3,14Νεύσις

Έρωτας + Τέχνη

Αρχείο για Ιουνίου, 2008

Ομοιώματα- Εκτρώματα- Έλευσις

VaVou

ΟΜΟΙΩΜΑΤΑ (μέρος Ι)

Θλίψη ερωτευμένου έρχεται

ανθρώπων του ποτέ

στο σμίξιμο σκοπιά ποτέ δεν φύλαξαν

κι απ τ όνειρο ποτέ το αίμα τους δεν ήπιαν

μοναχά χρώματα

παρδαλά

μεθυσμένα μόνο χρώματα

ανομολόγητοι στο πάθος τους οι γυμνοί

τετραγωνισμένοι βορράδες και ψύχος απρόσμενα

με γοητεία τις ψυχικές αποθήκες άδειες όσο τα χέρια ψηλάφιζαν

σεμνό χαιρετισμό την άβυσσο και την έρημο

για να κρατάς σε κοχύλι εσύ μέσα

τις κραυγές του άνθους

ελευθεριία ευγένεια και πάθος

των μυθικών καρπών τη γύρη

για να κρατάς χιλίοειπωμένη τη καρδιά μέσα εσύ

πρωτόγνωρα ξεριζωμένη

άγρια μοναχική

κι άλλο δικιά μου, κι άλλο-κι άλλο, δικιά μου κι άλλο

όπως αυτή όταν ακίνητη περιέχεται στις σιωπές σου

εξόριστη της εποχής

από τότε που η ομιλία ηχούσε σημασίας

γαμάω-γαμιέσαι-γαμιόμαστε:ΊΣΤΑΜΑΙ

Αχ, μαζί με τον Ιησού σταυρώθηκαν κι οι λέξεις

οι πρώτες σημασίες έγιναν ντροπή

μαργαριτάρι προσμονής-να λάμψει- κάποτε σαν έλαμπε

αφή στο βλέμμα κα γεύση στην αφή

έρωντα αίσθηση κι άλλα δαιμόνια

για κάτι που ν αξίζει το κόπο να βιωθεί

κάτι που ν’ αξίζει το κόπο

να πάρεις όλα τα σύμβολα του παραμυθιού ένα ήσυχο δειλινό

να τα κάνεις να ουρλιάξουν από ευτυχία

από νοσταλγία

από εσένα

τους αιώνες να φωνάξουν

να σε καλέσουν όπως κάποτε καλούσαν

τις αφινικές συνδέσεις

με κατάδυση, με βύθιση το σκάφανδρο των ονείρων

που σαν να αποκοιμιούνται μέσα στα εσώκλειστα θάρρητα

για το αιθέριο του δικαίου

που κρεμασμένο από το πόδι του γλάρου

ξανάρχεται

όπως ο μπόμπιρας κρατάει το μπαλόνι του στο λούνα πάρκ

κι επιτέλους πιάνει στεριά, έτσι λένε

όνειρο που τίκτη τη μνήμη του βαρύδι.

Κι όταν με το καλό αργότερα, στον Μορφικό του Παράδεισο ξεπέφτεις

στα ριγωτά χρυσώματα τρικυμιστά που πέφτεις

ήλιος που μυρίζει αγάπη

στα κύματα σελίδα γυρίζει ο αχός της λησμονιάς μας

νέοι έρωτες να σε υπόσχονται

…και με το ιδιο χέρι που σμιλεύει στην ύπαρξη τ αυθαίρετο

ανθρώπινο το βήμα μ’ ένα χάδι ή μ ένα θάνατο

σαν ένα μικρό χαρούμενο κορίτσι που γύρω τρέχει από το πεύκο

ή σαν μια ετοιμοθάντη μέλισσα που βουλιάζει μες το πένθος το παράπονο του μελιού

ασήμαντο έντομο-χαλίκι πεταμένο στα χαλίκια πες

ασήμαντο κορίτσι, κορίτσι πεταμένο στα κορίτσια πες

για να συμπορεύονται όλες οι τραχύτητες του κόσμου με τη κραυγή σου

η διέξοδος από τη συμπίεση των ήχων

τα όλα μαζί ασήμαντα πραγματάκια

μικρά που λαμπερά παρελαύνουν

μπροστά σε τυφλούς

και μπροστά σε κουφούς.

Και κάποτε κι ας είναι και πρωί

ίσως…ίσως όλα αποκτήσουν κομψότητα, ίσως και γοητεία πέρα από τη διάθεση

ξεμαλλιασμένη μας την αίσθηση αλήθεια

αγνή

ρέουσα

καθαρότητα

υπόγειων

δροσερών

ρευμάτων.

Πηγή αναφωνόντας το, Ρέα που ρέεις μέσα του

θανάτωσε κι έμένα από Χρόνο

γιατί δεν αντέχω χψρίς εσένα Αγάπη μου.

Λίγο παραδίπλα οι Gilbert και George

αύριο νεκροί

θα με μιμούνται άγαλμα νεκρό.

Άραγε, θα ‘μαι ποτέ εγκλωβισμένος σε σταγόνες αναμνήσεων?

Ξαφνικά! Αναλαμπές και Εικόνες!

Βρέχει καρναβάλι ευκάλυπτου

σαν κλόουν του δάσους που δακρύζοντας

ο άπιστος τρέχει

το καλοκαίρι θρηνώντας, άλλο ένα λυπημένο καλοκαίρι

είτε φύλλα σκόρπικα

όπως στους δρόμους κι όπως στο χώμα

που ξεβαμμένα από χρώμα χρώματα θυμίζουν

τη σκονίσμενη επαύριο της σερπατίνας

ναι…σερπατίνα είμασταν θα λέμε.

