3,14Νεύσις
Έρωτας + ΤέχνηΑρχείο για Οκτωβρίου, 2008
keep walking
VaVou
παραχώρησα στο βελούδο την απαλότητα του μέσου
για να μπορεί η τρυφερότητα
να μην αισθάνεται το πάθος μου
να μη φοβάται
όταν με την πάντα υποταγμένη τραχυά νεότητα της
η αθωότητα κρύβεται πίσω από το διακύβευμα
η άρρωστη χαρά ενός πορνόγερου
που τρεμοπαίζει στη φωνή του την εικόνα της δροσιάς
χαμοστεκούμενος στα πούπουλα το αφράτο παιδικό κορμί
και εκείνου του έχουν πέσει τα μαλλιά
και κοντοστέκεται στο καταβύθισμα της πολυθρόνας
και του γυρνάει το βελούδινο πέπλο πέτασμα τα μέσα σωθικά
και η αυλαία πέφτει νωχελικά κυματιστός συρόμενος καταράκτης
ανθοστολισμένος με τα κρίνα και τα χαμένα φτερά του Γαβριήλ
άτρωτος μέσα στη συγκινητική του μορφή να διέπει το πύρινο ήλιο
που λαμπυρίζει στην αίσθηση το ρητό κι αργότερα το άρρητο
ανάμεσα σε μιαν οσμή και σε μιαν αφή
μια τελειότητα
αύριο που μεταστρέφεις τις ποιότητες των χρόνων
και που αντέχεις να καλεί τις ρόδινες υπάρξεις
στη συνένωση
προχώρησα λοιπόν στο μονοπάτι που χωρίζει την οσμή από μια δροσοσταλίδα
και βούτηξα ολόκληρος μέσα στην εντύπώση της σταγόνας για να συναντηθώ με το απρόοπτο
την αναστάτωση που προκαλεί στη καρδιά
το οργιώδες κάλεσμα
ενός αγκαθιού
προχώρησα στο μη γραμμικό
(Αργότερα μεταφέρομαι στην άγια καρδιά της περιπλάνησης
φοράω κεντημένους ψίθυρους από θάλασσα
κοιτάζω καλύτερα
κι είναι εσύ
μια ρήξη με τη παρένθεση…
Εντυπώσεις Κάστρου (μέρος …)
VaVou
άστοχες λέξεις
για έναν άνθρωπο
από έναν άνθρωπο
και τι γοητεία
τι γοητεία
μ’ αυτή την απόκλιση
επινοώ την ελευθερία
επάνω στην ελευθερία
και συ μένεις πίσω
να κατέρχεσαι το όραμα
το πόνο Απερίσπαστη
αφοσίωση απ’ όπου κι αν γύρναγε κατά τ’άλλα
(συγκρουσιακή διατομή κι ανατομία ενός νεκρού κειμένου)
————————–
μη ψιθυρίζεις αόριστα
αγαπώ σ’ ότι απόμεινε
(αυτή η φράση βρέθηκε απολιθωμένη στα έγκατα ενός σώματος)
ζεστή παρένθεση
VaVou
Λένε πως η Δευτέρα είναι η πιο καλή μέρα για να γνωριστούν δύο ξένοι. Ειδικά για έναν άνθρωπο σαν κι εμένα που καμώνεται τον κορεσμένο στη ζωή και που πλέον πλήττει με το παραμικρό, πολλώ ισχύει. Κι αν δεν είναι η υποτιθέμενη γαλήνη αυτής της μέρας που μετρημένη με αστικούς όρους το βράδυ της περνάει απαρατήρητο, αλλά μακρύτερα, πέρα και από ένα συμβολισμό της πρώτης μέρας της εβδομάδας, ως εργάσιμης μέρας-τοτε η πρώτη μέρα της εβδομάδας είναι η Κυριακή- το σμίξιμο με τη μέρα Δευτέρα που ίσως εκφράζει ανεπαίσθητα την ζωτική αρχή μιας πρωτότυπης εργασίας επάνω στη σχέση τους. Μπορώ να φανταστώ δύο ανθρώπους που μετράνε το πάθο τους με τη προσδοκία της καθαρότητας ενός πολύ ευχάριστου ονείρου. Επάνω σε αυτόν τον αρμό θα συναντηθούν κάπου σε ένα οποιοδήποτε δευτεριάτικο μέρος, μέσα σε έναν οποιονδήποτε φωτισμό, μέσα σε ένα οποιοδήποτε κρασί, μέσα σε ένα οποιοδήποτε χρώμα, μέσα σε μια κατανυκτική ερωτική που θα συνηγορεί με την ώριμότητα της απαλής διάθεσης. Αυτή η διάθεση που αποδεσμευμένη από εξαρτημένα αντανακλαστικά φαύλων παιχνιδιών ύφους “πάρε δώσε”, εκεί που η ανάγκη για απόδειξη της πληρότητας της γοητείας μας, απουσιάζει από τον αυτοσκοπό της, παραδομένοι στην αποκάλυψη των αβέβαιων σχεδίων μιας ενδεχόμενης σχέσης, παραδομένοι στα ακρωθιγή του άλλου αγγίγματα, του ξένου- γιατί ένας ξένος δεν μιλάει άλλη γλώσσα απαραίτητα, μα ένα άλλο σώμα.
