3,14Νεύσις
Έρωτας + ΤέχνηΑρχείο για Δεκεμβρίου, 2007
εξόριστος ερωτευμένος
VaVou
“Ο έρωτας είναι παραπάνω από έρωτας”,Ζακ Σαρντόν
Στεκόταν μέσα στο διάγραμμα του πλήθους κι όλες οι ερωτικές σκιές ερχόντουσαν με τρόπο μνημειώδη, για το μεγάλο ορατόριο της κολοκυθιάς και την εξέγερση των παθών μπροστά στο αίνιγμα, ένας κυτταρικός αδριάντας μπροστά σε μια στρατιά θεατές. Παρηγορούσε με τη μέθοδο των βολίδων οσμών την τρυφερότητα όπως μέσα στο παροξυσμό της φαντασίας του στεκόταν κι έβλεπε τον ανθρώπινο εαυτό του ν’ αδειάζει το ένα ποτήρι ουϊσκυ μετά το άλλο.
Υπήρχαν ένα σωρό ωραίες γυναίκες κι ωραίοι άντρες εκεί μέσα. Ήταν παντού. Μέσα στα ποτήρια του όλοι μεθυσμένοι λουόμενοι κολυμβητές, μέσα στο κεφάλι του όλοι ένας κυκλικός με χορευτές χορός και στη μέση τραγουδιστής κι οργανοπαίχτες να κράζουν την αρχαία προτροπή στο κελάϊδισμα, μέσα στη καρδιά ένας ποταμός σπρωγμένου για κάποια πηγή αίματος αίμα. Μεταφερόταν η ψυχή του στο αίμα.
Όλες οι ερμηνείες ήσανε κουρτίνες. Όποια αντικείμενα κι αν έβαζες από πίσω τους, γινόντουσαν όμορφα, κι όποια έβλεπες ευθύς εξαρχής τα λυπόσουν για τη γύμνια τους. Με το διάγραμμα της υπομονής ερχόντουσαν και φεύγανε οι στρατιές του πλήθους, περνούσαν από δίπλα του σαν να μην υπήρχε εκείνος σώμα μεταξύ σωμάτων και φάντασμα μεταξύ δια-σκεδαζόμενων. Κάποιοι τον ονόμασαν φύλακα, κάποιοι άλλοι δαίμονα και κάποιοι άλλοι ίσως δεν είχαν ακόμα τα μάτια να τον δουν.
Όμως ήταν εκεί. Φύλακας δαίμονας κι αόρατος.
Παρατηρούσε τη γραμμική συμπεριφορά του πλήθους, κυματισμοί απλοί σαν το δέρμα της θάλασσας, λίγο πάνω και λίγο κάτω στον ίδιο κάθετο άξονα. Μπορούσε να διακρίνει τις επιθυμίες να μεταδίδονται από το ένα σώμα νερού στο άλλο κατά μήκος της ευθείας του ματιού, μπορούσε να βλέπει ενέργειες που παραήταν ζωντανές να εξατμίζονται γρήγορα και να γίνονται αέρας σύννεφο όνειρο και πάλι βροχή.
Αναρρωτιόταν γιατί όλες οι επιθυμίες σκόνταφταν στην εκπλήρωση κι όταν όλοι έβγαζαν τα παλτά τους εκείνος το φορούσε ακόμα πιο σφιχτά.
Κάθε νεύμα ήταν κονιορτοποιημένο σε στάλες δισταγμών, σώματα παρακινούμενα μέσα στη μουσική όπως το νήμα σέρνει μαριονέττες στην απόγνωση. Κι όμως, πίσω από τη σιωπή της ζώσας θέασης, η πλάνη μιας απάτης δέσποζε.
