3,14Νεύσις

Έρωτας + Τέχνη

Αρχείο για Μαΐου, 2008

μελαγχολικόν: απέλπιδο αίσιο ρίζωμα

VaVou

Στην απανθρακωμένη κουφάλα ενός δέντρου που μοιάζει με τάφο

κοντά στην Αρτέμιδα

στην καρδιά της καταστροφής

μέσα από κάρβουνο και αυθαίρετα

η ζωή ανασταίνεται

 με τη μορφή μανιταριού

επιστρέφει

 …και πείτε το δηλητήριο

ή πείτε το παραίσθηση

μα πρώτα απ’ όλα

η ζωή τίποτα άλλο δεν είναι

από μια θρασύτατη

βρεφική ορμή

Αδιάφανες Αποδράσεις

VaVou

της Άννας

Αν αισθάνομουν τον εαυτό γενναίο

δεν θα μου έφερνε πια απέχθεια

κι ούτε σαν άκαρπο και άσκοπο αστείο

δεν θα με τρόμαζε

αυτή η μη πειστική προφάνεια στην οποία έχω υποπέσει τελευταία

Αν τότε ένιωθα την ουσία

μέσα σε αυτό το τόσο τολμηρό πράγμα

 που από ανυπομονησία και μόνο ή από μια απλή ταραχή

 με μια λέξη ονομάζουμε έρωτα

αδράττωντας των ανδρείων σκοπών τη συνείδηση

ξεπέρασα τη τρυφερότητα.

Αυτός ο τσαρλατάνος

ο ξεχασμένος από τον ουρανό αλχημιστής

που δεν ήταν ότι φοβόταν τη γυναίκα

αλλά ότι λάτρευε το χωρίς αιτία σμίξιμο

αυτή τη καλοδουλεμένη θέληση

στη θέληση της φύσης

π’ όπλιζε στην ορμή ευτυχία κι άνθη οσμών

εκίνο το παράξενο

κόκκινο από σγουρά όνειρα

ζωηρά όπως συνδέεται

μέσα στη δική της μυστική κλειδαρότρυπα

το κορίτσι που περπατάει στο δρόμο ανέμελα

και φέρνει

στην ευαίσθητη, ανακουφισμένη σαν επιθυμία αγκαλιά

την αίσθηση σαν αίσθηση

να μένει

(χωρίς παύση αμέσως ύφεση)

αίσθηση όπως αυτή μετά από ένα υπέροχο γαμήσι

όπως στο σώμα του άλλου

που σκύβουμε και ιδρωμένα του στάζουμε λέξεις

όχι για ν’ ακούσει

αλλά ακριβώς για να αισθανθεί

ένα κομμάτι από τη φωνή μας

μέσα του

(χωρίς παύση, με αδιάφορο τόνο)

γιατί έτσι καρφωμένος μέσα στο ωάριο σώμα

χύνεται μέσα στον άλλον

το δικό μας ηλιόσπερμα

Σα να λες στην ξαφνικό δραπέτη θύμισσα

                                                …στον άλλον

πως με το χάδι της νύχτας

αντι για λησμονιά

σου έχω ετοιμασμένη μια ευλογία

Μάλλον θα φαινόμουν πολύ γραφικός αν έλεγα

πως έχεις δυο ζωές

μια για σένα

και μια μέσα μου.

-Έστω

(συνοδεύεται από ελαφρύ βήξιμο)

αναφωνεί η γυναίκα

κι απαλά απομακρύνεται

για να πάει να γεράσει κάπου

 ήσυχα ήσυχα

χωρίς να έχει πια και τόσο σημασία

που κι ο άντρας

το ίδιο κάνει.

Κάποιου ανάμεσα στα χαλάσματα ένας τρομπετίστας ψέλνει το lonely fire.

H Μετάνοια (ή αλλιώς, κυβιστικός εσταυρωμένος στιχικός ))

VaVou

Μεταξωτά υφάσματα του Βυζαντίου

έριχναν τα πέπλα τους

στα παλιά ρωμαϊκά ψιφηδωτά

των Ηλιογάβαλων εορτών

Το θέρος ανασηκωνόταν απο το στάχυ στη θέληση της λόγχης

και το χέρι του

άνοιξε

κούνησε λίγο τη παλάμη

συσπάστηκε

πέρασε το στέρνο και το θώρακα ο κεραυνός

και τα μάτια του άνοιξαν

Σηκώθηκε

ξεσκονίστηκε

κοίταξε στα κλαδιά των ψηλών δέντρων

είδε πρόχειρους σταυρούς να σχηματίζονται

ο ήλιος του φάνηκε

 άλλος ένας συνηθισμένος ήλιος

ΑΡΓΌΤΕΡΑ, στη πόλη εισερχόταν

όταν κρατώντας στο δεξί ένα μαχαίρι

και στο αριστερό παράδεισο

το φοβερό Χρυσάργυρο

στο χώμα

άνθρωπο κάρφωνε

Το σφύριγμα του μαστιγίου και ο θρήνος ακουγόταν στη πόλη

οι γονείς πουλούσαν ή εκπόρνευαν τα παιδιά τους

κι όσοι δεν τα κατάφερναν βασανίζονταν ξανά φριχτά

ή εκτελούνταν

Ακόμα και όσοι δεν είχαν να πληρώσουν το φόρο

οι φτωχότεροι των φτωχότερων

αυτοί που πέρα από το κορμί τους

ίσως και κάποιο όνειρο

τίποτα άλλο δεν έχουν στο κόσμο

ακόμα κι αυτοί ρίχνονταν

 στον όλεθρο και στον αφανισμό

Ενας ολόκληρος λαός

 φετιχιζόταν σιωπηλά

στα πάθη του θεανθρώπου

κι όταν ερχόταν ξανά το βράδυ

κι η νύχτα είχε από την ευτυχία ηδονή

το Διόνυσο απωλέσει

σχηματίζονταν σειρές δολοφόνων πίσω από κεριά

που ψιθυρίζονταν

οι προσευχές της μετάνοιας.

Την επόμενη μέρα

ο καθείς συγχωρέμενος

θα μπορούσε να το βουλώσει

ή να σκοτώσει ξανά.

Κι είναι αλήθεια

όταν για ένα λύκο το αρνί ονομάζεται τροφή

για έναν παπά

 ο φόνος του αμνού

κρύβεται πίσω από τον ευγενικό μανδύα του Ιησού

κι ονομάζεται

απλά

πίστη.

 

 

 

 

 

Μεταστοχασμός

VaVou

ΜΕΦΙΣΤΟΦΕΛΗΣ: Δεν είμαι παντογνώστης, μα πολλά γνωρίζω

“ΦΑΟΥΣΤ” , Gothe

Μέσα στα νοσηρά κλίματα της απελπισίας

ένα αλλόκοτο όραμα έρχεται

κρατάει τους συσπώμενους ορίζοντες

του σχήματος που κοχλάζει

και φυλακισμένη την ομορφιά

στο περιγραμμά της

πενθεί

Κι είναι η στερνή χαριτωμένη αναπνιά

η τίμια κατασκοπεία

το βάρος μιας γενιάς δαιμονικής

που σφυρηλατείται

στις απολαύσεις…

Μοιράζονταν

O εσχατόγηρος

VaVou

από εκείνη τη παράξενη οπτική της ουτοπίας

τίποτα δε καταλαβαίνω.

Καμιά φορά ανάβω στο παράθυρο εικονες

της κυρίας

της γιαγιάς

του γιάπι

προλαβαίνεις να συγκρατήσεις μόνο όσα θυμάσαι

μετά βάζεις φωτιά στη μνήμη

και πηδάς από το παράθυρο

με τον ίδιο ακριβώς τρόπο

που σε ρίχνουν στο καλαθάκι του κάδου.

Τώρα στον αέρα καθώς είσαι

ξετυλίγεσαι για να πετάξεις

κι όπως ορμώμενος ρίχνεσαι στο θάνατο

αυτή τη φορά

ένας άλλος αέρας

με τη τριβή

ξεστρώνει το συνειδέναι ζείν

με τη μορφή σκέψης

ενός άθλιου ποιήματος

που πετάει σαν σιχαμένη μύγα εδώ και εκεί

και πρόχειρα σφινώνει στο ρυθμό

κι άλλες σκέψεις

κι έχεις ένα μυαλό παχύσαρκο από σκέψεις

γιατί έκανες τη σκέψη λίπος

το χοντροβούβαλο συνειδέναι ζειν

μα να τι σου είναι η καλή σκέψη

οι τετριμμένες σ’ εγκαταλείπουν όπως οι ποντικοί το καράβι που βουλιάζει

γιατί τώρα ξέρεις

τη στιγμή που τα κακαρώνουμε

σκεφτόμαστε μόνο

αυτό που τελικά άξιζε

 Αλλά ούτε  αυτή η ησυχία μπορεί να σε εκφράσει

από το ένα θεώρημα στο άλλο

μεσολαβεί η επίσημη άρνηση κάποιου άλλου

κι αν νιώθεις κουρασμένος

εύκολα μπορείς να παραιτηθείς

όπως ο βασιλιάς Κωνσταντίνος τον γέρο της Δημοκρατίας

κι είναι λογικό

αν είσαι ο γέρος της Δημοκρατίας

ακολουθούν οι νεκροί της

τίποτα δεν μπορείς να δεις παρά μονάχα

αν μέσα σ’ αυτή τη πτώση

θα μπορούσες να κάνεις αναγωγή

από την αυτοκτονία σ’ ένα σκουπίδι

κι από ένα σκουπίδι

στη δικτατορία.

