VaVou
από εκείνη τη παράξενη οπτική της ουτοπίας
τίποτα δε καταλαβαίνω.
Καμιά φορά ανάβω στο παράθυρο εικονες
της κυρίας
της γιαγιάς
του γιάπι
προλαβαίνεις να συγκρατήσεις μόνο όσα θυμάσαι
μετά βάζεις φωτιά στη μνήμη
και πηδάς από το παράθυρο
με τον ίδιο ακριβώς τρόπο
που σε ρίχνουν στο καλαθάκι του κάδου.
Τώρα στον αέρα καθώς είσαι
ξετυλίγεσαι για να πετάξεις
κι όπως ορμώμενος ρίχνεσαι στο θάνατο
αυτή τη φορά
ένας άλλος αέρας
με τη τριβή
ξεστρώνει το συνειδέναι ζείν
με τη μορφή σκέψης
ενός άθλιου ποιήματος
που πετάει σαν σιχαμένη μύγα εδώ και εκεί
και πρόχειρα σφινώνει στο ρυθμό
κι άλλες σκέψεις
κι έχεις ένα μυαλό παχύσαρκο από σκέψεις
γιατί έκανες τη σκέψη λίπος
το χοντροβούβαλο συνειδέναι ζειν
μα να τι σου είναι η καλή σκέψη
οι τετριμμένες σ’ εγκαταλείπουν όπως οι ποντικοί το καράβι που βουλιάζει
γιατί τώρα ξέρεις
τη στιγμή που τα κακαρώνουμε
σκεφτόμαστε μόνο
αυτό που τελικά άξιζε
Αλλά ούτε αυτή η ησυχία μπορεί να σε εκφράσει
από το ένα θεώρημα στο άλλο
μεσολαβεί η επίσημη άρνηση κάποιου άλλου
κι αν νιώθεις κουρασμένος
εύκολα μπορείς να παραιτηθείς
όπως ο βασιλιάς Κωνσταντίνος τον γέρο της Δημοκρατίας
κι είναι λογικό
αν είσαι ο γέρος της Δημοκρατίας
ακολουθούν οι νεκροί της
τίποτα δεν μπορείς να δεις παρά μονάχα
αν μέσα σ’ αυτή τη πτώση
θα μπορούσες να κάνεις αναγωγή
από την αυτοκτονία σ’ ένα σκουπίδι
κι από ένα σκουπίδι
στη δικτατορία.
Χαρούμενο ενοποιημένο σύμπαν
βυθίζεται σ’ έναν εαυτό π’ απομακρύνεται
Κι Ολοένα και περισσότερο
μοναξιά