3,14Νεύσις

Έρωτας + Τέχνη

Αρχείο για Μαρτίου, 2008

Σεβασμός επί κορύφωση

VaVou

Ρέει μέσα μας ο δυόσμος και το θυμάρι

Ρέει μέσα μας το χασίσι και η δάφνη

Ρέει μέσα μας το έλατο και η ελιά

Ρέει μέσα μας η άμπελος και το αλάτι

ποια θαλάσσια γαία ανακατωμένη με πηλό για την αγάπη μίλησε

 χωρίς θεό εν θεώ τη θέα να θρώσκει θρησκεία θηρίων?

Τι άλλο είμαστε εκτός από μυστήριο της αγάπης?

επιστάμεθα την αποκαθίλωση κύριοι

αθώωση των αιμάτων επί σωμάτων όπως το πρόσχομεν φωτοστέφανο πάνω στον καθένα

κι ούτε να φανταστείς το αίμα παρά μονάχα να κοιτάζεις με το μάτι στραμμένο εσώτερα

το κόκκινο κύμα και των λοιπών αισθήσεων τις κορυφώσεις του αμήν

-Πατέρα, όπως και αν σε λένε

τώρα που οι γιορτές των ηλιθίων ετελείωσαν

μπορώ να σ’ ευχαριστήσω

που μ’ ελευθέρωσες

που μας ελευθέρωσες

αλλά τώρα η εποχή έχει αλλάξει αδελφέ μου

ελευθερία δε σημαίνει μόνο αξιοπρέπεια και υπόσταση

αλλά ισότητα δικαίωμα κι ευθύνη

Τι σού λεω ε?

Γιατί αδελφέ μου, πίσω μας έχουμε ένα σωρό πορωμένους

που πουλάνε ιστορία από τηλεοράσεις πανεπιστήμια και θέατρα

πίσω μας έχουμε φανατισμένα κρατίδια χωρίς αξιοπρέπεια χωρίς δικό τους “δ”

παρά “ντ”, χωρίς “κ” παρά “τσ” χωρίς χρόνο

δεν είναι Μακεδονία αλλά ειναι Ματσεντόνια

και τώρα που εδώ στο τόπο της τραγωδίας και του χαμόγελου

βγαίνουν  οι δικοί μας στις Βουλές  και στα παράθυρα και ψέλνουν τον επιούσιο

ο “συντριψισμός” της αγάπης οδηγεί στον κορυμβισμό των ροών μέσα από το παράθυρο του χρόνου

Πατέρα

όταν ο Rodin  άφηνε μέσα σ’ ένα αφινίριστο όγκο βράχου το καλοδουλεμένο χέρι του θεού

όλοι τον έλεγαν τεμπέλη, αλλά ο πιο καλός μελετητής του Μιχαήλ Αγγέλου

δεν ήταν ανεπρόκοπος

αλλά υπεύθυνος απέναντι στους ποιητές.

Γιατί μετά τους πολέμους τα μίση και τις έχθρες

μία είναι η πατρίδα του κόσμου και λέγεται Ελλάδα

κι όχι γιατι ο κάθε αδαής φέρει μια χαζοσημαία με σταυρό και μπλε

αλλά γιατί η Ελλάδα είναι κόμβος συσσωρεύσεων

Όταν ο άνθρωπος έβγαινε μέσα από το στόμα του λιονταριού στην Αφρική

περιπλανώμενος αριστερόστροφα σε κύκλο

επί των ινδιών μέσων ανατολών και επί στεππών

η μικρή ομάδα των ποιητών κατέφθανε επί Δελφών επί Αττικών ουρανών κι επί Μακεδονικών ιαχών Απέλλας

και τούτοι οι αδερφοί, λυπημένοι για την απώλεια των ομόηχων τους κομματιών

επί ινδιών μέσων ανατολών κι επί στεππών

έκραξαν τη φωνή του ανθρώπου προς τον ουρανό, τον ήλιο και το φεγγάρι

κι ήταν τόση η ένταση κι η διαρκεια κι η επανάληψη ετούτου τ’ ουρλιαχτού

π’ ο κορεσμός της σώρευσης

 ίδρυσε το πρώτο της μνήμης  θέατρο

…αλλά ακόμη ήταν νωρίς για στρατευμένη τέχνη

ήταν νωρίς για να μην πολεμούν μεταξύ αδελφών αδέλφια

ήταν νωρίς ακόμα για τον άνθρωπο

κι ήταν μεγάλη η θλίψη για ν’ αντέξει κανείς το θηρίο μέσα στον εαυτό

αλλά ναι

τώρα πια μπορούμε να το προτείνουμε αβιάστα:

ο στρατιώτης ποιητής μόνο με το Σαχτούρη έγινε ποιητής

μην έχεις λοιπόν την εντύπωση πως

επειδή που και που γράφεις κάποιο στίχο

ή επειδή κάποτε ήρθες σ’ επαφή με τον ήχο του πρώιμου τραγουδιού

μην έχεις την εντύπωση πως είσαι ποιητής

αν ποτέ σου δεν τα παράτησες όλα για να τρέξεις

να τρέξεις για να γράψεις

για να σκίσεις και να ξεσκίσεις τα ίδια σου τα γραπτά

μην έχεις την εντύπωση πως είσαι ποιητής

αν ποτέ σου δεν προσπάθησες να ψελλίσεις το “σ’ αγαπώ” ή “το σκάσε σκύλα”

ή “το ποτέ άλλο πια” με τον τρόπο της μοναξιάς

αν ποτέ σου δεν σε χλεύασε έστω και μια στριπτιτζού

αν ποτέ σου δε σου είπε σε λυπάμαι, αστο καλύτερα, τι εισόδημα να χεις εσύ

αν ποτέ ο έρωτας της ζωή σου δεν σε πέρασε για ένα θλιβερό ψεύτη το λιγότερο

χωρίς εσύ να πάψεις το ρυθμό στο γράφειν ούτε στιγμή

μη νομίσεις ότι είσαι ποιητής αν δεν περιπλανήθηκες ποτέ στο πλήθος με τη γενναιότητα της μονάδας

αν ποτέ σου δεν πολέμησες τη ζήλεια όταν ήρθες σ’ επαφή με ποιητές

μη τολμήσεις ν αποκαλέσεις τον εαυτό σου ποιητή επειδή μετέφρασες Μπουκόφσκι και Αρτώ και τώρα ζητάς τα ρέστα

από τέτοιους έχουμε μπόλικους, ολάκερη η γενιά του πολυτεχνείου εξαργυρώνει τις μάρκες της στα καζίνο αυτή τη στιγμή

αλλά δεν έχει σημασία

όσο μέσα σου καίει η παράξενη πετριά που σε φέρνει αντιμέτωπο με τον έρωτα και τη τέχνη

να μη φοβάσαι

όσο ο κόσμος που κοιτάς κυλάει μπροστά σου σαν όνειρο και σαν ψέμα που θέλεις αμέσως μετά να πας να τραβηχτείς στη γωνιά σου και να γράψεις για αυτό

να μη φοβάσαι

να μη φοβάσαι που θα μείνςι μόνο στο τέλος

γιατί είναι πολύ πιθανό

αλλά

να έχεις τη δύναμη να πατάς το πλήκτρο ή να αρπάζεις τη πέννα

όπως πατάει ο κακομοίρης τη σκανδάλη ή αρπάζει ο εραστής τη συνείδηση

να συμβουλεύσε το βιβλίο και ν ακούς τη καρδιά

όπως τρέχει ο λαγός κυνηγημένος ή όπως καρδιά σου είναι παρδαλή

και δε πα να φυσάει κοντρα ο φόβος τους

εσύ τουλάχιστον έχεις την αξιοπρέπεια

χάρην της καθαρής σου φύσης

να καρφώσεις τις λέξεις σου σαν πρόκες

που λέει κι ο Αναγνωστάκης

Αυτή είναι η φωνή σου, αν είσαι Ποιητής

κι ας πεινάς

κι ας είσαι κακομοίρης

πιο πολύ θα πεινάσω

πιο κακομοίρης θα γίνω

και πιο καλά θα σας γράφω να τους λες

Θέλετε λοιπόν να μάθετε τι σημαίνει ουρλιαχτό?

