3,14Νεύσις

Έρωτας + Τέχνη

Αρχείο για Μαρτίου, 2009

Είδωλα-Ομορφιά- Έλευσις II

VaVou

Για σένα C. B.

O Χριστιανισμός έδωσε στον Έρωτα να πιεί δηλητήριο. Αυτός δεν πέθανε, αλλά εκφυλίστηκε σε βίτσιο. Φρίντριχ Νίτσε, Πέρα από το καλό και το κακό, εκδ Νησίδες

Πυανοψιώνας η αρχή του Έτους μου

πια έχω τη δύναμη να κοιτώ την ομορφιά κατάματα χωρίς να μου τρέχουν τα σάλια

πια έχω τη δύναμη να κοιτώ το θάνατο κατάματα χωρίς να τρέμουν τα πόδια

πια έχω τη δύναμη να κοιτώ κατάματα τη ζωή χωρίς να δειλιάζουν οι λέξεις

Πυανοψιώνας

κι αρχίζω τον Πυανοψιώνα μου περιηγητής

Ζευς των 9 ημερών γιορτή-τις Μούσες ισότιμα

εκείνες των ιερών  ή οι παύσεις

βουνοκορφών και  φαινομένων καιρικών

αυτές των νερών ή και τις άλλες

των υγρών τοπίων, εκεί να πας , πήγαινε εκεί,

πήγαινε εκεί όπου οι άνθρωποι δεν θυμούνται,

όπως εκείνος πήγε στις Θεσπιές

εκεί που ο Μακεδόνας Πίερος

είπε σ’ αυτούς που νόμιζαν πως οι Μούσες είναι τρεις

η Μελέτη η Μνήμη και η Αοιδή

πως οι Μούσες είναι κι άλλες…

αυτό φίλοι μου έγινε στο Διόν

εκεί που σήμερα αναβλύζει μια μεγάλη πηγή

 κι οι ντόπιοι την ονομάζουν  Βουλή.

Και δεν ανήκω σε κανέναν. Είμαι ο Χρήστος Χατζής από την Κάλυμνο,

μια βουτιά και βγάζω την άγκυρα 100 κιλών

μα το μυαλό το έχω στη καρδιά,

κι όταν όλοι τη κάνουν από την Ελλάδα, τη κάνω και γώ ποντικός ομοιάζοντας τα κοινά συνήθεια

μετανάστης σε κείνο το πλοίο που τ’ όνομα του δεν θυμάμαι,

σε κείνο το πλοίο που ναυαγεί κάπου στα ανοιχτά του ατλαντικού,

τώρα ακούς την ιστορία από έναν bartender κάπου στο αύριο,

πως 7 μερόνυχτα επέζησα πάνω σε μια σανίδα μονάχα μ’ενα μπουκάλι ουϊσκυ,

τι να πω, Σύμη φίλε.

Και μήνας δεύτερος μήνας Μαιμακτηριώνας

ο μήνας των συνεδριάσεων κι η Απελλαία, η προς τιμήν γιορτή Απόλλωνος με ειδικό ψωμί την δράμι ή δάρατα

εσύ που λες πως είσαι Έλληνας σε ετούτο να συν-δράμεις

δράμις ή δράμιξ  ή δαράτα ή δάρατος

στο σώμα του θεού ναι αλλά ποιου θεού, χα, γελάω δύστυχε λησμονημένε,

γελώ με την άγνοιά σου, έτσι όπως σε κατάντησαν, με χαστούκια, μ’ απειλές και τρομονόμους εκτός κονίστρας

 όλοι οι Κωνστάντιοι της ανθρωπότητας κι οι Ιουστιανιανοί τ’ανθρώπου

για να μπορείς εσύ τώρα να τολμάς να παραλληλίζεις τον Ομπάμα με τον Αλέξανδρο

 π’ όταν ο ένας κυκλοφορεί στα αεροδρόμια με το post american world

ο νεαρός Βουκεφάλας κοιμάται στο προσκεφάλι του με την Ιλιάδα

κι αν δεν μπορείς να βρεις την ειδοποιώ διαφορά ανάμεσα στα δυο ετούτα βιβλία

ας πουμε ότι ομοιάζουν

ε και?

σου είναι δύσκολο να λατρέψεις κάποιον που σέβεται τους θεσμούς και πουλάει πολιτισμό

σου είναι δύσκολο να λατρέψεις κάποιον του Αλεξάνδρου όμοιο που η δύστροπη αμερικάνικη κοινωνία με ελληνικά έθιμα ανέδειξε σ’ ηγέτη?

σου είναι δύσκολο να λατρέψεις κάτι όμορφο κι ωραίο

σου είναι δύσκολο να λατρέψεις , συ που κρύβεσαι κάτω από τις φούστες του Ροίδη για να παίρνεις δύναμη

συ μια δέηση δαιώ δεν κάνεις?

μα τι λέω τι(!)  μια τι λέει παροιμία των κυμάτων

πως όποιος ώρα κι ώρα πολύ κοιτά μες τις αβύσσους

να ξέρει πως κι η άβυσσος μέσα του άλλο τόσο τον κοιτά,

ναι για σένα ομιλώ κύριε Ροϊδη Ρο των εμμονών ευπρόσδεκτες που είναι,

π’ αφήνεις την Πάπισσα Ιωάννα που τόσο αφοσιωμένος της ήσουν πράγματι, για να καταπιαστείς  μ’ έναν άνθρωπο σαν τον Αλέξανδρο

π’ αν εξαιρέσουμε το ποταπό του γεγονότος ότι δεν ήταν εκλεγμένος αλλά βασιλιάς και πέφτεις στην παγίδα ενός παππά π’ομοιάζει αντί να ειδωλολατρεί

δεν έκανε τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο από το να πράξει τον ιερό νόμο, τη συνισταμένη των ελληνικών εορτών, της ανταποδοτικότητας, της ισότητας προς τους Πέρσες

με τον ίδιο τρόπο π’ η φύση ανταποδίδει την ασέβειά μας προς αυτήν

με τον ίδιο ακριβώς τρόπο κι ο Αλέξανδρος

το είδωλο των περσικών εκστρατειών  μέσα στο σπλάχνο τους φέρνει ,

και τι είναι αυτό που ενοχλεί

αντί να κοιτάς το ανδρικό δίκαιο

τον άνδρωπο

και π’ ακόμα πιο τραγικό μοιραίο στ’ όμορφο γίνεται

π’αντί για εκατομμύρια κι ορδές αλλο-πρόσ-αλλων οπλιτών

με 10.000 ένας νέος σχεδόν έφηβος κατακτά τον γνωστό κόσμο

και μέσα στο νωχελικό των γλυπτών ωραίο ακάθαρτο γυμνό

να πιστέψει στον ουρανό που λατρεύει τον αφήνει.

Αυτό αγαπητέ είναι η εξαιρετική στόφα ενός απλού ειδωλολάτρη, του Έλληνα,

εκείνου π’ ότι κιαν επαγγέλεται είναι ένα ιερό θνησιμότητας

γιατί σε βάθος αναζητά στη γη του, τη γη του.

Αφήνω όμως τον νεαρό Αλέξανδρο που τον θεό Άρη τίμησε

μα και την Αθηνά και τον Απόλλωνα αλλά περσότερο

τη περίεργη χθόνια  Θεά Δικαιοσύνη

τη φυσική θεά που πάντα λούζεται στις εκβολές  των ποταμών και που ποτέ τα μάτια της με μαντήλι δεν δένει

γιατί έμαθε να βλέπει και να θρησκεύει ξανά

γιατί πια έχει τη δύναμη να κοιτά την ομορφιά κατάματα χωρίς να της τρέχουν τα σάλια

γιατί πια έχει τη δύναμη να κοιτά το θάνατο κατάματα χωρίς να τρέμουν τα πόδια

γιατί πια έχει τη δύναμη να κοιτά κατάματα τη ζωή χωρίς να δειλιάζουν οι λέξεις

Να προχωρήσω στον τρίτο μήνα του έτους μου λοιπόν, τον αττικό Ποσειδωναία, ον Αυδηναίος ή Αυδωναίο  ή Αιδωναίο

τον μήνα κείνο που λαλεί που τραγουδά ή ομιλεί,

τον μήνα των χθόνιων θεών,

του ψυχοπομπού Ερμή, του Αι0ίδην Πλούτωνα, του παγωμένου σπόρου Περσεφόνης και της εκστατικής ενδείας-της Εκάτης,

(και τώρα θα κλείσω για μια ώρα τα φώτα-η ώρα της γης-και θα επιστρέψω

όχι με τη δικιά μου φωνή, αλλά μ’ αυτήν των προγόνων)

Βγαίνω μέσα από μιας ώρας του εθίμου της σιωπής τον τέταρτο μήνα του Έτους μου

τον μήνα Γαμηλιώνα,

oι Θυιάδες με περιμένουν  οπουδήποτε

στους Δελφούς ή στη Μακεδονία

μαζί με τους ιερείς αναζητούμε με τις δάδες αναμμένες

στα δάση μέσα, το θεό Διόνυσο,

και  5 όσιες καθαγιασμένες σπλαχνικές

τελούν τη μυστική θυσία στο Απολλύων ιερό,

γιατί ο ζείδωρος παραλής στοχαστικός ετούτο το μήνα είναι π’ αναχωρεί και στους Υπερβόρειους πηγαίνει το φως να διδάξει μες το ψύχος,

γιατί το μήνα αυτόν, ο κερασφόρος τρισγέννητος πρωτογενής  Διόνυσος τον Απόλλωνα αντικαθιστά στα αιτήματα της φωτιάς του φωτός του καθαρμού

 για τούτο τη γιορτή αυτή δαδοφόρια την ονομάζουμε.

Θαρρείς πως μες τον κύκλο σαρκονείρων δεν γνώρισα ποτέ από χαμό?

σε έναν συριγμό από τριζόνια έχω αφήσει την ανάσα μου και πάω,

στης γης την ομορφιά η μνήμη είναι ένα συνώνυμο έπος

κι όπως απ’ το μηδέν το σύμπαν συμβαίνει

έτσι από τους τάφους τους κλεμμένους ναούς και τα βιασμένα αγάλματα οι θεοί επιστρέφουν

με κάθε τρόπο φυσικό  μου υποδεικνύουν την αρχαία λαλιά που σήμερα έγινε σιωπή κι από σώμα σε σώμα ο ένας στον άλλον το άλεκτον μιλεί και πράττει

μα τούτο δεν είναι αρκετό, δε φτάνει,

για αυτό δίπλα στη μορφή

τον κύκλο προσθέτω ξανά

το σύμβολο όμικρον

για να αποκτήσουν ξανά όλα ομορφιά

γιατί ο Κρόνος μεταμφιέστηκε σε Χρόνο που κατάπιε για δεύτερη φορά στην Ιστορία τους θεούς κι η Ρέα σε Ροή, για δεύτερη φορά τους σώζει

χα! λέω πως

η Ροή μεθάει το Χρόνο

κι ο Δίας ανοίγει τη κοιλιά  του Χρόνου κι ελευθερώνει τα αδέρφια του…

Και τον πέμπτο μήνα, τον μήνα του Αττικού Ανθεστηριώνα ή Δύστρου

τον μήνα των Θύσ-θλων τον μήνα των θυσιών

 στα μυστήρια του Βάκχου

οι Μιμαλλόνες και οι Κλώδωνες που πράττουν  τα ίδια ορφικά

τους Βακχικούς ομίλους

ότι που κάνουν οι γυναίκες των Ηδωνών κι οι Θράσσες που ζουν

γύρω από τον ποταμό Αίμο

κείνο το μήνα των θυσιών

την εποχή π’ η Ηριγόνη ανακαλύπτει τον φονεμένο πατέρα της

και τα κορίτσια της Αττικής μέσα στο κρίμα των άξεστων αρχίζουν να κρεμιούνται

ο θάνατος

  μόνο με το απεριόριστο ευφάνταστο γαμήσι κούκλα μου,ηττάται,

αυτό που οι αληθινοί μου πρόγονοι αποκαλούν ιερό όργιο και κάτω από τα κλαδιά των δέντρων ομοιώματα της Ηριγόνης κρεμούν

κι οι κοπέλες σε κούνιες αιωρούνται καθισμένες πάνω στους ιθυφαλλούς!