Ω! Κι ήμουν εκεί

στεκούμενος τάφος -αντικείμενο

οστεοφύλακας της μνήμης- υποκείμενο

κι είχα μαστίγιο από πλοκάμια χταποδιού

και ριχνόμουν στην άκρη της καμτσικιάς

ο αλλαλάζων τις μορφές π έτρεχε κι έπλεε καραβάκι χάρτινο από τη χθεσινή εφημερίδα

-Siemens OTE και νάρκωση-

απάνω στο σμίξιμο του ξερού με ξερό

το ιδικό μου

το πιο έρημο από τα βλέμματα βλ-αίμα

σαν ένας άλλος

ένα εξαίσιο πτώμα που έλεγαν οι Αλσατοί τρελοί

με ταπεινή τη προσευχή τους να σε θυμίζουν απόηχους

σαν ένα γράμμα του ποτέ που τώρα σπρώχνεται στην αγκαλιά σου:

“Αν δε μου αποτείνεις το θλιβερό χαμένο μου εαΥΤΌ Κύριε, ποτέ δεν θα μάθω σε ποιο θεϊκό επίπεδο διαμένει ο άθεος, και δεν εννοώ κι ούτε σε ύψος αναφέρομαι, παρά μονάχα για αγκαλιές σας μιλώ Κύριε, …όχι, όχι, δεν θέλω να σας μιλήσω για αυτήν την ερωτική συγγενεια…κανείς μας δεν είναι έτοιμος για κάτι τέτοιο ακόμα, ακόμα δεν μπορούμε να συγκαλέσουμε τον εαυτό μας, ακόμα βαθιά…εκ βαθέων, η ζωηρότητα του ματιού, το κομψό και το άγριο, αυτό βλεπετε, ακόμα μια μακρινή τέχνη, μια πρόωρη αδιαλαξία μεταξύ τυφλών και μεταξύ κουφών κι ακόμα περισσότερο, μεταξύ ανθρώπων που έχασαν την αίσθηση της αφής και την αίσθηση του τρυφερού παιχνιδίσματος. Αλλά να, δες δες μας τώρα που πλησιάζουμε στην απελπισία χωρίς απόγνωση…δες μας πόσο ερωτικοί είμαστε και κλάψτε αγαπητή μου και θεά μου και Κύριε”

Κι όμως, σε άλλο τραγούδι υμνώ

τα περιεχόμενα του πρώτου

τον εαυτό σου υμνώ

μιαν άλλη προσευχή από παρόμοιες ομοιότητες

σκαλισμένες και ταιριασμένες από υλικό αντοχής

να δένει τα επιμέρους κομμάτια αλλοτινών εξηγήσεων

του μικρού σου πορτραίτου

τη μια στιγμή που χαμογέλασες καθημερινά

κι ασήμαντα εσύ, τόσο εσύ

αψηφώντας τον εαυτό σου να καθαιρέσεις τη στιγμή

και να τη σπρώξεις για πάντα

στη παρουσία μου.

Όπως μια άλλη φωνή

της δεδομένης την προσευχή την άλλη εποχή

αυτοσχέδια προσευχή

ακούραστη προσευχή

δροσερή προσευχή

μια την ανάγκη προσευχή και μια στην άγκυρα καλό ταξίδι

ο λαθρεπιβάτης αμφίβιος μέρμυγκας

ο ακροβάτης στο καταβύθισμα ήρωας

το ψυχεδελικό μυρμήγκι,

ναι είναι αλήθεια, τα μυρμήγκια είναι τα πιο δυνατά πλάσματα στο κόσμο

σηκώνουν τρεις φορές το βάρος τους

όπως κι ο ερωτευμένος, το πιο δυνατό πλάσμα στο κόσμο

σηκώνει τρεις φορές το βάρος του αναφωνόντας

ΕΣΕΝΑ ΕΣΕΝΑ ΕΣΕΝΑ

στον ξαφνικό της παύσης του βυθό, ΕΣΕΝΑ: “λιμάνι εκεί κάτω

εσύ από φρέσκα καράβια

με το πάθος των κοραλιών

πόρον το άλλο μικρόν και κόσμον

σα νησί κουβαλάς

φυσικόν το ολόκληρον κόσμον

και συστάδα μυρωδικών σπηλαίων της ωοθήκης των ιχθύων ψιθύριζε:

“έχω πολλά προβλήματα Άνθρωπε, αχ τετράγωνε ΄Ανθρωπέ μου, και να σκεφτείς ότι μια εξωφρενικά μεγάλη οικογένεια αυτών, επιλύεται μόνο με τη μέθοδο της ονειροπόλησης” “

Για την κατάσταση της κίνησης

σου γράφω και σου απαγγέλω

για ότι ζητούν οι χειρονομίες του ασφυκτικού κόσμου

ότι απλώνει κάτω από τη φούστα του σαν ποίηση τη σκέψη

η ίδια η ποίηση

…με τον ευφάνταστο μίτο της

που δρομώνει πικρή τη γεύση

να τη γυρίσει πίσω ρόδο

σε μια αφή που ξεχνιέται και που σέρνεται

που δένεται με την αόριστη ξαφνική αναλαμπή

ενός χορευτή που κογχάζει

στο πάθος που ξεσηκώνει τη φρόνιμη διατήρηση των χειλιών…

Πού είναι το τελευταίο μας αριστούργημα γλυκιά μου?

Πού είναι η επίδραση του ερεθισμού

και πού η μαγνητική μας βελόνη…

εγώ,

εγώ ξέρω πως οδεύω προς τον διάλογο των ανήσυχων νε(κ)ρών

ξέρω πως αφήνω πίσω το θαυμαστό σου πρόσωπο

το γεμάτο θαυμασμό της μάσκας

το άγνωστο της διάθεσης

ξέρω πως γλιστράω μέσα σε έναν άγριο γίγαντα επάνω

και γλιστρώντας αργά στη σκληρότητα του ηλιακού κάδρου

η χυμένη στη μήτρα φωτιά, ο ηλεκτρισμός της,

ο μαγνήτης που έλκει τα τρυφερά της πέπλα

επί του λαιμού

κι επί της καρδιάς

ένα πλαστογράφος.

” Είμαστε χυδαίοι λοιπόν?”

Όχι, όχι…ο έρωτας δεν έγινε ακόμη εξουσία.

Ηρεμήστε αγάπη μου. Μπορούμε να απολαύσουμε κάθε στοιχείο απαλού

κι όλα τα ρινίσματα της στύσης.