Ορίστε, η καρδιά μου είναι πιο πάνω από τον πόνο

κι ο νους μου δεν υποχωρεί στο κάλεσμα

Ας τα χάσω όλα

Μόνο τρελός! Μονάχα Ποιητής!

Αυτό να λες

 όπως που ξεβολεύεσαι από τη θεσμοθετημένη

όπως πρόκληση στην ύβρη το προσώπο εσύ που φέρνεις

τ’ αποσπασμένο σύμβολο του φετίχ και το κύριο Ντυσάν

γιατί τέχνη αδελφέ μου δεν είναι μόνο ότι ο καλλιτέχνης αποφάσισε ότι είναι τέχνη

αλλά κι ότι η τέχνη αποφάσισε ότι ο άνθρωπος είναι ο Ποιητής

κι όπως η μούσα εξορισμένη από τον Ελικώνα της επέρχεται

κυνηγημένη από θεό αιώνα τώρα στο θνητό και που γυρεύει καταφύγιο

και παίρνει την ανάσα της κερασιάς πηγής μια γούρνα δάκρυ

να τρέψει το ιχώρ σε αίμα κι όχι το κάρβουνο σε χρυσό

πέρα από τις βάρβαρες αλχημείες των εντυπωσιασμένων μάγων

αλλά

για να κυλήσει σύννου το βαθύ τέλμα του χρόνου στην αντίληψη της απώλειας

γιατί μόνο αυτοί που γενναίοι απέναντι στον όλεθρο ανοίγουν τα χέρια διάπλατα και σταυρώνονται γνωρίζουν

τους τρόπους του χαμού στα μονοπάτια της νίκης

και πέρα από τη θέαση του τροπαίου

πως η λέξη “Παράδεισος”  αποκτά σημασία επάνω στο ίδιον προέκτασης Σου

σαν να σουνα ήδη νεκρός μέσα στο όνειρο

κι έφευγες μετατοπισμένος στον οργασμό των αλόγων

και φώναζες από το θάνατο κυνηγημένη

“όπου και να κοιτάξω απελπισμένος έρωτας

όπου κι αν αισθανθώ ποτέ δεν θα ναι το ίδιο

κι ας είναι όλη πλάση μία συμπύκνωση επάνω στο όμοιο

κι ας είναι όλα μια κοινότυπη ιδέα που ξεκινά με τη γέννα”

όπως ο κτηνώδης ταύρος

ο ποδοπατημένος ματαντόρ

η μάνα με το νεκρό παιδί

μορφή της αγκαλιάς σε ένα φωτεισμένο πτώμα

κι ο στρατιώτης που καίγεται σαν ένα σπίτι στο χαράκωμα των συμβιόντων

-Ελπίζω να με συγχωρήσεις όπως κάποτε πενθεί η τέχνη  επάνω στο ερωτικό σώμα

όπως αυτός ο πόνος ειναι σκυμμένος επάνω μας οδυνηρός σαν αλήθεια σακατεμμένου πουνέντε

και στάζει τον ήλιο φωτιά με φωτιά

γιατί στον αληθινό έρωτα η τέχνη παραμονεύει

και δοκιμάζει τις καρδιές μας όπως το Ελευσίνειο μυστήριο

πες, ξέρεις γιατί τάχα η αρχή του Ελευσίνειου λεγόταν Πλάνη και το τέλος Εύρεσις?

πες εδώ μπροστά σε όλους αν μετά τη πλάνη ακόμα μ αγαπάς

πες εδώ μπροστά στα θεμέλια κόκκαλα των νεκρών μας πατέρων ότι με βρήκες

γιατί βλέπω την Άρτεμη γυμνή όπου κι αν είναι

 κι είναι η τιμωρία μου προκατασκευασμένη μεσιέ Ντυσάν

μπορείτε να με φωνάζετε Ακταίωνα 

αλλά δεν είναι τέχνη παρά η αφορμή ενός κυνηγού να λατρέψει το θεό

κυνηγώντας το θεό

την αόρατη Άρτεμις σαν έλαφος ή σαν άρκτος

και την απόσταση του πιστού στον διορατικό δυόσμο

να! μύρισε!

…και την ώρα που με το χέρι σου με ραντίζεις

εγκαταλείπω τη λεία για τη σκιά

πετροβολώ το στοιχειωμένο κάμπο τη νύχτα

κι έχω στον έρωτα αντιτάξει την αλήθεια με πλάνη

γιατί αν ποτέ υπήρξε γιορτή της ειλικρίνειας αυτό είναι η πλάνη

σα να τραβώ το σκέπασμα σου

κι αν με θέλεις γυμνό

ουσιακό τιμωρημένο χαμόγελο

σαν εφευρέτης της αγάπης

για βίαιη έλευση θηρίων σε προσκαλώ να έρθω κοντά

…κι εδώ θα κάνω μια παρέκκλιση αγάπη μου

γιατί θα θεωρήσω το χριστιανισμό συντόμευση προς την εύρεση

απάνθρωπο μαρτυρικό σαν μετάννοια μετά από βάσανο

γιατί  χριστιανός είναι εκείνος που σταυρώνει το θεό με τη σιωπηλή του συγκατάβαση

να γιατί ο θεός πέθανε

όχι γιατί πέθανε ο θεός

αλλά γιατί η θρησκεία πέθανε-

και θρώσκω σημαίνει κοιτώ, αλλά θα το ξέρεις θέλω να φαντάζομαι

τώρα μπορείς να με αποκαλέσεις Εβραίο

αλλά και πάλι δεν είμαι εμμονικός

θα προτιμώ να κοιτώ την Άρτεμη γυμνή να λούζεται

παρά να στέλνω μεταξωτά μηνύματα στην οκταπλή οδό

στη Μέκκα ή στη Γεσθημανή

θεός είναι η φαντασία μου κι εκεί μέσα όλα τα κοιτώ

θρησκεία είναι ο δρόμος από τη πλάνη στην εύρεση

θεός είναι το λαχάνιασμα της γαλήνης μετά από ένα υπέροχο γαμίσι

κι αυτή την υπεροχή την διαποτίζει μόνο με νοσταλγία ο έρωτας

και δεν πρόκειται για μουσείο

παρά μονάχα για την αλήθεια που η τέχνη κοιτάει στη πληγή

το ξεθωριασμένο χαμόγελο της ευτυχίας

όταν η τέχνη παίρνει τη μορφή του αλατιού απέναντι στον τραυματισμένο εαυτό της

 κι αυτό φίλε μου ονομάζεται σπέρμα εντιμότητας.

Αλλά δε λέω

όταν θα μπω στη γιορτή με σάτυρους και με μαινάδες

θα πλανευτώ και θα πλανέψω

αυτό δε σημαίνει ότι το σώμα ξέχασε να ζει εκτός γιορτής.

