3,14Νεύσις
Έρωτας + ΤέχνηΑρχείο για Ιανουαρίου, 2009
Δημοκρατία των Ουρανών (μέρος δεύτερο:εμβρυακά κορυμβιστικά πρότυπα)
VaVou
Γιατί μιλάμε για κλειστότητα των σημασιών? Ο όρος κλειστότητα έχει εδώ το ακριβές νόημα που έχει στα μαθηματικά, στην άλγεβρα. Λέμε πως ένα αλγεβρικό σώμα είναι “κλειστόν εν εαυτώ” όταν σε κάθε αλγεβρική εξίσωση που μπορεί να εγγραφεί μέσα σ’ αυτό το σώμα με τα στοιχεία του ίδιου του σώματος, είναι και αυτές στοιχεία του ίδιου σώματος. Σε μια κοινωνία που υπάρχει κλειστότητα των σημασιών, κανένα ερώτημα που θα μπορούσε να τεθεί μέσα σε αυτό το σύστημα, μέσα σε αυτό το μάγμα σημασιών, δεν στερείται απάντησης μέσα στο ίδιο αυτό μάγμα. Ο νόμος των Προγόνων έχει απάντηση για όλα, η Τορά έχει απάντηση για όλα, το Κοράνι επίσης. Και αν κάποιος ήθελε να προχωρήσει κι άλλο, το ερώτημα θα έπαυε να έχει νόημα στη γλώσσα της προκείμενης κοινωνίας. Η ρήξη όμως αυτής της κλειστότητας, είναι συνάμα άνοιγμα του απεριόριστου προβληματισμού. Είναι ένα άλλο όνομα για τη δημιουργία μιας αληθινής φιλοσοφίας, η οποία διαφέρει ολωσδιόλου από την ατέρμονη ερμηνεία των ιερών κειμένων, για παράδειγμα, που μπορεί να είναι εξαιρετικά ευφυής και λεπτή… Κορνήλιος Καστοριάδης, η άνοδος της ασημαντότητας, εκδ. ΥΨΙΛΟΝ
Με μία ντομάτα
με δυο ελιές κι ένα αγγούρι
με δροσερό νερό
με μια σκιά και τον ήλιο να λάμπει
ερωτοτροπώ
Δημοκρατία των Ουρανών (μέρος πρώτο: πρωτογενής θεμελίωση)
VaVou
Πολλές, ήσαν παλιές, οι τιμωρίες π’ ο κόσμος σου επιφύλασσε
κι είναι βαθύ το τραύμα το ιδικό μας, πληγή όπου σε πήγαινε της βασκανίας το δόρυ
γιατί ήταν η θλίψη του καχεκτικό παιδί
ξυπόλητο όπως μας ήρθε από την έρημο των Ιουδαίων
κι έρχεται τώρα άρχοντας κι απόλυτος στα ιερά του ράσα
και σε ταράζει κι άλλο με τον κρυφό του έρωτα που κρύβει μες τις σκήτες
για να αποδείξει στο γυμνό μια ολόκληρη ντροπή
όπου αυτός ο τρόπος της ζωής, ο πολυθεϊσμένος
είναι εχθρός κατώτερος από όποια δυστυχία
(τσουλήθρα ρυθμών)
για δεν διστάζει ο φόβος του
που το εγώ προστάζει
τη φαντασία απ’ τη θεά
να σβήσει απ’ τη γιορτή του
όσα του ζώου η πεθυμιά
στις εποχές των ουρανών
με οργασμούς τα φέρει
(μουντζούρα σε σκίτσο)
Και περιμένω την ωραία κοιμωμένη
να ξυπνήσει
και τον σταυρό π’ αγκάλιασε κείνη τη μέρα να πετάξει
να πιάσει τα πρόσωπα π’ ένα ένα την κοιτούν με απορία
και να τους πει
πως δεν υπάρχει καμιά βασιλεία των ουρανών
και καμιά φώτιση μέσα στην ανυπαρξία
παρά υπάρχει μια ζωή ανάμεσα σε άλλες
υπάρξεις που παλεύουν να μεταμορφώσουν τον εαυτό τους στην ξεχασμένη ποιότητα της φύσης
πώς το ρήμα ίσταμαι θα ξαναγίνει το ουσιαστικό εκείνου του πολιτισμού
π’ ακόμα αντέχει και το παλεύει
