3,14Νεύσις

Έρωτας + Τέχνη

Αρχείο για Απριλίου, 2008

Το αγόρι του Παρισιού

VaVou

“i always manage to try something i can t do” Miles Davis- talking about the album “sketches of Spain” in the studio

Γλυκός όπως ο ρόδινος μύθος όταν τρέμει στη μνήμη τ’ άρωμά του

βελούδινη τη πορφυρή κορδέλα όπως δένεις αρένα πίσω από το χέρι

πίσω από το πρόσωπο όπως γυρίζει το πηγούνι να αισθανθεί το θάνατο

ελαφρυά τη νοσταλγία του αφημένου στο καμαρίνι ρόδου

που δένεσαι με το θηρίο δέσμια από κόκκινο από αίμα και σπαθί

που καις στα στήθια πρόσωπο  εικόνα υγρή σαν δηλητήριο Βοργίες

και λάμπεις το στενάχωρο το παντελόνι με ριγωτά χρυσώματα σε μαύρο φόντο

l’ art pour l’ art

παραιτημένος από ευγένεια

παραιτημένος από ελπίδα

παραιτημένος τη προσδοκία

τη προσευχή στο σήμαντρο κάλεσμα

τις ιαχές του κίνδυνου πλήθους

που έρχονται την αίσθηση με τη κορύφωση στο καρδιοχτύπι του ματιού

κι όπως διαβαίνεις το στενόμακρο διάδρομο οι τοίχοι σφίγγουν γύρω σου

αδιάστατο φως όπως  καλεί την αδιαφορία του πάθους για σώμα

βαδίζοντας τη βέβαιη εξάντληση ν’ αναρωτιέσαι

συμπάθεια για το κεράτινο ελέους  κτήνος αντίπαλο

μία μέρα πριν το διήγημα σφραγίσει τις ομολογίες

τις εξάρσεις

και τα γιατί

με ξαφνικά εμβατήρια από τριγμούς κροταλισμών συσπάσεων

όπως περιδιαβαίνουμε αμέριμνα τα καλειδοσκόπια των ξεναγήσεων

σ’ αυτή τη σιωπή π’αρχίζει με το οικείο μεγαλόστομο λυκόφως

εκείνο το αγόρι να προχωρεί την απελπισία του στο δάσος

 μια αγκαλιά φτέρες το υποδέχεται

τα φύλλα τους πλατσουρίζουν ψιθυρίσματα “ένα αγόρι, ένα αγόρι!”

το πελιδνό σεληνωτό πέρασμα για το βουνό της τέχνης ανοίγεται

αργότερα το μικρό ρυάκι ξετυλίγεται σε κεκλιμένο φιδωτό ποτάμι

με συνοδούς από πλατάνια και δριές

βελανιδιές και αρμωτούς κισσούς τυλιγμένους στα πέτρινα τοιχώματα των βράχων

με γούρνες γεμάτο πλωτά μανιτάρια και ξεφωτισμένα νούφαρα

κι αντίπερα τα έλατα συνηγορούν στην ανάβαση

φυλλόξενη αγριότητα

 και το αγόρι ανεβαίνει το βουνό

με τους διθύραμβους της μοναξιάς λυμφατικές ανορθόγραφες ορέξεις κρεμασμένες με παρηγοριά σε κάθε χαιρετισμό ενός δέντρου

και το αγόρι ανεβαίνει το βουνό κραδαίνοντας μια σκεπτομενη καλαμιά που άρπαξε ξαφνικά σ’ ένα πεταμένο χώμα

που κάνει το καμπουριαστό τονισμένο βήμα παιχνίδι στο περπάτημα- κατι σαν συντροφιά