Χαρούμενο ενοποιημένο σύμπαν

βυθίζεται σ’ έναν εαυτό π’ απομακρύνεται

Κι Ολοένα και περισσότερο

μοναξιά

Μυητικοί Περίπατοι (Κορυμβισμός επί υπερπρηνισμό)- μια νέα ζωγραφική

VaVou

c) έξοδος τρίτη

Δεν γνώρίζω κανένα πιο συγκλονιστικό ανάγνωσμα από τον σαίξπηρ: τι πρέπει να χει υποφερει κανείς για να κάνει τον μπούφο! 

Νίτσε, Ecce Homo

Πίσω από έναν σκοτεινό πειρασμό οχυρώνεται η αριστοκρατία του θαύματος. Μετά των σκανδαλιστικών κατορθωμάτων οι πιο ανεξήγητες εικασίες χαρακτηρίζονται από ελαστικότητα  έξω από τη στερεή επιδίωξη της ιστορικής πορείας. Ορισμένοι πέφτουν αργά ή γρήγορα στη παγίδα των εξώφθαλμων αυτοσκοπών, για να διδαχτούν αργότερα ως θύτες χωρίς την υπομονή του θύματος ότι το μόνο που αξίζει είναι ο έρωτας η ποίηση και η ελευθερία, και για να μπορέσεις να το δεις, πρέπει ο ίδιος να έχεις υπάρξει θύμα. Σε αυτή την ανακάλυψη, μόνο όσοι με μανία επιζητούν την αλήθεια  απορρίπτονται. Υπάρχει κάτι πολύ πιο σπουδαίο από την αλήθεια και είναι η αγάπη και λέγεται θυσία. Τότε μέσα στην οδύνη της απώλειας του ρομαντικού, μια τυπική ελευθεριάζουσα ευθυμία ορίζει τον κυνικό συναισθηματισμό που σηματοδοτεί τον απόλυτο έρωτα. Αυτές οι κριτικές έχουν έρεισμα μόνο όσον αφορά στη μανία των αποκλεισμών και μόνο η ζωγραφική θα μπορούσε να προσχωρήσει στον αφαιρετικό βαθμό που απαιτείται ώστε να ψιλαφήσει έστω τις ικανές και αναγκαίες συνθήκες που απαιτούνται ώστε να συμβαίνει ο μεταμοντέρνος σουρεαλισμός, ο υπερπρηνισμός. Αν εξαιρέσουμε το γεγονός ότι σε κάθε ρεύμα τέχνης απεικονίζεται μια φιλοσοφία, όπως για παράδειγμα στον σουρεαλισμό (μέθοδος απόλυτης απομάκρυνσης, αυτόματη γραφή, κριτική παρανοϊκή μέθοδος, πίστη στην ενότητα των επιμέρους κομματιών και τέλος συλλογικοποίηση της σκέψης) απεικονίζεται ο σαρτρικός υπαρξισμός και ενδεχομένως ο αλλόκοτος υπαρξισμός του Καμύ, τότε, ο νέος σουρεαλισμός, απαλλαγμένος από την αυτόματη γραφή αφού ποτέ μια σχέση απεικόνισης δεν παύει να είναι μία σχέση, δηλαδή μια αλληλεπίδραση, μοιραία τότε απόν τον σαρτρικό υπαρξισμό στον άλλοτε γνωστό σουρεαλισμό-όπως αυτός μας παρουσιάζεται μέσα από τις σελίδες της ιστορίας- δεν θα μπορούσε να είναι ο ίδιος. Έτσι, αποδεσμευμένοι από το ασυνείδητο και επιφορτισμένοι με την ευθύνη, σ’ όλο το μήκος των ενοχών μας, μένουμε ν’ αναρρωτιόμαστε ποιο είναι το μέλλον του μεταμοντέρνου, με την έννοια του πως συγκροτείται μεταμοντέρνο αν το μεταμοντέρνο δεν είναι τίποτα άλλο από μια κορύφωση όλων των δυνατών θεάσεων, αναγνώσεων και γνώσης. Για να είμαστε ακριβείς, η βάση πάνω στην οποία θεμελιώνεται το μεταμοντέρνο έχει ήδη δωθεί με την ολοκλήρωση της υπαρξιστικής θεωρίας. Έχουμε στη διάθεση μας όλα τα συνεκτικά εκείνα στοιχεία τέχνης που συγκροτούν την ανεξάρτητη βάση, τον χώρο μέσα στον οποίο το μεταμοντέρνο ονομάζεται κορυμβισμός-σε ότι αφορά έναν μεταϋπαρξισμό- και υπερπρηνισμό σε ότι αφορά το αντίστοιχο κομμάτι της τέχνης. Με τον ίδιο τρόπο που το σύνολο όλων των συνόλων δεν είναι σύνολο αλλά ένα δυναμοσύνολο, έτσι και η τέχνη όλων των τεχνών δεν είναι μια τέχνη αλλά μια δυναμοτέχνη, έτσι και η φιλοσοφία όλων των φιλοσοφιών δεν είναι μια φιλοσοφία αλλά μια δυναμοφιλοσοφία. Η ποιότητα άλλαξε και συνεπώς οι ποσότητες ρυθμίζονται επ αυτού εκ νέου.  Επί παραδείγματι, υπάρχει μια σεκάνς ζωγραφικών έργων, κατ εμέ στη πρώτη έκθεση υπερπρηνισμού που υπήρξε ποτέ στην ιστορία, και είναι η έκθεση της ζωγράφου Λία Σταμοπούλου υπό το τίτλο “διασκευές” στη γκαλερί ΜΗΛΟ στο παγκράτι, όπου μ’ ένα τρόπο απλό δίνονται οι λύσεις του μεταμοντέρνου τόσο δυναμοφιλοσοφικά όσο και δυναμοτεχνικά.  Εδώ φέρνω στο μυαλό μου τη σεκανς των έργων της Σταμοπούλου, τα έργα 9 και 10 από την τετράδα 9, 10, 11 και 12, τα οποία μέσα στο κύμα και την ευδαιμονία του expression που η έκθεση στο σύνολό της εκπέμπει, τα έργα παρουσιάζονται αυθύπαρκτα, με τη δικιά τους προσωπικότητα και κάνουν τη διαφορά. Ο λόγος είναι τριπλά σημαντικός για τον χώρο της ζωγραφικής ακριβώς γιατί μέσα τους περικλείουν τρεις-τέσσερις τεχνοτροπίες σε μια, και είναι κάτι το οποίο θα επιθυμούσα ευθύς εξαρχής ν’ αρχίσω ν’ απαριθμώ. Καταρχήν μιλάμε για τα πορτρέτα μιας γυναίκας, ενδεχομένως της ίδιας( αριθμός καμβά 9 και10), η οποία χρωματικά αποδίδεται τόσο στο ζωγραφικό χώρο( φόντο) όσο ΄και στην εστία του κορμιού της με ισορροπημένα έντονα χρώματα που παραπέμπουν στην ένταση και στο χρωματικό οίστρο των φωβ. Κλειστό κυπαρισσί διαδέχεται το μπλε του ωκεανού, κοκκινωπή υπόννοια στα πόδια οδηγεί σε μια σταδιακή εξέλιξη από βιολεττί και μωβ, ώστε στο ύψος του γόνατου το μωβ κυριαρχεί και ανθίζοντας ανάγεται σε γκριζωπό γαλάζιο, μέχρι του σημείου που η περιοχή του στήθους καλύπτεται από ένα αινιγματικό γαλάζιο που υψώνεται στο ώμο μ’ ένα τρόπο που φαίνεται το πως μπορεί να επιτευχθεί το χρώμα να σηκώσει το βάρος του σχήματος, δηλαδή να ορίσει τον ώμο, να σηκώσει τον ώμο, να δείξει ότι τον τραβάει προς τα πάνω. Από την άλλη, τα χαρακτηριστικά του προσώπου έχουν αποσιωπηθεί σ’ ένα φθαρμένο χρώμα του δέρματος, όχι γιατί υπήρξε δειλία να αποδοθούν, αλλά γιατί αυτή η πρώιμη κορυμβιστική μελέτη δεν επιθυμούσε να δώσει έμφαση στα ανθρώπινα χαρακτηριστικά του προσώπου πλην όμως να διεισδύσει στο συνταρακτικό μιας και μόνο εισαγωγής. Εδώ το θέμα δεν είναι η περιπέτεια ή η αγωνία του προσώπου, εδώ το θέμα δεν είναι η ανθρώπινη θέση του υποκειμένου αλλά η εισαγωγή στον κορυμβισμό ζωγραφικά, δηλαδή υπερπρηνιστικά. Μπορεί κανείς να διαπιστώσει αν ξεπεράσει την έξαρση της φωβικής ακτινοβολίας του χρώματος, τις κυβιστικές διαθέσεις που ελοχεύουν συντροφιά με μικρές διακριτικές πινελιές ρεαλισμού, αφού, στο σημείο που κάθεται η γυναίκα, η περιοχή εκείνη θυμίζει πως το φανταστικό μουσείο ξαφνικά, μεγάλωσε αναπάντεχα πολύ, και πως τώρα, μέσα σ’ όλες τις