εσύ εκμαυλισμένε άσπορε αγράμματε το λες παρτούζα κοκό σάντουιτς ή πασά ή χαρέμι, swinging ή bukaki

εγώ γλυκέ μου τ’ ονομάζω κοινωνικοποίηση

γυμνό

ιερό όργιο

…σου είναι απλή και βατή η χυμώδης γλώσσα η βωμολοχία, έτσι δεν είναι?

παίρνεις δύναμη απ’ το πρωτόγονο που κατακρεουργεί τις έννοιες,

μα θα σου δείξω αργότερα τι αλήθεια δύναμη σημαίνει και τι άσυλο, πως κανείς αποκτά την ευγένεια την ευφυϊα και το μέτρο

μα πρώτα απ’ όλα έχω άλλα να σου μιλήσω, μετά θα σου πω για τα πολύ ζόρικα μυστήρια, αυτά που σ’ αφαίρεσαν κι αυτά π’ αναφέρονται στον άνθρωπο για τον άνθρωπο και πως εκείνος ευσεβής κατά τ΄ άλλα μέσα απ’ το σκοτάδι και μέσα από το φως τον εαυτό του συναντά,

 Προμηθέας που κατορθώνεται

ες όρος ες όρος

στο ρυθμικό των σείστρων

Ευοί Σαβοί

αλαλά αλαλά

…σ’ ένα ξέφωτο έχει στηθεί ο μυστικός  ο δείπνος στεναγμός

σ’ ένα ξέφωτο έχει στηθεί ο μυστικός  ανθρώπινος βωμός

στο κοντινό σου δάσος

τραπέζι στρωμένο με τις κούπες του κρασιού

με χέρια που κρατούν φίδια και θύρσους

Ευοί Σαβοί

αλαλά αλαλά

ανέρωτο κρασί και τη μεγάλη γαβάθα στα ιερά ριπίδια με πυρσούς

εκεί που τ’ άγαλμα του Διονύσου στη βάση του βωμού

έχει ύψος γυμνασμένου έφηβου 15 ετών

σαν εκείνου που σκοτώνεις κρατώντας το σταυρό

μα τώρα ανοιχτόχρωμα μαλλιά με κόκκινες μπότες

μια νύχτα με ξέφωτο κρατεί

οι γυναίκες κάνουν κύκλο με τα χέρια ‘νωμένα γύρω απ’ το βωμό και ψάλλουν την επίκληση

λικνίζονται ρυθμικά αγκαλιασμένες από τη μέση

ρυθμός δενδρί ρυθμικότερο

ρυθμός ζωηρότερος δενδρί

μαζεύουν το αίμα του ταύρου σε ρηχό κύπελλο

κι άλλα κορίτσια χτυπούν τα τύμπανα και τα σείστρα ρυθμικά

με τον διπλό αυλό να παίζει ρυθμό ζωηρότερο

χτύπος από πόδια στο χώμα

κορμιά που γέρνουν μία μπρος μία πίσω

τον οριαμβικό ύμνο του θεού

στίχο προς στίχο το κύμβαλο

ψαλμός χωρικό το χωρικό

όλο και πιο δυνατά

δαίηση σου δαίομαι δαιώ πηγή

δυώ πυγή

Ευοί Βάκχους, Ευοί Ευοί

δενδρί!

Από τη γέννησή μέχρι το θάνατό (σου)

σου τραγουδώ και σου δέομαι θεέ

γιατί όλων των τράγων οι ωδές

κι όλα τα τραγούδια του κόσμου

τη νύσο του Διός περιέχουν

σ’ ένα χορό από ξαναμμένο ανέρωτο κρασί από ρούχα που πετιούνται

γυμνά γυναίκας σώματα στο δάσος καταφευγουν  το σώμα του θεού φωνάζοντας, τον άνδρα πίσω καλώντας

φωνές του ζευγαρώματος

φωνές που κατευνάζουν

το άγριο στον έρωτα πυρώνουν

το βάρβαρο στον ανυπέρβλητο οργασμό

το μερικό για όσους πολλούς μονοπάτι

με τις φωνές της δικαιοσύνης

καρδιές ποτισμένες στο σπέρμα

τη γονιμότητα των ανθών

Τον έκτο μήνα τον μήνα Ξανδικό, τον αττικό Ελαφηβολιώνα

τον μήνα των στρατιωτικών επιθεωρήσεων και τον μήνα των καθαρμών,

τον μήνα κείνο που οι Μακεδόνες με το φυτό ξάνθιον αρέσκονται να βάφουν τα μαλλιά τους ξανθά

προς τιμήν του ήρωα Ξάνδου, την γιορτή των ξανθικών,

τη χρυσοκόμη Αειγενέτη

εκείνον που ανά ξανά γεννιέται

…για σένα Απόλλωνα μιλώ π’ απ το ψύχος επιστρέφεις

γιατί οι άνθρωποι ακόμα δεν μπορούν να καταλάβουν τι δημοκρατία σημαίνει και πως η δημοκρατία ανθίζει καρπίζει και δίνει

και στο πρώιμο στάδιο των θεών

μ’ επικεφαλή κάποιον π’ ονομάζουν Βασιλιά

ένας στρατιώτης χτυπά μ’ ένα τσεκούρι τον άσπρο σκύλο απ’ το βασιλικό κυνοτροφείο

το πτώμα του πιστού στη βασιλεία σκύλου τεμαχίζεται στα δυο

κι όλοι όσοι την πολιτεία τους δυνατή επιθυμούν

παρελαύνουν ανάμεσα από το βασιλικό πτώμα

αλλά αυτό δε φαίνεται ακόμα

η ιεροσύνη που κερδίθηκε στην Αθήνα ακόμα δε μπορεί να φανεί

παρά μονάχα παίρνεις μια μυρωδιά

όπως ο Κάρανος που βγαίνοντας από μια ομίχλη ένα πρωί είδε σε μια πλαγιά ένα κοπάδι από λευκές αίγες…

Ξέρω το μοναδικό λάθος των προγόνων μου μετά από το ολέθριο του Σωκράτη. Ο μοναδικός θεός που ποτέ πολιούχος καμιάς πόλης δεν έγινε είναι ο Άρης, κι αυτός είναι ο θεός στον οποίο όλες οι πόλεις της Ελλάδας εθίστηκαν, και το βωμό του μέχρι τέλους έπραξαν, αλληλοεξοντώθηκαν. Η πάλη ανάμεσά μας έχει όρια φίλε: να μην ξεχνάς ποτέ τον Κρόνο-Χρόνο, τον Πελλοπονησιακό εμφύλιο και τα όμοια των εποχών ολισθαίνοντα 

να μην ξεχνάς ποτέ την κονίστρα

Γιατί τώρα, ώρα κι ώρα κοιτάς μες τις αβύσσους, μες τις δικές μας αβύσσους,   Ρωμαίους να παρελαύνουν μέσα από το πτώμα της Δημοκρατίας- κι είναι ήδη αργά.

Για αυτό λοιπόν ο μήνας αυτός, το μήνα Ελαφηβολιώνα,

η θυσία του σκύλου είναι μια ανάμνηση του τρόπου ζωής μας

 το μήνα αυτό οι γιορτές είναι αποτρεπτικές

κι οι επικλήσεις στους καταχθόνιους θεούς θεών κιόλας μια εξορία

όπως όλοι οι ύμνοι των χριστιανών

εγκλήματα που ταπεινώνουν τον άνθρωπο

μα αυτά τα εκτρώματα μέσα στην χάρη και στην αθωότητα δήθεν

να τα δεις δεν μπορείς έτσι όπως είναι

κι ακούω εκείνον τον παππά που νόμισε πως μέσα από δάνεια των αληθινών μου προγόνων θα  ’βρισκε λιγάκι διαύγεια σοφία ή ανδρεία

και με στόμφο να μου λέει “ο θεός συγχωρεί, μαγκιά του” στο λόγο του χαμηλωμένο το βλέμμα στα ράσα κραδαίνει

ε λοιπόν μάθε πονηρέ άξεστε, οι θεοί δεν συγχωρούν, αλλά μέσα σε κάθε μας πράξη τη πρόθεση τ’αποτέλεσμα και το λόγο της δικαιώνουν!

Και τον έβδομο μήνα του Έτους μου ο Αρτεμίσιος ή Μουνυχιώνας

ο μήνας της παρθενιάς και του κυνηγιού

ο μήνας προς την θεά

ο μήνας της ερωτικής νηστείας για τη θεά του τοκετού την Εννοδία

που οι βωμοί και οι στήλες με τ’ αγάλματά της τοποθετούνταν σε δρόμους ή σταυροδρόμια

η έφιππη θεά που κρατάει τη δάδα

και που με την Περσεφόνη συνδέεται την Πασικράτα

κείνην που τους κόσμους μετοικίζει και που με τη Χαρά ή με τα Δάκρυα

 της μάνας της Δήμητρας θεάς

τον έρωτα και την πολιτεία σε κίνηση θέτει.

α! Άρτεμις Πασικράτα συ της Θεσσαλίας Δημητριάδα

συ της Αμβρακίας και του Σελινούντα των Δωρικών Μεγάρων

συ που τα βρυχώμενα αναθήματα της Έδεσσας σε αναγράφουν

Άρτεμις Ανείκητος

κι όχι η νίκη εκ του νικώ ή εκ της ήττας

αλλά το νείκος κι η φιλότητα π’ ο Εμπεδοκλής επισημαίνει

λέξεις πιο σημαντικές απ’ την αγάπη

λέξεις που χάνονται πίσω από μια πόρτα που τρίζει

λέξεις μέσα στο Grand Theatre, που συνδέουν την υποκρισία του δεν είναι

με τον εαυτό που είναι

ανυπεράσπιστο γυμνό

τόσο εκτεθειμένο

λεηλατημένο τόσο

από εσάς καλοί χριστιανοί που με όπλο την ντροπή για την ηδονή

τις πρόκες των ενοχών όχι σε έναν

αλλά σ’όλους τους θεούς μπίξατε

που σύρατε το πνεύμα στον πιο ποταπό ποταμό

στον εξευτελισμό και στον φόβο

γιατί αυτό που γιορτάζετε άξεστοι εβραιόφιλοι στο πάσχα των παθών

δεν είναι ο βασανισμός του κυρίου σας

αλλά η τυρρανία των εθνών.

Πραγματικά, δεν νιώθω καμιά ντροπή και καμιά ενοχή για τίποτα και συ λυπημένε Χειμωνά, άδικα στο πόνο και στην αυτοτιμωρία περιφέρεσαι

ναι μιλώ σε σένα Γιώργο Χειμωνά

και σε κάθε Χειμωνά που στα αλήθεια ταπεινώνεται για να δικαιώσει τους εσταυρωμένους,

μη τους κάνεις τη χάρη και μην τους λυπάσαι,

γιατί αυτοί ούτε από ιστορία γνωρίζουν

αλλά ούτε και Έλληνες είναι.

Να λοιπόν γιατί

μονάχος εδώ σε τούτο το βωμό

Υμνώ τους θεούς που ζω

κι υμνώ τους θεούς που θα πεθάνω.

Υμνώ τους θεούς για όλα τα εμπόδια

κι υμνώ τους θεούς για όλα τα χάδια

υμνώ τους θεούς για κάθε κακό που γεννά το καλό

και για κάθε καλό που στο κακό με φέρνει,

γιατί υμνώ τον άνθρωπο που τους ανθρώπους κάνει

το λεκτό θεσμό

και τη λεκτή τους πράξη

Και τον όγδοο μήνα τον μήνα Δαίσιο ή  Θαργηλιώνα

τον μήνα όπου τελούνται οι γιορτές  προς τιμήν των συμποσίων των θεών

γιορτές π’ ονομάζονται Θεοδαίσια ή Θεοδόσια

κι όχι αυτω-κράτορες την τυρρανία

αλλά σ’ένα τραπέζι οι θεοί

και σ’ ένα τραπέζι μαζί κι εμείς

συμποσιαστές περιφερόμενοι την πόλη στεφανωμένοι

φορώντας προσωπίδες και τραγουδώντας εύθυμα τραγούδια

χώρο χορεύοντας τις επιδόσεις του καθενός

φτωχός ή πλούσιος ή γέρος ή νέος

σαν εκείνον τον παππού τον γέρο-Πολυσπέρχων

π’όταν μεθούσε χόρευε και κατώτερος από κανέναν δεν ήταν

ούτε στις στρατηγικές ικανότητες ούτε και στην εκτίμηση

γιατί φορούσε χιτώνα κροκωτό και παπούτσια Σικυώνια

κι όταν μεθούσε έστηνε χορό κείνο το μήνα στα συμπόσια!