Πρέπει να ξέρεις ότι το σώμα είναι το πιο προδοτικό μέσο προς την αλήθεια

δε φταίνε οι μορφασμοί

όσο η γλώσσα

…αλλά δεν είναι παρά ένα σύμπτωμα ιδανικό χωρίς ακατανόμαστες αιμορραγίες πτηνών που ψοφάνε μέσα στα χέρια την ζωτική καρδιά των οιήσεων ποιήσεων και που με όλο το θάρρος των αφροδισιακών μανιών ονομάζουν τη καθαρότητα βρωμιά εκείνοι που βάζουν τη μάσκα της ηθικής και του δικαίου και συντάσσουν τις προτάσεις των ερυθρών εντυπώσεων της τρυφερότητας με απαράμιλλη πειθώ. Γιατί είναι εύκολο να κρύβεσαι πίσω από το φάρο των ρηχών περιγραφών του κυρίου Πονταλίς όταν ούτε ο Λακάν αλλά ούτε ο Σαρτρ δεν ήταν το πρόβλημα αλλά ήταν ο Λακάν κι ήταν ο Σαρτρ  το πρόβλημα του ψυχαναλυτή, σκοτώστε το πανεπιστήμιο όταν έγραφε η ασυνείδησή του για να ανθήσει το πανεπιστήμιο μέσα από τις στάχτες των γραμμάτων του Αρτώ προς τους κυρίους του πνεύματος σαν γκιλοτίνα ξανά, γιατί όταν ο κύριος με το μαγνητόφωνο εγκατέλειπε το Les Temps Modernes μετά την επιμονή του Σαρτρ να εκθέσει ο κύριος με το μαγνητόφωνο τον κύριο με το μαγνητόφωνο, αυτός ο χαριτωμένος λευκόμαλλος παππούλης με τα ζεστά μεθυσμένα μάγουλα μπεκρή που φεύγει αργά το βράδυ από τη ταβέρνα τραβώντας το δρόμο του χαμού για ένα σπίτι που τρεκλίζει για  ενα κρεβάτι όπου δεκαετίες αργότερα με το μικρό του γερασμένο πουλί θα ασελγεί επάνω στο ερωτικό σώμα της ποίησης μέσα από παράθυρα και φράσεις κλεμμένες μέσα απο τον υπαρξιστικό σουρεαλισμό των αισθαντικών ευθυνών του και θα ρωτάει τα παιδιά να εξηγήσουν τι είναι ο εφιάλτης και τι το όνειρο, γιατί τα παιδιά μόνο μπορούν να πουν ότι το όνειρο είναι ότι μένει μέσα στο κεφάλι και εφιάλτης ότι έρχεται μέσα στο δωμάτιο, τότε ο κύριος Πονταλίς θα συμπεριφέρεται δανεικός ανθός μιας γοητείας ώσης  της μεθόδου της λέξης, και τότε εγώ και κάθε άξεστος πνευματώδης κάφρος σαν και του λόγου μου θα πρέπει να συνταυτίσει το φαίνεσθαι με το είναι προκειμένου να ικανοποιήσει στον κύριο Πονταλίς το αστοιχείωτο φροϋδικό αίτημα για έναν Μερλο-Ποντύ χωρίς Χουσέρλ,  δηλαδή για ένα ερέθισμα χωρίς είναι όπως μια συνείδηση κενή από περιεχόμενο, ετοιμοπαράδοτη προς το ιδεώδες της ταυτότητας είναι αυτό που είναι, άρα ακόμα ένα βρέφος, μια στάλα σκέψης πιο κάτω από τη θεία μανία ενός παιδιού που λατρεύει τυφλά το πατέρα κι αφουγκράζεται χωρίς πρόσωπο τη μητέρα. Η διαφορά μας με εσάς λοιπόν κύριοι μύριοι όσοι φροϋδικοί και ψυχαναλυτές, είναι ότι τα δικά μας ψεύδη τα ξεστομίζουμε με απόλυτη επίγνωση της πλάνης που προκαλούμε στο ίδιον και στον άλλον ενώ εσείς, υπνωτισμένοι εξόριστοι του Ύπνου, με πλήρη άγνοια κι ως εκ τούτου, επικίνδυνοι. Γιατί πρέπει να ξέρετε πως έρωτας πρώτα απ’ όλα σημαίνει πλάνη, βύθισμα στους τόπους της ευδαιμονίας, κι αμέσως μετά, στην διαδοχή της άρνησης του πρώτου του εαυτού, μέσω της αλήθειας του εντυπωμένου στο είναι, δεν είναι πλάνη, αλλά η διαπίστωση ενός αδιεξόδου να συνεχίσει να είναι πλάνη. Τότε δεν είναι ότι ήταν: εδώ όλες οι λέξεις αδυνατούν να περιγράψουν τι είναι πια, κι από αναγκαιότητα πλέον, από τα αρχαία ακόμα χρόνια, αυτό ονομάζεται Εύρεσις. Ρωτήστε τον κύριο Κλοσσόφσκι μεσιέ Πονταλίς, έναν αληθινό κύριο που ποτέ δεν προσκύνησε κανέναν νεκρό όπως εσείς το Μέγα Ασύνειδητο Θείο σας. Γιατί όταν ο κύριος Κλοσσόφσκι ανακαλύπτει μέσα από τη λέξη τη πλάνη του, Εύρεσις για αυτόν γίνεται η εικόνα. Μια ζωή μέσα στο πένθος μιας απουσίας που πάσχιζε να διακρίνει το μεταξωτό νήμα της ευθύνης απέναντι στην μελαγχολία της προφητείας του εαυτού του, η παράξενη ενόραση που εσείς ονομάζεται ένστικτο και που εμείς γελάμε φριχτά με αυτό, γιατί το ένστικτο δεν είναι άλλο από μια φυσική αντίδραση στη δράση ενός απλού ερεθίσματος και που σε καμία περίπτωση δεν έχει να κάνει με τη δομή και τη δυναμική της σκέψης. Η πληροφορία της άρνησης μεταφέρεται μέσα από τη τάση του νήματος σ’ όλα τα αντικείμενα που με πλάνη ποθήσατε, απολαύσατε ή μισήσατε. Σκεφτείτε λοιπόν έναν άνθρωπο που από πολύ νέος ακόμα συλλαμβάνει το πάθος του ποιητή και το ντύνει με κοστούμια λογοτεχνίας, απο διηγήματα πουκάμισα έως παντελόνια μυθιστορήματα, παπούτσια νουβέλες και θεατρικές καπαρτίνες. Σκεφτείτε όταν μέσα του γεράσει, όταν το νεανικό σφριγηλό του κορμί αλλάξει, όταν γυρίσει σελίδα στο χρόνο η στύση του δέρματος, σκεφτείτε πως ακόμα κι αν τα ρούχα του παλιώσουν αυτό δεν θα είναι παρά αποτέλεσμα της επιθυμίας του σώματός του. Γιατί το σώμα του είναι η ποίηση κι είναι αυτό που δημιουργεί, που φωνάζει ή που σωπαίνει. Σκεφτείται την επιθυμία της μεταποίησης αγαπητέ Πονταλίς, και το γλυκό σούσουρο χαμόγελο του Σαρτρ που ακόμα σκορπάει το υπεύθυνο άρωμά του σαν  ανθός μέσα από το τάφο, προς τη φυγή σας. Σκεφτείτε αγαπητέ Πονταλίς πως ότι δεν σας χάρισε ο νεκρός δωροθέτης του επαγγέλματος που ασκείτε- ο μεσιέ Φρόυντ, σας το χάρισε ο κύριος Σαρτρ. Τη φυγή σας. Την ελευθερία σας ν’ ανήκετε όπου εσείς επιθυμείτε, μέσα στο αντίζηλο θυμικό σας…