εξάρσεις και τα καμώματα της μεταμοντέρνας ζωγραφικής, η αναγεννησιακή λεπτομέρεια από το μυστικό δείπνο του Μιχαήλ Αγγέλου βρίσκει τη ζωντανή της θέση εκ νέου. Αυτή η μικρή ρεαλιστική λεπτομέρεια τρυπώνει διακριτικά για να υπενθυμίσει σ’ όλο το μήκος του χρόνου της ιστορίας τις διακυμάνσεις των προσεγγιστικών μας μεθόδων, για τούτο ακριβώς το λόγο αποτελεί μια ρεαλιστική λεπτομέρεια που δεν της δώθηκε ο αυτοσκοπός της δράσης της κατά την απόδοση, αλλά της μνήμης. Θέλω να πω μ’ όλα αυτά ό,τι στον καμβά 9, συνυπάρχει αυτόνομα και αρμονικά ο φωβισμός με τον πρώιμο σεζανικό κυβισμό και τον ρεαλισμό έτσι που η σούμα τους εξισώνεται σε μια εποπτεία ιμπρεσσιονισμού. Εδώ απορρίπτουμε τις γνώμες που θέλουν το αποτέλεσμα του μεταμοντέρνου να μην είναι ένας ιμπρεσσιονισμός, αφού πλέον το μεταμοντέρνο είναι επιφορτισμένο με σκοπό να καταδείξει τις θεωρίες μετασχηματισμών από προσέγγιση σε προσέγγιση. Φαίνεται λοιπόν πως με κατάλληλες προσμίξεις και διάθεση, η ζωγράφος πετυχαίνει το ακατόρθωτο: στους πίνακες αριθμός 9 και 10, με συνιστώσες της το φωβισμό, το σεζανικό κυβισμό και το ρεαλισμό, δημιουργεί μια συνισταμένη ιμπρεσσιονισμού κι αυτό είναι όντως εντυπωσιακό. Είναι ένας υπερπρηνισμός. Είναι όντως εντυπωσιακό, ιδιαιτέρως πολύ εντυπωσιακότερο, αν αναλογιστεί κανείς ότι ολάκερη η έκθεση με το σεμνό τίτλο ”διασκευές” , διακατέχεται όπως ελέχθει από μια κυρίαρχη εξπρεσσιονίστικη διάθεση. Για του λόγου το αληθές, μελετώντας τον πίνακα αριθμός 10, διαπιστώνουμε μέσα από έναν κυκεώνα αδιάκοπης χρωματικής κατολίσθησης- από τον ακτινοβόλο φωβισμό περνάμε στον μελαγχολικό- παρατηρούμε τη σύγκρουση ανάμεσα στις καμπύλες και τις γωνίες. Και πάλι το βάρος του περιγράμματος σηκώνει το χρώμα! Νίκη! Εδώ ο σεζανικός κυβισμός παίρνει τη σκυτάλη μέσα στο σουρεαλιστικό όνειρο του Μax κάπως πιο πρωταγωνιστικά, και η ανάγνωση του θεατή γίνεται πολυεπίπεδη. Αν και εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις αρμονικής συνύπαρξης των μέσων, των τεχνοτροπιών, των ρευμάτων, αυτό είναι κάτι που η ζωγράφος το θέτει συνεχώς ως διάλογο με τον εαυτό της και ακριβώς για αυτό το επιτυγχάνει. Στο πίνακα αριθμός 10, η γραφή παίρνει τη μορφή της εντυπωσιακά αχτένιστης γυναίκας. Μέσα στο βαθύ κάθισμά της, οι γλουτοί διαφαίνονται ερεθιστικά αθώοι και μόνοι από την πασαλημένα καφετιά φούστα της. Η ροή του πινέλου επάνω στη φούστα είναι είναι αποκαλυπτική με επιτηδευμένη αφέλεια και επίσης είναι φευγαλέα όπως ακριβώς συμβαίνει και με τα ρούχα: αφαιρούνται, αποκόπτονται, αποκαλύπτουν. Κίνητρο, γιατί αυτός ο πίνακας αριθμός 10, περιέχει το κρυφό και την ερμηνεία της ενορατικής ματιάς, είναι το αντρικό όραμα (η πολυεπίπεδη εκφραστικά ονειρική επιφάνεια του Μαχ σε σύμπλευση με την πολυεπίπεδη ανάγνωση του Joyce). Αυτή η γυναίκα, αφημένη στη θολή εντύπωση του παραισθητικού, βιώνει ότι και η ζωγράφος. Ο ζωγραφικός χώρος(φόντο) γίνεται ο πρωταγωνιστής ενός αντρικού οράματος χωρίς να πάψει ούτε στιγμή να είναι ένας χώρος που πάντα θα υποδέχεται την ύπαρξη. Αλλά ο χώρος πρώτα απ’ όλα είναι ένα όνειρο, και η ύπαρξη, μόνο μέσα στο όνειρο μπορεί να βυθιστεί. Έτσι, το όραμα του άντρα (σε προφίλ) βρίσκεται αφημένο σαν αδριάντας επάνω στα γόνατα της γυναίκας, σαν ένας χώρος που εξεγέρθηκε για να αναδυθεί στο αισθητό. Μ’ έναν τρόπο ήσυχο, το προφίλ του αντρικού οράματος έρχεται ύστερα από σχετικά μικρό χρόνο παρατήρησης, σχεδιασμένο με την αφέλεια ενός παιδιού. Βεβαίως, η τεχνοτροπία δεν προσεγγίζει την αναπαράσταση του αφαιρετικά απόλυτου όπως αυτή αποδίδεται από τα παιδιά. Ωστόσο είναι μια πρώτη προσπάθεια επανάκτησης αυτής της πρώτης γνώσης και το κυριότερο: γίνεται ανύποπτα και γίνεται απρόκλητα. Μπορεί λοιπόν να παρατηρήσει κάποιος με μια πιο προσεκτική ανάγνωση όπως και στον πίνακα αριθμός 9 έτσι και στον πίνακα αριθμός 10, την ίδια αλλά και πιο έντονη αποσιώπηση των άκρων- πόδια και χέρια αγνοούνται, παραμελούνται για να δωθεί η έμφαση στην αύρα του κορμιού, κορμί που έχει εφοδιαστεί με χρώματα, χρώματα τα οποία έχουν συνωμοτήσει να σχεδιάσουν τη γεωμετρία της αγωνίας αυτής της γυναίκας, την ενατένισή της στο σπαραγμό της ερωτικής νοσταλγίας. Και πάλι εδώ ο κλειδί είναι ο ζωγραφικός χώρος όπως αυτόςυποδηλώνεται και αφήνεται να περάσει μέσα από τις πτυχώσεις του κορμιού. Είναι ένας χώρος από ετερόκλιτα χρώματα- όχι πολύ έντονα, όχι πολύ φαντεζί, όχι ανύποπτα. Ναι, ο χώρος προϋπάρχει της ύπαρξης, αλλά η ύπαρξη είναι αυτή που τον χρωματίζει. Γιατί ανύποπτο ήταν η εμφάνιση του γκρίζου αντρικού οράματος στα πόδια της, στους πίνακες αριθμός 9 και 10, κάτι που αποτελεί αποκύημα ενός έργου που δεν είχε προμελετηθεί παρά μονάχα στην εκκίνησή του. Είναι ξεκάθαρο πως η περιπέτεια εκδηλώνεται κατά τη δημιουργία της αφήγησης, το έργο κυλάει, το κορμί ανασαίνει, οι σκέψεις διαδέχονται η μία την άλλη μέχρι την κορύφωση (κορυμβισμός). Εκεί ο καμβάς σταματάει, παγώνει, επιτυγχάνεται ο στόχος της ζωγραφικής- η σύλληψη του φευγαλέου, η επισύναψη της ομορφιάς χωρίς εκβιασμούς, χωρίς εμμονή για τελειότητα, αλλά με μια πρόταση για την πληρότητα. Με λίγα λόγια, ένας ύμνος προς την ελευθερία, μια πυξίδα προς το ουσιώδες κομψό.

Σκιαγραφώντας την κορύφωση, ένας άνθρωπος που δεν απογοητεύεται από τη ζωή, ανυπομονεί να ζήσει, με μια έννοια φέρνει το θάνατο πιο κοντά μέχρι τα απώτατα όρια του εφικτού. Μόνοι όσοι οπλίστηκαν με την δογματική πίστη της καρδιάς τους προχωρούν προς την επόμενη έξοδο και ανοίγουν και τη τελευταία πόρτα…

Μυητικοί Περίπατοι (Κορυμβισμός επί υπερπρηνισμό)

VaVou

b) έξοδος δεύτερη

 

Αυτή τη στιγμή ένιωσα κάποιον που στάθηκε μπροστά στη πόρτα του κελιού μου κι άκουσα κάτι να χαράζεται πάνω στη πόρτα. Ξέρω τι είναι. Χάραξαν με κιμωλία ένα σταυρό. Έτσι κάνουν σ’ όσους καταδικάζουν σε θάνατο.