Ανακαλύψαμε τη μυθολογία για να κάνουμε τη λήψη της ερωτικής σκηνής απ’ την αρχή.

Συντροφιά με τον Ακταίωνα και την Άρτεμη

το φιλί

η αγκαλιά

το γαμήσι

η εξομολόγηση.

Χρόνια νωχελικά που αναπαυόμασταν

αντίρροπα στα πάθη των αγίων σαρδανάπαλων,

εμείς ήμασταν

ριχνόμασταν λυσσασμένα πάνω στην επιθανάτια αγωνία του λουλουδιού

για να θυμόμαστε κι άλλο τη γονιμότητα της στεριάς

βαραίνοντας κι άλλο τη βαρύτητα

κλείνοντας τα μάτια στην ευφυϊα του έρωτα

μελαγχολία

εμείς

η ταραγμένη κίνηση των γκρο πλαν

εμείς

βυθισμένοι στην αιχμαλωσία της κίνησης

να ψιθυρίζουμε σκιά

ένα συνηθισμένο σμίξιμό

Γνωρίζαμε καλά από γιορτές

φιλοδοξίες που κανέναν δεν πληγώνουν

εκτός

εκτός από εμάς τους ίδιους

ότι που ορθώνοταν και που μονολογούσε στο ύστατο,

ας ήταν να γλιστρούσες εδώ κοντά ,

ανάμεσα σε μαξιλάρια και σεντόνια

με την ανάσα σου το σώμα μου να χαρακώνεις…

Πόσο θα αντέχαμε?

Γιατί κάθε άνθρωπος

που τίποτα δεν είναι παρά μονάχα μια ανθεκτικότητα, περίπου 80 ετών

που από μέσα του, κάποιος αφήνεται να περάσει,

που κάποιος άλλος μιλάει

που κάποιος άλλος υψώνει τη φωνή

σαν να ταν ο εαυτός μας ο ίδιος αυτός που στιλώνει τα σώματα

τις σάρκες και τα κόκκαλα

όπως τα δέντρα στην άκρη του λόφου

τινάζουν και στρέφουν τις μύτες τους

κορμούς και φυλλωσιές

ένα πληθικό χαίρε

προς τον ήλιο.

Από αυτόν τον ορισμό της θρησκείας λοιπόν,

δεν μπορώ να ξεφύγω.

Είτε θεοποιώ το αντικείμενο

είτε πιστεύω σε κάτι ανύπαρκτο

όλα το ίδιο είναι.

Ο θεός, είναι μια περαστική διαδικασία, όπως η θερμότητα, μία διαφορά,

όχι η ουσία.

Έτσι, αφήνομαι να ξεχαστώ στην επινόηση της τεχνητής μου ιστορίας

με τη μέθοδο των σεισμικών γραφών

καταγράφων σα να ψηλαφούσα

τη μεταμόρφωση του αισθήματος

σαν να κατέτρεχα στην Παναγιά της Καμπανίας και στα ομοιώματα του Ρενεφέρ

καταμεσής μιας δαιδαλώδου ρυμοτομίας

όπου έφευγες και στεκόσουν στην άκρη τηςθάλασσας

αγναντεύοντας τη χαμένη πόλη π’ άκουγε σε όνομα δικό μου

τότε έριχνες πάνω σου αλατισμένο το νερό

όπως κάποτε λούζονταν οι παρθένες κόρες σου Τουταγχαμών

στην άκρη του Νείλου σκορπίζοντας τη στάχτη σου

που καλώπιζαν το σώμα τους με γάλα γαϊδούρας και μυθικά ηλιοτρόπια

γιατί ήταν η αστρική έξοδος

των μελοντικών βασιλιάδων

το σώμα

το γένους θηλυκού ήπαρ.

Δεν έχω λοιπόν να καταθέσω κάτι σημαντικό,

μόνο ότι στη προσπάθειά μου να κατανοήσω το πόνο που βίωσα

πήγα πίσω βαθιά στο παρελθόν

και τυφλώθηκα

από τη τόση φθαρτή ομορφιά

που κρύβουν μέσα τους οι αιώνες

Ω, έχω ακούσει μια λέξη για το κόσμο

αλλά δεν θυμάμαι τον ήχο της

Αλλά θυμάμαι όλα τα πρόσωπα ενός δωματίου που καταλήγουν στην άκρη μιας βρύσης

το στόμιο της οποίας δεμένο προδίδει ένα τραγούδι

από κάτω μου περνώντας δροσίζονται τα περιστέρια κι ο εαυτός μου

από εσένα δε διαφέρει. Εκτείνεται.

Έχω ακούσει μίαλέξη για το κόσμο

αλλά δε θυμάμαι τον ήχο της

ούτε σταματώ τις φανταστικές ηδονές

όσο εφιαλτικές κι αν είναι

πάντα σου χαμογελώ

με την ίδια φλυαρία που σ’ εφερνε σ’ αμηχανία

αθώος μπροστά στη σκευωρία να δικαιώνω τις φήμες. Ε και?

Έχω ακούσει μια λέξη για το κόσμο αλλά δε θυμάμαι τον ήχο της

διατηρώ μόνο τη συνείδηση της εικόνας που φυλλοροεί στη καρδιά

ένα ένα τα φληναφήματα της σάρκας.

Κι αν μ’ ακουγες τώρα από κάποια ιερή γωνία του εαυτού μου

χείλια που τριγυρίζουν μεθυσμένα στην εντύπωση του ζωηρού

το χαρτογράφο κύτταρο που ψιθυρίζει συντετριμμένο στο θραύσμα του: ” Είσαι πλοίο και μεταφέρεις την αγάπη γιατί είσαι ήλιος και μεταφέρεις το φως, κι είσαι και καλοκαίρι που μεταφέρεις την απουσία του κοντά μου”.

Κι είναι εκεί μέσα που τελειώνει η μουσική

η τρύπα μου

η ρωγμή μου

για να μπορεί να φυτρώνει αυτός που αγκαλιάζει μέσα στην αντίφαση που κάποτε ονόμαζες πληγή

το ερωτικό σου γλυπτό.