και πώς μέσα από την σύγχρονη τραγωδία της προσωπικής μοναξιάς
θα οδηγηθούμε όλοι
στην επί γης
Δημοκρατία των Ουρανών
Περιμένοντας τον πατέρα (μέρος πρώτο: περί-γραφή)
VaVou
Αν μπορείς να κοιτάξεις πίσω από την θλιμμένη πέτρα
εκείνον τον νέο άντρα που περιμένει τον πατέρα του στο αεροδρόμιο
κουρασμένος κι ανήμπορος ακόμα και να γελάσει
και να κοιτάξεις σωστά
εκείνον τον υπάλληλο αεροδρομίου που τον έλεγαν Γιάννη
που χε τα μούσια φουσκωμένα και παχιά
ήρεμο χαλί από γούνα αρκούδας
αλλά που τα μάτια του έσταζαν καλοσύνη
τέτοια καλοσύνη που και μια ολόκληρη ζωή να ασκητέψεις
ποτέ την αγιοσύνη δεν θα βρεις
όσες δεήσεις κι αν κάνεις στο θεό σου
Εκείνον τον ασθενικό γίγαντα αθωότητας υμνώ
εγώ ο σακατεμένος
που και η δίψα του ακόμα
είναι νερό που ξεδιψά και την καρδιά τη θεραπεύει
γιατί το ξέρω το μαντάτο το καλό
πως όποιος θέλει
να έρθει σ’ επαφή με έναν άνθρωπο
μ’ έναν οποιανδήποτε άνθρωπο
σαν εκείνο τον κυνικό που λέγανε
που κυκλοφορούσε στους δρόμους μ’ ένα φανάρι κι έψαχνε για άνθρωπο
αυτός είναι ο Γιάννης
υπάλληλος αεροδρομιου στο Παραδείσι της Ρόδου
που στέκεται δίπλα από την πόρτα με τις αφίξεις
και περιμένει διψασμένος
να βοηθήσει αυτούς που καταφθάνουν
και να μιλήσει αν γίνεται
να μιλήσει με κάποιον
κάποιον που να μοιάζει με άνθρωπο
και να μπορεί ν’ ακούσει
ν’α μπορεί ν’ ακούσει αν γίνεται
κάτι που να μοιάζει μ’ ανθρώπινο λόγο
μ’ ανθρώπινο τόνο
που να χει λιγάκι ευγένεια
και λιγάκι αλήθεια
κάτι που να μην αρνιέται την αλήθεια από την πικρή της αιχμή
όσο απειλητικά κι αν κρέμεται πάνω απ’ το ναρκωμένο κεφάλι
το έγκλημα των χριστιανών
κι έγκλημα κατά των αμάχων
-το έγκλημα των δυνατών
κι έγκλημα κατά των λαών
η απάθεια των Βουδιστών
κι ο στεγνός ρατσισμός των μουσουλμάνων
έγκλημα των γραφών
και τρόμος επί των πάντων
αυτοδικίες δήθεν επαναστάτων κι άλλα δήθεν πολλά κι ευτράπελα και τέτοια.
Ναι, για κείνον τον παραμερισμένο άνθρωπο μιλώ
π’ όταν ανοίγει το στόμα του
τα μάτια του γλυκαίνουν κι οι λέξεις του στάζουν περιστέρια και ελιά
όσο άστοχες κι αν είναι
για κείνον ετούτες οι αράδες.
Να, στάσου και κοίταξε σε τούτο το μνήμα ,
λίγο πιο πέρα
οι αυτόματες πόρτες εξόδου-εισόδου
ανοίγουν και κλείνουν
για να καταβροχθίσουν ή να ξεράσουν
ανθρώπους π’ ακόμα
δεν γνωρίζουν
για τούτο τ’ αδέξιο ποίημα
Αιωρήσεις
VaVou
η ιδέα της κόλασης…μόνο μια σατανική ψυχή θα μπορούσε να την έχει επινοήσει. Bernardo Soares, Livro do Desassossego
Σε μια μπλούζα από λουλούδια και βυθισμένος σε όνειρα λυπημένος συνεχίζω να ευτυχώ
σε ξαναδιαβάζω παθητικά σε μια μνήμη που ξεδιπλώνεται σε γαλαζοπράσινα νερά π’ ανακατεύτηκαν με άμμο
κι ολόκληρος ακουμπώ σε ένα μέγεθος από μια πλήξη γεμάτο φράχτες.