Αλέξανδρος Μ. Καϊρης, Χειρόγραφα της Φυλακής, εκδ. Νικόλαος Μ. Καϊρης, Αθήνα 1970

Αν γύρω από το πτώμα του ήλιου ανέβαινε στο θρόνο της χειρονομίας μια απολιθωμένη συρρικνωμένη χειρονομία του υποβλητικού φωτός κι αν  το ποτρέτο της ιστορίας γκρίζο μέσα στο ακρωτηριασμένο της βασίλειο επέστρεφε μέσα στην τυφλή παρωδία ενός ήσυχου αναβρασμού, τότε κανείς δεν θα γνώριζε για τα μαρτύρια του μαρασμού. Και σίγουρα, π ακόμα και τώρα μας βασανίζει η στραμμένη ματιά του αγαπημένου προς κάποιον άλλον, ο κόσμος καταθλιβεται στην ανεπάρκεια του παραδομένου από την απόγνωση κορμιού. Κανείς δεν γνώριζε επ ακριβώς πια, που βρισκόταν. Είχε ανοίξει μια πόρτα θλιμμένη κόκκινη, πιο τρομαχτική κι από το θάνατο, κι από μέσα το τραγούδι της απελπισίας έβγαινε πνιγηρό, μοναχικό, πληγωμένο. Το ανεξάρτητο ιερατείο των πατροκτόνων αρσενικών βρισκόταν στη θηλυκή πλευρά του ηλιακού στέμματος και τα πράγματα άρχιζαν μέσα από ένα τέλειο συνοθύλευμα εγκλημάτων. Όλες οι κεντρισμένες ενέργειες των γυναικών πλαγιάζαν μαζί του στο φόνο και το δέρμα του σκέβρωνε, κι η πλάτη του καμπούριαζε, και το ύψος του μίκραινε. Ο έλεγχος της σελήνης, με βροχές από θρυμματισμένες σεληνόπετρες  πλημμύριζε τον εφιάλτη της θλιμμένης κόκκινης πόρτας για ένα όραμα γυναίκας ενσαρκωμένη σαν κόλαση. Υπάρχουν μαύρες πέτρες σε σχήμα πέους μ’ ένα αιδοίο σκαλισμένο επάνω, σε διάταξη μωσαϊκού υποδοχής. Είναι το μουσείο της ερωτικής νοσταλγιας και του ερωτικού πένθους. Καταδικασμένες ονειροπολούσες στιγμές που συνελήφησαν από το βίο του παρελθόντος, νεκρές ταφόπλακες που καταμαρτυρούσαν την εξάντληση, άνθρωποι που ποτέ δεν έδωσαν σημασία και αξία στο συναίσθημά τους, και που πάντα επιζητούσαν αποδείξεις επι του αληθούς. Με το τρόπο αυτο σκότωναν τον έρωτα. Κι η σκληρότητα πριν απ’ όλα ήταν η ίδια μια σεξουαλική αισχρότητα. Δεν περιοριζόταν σε μια απλή επιδερμική επαφή αλλά παραδινόταν με μια ιδέα τελετουργική που ερχόταν να συμπληρώσει το βιασμό. Οι έρωτες που εξυπηρετούσαν την αγάπη πέθαναν. Τώρα στα δωμάτια του έρωτα όμοια με τα καρβουνιασμένα από θειάφι κι από σίδερο δωμάτια της Πομπηϊας, ατενίζουν ξανά τα βράδυα των ππλεγμένων σωμάτων που πήζουν από φωνές από μουσικές και αφανισμό της ψυχής. Ακολουθώντας την κατεύθυνση της οσμής μυρίστηκε στο λεπτό του πνεύμα τον αντρισμό του να ανεμίζει με τη σοβαρότητα ενός επίσημου γελωτοποιού. Με την συμπλεγματική του συνέπεια αποδεσμευμένη από το βωμό της αγάπης, αφήνεται να παρασυρθεί αηδιαστικά θηλυπρεπής στην απαίσια άμορφη φύση της απομάκρυνσής του από το πεπρωμένο. Προχωράει απελευθερωμένος από την αγάπη της προς το πυκνό των γυμνών σωμάτων και οι πληγές του κρέμονται καρποί της αφθονίας. Και την θυμάται να του λέει “να μιλάμε να γελάμε να ταξιδεύουμε, να προσέχουμε ο ένας τον άλλον, να συνεργαζόμαστε, να βοηθάμε ο ένας τον άλλον, να παίζουμε, να ονειρευομάστε, ν’ ακούμε μουσικές να τσιμπιόμαστε, να αγαπάμε τους γύρω μας, να έχουμε κοινούς στόχους, ωραία θα ήταν”. Γελάει με το φιάσκο. Ποδηγετήθηκε, δεν τα εννοούσε. Έτσι τα είπε. Τώρα όμως, αλλάζει το σκηνικό. Με υποχθόνιο σκάψιμο σ’ ένα μεγάλο ξέσπασμα ύλης σβήνει κάθε έργο της αγάπης. Δημιουργώντας εκ νέου το κορμί ξαναπιάνει τα γκέμια της εξουσίας. Καταφέρνει να οργανώσει την αυτοκρατορία του οργασμού πάνω από το τάφο της αγάπης. Ο σφετεριστής της νωχελικής ζωής ρουθουνίζει αδιάφορα με τον εαυτό του να στάζει ανάμεσα στα σκέλια του, σαν πολεμικός θησαυρός ανάμεσα σε άπληστους αγύρτες. Με την βοήθεια του ιδιότυπου χρυσαφιού επωμίζεται ενεργητικά τη συνέπεια του οράματος που τον αναστατώνει. Φανερώνεται κάτω από μια βαριά πανοπλία που ονομάζεται θάρρος. Από το σημείο που εντυπωσιάζει πάνω στην  απόγνωση ξαναπέφτει μέσα στη δισταγμό του σαν ένα στρατιωτικό σημείο που μοιάζει με καταφύγιο. Με πόλεμο, με αίμα, φτιάχνει ωραία πτώματα μαχητών και πολεμιστών, τη λησμονιά. Παιδαγωγός της μύησης χωρίς να περιμένει τη λατρεία που φυλαγόταν από βέβηλους που παρίσταναν την αγάπη, όταν μέσα στην απουσία τους η απουσία ήταν διπλά ο εαυτός της.  Γραπώνει την ηλιακή τιάρα και από το παράθυρο του καινουργιοχτισμένου πυθικού πύργου  ρίχνει το στάρι και τα ανδρικά όργανα. Το καλό, το κακό, το αίμα, το σπέρμα, τα κόκκινα κρασιά και τα αρωματικά λάδια. Δεν τον ενδιαφέρει όποιος καμώνεται κάτι που δεν είναι, αλλά τον ενδιαφέρει αυτός που καμώνεται ότι δεν είναι και είναι. Προχωράει στο άλλο μισό της αγάπης και ανοίγει μια άλλη πόρτα… 

Μυητικοί Περίπατοι (κορυμβισμός επί σουρεαλισμό)

VaVou

a) Έξοδος Πρώτη

…ο ανθρώπινος χρόνος κατανέμεται σε χρόνο κοσμικό και σε χρόνο ιερό: ο κοσμικός χρόνος είναι ο συνηθισμένος χρόνος, της εργασίας και της τήρησης των απαγορεύσεων, ο ιερός χρόνος είναι ο χρόνος της εορτής, δηλαδή ουσιαστικά ο χρόνος της παράβασης των απαγορεύσεων. Στο επίπεδο του ερωτισμού, η εορτή είναι συχνά ο χρόνος της σεξουαλικής ελευθεριότητας. Στο καθαυτό θρησκευτικό επίπεδο, είναι ιδιαίτερα ο χρόνος της θυσίας, και θυσία είναι η παράβαση της απαγόρευσης του φόνου.