Έχω ακούσει μια λέξη για το κόσμο

αλλά δε θυμάμαι τον ήχο της

θυμάμαι μόνο πως με τη χαρά κανείς ξεδιψά

και τα χείλη μόνο αυτό το νερό σκέφτονται

χείλη το χαρτογράφων κύτταρο

αλλιώς οι λέξεις

χάνονται πιο γρήγορα από τις σελίδες τους

φυσήματα μιας ερήμου που επεκτείνεται

για να σκεπάσoυν τη καρδιά οράματα.

Γιατί είναι μια η φωνή του έρωτα, κι είναι η φωνή της Κορδελίας

που σαν ουρλιαχτό σαγηνεύει το χρόνο: “Δε σ’ ονομάζω δικό μου, το ξέρω πολύ καλά ότι εσύ δεν ήσουν ποτέ δικός μου- τιμωρήθηκα για αυτό αρκετά, γιατί αυτή ήταν κάποτε η σκέψη που γλύκαινε τη ψυχή μου. Κι όμως, σ’ ονομάζω δικό μου, διαφθορέα μου, ξελογιαστή μου, εχθρό μου, φονιά μου, αιτία της δυστυχίας μου, μνήμα της χαράς μου, άβυσσο της αμαρτίας μου. Σ’ ονομάζω δικό μου και λέγομαι δική σου, κι όπως αυτό κάποτε κολάκευε τα αφτιά σου που ήταν έτοιμα να ακούσουν κάθε μου παρακάλιο, τώρα είναι μια κατάρα σ ολόκληρη την αιωνιότητα. Μη χαίρεσαι που σε κυνηγώ και σε κεντρίζω πάλι με τα λόγια μου. Φύγε και πήγαινε όπου θέλεις, εγώ είμαι δική σου. Πήγαινε μέχρι την άκρη του κόσμου, είμαι δική Σου, Αγάπα εκατοντάδες γυναίκες, είμαι δική Σου-κι ακόμα στου θανάτου την ώρα, τώρα, είμαι δική Σου. Η ίδια η γλώσσα που μιλάει για σενα σου φανερώνει πόσο είμαι δική σου. Έχεις πέσει έξω στους υπολογισμούς σου να ξεγελάς έτσι έναν άνθρωπο δικό Σου, αφού για εμένα υπάρχεις στο Παν κι είναι αφάνταστη η χαρά μου να είμαι σκλάβα Σου, δική Σου να είμαι, δική Σου, δική Σου, κατάρα Σου, δική Σου- Κορδελία”

ΕΚΤΡΩΜΑΤΑ (μέρος ΙΙ)

Μνεία ανθρώπους εκ του Μω

ερευνώ

σε πιο βάθη όλο ζητώ να μάθω

όπως ο μύστης το μυστήριο κι η μους τη μουσική

η προσωδιακός αφοβική σου μορφή

που 9 μέρες τώρα περιπλαννιέται

ζητώντας πίσω τη ρίζα Ελ

ζητώντας πίσω τη ρίμα ευ

ζητώντας πίσω το ρήμα ίσταμαι

Υπό δοκιμασία τη μαθητεία σου Άννα

Ιεροφάντης Ναυπηγός εγκόσμιας επιθυμίας

επί την ανοχή της μονάδας

εμπιστοσύνη επί την τόλμη

την αρετή ώστις

δικαιοσύνη

άγνωστη λέξη και Αγάπη

και μύηση πρώτη στη σκιά

και μύηση στο σκότος

Έγκλειστος στ’απόλυτο σκοτάδι

ήμουν

άνοιγες δειλά το τρίτο σου μάτι

και άνθιζες χλωρή με τηλεπάθεια ν’απλώνεσαι στο χόρτο κάτω

τραβούσες λίγο το πέπλο που σκέπαζε το πρόσωπο της Θεάς

και έλεγες: ” ΓΗ-ΜΗΤΕΡΑ-ΔΗΜΗΤΡΑ, έχω μια λέξη για το κόσμο ακούσει αλλά δε θυμάμαι τον ήχο της”

Και ρεύμα εκ του Ρέα ροές έρρεα μυούμενος

τη μυσταγωγία του Άθεου

της γαιώδους υφής τη γονιμότητα

για το Δελφικό αιδοίον

μήτηρ και μήτρα

αδελφός

η πλήρης συνείδηση.

Κι όταν το σκοτάδι δεν διέφερε από γαλήνιο φως

μύηση δεύτερη στον ώμο σου έσκυβε

το φλάφισμα του κορακίσιου φτερού

κυρίαρχος πάνω στη ζωή και πάνω στο θάνατο

τη μύηση της εποπτείας

τηνκάθοδο στον Άδη

και την ανάβαση ανάσταση

των Ασκληπείων`αναστατώσεις

που ανά το στύω ανάσταση

μια αυλή

μια κλιματαριά

και το κρασί κρυμένο σε όψιμο ζουμί

στάλα στάλα να χαράσσει την ουλή του στο χώμα

Α,πολύ βαθύ βάραθρο το Πλουτώνιο άντρο

πολύ κακό

πολύ καλό

τριγύρω άνθρωποι και στη μέση Εσύ

είναι μια αντανάκλαση στην επόμενη σελίδα

μια αντανάκλαση σε ένα στίχο

σ’ έναν άνεμο από τη λίμνη που κοιτάζεστε

σε ένα άλογο από τη φυγή που καλπάζει

θα διαλέξω το ποτάμι

δεν είναι αστείο

μας καλύπτει όποια επιφάνεια μας περιέχει

μας καλύπτει αλάτι και κοχύλι

ούτος ή άλλος συνορεύουμε την αίσθηση αθροίσματα

και λίγο πιο κάτω μια ανάσα

και κοιταζόμαστε

είτε γιορτή

είτε το επόμενο νησί

είτε άλλη μία οδυνηρή αφήγηση

να σε ρωτάει με αγωνία: πως σου φαίνεται?