ώσπου σ’ ένα στένωμα του ποταμού

δυο πυλωτοί βράχοι

με λίγο υπομονή ακόμα και θα γινόντουσαν γέφυρα

σκεπάζουν το ποτάμι

και το αγόρι περνάει από κάτω

και συνεχίζει

η φωταύγεια του ήλιου διασπάται

 χρυσό τρεμουλιαστό σούσουρο μέσα από τις φυλλωσιές

αλλά δεν είναι αυτό

όταν το κεφάλι χαμηλώνει και η ματιά σαστίζει κοφτά πλάγια

το μοναχικό αγόρι σταματάει από το βάρος ενός βλέμματος καρφωμένο στη πλάτη

στέκεται σιωπηλό

και γυρνάει ξαφνικά όπως δρομώνει ζωηρά μια τρελαμένη σβούρα

για να κοιτάξει στην ακρώρεια του βράχου

σα να ήξερε από πριν τη παρουσία Του…

και Εκείνος στέκεται εκεί

με τη μουσούδα στραμμένη στο ψύχος

έχει καρδιά ανθρώπινη και φτερά πεταλούδας

κι όταν στο φεγγάρι δεν πετάει

παρατηρεί στων οικισμών τις μελωδίες

τραγωδίες να ελοχεύουν

πεινασμένος

αγριεμένος

και σοφός

ο λευκός ο λύκος

ο μεγάλος κυνηγός-

κοιτάζονται

είναι πολύ πιο πέρα από μια συμφωνία πολεμιστών

γιατί ένας πολεμιστής είναι το ποταπό συμβάν μιας απογοητευμένης ερωτικής

ενω η ουσιαστική δράση

είναι η ποιητική σιλουέτα του αγριμιού

και δεν υπάρχει τότε μελαγχολία, θλίψη ή στεναχώρια στη σκέψη

παρά μια τολμηρή ενατένιση στο χαμό μας

 ..τελευταία έμφαση στο βλ-αίμα

μεταφορά του ύστατου δώρου στη καρδιά

για να πάψει το αγορί να καταρέει στη θλίψη

για να πάψει το αγορί να ηδονεί στο θηλυκό είναι

τον φαύλο ερωτικό

…λίγο νωρίτερα

 μητέρα και  κόρη στη οδό ντυ Σατώ

βιτρίνες

επίστρατο ζεύγος που αρνείται να σκοτωθεί σε καιρό πολέμου

η δορυφόρος θυγατέρα

μικρή αρχόντισσα

περπατάει ανάμεσα στις οβίδες των περαστικών χαμογελώντας

αδιαφορεί

μακραίνει τον παχύσαρκο ζαχαρωτό τους

με την ανεμελιά του δροσερού κοριτσιού που σου καίει τα σωθικά

μαμά και κόρη πλησιάζουν σ’ εκείνη τη γωνία

μαμά με την αίσθηση της γυναίκας που αγοράζει τη πόλη

κορίτσι με χοροπηδηχτό και κουτσό

όλο το Παρίσι λυγίζει

με την απελπισία του τεθλασμένου εραστή στο εδώ και τώρα

από τον εραστή της αγάπης σ’ ένα κόσμο που πιστεύει μόνο στη πορνεία

ο αποκτημένος που χτυπιέται

σημείο μέσα του ο χτύπος

με δόντια με πόδια και ειρήνη

όπως μια πτώση που σε φέρνει στη συμπάθεια

 ή όπως ένα σκοινί τυλιγμένο γύρω από τον τένοντα

σ’ένα σκοινί τυλιγμένο γύρω από τον λιγότερο πόθο

που διψάει για τ’ αυριανά μέταλλα της βροχής

και δοκιμής αυριανών βροχών και δοκιμών αγάπης

ένας κενός χώρος που είναι η αγάπη της εικασίας

ένας κενός χώρος και υποθέτει τα επικίνδυνα ευλογημένα σημάδια της ανύψωσης

ανακατέματος αφίξεων αναταράξεις υγρών γραμμές και άνεμοι και πάχνη

και κατά το ήμισυ κάθε ημέρας 

σας δίνεται το μισό από κάθε δίκαια ημέρα

για να εξετάζω σαν περαστικό αγόρι του Παρισιού τον ήλιο στα μάτια σας

το κροτάλισμα τηγανισμένο και το σπασμένο δύσοσμο καλώδιο των αντιλήψεων

 αέτωμα των αυστηρών περιορισμών

κορυφή καναλιών

κι οι αρουραίοι να καθορίζουν το επίπεδο

 δε σας χρειάζονται οι ποντικοί

ενεργούν όπως και αν σκέφτεστε

σας κοιτούν μέσα από τους υπονόμους

όταν στη γωνία της οδού ντυ Σατώ

εκείνο το αγόρι πνιγμένο στο κλάμα πέφτει επάνω σας

κι ο χρόνος περνάει με μια στιγμή ατολμίας έτσι απλά

από τότε

 συναντιέστε με κάποιον κύριο εκ της ανάγκης

 και αγαπιέστε για δεκαετίες ή για πενταετίες κατά σύμβαση

και προσπαθείτε να νιώσετε στο πρόσωπο ενός τύραννου εκείνο το αγόρι να χτυπά μέσα  τη καρδιά  σας με το καμπανόσκοινο