Έρχομαι λοιπόν τον μήνα Πάνεμο ή Πάναμο ή Παναμάρειο το μήνα Σκιροφοριώνα

σαν μήνας μόνο για τον Ζευς

τον Παν-ά-μωμο Ζευς

άγαλμα τοποθετημένο πάνω σε άλογο

περιφερόμενο στην πόλη

όπου στο βουλευτήριο κατευθύνεται

με διαγωνισμούς μουσικής και θεάτρου

με έπαθλα χρυσά στεφάνια και σακούλια ασημιού

πορφυρούς χιτώνες και σώμα στα επινίκια

σκαμνάκι για να ακουμπάς τα πόδια

για να απορείς εσύ αιθέρα βροντερέ ακόμα ν’ απορείς

πως κάποιο τομάρι ή λαμόγιο ή πόρνο όπως με λεν

να σε δοξάζει σε τέτοιους καιρούς αλύγιστος κι αγονάτιστος μέσα στους βάρβαρους ακόμα.

Μιλώ σε κάποιον ένδοξο λοιπόν λυγμό ή κάμνω τονεαυτό θυσία?

Διανύω κάποιον γλίσχρο μήνα Θύσθλων και δεν το γνωρίζω λοιπόν? Τούτοι  δω όλοι το χουν χάσει τελείως, δεν ξέρουν τι ομιλούν και δεν γνωρίζουν τι νοούν και μέσα σε κούφιες λέξεις η γνώση για αυτούς σημαίνει κάτι σαν κόλαση.

Ε λοιπόν, θα σας θυμίσω τι δοκιμασία στη κόλαση σημαίνει κι από τι υλικό τ’ αληθινό άσυλο καμωμένο είναι .

 

Διαδρομή-Η φωνή της Θεάς

ι) Κάθε αστείος σεφ έχει στις συνταγές του μια αριστουργηματική συνταγή, μια συνταγή σύμφωνα με την οποία η μεγαλοφυϊα του δεν είναι παρά μονάχα μία σκιά που προσπαθεί να δραπετεύσει από τον κάτοχό της. Με τον τρόπο αυτό η σκιά αποκτά την αυτονομία της χωρίς να πρέπει να δώσει εξηγήσεις γιατί και πως. Απλά τα κατάφερε. Θυμάμαι τώρα γιατί οι πρόγονοί μου, καθότι ως κυτταρικό ύφος και αντίληψη, σχετικά πρόσφατα έμαθα πως ανήκω στα Δωρικά φύλα χωρίς πάλι τούτο να σημαίνει πως είμαι λιγότερο ή περισσότερο πολιτισμένος-δυστυχώς-α ναι,αυτό εξηγεί και την σχετική μου αντοχή σε κάθε είδους πόνο: με διασκεδάζει. Θα μπορούσα κάλλιστα σαν γνήσιος των Δωριέων που είμαι είτε έννοα είτε από μια σχετική καθαρή καταγωγή 6-7 γενεών, αντί για τους επιγόνους τους ,των Κούρητων, να είμαι ένας Λακεδαιμόνιος, κι αν τότε ήμουν, σίγουρα τότε συμφώνος προς τις προσταγές του Πικάσσο-δεν έχει και τόσο σημασία ο χρονικός μεταθέτης εδώ αφού μπορώ να αποδείξω πως είναι ο μηδενικός πολύ εύκολα, σαν καλά σκληραγωγημένος όμοιος, θα ζωγράφιζα στην ασπίδα μου δυο κοκκόρια έτοιμα σχεδόν να φιλήσουν το ένα το άλλο από θυμό. Ναι, κείνη η ασπίδα μου ταιριάζει. Βεβαίως υπάρχουν πολλά αστεία σχήματα που μπορούν να παρελάσουν μπρος στα μάτια του αντιπάλου ή μπρος στα μάτια του εχθρού (έχω εξηγήσει και άλλη φορά πως τούτα τα δύο είναι εξαιρετικά διαφορετικά μεταξύ τους μα αυτό θα μπορέσουν να το κατανοήσουν μοναχά οι έχοντες την Ελληνική παιδεία κατ’ ουσίαν. Εξ’ ουσίαν όμως, δηλαδή οι περιφερόμενοι άδικοι που κυκλοφορούν στην πλάση φορώντας ρούχα ιστορικής απονεύρωσης-ειλικρινά λυπάμαι τούτους τους ανάξιους εχθρούς-δηλαδή τούτο το τσουβάλι όπως ακριβώς περιέχεται μέσα στην ιστορία (φασίστες, ναζί, κομμουνιστές, σοσιαλιστές,φιλελευθερισμός Smith είτε Weber εβραϊσμός-ραβινισμός, μουσουλμανισμός, χριστιανισμός, ιουδαϊσμός και εν τέλει όλα τα μονοθεϊστικά τύπου πυραμίδων φαραώ, πλατωνικούς και νεοπλατωνικούς τύπου matrix και τα τοιαύτα) ότι πρόλαβαν πρόλαβαν κι ότι έκαναν έκαναν. Τώρα η ιστορία αλλάζει Ροή χωρίς να πρέπει βέβαια να υπενθυμίσω πως η ευρύτερη περιοχή της Μάνης έπαψε επίσημα να είναι ειδωλολατρική μόλις τον 11 αιώνα μeτά από αυτόν που αποκαλείται Sir, ε μπαρδόν, κύριο ήθελον ίππο. χαχαχα! (κι ιδού η γνήσια σεμνότητα μέσα από την αντιστροφή των – γιατί γνωρίζω κάποιον π’αυτός κουβάλησε τον γάιδαρό του μετά βαϊας και κλάδων στο χωριό του κι όχι ο γάιδαρος αυτόν)

Όμως να τώρα πάλι, πρέπει να βγω για ένα ποτάκι-η ώρα του θεού- και θα επιστρέψω αργότερα με την φωνή των προγόνων.

 

ιι) Η φωνή της Θεάς

…we re getting out of town… we re going on the run.. and you are the one, I want to come, not to touch the earth, not to see the sun, nothing left to do but run,run run run, run with me, lets run

jim morrison

 

Σέπτη αγιοτάτη Σαμοθράκη

για χάρη των θεών στο φόβο ριγώ

απόρρητο από κοινό θνητό

τη γονιμοποίηση και την πανσοφία του δημιουργού

με δυο θηλυκούς και δυο αρσενικούς Κάβειρους

Αξιοκέρσα κόρη- Περσεφόνη

Αξίερα θεά-Δήμητρα

Αξίκερσε εραστή-Άδη

Κοσμίλε θεέ Ερμή

σεις οι τρεις  Άξιοι της ρίζας Αξ που άγιος σημαίνει 

και συ του κόσμου το μαντάτο Θεέ που φέρνεις την είδηση τους

χείλη βαθιά που σχίζονται στο λόγο

βαθύ κόκκινα χείλη που σμίγουν στο φιλί 

προς τιμήν σου Δήμητρα θεά

εσύ θεά της οικογένειας

προστάτη της συζυγικής ζωής και των μητέρων

φύλακα εσύ των ετοιμόγεννων

που δίδαξες στους Κάβειρους τα μυστήρια της Σαμοθράκης

συ που καλείς κοντά πλούσιους φτωχούς και σκλάβους

παντρεμένους ή ανύπαντρους

άντρες και γυναίκες

από τα βάθη των Πελασγών

για κείνη τη γιορτή

9 καλοκαιρινές νύχτες

ιιι) εμβόλιμη ανάγκη

Η απελπισία σαν μέγεθος

φυσική αναπαράσταση σαν θνητό

αφημένοι όλοι στην ίδια γη

και με την ίδια εκλογή στον ορισμό του πόνου

και το πρόβλημα ξεκινά ακριβώς απο κει,

στο γεγονός πως

κατασκευάζουμε έξυπνες γλώσσες

που μας κοιμίζουν για να μας υποτάξουν

δήθεν στ’ όραμα κάποιας αγάπης ή κάποιας κομμούνας

μιας μεταφυσικής ετερωνομίας αρχικά

σε μια φυσική αργότερα.

Αλήθεια, ποιον ακόμα μαρξιστή ναό πρέπει να ανοίξω

για να δω

πως κανένας θησαυρός

και καμιά τέχνη κει μέσα

καθοδηγούμενη δεν ανασαίνει?

Αλήθεια, σε ποιον κανίβαλλο μερκαντιλισμό

την αγορά πρέπει να τοποθετήσω

ώστε την ανάπτυξή σας

σε σας κύριοι πλουραλιστές να υμνήσω?

Αλήθεια, σε ποιαν απόλυτη αλήθεια πρέπει να ενταχτώ

ώστε μιαν ακόμα πυραμίδα Φαραώ

τον μόνο σας θεό

στο αιώνιο αίνιγμα για κάποιον που σαν θεσμό

πάντα πως δοκιμάζεται  γιορτάζει

τη δυνατότητα τ’ ανθρώπου να επιστρέφει στο μητρικό του λεξικό.

Γιατί νά, κάποιος είπε πως η άγονη γραμμή δημιουργεί ρεμούλες

μα βλέπω πως τελικά η ρεμούλα δημιουργεί

την άγονη γραμμή

Η Δοκιμασία

Βγαίνω λοιπόν από μια ανάγκη της σιωπής το δέκατο μήνα του έτους μου

το μήνα Εκατομβαιώνα

το μήνα κείνο της ευχάριστης, της επιθυμητής

της Ομολωίδας Δήμητρας της δεκτικής

 γιατί το μήνα κείνο

αλώνισμα και άλως σιτηρά

με το δρεπάνι να κάμνω την κονίστρα

την άλω πλάνη πριν τη εύρεση

δοκιμασία

φωτιά, μέταλλο νερό

φωτιά, μέταλλο νερό

άλωα την αρεστή σας πολιτεία

σαν βρίσκω.

Να σας λοιπόν Άξιοι Κάβειροι

που ‘ρχομαι δω μπροστά σας κατορθωμένος και φανερώνομαι

με τούτο το σώμα το γυμνό το αλεξίκακο

στην ακρώρια του νου

σαν τελετή κάνω

εδώ σε σας, Άξιοι εσείς

εδώ στον κήρυκά σας μπροστά

σε τούτο το μονοπάτι των πεύκων

στο φωτεισμένο με δάδες απ’ άκρη σε άκρη

ιερό πάνω στα πλατώματα που σχηματίζουν

βραχώδεις πληγές μιας χαράδρας

οι βραχώδεις πλαγιές των εαυτών μας

εκεί στο ιερό των ανθρώπων

αγάλματα γυμνών ανθρώπων

τας χείρας τεταμένας προς τον ουρανό

και τους φαλλούς στραμμένους επίσης

τα προαναφερόμενα τ’αρχανθρώπου-κι ο πριμιτιβισμός Απόλλ-Ων Ων 

‘κωφαντική μια ευλογιά  σ’ αποχαιρετούσε τότε 

σαν για τη λησμονιά απο συνήθεια έφευγες.