Α, η αντανάκλαση γίνεται πάλι ηλιοαχτίδα

κύμα εσύ που αναδύεσαι

το ιδίον κύε

Εσύ Αγάπη μου Τίκτε

τη Δηώ πηγή

τη σταγόνα σκέψη

που γυαλίζει εγκλωβισμών

το κάδρο της αφής στο δέρμα

το “ναι είμαι κάποιος άλλος”

γιατί εκεί που το μάτι ντρέπεται

ο ορίζοντας αρχίζει.

Ύε Ζευς το κύε Γαίαν

Ύε στο Εμείς το τίκτε Αγάπη μου

κι ας είναι το πλήθος ασφυκτικό

κι ας είναι το χθες ένα μουσείο

“Ευοί Σαβοί”

η αναστάτωση των γκροπλαν

ασπρόμαυρο σε καπνό

σαν τα εκτρώματα του Ρενεφέρ

μια επανάληψη από φτερουγίσματα.

Λίγο πιο δίπλα μια παραλία σκάλα

ο όρμος του Οδυσσέα

ένα τραπέζι ταβέρνας

βάζο με γαρύφαλλο κι ο ήχος από μέλισσα

έχεις γίνει αέρας που σε φέρνει απ των αιώνων το δάκρυ

“Ευοί Σαβοί”

τη π-υγή σου μωρό μου

“Ευοί Σαβοί”

η αποπλάνηση της σάρκας περιμένει μια χειρονομία

πλημμυρισμένη από ύπαρξη

ίσταται

και ίπταται

εν ονειρώξη.

Ύστερα κάθεσαι ωραία μου κοιμωμένη στο βυθό

να μετράς ποίηση

εσώρουχα από μαύρη δαντέλα καταπέφτουν

νέα ιζήματα σπέρμα που αποκλίνει

ποίηση μη αριθμίσημη: “Μύηση Τρίτη”

που επιγράφει με το δάχτυλο στο βυθό στο πάτο στην άμμο

…Αυτός ο λυσσασμένος σκύλος

αυτός ο μυστικός του εαυτός

που σκίζει και που τον πνίγει

πάντα με τον πανικό των άλλων

που τον γεμίζει όπως η αλόη το στέρνο τουπλατάνου με ήρεμο θανατικό

αίμα από ερωτευμένο Διάβολο

που ξάπλωσε δίπλα της στο απέραντο όνειρο της νεραϊδας του

και που ξεπλένει ένα ένα με φωτιά

τα δάκρυα που του χάριζε όταν γλιστρούσε από τη καρδιά της στο χώμα

το πεταμένο από κάποιο άρρητο μπαλκόνι

γιασεμί

που έβγαλε ρίζες παράλογες και μούγγρισε

“Θα είσαι δικιά μου για ΠΑΝΤΑ”

Εκείνα τα απογεύματα από εκείνα που φέρνουν σε τεράστια μεσημέρια

τυλιγμένος μ’ ένα πουκάμισο ασήμαντο

καρώ σαν τραπεζομάντηλο από εγκατελειμένο κουτούκι

παριστάνει τραπέζι των μεθυσμένων

όπου πάνω του έρχονται και κάθονται αναπαυτικά

όλα τα αντικείμενα της γραφής

Λίγο αργότερα ακούγεται θόρυβος από γόβες

“Τι τυχερές αυτές οι γραφομηχανές! Ερωτευμένες μονίμως με τα πληγιάσματα των λέξεων

μέσα από τις ρωγμές των πλήκτρων φυτρώνει ο ήχος τους την εικόνα”, είπε αχνίζοντας ο μοναχικός καφές στα χείλη της γυναίκας που τον επίνε

Μα λίγο αργότερα ΑΚΟΎΣΤΗΚΕ θόρυβος από γόβες

κι όλοι τότε στρέψαμε το κεφάλι να θαυμάσουμε

τη θηλυκότητα που ριχνόταν απελπισμένη

τυλιγμένη σε παιχνίδια μαύρης δαντέλας

μα λίγο αργότερα ακούσαμε ήχους από γόβες

ήταν η γυναίκα που έλεγε επιτελους

τη φύση της, Γυ-ναί-κα!

δε συγχωρώ-αγαπώ

δεν αγαπώ-σου έρχομαι”

Αχ πως μέσα από τη φωνή σου θυμάμαι όλα εκείνα τα μικρά πράγματα

κάδρα στη γωνιά της μνήμης που κανείς δεν τους δίνει σημασία

ρευστή τραχύτητα υλικού κόσμου

θαλασσινός αχός που μεταφέρει το αυγουστιάτικο μελτέμι

την έκταση στο ηχόχρωμα ενός αστικού λεωφορείου

όλοι οι επιβάτες-επιβάτες σου εγώ

με την ελπίδα να μη βαραίνει άλλο η έγνοια της μητέρας σου

τη γύμνια μας

κι από το αδιαπέραστο της φωνής σου “ξέρω τι θέλω”

πόρτα που δεν τολμά να εισέλθει ούτε στις προσευχές του κανείς

γιατί να

το πρώτο πράγμα που σταυρώνουμε πριν από εκείνον που ονομάσαμε θεό

είναι οι λέξεις

και τι άδικο

επαναλήψεις σε ήχο που εξασθενεί

γυμνός να προσπαθεί να μιμιθει σε φράσεις

την παράσταση της νοσταλγίας

και το παράπονο να κρέμεται θηλιά

“όταν αγαπάμε οι αφορμές που μας κρατούν χωριστά, παραμερίζονται”

Α, αυτός ο τρόμος από μαραμένο έρωτα

καρφιά, σκοινιά και οστά, ρόδινα ψοφίμια και τέρατα μοναξιάς

μια τοξική ουσία που ερεθίζει

που αρέσει

και που τη κυνηγάς και τη φλερτάρεις

κάψε με της λες

άλλαξέ μέ

σώσε με

και λύτρωσέ με

υπεύθυνος ποτέ δε θα μπορούσα να είμαι στα χέρια της Θεάς

αλλά αναστατωμένος σαν ποιητής σε ζωντανό ανάγλυφο κυλιόμενων στίχων

να σε γνωρίζω που είσαι με άλλον

να σε περιμένω

κι ακόμα πιο μακρυά

να σε πηγαίνω στη γεννέτειρά που ονομάζω καταγωγή

και να χορεύουμε γυμνοί στον αρπαγμό μ’ έναν ξένο

ο φόβος σου έγινε ηδονή, ναι

κόσμημα που φοράς και σε κάνει να λάμπεις

κομμάτι από μια παραμυθιά πηγή

η αποκρυσταλλωμένη χαραγή μέσα στο σωματικό πλήθος

η αύρα των φαντασμαγορικών λέξεων

κι από κάτω γυμνός

μόνο σαν εικόνα

το έκτρωμα της απλότητας που φωνάζει: “έχω γίνει βαρετός- αγάπαμε!”

