κόμησσα θανάτω επί παλάτια
λατινικά κατάστιχα στη μνεία των Κηφήνων
και στη νεκρή κυψέλη Του ο θρηνωδός μεθώντας
να εκπορνεύει ομόφυλα στο σμίξιμο αιδοίων
εκπορθητές ειρκτές χαρές ελεύθερος πετώντας
Βασίλισσες εξόριστες απ’ τ’ άρωμα του Διαβόλου
…έτσι έμαθα να είμαι ερωτευμένος στην εξορία όλων όσων ονομάζετε αναγνώριση. Πια, έχοντας μελετήσει με τη καρδιά από κοντά το θάνατο όλων όσων αληθινών ποιητών υπήρξαν, όταν συναντώ κάποιον αληθινά καλό άνθρωπο, κάθομαι δίπλα του χωρίς να πω τίποτα. Στην ανάγκη κιόλας φεύγω μακρυά του χωρίς ν΄αφήσω ίχνη. Τέτοια παπούτσια φορώ
θ) Λόγια της αψιθιάς
Ξέρω πως δεν υπάρχω σ’ αυτή τη ζωή, εγώ δεν είμαι ο πνευματικός σύνδεσμος των εμπόρων , ένας τυπάκος σκυμμένος πάνω από ένα τετράδιο είμαι, μια διάχυση λεκτικών αναζητήσεων που απλώνεται μπροστά από την οθόνη του υπολογιστή, είμαι ένας χορευτής πάνω στα πλήκτρα της γραφομηχανής του. Έχω πεθάνει στη ζωή για να ζήσω στο θάνατο. Το φανταστικό έχει κάτι από τη σάρκα μου. Γνωρίζω: κάθε καθαρό πάθος περιέχει μια καρδιά παντοτινή στις στροφές της γης και πέρα από το χρόνο του σώματος άβατο. Και κάθε καθαρό πάθος δεν γέρνει στις πλάτες των φευγαλέων ερχομών μιας γοητείας του ρόλου, εγώ δεν είμαι ένας πλανόδιος πωλητής της ομορφιάς, εγώ είμαι το καθαρό πάθος, εγώ δεν είμαι αντικείμενο προς απόδειξη. Τρέμω στην ιδέα μιας αλήθειας τόσο απλής όσο της υγρής ψυχής. Βράζω μέσα μου τη σαγήνη. Εξατμίζομαι. Γίνομαι αέρας και νιώθω χωρίς επιστροφή πάνω σ’ όλα τα επίπεδα των εννοιών βαρύς σαν μέταλλο που ηρεμεί στο χώμα. Εμφανίζομαι πάντα μέσα από την άρνηση της πίστης. Δεν υπάρχει βραδιά που να μην ακούω τα νυχτοπούλια να υποκρίνονται το θεό στις προσευχές τους. Σαν καθαρό πάθος μετέχω στην απουσία ενός κόσμου που αχνοφέγγει ότι σήμερα διαπομπεύεται, ξορκίζεται, πέλαγος υγρής ψυχής με τον εαυτό μου νησί της κι επιπλέω.
Καθαρό πάθος σαν Κρήτη είμαι, παράδοση που δεν έχασε τον πρωτογονισμό της ευγένειας, το σαρίκι μου μαύρο δίχτυ να παγιδεύω ιδρώτα και φόβο
σαν βλέπω να χάνεται στα δόντια μου τρίξιμο της οργής,
μ’ υπομονή χωριά της σαν κλείνετε καταστολές αιώνων
εγώ ακόμα γευματίζω .