Αλλά να ‘μαι ξανά σα να άρχιζε ο Ησίοδος ο Όμηρος κι ο Ορφέας,

σεις οι περιμένοντες το θαύμα της πόρνης Χριστιανοί

γιατί χωρίς τον Ιησού η Πόρνη Πόρνη κάνει τον Ιησού πρέπει να ξέρετε

εδώ στα του  Σωκράτη που τον Ιησού Χριστό τον κάνει

η ανεύρετη των στοχασμών πηγή

του Ξένιου Διός χρησμών κλειδί όνομα σταύρωση την γη

τούτη την γη

την αναβράζουσα λάσπη

 

σεις οι ακολουθούντες τους Αποστόλους τα γράφοντα νόθα

των μύθων τα μυθεύματα και τατοιαύτα,σεις που ψάχνετε λέτε,

εδώ,

εδώ σας είμαι,

αίμα που είμαι των θεών και των ανθρώπων πείσμα

έρχομαι λέω από την αναζήτηση της Ιστορίας

σώμα κι αίμα εμείς

 στο πιο ουσιώδες ψ-αίμα που σας είπαν με μια φράση : “εγώ ειμί ο Ποιητής”

Όχι Ιησού, γλυκέ κατά τ’ άλλα. Όχι, συ δεν είσαι Ποιητής. Συ δεν είσαι τίποτα παρά μονάχα ένας Εβραίος που θέλησε να αλλάξει τη μοίρα του λαού του με ελ-ληνικό π-νεύμα

συ λάτρη Ιησού του ναού του Σολωμόντος

του οίκου του Πατέρα σου που είπες

μα πρέπει να ξέρεις Ιησού

εγώ,

εγώ ναούς χωρίς τέχνη δεν λατρεύω

εγώ ναούς χωρίς τη γύμνια του κορμιού δεν τιμώ

ναούς χωρίς το ενδιάμεσο είδωλο που μ’ επιστρέφει εξαγνισμένο στον εαυτό πραγματικά τους λυπάμαι

και να που πέτυχες τι Ιησού- κοίτα τις εκκλησίες σου

κοίτα πως ακόμα ίδιες μείναν

κοίτα πως από Εκκλησίες Δήμου 

  ανιστόρητες συνάξεις απαίδευτων εγωιστών τις έκανες

κοίτα Ιησού τι κάνει η Βασιλεία των Ουρανών

και πόσο πραγματικά Θεός θα ήσουν αν για τη Δημοκρατία τους μιλούσες,

κοίτα Ιησού τι κάνει η Βασιλεία των Ουρανών σου

η θρησκεία της Αγάπης

κοίτα Ιησού τι κάνει το έθνος σου του Ισραήλ στους αλλόθρησκους

όπως κάθε μονόφθαλμος μονόθεος το ίδιο πάντα θα κάνει

κοίτα Ιησού μια άμορφη Γάζα απο νεκρούς και τραυματίες

κοίτα Ιησού πίσω από το άλλοθι ενός θλιβερού ολοκαυτώματος του λαού σου

κοίτα πως τώρα εξαργυρώνεται η έλλειψη θεών στην Ιστορία 

εσύ π’ονειρευόσουν τέλειε θεάνθρωπε μέσα στις ερήμους της Ιουδαίας τη λατρεία του φωτός από έναν δακρυσμένο Απόλλ-Ων

κοίταξε τώρα Ιησού

μια Γάζα Παλαιστινίων που την θέληση του κράτειν της στο αίμα πνίγεις

κοίτα

μια ακροδεξιά κυβέρνηση ισραηλινών πιο δυνατή από ποτέ

μια τυρρανίδα π’ αναδιπλώνεται μέσα σε μεταμφιεσμένες σταυροφορίες από συγχώρεση

Κοίτα, Κοίτα- Κοιτάξτε

Πατέρα Πλάτωνα

Υιέ Αριστοτέλη

κι Άγιο Πνεύμα Σωκράτη πως τον κόσμο καταντήσατε

Π Α Υ Σ Η για ΘΥΜΟ

κι αναρρωτιέμαι τον σύγχρονο εκεί Ιησού και θα λεγα και Σωκράτη

μα το σφάλμα στο Σωκράτη είναι πιο ανίερο από τη φρίκη στον Ιησού

κι οι άνθρωποι ακόμα βάρβαροι για να τιμήσουν των Δήμων τα Κράτη

τους θεσμούς

για αυτό μέσα στην ένδεια που χάρραξαν οι Ραββίνοι κι οι Χριστιανοί,

αναρωτιέμαι τον Ιησού εκείνον που είναι Άραβας και λατρεύει τον Αλλάχ

και που από Άραβες Απόλυτους Αφέντες ξανά-σταυρώνεται

και που από Έβραίους Απόλυτους Αφέντες ξανά-σταυρώνεται παντού στη Γάζα και σε κάθε Γάζα του κόσμου

αναρωτιέμαι τις Μπανγκόγκ και τις Πράγες

αναρρωτιέμαι τις Σιβηρίες και τους Μακάρθυ

τις Σομαλίες τους Χίτλερ και τις γενοκτονίες των Ποντίων, των Αρμενίων και των Κούρδων

αναρρωτιέμαι τις δικτατορίες των συνταγματαρχών των στρατών και τις ακόνιστρες συρράξεις των λαών-των εμφυλίων

αναρρωτιέμαι όλους εκείνους τους τόπους και τις γωνιές τη γης και που μακάρι να τα θυμόμουν όλα να τα ονομάσω εδώ σε τούτο το βωμό να τα περιγελάσω

αναρρωτιέμαι τα ήθη και τα έθιμα που οι φανατισμένοι άξεστοι πλημμύρισαν στο αίμα για χάρην του απόλυτου 

που τα ξέσκισαν

που τα ξερίζωσαν

που τα κατ’έκαψαν

κι αναρρωτιέμαι κι εμένα σ’ αυτό το λυρισμό

να πως καριόληδες μένω εννεός

 σε μια Ποιησή που για κάποιο λόγο,

διαλύεται.

Μα θα κάνω ένα πείσμα τον άνθρωπο και θα καλέσω τους θεούς του

κείνους που γέννησαν τη Δημοκρατία την Ομορφιά και την Τέχνη

κι αρχίζοντας από την Τέχνη, στην Ομορφιά για την Δημοκρατία

στις ζόρικες του ψυχοσώματος δοκιμασίες

 τώρα θα π-νεύσω.

Έρχομαι λοιπόν από τα Βάθη των Πελασγών

Κάβειρας της θεάς π’ ακόμα και τους Αρείους να τρέμουν τους κάμνω,

δεν έχετε ιδέα για τι πράγμα σας μιλώ

μα σας μιλώ για το αληθινό άσυλο των ανθρώπων

το μυστήριο των μυστηρίων

την τέχνη να κατασκευάζεις έναν δυνατό άνθρωπο

στο κορμί και στον νου

τον εαυτό σου

μιλώ για την προϋπόθεση της Δημοκρατίας

της αληθινής ιερωσύνης

και δεν μιλώ για έναν τέλειο άνθρωπο

αλλά για έναν πλήρη

Πέρα από την πύλη του ιερού αυτού λοιπόν

 κανέναν προσκυνητή δεν περιμένουμε και καμιά σωτηρία δεν αναζητούμε

έχουμε ότι αναζητούσαμε

τη μοναξιά μας κι ο ένας τον άλλον

κι όμως

παρά την προσμονή

τους όσους δαίοντα τα  δυνατά

τους δυνατούς

στην άλλη πλευρά της χαράδρας τους οδηγούμε,

σε κείνη τη συστάδα λατρευτικών κτισμάτων

σ’αυτά με την ογκώδη βάση

στην αγνωμοσύνη της πυραμίδας.

Ακούω καθώς βλέπω τ’ ανάθημα των μεγάλων Θεών

το αίθριο  στο οποίο υπ-άρχει ο βωμός.

Και λέω πως πριν απ’ όλα εγώ προσκυνητής δεν είμαι

αλλά ένα κορμί που στον ΦΙΛΟ από σεβασμό

τη στύση στάση από σεβασμό ρίχνει

να πως γονατίζω–χαχαχα

κεφάλι ψηλά

παλάμι στη πέτρα και τα κοίλα κάτω

κι ένα γόνατο να ακουμπά στη μάνα.

Εσένα χωρίς Θάνατο στα κύματα και στη μάχη των σωμάτων

σένα που σου ‘λαχα εγώ

τι σημαίνει τάχα

 η άμεμπτη συνείδηση κι η έξω καθαριότητα του Κάβειρα?

Συ άκου μικρέ

φέρνω το θάρρος σου σε τούτες τις σελίδες με ποιήματα

φέρνω το θάρρος σου

επί των θεών ροές του Άρη τάχα

 πρόσχημα από ένα κολάζ  με σκαλισμένα βήματα επάνω στο μάρμαρο

ένα φιλί βαθιά γαλλικό-μ’ ένα φόρεμα κι ένα πουκάμισο

την αναζητική μέθοδο

καθαρές περι(γ)-ραφές όχι

μα εξελιγκτική ολέ ολέ

παλινδρομική: τώρα πια δε ζητάμε από την ιστορία να μας δώσει μόνο τις δομές της σύγχρονης κοινωνίας, τις συγκρούσεις και τις αντιφάσεις της ή τη γενική κίνηση που την καθορίζει

μέσα από ένα πείσμα κορμιού που διαρρέει κάθε φορά τον πόνο

μέσα από ένα πείσμα χαμόγελου που διαρρέει κάθε φορά το κορμί

κείνη τη βαθιά εφηβία που δε μετριέται με χρόνο

κείνο τον αναμμένο δαυλό που βυθίζεται στο νερό και το νερό καθαγιάζεται.

Αυτό το νερό παίρνουν και ραντίζουν εμένα  όπου πάνω μου θυσιάζεται το ζώο

κείνο το κριθάρι από τρίχες κεφαλής μέσα στη φωτιά του βωμού όπου ρίχνεις

μέσα μου ρίξε

συ θυσιαστή που ζώο εμένα σφάζεις

καλά το κάνεις

το σκαμμένο μου λάκκο για μένα

αυτή είναι η χρήση

 για το αίμα που χύνεις.

Συ άνθρωπε που πονάς πολεμάς κι ερωτεύσαι

σένα που ρίχνω τη σβησμένη στο νερό φωτιά νερό πάνω σου

έλα συ εδώ και πες το σφάλμα σου δυνατά μπροστά σ’ όλους ότι συ σφάλμα θεωρείς

ούρλιαξε για ότι έκανες και για ότι μπροστά στο δέος των Κάβειρων λες

“θα ξανακάνω”

“εγώ είμαι το ζώο”

“εγώ κι οι θεοί”

στάσου μπροστά στη φωνή σου και πες η φωνή μου!

κι αν το κάνεις αυτό μ’ ωμή ειλικρίνεια

μόνο τότε μέσα στις 9 μέρες του Χ-ρόνου θ’ αντέξεις

αλλά η τελετή μπορεί ν’αρχίσει

μια Νύχτα καλοκαιρινή πρώτη

 

Μοντέρνες Νύχτες

 

α) Καλοκαιρινή Νύχτα Πρώτη

Πάνω στο βωμό βάζω παπαρούνες και φακές σιτάρι κι ένα δοχείο με γαλαξία, το μείγμα γάλατος και κριθάλευρου

τούτες τις προσφορές στην μητέρα των  θεών, την Καβειρώ

τη γεννηθήσα στη Κάρπαθο Γεννήτρα που βρήκε ναό στη Σαμοθράκη

στο άσυλο των εκφράσεων.

Τούτη η Γεννήτρα Άβυσσος που δεν γίνετε να παρασταθεί σε σχήμα μήτε σε χρώμα

έσμιξε με τον Ήφαιστο κι απ’ το σμίξιμο αυτό γεννήθηκαν οι Κάβειροι και οι Καβείδες.

Ετούτη λοιπόν η Πρώτη καλοκαιρινή Νυχτιά

είναι αφιερωμένη στη μύηση των εφήβων

σε σας

όπου οι ενήλικοι

οι μανάδες κι οι πατεράδες σας επιστρέφουν στα καταλύμματά τους

να προετοιμαστούν για τις δοκιμασίες

κι όπου οι έφηβοι

εσείς

κάθεστε ολόγυρα απ’ τη μεγάλη εστία

κι ακούτε τους μυημένους

ακούτε τους μύθους και συλλαμβάνετε το π-νεύμα του άλεκτου

μαθαίνετε πως η λέξη Ελλάς δεν είναι μια λέξη που αποδίδεται σε ένα έθνος

αλλά μια λέξη π’ αποδίδεται στα φύλα ή στα έθνη που συμβάλλουν εδώ σε τούτα τ’άγια εδάφη γης για να αφοσιωθούν στην ελληνική αγωγή.

Έλληνας δε γεννιέσαι. Γίνεσαι. Αυτό από μικρά το μαθαίνουμε όλοι.