Επιθυμία εκφράζω: να γεμίσω μέχρι πάνω το ποτήρι με κώνειο, τη παράξενη πινακοθήκη από φιγούρες, επιθυμία του μουσείου που σήμερα οικαμβάδες φιλοξενούν σαν αντικείμενο έκθεσης τον ίδιο τον άνθρωπο, τον επισκέπτη

Αργά το πρωί μεταφέρομαι στις αρχαίες Νύχτες του Ονείρου:

“Ευοί Σαβοί” φωνάζουν οι Θράσσες στο καυλωμένο Διόνυσο

ξεχύνουν τα βυζιά τους όλες οι γυναίκες

κι όλες έχουν το ίδιο όνομα΄- Άννα

το ίδιο μουνί- Άννα

την ίδια λύσσα- Άννα

…Άννα…Άννα μου, μερικές χιλιάδων χρόνια αργότερα

ξυπνάω εμμονικός στον ίδιο στίχο

κυκλωμένος από τη γεωμετρία της δαντέλας

μέσα σε κατάστιχτες βιβλιοθήκες από μουρμουρητά υπνωτισμένων αισθήσεων

κι όμως, δεν παύει μερικές φορές

να έχω την εντύπωση

πως ξεπήδησα γυμνός αέρας μέσα από ένα κουτί Πανδώρας

που με κρατούσε για αιώνες φυλακισμένο σε μορφή λυρικού κρυστάλλου.

Τώρα πια, με τη διαφάνεια της αναστάτωσης σφραγίδα επάνω στο κάθετί π’ ανασαίνω

έχω γίνει ακόμα πιο βαρετός, έχω γίνει κυνικά αναίσθητος για να μπορώ να μην πληγώνω

αυτούςπου με τη λαμωγή μου δευτεραγωνιστούν.

Αν μη τι άλλο, έτσι,μπορώ να ξεκουμπώνω κάπως πιο αθόρυβα το όμορφο μπούστο σου τώρα..

Δεν υπάρχει μεγαλύτερη ηδονή και τέχνη για έναν σάτυρο εραστή

απ’ το να σπρώχνει τη γυναίκα του στην αγκαλιά κάποιου άλλου

να βάζει κάποιον άλλον να τη γδύσει

να τη πασπατέψει

να τη γαμήσει

να τη χύσει

να τη ξεπατώσει

να τη ξεσκίσει.

Δεν υπάρχει πιο χαρισματικό λάθος

Δεν υπάρχει καλύτερος υπολογισμός απ’ το χωρίς υπολογισμό

Δεν υπάρχει πιο μεγάλη ερωτική τέχνη απ το να κλέβεις την ερωτική ψυχή

ακολουθώντας όλο το μήκος του φάσματος της σαγήνης

και πίστεψέ με ή νιώσε το και μόνος σου

δεν υπάρχει άλλος τρόπος να νικηθεί ο θάνατος

και μακρυά μου ω εσείς καλοί χριστιανοί

που πήρατε το Διόνυσο και του προσθέσατε τρόμο

κι αυτό ονομάσατε Διάβολο!

Εν πάσι περιπτώσι

ακόμα κι οι τιποτένιοι έχουν ανάγκη από ένα μικροποσό χαδιού ακόμα

-αυτός που το έγραψε μάλλον θα ήταν ερωτευμένος με λογίστρια-

τον οικειοποιούμαι ωστόσο γιατί με λογίστρια και εγώ

μόνο που λόγος σήμαινε κάποτε γαμήσι, συνουσία,ξεπάτωμα

όμιλος ομιλώ λόγος

σου δίνω το λόγο μου

σαν να λέμε σου δίνω το φαλλό μου

Ευοί Σαβοί λοιπόν

Ευοί αγαπημένη μου λογίστρια!

Σαίρω το σαρκαστικό χαμόγελο λοιπόν

τη φουσκομάγουλη πόρνη τη γαλανομάτα αυλήτριδα

την άπιστη που ρούφαγε και που έπαιζε τον αέρα παίζοντας αυλό

με τη φυγή τις αφορμές και τις φοβίες της

την εμμονή που νόμιζε πως κατοικούσε μέσα σ’ ένα ταξίδι στην Ινδία

πως ήταν σοφή και παθιάρα σαν Λισαβόνα

που κατοικούσε μέσα στο μυστικό της όργανο αθώα κι εγκρατής

αλλά που τα πέη των πρόσφορων συνδαιτημόνων έγλυφε

από φυγή σε φυγή

ακόμα πιο κρυφά κι ακόμα πιο μόνη πέρα μακρυά στους βράχους της Φολεγάνδρου

πιο άκαμπτη κι από μυρωδική Ανάφη

η αγία με την ΕβραΪκή προσφώνηση και την μιμητική κλεψύδρα

το συναπάντημα με το πορνογραφικό θέατρο

τους δισταγμούς που εξέφραζε όταν σε έριχνε ανάσκελα κι ερχόταν επάνω

σ’ έπιανε με το χέρι της από τους όρχεις και κάτω από τα σκέλια της μέσα της σε ρίζωνε

κι άνοιγε μισή φορά ακόμα τη λεκάνη της

γλουτοί που ρίχνονταν στο αντρικό σώμα σάβανο

μια αθωότητα φτιαγμένη από νεύμα και παιχνίδι

Δεν είμαι εγώ λοιπόν αυτός που κατακρεουργεί την άβυσσο

γιατί αυτό είναι η αγάπη, άβυσσος

δεν είμαι εγώ αυτός που φεύγει

το ecce homo των ποιητών είμαι

που επανέρχεται σαν παρουσία, που εμποτίζει

και που δε σταματά ποτέ ν’αντέχει.