Ζωρζ Μπαταϊγ, “Η Αγιοσύνη, Ο Ερωτισμός κι Η Μοναξιά”, εκδ. ΤΟ ΡΟΔΑΚΙό

Ο έρωτας έχει πάντα χρόνο. Η οπτική της ευνοϊκής φλέβας του ασυγκράτητου μανιφέστου για ένα ποτρέτο που απογίνεται στη σιωπή. Επιστρέφει σ’ ένα γύρο του κόσμου, κυριαρχεί στα κοσμικά μπαρ, κι οι ωραιότερες γυναίκες θαυμάζουν τις αναριθμητες γραβάτες του. Με το πρόσωπο καλυμένο στο πέπλο περπατάει τοίχο τοίχο όπως οι σαλαμάνδρες απαρέγκλιτα από τη γιορτή . Η παράδοξη τόλμη του αμφίβολου τόνου του ασκεί την απαράμιλλη γοητεία ενός νερού που παρακάμπτει το βράχο. Συχνάζει στο καμαρίνι των κλόουν κι ευφραίνεται από τη μπόχα της κοπριάς με διασκεδαστικές κοινοτυπίες και στη ματαιότητα της εποχής ορίζει τον εφιάλτη της. Ο έρωτας είναι μόνο χρόνος. Η φιλοδοξία αυτή εκδηλώνεται με σαφήνεια. Η βούληση της απόλυτης χειραφέτησης θέλγει εξίσου οτιδήποτε επικεντρώνεται στην εκδήλωση του ευχάριστου. Η ακολασία του έρωτα ευθύνεται για το μεσαίωνα. Ο χρόνος του αμβλύνει την οξύτητα των αντιπαραθέσεων. Συγκλονισμένος μπροστά στο νεκρό νοσοκομείο οι πληγωμένοι άνθρωποι φιλοξενούνται πάνω στις ανώμαλες επιφάνειες όπου επινοούνται οι νέες κατοικίες. Η στρατευμένη διανόηση έχει παραδοθεί σ’ έναν άνευ όρους ιδεαλιστικό φαντασιακό της λαγνείας. Η κομματική εμπειρία είναι μια ανέφικτη στράτευση. Στο περίφημο πίνακα του κοστουμιού, τα στοιχεία της ζωής είναι απλώς μικρές συνήθειες. Αλήθεια, μπροστά στον έρωτα, η ζωή είναι απλώς μια παρόρμηση. Ο απροσδόκητα συγκλονισμένος αναστεναγμός της ζήλειας αποφεύγει να πάρει ξεκάθαρη θέση απέναντι στη κοινωνική επανάσταση των καταπιεσμένων υπεραπασχολούμενων. Την ίδια στιγμή που προωθούνται τα νομοσχέδια της λιτότητας, ο έρωτας σχεδιάζει τις δικές του συνωμοσίες, επί πρωτίστως ενάντια στους πυρήνες της κυβερνητικής εξουσίας. Έχει μπροστά του το μέτωπο απ’ όπου φαίνεται ότι έρχεται η σκέψη, έτσι η ρήξη του έρωτα με τη πραγματικότητα είναι μονόδρομος. Όταν μπαίνει το πρόγραμμα, όταν ανοίγει η ατζέντα, ο έρωτας φεύγει. Αυτή η απώλεια μεταφράζεται μόνο με πόνο. Τα παραληρήμματα των πληγών μεταφέρονται με κατάνυξη στο σώμα του αποκοιμισμένου αρρώστου. Έτσι ο αυτόχειρας του ονειρικού στοχάζεται την υπαρξιακή του απουσία αποστομώνοντας την αυθεντικότητα του συμβάντος. Κοιτάμε έναν εξόριστο. Αυτός ο παθιασμένος διωκόμενος δείχνει την προφανή του ανεπάρκεια- η θυσία του αληθινά ερωτευμένου, του αληθινού διανοητή, του αληθινού επαναστάτη, είναι μια άσκηση απέναντι στις παγίδες του υλισμού. Από αυτό το σημείο και έπειτα, από τη πείνα και από τη δίψα μαθαίνει ό,τι πραγματικότητα είναι η κορύφωση του ονείρου. Τότε οι παλαιογράφοι ιδρύουν και δημοσιεύουν τις επιστημονικές τους μελέτες επί του προσανατολισμού της χυδαιότητας- εντάσσουν στη συλλογικότητα που βαφτίζουν ηθική πορεία το φόβο του εθισμού τους. Αυτοί οι παχύσαρκοι γλοιώδεις ευνούχοι. Αυτοί οι απρόσωποι, αυτοί οι δημαγωγοί, αυτοί οι βδελυροί της λυρικής απόλαυσης. Η πολυλογία των απαιτήσεων που εναλάσσεται με την ψυχή στο διηνεκές, παίρνει χρόνο. Κι ο έρωτας είναι πάντα χρόνος. Τα μάτια που πρόκειται σε λίγο να αποσπάσουμε από το βλέμμα, είναι μια ακεραιότητα της επιθυμίας που προαναγγέλει τον τελετουργικό θάνατο. Τότε στην υπηρεσία της δέσμευσης στέλνουμε σωματίδια ψευδαισθήσεων. Όμως οι λεφτάδες, οι ‘αρχοντες που καπηλεύονται την υλιστική θέση ισχύος τους αγοράζοντας το αντικείμενο του έρωτα με υποσχέσεις παροχών διασφάλισης, εξυπηρετούν μοναχά την πορνεία, κι ως εκ τούτου, ταπεινώνουν μόνο τα αδύναμα επί της τέχνης πνεύματα, προσωπικότητες που παρασύρθηκαν από το πρόσκαιρο της άμεσης δόξας.  Αυτή η υποχώρηση μπορεί να φανεί ανάξια λόγου αλλά είναι όλο το ζουμί. Είναι ο λαιμός που μέσα του θα πήξουν οι ήχοι.  Είναι ο λόγος που ο Αραγκόν διαπομπεύεται υστεροφημικά γινόμενος ένας άκομψος, ένας παραιτημένος σουρεαλιστής. Ο λόγος είναι απλός και ονομάζεται Έλσα Τριολέ, μια Έλσα που αδιαφορούσε για την επανάσταση και που το μόνο που την ένοιαζε ήταν να ζήσει καλύτερα πάνω απ’ όλα. Τρομερό, ένας ποιητής ερωτευμένος με μια συνηθισμένη γυναίκα! Τότε η Τέχνη  φεύγει γιατί ο έρωτας φεύγει, κι ο έρωτας είναι πάντα χρόνος. Έπρεπε να την αφήσει να φύγει, έτσι ο έρωτας θα έμενε, η τέχνη θα έμενε, ο χρόνος θα “έμενε” και τότε το μικρόσωμο στεγνό πλάσμα με το σφιχτοδεμένο σώμα, τα ανοιχτόχρωμα μάτια και τα στενά χείλη δεν θα έκανε ποτέ τον Αραγκόν ένα υποχείριο, δεν θα βλέπαμε ποτέ τον αδιόρθωτο αυτόν δανδή να μεταμορφώνεται σε πλασιέ των φαντεζί μπιζού που έφτιαχνε η δεσποινίδα΄Τριολέ για χάρη των οίκων υψηλής ραπτικής. Έχει τα στήθη και το βάθος του στόματος ο έρωτας. Πλέκει τα εγκώμια της τρυφερότητας που διαπνέονται από εναν οίστρο ευθυμίας και ποιητικής δύναμης γιατί υποκρύπτει μια απελπισία, μια αγιάτρευτη δυσφορία απέναντι στο παροδικό. Δεν θέλουμε έναν έρωτα που στη πρώτη δυσκολία το βάζει στα πόδια. Δεν επιθυμούμε έναν έρωτα που εφευρίσκει αφορμές και βολέματα επάνω στην ανεύθυνη συμπεριφορα μας προκειμένου να απομακρυνθεί. Δεν σεβόμαστε έναν έρωτα που υποκύπτει στο κόσμο που τον ποδηγετεί. Θέλουμε τον έρωτα με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που οραματιζόμαστε την Τέχνη μας: Αφθαρτο, αιώνιο, αναλλοίωτο, ονειροπόλο, τρυφερό, παθιασμένο, ποιητικό! Έχει τις βουβωνικές πτυχές ο έρωτας. ξεχειλίζοντας από ζωντάνια σαν χαρούμενο παιδί, ντυμένος σαν ζιγκολό ολκής διδάσκει την ακεραιότητα του φυσικού. Κανείς δεν έχει συντριβεί τόσες φορές όσες ο έρωτας. Κανείς δεν έχει ξαναγεννηθεί τόσες φορές όσες ο έρωτας. Η ζωή του είναι ένα αδιάκοπο πηγαινέλα στα ψυχειατρεία των αισθησιακών διεισδύσεων. Μπαίνει συντριμμένος για να επιστρέψει ξαναγεννημένος, ανθηρός, ανανεωμένος, λαμπερός και ευδιάθετος σαν μωρό. Κανείς δεν έχει συντριβεί τόσες φορές όσες ο έρωτας. Κανείς δεν έχει ξαναγεννηθεί τόσες φορές όσες ο έρωτας. Γιατί για τον έρωτα η συνηθισμένη ζωή δεν αρκεί. Αν του παρουσιαστείς ντυμένος καθημερινότητα, σύντομα τον κυριεύει η μανία της αυτοκαταστροφής και ξαναρχίζει να αγχώνεται, να ξανακαπνίζει όπιο, να κατατρύβεται με άλυτα ιδεολογικά, ηθικά, αισθητικά και συναισθηματικά θέματα, να παραδίνεται στο έλεος της αυπνοίας και των λυγμών μέχρι τη συντριβή. Τις ώρες εκείνες ο έρωτας κοιτάζεται σαν δαιμονισμένος, στους προορισμένους για μανιοκαταθλιπτικούς καθρέφτες, καθρέφτες του διεφθαρμένου προυστικού οξύμωρου που εμφανίζεται με την άνεση του φαινόμενου λαμπερού, του επίσημου και του κοινώς αποδεκτού, που έρχεται με τον καθωσπρεπισμό της δημοσκόπησης και το ανάθεμα του επαναστατημένου μαφιόζου: της διαφήμισης! Τις γάμπες που έτρεχαν επιθυμεί ο έρωτας!  