Να λοιπόν πως στους μοντέρνους καιρούς οι Κάβειροι επιστρέφουν

γιατί πίσω από τα προσχήματα της τεχνολογίας

του μόνου θεού που κάπως χαίρεται πραγματικά

ο Ήφαιστος ηφαίστειο θα γίνει

γιατί οι άνθρωποι κατάντησαν λιπαροί και χωρίστηκαν σε τάξεις

ο φτωχός έχασε τη στωικότητά του

κι ο πλούσιος το προνόμιο που του παρέχει η ύλη να προσφέρει στο κοινό καλό

την αγορά την κρύψανε μέσα σε χρηματιστήρια μακρυά από τον λεκτό πυρήνα της πόλης για να αποκόψουν από το δήμο την εκκλησία

μεταβίβασαν ανταυτού την πετσοκομμένη εκκλησία του δήμου στο κράτος

μ’ αυτό το τρόπο σας είπαν: η δικιά μας εκκλησία του Χριστού,

κράτειν το κράτος σας

έτσι οι άνθρωποι ξέχασαν να μοιράζονται.

Περιμένουν Σωτήρες κι Αποκαλύψεις.

Μα ναι

Επιδιώκουν βασίλεια πάσις φύσεως και για αυτό ακριβώς έφτιαξαν τη λέξη αγάπη

για να μην τη πράττουν

λένε αγάπη για όλους…χα! τι να τη κάνεις την πράξη όταν έχεις τη λέξη?

Ε λοιπόν άξεστοι να, μάθετε, τούτη τη λέξη την καταργώ.

φιλότητα και νείκος μόνο.

 

 

Εμβόλιμο Περιφρόνησης ή τι συζητιέται στο ιερό των Καβείρων λίγο πριν πέσει το σκοτάδι της δεύτερης Νύχτας

 Έχεις ποτέ πνιγεί στο γέλιο? Έχεις ποτέ στη ζωή σου γελάσει τόσο που κυριολεκτικά να κλαις από τα γέλια έτσι που να μη μπορείς να ανασάνεις κανονικά, η ανάσα σου μπουκώνεται και το σώμα σου σπαρταράει από σπασμό, έτσι σαν να σε μαστιγώνουνε για να σε υποτάξουν όλοι οι Ρωμαίοι της οικουμένης κι όλοι οι Φαρισαίοι της γης και συ να μη μπορείς να σταματήσεις να γελάς, να γελάς, να γίνεσαι λαμπάδα από τα γέλια κι οι άξεστοι βοσκοί τόσο πιο πολύ να σε μαστιγώνουν και συ σε κάθε βιτσιά να λιποθυμάς από τα γέλια, “να, πάρε αγρίμι, κι άλλη, να πάρε αγρίμι, πάρε, πάρε”. Ω θεοί, τι ηλίθιοι αυτοί οι παππάδες, πραγματικά τι κουτοπόνηροι. Αλλά από που να αρχίσω και που να τελειώσω. Να, ν αρχίσω από τον αποκαλούμενο μέγα πρωτοπρεσβύτερο Δρ Γεώργιο Τσέτση, κείνον το μέγα διανοούμενο της ορθοδοξίας που έχει το θράσσος να μιλά στις εφημερίδες περί ελληνικότητας, γιατί αυτός ενώ μεγάλωσε μέσα στο επίσημο κυρίαρχο ιστορικά ρεύμα αυτού που κανείς ονομάζει ορθοδοξία και που ούτε καν δεν ξέρει περί τίνος πρόκειται και ποια, ιστορικά συμβεβηκόντα αφορά, εγώ, τα ιστορικά μου κύτταρα ανακαλυψα μέσα στις  πλάνες των βαρβάρων και μέσα στα συμφέροντα των ανέραστων, μέσα σε ερείπια από μάρμαρα και μέσα από τον ήχο της θάλασσας, πάνω στο γρανιτένιο βράχο και μες τις συστάδες των δέντρων, όλα μου ψυθιρίζουν: οι θεοί είναι εδώ. Να θυμίσω λοιπόν στον κύριο Δρ Γεώργιο Τσέτση τους λόγους που 30.000 μισθοφόροι χριστιανοί δεν πολέμησαν στην πόλη τους Σελτζούκους γιατί ήταν θέλημα θεού η Πόλη να Τουρκέψει? Μα τέτοια ενοχή μοιράσατε στους Έλληνες και τέτοια, ακόμα τους ταϊζετε. Κάνατε τους μεγαλύτερους ανθέλληνες τους ίδιους τους Έλληνες. Ή μήπως να θυμίσω στον ΄Δρ μέγα τον πρωτοπρεσβύτερο τον κτηνώδη τρόπο με τον οποίο εγκαθυδρίθηκε ο σεμνός και ταπεινός χριστιανισμός του στην Ελλάδα, στην λαμπερή Ελλάδα π’ ακόμα και τους κατακτητές Ρωμαίους με κείνον τον   πολιτισμό που ξεριζώσατε δέρνοντας και βιάζοντας τις ιέρειες της Αφροδίτης στις Κυπρίδες όπου βακχεύονταν, κείνην την Ελλάδα που με την κομψότητα και τη βαθύτητά της γοήτευε ακόμα και τ’ αγρίμια, τους κατακτητές της, κάθε ατζαμή και κάθε άξεστο, είτε Ρωμαίος είτε τουρίστας λέγεται, σεις από το λαμπερό λεξικό του έρωτα αφαιρέσατε τον ανθρωπισμό υποκρινόμενοι πως τον διαφυλάσσεται. Και πες μου ότι δεν είμαι ειλικρινής, ότι έχω ξεχάσει ή δεν ξέρω γιατί εγώ φίλτατε, δεν ατενίζω το άπειρο γνωσιολογικά για να πω “οίδα ότι ουδέν οίδα”, ατενίζω το άπειρο σαν Ποιητής και για αυτό λέω: “οίδα ότι οίδα”.

Συ λοιπόν άξεστε Δρ Γεώργιε Τσέτση μέγα πρωτοπρεσβύτερε και πρώην αντιπρόσωπε του Παγκόσμιου Συμβουλίου Εκκλησιών που εδρεύει στη Γενεύη

δω, από το φανταντασιακό ιερό των Καβείρων μου, ότι μ’απέμεινε γιατί αυτό να το ρημάξετε δεν μπορείτε, και σου μιλώ για κείνο το ιερό άσυλο που το χτισα εγώ ο ίδιος με τα ίδια τα αδέξια χέρια του νου μου μέσα σε τρεις μέρες

 σου στέλνω δια αντιπροσώπου του Κοσμίλου μου Ερμή δύο τεινά,

μάθε λοιπόν το πρώτον τεινόν και λάβετο: Ο Χριστιανισμός είναι ένας Σωκρατισμός !

και τώρα επανέλαβε με την ψυχούλα σου αυτό που καταγράφηκε: έχω πετάξει την παλαί ποτέ πεποίθησή μου ότι η Ελλάδα είναι ο ομφαλός της γης.

(Πε)τεινόν δεύτερο: μάθε εσύ που εδρεύεις στη Γενεύη πως, έδρα, σημαίνει μουνί. Αιδοίον α-Δελφέ!

 και τώρα επανέλαβε αυτό που καταγράφηκε στις πατριδογνωσίες της Γριμάνη: έχω πετάξει την παλαί ποτέ πεποίθησή μου ότι η Ελλάδα είναι ο ομφαλός της γης

έχω πετάξει την παλαί ποτέ πεποίθησή μου ότι η Ελλάδα είναι ο ομφαλός της γης

έχω πετάξει την παλαί ποτέ πεποίθησή μου ότι η Ελλάδα είναι ο ομφαλός της γης

…γιατί όπως λες και συ Ω μέγα πρωτοπρεσβύτερε Δρ Γεώργιε Τσέτση

τα συνασθήματά μας έχουν μεταπτώσεις κι είναι ευμετάβλητα, σωστά μεγαλειότατε?

 Εμβόλιμο στο εμβόλιμο ή το θεώρημα της Ερήμου

Όταν έχεις Πέτρα και Μάρμαρο και μια φύση αλαλλάζουσα,

κατασκευάζεις τη Μορφή του Θεού σου

όχι γιατί η πέτρα και το Μάρμαρο είναι ο Θεός σου

αλλά γιατί στην Πέτρα και στο Μάρμαρο συνοψίζεις

τις παραδόσεις των προγόνων σου

και τις προσδοκίες π’επιθυμείς να εξυψώσεις ή να εξαγνίσεις

σε εκείνον τον όγκο της πέτρας π’απεικονίζεις

τον θεό σου

Αν όμως είσαι Ο Αβραάμ που ζει στην καυτή έρημο,

στην έρημο π’ όλη η πέτρα έχει γίνει σκόνη,

και κάθε μορφή πόθος ή προσδοκία μόνο μέσα στη σκέψη μπορεί και καταγράφεται

 καταγράφεται

και καταγράφεται σαν Καβειρώ, σαν μητέρα των θεών

χωρίς σχήμα και χωρίς χρώμα

σαν γονιμούσα μήτρα

Διονυσιακό Πόρισμα: Ο θεός του Ιουδαϊσμού είναι θηλυκού γένους αναγκαστικά

 

β) Καλοκαιρινή Νύχτα Δεύτερη

 

 ΣΥ Καβειρώ θυγατέρα του Πρωτέα

πόσα βάθη ανακαλύπτω στη γλώσσα σου

πρόσωπα που κατόρθωσαν Έλληνες να γίνουν μέσα στα άσυλά σου

τέτοιους όπως ο Αγαμέμνονας Ο Οδυσσέας κι ο Ορφέας

ο Ηρακλής Ο Ιάσονας κι οι Διόσκουροι

Ο Περικλής Ο Αντιφώντας  και άλλοι τόσοι

α συ Καβειρώ και ουρλιαχτό του κόσμου

σε τούτο το σκοτάδι που πέφτει σου έρχομαι

γυμνός όπως με γέννησε η μάνα μου σου προχωρώ

κι είμαι την ίδια στιγμή αγρίμι και σοφός

κι είμαι την ίδια στιγμή μπροστά σου με επιθυμία και σου λέω:

“Κάνε με ότι θέλεις Θεά. Ήρθα εδώ για να με δοκιμάσεις

Κάνε με ότι θέλεις Θεά. Ήρθα εδώ γυμνός να με γυμνάσεις

Πές μου αν είμαι αγρίμι και σοφός!”

Βλέπω λοιπόν τον ιερέα σου που ‘ρχεται Άγνωστος μέσα από την αιθάλη

το πρόσωπό του προβάλλει μέσα από την έκρηξη τ’ανθρώπου

και κάτω απ’ το φως των πυρσών ο γέρος ο ιερέας σου μου έρχεται

σαν  γλώσσα που μοιάζει με σκέψη αγριμιού και ήλιο που περιφέρεται

κι αυτό το χάδι μέσα στο ίχνος της καρδιάς

κι αυτή η ανατριχίλα μέσα στο έννοο σώμα

συ Καβειρώ

“ο μυστικός γάμος θα γίνει και φέτος. Θα ανακαλύψετε την πιο μυστική

την πιο κρυφή μορφή της θεότητας

τις ρίζες του δέντρου.

 Εδώ, αυτός ο ιερός τόπος είναι το σύμβολο των άγνωστων δυνάμεων

του δυναμικού που κρύβουν οι Θεοί, αλλά κι οι άνθρωποι.

Είναι επικίνδυνο να αφήσετε αυτή τη δύναμη έξω στο κόσμο αν την κατακτήσετε

θα στοιχήσει στο μαθητευόμενο κάτι περισσότερο από τη ζωή του.

 Όσοι θέλουν να φύγουν μπορούν να το κάνουν”

 

Ρέα! Ρέα μητέρα ανθρώπων και θεών

Πόσους αιώνες είχε να δοκιμαστεί ο γιός σου?

Ρέα! Ρέα μητέρα ανθρώπων και θεών

Πόσους αιώνες λησμονιάς- στην κοιλιά του Χρόνου ο γιός σου κλεισμένος?

Ρέα! Ρέα μητέρα ανθρώπων και θεών

ακούς τη γοερή μου κραυγή? Είναι η κραυγή τ’ανθρώπου!