Η εικόνα του επι καιρό απατημένου, του ανθρώπου εκείνου που μετά από μια εποχή αδυσώπητου έρωτος, ανακάλυψε μέσα σ’ ένα βράδυ πως το τρυφερό του πλάσμα, όλα όσα αντιπροσώπευε το γλυκό της πρόσωπο, τα μικρά της βυζιά και τ’ όμορφο σώμα της, δεν ήταν τίποτα άλλο παρά παραστάσεις μιας ηθικής που του είχε επιβληθεί. Όπως αποδείχτηκε τελικά, δεν ήταν η γυναίκα που έδειχνε ότι ήταν αυτό που ήταν, δεν ήταν μια αφοσιωμένη σε αυτόν γυναίκα, αλλά μια γυναίκα που έκανε την αφοσιωμένη για να ναρκώνει την αγωνία του. Ήταν αυτό που δεν ήταν. Δεν έδειχνε αυτό που ήταν για να τον ησυχάζει. Έδειχνε αφοσιωμένη αλλά δινόταν και σε άλλους, κάτι που στο λεξικό του λαμπερού έρωτος ονομάζεται απιστία. Και δεν ήταν ότι ήταν κακός άνθρωπος ή ότι δεν τον αγαπούσε αλλά ότι κανείς άνθρωπος δεν θα είναι ποτέ έτοιμος να ζήσει τον λαμπερό έρωτα με κάποιον άλλο. Οι σελίδες αυτού του λεξικού είναι τόσο φωτεινές που είναι σχεδόν αδύνατο να διαβάσεις κανείς τις λέξεις. Αλλά και πάλι, δεν ήταν αυτό το πρόβλημα, εξάλλου, κατά ένα τρόπο ο έρωτας ανήκει σε όλους, όπως και εκείνη τώρα.
Στεκόταν στην άκρη του πλήθους κι ήξερε ότι στον λαμπερό έρωτα, το ζητούμενο είναι η ολική έκφραση. Δεν αρκεί μόνο η ευγένεια της σιωπής, δεν αρκεί η κατανόηση, η σύκρουση δεν είναι αρκετή για να εκφράσει την εντιμότητα κι ακόμα και το σώμα είναι τόσο λίγο για να εκφράσει τον εαυτό του. Αν σταθείς στην άκρη του πλήθους και κοιτάξεις θα το καταλάβεις αυτό.
Μας ικανοποιεί μια στιγμή που το σώμα εξυπηρετεί. Κι ίσως αυτή η διαφορά του ζώου από τον άνθρωπο, εξαιρουμένης της φαντασίας, να ενδιαφέρει τον άνθρωπο, η αμέσως επόμενη στιγμή μετά την πρώτη στιγμή. Αυτό σκεφτόταν στην άκρη του πλήθους. Κι όχι ότι θα ήθελε να γνωρίζει τι θα συμβεί αμέσως μετά για να ελέγξει αλλά ίσως ότι θα ήθελε να ξέρει ότι η προηγούμενη στιγμή δεν ήταν μόνο μια αυθεντία του σώματος, μια αποκλειστικότητα της σάρκας αλλά μια εξωτερίκευση της καρδιάς που συμπαρέσυρε ακόμη και το σώμα. Έτσι όταν τελικά ανακάλυψε ότι η αγαπημένη του του απέκρυπτε πως ότι υποψιαζόταν σαν πραγματικότητα ήταν η πραγματικότητα, τότε πήρε την απόφαση να φύγει, όχι από ζήλια όπως θα ‘πρεπε ή θα ταίριαζε σ’ έναν ακέραιο εγωιστή, αλλά από τη βαθιά λύπη μιας πληγωμένης ακεραιότητας. Στο έρωτα κάθε πληγή είναι μια προδοσία. Για αυτό και εκείνος στεκόταν στην άκρη του πλήθους και για αυτό όταν οι άλλοι έβγαζαν τα παλτά τους εκείνος το φορούσε ακόμη πιο σφιχτά. Δεν ήθελε να φαίνονται οι πληγές. Πόσο μάταιο είναι αυτό ας ήξερε!
Και πάλι, όπως το σκεφτόταν, δεν ήταν αίσθημα προδοσίας επειδή πήγε με άλλους, αλλά ήταν μια προδοσία που σχετιζόταν με την αντίληψή για την ερωτική επικοινωνία,μεταξύ δύο ανθρώπων που θέλουν να λένε ότι αγαπιούνται. Αλλά όλα τα πάθη είναι ανθρώπινα, κι έτσι εξ ορισμού συγχωρετέα αλλά αυτό που πραγματικά ήταν ασυγχώρετο και τον πονούσε πιο πολύ απ’ όλα ήταν οι αθέατες γωνιές της ζωής που δεν μοιραστήκε μαζί του.