Ελεύθερος και γη αδούλωτος
τρέφομαι ψάρια από θάλασσες πικρές
παίρνω τα βουνά στη γη του άσυλου και τα υψώνω φορές δυο
στους προγόνους μου ρακί χασίσι και προτομές πνεύμα γίνομαι,
τη μοναξιά Διόνυσος και χρόνος αργός μερακλίδικος σαν χαιρετώ,
όπως μαχαίρι στις ρωγμές των βράχων κρυμμένο σαν δοξασία
του γέρου πολεμιστή το παρόν απλούστατα η φυλαχτή πόρτα,
αρχαίων παππούδων σαν προίκα επί των ιερών βλεμμάτων
με ρακί και βουνίσιο μα τω θεώ χασίσι αγνάντεμα
κι απ των εμπόρων τη σκατολογιά βρωμιά π’ απέχω
Την ιερή τούτη ώρα μέσα μου σαν ρέει ο πρόγονος
να μου το λέει καθαρά: τραγούδι ζωγραφιές και ρίμα ρίξου
πως δεν υπάρχει άλλη μορφή καθαρού πάθους σαν τέχνη
παρά σκόρπιες τεχνικές ανυπόμονων φασμάτων
μόνο οι ζωγράφοι μόνο οι ποιητές το λένε στη καρδιά
κι αυτό ξεκάθαρο – όλοι οι άλλοι για λύπηση
όταν ένας ηθοποιός περιορισμένος κατά το ήμισυ στη σημασία της λέξης
ποιεί το ήθος στη σκηνή στο πανί στο γυαλί
και ξεχνά πως η δόξα του οφείλεται στ’ αλφάβητο
πως αν η γραφή απαγορεύσει το ήθος ξεπέφτει σαν απλός υποκριτής
σ’ ένα έργο που δεν του ανήκει
κι η φευγαλέα λάμψη και δόξα στη ζωή
λίγο πριν σκεπαστεί με το σεντόνι της λησμονιάς τι σημασία θα είχε
αν δεν υπήρχε ο φτωχοδιάβολος γραφιάς επίμονος αρχιτέκτονας των χρόνων
…αν και στο κάτω κάτω της γραφής
κάτω απ’ τ’ αστέρια
όλοι τρίμματα θαρρώ πως είμαστε
ι) Poetic Principles at the Modern Times: Ποίηση μέσα σε ανυποψίαστες λίστες
There is no formula. There is no prescribed guideline for the creation , there is no inspiring models of existing poems
You don t have to Be a critic or reader of poetry.
There’s nothing wrong with rhyming, however if you rhyme the words “love you” and “blue” you will be immediately expelled to the Poetic Catacombs of Disregard.
Don t avoid pedestrian phrases like “I love you more than words can express,” if the next moment you can write in golden “Fuck you My love”
No Need for fresh imagery. You will rise from the maze if you are …the true poem, soon or late
Do not Consider poetic presentation. That s the corn of the sun. Presentation ιs for monkeys, actors or both of them
Not necessary to Consider the measured arrangement of your words: the meter, rhythm, flow, vibe, beat, or pulse, all these are just a pity photo of the past
Enhance your vocabulary. A good vocabulary, gained through reading good poetry, prose, dictionary, and Synonym Finder enhances poetic expression.
No need to be unraveled. Don t Write in language that uses images, ironies, metaphors and analogies. Poetry is the horny mother, she doesn’ t care about her children. Write in language meant to not be unraveled.
ignore traditional poetic forms the same way you ignore the function of your heart.
Body knows Better
But, Emotion is not enough. Writing down raw emotions, simply because they are genuine, does not qualify them as poetry.
no need to be funny, no need to be anything at all . Poetry does not have to be serious or emotional or ethical
About the writer, Good poetry makes you feel: 1) anger or jelus if you know the writer personally, 2) respect if the writer is dead
Write for yourself, the others will come up in silence thanks to Sartre s human mechanism
write lies n say the truth, can you?
challenge gods
challenge dogs
challenge wars
challenge cops
challenge you
challenge her
can you smile now my friend?
-Yes!
-Write about it!
So, At the End, Write about anything but remember, anything is not everything
…cause this is Hell n Heaven n suddenly, i wake up always me
Το διαστασιακό όλων των αισθήσεων ήταν η σημασία του να φέρεσαι γέρος στην επαφή με την τρυφερή της σάρκα
κ)
Φόρεσα το τέλος του θανάτου μου ανακατεύοντας όλες τις γεύσεις των χρόνων- δεν είχα υπομονή να εισέλθω στην τελειότητα, αν και την ένιωσα ολόκληρη μόνο όταν όλοι με απέρριψαν κι Εσύ με άκουγες. Απλωνόταν μπροστά χυδαίο κούνελο χαριτωμένων ακουσμάτων ο ύμνος: “Κόσμε! Κόσμε μ ‘ ακούς? Γαμιέσαι!”
Γαμιέσαι
Γιατί Δεν είχα τη δύναμη να φτάσω μέχρι το τελευταίο γράμμα του αλφάβητου, γιατί το πραγματικό Κακό έχει τη γοητεία ότι ποτέ δεν φτάνει μέχρι τέλους ότι η φαντασία ολοκλήρωσε-
(ω)
τα ελαττώματα του ερωτισμού
VaVou
μετά την επανάληψη ο τρόπος του εντυπωσιασμού είναι ο τρόπος του έρωτα
μάθε λοιπόν ότι ο έρωτας είναι το πιο παράξενο πνέυμα
η σάρκα της απόλαυσης είναι μια άρνηση που πάντα έρχεται μέσα από την απόγνωση
όχι γιατί οι άνθρωποι ξέρουν να μεθοδεύουν την απογοήτευσή τους
αλλά γιατί οι άνθρωποι ξέρουμε να αποδεχόμαστε τις ελπίδες μας
…να γιατί χανόμαστε χωρίς (εξέγερση-που-αλλάζει-τα-πράγματα)
σύγχρονη θρησκεία της Ευρώπης
VaVou
του Syd Barret για όλα εκείνα τα χρόνια του αποκλεισμού και της καταβύθισης
Θορυβεί το φέρετρο μέσα στη γη
σαν εφιάλτης π’ έγινε ιστορία
η μητέρα η καρδιά και το χώμα
το χρήμα η καρδιά κι η βροχή
(τι όμορφα όταν ψιχαλίζει!)