κι όταν αργότερα εκροής της ανατρέπουσας

ο πόνος πετρώνει τη λησμονιά του παρόντος

ο τόσος χαμένος χρόνος συντροφιά μ’ ένα τίποτα

προκαλείτε τη δυστυχία από απλή περιέργεια

κάνετε τον άντρα σας να κλάψει

έχετε την εντύπωση ότι θα συναντηθείτε ξανά με το αγόρι του Παρισιού όπως και να χει

μέσα από τα δάκρυα που σκορπίζετε  στα πρόσωπα των

ακόμα σκέφτεστε

ένα ξαφνικό

 αναστατωμένο αγόρι

τη στιγμή που έφευγε

που χανόταν μέσα σας

για πάντα

συγγνώμη που σε έπαθα ψιθυρίζεις αόριστα στο φάντασμα

και σπαράσεις στο γέλιο

μισόγυμνη

 

 

ο φίλος

VaVou

Σ’ ένα bar

μόνος

τι κλασσικό πια

πίνω

σκέφτομαι

όλες οι δυναμικές του ποιείν

τρέχουν

ρέουν

χορεύουν

κοιτάζω τις φλέβες

γροθιά

ανοιχτή παλάμη

νοσταλγία

περισυλλογή

προφέρω τη λέξη

δε ταιριάζει με τον ήχο της προηγούμενης

γρύλισμα και παύση

Σύνδρομο Ντοστογιέφσκι:

“Αυτό που σκέφτομαι

είναι καλύτερο από αυτό που θα αποδοθεί

στο χαρτί

στην οθόνη

στο γυναικείο σώμα

αδιάφορο.

Είναι απλά καλύτερο”

Τώρα ξέρω τι σημαίνει σιωπή

από μια πολύ ανάποδη όψη

τώρα ξέρω.

Αντιδρώ.

Συνεχίζω,

μάχομαι

επί των ήχων εξαντλούμαι

εξοντώνομαι

πίνω και σκέφτομαι

αλλοιώνω και καταγράφω

τι κλασσικό πια

είμαι άλλος ένας ποιητής

στένωμα της αορτής

ρέω σαν αίμα και καταγράφω

πάλλεται η οροφή

περιέχει τρυκιμιστές επίπεδες προβολές σωμάτων

φιγούρες ανθρώπων σαν μουντζούρες στην οροφή

απλά γελοίος

δειλός

μέσα μου νιώθω καλά

αυτό έχει σημασία

αλλά

να

τώρα

τώρα είμαι ένας ψεύτης χωρίς ποτό

άκρη

παραγγέλνω

ήρθατε?

εδώ είμαστε…

καθίστε

θέση θαμώνα στο σκαμπό

πλάτη γερμένη προς τα μέσα

ύφος ελαφρώς μοιραίο

λέτε να το προσέξουν?

ας το προσέξουν

εκβιάζω το χιούμορ

προφέρω κάτι μέσα από τα δόντια

σκοπώ τον εαυτό θρησκεία

 πως σαν καταρρέει

πως σαν το ζωντανό κορμι λιώσει

κερί ΄πως φλογίζει την άκρη της ψυχής

στα βάθη της νύχτας

τις πόρθμιες του μελιού ανάσες των αγέρηδων

΄΄οπως τώρα

τι λιτανεία των εξαντλήσεων

αρκετά!

ξανά στην περιγραφή

σ’ ένα bar

μόνος

τι κλασσικό πια

μιάου

λίγο τρυφερότητα και νάζι

πίνω και σκέφτομαι

σκέφτομαι πως κάπου έξω

κάποιο σκυλί

 κυλιέται στο χορτάρι ανέμελα

κι ίσως να ξημερώνει

οι τρίχες των χόρτων θα είναι μες τη δροσιά

μικρά σποραδικά τιτιβίσματα στα καλώδια

οι πρώτοι γέροι στην πρωινή τους βόλτα θα ζητιανεύουν λίγο παλιά Αθήνα

κανάς ξεχασμένος βασιλικός σε τενεκέ γριόσπιτου μπαλκονιού

οι κηπουροί θα ετοιμάζουν τη πόλη με τις τσουγγράνες

όσο μπορεί να χτενίσει κανείς αυτη την άσχημη πόλη βέβαια

ω!! αρκετά

συνεχίζω τη σκέψη αλλού

τι ακριβώς κάνω εγώ εδώ?

πίνω και σκέφτομαι

εσείς?

