VaVou
Ρέει μέσα μας ο δυόσμος και το θυμάρι
Ρέει μέσα μας το χασίσι και η δάφνη
Ρέει μέσα μας το έλατο και η ελιά
Ρέει μέσα μας η άμπελος και το αλάτι
ποια θαλάσσια γαία ανακατωμένη με πηλό για την αγάπη μίλησε
χωρίς θεό εν θεώ τη θέα να θρώσκει θρησκεία θηρίων?
Τι άλλο είμαστε εκτός από μυστήριο της αγάπης?
επιστάμεθα την αποκαθίλωση κύριοι
αθώωση των αιμάτων επί σωμάτων όπως το πρόσχομεν φωτοστέφανο πάνω στον καθένα
κι ούτε να φανταστείς το αίμα παρά μονάχα να κοιτάζεις με το μάτι στραμμένο εσώτερα
το κόκκινο κύμα και των λοιπών αισθήσεων τις κορυφώσεις του αμήν
-Πατέρα, όπως και αν σε λένε
τώρα που οι γιορτές των ηλιθίων ετελείωσαν
μπορώ να σ’ ευχαριστήσω
που μ’ ελευθέρωσες
που μας ελευθέρωσες
αλλά τώρα η εποχή έχει αλλάξει αδελφέ μου
ελευθερία δε σημαίνει μόνο αξιοπρέπεια και υπόσταση
αλλά ισότητα δικαίωμα κι ευθύνη
Τι σού λεω ε?
Γιατί αδελφέ μου, πίσω μας έχουμε ένα σωρό πορωμένους
που πουλάνε ιστορία από τηλεοράσεις πανεπιστήμια και θέατρα
πίσω μας έχουμε φανατισμένα κρατίδια χωρίς αξιοπρέπεια χωρίς δικό τους “δ”
παρά “ντ”, χωρίς “κ” παρά “τσ” χωρίς χρόνο
δεν είναι Μακεδονία αλλά ειναι Ματσεντόνια
και τώρα που εδώ στο τόπο της τραγωδίας και του χαμόγελου
βγαίνουν οι δικοί μας στις Βουλές και στα παράθυρα και ψέλνουν τον επιούσιο
ο “συντριψισμός” της αγάπης οδηγεί στον κορυμβισμό των ροών μέσα από το παράθυρο του χρόνου
Πατέρα
όταν ο Rodin άφηνε μέσα σ’ ένα αφινίριστο όγκο βράχου το καλοδουλεμένο χέρι του θεού
όλοι τον έλεγαν τεμπέλη, αλλά ο πιο καλός μελετητής του Μιχαήλ Αγγέλου
δεν ήταν ανεπρόκοπος
αλλά υπεύθυνος απέναντι στους ποιητές.
Γιατί μετά τους πολέμους τα μίση και τις έχθρες
μία είναι η πατρίδα του κόσμου και λέγεται Ελλάδα
κι όχι γιατι ο κάθε αδαής φέρει μια χαζοσημαία με σταυρό και μπλε
αλλά γιατί η Ελλάδα είναι κόμβος συσσωρεύσεων
Όταν ο άνθρωπος έβγαινε μέσα από το στόμα του λιονταριού στην Αφρική
περιπλανώμενος αριστερόστροφα σε κύκλο
επί των ινδιών μέσων ανατολών και επί στεππών
η μικρή ομάδα των ποιητών κατέφθανε επί Δελφών επί Αττικών ουρανών κι επί Μακεδονικών ιαχών Απέλλας
και τούτοι οι αδερφοί, λυπημένοι για την απώλεια των ομόηχων τους κομματιών
επί ινδιών μέσων ανατολών κι επί στεππών
έκραξαν τη φωνή του ανθρώπου προς τον ουρανό, τον ήλιο και το φεγγάρι
κι ήταν τόση η ένταση κι η διαρκεια κι η επανάληψη ετούτου τ’ ουρλιαχτού
π’ ο κορεσμός της σώρευσης
ίδρυσε το πρώτο της μνήμης θέατρο
…αλλά ακόμη ήταν νωρίς για στρατευμένη τέχνη
