3,14Νεύσις

Έρωτας + Τέχνη

Αρχείο για Νοεμβρίου, 2008

εύφορο κύτος (ο ποιητικός μου πυρήνας)

VaVou

ι) definition of grey

άρμα που έγλυφε με δανεικό του διάλειμμα τον έγγειο φόρο στην έκκληση για το λιμό της λύρας που μια έγκυος από γυαλί έκθλιψη μετρούσε την άρρωστη βροχή να βρίζει με βρωμερά γραφώμενα την ελευθερία  που γυμνή σε γύρευε διατάζοντας τις έγνοιες του πανικού ύμνο στον Πάνα τραγοπόδαρο γιδοβοσκού αυλό που κρυμμένος στο βλέμμα του διαβάτη το ζωντανό του ΄θάνατο επινοεί καμαρώνοντας το καλότυχο κλάμα να καίει τις κολακείες κυκλώνοντας τα λάθη της νόστιμης λησμονιάς προσεχτικά προσπαθώντας με σημαία μια γομολάστιχα να σκληρήνει τη σκέψη στα όρια της σκοτεινής του στύσης με σπατάλες υγρών που οι χτύποι των φιλάργυρων χλωμών συννέφων της φωτιάς το γλυπτό της παρωχημένης κυνικής απλότητας ο απονήρευτος αμάραντο τον ενθουσιασμό του συμπάθησε