Α, να πως έρχομαι ξανά σαν εξομολόγηση

γιατί λένε ποιητής και νομίζουν ότι πρόκειται για κάποιο συμπαθές γλυκανάλατο κατοικίδιο που αρέσκεται σε ροζ σχηματάκια ευάρεστων μοτίβων, κουνάς το δαχτυλάκι λίγο και το κουτάβι ρίχνεται, κυλιέται, μιαουρίζει. Ε λοιπόν όχι! Ο ποιητής είναι ένα τρομερό θέατρο υπολογισμένο σε όλη του την έκταση, μια ζυγισμένη πνοή επάνω στο μηδέν και τη νιρβάνα, ο νους που ερμηνεύει το χρώμα με την αίσθηση, ένας τελεστής δημιουργίας κι ένας τελεστής καταστροφής.

Α! Ο ποιητής! Μακρυά! Ο ποιητής είναι τρομερό πράγμα

πρώτα απ’όλα είναι που νεκρό σε συνθέτει

ύστερα που γυμνό στη ψυχή σ’ εκθέτει

να που τώρα

Άνθρωπος λέγεσαι.

Α! Ο ποιητής είναι τρομερό πράγμα! Διαρκώς μαχαιρώνει τη καρδιά του στο χαρτί. Απέχει. Κι είναι Άνθρωπος

κι αυτή η παραφωνία των περιγραφών

στη ψυχή Θεό να προσδίδουν .

ΕΛΕΥΣΙΣ (μέρος ΙΙΙ)

Ακούγονται ερπίστριες-Ανακοίνωση: ψίθυροροές νυχτερινής περιπολία γλάρου

Kατά τη διάρκεια της ολυμπιακής εκεχειρίας, ο δροσερός παρατηρητής άκουσε θόρυβο βαρέων οχημάτων σ΄ένα εκτιμώμενο διάθημα βορειοανατολικά των Δελφών.Δεν διέκρινε κανένα φως, ενώ στη περιοχή δεν υπήρχε καθόλου φωτισμός. Εκτιμώντας από τον ήχο και μετά από μελέτη του χάρτη του, ο δροσερός παρατηρητής υπολόγισε ότι η πηγή του θορύβου προερχόταν από συντεταγμένες των ίδιων των Δελφών. Ένιωσε που τα σκονισμένα αγάλματα αιμμοραγούσαν τους αιώνες τους στις πράξεις μας. Η θέση αυτή ευβρισκόταν μια σεβαστή απόσταση από την Ολυμπία. Έντρομος άκουσε την αίτηση βολής να διαβιβάζεται από κάποιον ανυπόμονο στη πυροβολαρχία η οποία θα χρησιμοποιούσε βλήμα τύπου “πληγώστε τις απογοητεύσεις μας με λησμονιά” .

ΑΝΝΑ 32 ΕΔΩ ΑΝΝΑ 31 ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΒΟΛΗΣ ΕΤΟΙΜΟΣ. ΣΥΝΤΕΤΑΓΜΕΝΕΣ ΔΕΛΦΩΝ ΥΨΟΜΕΤΡΟ ΚΑΡΔΙΑΣ, ΔΙΑΘΗΜΑ ΒΟΡΕΙΟΑΝΑΤΟΛΙΚΑ ΤΩΝ ΔΕΛΦΩΝ- ΟΣΕΤΙΑ ΕΤΟΙΜΟΣ. ΘΟΡΥΒΟΣ ΟΧΗΜΑΤΩΝ ΠΙΘΑΝΩΣ ΑΡΜΑΤΑ. ΦΩΤΙΣΤΙΚΟ, ΕΝΑ ΠΥΡΟΒΟΛΟ. ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ, ΕΤΟΙΜΟΣ

Το πρώτο φωτιστικό βλήμα διερράγη 100 περίπου χιλιοστά στα αριστερά της ύποπτης περιοχής και έσβησε 40 χιλιοστά επάνω από το έδαφος.

Ικανοποιημένη τώρα? Ασφαλής? Ήρεμη? Γαλήνια? Πλήρης? Ευτυχισμένη?

Ξέρεις ότι η ολυμπιακή εκεχειρία παραβιάστηκε από έναν άνθρωπο πατριώτη? Από έναν άνθρωπο με σπουδές νομικών στην Ουκρανία, με σπουδές στο Columbia, στο Harvard, με ρουχισμό πεοδείκτη και καλούς τρόπους, τέτοιουςπου κάνουν κάθε μαμά να λατρεύει έναν δολοφόνο, έναν άνθρωπο που κρυβόταν με την εντιμότητα του επιστήμονα πίσω από όλα εκείνα τα στοιχεία που κάνουν δήθεν μια γυναίκα, ολοκληρωμένη?

Α, οι άστατοι, οι τρελοί καλλιτέχνες λες, μακρυά τους λες που κρύβονται πίσω από την ανεντιμότητά τους και…,ναι…και μάλλον έχεις δίκιο…

Ω μα εσύ, εσύ ξέρεις τι θέλεις.. Σωστά?