ήταν νωρίς για να μην πολεμούν μεταξύ αδελφών αδέλφια
ήταν νωρίς ακόμα για τον άνθρωπο
κι ήταν μεγάλη η θλίψη για ν’ αντέξει κανείς το θηρίο μέσα στον εαυτό
αλλά ναι
τώρα πια μπορούμε να το προτείνουμε αβιάστα:
ο στρατιώτης ποιητής μόνο με το Σαχτούρη έγινε ποιητής
μην έχεις λοιπόν την εντύπωση πως
επειδή που και που γράφεις κάποιο στίχο
ή επειδή κάποτε ήρθες σ’ επαφή με τον ήχο του πρώιμου τραγουδιού
μην έχεις την εντύπωση πως είσαι ποιητής
αν ποτέ σου δεν τα παράτησες όλα για να τρέξεις
να τρέξεις για να γράψεις
για να σκίσεις και να ξεσκίσεις τα ίδια σου τα γραπτά
μην έχεις την εντύπωση πως είσαι ποιητής
αν ποτέ σου δεν προσπάθησες να ψελλίσεις το “σ’ αγαπώ” ή “το σκάσε σκύλα”
ή “το ποτέ άλλο πια” με τον τρόπο της μοναξιάς
αν ποτέ σου δεν σε χλεύασε έστω και μια στριπτιτζού
αν ποτέ σου δε σου είπε σε λυπάμαι, αστο καλύτερα, τι εισόδημα να χεις εσύ
αν ποτέ ο έρωτας της ζωή σου δεν σε πέρασε για ένα θλιβερό ψεύτη το λιγότερο
χωρίς εσύ να πάψεις το ρυθμό στο γράφειν ούτε στιγμή
μη νομίσεις ότι είσαι ποιητής αν δεν περιπλανήθηκες ποτέ στο πλήθος με τη γενναιότητα της μονάδας
αν ποτέ σου δεν πολέμησες τη ζήλεια όταν ήρθες σ’ επαφή με ποιητές
μη τολμήσεις ν αποκαλέσεις τον εαυτό σου ποιητή επειδή μετέφρασες Μπουκόφσκι και Αρτώ και τώρα ζητάς τα ρέστα
από τέτοιους έχουμε μπόλικους, ολάκερη η γενιά του πολυτεχνείου εξαργυρώνει τις μάρκες της στα καζίνο αυτή τη στιγμή
αλλά δεν έχει σημασία
όσο μέσα σου καίει η παράξενη πετριά που σε φέρνει αντιμέτωπο με τον έρωτα και τη τέχνη
να μη φοβάσαι
όσο ο κόσμος που κοιτάς κυλάει μπροστά σου σαν όνειρο και σαν ψέμα που θέλεις αμέσως μετά να πας να τραβηχτείς στη γωνιά σου και να γράψεις για αυτό
να μη φοβάσαι
να μη φοβάσαι που θα μείνςι μόνο στο τέλος
γιατί είναι πολύ πιθανό
αλλά
να έχεις τη δύναμη να πατάς το πλήκτρο ή να αρπάζεις τη πέννα
όπως πατάει ο κακομοίρης τη σκανδάλη ή αρπάζει ο εραστής τη συνείδηση
να συμβουλεύσε το βιβλίο και ν ακούς τη καρδιά
όπως τρέχει ο λαγός κυνηγημένος ή όπως καρδιά σου είναι παρδαλή
και δε πα να φυσάει κοντρα ο φόβος τους
εσύ τουλάχιστον έχεις την αξιοπρέπεια
χάρην της καθαρής σου φύσης
να καρφώσεις τις λέξεις σου σαν πρόκες
που λέει κι ο Αναγνωστάκης
Αυτή είναι η φωνή σου, αν είσαι Ποιητής
κι ας πεινάς
κι ας είσαι κακομοίρης
πιο πολύ θα πεινάσω
πιο κακομοίρης θα γίνω
και πιο καλά θα σας γράφω να τους λες
Θέλετε λοιπόν να μάθετε τι σημαίνει ουρλιαχτό?