Στεκόταν στην άκρη του πλήθους ν’ αναρρωτιέται την αγάπη και έμοιαζε σα να φεύγει μέσα στην ακινησία του τόσο μακρυά.
Επειδή γνώριζε ότι δεν αγαπήθηκε ακόμα κι αν μια ερώτηση παραμένει, το τι θα έκανε σε περίπτωση που θα του έλεγε για τις απιστίες της, τότε ρωτήστε τον και θα σας πει: “Θα την έκανα δυο φορές θεά μου!” . Αλλά πια, ήταν αργά.
Στεκόμουν μέσα στο διάγραμμα του πλήθους κι όλες οι ερωτικές σκιές ερχόντουσαν με τρόπο μνημειώδη, για το μεγάλο ορατόριο της κολοκυθιάς και την εξέγερση των παθών μπροστά στο αίνιγμα, ένας κυτταρικός αδριάντας μπροστά σε μια στρατιά θεατές. Παρηγορούσα με τη μέθοδο των βολίδων οσμών τη τρυφερότητα όπως μέσα στο παροξυσμό της φαντασίας μου στεκόμουν κι έβλεπα τον ανθρώπινο εαυτό μου ν’ αδειάζει το ένα ποτήρι ουίσκυ μετά το άλλο.
Παγιδευμένος στην αγάπη στεκόμουν
κι ήρθε ένας άντρας και μια γυναίκα
και στάθηκαν δίπλα μου
κι ο άντρας με κοίταξε με πόθο
κι η γυναίκα κοίταζε τον άντρα που άλλο άντρα ποθούσε
κι ο δαίμονας γύρισα κεφάλι
και κοίταξα τη γυναίκα
και μέσα στο πόνο χαμογέλασα
κι αργότερα όλοι μαζί μιλούσαμε
και προκαλούσα στον έρωτα μέσα όλους
κι έδειξα πάθος σε όλους
στον άντρα που με ήθελε
και στη γυναίκα που τον ήθελε
τη γυναίκα που ήθελα
εγώ ν’ αγκαλιάζω
κι εκείνος ο άντρας επιστράτευσε μια φίλη
που ήρθε για να δείξει πάθος στη γυναίκα
που ήρθε την άρπαξε και τη φίλησε
κι ο άντρας τότε άρπαξε και φίλησε εμένα
κι ύστερα
εγώ άρπαξα και φίλησα τη νεοφερμένη
κι άντρας που με ήθελε φίλησε εκείνη που τον ήθελε
και τότε εγώ οδήγησα τα κεφάλια όλων σένα μοναδικό φιλί
και το πλήθος είχε ανοίξει
και παγωμένο κοίταζε
τ’ όνειρο μπροστά του να συμβαίνει
εξόριστους ερωτευμένους
επί του κύκλου
ερώτων
κάτι για τους επισυνάπτοντες λογοτέχνες
VaVou
Δεν είναι το ποιήμα που φέρνει τη ποίηση
αλλά το ζειν
που κάνει το στίχο
και
Μετά το πρώτο υλικό
στο χέρι σου είναι
μάρμαρο
αφαίρεση
και παύση
Πατρο-παρά-δοτος
VaVou
Μερικές φορές συνηθίζει
και τότε φορά στο βλέμμα γάντια
και κλείνει το μάτι στον άλλον
από μακρυά
κι όταν με συναντώ ξαφνικά
το συνηθίζω να σ’ αγαπώ
καταλυμένο ποιήμα
VaVou
ένα κάπως αστείο γεγονός
πως χρόνια αργότερα
να ξεπεράσει ένα παρελθόν
που συνέβη χρόνια νωρίτερα
προσπαθούσε κάποιος
κι είναι αστείο γεγονός
όσο πιο προδότης ήταν εκείνη
τόσο πιο πολύ στο θεό, στην ηθική και στο δίκαιο
προσκολλήθηκε
προσκύνησε ξένο θεό για να μην τη πουν χριστιανή
παρίστανε τη μονογαμική για να μην τη πουν πουτάνα
κι έλεγε στους γύρω πόσο άσχημα της φερόταν εκείνος που την αγαπούσε
μα δεν τον έννοιαζε τίποτα
γονάτισε μέσα του και είπε:
“Σήμερα θα προσευχηθώ στο Διάβολο
Αύριο θα ‘ναι κάποιος άλλος
Κι αυτό σημαίνει να ‘σαι άνθρωπος, υποθέτω
ένας εκ βαθέων προδότης”
Τι ωραία!