δυόσμος το θυμάρι

και χασίσι η δάφνη

έλατο η ελιά

και μέσα μας η άμπελος αλάτι

ονειρεύουσα γαία τη γαλήνη

αποτραβιέται η περιμένουσα κίνηση

πλήθος  τροπώ το μόνον και κουνιστά κεφάλια

την απλούστευση 

των ελατών κοινωνισμών να πασχίζουν

το περιτρεχάμενο ανάπτυγμα του μοδάτου

ως ύφος όλο εμφράγματα στην ερμηνεία των βυθών γεμάτο

την αλλαγή σύσπαση γραφίδας από ένα τρεμουλιαστό χέρι

και την τέχνη για την τέχνη ν’αγαπώ

στο πληθωρικό κομβικό

όπως η τέχνη για τον άνθρωπο

κι ο άνθρωπος για τον συνάνθρωπο

τη συνιστώσα του πράττει…

(συνεχίζεται επί πυρετό)

Με τυχαιότητα σκίτσων (μέρος ΙΙΙ)

VaVou

 http://vids.myspace.com/index.cfm?fuseaction=vids.individual&videoID=5006786

http://www.youtube.com/watch?v=beyvV02cFqg

αυτο το κείμενο αφιερώνεται στη συνέντευξη του αξιότιμου κ. Γεωργουσόπουλου που έδωσε στο blog  Ροϊδη Εμμονές και έχει σκοπό είτε να συνετήσει και τους δυο, είτε να τους σπρώξει ακόμα περισσότερο προς την ανοησία της ανοησίας τους, αφού έχοντας μελετήσει κι οι δυο τόσο καλά την ελληνική ιστορία έχουν λησμονήσει λόγω φορτωμένης ιστορικής λεπτομέρειας το γεγονός ότι πέραν από αμνήμονο μεταμοντέρνο καρακιτσαριό, υπάρχει και αυτό με μνήμη που ελπίζω να μην τους ανήκει κι έτσι να ξεχαστεί γρήγορα αυτή η συνέντευξη του οπισθωδρομισμού ή να την υπερβούν λέγοντάς της αντίο….

“Ο Βαν Γκογκ είχε δίκιο όταν παρατηρούσε πως η μέθοδος που διάλεξε μπορούσε να συγκριθεί με τη μέθοδο του γελοιογράφου. Η γελοιογραφία υπήρξε πάντα εξπρεσιονιστική, επειδή ο γελοιογράφος παίζει με το στοιχείο της ομοιότητας και το παραμορφώνει για να δείξει τι ακριβώς σκέφτεται για το θύμα του και γενικότερα για τον συνάνθρωπό του….ωστόσο, ο ίδιος ο Γκογκ, έπεσε θύμα της εποχής του. Κυκλοφορούσε στους καλλιτεχνικούς κύκλους κι όλοι τον θεωρούσαν ένα αλλαζονικό βλαμμένο μακρυά από την ιστορία της πατρίδας του” E.H. Gombrich, το χρονικό της Τέχνης, εκδ. μορφωτικό ίδρυμα εθνικής τραπέζης

“ο κορυμβισμός έχει καταβολές στην αρχαία ελληνική σάτυρα κι αν σας πω γιατί ο Σεφέρης είναι ένας μεταμοντέρνος πρηνιστής πατέρας θα λιποθυμήσετε απ’ το κακό σας” VaVou ή αλλιώς: ένα μεταμοντέρνο βλαμμένο

β) ο λυπημένος καρδιογράφος

στη πρώτη ανοιξιάτικη πανσέληνο των λύκων

βιβλίο αισθήσεων ξεφυλλίζει τον αναγεννησιακό του διαφωτισμό

 πάλι στην πρώτη προσευχή του αιδοίου

όταν αργότερα θα συλλαμβάνουμε την έννοια σαν έννοια μιας εκκλησίας μακρύτερων θεών

θεού την ευλογία για μεταξένιες πόρπες αδριάντες π’ ονομάσαμε  ένα βράδυ έρωτας

όταν μέσα στα στήθια σου θα κραδαίνουμε το πουκάμισο που άφησε πίσω του ένας σεμνός ξεριζωμός

από το 12 στο 3 και μετά στο μηδέν

Είναι

γ) Και μετά το μηδέν τι?

 Δεν υπάρχει ποίηση της ήττας

παρά μονάχα η τόλμη του δημιουργού

για τροφή στη δυστυχία

ο καταραμένος ζωγράφος σαγηνευμένος στο απόλυτο

με τον ευάλωτο ουμανισμό του

στην απαράμιλλη γονιμότητα

πάνω σε διστακτικές ρανίδες αίματος

στα δρομολόγια της δυστυχίας

στο ανάγλυφο των αισθήσεων

τι βουτιά στη νεκρόπολη των παραδόσεων

-γιατί να ξέρετε, πως όταν μια γενιά αδρανή στην ευγένεια

τίποτα δε παραδίδει στην επόμενη.

Και Τώρα σειρά έχουμε εμείς

δ) βρωμερό Βυζάντιο

Θα σου κρεμάσω το κουτάλι αν αργήσεις

θα φτιάξω μια τρύπα στην άκρη της λαβής και θα το κρεμάσω στο τοίχο

…και τώρα που άργησα πατέρα

έρχομαι να γκρεμίσω το τοίχο

και να σου πω  απλά

πόσο σ’ αγαπώ

ε) γελοιογραφίες θα πείτε

τρεις μοιχαλίδες κάθονται σε θέση πεταλούδας υπό το άγρυπνο

το πινέλο δέρνει χώρο στο σώμα γυναίκας που γδύνεται

κι η παναγιά των ατελιέ αφουγκράζεται το μουνί της

μέσα σε πνικτικούς μουσικούς με τεράστια τριχωτά χέρια

κι όλοι τρώνε σάντουιτς με μορταδέλα

κάποιος ρεύεται

και το βιβλίο των αισθήσεων αλλάζει σελίδα

κάτσε καλά και άνοιξε τα πόδια σου

άσε το μαστό να κρεμαστεί αμπέλι πάνω από τη πηγή

και άνοιξέ το καλά

και κάνε το χέρι σου κληματαριά

να σκιάσεις την αιτιά όλων των υγρών

ζ) ημερολόγιο ενός λύκου

έγραψα τη λέξη ελευθερία με έρωτα

και τώρα το ουρλιαχτό

χαράσσει στη νύχτα

με χιόνι

με ποτάμι

και δέντρο

έναν ποιητή

μέσα στην αίσθηση

την αποπλάνηση

και τη κορύφωση

η) Κυνηγημένος από καλούς ανθρώπους κατά σύμβαση

My soul is hunted by normal people that you love to join, by people that you call nice people

κι έγραψα στο αίμα της ψυχής μου

ένα κάλεσμα π’ ορμούσε στους ουρανούς σαν ουρλιαχτό

και πίσω στο χώμα

το τραγούδι της Νύχτας χάραζε ξανά στο χιόνι

στο ποτάμι

και στο δέντρο

έναν ποιητή

θ) Κοινότυπο τέλος κι η νέα Τέχνη

δεν θα κόψω το αυτί μου

δεν θα φουντάρω από το μπαλκόνι

δεν θα λιώσω στη πρέζα

δεν θα κρεμαστώ κι ούτε θα τινάξω τα μυαλά μου στον αέρα μια ωραία πρωία

Δεν θα χάσω τα συκώτια μου

κι ούτε από σύφιλη θα πάω

 να γεράσω δε θέλω

και να αποκάνω νέος είναι μάταιο

κι είμαι δυστυχισμένος τόσο

μου έχετε όλους τους ένδοξους τρόπους για να πεθάνω κλέψει

για αυτό βουλώστε το

επειδή δεν έχω τι να κάνω

θα δημιουργήσω μια νέα τέχνη

 επάνω στα πτώματα και τα βραβεία σας

ι)