Ορίστε, η καρδιά μου είναι πιο πάνω από τον πόνο
κι ο νους μου δεν υποχωρεί στο κάλεσμα
Ας τα χάσω όλα
Μόνο τρελός! Μονάχα Ποιητής!
Αυτό να λες
όπως που ξεβολεύεσαι από τη θεσμοθετημένη
όπως πρόκληση στην ύβρη το προσώπο εσύ που φέρνεις
τ’ αποσπασμένο σύμβολο του φετίχ και το κύριο Ντυσάν
γιατί τέχνη αδελφέ μου δεν είναι μόνο ότι ο καλλιτέχνης αποφάσισε ότι είναι τέχνη
αλλά κι ότι η τέχνη αποφάσισε ότι ο άνθρωπος είναι ο Ποιητής
κι όπως η μούσα εξορισμένη από τον Ελικώνα της επέρχεται
κυνηγημένη από θεό αιώνα τώρα στο θνητό και που γυρεύει καταφύγιο
και παίρνει την ανάσα της κερασιάς πηγής μια γούρνα δάκρυ
να τρέψει το ιχώρ σε αίμα κι όχι το κάρβουνο σε χρυσό
πέρα από τις βάρβαρες αλχημείες των εντυπωσιασμένων μάγων
αλλά
για να κυλήσει σύννου το βαθύ τέλμα του χρόνου στην αντίληψη της απώλειας
γιατί μόνο αυτοί που γενναίοι απέναντι στον όλεθρο ανοίγουν τα χέρια διάπλατα και σταυρώνονται γνωρίζουν
τους τρόπους του χαμού στα μονοπάτια της νίκης
και πέρα από τη θέαση του τροπαίου
πως η λέξη “Παράδεισος” αποκτά σημασία επάνω στο ίδιον προέκτασης Σου
σαν να σουνα ήδη νεκρός μέσα στο όνειρο
κι έφευγες μετατοπισμένος στον οργασμό των αλόγων
και φώναζες από το θάνατο κυνηγημένη
“όπου και να κοιτάξω απελπισμένος έρωτας
όπου κι αν αισθανθώ ποτέ δεν θα ναι το ίδιο
κι ας είναι όλη πλάση μία συμπύκνωση επάνω στο όμοιο
κι ας είναι όλα μια κοινότυπη ιδέα που ξεκινά με τη γέννα”
όπως ο κτηνώδης ταύρος
ο ποδοπατημένος ματαντόρ
η μάνα με το νεκρό παιδί
μορφή της αγκαλιάς σε ένα φωτεισμένο πτώμα
κι ο στρατιώτης που καίγεται σαν ένα σπίτι στο χαράκωμα των συμβιόντων
-Ελπίζω να με συγχωρήσεις όπως κάποτε πενθεί η τέχνη επάνω στο ερωτικό σώμα
όπως αυτός ο πόνος ειναι σκυμμένος επάνω μας οδυνηρός σαν αλήθεια σακατεμμένου πουνέντε
και στάζει τον ήλιο φωτιά με φωτιά
γιατί στον αληθινό έρωτα η τέχνη παραμονεύει
και δοκιμάζει τις καρδιές μας όπως το Ελευσίνειο μυστήριο
πες, ξέρεις γιατί τάχα η αρχή του Ελευσίνειου λεγόταν Πλάνη και το τέλος Εύρεσις?