-Αν λες πως σηκώνεται αέρας μέσα σε μια τσαγιέρα γεμάτο τραπουλόχαρτα
σε μια ψυχή γεμάτο προφητείες περνάω την ώρα μου
κι ακόμα ακούω εκείνο το ιδιαίτερο τραγούδι σε διαστάσεις που μιλούν προς τα έξω
εκείνο το παλιό ακορντεόν που προσπαθεί να ξεσηκώσει τ’ αγρίμι
-αν λες πως πέρα από ένα κομμάτι ξύλο τίποτα δεν είναι σαν το ξέφτισμα του χρώματος
κι ένας σωρός από μαύρο έδαφος δεν είναι τίποτα παρά καμμένη γη
όποια από κείνα τα ευγενικά ηφαίστεια που κατεβαίνουν την ακαθόριστη έκταση στην ποίηση των ελών
απ’ την απέναντι πλευρά του δρόμου που φωνάζεις
“ένας τρελός με άλογο” ως το νεκρό παρελθόν που καλπάζει στ’ άνθη του κήπου που φυλαγμένα σε μολύβι τη μικρή γκραβούρα
σκυμμένα κλαδιά μιας ιτιάς κοιτούν
εμένα
την αδρανή παρηγοριά
σε μια σαγήνη από αθάνατη λαγνεία
Ν Ο Ν Ε Ν Κ Ο Ρ Ι Ν Θ Ω Ι Κ Α Ι Ε Μ Β Ο Ι Ω Ι Ο
-αν λες πως δίπλα σε ένα δασσύλιο από ταραγμένες πραγματικότητες
την ανανεώσιμη απότομη νύχτα
χαμόγελο σταματημένο φωτογραφήθηκε
σε ένα ρεαλισμό από βωμούς
κι εξειδανικευμένες μάχες
ακόμα μπορώ διαυγής να διαβάζω
τα συντακτικά των πρωτόγονων θυμών
μέσα σε μια εσωτερική τελειότητα.
Να γιατί
τώρα
στόχος μου είναι
να καταφέρω
να γελάσω
με το θάνατό μου.
Μεγάλωσα
ποίημα ύστερης προσωπογραφίας (μέρος:νεμέω την ύβρι)
VaVou
Στο τυφλό μοτίβο της τύφλωσης, που μ’έργα της τίσεως ανάμεσα στον μάντη και στον προφήτη ρίζωνε ο ποιητής
η όλη κατασκευή από πιθανές αισθήσεις που δουλεύουν παράλληλα στην μνήμη ενός βρόχου από ανάσες
και που τυλίγουν πίσω από το αόρατο πέπλο παρθενικό φόντο από υπογραμμίσεις της ερωτικής παρουσίας
έστω και μερικές οιωνών που κρώζουν κάτω από τα τινάγματα της φτερούγας
την μυητική του περιπάτου
αρκούν
Έτσι ανάμεσα στον υπόγειο Διόνυσο
που κατοικεί στα έγκατα της άμπελου
αγκαλιασμένος από το σκοτεινό ρίγος της ανείπωτης μέθης
γοητευμένος από το μακρύ γέλιο των ηχηρών φθόγγων στην άκρη της γλώσσας του π’ο Πάνας κατοικεί
ο τυλίγμένος από χώμα κισσοστεφής εναργής της ασύμμετρης αρμονίας
βυζαίνοντας νερό
από την κρούστα που η τρίχα της ρίζας βγάζει
και σκέψη των αετών που κατοικεί στο απροχώρητο
όποιος μια από τις άνω ψυχές ‘εβαλε κάτω ατίμως
τότε την ιστορία της Ηριγόνης να διηγηθώ
το κορίτσι της Άνοιξης
την κόρη του Ικάριου
τον πατέρα της γυναίκας που υποδέχτηκε τον Διόνυσο στα τέλη του χειμώναλίγοπριν η Ιστορία αποκτήσει συνείδηση
τότε που κάτω από το βάρος των Αλκυονίδων ημερών
ο Διόνυσος κυνηγημένος από τους Χείρονες στην Ιχθυοέσσα κατέφυγε
θανάσιμα τραυματισμένος από δάκρυα που σπάρασσαν στο γέλιο
σε πληγές και ίχνη από μούστο
σσσσσσ
κάντε ησυχία και θα ακούσετε τον πόνο και τον οδυρμό της θρησκείας του κρασιού
σσσσσσ
κάντε ησυχία και θα ακούσετε τα ουρλιαχτά από τον βασανισμένο Ικάριο