Μόνο που μ’ ενδιαφέρει

να χαράξω τη λέξη ελευθερία

επάνω στην ευθύνη

και πάνω στο παιχνίδι

με πιο βαθιά γράμματα

απ’ ότι αιώνες τώρα σκαλίζει

η θάλασσα

στο βράχο

τον έρωτά της

κ)

…και παίρνω τη κιμωλία που αδράττεις μέρες τώρα

χαράσσω και γω κάποιες σεμνές γραμμές επάνω στο δρόμο

φεύγω και πάω σπίτι

και κοιμάμαι

για να μετρώ στο όνειρο

 ένα ένα τ’ αμάξια

τους περαστικούς

και τις βροχές που με σβήνουν

λ)

Μετά από πολλές γνώριμες σιωπές στο σύννεφο

ακούω τη γυναίκα να κλαίει την ισχύ

με το λυγμό της τρίζει τα θεμέλια της δύναμης της

που με  φόβο και με ψέμα

με πονηριά και με κρυφτό

έχτισε δικαίωμα

στο να είναι άνθρωπος

πολιτικό ζώο.

Αργότερα επιστρέφω και γω στο δικό μου

και τότε ακόμα κι η θλίψη γίνεται συναρμογή

και τώρα

το έλατο

το ύψωμα

ο δρόσος

ουρλιάζουν όλα μαζί μου το σκοτάδι

βυθισμένα τα μέρη του ωραίου στους κρατήρες του φεγγαριού

για να μπορώ να φλερτάρω το θάνατο μου με την ορμή του νιάτου

όχι, όχι- ακόμα δεν ήρθε η ώρα της μεγάλης μοναξιάς!

μ)

Την εκκλησία την ακούω χιλιάδες χρόνια τώρα να υστερεί του θεού της

Ρίχνομαι κάτω στον άνθρωπο- ακόμα νιώθω εκείνο το ζεστό όργανο να πάλει αίμα

χτυπάει ένα ρυθμό που τα ψηλά βουνά με περιφρόνηση ονομάζουν ελπίδα

κι ο ανθρωπάκος παράδοση.

Κι είναι ο έρωτας αυτός που συγκινεί τους θεούς

και πάνω σε κάθε άγαλμα τραγωδίας

για ένα χαμόγελο που συγκλίνει στην αφή

κάνουμε Τέχνη τα ελαττώματα της καρδιάς μας

ν)  Άγιος Μπεκρής Παράφρονας

Έρχομαι να σκύψω πάνω από το ποτό μου τώρα,

με τη γοητεία του δανδή αν έρχομαι

με το χλευασμό ενός γελοίου τώρα

και με τον έρωτά σου είμαι ένα παιδικό αύριο

κι έρχομαι να σκύψω πάνω από το ποτό σου τώρα,

με τη προσευχή ενός πιστού είμαι τώρα,

με το τιτίβισμα του μελλοθάνατου καναρινιού στο διάφανο κλουβί του κόσμου

και με σεμνότητα κοινότυπου λουλουδιού σκαλίζω το χώμα

Κι έρχομαι να σκύψω πάνω από το ποτό μας τώρα

με τις άκρες των ριζών μεθυσμένες μες το ψίθυρο

για να παραπατούν οι κλώνοι του στον άνεμο

για να κοιμάται τ’ όνειρο στη παλάμη του φύλλου

για να διαδίδει στον ήλιο άρωμα σαν επιβράβευση της φωτιάς σου

TEΛΙΚΗ ΑΝΑΣΚΟΠΗΣΗ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΗ ΝΕΑ ΤΕΧΝΗ: …και σας ερωτώ κύριοι ειδικοί του πνεύματος και κύριοι θεωρητικοί της τέχνης, σας κάνω μια πολύ απλή ερώτηση κύριοι, τι τάχα προηγείται σαν πιο σημαντικό, το αίμα ή το χρώμα του? Γιατί αν προηγείται το αίμα, τότε η τέχνη, η γνώση κι η ευγένεια δεν έχουν προχωρήσει ούτε σπιθαμή από την εποχή του κλασσικισμού, και τότε μεγέθη όπως ο ρατσιμός, ο φοβισμός, ο φασισμός της καταγωγής που λιντσάρει αντί να μας αποκαλύπτει, ο φαλλοκρατισμός, ο αντιστροφος ρατσισμός, ο βανδαλισμός, η γονική παροχή των εξουσιών, η ακατάσχετη αδιαφορία των κυβερνήσεων έναντι των πολιτών τους,  όλη αυτή η βαρβαρότητα κι όλη αυτή η αγνωμοσύνη που με βρωμιά κι αδιαφορία ισοπεδώνουν το κόσμο και μετατρέπουν το κόκκινο αίμα  σε κίτρινο αίμα δικαιολογείται απόλυτα… Πείτε μας κύριοι, έχετε ποτε σας δει κίτρινο αίμα? Ξέρετε τι σήμαντρο θα σημάνει αν το αίμα κάτω από τις πέτσες μας μετατραπεί σε κίτρινο? Με ποιο τρόπο θα σταθεί η ομορφιά αν εξαλείψουμε το χρώμα της ξέρετε? Το ότι έχουμε κόκκινο αίμα κάτω από τη διαφορετικότητα των σχημάτων που παίρνει, αυτό μας ενώνει κύριοι εσείς του πνεύματος και κύριοι μέντορες της τέχνης, γιατί αλλιώς τρέχει το αίμα του Κινέζου κι αλλιώς του Θιβετιανού, αλλιώς τρέχει το αίμα του Δημήτρη κι αλλιώς της Μαρίας, αλλά μέσα στο ανισόπεδο τρεχαλητό του αποτυπώματος, για κάθε ζωντανή καρδιά το αίμα παραμένει κόκκινο. Αυτό μας ενώνει κι αυτό είναι η τελευταία μας αισιοδοξία απέναντι στο όνειρο της ομορφιάς. Μας ενώνει το κοινό μας  χρώμα μέσα στα έγκατα των ζωτικών μας οργάνων και μ’ αυτό το τελευταίο κηρύσσω επίσημα την έναρξη της νέας τέχνης και της νέας φιλοσοφίας, τον υπερπρηνισμό και τον κορυμβισμό, κηρύσσω επίσημα το τέλος της αποδόμησης του Derrida ακριβώς γιατί η αποδόμηση είναι εργαλείο κι ως μέσο εξόρυξης και λείανσης δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι το πνευματικό οικοδόμημα του μεταμοντερνισμού, όπως ο κλασσικισμός είναι βάση κι όχι το επιστέγασμα του έτσι κι η αποδόμηση είναι ένα από τα αρχιτεκτονικα μας εργαλεία. Κηρύσσω επίσημα την κομβική τέχνη ως την τέχνη των συσσωρεύσεων όλων των ρευμάτων αίματος κάτω από το κοινό κόκκινο χρώμα τους, κάτω από τον ουρανό κι υπό τον ήλιο, πάνω από τις θάλασσες και πάνω στα χώματα, ήρθε η εποχή της βάναυσης τρυφερότητας, ήρθε η πέμπτη εποχή των καιρών.