Μα σας κοιτώ όλους μέσα από το πληγωμένο αγρίμι

σας κοιτώ όλους μέσα από τα μαρτύρια του Συσσίφου και σας  λέω

πια έχω τη δύναμη να κοιτώ την ομορφιά κατάματα χωρίς να μου τρέχουν τα σάλια

πια έχω τη δύναμη να κοιτώ το θάνατο κατάματα χωρίς να τρέμουν τα πόδια

πια έχω τη δύναμη να κοιτώ κατάματα τη ζωή χωρίς να δειλιάζουν οι λέξεις

αχ μητέρα.. γλυκοχαράζει

κι  ένας άντρας

 μισό στο κορμί που έντονα φίδι θυμίζει

στο κέντρο τ’ εξώστη προχωρεί

οι κινήσεις του λάγνες κι αργές

δείχνει κάτι ν’ αναζητά

στο κέντρο του εξώστη ψάχνει και το χώμα με δάκρυα ποτίζει.

Ω συ Φοίνικα μη κλαις 

την αδελφή σου την Ευρώπη  ο Δίας σου την έκλεψε για να μάθει ο κόσμος είδωλα κι ομορφιά και τι έλευση σημαίνει

 την αδερφή σου την Ευρώπη ο Ζευς την έκλεψε

για να ενώσει τους ανθρώπους στην εκλογή μιας πολιτείας

Ω συ Φοίνικα π’ απ’ τη στάχτη σου αναγεννιέσαι, μη κλαις

συ που ξεκινάς από την Τύρο και την Ευρώπη αναζητάς παντού

ακόμα δεν έμαθες πως η Ευρώπη έγινε χώμα κι αγωγή,πατρίδα και  πρώιμοι άνθρωποι?

Αχ Φοίνικα εσύ, συ που περνάς από την Σαμοθράκη και συναντάς την όμορφη Αρμονία, την κόρη του Δία και της Ηλέκτρας κείνη απ τον Άτλαντα που κατάγεται

Ω συ Φοίνικα μη κλαις 

την αδελφή σου την  Ευρώπη ο Πανάμωμος Δίας και Ζευς την έκλεψε

για να μάθει ο κόσμος, τι Δημοκρατία σημαίνει

για να μάθει ο κόσμος, πως,

αν οι θεοί μπορούν ισότιμα να συνυπάρχουν σ’ έναν Όλυμπο, μπορούν και οι άνθρωποι,ισότιμα το ίδιο…

 Ω Δία εραστή, συ που την Αρμονία, την ωραία των ανθρώπων με τη βοήθεια της Αθηνάς για να φυλάξεις κλέβεις

τώρα ήρθε η ώρα

τώρα ήρθε ώρα

τώρα ήρθε η ώρα ο γάμος σου να γίνει παρουσία όλων

ανθρώπων και θεών

 δείξτε μου την Αρμονία σαν να μου λέτε

…μα αυτήν, αυτήν που τη λαμπρή μας σύναξη από μια προσφορά καρπών

ναι που με δοκιμάζεις σου λέω

εκεί που

χορεύτριες λικνίζονται στο ρυθμό των αυλών

στα χέρια τους να πασικράτουν-ομοιώματα γεννητικών οργάνων

να που παριστάνω το τυπικό του ευνουχισμού λοιπόν,

με εκείνον τον ιερέα που μου δίνει κώνειο να πιώ σε σοφά υπολογισμένη δόση

να κατασιγαστεί το γεννετήσιο μ’ ένστικτο για να μπορέσω να δω

να μπορέσω να δω βαθύτερα

μέσα από το χορό της θλίψης

τη φύση που λυπάται στον Χειμώνα

και τη σπορά που γίνεται γόνιμη γη

από κείνον τον ιερέα που με ταϊζει το κώνειο.

Τώρα η Αρμονία από το θεό στο πλήθος παραδίδεται, στον Κάδμο

και μπροστά στον ομιλώντα κύβελο αρχίζουν όλοι να πλαγιάζουν μεταξύ τους

γιατί η φύση κατά την Άνοιξη, αναγεννήθηκε

σ’ ένα συμπόσιο από πλατώματα

εκεί όπου από πολλές σπονδές μετά

τα σκεύη όλα σπάμε

γιατί ο ήλιος στ’ απόγειό του βρίσκεται

και στο έναυσμα για το μνημείο χωρίς σκεπή τραβούμε,

για τη θυσία του ζώου που τ’αίμα του στα πηγάδια σκορπίζεται

ενώ οι αυλοί και τα κρόταλα αρχίζουν να παίζουν και πάλι,

ξανά και ξανά

να!, να!

να που το έναυσμα δώθηκε.

Και εκείνη η γυναίκα, να τότε μου εμφανίζεται

το πρόσωπό της είναι καλυμμένο με κεφάλι λιονταριού

και το τύμπανο στα χέρια της κρατεί.

Ω Μάνα Κυβέλη εσύ,

συ που ο προστατευόμενός σου Άττης παρέβη την εντολή

παρθένος να παραμείνει

να που τώρα από τη ρίζα τους, μόνος του τα ξεριζώνει.

Χορεύτριας κραυγή το έναυσμα στο μεσημέρι

Κυβέλη θεά μάνα των ιερέων εσύ

όλοι οι αληθινοί ιερείς του κόσμου τα ιμάτιά τους σηκώνουν

ευνουχισμένοι κατ’ εντολή

όσοι τη παρθενιά τους πρόδωσαν

την παρθενιά τους να ξαναβρούν

γ) Καλοκαιρινή Νύχτα Τρίτη

Εκατοντάδες λύχνοι το βράδυ στο ναό

όσοι βρίσκονται ακόμα εδώ

τούτο το βράδυ το ονομαστό, τούτο το βράδυ κάποιοι σε τούτο το βωμό,

μύστες θα γεννούν με την ονομασία: Έλληνες!

Ω ακριβά θύματα ενός μακρυνού τόπου εσείς

ο αέρας ευώδιάζει από ελευθερία-ύφεση

ω ακριβέ τόπε τούτων των μακρυνών θυμάτων

η οσμή της θυσίας, για μένα πληθαίνει, γιατί εγώ

εγώ είμαι  Ποιητής, έτσι π’ αν η ενοχή σας το θελήσει

στο χαμό

στο χαμό

 μ’ένα χαμόγελο κι ένα ποιήμα θα τραβήξω.-ύφεση

Ο Ιησούς σας λοιπόν, είναι ένα μονάχα μικρό μου κομματάκι κύριοι,

εγώ γέννησα τον Ιησού κι έχω ακόμα πολλούς διαφορετικούς ωραίους τύπους να γεννήσω,

δεν έχετε ιδέα

δεν ξέρετε

μιλάτε για παραδόσεις και τίποτα δεν παραδίδετε.

Μόνο από φασισμό γνωρίζετε. Μόνο να εκβιάζετε και να καίτε ,

στο πρόσχημα μιας σταύρωσης να ησυχάζετε τον κόσμο

και τώρα μου παριστάνετε τους ανήξερους και τους αγίους,

τώρα είστε οι καλοί,

η επίσημη εκκλησία με το άρρηκτα δεμένο της κράτος

και έρχεστε εμένα να μου μιλήσετε για Ελλάδα?

εμένα μόνο τη στάχτη μου μου δείχνετε

κείνη που σπίλωσαν οι συνταγματάρχες της χούντας κι οι Κωστάντιοι

οι άνοστες λέξεις σας, αυτές που παραλλάξατε κι αυτές που στα καλλιμάρμαρα τους Έλληνες ντροπιάζατε Έλληνες καμώνοντας πως είστε

κείνη την πατρίδα που σπίλωσαν οι αστοιχείωτοι κι η εκκλησία έτριβε τα χέρια της επειδή διάβαζε και δεν πήρε πρέφα, δεν κατάλαβε,

αυτό μου το γέλιο του σπαραγμού κι αυτή μου τη περιφρόνηση όλο ποθείτε

γιατί ήξερε, ξέρατε,ήξερε, ω ξέρατε  καριόλια ποια σύμβολα καταρρακώνει η στάση σας

μα γω είμαι εδώ πια κι είναι κι άλλοι δυο τρεις που τ’ αξίζουν, που κάνουμε για εκατό, τούτη τη στάχτη δεν θα τη σκυλέψετε,

γιατί παίρνω πίσω το πτώμα της πατρίδας των ανθρώπων

και ξαναφτιάχνω την ύλη

την απεριόριστη αναδίπλωση του κενού

και δεν έχουμε καμία ενοχή κύριοι

και γω προσωπικά ,δίνω άφεση αμαρτιών σε κάθε άνθρωπο που λατρεύει το θεό του

δίνω άφεση στην Ελλάδα, δίνω άφεση στο κόσμο, στη γη

γιατί εγώ γέννησα τον χριστιανισμό κι εγώ αν θέλω τον παίρνω πίσω,

γιατί σεις δεν είστε άξ-ιοι, σε σας της εκκλησίας μιλώ ναι σε σας,

σε σας που στις μονές του αγίου όρους σας που λέτε κι ονομάζετε, σε σας μιλώ, π’όταν τις θηλυκές χελώνες δεν κυνηγάτε στα έδη σας όταν εισέρχονται ,κάνετε κύκλο,

σε σας που λέτε πάμε κύκλο και σηκώνετε τα ράσα κι ο ένας χώνει τη ψωλή του στον άλλον σε κύκλο και τα ξύλινα σήμαντρα ηχούν υμνώντας  στα τροπάρια την Κασσιανή

σε σας μιλώ που τούτη την Καβείρια πράξη κάνετε και την κρύβετε όχι από άρρητο άσυλο μα από ντροπή ενός ντροπαλού γενναίου που ορίσατε σαν μόνο σας θεό,

ναι σε σας μιλώ κύριοι

μόνο σε σας

που την πατρίδα τούτη την πολύσπορη την αφαιμάξατε

της ήπιατε το αίμα στάλα  στάλα

σε σας μιλώ που κάνατε την ειδωλολάτρισσα μάνα μου λάτρη της βασιλείας

που όταν της αρνούμαι τη χριστιανική σας εορτή στ’όνομα που φέρω και στις ρίζες π’ ανακάλυψα

με καταριέται και μ’αποκαλεί φασίστα, ειδώλου ομοιάζοντας τίς πεπραγμένες ρίζες των συγχρόνων, μ ενοχές, με πρόκες ενοχές

σε σας ανάξιοι μιλώ

σε σας που φοράτε τα ράσα, σε σας  μιλώ

“ζητώ βοήθεια μα  τα ζώα του αγρού και του δάσους δεν θυμούνται πια τη γλώσσα μου”

αυτή είναι η σφραγίδα σας, ορθόδοξοι καθολικοι προτεστάντες κι όλα τα καθίκια

τούτη τη μητέρα των θεών σας λέω

τούτη τη φύση εξορίσατε στους γκρεμούς των παθών και με πρόσχημα το μαστίγιο,την αγάπη σας, την αγάπη σας κύριοι ….ωωω καθίκια της οικουμένης!

 

δ) Καλοκαιρινή Νύχτα τέταρτη

 

Ειδωλολάτρης, ο των ειδώλων θεραπευτής κι η φαντασία του σώματος

ως και Βακχυλίδης και είδωλο ανδρός,

τρις μελαμβαφές δε μοι εκ χειρών σκιή είκελον

δει ουν νοείν ως φαντασίας σωμάτων παρέχουσι την όρωσιν

ου μην και υπόστασιν

ειδωλόν τι πεπλασμένον εις όψιν γυναικός

και ανερώσθη η πόλις

Γιατί ποιήσεις σεαυτώ είδωλον κι η φύσις ησυχάζει

όπως ορώ γαρ ημάς ουδέν όντας άλλο πλην είδωλα

ποιήσεις σεαυτώ είδωλον κι η φύσις επιστρέφει

ποιήσεις σεαυτώ είδωλον κι  ο νήπιος αισχύνον

ο εκ της αγιοσύνης του άμορφου θεού του, τυρράνου

με ου και ου εφανατίσθη

τη πλάσιν εσταυρώνοντας επί το μέλλοντα χρόνω

υπέπισας ταύτην ξεριζωμένην ο καημός

του όρεως Σινά ο κατηρχόμενος άξεστος να πάλλει

όπου κινεί και σείεται και άλλεται

και επί τώδε τον θυμόν συνεξέλετο

 ο βάρβαρος και τω πάλλεσθαι

υπό τω τρόμω έληξε

Ρέα θεά σε Ραίω όταν σ’ έφερνε

ο αδαής ανύπηνος τη βασιλεία των όρνεων

τις επιτύμβιες νεκροπόλεις των ερώτων

οι αδαείς ανύπηνοι, οι αδοκίμαστοι μυξοπαρθένοι

κατά των ειδώλων να βάλλουν.