τον πατέρα της Ηριγόνης
εκείνον που βρήκε εγκαταλειμμένο τον τραυματισμένο θεό και τον πήρε σπίτι του
που τον φρόντισε 7 μέρες με λόγια ποιητή καιτον ράντιζε με χώμα και νερό
εκείνον π’ όταν ο θεός έγινε καλά,ελεύθερο τον άφησε να φύγει
ποτέ με ικεσίες επίκλησης και όρκους στο θεό
για αυτό κι ο Διόνυσος λίγο πριν τον εγκαταλείψει την άμπελο του δώρισε απλά να τον θυμάται ως ένα φίλο καλό
για κείνον τον τιμημένο άντρα και πατερά σας διηγούμαι
που μέσα στην ευλογία της χαράς του άρχισε να ταξιδεύει για να διδάξει το κρασί στον άνθρωπο
ώσπου στην Αττική σαν έφτασε οι άξεστοι βοσκοί σαν μέθυσαν πίστεψαν ότι τους είχε φαρμακώσει και έτσι τον σκότωσαν
κι ακούω τώρα την πιστή του κόρη
ακολουθούμενη από τη σκύλα της τη Μαίρα
ακούω την αγωνία της καρδιάς και βγαίνω μαζί της στην μακρυνή περιπλάνηση
τον πατέρα της που γυρεύει τον γυρεύω και εγώ
και να που πέρα από τα τρίστρατα μέσα στη σπηλιά του μαρτυρίου των Κνιδιών
όταν η Ηριγόνη ανακάλυψε τ’ άψυχο κορμί του
από τη θλίψη της κρεμάστηκε.
Ω συ οργισμένε έρωτα που έρχεσαι από το αίμα του θλιμμένου Διονύσου
ω συ έρωτα περιχαρή που μέσα στον πόνο του Θεού τ’ακατανόητο γέλιο σου εξακοντίζεις
συ τότε π’από το κρίμα το μεγάλο έκανες όλα τα κορίτσια της Αττικής να αυτοκτονούν
παρασυρμένα απο την ακράτητη μανία να κρέμονται όπως η Ηριγόνη και σύγκορμα να σπάζουν
ποίημα ύστερης προσωπογραφίας (μέρος: αόρατος μανδύας)
VaVou
Συ που συν με τάζεις, αρχές γεμάτος
συν ο καθείς από γεμάτο χαρτιά γραφείο
την προσφορά στην πατρίδα που λες
πίσω απ’ το ολοκληρο πρόσωπο γεμάτο γυαλιά
εγώ στρατιώτης δεν έμαθα να είμαι
την τέχνη του φόνου δεν την κατέχω
και κάθε στιγμή στο χακί, μου κυλάνε εφτά Τάρταρα
ανάμεσα στον άνθρωπο και στο χώμα που πατώ
αλλά έπρεπε να ήξερες
σαν κάποιον σαν του λόγου μου στα μάτια τον κοιτάς
το χρέος μου γνωρίζω
και ρέει στο αίμα μου όπως μια πηγή από σπάνια διαύγεια
κι αν ήταν να χρειαστεί
εγώ τον σταυρό που τον περιγελώ επάνω στη σημαία αφού στην έρημο δεν πιστεύω παρά μονάχα για λίγο σταθμεύω για να νηστέψω και να ξεδιψάσω με κακουχία
γιατί σου λέω από ιστορία γνωρίζω
και την γνωρίζω καλά
όσο κι αν οι επ-ίσημοι την κρύβουν και την κρύβουν στο κόρφο τους
σου λέω πως
αυτή τη σημαία την ίδια
στο κεφάλι τ’ εχθρού θα την κάρφωνα
στά πάτρια ν’ ανεμίζει
χωρίς καμία να νιώσω ενοχή
χωρίς κανέναν σπασμό
χωρίς λυγμό
χωρίς δάκρυ
Βλέπεις,
εγώ
και κάποιοι άλλοι ίσως
την προσφορά στην πατρίδα που λες
πάντα την λογαριάζαμε μ’ αυτό που η χαρτούρα κρύβει
πίσω απ’ το γεμάτο γυαλιά πρόσωπο
συ που συν αρχές γεμάτος τάζεις
και μ’ απειλείς
και με μαλώνεις
με τυφλά χάδια
ποιήμα ύστερης προσωπογραφίας (μέρος: παγωμένος δανδής)
VaVou
Βράδυ έρχεσαι σπίτι μου ατάραχος αέρας και το κερί σβήνει.