Τη θεραπεία του εκρηκτικού αεικίνητου. Την υπέρμετρη αισιοδοξία που απλώνεται πάνω στο σώμα της δράσης του. Αυτό το καπνισμένο βάσανο που αδιαφορεί για το τέλος, που συσπάται και λυγίζει σαν θνησιγενής οργασμός, σαν βλαστάρι φτέρης. Τις ατελείωτες διακλαδώσεις εντελώς διαφορετικών περιοχών, την ύστατη προσπάθεια του έρωτα να πλουτίσει το πραγματικό επανακανονοικοποιόντας το. Που ταράζει την ήσυχη καθημερινότητα με το να αυξήσει απεριόριστα τις συνθήκες της ελευθερίας μας. Που επιδεικνύει με μεγαλοπρέπεια τα τέρατά του γιατί αυτά αποτελούν τη σημαντική αντίθετη όψη της αρετής που αυτοανακυρήχθηκε κανόνας. Τον ατμό που κατεβαίνει από το καπνό του τσιγάρου στο θάνατο, σου παρεμβάλλει ο έρωτας. Τη λέξη που δεν απόκτησε ακόμα νόημα, που συνεργάζεται με τη πραγματοποιήσιμη μελαγχολία. Η απρόοπτη ανασκόπησις αναγγέλεται: Ας μελετήσουμε τα επιφωνήματα των οργασμών μας! Η υπόθεση του νέου λεξικού βρίσκεται εκεί. Το σενάριο του αυτόματου έμφυτου επιτέλους απολυτρωμένου από τον παρωχημένο Φρόυντ. Όλη η ευθύνη της αγιότητάς μας βρίσκεται στην επίγνωση των ένοχων μας πράξεων- ας τις αναγνωρίσουμε! Γιατί έχει τη χαρά του χιονιού που πέφτει μπροστά από το παράθυρο ο έρωτας, κι ο έρωτας είναι πάντα χρόνος. Μεταγγίζεται βαθύς απροσδιόριστος σε μια πυκνόφυτη βουνοπλαγιά σαδιστικών υποκειμένων,  με αρθρώσεις που ο ανθρώπινος νους αδυνατεί να συλλάβει προκειμένου να αναπαραστήσει. Εδώ οι υποθέσεις περιττεύουν.  Ο διστακτικός διακριτικός έρωτας είναι μια τεράστια πληγή. Χαράχτηκε για πάντα μέσα μας γιατί τον επικαλούσαμε με τεχνητά μέσα εντυπωσιασμού- δωρίζαμε ύλη, πασάραμε τεχνηέντως το μπαξίσι και κλείναμε το μάτι στον υλιστικό εθισμό του άλλου. Ύστερα απλώναμε το χέρι κάτω από το τραπέζι γεμάτο ενοχές κα νιώθαμε την λάγνα απληστία του κρυφού σ’ ένα πλήθος παρόντα απών. Χαχαχαχα!! Αχ πόσο γελάμε με τις μυστικές βίζιτες! Όχι βέβαια! Εμείς δεν είμαστε μαριονέτες. Είμαστε τρελά αγρίμια. Μακρυά μας κοιλιόδουλοι ιεραπόστολοι! Ισχυριζόμαστε το παράτολμο! Μισά περιγράμματα, μισές γυναίκες, μισή άντρες, μισά διεσταλμένα μάτια, που με χίλιους τρόπους ασκούν τη σιωπή, τη γοητεία και τη φρίκη! Ανοίγουμε μισά τα παραθυρόφυλλα για να κοιτάξουμε τον ήλιο να δύει και ξέρουμε ότι η γλώσσα σχεδιάζει τα μάτια. Επιφορτισμένοι με την αποστολή του αδύνατου είμαστε εδώ για να αποτύχουμε. Για αυτό στον έρωτα είμαστε ακαταμάχητοι: ονειρευόμαστε περισσότερο από τις πράξεις σας. Οι πράξεις σας οριοθετούν το έξω, και το όνειρό μας το μέσα. Είναι μεγάλη σας τιμή αγαπητοί ασπόνδυλοι το γεγονός ότι….σας περιέχουμε, σας φέρουμε, σας κουβαλάμε, σας αγαπάμε! Σας χαρίζουμε τον κόσμο για να τον αξιοποιήσετε με την τρομερή σας υπευθυνότητα, την καταστροφική σας μανία να αξιοποιείτε τις ευκαιρίες της αγοράς. Παρακαλώ, από δω παρακάλώ! Χωρίς να είμαστε Τροτσκιστές, πάντα θα φέρνουμε στα χείλη μας το Λεών Νταβίντοβιτς να αναφωνεί μπροστά στο Στάλιν “ορίστε,  ορίστε ποιος πραγματικά συνωμοτεί ενάντια στο κομμουνιστικό κόμμα! Εσείς είστε Τζουγκασβίλι, ο άθλιος νεκροθάφτης της επανάστασης!”. Χωρίς να είμαστε Μοντιλιάνι, θα συναντούμε στα κινήματα της μπυραρίας του ανερχόμενους Χίτλερ και θα φερόμαστε όπως αυτός- θα αποχωρούμε περιφρονητικά απέναντι σε έναν ανεπρόκοπο πολυπράγμονα φασίστα που καμώνεται το ζωγράφο. Θα αποχωρούμε περιφρονητικά απέναντι στο Χίτλερ, απέναντι στον Καρατζαφέρη, απέναντι στον Γεωργιάδη, απέναντι στη Χρυσή αυγή, απέναντι στον κόσμο χωρίς έρωτα. και ξέρουμε πολύ καλά τι σκέφτονται αυτοί τη στιγμή οι φασίστες, οι ναζί καθώς και όλοι οι λυγερόκορμοι νεόπλουτοι πλουτικοί δημαγωγοί της ανθρώπινης αξιοπρέπειας- πώς να δημεύσουν τον έρωτα προς όφελός τους! Χαχαχαχαχαχα!!! Ορίστε αγαπητοί, ο κόσμος σας ανήκει, εμείς σας ανήκουμε, αλλά δυστυχώς, ο έρωτας όχι! Γιατί ο έρωτας κρύβεται τα σύννεφα, σκάσε αήδόνι λέει, και το αηδόνι συνεχίζει, κι ο έρωτας γελάει και χαίρεται και ρέει. Ενώνει τα χείλια ο έρωτας κι ο έρωτας είναι πάντα χρόνος. Κάθομαι εδώ στην ιστορία του ζωντανού ανθρώπου και ομολογώ την εντυπωσιακή νεανική του όψη.  Απευθύνομαι στο κίνητρο της συγκίνησης και στο μισοσκόταδο από λάπη κι από αίμα. Περιφρονώ τις ειδησεογραφικές αναγγελλίες περί κατάρευσης της αγοράς, περί ανόδου της τιμής του πετρελαίου, περί απόλυτου τρόμου. Κίνητρο της αποκήρυξης της δουλοπρέπειας είναι ο έρωτας, η εντυπωσιακή αντοχή στην κακουχία, ο χλευασμός ενάντια στην απειλή- νομίζουν ότι είμαστε καταναλωτές οι ηλίθιοι!! Αυτοί οι μεταμφιεσμένοι σε διανοούμενους και καλλιτέχνες που έκαναν την επικοινωνία ακαδημαϊκή καριέρα και μπροστά στο κατοχυρωμένο με πτυχία σφραγίδες και τίτλους βουνό από ανέραστες λέξεις, καλά καλά ενα κοριτσόπουλο δεν ξέρουν να πλησιάσουν. Επαφίενται στο εντυπωσιακό παρελθόν τους κι έχουν ήδη απωλέσει τη παρούσα θέση τους από τη γνώση. Τι άλλο? Θέλω έναν οδηγό σκυλόψαρου που να με οδηγεί στην εντυπωσιακά ξεχτένιστη γυναίκα. Επάνω στο γυμνό της σώμα θα γράψω όλη τη κρυφή μου βίβλο στη μητρική της γλώσσα. με τεράστια γουρλωτά μάτια και κραυγές πνευματικού ζώου θα χορεύω επάνω στο υπέροχο ανάγλυφο του δέρματος. Θα διαφεύγω από τη συγκίνηση που εκλιπαρεί τη φθήνια. Δεν θα υπάρχω. Θα πάψω να ανασαίνω. Ουρλιάζοντας  θα επιστρέφω στη γενέθλια γη. Με το απροσδόκητο της χίμαιρας θα είμαι μια φορτισμένη δίψα που προορίζεται όχι για τους ικανούς, ούτε για τους ανίκανους και ποτέ για τους στιλιζαρισμένους τσαρλατάνους των σαλονιών. Θα απευθύνομαι με επίσημο χαιρετισμό μόνο στη καρδιά, και διάολε! Θα είμαι φλύαρος ή τίποτα! Γιατί μόνο ο έρωτας ξέρει να ορθώνει τα στήθη. Μπροστά σε ασφυκτικά γεμάτες αίθουσες από ενθουσιώδεις νέους θα ειρωνεύομαι την προφορά του. Η ελπίδα να αλλάξει η ζωή θα μετατίθεται οριστικά σε ουτοπικές προτάσεις. Δεν θέλω να αλλάξει η πραγματικότητα, αλλά το όνειρο- γιατί τώρα πια είναι γνωστό: Πραγματικότητα είναι η κορύφωση του ονείρου!  