και λίγα Γαλλικά- Αlmbert Camus

l_9c58ef90f69d6acabc1cd80d90dd13c8.jpgAlbert Camus The Nobel Prize in Literature 1957 Banquet Speech Albert Camus’ speech at the Nobel Banquet at the City Hall in Stockholm, December 10, 1957 Sire, Madame, Altesses Royales, Mesdames, Messieurs, En recevant la distinction dont votre libre Académie a bien voulu m’honorer, ma gratitude était d’autant plus profonde que je mesurais à quel point cette récompense dépassait mes mérites personnels. Tout homme et, à plus forte raison, tout artiste, désire être reconnu. Je le désire aussi. Mais il ne m’a pas été possible d’apprendre votre décision sans comparer son retentissement à ce que je suis réellement. Comment un homme presque jeune, riche de ses seuls doutes et d’une œuvre encore en chantier, habitué à vivre dans la solitude du travail ou dans les retraites de l’amitié, n’aurait-il pas appris avec une sorte de panique un arrêt qui le portait d’un coup, seul et réduit à lui-même, au centre d’une lumière crue ? De quel cœur aussi pouvait-il recevoir cet honneur à l’heure où, en Europe, d’autres écrivains, parmi les plus grands, sont réduits au silence, et dans le temps même où sa terre natale connaît un malheur incessant ? J’ai connu ce désarroi et ce trouble intérieur. Pour retrouver la paix, il m’a fallu, en somme, me mettre en règle avec un sort trop généreux. Et, puisque je ne pouvais m’égaler à lui en m’appuyant sur mes seuls mérites, je n’ai rien trouvé d’autre pour m’aider que ce qui m’a soutenu tout au long de ma vie, et dans les circonstances les plus contraires : l’idée que je me fais de mon art et du rôle de l’écrivain. Permettez seulement que, dans un sentiment de reconnaissance et d’amitié, je vous dise, aussi simplement que je le pourrai, quelle est cette idée. Je ne puis vivre personnellement sans mon art. Mais je n’ai jamais placé cet art au-dessus de tout. S’il m’est nécessaire au contraire, c’est qu’il ne se sépare de personne et me permet de vivre, tel que je suis, au niveau de tous. L’art n’est pas à mes yeux une réjouissance solitaire. Il est un moyen d’émouvoir le plus grand nombre d’hommes en leur offrant une image privilégiée des souffrances et des joies communes. Il oblige donc l’artiste à ne pas se séparer ; il le soumet à la vérité la plus humble et la plus universelle. Et celui qui, souvent, a choisi son destin d’artiste parce qu’il se sentait différent apprend bien vite qu’il ne nourrira son art, et sa différence, qu’en avouant sa ressemblance avec tous. L’artiste se forge dans cet aller retour perpétuel de lui aux autres, à mi-chemin de la beauté dont il ne peut se passer et de la communauté à laquelle il ne peut s’arracher. C’est pourquoi les vrais artistes ne méprisent rien ; ils s’obligent à comprendre au lieu de juger. Et s’ils ont un parti à prendre en ce monde ce ne peut être que celui d’une société où, selon le grand mot de Nietzsche, ne règnera plus le juge, mais le créateur, qu’il soit travailleur ou intellectuel. Le rôle de l’écrivain, du même coup, ne se sépare pas de devoirs difficiles. Par définition, il ne peut se mettre aujourd’hui au service de ceux qui font l’histoire : il est au service de ceux qui la subissent. Ou sinon, le voici seul et privé de son art. Toutes les armées de la tyrannie avec leurs millions d’hommes ne l’enlèveront pas à la solitude, même et surtout s’il consent à prendre leur pas. Mais le silence d’un prisonnier inconnu, abandonné aux humiliations à l’autre bout du monde, suffit à retirer l’écrivain de l’exil chaque fois, du moins, qu’il parvient, au milieu des privilèges de la liberté, à ne pas oublier ce silence, et à le relayer pour le faire retentir par les moyens de l’art. Aucun de nous n’est assez grand pour une pareille vocation. Mais dans toutes les circonstances de sa vie, obscur ou provisoirement célèbre, jeté dans les fers de la tyrannie ou libre pour un temps de s’exprimer, l’écrivain peut retrouver le sentiment d’une communauté vivante qui le justifiera, à la seule condition qu’il accepte, autant qu’il peut, les deux charges qui font la grandeur de son métier : le service de la vérité et celui de la liberté. Puisque sa vocation est de réunir le plus grand nombre d’hommes possible, elle ne peut s’accommoder du mensonge et de la servitude qui, là où ils règnent, font proliférer les solitudes. Quelles que soient nos infirmités personnelles, la noblesse de notre métier s’enracinera toujours dans deux engagements difficiles à maintenir : le refus de mentir sur ce que l’on sait et la résistance à l’oppression. Pendant plus de vingt ans d’une histoire démentielle, perdu sans secours, comme tous les hommes de mon âge, dans les convulsions du temps, j’ai été soutenu ainsi : par le sentiment obscur qu’écrire était aujourd’hui un honneur, parce que cet acte obligeait, et obligeait à ne pas écrire seulement. Il m’obligeait particulièrement à porter, tel que j’étais et selon mes forces, avec tous ceux qui vivaient la même histoire, le malheur et l’espérance que nous partagions. Ces hommes, nés au début de la première guerre mondiale, qui ont eu vingt ans au moment où s’installaient à la fois le pouvoir hitlérien et les premiers procès révolutionnaires, qui furent confrontés ensuite, pour parfaire leur éducation, à la guerre d’Espagne, à la deuxième guerre mondiale, à l’univers concentrationnaire, à l’Europe de la torture et des prisons, doivent aujourd’hui élever leurs fils et leurs œuvres dans un monde menacé de destruction nucléaire. Personne, je suppose, ne peut leur demander d’être optimistes. Et je suis même d’avis que nous devons comprendre, sans cesser de lutter contre eux, l’erreur de ceux qui, par une surenchère de désespoir, ont revendiqué le droit au déshonneur, et se sont rués dans les nihilismes de l’époque. Mais il reste que la plupart d’entre nous, dans mon pays et en Europe, ont refusé ce nihilisme et se sont mis à la recherche d’une légitimité. Il leur a fallu se forger un art de vivre par temps de catastrophe, pour naître une seconde fois, et lutter ensuite, à visage découvert, contre l’instinct de mort à l’œuvre dans notre histoire. Chaque génération, sans doute, se croit vouée à refaire le monde. La mienne sait pourtant qu’elle ne le refera pas. Mais sa tâche est peut-être plus grande. Elle consiste à empêcher que le monde se défasse. Héritière d’une histoire corrompue où se mêlent les révolutions déchues, les techniques devenues folles, les dieux morts et les idéologies exténuées, où de médiocres pouvoirs peuvent aujourd’hui tout détruire mais ne savent plus convaincre, où l’intelligence s’est abaissée jusqu’à se faire la servante de la haine et de l’oppression, cette génération a dû, en elle-même et autour d’elle, restaurer, à partir de ses seules négations, un peu de ce qui fait la dignité de vivre et de mourir. Devant un monde menacé de désintégration, où nos grands inquisiteurs risquent d’établir pour toujours les royaumes de la mort, elle sait qu’elle devrait, dans une sorte de course folle contre la montre, restaurer entre les nations une paix qui ne soit pas celle de la servitude, réconcilier à nouveau travail et culture, et refaire avec tous les hommes une arche d’alliance. Il n’est pas sûr qu’elle puisse jamais accomplir cette tâche immense, mais il est sûr que partout dans le monde, elle tient déjà son double pari de vérité et de liberté, et, à l’occasion, sait mourir sans haine pour lui. C’est elle qui mérite d’être saluée et encouragée partout où elle se trouve, et surtout là où elle se sacrifie. C’est sur elle, en tout cas, que, certain de votre accord profond, je voudrais reporter l’honneur que vous venez de me faire. Du même coup, après avoir dit la noblesse du métier d’écrire, j’aurais remis l’écrivain à sa vraie place, n’ayant d’autres titres que ceux qu’il partage avec ses compagnons de lutte, vulnérable mais entêté, injuste et passionné de justice, construisant son œuvre sans honte ni orgueil à la vue de tous, sans cesse partagé entre la douleur et la beauté, et voué enfin à tirer de son être double les créations qu’il essaie obstinément d’édifier dans le mouvement destructeur de l’histoire. Qui, après cela, pourrait attendre de lui des solutions toutes faites et de belles morales ? La vérité est mystérieuse, fuyante, toujours à conquérir. La liberté est dangereuse, dure à vivre autant qu’exaltante. Nous devons marcher vers ces deux buts, péniblement, mais résolument, certains d’avance de nos défaillances sur un si long chemin. Quel écrivain, dès lors oserait, dans la bonne conscience, se faire prêcheur de vertu ? Quant à moi, il me faut dire une fois de plus que je ne suis rien de tout cela. Je n’ai jamais pu renoncer à la lumière, au bonheur d’être, à la vie libre où j’ai grandi. Mais bien que cette nostalgie explique beaucoup de mes erreurs et de mes fautes, elle m’a aidé sans doute à mieux comprendre mon métier, elle m’aide encore à me tenir, aveuglément, auprès de tous ces hommes silencieux qui ne supportent, dans le monde, la vie qui leur est faite que par le souvenir ou le retour de brefs et libres bonheurs. Ramené ainsi à ce que je suis réellement, à mes limites, à mes dettes, comme à ma foi difficile, je me sens plus libre de vous montrer pour finir, l’étendue et la générosité de la distinction que vous venez de m’accorder, plus libre de vous dire aussi que je voudrais la recevoir comme un hommage rendu à tous ceux qui, partageant le même combat, n’en ont reçu aucun privilège, mais ont connu au contraire malheur et persécution. Il me restera alors à vous en remercier, du fond du cœur, et à vous faire publiquement, en témoignage personnel de gratitude, la même et ancienne promesse de fidélité que chaque artiste vrai, chaque jour, se fait à lui-même, dans le silence.