Εκ βαθέων προδότη
Ξέρω τι χρειάζεσαι για να ξεβαρεθείς
μασάζ!
Τρέχα
καλλιτεχνικά ερωτήματα
VaVou
Ποτέ μου δεν κατάλαβα γιατί ενώ
γράφεις που και που καμιά μαλακία
για να περνάει η ώρα
έρχονται δίπλα σου οι άνθρωποι
και κάνουν μαλακίες
για να περνά η δική τους
Aντιπερίστερα (μέρος VII)
VaVou
κι ας πλανηθεί μες τη χαρά με οίκτο συνανθρώπου
από χαμηλά σαν έρχεται για ουρανούς πετώντας
θα πάρει από τη γη τα σκόρπια του φτερά
φτερά πίσω στον άνθρωπο να ξαναδώκει
Κι ορίστε γρήγορα π’ αναγκρεμίζεται
στα χέρια του τ’ άκομψο βραχύ πως καταρρέει
και μέσα στο βράδυ σας γλιστρά
για άγριο έρωτα
ποιητικό
και πάλι
Αντιπερίστερα (μέρος VΙ)
αυτή που έπιανε τη λόγχη
και με δύναμη την έσπρωχνε
στη τρυφερή της καρδιά
Aντιπερίστερα (μέρος V)
VaVou
κι ήταν ο λαιμός της γνώριμος ιδρώτας
όλα της τα βράδια δοσμένα στη παρουσία
κι όλες της οι λέξεις μια ποίηση των λέξεων
κι όταν τον πλησίασε στο ύψος του προσώπου
τα χείλια της έλαμπαν
και τα μάτια της σηκώνονταν ψηλά
από τη μύτη ο ζεστός αέρας της εισπνοής
δήλωνε Γέννηση
και η ψυχή της στη Παναγιά προσευχόταν
τη παρθενιά της να ξαναχάσει
για χάρη του
Αντιπερίστερα (μέρος ΙV)
VaVou
ή επειδή δεν έχουν μια κόρη και κανά γιο
ή ότι επειδή δε έχουν φίλους για να τρώνε μαζί τις Κυριακές και να παίζουν χαρτιά τα Χριστούγεννα
ή ως φοιτητές μαζί δεν πορεύθηκαμε κι αργότερα στη γνώση
ότι δεν είναι Ένα
και δεν είναι ένα όσο άνθρωπος δε μπορεί να νιώσει ένας σκύλος που μυρίζει τον ήχο στο γραμμόφωνο
Αντιπερίστερα (μέρος ΙΙΙ)
VaVou
κι ωραίο δεν θα ήταν ξέχωρα εκεί να περπατάμε
δεν θα ταν ωραίο να μισιόμαστε
αλλά το μίσος με το χρόνο μετριέται
πάντα με το σωστό
πάντα με τη γνώμη των άλλων
ή το θάνατο όπως δεν έμαθες
από ανθρώπους και πολυτέλεια
από λέξεις κι εικόνες
από ήχους και μυρωδιές
Το μίσος έχει να κάνει με τις αισθήσεις
κι είναι σίγουρο ότι κάποτε θα μάθεις από που προέρχεται
ίσως αν ποτέ ξεπεράσεις την ελαφρότητα της χαράς
ή το αναίσχυντο της λησμονιάς χωρίς μνήμη
ίσως τότε κάτω στο κύμα βρεθείς που έλεγε κι ο Ρωμανός Σκακιστής
κι ίσως τότε
συναντηθούμε
αντιπερίστερα
χωρίς χρόνο