Νομίζω ότι έχω γίνει πολύ επιλεκτικός στον κίνδυνο, δεν μου αρέσει ο απρόσωπος κίνδυνος όχι μόνο γιατί δεν έχει γούστο αλλά περισσότερο γιατί δεν περιέχει τα χαρακτηριστικά της περιπέτειας και της εσωτερικότητας που αισθητοποιεί το φαινόμενο της ζωής. Έτσι όπως ακριβώς νιώθω με τους ανθρώπους του Σαββάτου. Κινούνται σαν μαριονέττες, χαμένοι πίσω από την ανωνυμία ενός πλήθους που δεν εκφράζει κανέναν. Αν κάτι έπρεπε να είναι ξεκάθαρο στον καθένα τότε αυτό είναι ο έρωτας. Θα έλεγα και η τέχνη, αλλά αυτό είναι ένα κεφάλαιο δυσπρόσιτο για οποιονδήποτε οπότε θα περιοριστώ στο πρώτο. Ο έρωτας είναι το ζητούμενο, μπροστά του η ζωή είναι απλά μια παρόρμηση- να γιατί θεωρώ τη Δευτέρα σαν την ιδανικότερη μέρα για να συναντηθούν δύο ξένοι. Τότε η φυγή ή το σμίξιμο περιέχουν τη καθαρότητα ενός κεραυνού ή την απελπισία της γοητείας τους, αφού το πρώτο πράγμα που νιώθουμε όταν συναντάμε κι όταν αγγιζουμε κάτι πραγματικά όμορφο είναι ο φόβος. Πάντα σκεφτόμαστε αν θα περάσει άλλη μια μέρα βουτηγμενοι στο μεθυστικό της πάθος. Κι αυτή είναι η χρησιμότητα της ομορφιάς, που μας βοηθάει να ξεπεράσουμε τους φόβους μας την ίδια στιγμή που μας εντάσσει σε αυτούς. Σε διαφορετική περίπτωση οι ζωές μας θα ήταν ουσιαστικά αδιάφορες και οι δευτεριάτικες αφορμές άχρηστες…
κυαλογράφος
VaVou
μυστηριακά ναρκωτικά και μια ποσότητα στιγμών
κι ακόμα ένας εθισμός για καλή τύχη
να σου γνέφει
εγκαλούμαι ξωτικό
αυτές οι φωνές που δεν σ’ αφήνουν
δέσμιο που από το πόδι σε κρατά
η λεπτότητα της μοναξιάς
και ποίηση
όπως σε πίνει
Εντυπώσεις Κάστρου (μέρος ?)
VaVou
παραπονούμενος φθαρμένη τη πέτρα
με λογισμό κατακτημένη την περίοπτη θέση της
του νεαρού πολεμιστή το ηλιοτρόπιο
όπου χλευάζει πλήθος των
μίσος
μίσος
και μίσος
εκεί όπου πίσω από τους τελευταίους κατάφυτους λόφους
ξεπροβάλλει παράξενη και σειρήνα
νοσταλγία και πάθος αγριμιού
κόκκινα κατακόκκινα μάτια
και σιλουέτα βελούδινη
αέρας και σκιά
μια η πορφύρα και
αλμυρή που σε γογγύζει ορμή κατά ορμή εμπρός
εμπρός αγρίμι μου
εμπρός
εσώτερο το πνεύμα σου
περιπλάνηση
και ξεχύνεται
Όπιο που αξίζει να ονειρευτεί
VaVou
καπνιστό ένα με το πράγμα
ανάρρωση την ίριδα του ματιού
συνήθεια που διαστέλλει την ιδιόμορφή σου πέννα
το εκλεκτόν της απόφασης
και τα παράμερα οκνά όνειρα
από τη πανάρχαιο στοχασμό πάνω στη ψυχή της γεύσης
με συλφίδες περιστρεφόμενων τραπεζιών και με κοιμώμενα ποτήρια
τα βαρόμετρα κρυμμένα
τον υπερπρηνισμό δεσμό του αγγελικού τυφλοπόντικα
τροχιά ξασαλωτή από γυμνά λουόμενα τρωκτικά
για να κοιτάζεις Μεγάλης Άρκτου προέκταση στο ψύχος
σφαγεία από έρημα καλοκαίρια
κι από τη ζέση της θημωνιάς άπλετο χρόνο εξόριστης δροσιάς
που λεηλατημένη από μια ξένη θρησκεία
με σώμα και με ερμηνείες επάνω στον Πλάτωνα
παράσιτα
κι αυτό που ακόμα δεν έμαθε ο κόσμος
πως δεν χρειάζεται να κοσκινήσεις ένα γραπτό
προκειμένου να επίστασαι
κάποιες φορές
κατανοείς καλύτερα με την οσμή
μαγνητίζεις από μια λέξη
λέξη έλξη
γράμμα το γράμμα
τη συνθήκη σου
Aναμνήσεις Κάστρου ( μέρος !)