ιι) first trip

η διαδικασία ήταν μια οδυνηρή αντίσταση

άρχιζα τη θλίψη με την ευφυϊα της

έλεγα στο ύφος που απαιτούσαν προτάσεις λουλουδιών

η σκιά μου περνούσε μέσα από ένα σου χαμόγελο

και το σώμα σου ήταν μια προδηλότητα

κατακρατούσα το επιτρεπτό ακατανόμαστο μέσα από φράσεις χορού

τίποτα δεν πρόδιδε τον εφιάλτη που θα επακολουθούσε

αλλά  να

ξαφνικά βρισκόμουν  στην άκρη ενός πάγκου με άγνωστους Ροδίτες

αφού δοκίμασαν την ποιότητά μου με ονόμασαν φίλο τους

είμαστε έτοιμοι να εξορμήσουμε σε μια αισθητική παραδοσιακής πρωτεύουσας

ο γιατρός από το εφαλτήριο της σιωπής επιβλέπει

κι ο όμορφος

ένας πελώριος άντρας με χαρακτηριστικά μελαμψής φλόγας

με γεμίζουν από ευθύνη μουσικής

Αργότερα

Νωρίτερα

Μονο Ποίηση

κι οι ευχέτες, ευτυχώς άστοχοι διακείμενοι

εμβρυοτομία

VaVou

πρωτόβγαζα τη πρώιμη συνταγή που υδρόσταθμα είχα φοβηθεί στον ψίθυρο συνειρμό από εμαγιέ αποδοχές εξαμβλώνοντας τα μπαγκάζια μου πότε μπαλώνοντας και πότε μποϊκοτάροντας το μποέμ παρία που η τροχάλα των υποπρόξενων του πνεύματος πάντοτε με δέος για το ένδοξο παρελθόν της Ποίησης με στόμφο μου περιέγραφε μα ποτέ στα χρονικά του παρόντος δεν αποδεχόταν ως μια κατάσταση που το χέρι του παρθένου μόνο αντέχει και το μάτι του σπιλωμένου εκεί και μόνο με συναίτερο το αυτί αντέχει. Τότε υποστήριζα πως το χρυσόκαρδο tων χρυσομίλητων φτερουγισμάτων  συνόψιζε στον πρόγονο που με καλεί να μιλήσω για χάρη του το αέτωμα και την λόγχη όλο το σινάφι μου που απαρτίζεται από καθάρματα κρίνους και φαλλούς. Μπορούσες να εντοπίσεις μέσα στη θωπεία των επιθεμάτων της ασημότητας μου το πιο ασθενικό κομμάτι της αυθεντίας μου. Το αλαβάστρινο εκείνο κομμάτι αρχιτεκτονικού λίθου που με αλαλαγμούς αταχυδρόμητων δαιμονίων την έλμινθα στο ροδόξιδό μου έντερο έσπερναν και τάιζαν δια μέσου των φαντασιώσεών μου οι σπληνιάρηδες κυκλωματίες των Αθηνών. Είχα μια τρόικα που την έσερναν τρία άλογα του πάθους ωστόσο, κι είχα και μια βιβλιοθήκη γιομάτη από βιβλία που τα αγόραζα με την μέθοδο της οσμής. Πήγαινα στα βιβλιοπωλεία πάντοτε μεθυσμένος και πάντοτε  με μια αφορμή για κάποιον ή κάτι που δήθεν είχα ξεχάσει. Με την τριχοφυϊα των οδικών μαντάτων μου κανόνιζαν το θεριό και μου το δόλωναν με αποσπόρια θερσιτικών σιωπηλών συνοδών που περισσότερο μοιάζαν με το γύπα εκείνης της φωτογραφίας που περιμένει το παιδί να πεθάνει κει μέσα στο λιοπύρι που λιμοκτονεί, παρά με άνθρωπο. Αίμα και σώμα θεού, λάβετε το σώμα μου, άρτος, λάβετε το αίμα μου, οίνος, ψέμα! Το αίμα μου είναι το αίμα μου! Κι έτσι ακριβώς αγόραζα τα βιβλία μου-άφηνα την οσμή να καρφωθεί στο ουρλιαχτό κάποιου κατατρεγμένου δανδή που ποτέ δεν απογοητεύται, που ποτέ δεν σωφρονίζεται και που το χέρι του είναι η προέκταση της σφαγιασμένης του φωνής. Αλλιώς όταν αυτή η φωνή επιτρέπεται από εσάς καλοί μου άνθρωποι, τότε υστερώ από στοίβα που σφίγγες τα τελώνια το φτενό νερό οφείλη στη ψίχα…  

Με τα κιλίμια μου μπαγιάτικα ξεκίνησα να πολυσυχνάζω στις λέξεις. Εκεί κοντά υπήρχε και ένας βωμός των μάγιας Ο σφαγιασμός μου ήταν μια λίστα από γάλους, γίδες, γρύλους και τσιλιβήθρες. Είχα μαζί μου και ένα κουτάλι , το χουλιάρι που λένε στα χωριά, για να μαζεύω το μέλι των μελισσουργών το χα ο κακομοίρης έτσι που με μέτωπο τις όρνιθες τα ξέφωτα αγνάντευα τρώγοντας γλυκά φυσικά κι αυτό το παρανόμι παρατσούκλι μου. Εξού και VaVou. Είμαι συρραμένος επάνω στο ύφασμα αυτής της λέξης από αού και VV. To αού του αέρα και το VV το περιοδικό των σουρεαλιστών το 30′. Μα ήτανε ο χρόνος ένα μυστήριο πέπλο που ποτέ μου δεν ήθελα να καθυποτάξω τόσο στείρα όπως κάνουνε όλοι. Ίσως γιατί ο παππούς μου ήταν πλάσμα της σιωπής και πάντοτε έπινε ρακί με μέλι κάτω από την κλιματαριά στέγη της Βιάννου και πάντοτε κουρασμένος από τον ήχο VV που κάνουν οι αρχαίοι μπάμπουροι. Από αυτό το μπ που μετάπτωσε V κατάγομαι. Τώρα σκαρφαλώνω με τα πόδια στην μπροστέλα και την ξαίθρα σκαντζουρώνω στη φασκομηλιά που μου την έκοβαν οι άκαρδοι για να μου τη βάλουν στο ρόφημα κατά του λαιμού. Γιατί αν οι άλλοι είχαν τα παραμύθια τους εγώ είχα τη φασκομηλιά μου. Χτυπόυσα σ’ένα φλιντζάνι από μαυροπούλια κι αγριοκόκκορες-το μοναδικό δώρο του παππού μου- το σύψυχο της ταραχής

έτσι πέφτουν οι καρποί κάτω στη γη, έτσι πάντα το κάναμε

κι έτσι θα το κάνω