Να πως μέσα στον ιερό μου αναβρασμό επιστρέφω,

μάνα μητέρα γη Δήμητρα,

σε σένα μητέρα Καβειρώ που  σ’αναφέρομαι

στο μυστηριώδες ανακτορό σου εισέρχομαι

από τον ανοιχτό τον κεντρικό σου διάδρομο περνώντας

και πίσω από το παραπέτασμα κάποιος μ’ αποκαλύπτει τ’ απόκρυφό σου αλφάβητο

γράμματα ακαθόριστα

κι είναι η στιγμή που οι άντρες από τις γυναίκες χωρίζονται

βγάζουν τα ρούχα τους

ιερείς καλύπτουν τα μάτια τους και οδηγούν τα χέρια τους στην ψιλάφηση

παράξενων αντικειμένων

π’ άλλα είναι λεία κι άλλα τραχιά

 γεμάτα από νήματα άγνωστης υφής.

Ω σκέψη κωνοφόρα, ω θυρσοφόρα του στροβίλου συ καρπέ

τούτο το βράδυ το τέταρτο

με την αφή θα πέσω αγκαλιά και θα σαστίσω

συ που με βάζεις να αναγνωρίσω με τα μάτια κλειστά

πως ακόμα και το σκοτάδι

φίλος μου είναι

 

 Άγριες Σκέψεις ενός Δελφινιού

Τούτη η υγρή παράσταση μόνο μέσα στον έρωτα υποφέρεται

πρέπει να ξέρεις πως είναι

 όταν η μάνα θάλασσα σ’ αγκαλιάζει σ’ όλο σου το σώμα

και τα φύκια πέφτουν σαν αστέρια που προλαβαίνεις να ευχηθείς

κι ο ήλιος παιχνιδίζει σαν λεκές κάπου στα πέρατα

με μια επιφάνεια που όλο κορυφώνεται κι όλο γαργαλιέται

είναι ένα φιλί από χείλη ανεμελιάς

η ανυπομονησία κάποιου ζεστού

μια ζεστή σφαίρα από θαλπωρή

ξαφνικός στροβιλισμός σαν ζωή

και φίλος γλάρος που πέταξε με μια φτεριά

ή μια πέτρα που πέταξε ένα παιδί στο βυθό

ή σαν ερώτηση φυλαγμένη στο σεντούκι ενός ναυαγίου

αν ο έρωτας παρέμεινε ακόμα ένα θείο βρέφος

ακτίνων φεγγαριού

πάντα για ένα μονοπάτι που δείχνουν

προς εκεί που ποτέ δεν θα φτάσω

κι ας μην έχει σημασία

που είμαι αθώος

Τώρα πάλι πρέπει να φυγαδευτώ προς ένα ψυχικό που όλο εγκρατείται σε μια κοφτερή αιχμή, γιατί γνώρισε από τη γελοιότητα που πλημμυρίζει πάντα όσους αγνοούν ή όσους γνωρίζοντας έχασαν, την αθωότητά τους.

 

 ε) Καλοκαιρινή Νύχτα  Πέμπτη

Με φέρνετε γυμνό με τα μάτια δεμένα σφραγισμένα κλειστά σ’ενα ξέφωτο από ψιθύρους

Με παίρνετε στους ώμους και με σηκώνετε

νιώθω τη γη να φεύγει και κάπου ψηλά με πάτε

“ω και συ δε Κύνα, εκ της επάλξεως απεξήρτα

κνυζωμένων φύλακα αυτών

τις θηλείης σαμψύχω

έρσην ικμάδα γευόμενος μην καθεύδειν

ω συ Άξιε στοχαστή

 συ, συ ο απρεπείς ποιήσας

το γυμνόν ερωτικόν

όπου οι γαρ τέττιγες δρόσον σιτίζονται

εγγίζω σοι όπως  σου λέγω οι Θεοί

όπου οι γέλοσοι εχαίρουν”

 Και τότε, τότε με πιάνετε και με πετάτε και με ρίχνετε… και γω…

εγώ είμαι αυτός που πέφτω και βυθίζομαι

 σ’ ένα τεράστιο πιθάρι με κρύο νερό.

Να πως τώρα το κεφάλι μου πιάνετε

και το κρατάτε για ώρα από κάτω

η ανάσα κόβεται κι ο σπασμός ‘κινά

στο ύστατο τέλος κατάματα σαν με θάρρος

σαν με θάρρος να σταθώ μου ζητάτε.

Κρόνε Χρόνε δοκιμαστή δαμαστή

πνιγμένος σαν σου κάθομαι κι αδιαφορώ

δεν σου κουνιέμαι και πια δεν σε προσμένω

στο υπόλοιπο της σάρκας σου που σάρκα μου είναι

τη σάρκα σου ράνει ο θρόνος σου Κρόνε

γιατί ο μόνος σου θρόνος Τιτάνα

ο ίδιος σου ο εαυτός είναι!

ω Κρόνε Χρόνε μουσουλμάνε χριστιανέ

ω Κρόνε Χρόνε ιουδαίε βουδιστή

ω Κρόνε Χρόνε σιχιστή ινδουιστή

ω Κρόνε Χρόνε καννίβαλε θρόνε εσύ

άλλη μια σκέψη σοφού μπρος στον  θάνατο σου ψέλνω:

μαρτυρώ δια του ο-μικρού

μαρτυρώ δια του ω-μεγάλου

και στου Ξενίου Διός χάριν

τον εαυτόν μου Χρόνε

Κρόνε Χρόνε

τον εαυτόν μου σου χάρισα.

Έτσι, δες με, δεν κουνιέμαι δεν σπαρταρώ

τα χέρια κάτω από τις μασχάλες βάζω

και περιμένω να δω

περιμένω να πεθάνω

Πατέρα Ορφέα! Πατέρα Ορφέα! Καλύπτω τα μάτια με τα φύλλα της καρδιάς

φυλλομετρώ έναν Τιτάνα που τον συγχώρεσα,

φυλλομετρώ τους θεούς που δικαιώνω

φυλλομετρώ 10.000.οοο ηλίθιους που μιλάνε για ενδεχόμενη απώλεια της εθνικής τους ταυτότητας ενώ εδώ και 1600 χρόνια κάνουν τα πάντα για να μην τη θυμούνται με τους χριστιανισμούς τους, τις βυζαντινές τους δυναστείες και τις φασιστικές τους κληρονομιές από γενιά σε γενιά

φυλλομετρώ πολιτικούς που ποτέ δεν αναλαμβάνουν την ευθύνη των σφαλμάτων τους, που ποτέ δεν παραιτούνται στα σκάνδαλά τους και πάντα μεταθέτουν τις ευθύνες τους και που ακριβώς αυτό εξαγριώνει το κοινό αίσθημα, αλλά πιο κοινό αίσθημα χα! μα τι λέει ο τρελός, τι λέει ο ποιητής, τι, αφού

αφού

φυλλομετρώ τους σημερινούς γνήσιους Έλληνες που στριμώχθηκαν μέσα στην ασυνειδησιακή ονομασία της λέξης αναρχικός και που αυτοί και μόνο αυτοί έχουν το δικαίωμα να μιλούν για τα κοινά, γιατί αυτοί με τα υπέροχα αυτόνομα στέκια τους κατεβαίνουν στις γκαραζοπλατείες και τις μετατρέπουν σε ότι οι δήμαρχοι βολεμένοι στην καρέκλα τους κι όμηροι των συμφερόντων που εκβιάζουν τις προεκλογικές τους υποσχέσεις αθέτισαν, γιατί αυτοί και μόνο αυτοί,οι αναρχικοί οι αντεξουσιαστές οι εναλλακτικές κουλτούρες, οι αντιρατσιστικές και οικολογικές οργανώσεις, όλα αυτά τα συνεκδοχικά ρεύματα είναι που κάνουν κάτι ουσιαστικό για να ομορφίνει ο άνθρωπος κι οι δημόσιοι χώροι του, οι χώροι αυτοί που έπαψαν την αγιότητά των 5000 χρόνων ιστορίας που λέει και το υπουργείο πολιτισμού στην καμπάνια του για τον τουρισμό-και που για εμένα προσωπικά είναι 3400 χρόνια ιστορίας, γιατί η ιστορία με τον χριστιανισμό σας πέθανε και για την ακρίβεια δεν υπηρξε ποτέ, αφού τώρα, τώρα μόνο μεμψίμοιρα θρύψαλλα

γιατί ναι, αν θέλετε να ξέρετε,αυτοί είναι οι γνήσιοι απόγονοι των Ελλήνων, οι αναρχικοί κι οι αντεξουσιαστές, οι φύλακες του αδύναμου κι η φιλοξενία του μετανάστη, το μεγάλο stop στην αντιδημοκρατική συμπεριφορά του μέσου μπάτσου που νομίζει ότι επειδή φορά στολή και του δίνουμε την εξουσία του όπλου, μπορεί να κάνει ότι θέλει

αυτοί είναι οι γνήσιοι Έλληνες, οι γνήσιοι απόγονοι των Ελλήνων, οι αναρχικοί που στριμώχθηκαν στα Εξάρχεια και στις καταλήψεις, κείνοι οι τύποι που η καλλιέργειά τους είναι ένας εκκωφαντικός ήχος από τρυφερότητα και διαλλακτικότητα, αυτοί είναι  οι γνήσιοι και ωραίοι σαν Έλληνες, αυτοί που αρνούνται το κιτς και το πολιτικό τσίρκο που διαμορφώσατε μέσα από μια φασίζουσα θρησκεία αυλής λογικών προβάτων  

αυτοί είναι οι γνήσιοι Έλληνες

και που η μόνη μου διαφορά μαζί τους είναι ότι εγώ επιλέγω να κάνω την στρατιωτική μου θητεία γιατί δεν τσιμπάω την ενοχή που μοιράζει ο χριστιανισμός

και που εγώ, εκτός για τους στενούς μου που τους νοιάζομαι, για κείνους τους γνήσιους Έλληνες κάνω τη θητεία μου και θέτω τον εαυτό μου στην προθυμία να πολεμήσει αν χρειαστεί, για όλους τους αντιρρησίες συνείδησης που εσείς οι φασίστες και θρασύδειλοι “πατριώτες”, πάτε στα στέκια και στις συνελεύσεις τους και τους ρίχνετε χειροβομβίδες για να τους σκοτώσετε, για να δολοφονήσετε τη φωνή που εκφράζει κάτι απίστευτα και βαθιά ελληνικό

εγώ

εγώ ο πνιγμένος στο πιθάρι με το κρύο νερό

εγώ που ώρα Κρόνε το κεφάλι μου στην ασφυξία βαστάς

εγώ Κρόνε Χρόνε που σε περιφρονώ

και στο χρόνο που το οξυγόνο μου κρατά

στο χρόνο που λες: “σου υπολείπεται”

αδιαφορώ και στοχάζομαι

εσύ αυτό Κρόνε κρονολάτρη

στο φόβο μη και χάσεις το θρόνο σου δε μπορείς, μπορείς να το κάνεις?

χαχαχαχαχαχ

Ω Κρόνε Χρόνε Θρόνε

σχεδόν σε λυπάμαι

 Και να, να  τώρα που δεν ξέρω τι θα μου συμβεί, θα σου πώ τι Έλληνας σημαίνει

γιατί ακούω το κλάμα της μάνας μου

το τηλέφωνο που χτυπάει και γω στο πιθάρι  μέσα που το σηκώνω

είναι η μάνα μου και μου λέει

“συγγνώμη γιέ μου…έτσι  με  μεγάλωσαν… έτσι με έμαθαν”

ω μάνα μου, μάνα μητέρα μανούλα μου, το ξέρω γλυκιά μου, αυτά μας κατέστρεψαν, δε μπορώ να σταματήσω να κλάιω μητέρα και δεν μπορώ να πάψω να θυμώνω, μάνα, μάνα μητέρα μανούλα, αρκετά! Φτάνει! Φτάνει, μάνα

ω μάνα, σου δίνω τον ιερό μου όρκο

ο άνθρωπος θα επιστρέψει στην πατρίδα του

στις λέξεις που δεν τολμά να ονομάσει!