ανακοίνωση

Λογοτεχνική βραδιά με Bloggers και άλλα μαρτύρια


Δεν φτάνει που κάθε τόσο postaroume τα «διαμάντια» μας, υποβάλλοντάς σας στο μαρτύριο να τα διαβάσετε, αποφασίσαμε να επεκτείνουμε την γκάμα των βασανιστηρίων διοργανώνοντας Βραδιά Ανάγνωσης.

Με αφορμή την ημέρα ποίησης, λοιπόν, την Πέμπτη 20/3 στις 21:00 στο Dasein (Σολωμού 12, Πλατεία Εξαρχείων) θα διαβάσουμε διηγήματα και ποιήματά μας.
Συμμετέχουν: CandyBlue, Vita Mi Barouak, Al Barouak, Nuwanda, Renton, Markos the gnostic.

Εγώ προσωπικά θα διαβάσω, το μοσχαναθρμένο, παραπονιάρικο μαύρο πρόβατο της συλλογής μου, τoν «Porn Star».

Με βλέπω να γίνομαι ντέφι για να το ξεράσω επιτυχώς.
Σας περιμένουμε να ανταλλάξουμε λέξεις και βλέμματα, όσο για μετά…
Εξαρτάται από την ποσότητα του αλκοόλ που θα κυλάει στο αίμα μας.

Αντί ΥΓ.
«Ένα πρόσωπο μόνο του δεν μπορεί να κάνει τέχνη. Εξαρτάται πάρα πολύ από το να υπάρχει η δυνατότητα ανταλλαγής ιδεών με τους άλλους!»
Μαξ Έρνστ

Το δωμάτιο (απολογητική νουβέλα)

VaVou

κατόπιν πολλών σας παραπόνων για τη μορφή που δημοσιευθηκε το δωμάτιο αφού ήταν δυσαναγνωστη η μορφη του κειμένου(δεν το χώρεσε όλο η wordpress) δημοσιεύεται ξανά με link σε αρχείο doc.

to-%ce%b4%cf%89%ce%bc%ce%ac%cf%84%ce%b9%ce%bf.doc

τανυστής του άνω

VaVou

Το πρόβλημα με το να είσαι Άνθρωπος

είναι πως

όταν σηκώνεις το βλέμμα

να κοιτάξεις ψηλά

μαζί

σηκώνεται κι η μύτη

δυνητικός πόνος-ο ιερός νόμος της ανταπόδοσης

VaVou 

 

χώσιμο νυχιών στους Δελφούς

 

ματία στη πόρτα κι η πόρτα ανοίγει

 

απλώνεται σε δωμάτιο με θέα Γαλαξίδι ένα μπαλκόνι

 

που το σάλεμα της σάρκας στέκεται στην άκρη

 

και ξεσχίζει εαυτόν με κρίσεις πανικού από δάκρυ κροκό-δειλού

 

κι ο αδαής εμφανής εκλιπαρεί για βοήθεια στο φουαγιέ

 

κι ένας καλοθελητής τέκτονας από τη Κοπενγχάγη προσφέρεται

 

 με ψηλαφίσματα 

 

ήττοι  φυρονεριές

 

 μορφών

 

όπως αδέξιο δαιμόνιον ψαρεύει

 

 

σκυμμένη πάνω απ’ το ποτάμι των ηδονών

 

 όπως που τ-έρπεται τον άντρα η θηλυκότητα

 

 να μην τολμήσει να αρνηθεί οσμές 

 

ο ακολουθητής εξ Αθηνών το αιδοίον

 

για να πάψει ο διάχυτος αγαθός

 

να σκέφτεται

 

λεπτές αποχρώσεις 

 

φυσερά

 

βροντερά,

 

τα επιφανεί 

 

 τον στρατευμένο ήχο 

 

όταν ηχεί

 

ο φαροφύλαξ της αγαπης

 

εγερτήριο τις λέξεις

 

(Μέσα στον τάμα-ταμ ρυθμό, κρύβεται  πανώραια λεπτότητα Ψυχής-ποιος το είπε αυτό?

 

Το ψυχομαχητό μας εκεί-κι αυτό?

 

παλμός  από κόσμο, αυτό

 

 να ανακαλύψει  που σέρνεται στο τρόμο της σιωπής η θλίψη 

 

αν Υπάρχει  έξω απαλό ,

 

ζωντανό

 

 αθώο

 

ήρεμο 

 

 Ένα καταφατικό νεύμα

 

που να κρατάει περισσότερο

 

από μια απλή ανταπόδωση

 

που χτίστηκε πάνω σε αυθαίρετες υποθέσεις

 

δήθεν αλλόπιστων φαινομένων

 

 

 

 

 

 

από τη κάλυψη θλίψη

 VaVou

Με παίρνετε μικρό τόσο δα και με χειρονομία ζωής με συρρικνώνετε,

 ανίσκιωτες χαρές όπως μας περιμαζεύουν στo λυτρωμένo χάδι

του πείσματος το μυστηριακό χάδι που ξεφτύζει

κι όλα που γίνονται μόνο πόνος πέρα στο μονοπάτι

εκεί που τελειώνει η μεταμφίεση κι αρχίζει η ευθύνη. 