Σώμα σηκώνεται από την εξορία των πολιτικών πεποιθήσεων
με την αντίθετη εικόνα του ψυχισμού απρόβλεπτη τάχυνση
αποβολή πνεύματος φοβούμενος την κόρυ
μοναδικός μικρόκοσμος από βαλίτσες ποδήλατα και οπτικές μυθολογίες.
Δεν υπάρχει γυρισμός
κατασκευάζω τον εαυτό μου παγωμένο δανδή.
Αποκηρρύσω τον πειρασμό του έρωτα
(έτσι οι χριστιανοί ησυχάζουν)
Αποκηρρύσω τη λατρεία του ειδώλου προς το Θείο που είναι η αφορμή της εξαίρετης τέχνης
(έτσι οι χριστιανοί ησυχάζουν)
Αποκήρρύσω το θέατρο που είναι ο δρόμος προς την πολιτική ηδονή του σώματος
(έτσι οι χριστιανοί ησυχάζουν)
Αποκηρρύσω τους αυθάδεις σάτυρους χλευαστές που όταν τους λένε πως ο θεός έφτιαξε τον άνθρωπο κατ’ εκόνα και ομοίωσή του αυτοί αρχικά σκέφτονται τον άνθρωπο του νεάντερταλ και βάζουν τα γέλια
(έτσι οι χριστιανοί ησυχάζουν)
Αποκηρρύσω την ιδέα του πολυθεισμού ή της αθείας που είναι βωμοί υπέρ της δημοκρατίας και της θεσμοθετημένης πολιτειακής ισονομίας και ισοκρατίας των πολιτών και κατά του απόλυτου άρχοντα ή του μονάρχη
(έτσι οι χριστιανοί ησυχάζουν)
Αποκηρρύσω την επιστήμη που είναι η προμηθεϊκή αιτία ο άνθρωπος να στέκεται στα πόδια του και να μην έχει ανάγκη από συναισθήματικές τρύπες της απόγνωσης ώστε να στενεύει ο χώρος για τις μονοθεϊστικές θρησκείες μέσα στην καρδιά του
(τώρα όλοι οι μονοθεϊστές ησύχασαν)
ποίημα ύστερης προσωπογραφίας (μέρος: απελπισία τρίτη)
VaVou
Γιατί από παιδί μου απέκρυψαν στο σχολειό και στο βίο
την ιστορία με την μικρή Μαρία, μετέπειτα μνηστή και τύποις προστατευόμενη του Ιωσήφ
που κατά Δέκιο Μάνδο πλάνα τρόπο παρασύρθηκε
από τον ρωμαίο φαντάρο Πάνδιρα
τον βιολογικό πατέρα του Ιησού
και π’ από έρωτα αληθινό
στις φίλες της εκείνον περιέγραφε
ωσάν αρχάγγελο
κατόπιν?
Γιατί μου απέκρυψαν από παιδί ακόμα στο σχολειό και στο βίο
πως ο Ηρώδης, ο σφαγέας των νηπίων
4 χρόνια πριν γεννηθεί ο Ιησούς
είχε πεθάνει?
Σεις λοιπόν που νομίζετε πως τα πλήθη ανταποκρίνονται σ’ οποιοδήποτε αριθμό κι αν θελήσετε
σεις που μέσα από έναν απατηλό δρόμο ίσα ίσα για να χωράει ο άνθρωπος όπως ακριβώς τον θέλετε κι όπως ακριβώς σας βολεύει
σας χαρίζω μιαν ασήμαντη καταγραφή ενός διαλόγου που περιέσωσε ο Σεφέρης από ΄’ενα μυθιστόρημα που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ:
” Σκακιστής: γιατί βρε γράφεις ποίηματα?
Ποιητής: για να λευτερωθώ από το προπατορικό αμάρτημα”
ποίημα ύστερης προσωπογραφίας (μέρος: απελπισία δεύτερη)
VaVou
Στα χρόνια του Ιησού
ένας θρασύτατος Ρωμαίος στρατιώτης
ο ιππότης Δέκιος Μάνδος
δεν μπορούσε να καταφέρει μια ωραία αρχόντισσα ονόματι Παουλίνα.