VaVou
Το ρήμα που με στοιχειώνει
ή μήπως ερώ το τροπείς
μαζί μου ναϊφ επιφάνεια
κάστρα ιπποτών
μνήμη που διαβήκαμε όπως πρέπει
με έναν παράξενο ποιητή μέσα στη μοναξιά που θέλει να υποφέρει
αν και του άρεσε πολύ ν’ αρέσει
…με στιλ, επικαλούμαι, θυμάμαι-σου θυμίζω
επινοούσαμε το σουρεαλισμό από την αρχή καπετάνιε μου
κοιτούσαμε ένα υπέροχο χέρι με μακρυά λεπτά δάχτυλα
το έξοχα βαμμένο στο κόκκινο των απολήξεων
και πόσο ντραπήκαμε τη μια στιγμή που η ματιά δεν ανέβαινε στα μάτια
γιατί έφυγε
και τώρα κοιτάζουμε χέρια
χέρια ψάχνουμε
Αικατερίνη σαν καναρίνι,
εσύ που τη θεατρική ωμότητα την υπολογίζεις σαν μουσική
Εσύ είσαι Ο έρωτας
η αληθινή ομοιοκαταληξία της δημιουργίας
και παντού φωτογραφίες του Τσε
κάποια γράμματα από τη Βολιβία προς το Φιντέλ
γράμματα σε κάδρα τοίχου
κι όλα
μέσα σε πετρόκτιστη μεσαιωνική στώα
στωά κάστρου
από αυτά τα κάστρα που λίγο η διπλή τάφρος
λίγο ο λαβύρινθος
κάθε σπίτι κάστροκάνει κι αυτό
κατακτητή ένα μπουντρούμι
από αυτά που οι άνθρωποι οδηγούνται βασανισμών και προδοσία.
Κάθομαι λοιπόν στη μπάρα απέναντι από μια φωτογραφία του Τσε και πίνω ρούμι.
Ο κύριος απέναντί μου είναι χαμογελαστός, ανέμελος,
πλάτη στο τοίχο
με άνεση και με ετοιμότητα
φοράει τη στρατιωτική στολή με χαλαρότητα δανδή που γνωρίζει το πεπρωμένο του
“καράβι μου” λέω,
καράβι μου κρεμασμένο στο τοίχο
…τον πειρατή που ξεχύνεις στο τέλος πετρόκτιστης ανηφορικής στροφής
με σπιτάκια που διαδέχονται το ένα το άλλο
μόλις προσπέρασε μια στιγμή απο αυτό το γαϊτανάκι
τη γνήσια ρεμπέτικη ιστορία που δανείστηκε τίτλο από αρσενική παραφορά
τη τραγωδό αγωνία του λαΪκού ανθρώπου
έτσι που κανταντάει σχεδόν κανόνας
η μουσική πρέπει να επικαλύπτει το πόνο
μιαν άλλη διήγηση
τις νέες ηδονές των κάστρων
στήθια σταγόνες
σταγόνες δακρύων αριθμός δύο
κύλιση στη γόνιμη εγκυρότητα
που μεταγίνεται στο συναρπαστικό
θηλυκότητα θηλάζει φαντασία
κάστρο
ακόμη
διαμορφωμένο
γυναίκες εικόνες
Διόνυσος
VaVou
Το 1959 στη Γαλλική πόλη Βιέν
δυο μεθυσμένοι σ’ενα δωμάτιο του τετάρτου
άνοιξαν μια πόρτα που οδηγεί στο δρόμο
βγήκαν έξω λέγοντας ένα εύθυμο τραγούδι
και πήδηξαν απ’ το περβάζι στο δρόμο
πιασμένοι αγκαζέ.
Ένας αστυφύλακας που άκουσε το γδούπο
έτρεξε αμέσως στο σημείο
να βοηθήσει
ή έστω να μαζέψει τα σκόρπια κομμάτια σάρκας
ή κάτι παρόμοιο
πράγμα σύνηθες σε ανάλογες περιστάσεις
όμως ο αστυφύλακας
έμεινε άναυδος
με το καπέλο ν’ αρμενίζει στραβά
και το στόμα ανοιχτό
όταν
τους έβλεπε να απομακρύνονται βιαστικά
σε άριστη κατάσταση
πιασμένοι αγκαζέ
σ’ένα τραγούδι χωρίς σταματημό
“παραπατήσαμε λίγο” του εξήγησαν λίγο αργότερα
και αδιάφορα συνέχισαν
τη κατευόδιο χαρά τους
προς το απερίσπαστο
του σταφυλιού