Και θα υπενθυμίζω αυτό το όνειρο όπου έχει ξεχαστεί. Την έκκληση για δημιουργία ενός νέου μύθου που θα διατυπώνεται με τρυφερότητα κι όχι με εθνική προπαγάνδα. Όχι, εγώ απλά είμαι ένας προφήτης του έρωτα. Κι ο έρωτας είναι πάντα χρόνος. εγώ ακόμα είμαι ένας βάρβαρος, ένας άξεστος- πλην όμως, ένας ποιητής. Μετά της Εναρκτήριας Ρήξης, ο σταλινισμός, ο καπιταλισμός καθώς και εθνικισμός ή υπερεθνικισμός απορρίπτονται ως γελοιότητες. Ως προς τον τελευταίο, την ανάλογη και ειδική αυτή απαγόρευση στο πρόθεμα του υπερ, δεν την αναγορεύω εγώ, αλλά η αποτυχία κάθε μου εαυτού να ερωτευθεί, να νιώσει τον έρωτα μέσα σε αυτό το ανέραστο πλαίσιο, κατά πόσο στα συγγενικά λοιπά λίπη του. Κι ο έρωτας από την άλλη είναι απεριόριστη ελευθερία. Ο έρωτας είναι μια δοκιμασία του εαυτού. Κι ο ερωτας είναι πάντα χρόνος. Και υπενθυμίζω την αντίξοη συνθήκη του εξαιρετικά εχθρικού. Όλη την εξαπατημένη γενιά που παραμυθιάστηκε με την ελπίδα της χλιδής. Τόσες και τόσες γενιές- τόσες και τόσες ερμηνείες της χλιδής! Και πια, τόσο γελοία λέξη η λέξη χλιδή! Προικισμένος με μια αλλόκοτη ομορφιά, ειρωνικός με βλέμμα βιολετί, βλέμμα που εξέχει από τα ρυτιδιασμένα βλέφαρα, ο έρωτας, αμφιταλαντεύεται ανάμεσα σε έναν πικρό μορφασμό κι ένα γεμάτο γοητεία χαμόγελο, εξαπολύει τις ορδές του λόγου, τις ορδονιές των καλαθιών με τα γλυκίσματα προς το σπίτι της νύφης. Κι εμφανίζεται με τη σιλουέτα του παγωμένου αέρα που κόβει την ανάσα κρατώντας ένα βραστό καλαμπόκι, όλο το λοβί του καρπού που ονομάζεται πούλος: ” Πάρε το πούλο!” , λέει κι αποχωρώντας διστακτικά, ξεσπάει σε γέλια! Γιατί ο έρωτας είναι πάντα χρόνος. Γουβώνει τις μασχάλες για να κρύψει από κάτω του τα μυστικά του βόρειου σέλας. Υπόστεγο στο στερέωμα του σκιόφωτος συναντιέται σε παλιομοδίτικα μέρη όταν του καπνίσει, κάτω ακριβώς από τι μασχάλες. Κάποτε ο έρωτας περιστρεφόταν σε ένα νέφος ηλεκτρονίων απ’ όπου τα ερωτευμένα σταγονίδια κυματίδια του επέστρεφαν υποχρεωμένα να μη δώσουν εξηγήσεις για την απουσία τους. Τώρα επιστρέφουν σαν υπεχορδές και η απουσία τους είναι πλήρως δικαιολογημένη: Δεν απουσίαζαν, ανακάλυπταν τον εαυτό τους στις συμπυκνωμένες και καλά τυλιγμένες διαστάσεις του χώρου. Ωστόσο η μουσική παραμένει  ίδια- έχει λίγο αλλάξει σε ύφος, παραμένει έρωτας! Τότε σε αυτό το πνιγηρό γαλαξία η μετουσιωμένη μυσταγωγική φάρσα μετατρέπεται σε χειρόγραφο κόσμημα. Ο κεραυνοβόλος στασιασμός του απόλυτα εκκεντρικού παραμένει και αυτός ένα παιχνίδι που προσφέρουμε δια μέσου του βλέμματος στην αντίληψη του άλλου. Μεταμορφωνόμαστε ανεπανόρθωτα μέσα απ΄τα στρώματα του χρόνου, παίζουμε κρυφτό, γερνάμε- βρες με αν μπορείς! Δεν μας ενδιαφέρει που η επιθυμία της αλχημείας έθεσε τη βάση της χημείας, αλλά το ότι η αδυνατότητα του ονειρικού, ξέρασε στο πραγματικό κόσμο ένα της κορυφωμένο όνειρο. Τώρα, ο αλχημιστής μάγος επιτέλους μπορεί να ασχοληθεί με την ποίηση- κι ευτυχώς, ζει στο πιο αντιποιητικό χρονικό ορίζοντα: απαρχές νέας χιλιετηρίδας! Κι είναι βέβαιο πως το μήνυμα είναι σκοτεινό, αλλά δεν μας τρομάζει η αμεσότητα των απορρίψεων. Γελάμε ξανά. Σκύβουμε. Βρίσκουμε λύσεις στο πεταμένο βότσαλο που έβαλαν στη γλάστρα ευκαλύπτουγια να κρατάει το χώμα από τον ανύπαρκτο αέρα της πόλης. Αυτή η πέτρα είναι λευκή και μοιάζει με το χαμένο πλαστικό μπαλάκι που ορφανό από χέρια ρίχτηκε σε μια κατηφόρα. Η βαθιά διαπίστωση στη υπεκφυγή . απηυδισμένη από τις συνεχείς παρεκβάσεις επιστρέφει πανηγυρικά στην αποκατάσταση του πόθου. Μέχρι λιποθυμίας των ήχων εξοντώνουμε τα σώματά μας στη διαπίστωση της στοργικής λαγνείας. Από την προτροπή του πόθου που άγγιζε την εκπόρνευση δραπετεύουμε για τόπους ελεύθερης εξύψωσης, όπου η αμοιβαία συμπάθεια είναι απλά ποταπή για να εξηγήσει τον έρωτα, οδεύουμε προς τις ζωώδεις εκκρίσεις του αμοιβαίου πάθους! Το παράθυρο ανοίγει, έξω χιονίζει φως. Παρατηρούμε τα φωτόνια να αργοπέφτουν και να συντρίβονται επάνω στις ξεραμένες από δίψα επιδερμίδες των αντικειμένων. Από την τριβή του πάθους γεννιέται ο ιθυφαλλός. Δεν υποχωρούμε κάτω από τα πόδια των επισκεπτών. Δε γινόμαστε χαλί να μας πατήσετε αλλά χαλί για να μας κάνετε μασάζ με τα πόδια σας στη πλάτη μας. Τα κόκκινα κ΄γκελα που κρατούσαν κομψούς τους συνδαιτημόνες έχουν καταργηθεί. Επικρατεί η απόλυτη ελευθερία μέσα στο ρίγος της ζήλειας και του κτητισμού. Η μόνη ανηθικότητα είναι η έμμεση αγορά του έρωτα. κάτω από το πρίσμα αυτής της πολιορκητικής δήλωσης η νεανική ευφυϊα τρομάζει μόνο τους ένοχους αγοραστές που συνήθως είτε είναι μεσήλικες γέροι, είτε απροσδόκητα πλουτισμένοι της άμεσης δόξας. Άδικος κόπος. Δεν απευθυνόμαστε σ αυτούς, αλλά σε όσους έκλεισαν τα μάτια, έφεραν στο νου τους το ζώο που αγαπούν και του χάρισαν την ελευθερία που του άξιζε. Το γυμνό άλογο του καλπασμού, το γυαλιστερό ιδρωμένο δελφίνι, η πανευτυχής γοητευτική κατσαρίδα, η ερωτευμένη ταραντούλα, ο παλιμπαιδισμός του δράκου, ο συμφιλιωμένος με τη ψείρα πίθηκος, το μεθυσμένο άλμπατρος. Τώρα ο έρωτας φλυαρεί με υπεροπτικό ύφος στο θαυμαστό. Ένα προνόμιο που είχε παραχωρηθεί επίσημα στους μίμους, η φλυαρία  της σιωπής, από κινήσεις μεταμφιεσμένων σε σάρκα οστών, έγινε φλυαρία των λέξεων, η φλυαρία των λέξεων, από κινήσεις μεταμφιεσμένων σε φθόγγους λέξεις έγινε η εκφορά της ψυχής. Τώρα ο έρωτας προσελκύει τη σάρκα μ’ όλες του τις δυνάμεις. Κι ο έρωτας είναι πάντα χρόνος. Βυθίζεται μέσα σε ένα περιπλανόμενο φιλί που τραβάει σε μάκρος την ελαστικότητα των χειλιών κα τα στόματα πλοιάρια που δένουν άγκυρα στο σάλιο. Τι λιμάνια! Στεριά λοιπόν! Ακροβατούμε για λίγο πάνω στο σάλιο-σκοινί και περνάμε απέναντι, πατάμε χώμα, στέρεο έδαφος μέχρι να μεταμορφωθούμε σε κάτι άλλο. Αντικαθιστάμε το στόμα που πήραμε και χωρέσαμε σε αυτό το μικρόκοσμό του ναυτικού, κι επιδιδόμαστε στο βουβό λυγμό ενός αδέξιου κροτάφου. και το νιώθουμε, κάτι σαρωτικό μας πλησιάζει. Τις λίγες ώρες που περνάμε στη θύμησα του άλλου βιώνουμε ξανά την αθωότητα του παιδιού και την ορμή του γεννετήσιου παροξυσμού. οιτάζουμε στο όνειρο τον άλλον να κοιμάται και τον βλέπουμε να διπλώνει και να κουρνιάζει σαν βρέφος σε εμβρυακή στάση. Τον περιμένουμε να ξυπνήσει και το όνειρο δεν θα πάψει ποτέ. Κι όταν ξυπνάει συγκορμοι τον νιώθουμε ν’ ανεβαίνει επάνω μας και νιώθουμε απέραντη ευτυχία που βρέθηκε επιτέλους ο ίδιος γνώριμος άνθρωπος των εκ βαθέων ενστερνήσεων και που μας κάνει να νιώθουμε κατακτημένοι χωρίς καμιά απολύτως προσφορά, μ’ όλες τις εκφράσεις του αδέξιου καταχωνιασμένες στη γοητεία της στοργής. Κοιτάζουμε το σώμα του να διπλώνει στους δεσμούς των επιμέρους απολίξεων κι εμφανίζονται κλειδώσεις του δέρματος που εκτοξεύουν εκπληκτικές παραβολικές καμπύλες η προέκταση των οποίων έρχεται σε επαφή με το χωρίς πέρας βίωμα. Αυτές οι καμπύλες αγκιστρώνουν στο μάτι στην αποκάλυψη τόυ αιχμηρού το βέλος του χρόνου. Και το όνειρο είναι πάντα χρόνος. Είναι το μείγμα της μέρας και της νύχτας. Κι ο έρωτας είναι πάντα όνειρο. Δεν του φτάνει το παράθυρο και καλά κάνει. Προχωράει προς την επόμενη έξοδο κι ανοίγει τη πόρτα…