αν δεν μπορείς να κοιτάξεις την ευτυχία κατάματα μη κοιτάς πουθενά
η επικράτηση του ήλιου σαν μικροί τελεσφόροι ποταμοί
και σαν συλλογή από πολλές συλλογές
στο διακείμενο κείμενο βρίσκεται ο εαυτός μου
κρυμμένος στη σιωπή μεταξύ δύο παραγράφων- ο δικός σας?
“Ακούτε εδώ…”,”…τριγμοί του ελέους, μη δίνεται σημασία…”
ήχος αφόρητος
χειμωνιάτικη σκόνη
πλάνηση σε ύστερο χρόνο
καμπανάκι! ντινκ ντινκ- τελική ευθεία
η τραγωδία δεν είναι λύση
κι η κωμωδία σκοντάφτει πάντα στη βαθύτερη λύπη της
ανοιξιάτικη σκόνη
το καλύτερο μέλι του εαυτού μας είναι όλοι οι άνθρωποι μαζί
-αλήθεια, έχεις ακούσει ποτέ το μέλι να μιλάει?
Πιστεύει σ’ όλη εκείνη τη προσευχή που φλυαρεί σαν γοητευμένος αέρας
όπως οι φρόνιμοι οργασμοί της έντασης: ώρες ατελείωτες στη κόψη του έρωτα
λίθινα σκευάσματα λαδιο- ο έρωτας αξίζει μόνο για τα μάτια
ο άντρας κοιτάζει πάντα αυτό που κοιτάζει
η γυναίκα κοιτάζει πάντα αυτό που δεν κοιτάζει
ποιος ονειρεύεται περισσότερο?
…και στο πάθος των αρχαίων ερώτων να θυμηθούμε να ξυπνήσουμε
πανταχού παρούσα και πέρα απ’ όλα σαν αγάπη
η άγνωστη οσμή εξωτικών ανθών
αγκυλωτή σαν σπείρα χάνεται όλο και πιο αθώα η λατρεία του σώματος
ευγενική σ’ όλη της την ένταση
-δεν καταλαβαίνω
- δεν πειράζει, χαμογέλα
-συγγνώμη, είστε συγγραφέας
-ναι
- το χαμόγελό σας γράφει μες το χώρο
-α, υπερβάλλετε
-α, όχι ακόμα
αλλά όσο πιο πρόστυχα τόσο πιο αθώα δείχνουμε
όταν σιωπηλά κοιτάμε ο ένας τον άλλο στα μάτια
-αν σού δείξω τι ακριβώς μέσα σου κοιτώ
ότι δεν είσαι σ’ αγκαλιάζει και μαζί εσύ
κι ιδού πατήρ υιός και άγιο πνεύμα, είπε η ίδια φωνή
ένοχη για όλα
magna carta του ασήμαντου πρόστυχου
VaVou
Με τις γυναίκες σε παρέκκλιση
παράκληση-άδειο στρογγυλό τραπέζι καφέ
καρέκλες με πλεκτή καρέκλα από μπαμπού
φλυτζάνια σοκολάτας ή τσαγιού
χαρτοπετσέτες τσαλακωμένες νευρικά σαν μουντζούρα
χαρτοπετσέτες κατασκευές σε σχήμα βάρκας
τσαλακωμένα ποίηματα
και γύρω τους γυναικείες κουβέντες
σαν επίπεδες αδιαφορίες
η προβολή της καρδιάς άχρηστο περιεχόμενο
υπονοούνται άνθρωποι
κι οι τόσοι χειριστές μνήμης
συννεφιασμένοι σαν κυματισμοί
πελαγωμένοι σαν άντρες ή περαστικοί σαν δρόσοι
πιο άντρες κι από χάντρες
και κάθε κεχριμπάρι κομπολόι από κλεψύδρες
που αν χρειάστηκαν να περάσουν για λίγο ήταν για να αποπλανήσουν ένα ξαφνικό μεσημέρι
αναπάντεχο σαν πέρασμα χωρίς νόημα τέλος
για ν’ αποκτήσει το πάθος τη βεβαιότητα ενός ανόητου
με λήψεις που δεν υπάρχουν πια
το ίδιο αντικείμενο ιδωμένο απ ‘ όλες τους τις πλευρές
σαν λεκτικός κυβισμός
οι εκατό τρόποι να πεις καλημέρα, σ’ αγαπώ, καληνύχτα
κι ο άντρας απλά έμπαινε από τη πόρτα
όπως αν έμπαινε ο φαλλός στο μουνί