Τα στόματα του νεκρού αρσενικού είναι τώρα ένα αργυρό δέντρο 

με ασιτία φυλλωσιάς η γύμνια του μαράθηκε κι αυτή

 εσένα όμως σ άγαπώ

σα γρανίτης και σα πλαστελίνη σου αποκρίνομαι.

 και χάνομαι, 

 τώρα σε ποια ρίγη μπορώ να σε συναντήσω χωρίς να κλάψουμε μελόδραμα.

οι φοβίες είναι ο λόγος που αγάπησες

μη φεύγεις με νεκρώσιμα λουλούδια χωρίς να με φιλήσεις στίχους χίλιους,

η αγάπη μου για εσένα  πνεύμα

απολαμβάνει ολόπλευρα σαν  αδερφός μας

όταν τα μάτια σου κάθε πόλεμο ανακινούν

τις μισητές τις τρίχες βελονόσπαρτα.

Η συναρμογή  ανοιγμένο ριπίδι εντυπωσιακής ερημιάς τώρα

για να κραυγάζω να συνάξω ετούτα όλα, 

να πάμε να χαθούμε στον έρωτα

πάνω και κάτω σε παιχνίδια

σ’ αφηρημένα πρόσωπα που συστρέφονται πλήθος  ξαφνικών παραθύρων

ως χιμούσαν, με στρατηγούς χαμόγελου το μόνο.

 Απλούστατα γλόμπους ρευστούς  θυροκίνητους απιελώντας  θα ένιωθα, 

να τρέχεις πέρα από τη στασιμότητα

να μη γίνεσαι η εξάρτηση του φόβου

 προσωπικότητα της κάθε αυγής ένας άλλος Όρμα στα Χάη της Τέχνης

μην υπογράφεις την ανάγκη πατρίδας

του φύλλου της κόκας υιέ μέθα στα κείμενά τον εαυτό

μόνο εσύ το ξέρεις.

Κι οι στεναγμοί της καρδιάς χάνονται στα πλήκτρα του πιάνου

 αγάπη μου  παραλλαγμένη

σ’ ορκίζομαι,

στο λέω,

 ο έρωτας είναι μαζί μας,

 ένας φαλλός κι ένα μαγικό αιδοίο

 μεχρί τα σύνορα των ουρανών στο φλοίσβο που  φουσκώνει πετεινά στο σύννεφο

 πάνω και κάτω μιας μάγισσας Πυθία το αλησμόνητο

από τη κάλυψη θλίψη όλο το βάρος του σφάλματος σηκώνει

για να μοιράσει σε μία πλάτη μοναχά

μια πλανεμένη εντύπωση φωτός που άνηκε σε δύο

…δε πειράζει

ας είναι

λεπτές αποχρώσεις γενναίας καρδιάς (ημιδιάφανο κολάζ)

VaVou 

(για τον πίνακα του Ερνστ Μαχ και τον Σαρτρ)

-Η άρνηση της παρουσίας υπήρξε άρνηση μιας δυνατότητας πέρα από το παρόν της.

–Εκείνος, συνήθιζε κάθε πρωί να πηγαίνει στο ζωντανό μουσείο και να συνομιλεί με τα εκθέματα. Η παρουσία όλων των υπαρξιακών μας θεμάτων υπήρξε η σημασία της ημισελήνου, η άρνηση της πανσέληνου. Σ’ ένα μικρό δωμάτιο χώρο που έμοιαζε με μείγμα μεταμφιεσμένου σεπαρέ σε κλουβί ζωολογικού κήπου, υπήρχε ένα καινούριο έκθεμα που μόλις είχαν φέρει. Στάθηκε μπροστά από τα κάγκελα και κοίταξε μέσα.

-Η ανθρώπινη βούληση παλεύει να καλύψει την έλλειψη αλλά πως θα την υπερβεί μέσα στην εμμένεια μιας αδιάφορης ταυτότητας «είμαι αυτό που είμαι»?

–Υπήρχε ένα κρεβάτι και βυθισμένη μέσα στα πουπουλένια στρώματα ήταν ξαπλωμένη η όμορφη γυμνόστηθη που τον γλυκοκοίταξε με παράπονο.

-Οι δυνητικότητες δένονται άρρηκτα μαζί με τις αυστηρές συνάφειες των αδιάφορων ταυτοτήτων και προκαλούν τα φαινόμενα της διάχυσης, της αέναου μεταβλητότητας, ροές από σημείο σε σημείο, από καθ εαυτώ σε καθ εαυτώ.

–Τα χείλη της ήταν ζαχαρωμένα με μορφίνη και σε κάθε της νύχι ήταν ζωγραφισμένο και από ένα λουλούδι: Ανεμώνη, γαρδένια, κρίνος, καμέλια, παπαρούνα, μαργαρίτα, πανσές, γαζία, μανδραγόρας, υάκινθος. Κράτησε τα χέρια της επιδεικνύοντας του της ζωγραφιές της, καλύπτοντας ένα πρόσωπο μελαγχολικό, κοιτώντας τον σιωπηλά μέσα από τα δάχτυλα.

-Ο κόσμος εμφανίζεται στο εσωτερικό της κυκλοφορίας της εαυτότητας.

–Ο άντρας συνέχιζε να τη κοιτάει παγωμένος, ίσως γιατί κατάλαβε ότι δεν ήταν φυλακισμένη σε ένα κλουβί κοινής θέασης, αλλά πολύ περισσότερο εγκλωβισμένη πίσω από τον αισθησιασμό που της επιβλήθηκε πληρώνοντας το εισιτήριο για να τη δει.

-Το νόημα του ρεαλισμού του νατουραλισμού και του υλισμού περιγράφουν το παρελθόν σαν κάτι που είναι παρόν.

–Εκείνος όρμησε στα κάγκελα και βάζοντας όλη του τη δύναμη προσπάθησε να τα λυγίσει, να την απελευθερώσει.

-Το δι εαυτόν είναι διπλή φυγή από το κόσμο: Ξεφεύγει από το «είναι-μέσα-από-το-κόσμο» σαν παρουσία σε ένα κόσμο που διαφεύγει.

–Όταν ο συναγερμός χτύπησε και οι φύλακες έτρεξαν, το έπιασαν και τον ακινητοποίησαν, τότε επιτέλους κατάλαβε ότι ήταν πολύ αργά για να ξεφύγει. Σχεδόν 30 χρόνια είχαν περάσει ανεπαίσθητα, καταδικασμένος για ένα ψέμα χωρίς ψεύτη. Είχε ξεχάσει ότι εκείνος ήταν ο διπλά φυλακισμένος: πίσω από τα μεταλλικά κάγκελα του κόσμου και τελικά, πίσω από τη σάρκινη φυλακή του εαυτού του.

-Τρέχουμε προς τον εαυτό μας και έτσι είμαστε τα όντα που δεν μπορούν να συναντηθούν με τον εαυτό τους.

–Και το χειρότερο: Δεν υπήρχαν ζωγραφιές λουλουδιών στα νύχια, μονάχα κοκάλινες αρπακτικές στρεβλώσεις στα γράφοντα σύνορα με τον έξω κόσμο, μια παρανόηση που τον συνέθλιψε.

 ——————————————————————————————————-

Όλα ειναι παιχνίδι αν αγαπάς

κι όλα είναι πόλεμος όταν μισείς

 ——————————————————————————————————-

Τώρα βλέπουμε την αυλαία να πέφτει.

Η παράσταση τελείωσε

Διαβολική Τέχνη (μη αφηγηματικό μυθιστόρημα)

Παλαιότερες καταχωρίσεις »