πες εδώ μπροστά σε όλους αν μετά τη πλάνη ακόμα μ αγαπάς
πες εδώ μπροστά στα θεμέλια κόκκαλα των νεκρών μας πατέρων ότι με βρήκες
γιατί βλέπω την Άρτεμη γυμνή όπου κι αν είναι
κι είναι η τιμωρία μου προκατασκευασμένη μεσιέ Ντυσάν
μπορείτε να με φωνάζετε Ακταίωνα
αλλά δεν είναι τέχνη παρά η αφορμή ενός κυνηγού να λατρέψει το θεό
κυνηγώντας το θεό
την αόρατη Άρτεμις σαν έλαφος ή σαν άρκτος
και την απόσταση του πιστού στον διορατικό δυόσμο
να! μύρισε!
…και την ώρα που με το χέρι σου με ραντίζεις
εγκαταλείπω τη λεία για τη σκιά
πετροβολώ το στοιχειωμένο κάμπο τη νύχτα
κι έχω στον έρωτα αντιτάξει την αλήθεια με πλάνη
γιατί αν ποτέ υπήρξε γιορτή της ειλικρίνειας αυτό είναι η πλάνη
σα να τραβώ το σκέπασμα σου
κι αν με θέλεις γυμνό
ουσιακό τιμωρημένο χαμόγελο
σαν εφευρέτης της αγάπης
για βίαιη έλευση θηρίων σε προσκαλώ να έρθω κοντά
…κι εδώ θα κάνω μια παρέκκλιση αγάπη μου
γιατί θα θεωρήσω το χριστιανισμό συντόμευση προς την εύρεση
απάνθρωπο μαρτυρικό σαν μετάννοια μετά από βάσανο
γιατί χριστιανός είναι εκείνος που σταυρώνει το θεό με τη σιωπηλή του συγκατάβαση
να γιατί ο θεός πέθανε
όχι γιατί πέθανε ο θεός
αλλά γιατί η θρησκεία πέθανε-
και θρώσκω σημαίνει κοιτώ, αλλά θα το ξέρεις θέλω να φαντάζομαι
τώρα μπορείς να με αποκαλέσεις Εβραίο
αλλά και πάλι δεν είμαι εμμονικός
θα προτιμώ να κοιτώ την Άρτεμη γυμνή να λούζεται
παρά να στέλνω μεταξωτά μηνύματα στην οκταπλή οδό
στη Μέκκα ή στη Γεσθημανή
θεός είναι η φαντασία μου κι εκεί μέσα όλα τα κοιτώ
θρησκεία είναι ο δρόμος από τη πλάνη στην εύρεση
θεός είναι το λαχάνιασμα της γαλήνης μετά από ένα υπέροχο γαμίσι
κι αυτή την υπεροχή την διαποτίζει μόνο με νοσταλγία ο έρωτας
και δεν πρόκειται για μουσείο
παρά μονάχα για την αλήθεια που η τέχνη κοιτάει στη πληγή
το ξεθωριασμένο χαμόγελο της ευτυχίας
όταν η τέχνη παίρνει τη μορφή του αλατιού απέναντι στον τραυματισμένο εαυτό της
κι αυτό φίλε μου ονομάζεται σπέρμα εντιμότητας.
Αλλά δε λέω
όταν θα μπω στη γιορτή με σάτυρους και με μαινάδες
θα πλανευτώ και θα πλανέψω
αυτό δε σημαίνει ότι το σώμα ξέχασε να ζει εκτός γιορτής.