Η λίχνος

VaVou

Εις μνήμη του εορτάζοντος συμβόλου

ανθρώπου είτε ιδέας είτε ειρήσθω εν παρόδω

η κοινωνία του νησιού κάποτε έστηνε χορό.

Από το μεσημέρι κάθονταν σε τραπέζι όλοι

με φίλους με συγγενείς με ξένους

και το γλέντι ξεκινούσε με άφθονα φαγητά στο τραπέζι

μεζέδες και μαύρο κρασί

η από τα δυο τρία σπίτια προς ιδίον όφελος γιορτή

με τη τροχιά του ήλιου συμπορευόμενη μαρτυρία της μέθης

Αχ, κάποτε η κοινωνία περίμενε το βράδυ κι έδινε χορό

όπως θεμελιωνόταν η οργή της πρώιμης ευτυχίας

και τότε

σάλα μια ξύλινη εξέδρα λίγο πιο ψηλή για να ανεβαίνει μια ορχήστρα

ένα βιολί ένα λαούτο κι ένα σαντούρι

και στη κουζίνα και στην αυλή

βάζανε τραπεζάκια με χαμηλά σκαμνιά ή πάγκους

και πρόσφεραν ξανά μεζέδες και μαυρο κρασί

και για να προσεγγίσουν το χορό με έρωτα

οι παρελαύνοντες γαμπροί πρόσφεραν στις καθίζουσες Γυναίκες

λουκούμια απ’ το κουτί

μα πίσω απ’ όλους

το βράδυ σαν άλλαζε ρότα ο ήλιος

στη μέση της σάλας

κρεμότανε μόνη

μια μελαγχολική λάμπα πετρελαίου

Η λίχνος.

Και ξαφνικά άρχιζε η μουσική

με τον ίδιο τρόπο που εισβάλει η αναπάντεχος δρόσος

στα γλυκά χόρτα του βουνού

που οι πλαγιές τους είναι στραμμένες

προς τη πλευρά της θάλασσας

και τα ραντίζει ο αχνός.

Στην αρχή παίζανε πόλκα

ίσως και κάποιο βαλς

ώσπου στο τέλος τα βιολιά

μπαίνανε στο συρτό και στο μπάλο

μα πίσω απ’ όλους

μεσάνυχτα σαν άλλαζε ρότα η μέθεξης πανήγυρος

στη μέση της σάλας

κρεμότανε μόνη

μια μελαγχολική λάμπα πετρελαίου

Η λίχνος.

Και τότε μεθυσμένοι τη προσδοκία του κρασιού

θέλανε όλοι να χορέψουνε στην ευφυϊα του ονειρικού Βάκχου

τραβούσαν κατά τα όργανα σέρνοντας την ευτυχία στη φουρτούνα

και λέγανε στο βιολιτζή: “Παίζε, θα χορέψω εγώ!”

Όσοι δεν υποχωρούσαν στριμώχνονταν, συμπιέζονταν και σπρώχνονταν

κι έβλεπες τότε τις καθίζουσες Γυναίκες που μυρίζονταν καυγά

όρθιες να σηκώνονται

και κάποιες να φεύγουνε

και κάποιες άλλες να φωνάζουνε

μα το τελευταίο ερέθιζε τους παληκαράδες περισσότερο

και τότε κινούσε ο καυγάς

καταρχήν με μια μαγκούρα ή με μια γροθιά

σπάζανε καμιά λάμπα ή ρίχνανε κάτω το σοβά

και μες το μισοσκόταδο γινοταν χαλασμός

ξύλο φωνές βρισιές και απειλές

κι πότε πότε κάτω απ’ το σεληνόφως άστραφτε και το μαχαίρι.

Όταν πέρναγε η μπόρα τακτοποιούνταν πάλι η έδρα των βιολιών

τα μακρυά μαδέρια κάθιζαν ξανά τα γυναικεία οπίσθια

κι άρχιζε ο χορός ξανά

κι ούτε γάτα ούτε ζημιά

έγινε καυγάς λέγανε

“Πότε?” ρωτούσαν βιαστικά

κι έτσι ο χορός αποκτούσε προσωπικότητα

μέσα στη λησμονιά της Ιστορίας

…μα πίσω απ’ όλους

το βράδυ σαν άλλαζε ρότα ο ήλιος

στη μέση της σάλας

κρεμότανε μόνη

μια μελαγχολική λάμπα πετρελαίου

Η λίχνος.

 

 

Φαινόμενος Ρεαλισμός

VaVou

Κάθομαι εδώ στο οιωνό αιώνα κι απολογούμαι το φυσικότερο ύφος

ιδέα τι τρέφει ο εαυτός μας ανάσα

στην ακρώρεια της εποχής των χρωμάτων όπως ξεφεύγουμε κοιμώμενοι

οι αφοσιωμενοι τη φυγή μας ιδιώτες

όπως μια εκπληκτική θαλάσσια γαλήνη.

Και περιγράφω το νερό όπως μετέχει με γλυκούς λικνιστούς παλμούς

και συμπληρώνει ότι ορίζει αυτήν την ανοιξιάτική στιγμή ο γκρίζος ουρανός

Τότε τα σύνεφα γέρνουν για να συναντηθούν λίγο αργότερα

μ’ όλες τις προεκτάσεις του πνιγμού

σ’ έναν ορίζοντα που μοιάζει περισσότερο με μυσταγωγική ομίχλη

παρά μ’ ένα φραγμό στη περιέργεια του ματιού

Και ξέρω ότι μετά από αυτό το αδιαπέραστο αίνιγμα

μετά από το σμίξιμο τ’ αέρα με του υγρού

ξανοίγεται η νησιώτικη στεριά

πολύ πιο διαφορετική απ’ ότι η ίδια έχει ζήσει τον εαυτό της

Και δε υπάρχει στεριά χωρίς να υπάρχουμε εμείς

που ρίχνουμε πάνω στη σάρκα της τη σκιά μας

στεριά όπως γεννιέται μόλις αποφασίσουμε ν’ νοίξουμε τα μάτια

από το ένα-το δικό μας-το ταξίδι-το μοναχικό

το αίσθημα του μεγέθους της δημιουργίας του ποιείν

τη δι-αίρεση που σχίζει το φανταστικό διανύοντας

το κόσμο του κατορθωτού που στέρεα πύκνωσε τη συστατική μορφή του Μορφέα

για να μπορούμε να φωνάξουμε το θεώρημα ελεύθεροι:

“Πραγματικότητα είναι η κορύφωση του ονείρου”

Παλαιότερες καταχωρίσεις »