Έτσι λοιπόν μια μέρα τον ιερέα του ναού της Ίσιδας δωροδόκησε
που είπε στην κυρία
ότι ο θεός Άνουβις
επιθυμεί να ενσαρκωθεί μέσα από αυτήν.
Κι εκείνη πήγε στο ναό γεμάτη συγκίνηση
και να που τα κεριά σβήσανε από τους ιερείς ευλαβικά
δες την εύπιστη αρχόντισσα που τρέμοντας από ευτυχία
στην αγκαλιά του Ρωμαίου έπεσε.
και να που τα βράδια ορισμένες φορές, όταν η νύχτα έχει προχωρήσει κι οι λύκοι φωλιάζουν στην καρδιά μου την Αφροδίτη και τον Πάνα
ακούω τον Δέκιο Μάνδο να διηγείται με πολλή περηφάνια στον κύκλο του
πώς τα βράδια π’ η γυναίκα του απουσιάζει
η Παουλίνα με το θεό
στο ναό
διανυκτερεύει.
ποίημα ύστερης προσωπογραφίας (μέρος: απελπισία πρώτη)
VaVou
Αν κάποτε αγαπούσα τα γράμματα και την τέχνη
και στο κυρίαρχο φως μέσα από γη και ουρανό κεφάτα εντόσθια ξεφύλλιζα
μέσα από τη γύμνια του ηδονικού σώματος
τον αετό το σύννεφο και τον οίκουρο όφι
μετάστρεψα σε φιλοσοφία φυσική και θέατρο
αν όταν που έκαιγε ο δέρνοντας και βιάζοντας στου Διός Ασφάλεια την ιέρεια της Αφροδίτης
-τώρα τον αποκαλούν πατέρα κι αδερφό κι απόστολο-
κι εσύ Κωνστάντιε Β’ , συ που στα 356 της χρονολογίας μας
υπέγραψες νόμο που διάτασσε το κλείσιμο όλων των ειδωλατρικών ναών
σ’ όλες τις πόλεις απαγορεύοντας ταυτόχρονα κάθε θυσία
συ που υπέγραψες τότε νόμο με τιμωρία θανάτου στον παραβάτη
στο μονισμό τ’αφέντη θεού, εκείνου που χωρίς πρόσωπο ρωτώ
ποιος είναι ο θεός του Αβράαμ που μέσα στη μοναξιά της ερημου συνέλαβε την ιδέα ενός θείου π’ αρνιέται το σώμα?
Και πως να δεχτώ την κουλτούρα των Εβραίων σαν δικιά μου
όταν οι βέβηλοι εξελληνισμένοι Εβραίοι που εσείς της εκκλησίας ονομάζεται πια πατέρες
υποανάπτυχτα ανθρωπάρια σαν τον Τύχωνα ή τον Επιφάνιο
που ξέσκισαν τη μήτρα του πολιτισμού με τη μισαλλοδοξία και τα ιερόσυλα τους χέρια
γιατί μόνο εξελληνισμένοι Εβραίοι που καμώνονταν τους Έλληνες θα μπορούσαν να φέρουν και να επιβάλλουν τη θρησκεία του σκοταδισμού, της ένδειας και των a priori ενοχών
τέτοιοι άνθρωποι
που τέτοιους όμοιους χτίζουν
είτε στο ναό
είτε στον οίκο
είτε στο Δήμο
ρακένδυτοι άγιοι κρυμμένοι πίσω από την θρησκεία της αγάπης
απεσταλμένοι φανατισμένων ιερατείων
σαν τον Επιφάνιο Κύπρου Σαλαμίνος
τον γεννηθή εξ Ιουδαίων κατά τας αρχάς του 4ου αιώνος εν Βησανδούκη της Παλαιστίνης παρά την Ελευθερούπολιν
εκείνον που στ’ όραμα τ’ αχρείου θεού
δήθεν τους φτωχούς της σαλαμίνος να ταϊσει
στον αρχαίο ναό
τα ανθελληνικά του χέρια άπλωσε
και όλο το χρυσάφι για λογαριασμό του
η ταπεινότητά του εξαργύρωσε
υπέρ πίστεως και ζήλον φλογερόν