Πρέπει να ξέρεις ότι το σώμα είναι το πιο προδοτικό μέσο προς την αλήθεια
δε φταίνε οι μορφασμοί
όσο η γλώσσα
…αλλά δεν είναι παρά ένα σύμπτωμα ιδανικό χωρίς ακατανόμαστες αιμορραγίες πτηνών που ψοφάνε μέσα στα χέρια την ζωτική καρδιά των οιήσεων ποιήσεων και που με όλο το θάρρος των αφροδισιακών μανιών ονομάζουν τη καθαρότητα βρωμιά εκείνοι που βάζουν τη μάσκα της ηθικής και του δικαίου και συντάσσουν τις προτάσεις των ερυθρών εντυπώσεων της τρυφερότητας με απαράμιλλη πειθώ. Γιατί είναι εύκολο να κρύβεσαι πίσω από το φάρο των ρηχών περιγραφών του κυρίου Πονταλίς όταν ούτε ο Λακάν αλλά ούτε ο Σαρτρ δεν ήταν το πρόβλημα αλλά ήταν ο Λακάν κι ήταν ο Σαρτρ το πρόβλημα του ψυχαναλυτή, σκοτώστε το πανεπιστήμιο όταν έγραφε η ασυνείδησή του για να ανθήσει το πανεπιστήμιο μέσα από τις στάχτες των γραμμάτων του Αρτώ προς τους κυρίους του πνεύματος σαν γκιλοτίνα ξανά, γιατί όταν ο κύριος με το μαγνητόφωνο εγκατέλειπε το Les Temps Modernes μετά την επιμονή του Σαρτρ να εκθέσει ο κύριος με το μαγνητόφωνο τον κύριο με το μαγνητόφωνο, αυτός ο χαριτωμένος λευκόμαλλος παππούλης με τα ζεστά μεθυσμένα μάγουλα μπεκρή που φεύγει αργά το βράδυ από τη ταβέρνα τραβώντας το δρόμο του χαμού για ένα σπίτι που τρεκλίζει για ενα κρεβάτι όπου δεκαετίες αργότερα με το μικρό του γερασμένο πουλί θα ασελγεί επάνω στο ερωτικό σώμα της ποίησης μέσα από παράθυρα και φράσεις κλεμμένες μέσα απο τον υπαρξιστικό σουρεαλισμό των αισθαντικών ευθυνών του και θα ρωτάει τα παιδιά να εξηγήσουν τι είναι ο εφιάλτης και τι το όνειρο, γιατί τα παιδιά μόνο μπορούν να πουν ότι το όνειρο είναι ότι μένει μέσα στο κεφάλι και εφιάλτης ότι έρχεται μέσα στο δωμάτιο, τότε ο κύριος Πονταλίς θα συμπεριφέρεται δανεικός ανθός μιας γοητείας ώσης της μεθόδου της λέξης, και τότε εγώ και κάθε άξεστος πνευματώδης κάφρος σαν και του λόγου μου θα πρέπει να συνταυτίσει το φαίνεσθαι με το είναι προκειμένου να ικανοποιήσει στον κύριο Πονταλίς το αστοιχείωτο φροϋδικό αίτημα για έναν Μερλο-Ποντύ χωρίς Χουσέρλ, δηλαδή για ένα ερέθισμα χωρίς είναι όπως μια συνείδηση κενή από περιεχόμενο, ετοιμοπαράδοτη προς το ιδεώδες της ταυτότητας είναι αυτό που είναι, άρα ακόμα ένα βρέφος, μια στάλα σκέψης πιο κάτω από τη θεία μανία ενός παιδιού που λατρεύει τυφλά το πατέρα κι αφουγκράζεται χωρίς πρόσωπο τη μητέρα. Η διαφορά μας με εσάς λοιπόν κύριοι μύριοι όσοι φροϋδικοί και ψυχαναλυτές, είναι ότι τα δικά μας ψεύδη τα ξεστομίζουμε με απόλυτη επίγνωση της πλάνης που προκαλούμε στο ίδιον και στον άλλον ενώ εσείς, υπνωτισμένοι εξόριστοι του Ύπνου, με πλήρη άγνοια κι ως εκ τούτου, επικίνδυνοι. Γιατί πρέπει να ξέρετε πως έρωτας πρώτα απ’ όλα σημαίνει πλάνη, βύθισμα στους τόπους της ευδαιμονίας, κι αμέσως μετά, στην