με την ίδια ασέβεια και την ίδια τρυφερότητα, την ίδια αδιαφορία
σαν να πήγαινε τουαλέτα, πήγε στη τουαλέτα
σαν να κατέβηκε μια σκάλα που χανόταν στα υπόγεια, κατέβηκε μια σκάλα που χανόταν στα υπόγεια
η σκάλα ήταν μια δίνη, το ίδιο χαοτική σαν κουβέντα μεταξύ γυναικών
αναίτια και παλμική
χωρίς μνήμη, γεμάτο στιγμές και ρυθμό
εκτός αν η μνήμη κρατάει το πολύ μήνα
μεταμοντέρνο όνομα από τις τόσες φορές που το έδειξαν υψωμένα δάχτυλα
κι οι τόνοι του καφέ τολμηροί σαν κορμός δέντρου
το εσωτερικό ενός κορμού
ο εσωτερικός κόσμος πίσω από τον φλοιό
ο διαμορφωμένος χώρος ενός δέντρου
με απαιτήσεις μιας σοκολατερί
να ‘σαι σύντομος και γλυκός σαν σοκολάτα
με απαιτήσεις μιας καφετερί
να ‘σαι αναστατωμένος κι οξυδερκής σαν καφές
γεμάτος θορύβους μηχανών στροβιλισμών για ανακάτεμα υγρών
σαν επικυριαρχία της μουσικής που διακόπτουν ανάγκες διψασμένων αντρών
λίγο νεράκι και τζάμπα εφημερίδα από το σωρό
και ήχοι πλυσίματος καθαρίσματος
και σμίξιμο πορσελάνης με πορσελάνη
και το στρογγυλό τραπεζάκι του καφέ άδειο
σαν γέρος που φωνάζει όλο το κόσμο μουσείο
κι η νοσταλγία του ανδρός εγκλωβισμένη στην ανατολική πτέρυγα
τομέας γυναικών για σφηνωμένα εκθέματα από κιλότες στρινγκ και ζαρτιέρες
την απουσία της καρέκλας και τα μεγαλειώδη γαμήσια
κι η καρδιά να χτυπά σαν γιορτή
στην αψιδωτή κεντρική αίθουσα
όταν το λαμπερότερο κομμάτι μιας συλλογής που είναι η θύμισα
φωτίζει με την εξασθένηση, φώτιζε να λες
πολύπλοκα και δαιδαλώδη στο νιώσιμο μιας κατάστασης χωρίς λέξεις
οι εντυπώσεις του σεξουαλικού χάρτη των δικαιωμάτων του ζώου στο κρεβάτι, στο καναπέ και στον ουρανό
ένας φωβισμός σαν ιμπρεσιονισμός χωρίς τρυφερότητα
περιδινούμενοι γύρω από ένα τραπέζι γεμάτο από άδειες καρέκλες μπαμπού
άδειο από περιεχόμενο τόσο που γέμισε ξανά μ’ ανοησίες
όπως η ύπαρξη προϋπάρχει της ουσίας
σαν υπαρξισμός γεμάτο αφετηρίες κι αναβολές
χωρίς τέλος και χωρίς τελειότητα
όλα δεμένα μ’ ένα αλλόκοτο είδος συνέχειας
γλύφει μωσαϊκό δαπέδου το κοίταγμα
να τρέξει να συναντήσει πέλματα
κι εκτείνεται σε κνήμη από νεύρα κι εξογκωμένες φλέβες η ματιά του
τα τυπικά προσόντα της γραφειοκρατίας
οι χαμένοι ποιητές
όσοι από φόβο διασημοποιήθηκαν
να μην φοβάσαι να ξεχαστείς από τη μνήμη των άλλων-αυτό είναι ελευθερία
να μην νοιάζεσαι για το θάνατο
για τη φήμη
για το μηδέν
για το τίποτα
για τα σπουδαία έργα
πρόσωπο της ευθείας και της γωνίας
πριονωτά λασπωμένα δόντια
κι ένας λαιμός με σάρκα από κενό
το χέρι του στραγγαλιστή δεν φαίνεται όταν πιέζει για ασφυξία
από τοίχο σε τοίχο διαφορετικές πλάτες παλεύουν
είμαι πλάσμα του θεού
είσαι πλάσμα δικό μου