Και τώρα εσύ, όνειρο πάλι

ριγμένη σ’ ένα κόκκινο κρεββάτι και παντού καθρέφτες

εικόνα που αναβλύζει εκρηκτική σαν φως

και μετά από λίγο βυθίζεται στο σκοτάδι

μια νέα πόζα συλλαμβάνεται στο μύχιο

τέτοια που θα μπορούσε να συγκριθεί με την αφή όταν τεντώνεται

κάλεσμα στο ζωντανό ανάγλυφο

και μοιρασμένος ανάμεσα σε φυλακή κι ελευθερία

αέρινη να σε νιώθω

κι όλα τα θεωρήματα να δικαιώνονται

και να συντρίβονται

Ήταν από ύπνο που έβγαινα

και μια λογική εξήγηση προσπαθούσα να δώσω

μέσα στο όνειρο εισήλθες απρόοπτα

κι ήμουν αξύριστος

όπως μερικές φορές που κάθεσαι ξερός από κάθετι δίπλα σε ένα οποιοδήποτε δέντρο

να επισκέπτεσαι με τη νοσταλγία σου τους ίδιους λόγους για τους οποίους ο ξύλινος σύντροφός σου παραμένει δίπλα σου πιο σιωπηλός κι από θάνατο. Είναι μια άκρως επικίνδυνη συντροφιά αυτή, άκρως ερεθιστική, συστατικά κομμάτια του ιερέα εαυτού σου, του μάγου. Ναι, ναι, ύστερα ακούγεται ο ήρεμος ήχος του κύματος, παραμέσα τα πυροφάνια στολισμένα θαλάσσια κινούμενα έλατα, το μαρσάρισμα κάποιου μανιακού, τα βρωμόλογα μιας νέας κοπέλας, το κλαψουρητό από ένα ψωρόγατο.

Όλα όσα το πρωί είναι χαρούμενες εικόνες, μακρυά σου το βράδυ αποκτούν μονάχα εκπνοές από δηλητήριο. Δεν έχεις παρά να περιμένεις τη νύχτα

δίπλα σ ένα δέντρο σαν κι αυτό

παρατημένος όσοκι αυτό

αθώος ανάμεσα σε εμπρηστές

γοητευμένος με τη καταστροφή σου

κι αγονάτιστος

να περιμένεις τη φωτιά ή το τσεκούρι

να περιμένεις και να καταλαβαίνεις

μες την ερημιά

εσύ ερημιά ο ίδιος

πως η πραγματικότητα δεν είναι

παρά ένα μεταμφιεσμένο όνειρο

με ρούχα που αλλάζουν ανάλογα με τη περίσταση.

Βράδυ.

Από ανοιχτό παράθυρο δραπετεύει μικρός ήχος από πιάνο. Τα χείλη έχουν απομακρυνθεί από το ποτήρι, μακρυά σε κάποιο σωσίβιο κανάγια, να πλέει εστία σαν κάλπικο όνειρο

η αντάρα από μια τσακισμένη οσμή αγάπης.

Εδώ το κυρτό χέρι που κάποτε ζεστά θήλαζε τη μουσική από ψίθυρους είναι άδειο.Τώρα το κρασί δεν είναι ζυμωμένο από αίμα αλλά κεντημένο από τις σιωπές των αποχωρισμών

Αυτός ο ήχος ταξιδεύει ανάμεσά μας, καταπέφτει σε κάποιο άγριο Βουνό στο Σούλι

καρφώνεται στα σπλάχνα του και παρηγορεί το χώμα που ποτέ η βροχή δεν άγγιξε.

(ήχος τσιγάρου)….Ξέρω, αν ήσουν εδώ

θα έσπρωχνες το προσφυγικό σου πρόσωπο μέσα από το παράθυρο που μοιάζει με κάδρο.

και ξέρω πως μέσα απο οποιαδήποτε πράξη μου

πάντα θα μιλώ τη γλώσσα αυτού που οι περισσότεροι ονομάζουν Θεού.

Αλλά η ουσιαστικήεικόνα με αποσπάει: Ο δρόσος πλησιάζει και σε ψαύει όπως ο τυφλός έναν αγαπημένο χαιρετισμό δια της αφής.

Διπλώνω στίχο αγαπημένο

διπλώνω στα δύο σαν έμβρυο που κουρνιάζει στη νοσταλγία το σχήμα- το ωραίο

γίνομαι χρώμα που γλιστράει επάνω σου το χουζούρεμα της βροχής.

Πριν από λίγο έγινα αστερόσκονη και σε προσεύχομαι αντανακλάσεις

με το τρόπο που εσύ αγαπάς εσένα

με τον ίδιο τρόπο σε προσεύχομαι

κι ας διαφωνώ.

Σε προσεύχομαι ναι,

αστέρια που πέφτωντας προφέρουν τ’ ονομά σου

Άννα

τη μοναδική ευγένεια που μου απέμεινε

Πρωί.

Το σχέδιο του φωτός απλό. Από τη καρδιά του ήλιου πρέπει να διανύσω ένα τεράστιο

ψυχρό

παγωμένο κενο

προς την ερωτική σφαίρα: ατμόσφαιρα αζώτου 81% οξυγόνου 17% λοιπά επιβλαβή (περισυλλογή)

να διατρυπήσω με τη ζεστή μου φωνή τα σύννεφα, να προσπεράσω τα V της αγριόπαππιας

να καρφωθώ στο χώμα και στο νερό

να ανακλαστώ στο χώμα και στο νερό

κι ανακλώμενος

ότι καλό απέμεινε

να προσθέσω λίγο ουρανό

Αλήθεια, αναρωτιέμαι αν ξέρεις

αν από τον όλεθρο, ότι επιβιώνει είναι ένας θησαυρός για όλους.

Να, προσθέτω λίγο ουρανό για να βλέπεις περισσότερο ουρανό.

Και δεν είμαι αφελής,ξέρω τι βαρυά ευθύνη που είναι αυτό

για αυτό

έπρεπε να κυλιστώ στο θάνατο μέσα μου

στο θάνατο κάθε ηθικής και κάθε αλήθειας

έπρεπε να σε τρομάξω

έπρεπε να βάλω στη μέθη το τρόμο

έπρεπε να σε χάσω

να με ρουφήξει το χώμα

να γίνω υποχθόνιος.

Τώρα πια που τα σπλάχνα της γης με φυλάνε

με τέτοιο πόνο αγάπης

η ζωή δε μπορεί να κρυφτεί μέσα στη φωτιά

κι η ίδια ή λάβα του θανάτου με σπρώχνει έξω

το ίδιο το χώμα με φτύνει με αποβάλλει

κι εγώ κρατιέμαι από τα χείλια χώματα

και βγάζω ρίζες

όχι όχι

δε βγάζω ρίζες δε κρατιέμαι

διάφανο ξανά με ξεφυσά ή γη

φωτιά λάβα φως

Τώρα κοιτάς τον ουρανό σου.