διαδοχή της άρνησης του πρώτου του εαυτού, μέσω της αλήθειας του εντυπωμένου στο είναι, δεν είναι πλάνη, αλλά η διαπίστωση ενός αδιεξόδου να συνεχίσει να είναι πλάνη. Τότε δεν είναι ότι ήταν: εδώ όλες οι λέξεις αδυνατούν να περιγράψουν τι είναι πια, κι από αναγκαιότητα πλέον, από τα αρχαία ακόμα χρόνια, αυτό ονομάζεται Εύρεσις. Ρωτήστε τον κύριο Κλοσσόφσκι μεσιέ Πονταλίς, έναν αληθινό κύριο που ποτέ δεν προσκύνησε κανέναν νεκρό όπως εσείς το Μέγα Ασύνειδητο Θείο σας. Γιατί όταν ο κύριος Κλοσσόφσκι ανακαλύπτει μέσα από τη λέξη τη πλάνη του, Εύρεσις για αυτόν γίνεται η εικόνα. Μια ζωή μέσα στο πένθος μιας απουσίας που πάσχιζε να διακρίνει το μεταξωτό νήμα της ευθύνης απέναντι στην μελαγχολία της προφητείας του εαυτού του, η παράξενη ενόραση που εσείς ονομάζεται ένστικτο και που εμείς γελάμε φριχτά με αυτό, γιατί το ένστικτο δεν είναι άλλο από μια φυσική αντίδραση στη δράση ενός απλού ερεθίσματος και που σε καμία περίπτωση δεν έχει να κάνει με τη δομή και τη δυναμική της σκέψης. Η πληροφορία της άρνησης μεταφέρεται μέσα από τη τάση του νήματος σ’ όλα τα αντικείμενα που με πλάνη ποθήσατε, απολαύσατε ή μισήσατε. Σκεφτείτε λοιπόν έναν άνθρωπο που από πολύ νέος ακόμα συλλαμβάνει το πάθος του ποιητή και το ντύνει με κοστούμια λογοτεχνίας, απο διηγήματα πουκάμισα έως παντελόνια μυθιστορήματα, παπούτσια νουβέλες και θεατρικές καπαρτίνες. Σκεφτείτε όταν μέσα του γεράσει, όταν το νεανικό σφριγηλό του κορμί αλλάξει, όταν γυρίσει σελίδα στο χρόνο η στύση του δέρματος, σκεφτείτε πως ακόμα κι αν τα ρούχα του παλιώσουν αυτό δεν θα είναι παρά αποτέλεσμα της επιθυμίας του σώματός του. Γιατί το σώμα του είναι η ποίηση κι είναι αυτό που δημιουργεί, που φωνάζει ή που σωπαίνει. Σκεφτείται την επιθυμία της μεταποίησης αγαπητέ Πονταλίς, και το γλυκό σούσουρο χαμόγελο του Σαρτρ που ακόμα σκορπάει το υπεύθυνο άρωμά του σαν ανθός μέσα από το τάφο, προς τη φυγή σας. Σκεφτείτε αγαπητέ Πονταλίς πως ότι δεν σας χάρισε ο νεκρός δωροθέτης του επαγγέλματος που ασκείτε- ο μεσιέ Φρόυντ, σας το χάρισε ο κύριος Σαρτρ. Τη φυγή σας. Την ελευθερία σας ν’ ανήκετε όπου εσείς επιθυμείτε, μέσα στο αντίζηλο θυμικό σας…
δυόσμος το θυμάρι
και χασίσι η δάφνη
έλατο η ελιά
και μέσα μας η άμπελος αλάτι
ονειρεύουσα γαία τη γαλήνη
αποτραβιέται η περιμένουσα κίνηση
πλήθος τροπώ το μόνον και κουνιστά κεφάλια
την απλούστευση
των ελατών κοινωνισμών να πασχίζουν
το περιτρεχάμενο ανάπτυγμα του μοδάτου
ως ύφος όλο εμφράγματα στην ερμηνεία των βυθών γεμάτο
την αλλαγή σύσπαση γραφίδας από ένα τρεμουλιαστό χέρι
και την τέχνη για την τέχνη ν’αγαπώ
στο πληθωρικό κομβικό
όπως η τέχνη για τον άνθρωπο
κι ο άνθρωπος για τον συνάνθρωπο
τη συνιστώσα του πράττει…
(συνεχίζεται επί πυρετό)