ε τότε ας πιούμε μαζί

ακούω τον ήχο του υγρού να κατεβαίνει το λαιμό

ανασηκώνεται σπασμωδικά η καρωτίδα

δύο γυναίκες τρίβονται η μία στην άλλη

ωραίοι κώλοι δε νομίζετε?

χορευτικοί κώλοι

ε μα τι να κάνω?

αφού αυτό βλέπω

εγώ ρομαντικός?

μα τι είναι αυτά που λέτε ?

αν με κάνετε να ερωτευθώ

 ίσως το ξανασυζητήσουμε

σιωπάτε βλέπω…

δεν ήξερα ότι ακόμα και σεις το κλείνετε το ρημάδι

ας έχει

ας συνεχίσουμε να πίνουμε το ποτό μας σαν δυο καλοί φίλοι

με λένε φαντασία, εσάς?

 

 

Μέσα μου

VaVou 

 

ένα ποίημα για την αγάπη 

 

Παραπονιόμουν στον εαυτό μου

ότι έχω να δω όνειρο εδώ και καιρό

αν και

εγώ είμαι αυτός

 

που μιλάει συχνά για το όνειρο

 ωστόσο 

πριν από λίγο

 

 ξύπνησα από εφιάλτη.

 

Είδα έναν άντρα

 

με παραμορφωμένο κωνικό κεφάλι

φορούσε ματωμένη ποδιά χασάπη

και μου  έδινε συνέντευξη.

Αυτός, έλεγε, δε μπορούσε να κάνει παιδιά

και κάθε γυναίκα που συναντούσε

σε κάποιο μικρό δρόμο της πόλης

την άρπαζε δια της βίας

και τη πήγαινε σπίτι του

όπου

την κλείδωνε στην αποθήκη

 στο υπόγειο

και  μια δυο μέρες μετά από αλλεπάλληλους βιασμούς

 την έβαζε μέσα σε μια τεράστια μπανιέρα με ζεστό νερό

να μουλιάσει ολόκληρη

για καμιά βδομάδα

την έβγαζε στοργικά

όπως βάζει ο γαμπρός τη νύφη

τη πρώτη νύχτα του γάμου

στο δωμάτιο του οργασμού

και την έδενε με μεταξωτά σκοινιά χειροπόδαρα

σ ένα ξύλινο

χωρίς στρώμα κρεβάτι

το οποίο ήταν σπαρμένο με φρέσκα ροδοπέταλα από το κήπο του

τότε

με μια τσιμπίδα που μου έδειξε

αφαιρούσε όλο της το δέρμα προσεκτικά

αφήνωντάς την  μισολυπόθυμη

ανάμεσα στο πόνο και το σπαραγμό

μέχρι τη στιγμή εκείνη που το πνιγμένο υπόκωφο της φωνής

καλεί το σώμα να σβήσει

Και πια

περνούσε το χέρι του κάτω από το απείραχτο κεφάλι της

έσκυβε πάνω από το πρόσωπο

και φιλούσε τα χείλη της

 με πάθος τρυφερό

μέχρι το φιλί

να κάνει το κύκλο του

κι η δίψα να σβήσει με φωτιά στη σιωπή

και μετά σηκωνόταν

και με αργό βήμα πήγαινε και στεκόταν

πάνω από το κεφάλι της

και με δάκρυα στα μάτια

με μια λεπτή

μεταλλική

αιμχηρή

 ράβδο

τη διατρυπούσε

 από το ένα αυτί πέρα στο άλλο

και τη σκότωνε.

Αν δεν την έτρωγε, είπε

 

την πέταγε στα σκουπίδια,

Κράταγε μόνο το κεφάλι της

κι είχε μια ολόκληρη συλλογή

από κομμένα κεφάλια γυναικών

στο πρώτο ράφι

ενός ξύλινου πάγκου από δρυ,

τα περισσότερα

 σε κατάσταση προχωρημένης αποσύνθεσης.

Είχα αηδιάσει από τον σωρό της απελπισίας

και τη στιγμή που οπλίζόμουνα με θάρρος

κι αποφάσιζα να παγιδεύσω το μπάσταρδο

να σταματήσω αυτή την ειδεχθή συνήθεια

για χάρη της ομορφιάς

 

είχα κιόλας ξυπνήσει

κι ο φονιάς με τη μούρη από κιμά

όπως ο κιμάς λιωμένος βγαίνει από τη μηχανή

σε μικρά παράλληλα σωληνάκια

είχε αποδράσει μέσα μου

 

για πάντα