 Εϊ, εϊ τραγωδοποιητή πάνυ ψυχρέ, του ήλιου μετέωρε και των μεσημβρινών τόπων αρκτικώτερε γινόμενε, πνέουσι δε εν ακμή του θέρους και λύουσι τα υγρά τα εν ταις άρκτοις

χαχαχαχα

λυόμενα δε ταύτα εξαερούται και πνευματούται

έϊ τραγωδοποιητή ω πάνυ ψυχρέ! Σου φωνάζω σε καλώ και στον Άδη κινώ!

Σπαθιά! Με μια σπαθιά ο ιεροφάντης το πιθάρι με το παγωμένο νερό σπάζει

και γω κάτω στη γη λύομαι και μισοπεθαμένος κυλιέμαι

πανέμορφες ιέρειες έρχονται με κουβέρτα και με τυλίγουν

και το ζεστό ρόφημα από παπαρούνα φακή σιτάρι και γαλαξία

αυτό με ταϊζουν.

Τώρα, μισολυπόθυμος καθώς είμαι, λαμπαδηφόροι

σ’ ένα σκοτεινό δωμάτιο συνοδεία με πάνε

για να κοιμηθώ

και γω μισόνεκρος σου λέω πως ακόμα μπορώ

 πια κατάματα να κοιτώ την ομορφιά, χωρίς να μου τρέχουν τα σάλια

πια έχω τη δύναμη κατάματα  το θάνατο να κοιτώ χωρίς να τρέμουν τα πόδια

πια έχω τη δύναμη κατάματα τη ζωή να κοιτώ χωρίς να δειλιάζουν οι λέξεις

αυτό, αυτό ακόμα κι έτσι όπως είμαι

αυτό μπορώ να το ονειρευτώ!

Ώρες Ξεκούρασης κι ενδυνάμωσης πριν πέσει το σκοτάδι της Έκτης Καλοκαιρινής Νύχτας

(όση ώρα κοιμάμαι μισολυπόθυμος στο σκοτεινό δωμάτιο ακούω δύο μουσικές από ένα σχήμα με όνομα Nostalgia 77. Είναι τα κομμάτια  : i) You and Me, ii) The Hunger )

ζ) Καλοκαιρινή Νύχτα Έκτη

Μετά από 9 ώρες με ξυπνούν και με γεύμα ελαφρύ, δωρητό με χρήζουν.

Ω Πελασγία πόλη της Θεσπρωτίας,

η εν ίσταται δρυς

μαντείο ην γυναικών προφητιδών

εισι-όντων μαντευομένων,  “δρυς-ηχούσα”

εφθέγγοντο Ζευς ανδρίας ίστατο εν ύψει ράβδο

και φωναί άναρθραι δαιμόνων

αλλά και ήχος εναρμόνιος

κλίμακες του ο-μικρού

και κλίμακες του ω-μεγάλου

λέβησι εν κύκλω και περιείληπται

παραγυμνούσθαι Δωρικά το Δωρικόν που γαρ εστί

το παραφαίνειν, το σώμα

σώμα γυμνό αλεξίκακο

που μήδε ζώνας έχειν

και το πολύ

το πολύ δε χιτώνα περιλαίμεου πόρπης φορείν

και γενναιότητα και σοφίαν και ομορφιά και ωραιότητα

σώμα γυμνό και αλεξίκακο

τον εαυτό που φέρει

τούτο δε αλλήλους κι εσέ που ψαύει

τούτο δε ο νήχυτος έρως και ομφαλός του βρέφους

οιόν τε εστί ποιείν και πάσχιν

όναρ  καθ ύπνους νητρεκές λαλείν

όναρ η μάρτυς αυτή εφ-ίσταται και ίπταται κι ας καίγεται κι ας υποφέρει

ονηλάτης όνειρος ζητεί εν τω άνθρωπω 

όνειρος π’ακόμα ζητεί κι ας είν οι πρύμνες όπως πάντα που εκρούοντο 

σφύρες εληλαμένες , ρερυπωμένοι  Σουϊδες που λεν τον Δημοφώντα ραχιστή και ονομάζουν την πλάσιν σταύρωση

τέτοιοι γελοίοι κι ανώμαλοι, αυτοί που στην Πάνδιρα θρησκεία τους

 στη θλίψη του χειμώνα έβαλαν τη χαρά των Χριστουγέννων

και στην ορμή της άνοιξης τη θλίψη του βασανισμού

έτσι έκαναν τον άνθρωπο να ξεχάσει

έτσι ο άνθρωπος έπαψε, και μάνα γη μητέρα φύση δεν γνωρίζει

από γιορτή δεν ξέρει

γιατί το μηδέν ως αδιαφορία από συμμετοχή,αυτό έκαναν

τούτοι οι γελοίοι ανώμαλοι ακοσμικοί Σουίδες

τούτοι οι παρόμοιοι υιοί εκτρωμάτων

τους κόσμους και τις εποχές να πάσχουν από φαρυγγίτιδα μας έκαναν

τούτοι οι γελοίοι ανώμαλοι που την επέτειο του 21′ με το έτσι θέλω, με το αποφασίζομεν και διατάζομεν  την έβαλαν 25η του Ελαφηβολιώνος, του μήνα που οι βάρβαροι αποκαλούν Μάρτιο ενώ

ενώ ο Παλαιών Πατρών Γερμανός  στις  25 του Ελαφηβολιώνος, του μήνα που οι βάρβαροι αποκαλούν Μάρτιο,κρυμμένος στην μονή Ομπλού γιορτάζει τη γονιμότητα μιας γυναίκας, π’ αν γέννησε το θεό, πως γίνεται θεά να μην είναι? Τη λέτε παναγία κι έτσι έχετε κιόλας σκοτώσει τη θρησκεία. Kαι τι σε μέλλει εσένανε Σέμελη θνητή που γέννησες τον Διόνυσο τον χθόνιο και στην αιθάλη κολύμπησες μέχρι να συσπαστείς ενώπιο του κεραυνού και της βροντής, ω Ήρα ζηλιάρα, κάτι καλό έχεις θεά ή φταίνε οι άνθρωποι π’ ακόμα να κοιτάξουν δεν ξέρουν?

Αισθησιακό Πόρισμα της Αφροδίτης: Χριστιανοί, αν ο άνθρωπος γέννησε το θεό με τον κρίνο,τότε αυτό που ψάχνετε κρύβεται στο μήνα Ανθεστηριώνα

Στις 24 του Ανθεστηριώνα,αυτό όλοι θα έπρεπε να γνωρίζουν,

 όλοι θα έπρεπε να ξέρουν

πως ο ξεσηκωμός στις 24 του Ανθεστηριώνα ξεκίνησε ,του μήνα κείνου που οι βάρβαροι ακόμα αποκαλούν, μήνα Φεβρουάριο

ναι

ναι

στις 24 της υπέροχης λέξης Ανθεστηριώνας

24 του Ανθεστηριώνα κείνη τη νύχτα που κάποιος ουρλιάζει, κείνη τη μέρα που ο Υψηλάντης αφού στις εικοσιδυο περνάει τον Προύθο με στρατό που αποτελούνταν αρχικά από

 Αλβανούς μισθοφόρους

 Βούλγαρους μισθοφόρους

 Σέρβους μισθοφόρους

 κι Έλληνες διοικητές

στις 24 του Ανθεστηριώνα, το μήνα που οι βάρβαροι αποκαλούν ακόμα Φεβρουάριο

24 του Ανθεστηριώνα, τη μέρα που οι χριστιανοί ονομάζουν του Ασώτου… και την κομμένη κεφαλή του προδρόμου, τη δικιά μου κεφαλή κόβωντας, βρίσκουν, ο Υψηλάντης στο στρατόπεδο του Ιασίου

την επανάσταση ουρλιάζει

να γιατί γελάω, να γιατί

γιατί είστε ακόμα τυφλοί και τα σημάδια δεν τα βλέπετε

πως οι θεοί είναι εδώ- ποτέ δεν έφυγαν

ποτέ δεν σας εγκατέλειψαν

σεις φύγατε

σεις τους εγκαταλείψατε

σεις το αφήσατε να συμβεί

 γιατί μάθετε, εσάς, εσάς Έλληνες οι Εβραίοι αποκαλούν Αδάμ και Εύα

γιατί μάθε κόσμε-ω κοσμίλε μου Ερμή- ω, θυμίσου κι εσύ Ελλάδα

εσένα οι Εβραίοι αποκαλούν κήπο της Εδέμ

 κι εσένα οι αδαείς στις ερήμους πέριξ της Ιερουσαλήμ ακόμα ψάχνουν, μάταια τον Παράδεισο να βρουν.

 Να λοιπόν,

όλα διευθετημένα και διατηρημένα στο λάδι

γιατί να πως η ελληνική αγωγή, η αγωγή όλου του κόσμου αρχίζει,

ο Έλληνας λέει η φύση είναι φίλος μου γιατί δεν με τρομάζει μέσα στον παραλογισμό της.

Όλα τα ανοσιουργήματα που η φύση επινοεί

στρεβλότητες

τερατογενέσεις

ακρωτηριασμοί

δυσμορφίες

εκεί τώρα με οδηγούν, εκεί κι αυτά μες τους λευκούς χυμούς της κωδίας

και μες τους αργούς διεσταλμένους χρόνους του χασισιού

τα εκτρώματα να αντικρύσω.

Ω Πελασγία πόλη της Θεσπρωτίας,

η εν ίστασαι δρυς εσύ

γυμνός όπως στο σώμα η ψυχή μου πεισμώνει

την προχωρημένη νύχτα εγώ

μια νύχτα ο ίδιος λυτρώνω.

Ναι, 

στρεβλότητες

τερατογενέσεις

ακρωτηριασμοί

δυσμορφίες

fast forward τον  εαυτό σου Κρόνε Χρόνε Θρόνε

επεκτατισμός, ιμπεριαλισμός, προληπτικοί πόλεμοι και προληπτικές απολύσεις,Γκουαντάμο-στίβα από φυλακισμένους που το γυμνό θές να γελοιοποιήσεις και Νταχάου από ανθρώπινα σαπούνια και υπουργεία απασχόλησης κι ελαστικά ωράρια και Σαολίν που έσφαξαν στο Θιβέτ οι κομμουνιστές άνθρωποι του λαού και Ecelon και μανία παρακολούθησης από καπιταλιστικά golden boys που υπογράφουν συμβόλαια με τίτλο: φάτε τριτοκοσμικό άνθρωπο!-κλίμακα του ω μεγάλου

εγωισμός, κτητισμός, πουριτανισμός, ωχαδελφισμός κι έλα μωρέ εγώ θα αλλάξω τον κόσμο? κι άσε μεγάλε μη το ψάχνεις και στραβισμός και νεύρωση και  ηθική και ταυτολογία φόβου τύπου φοβάμαι γιατι φοβάμαι κι  εφησυχασμός στην αμάθεια κι αν για λίγο κάποιος θεός κατά τύχη σου χαμογελάσει για λίγο, ασέβεια και βαρβαρισμός στην ημιμάθεια, υποταγή και ομηρεία, άλλα λες κι άλλα κάνεις μπάρμπα κι ο πόθος σου ένα φωτομοντάζ μέσα σε ένα λιβάδι από ηλιοτρόπια μουσάτων εκβιαστών και γκόμενες που ξέμαθαν να μοιράζονται μεταξύ τους έναν άνδρα γιατί διακυβεύεται μια περιουσία ή ένα μεροκάματο και πειναλέοι στυτοφόροι που στο κούνημα του δαχτύλου της παρελαύνουν για μια πίπα γύρω από ένα μονόκλινο, ζητιάνοι δηλαδή π’ ονομάζουν τη θεά πουτάνα και τώρα που έχυσαν παριστάνουν τους άντρες και γυναίκα που μαντρώνει τον συντροφό της σήκω πάνω κάτσε κάτω γιατί είμαι έγκυος και πες μου τώρα!-τώρα τι κάνεις γιατί η μήτρα μου διαστέλλεται και θα γεννήσω πρόωρα- κλίμακα του ο μικρού

και

όλα σου τα ανοσιουργήματα

μάνα γη μητέρα φύση Καβειρώ

με καταβάλλουν

ρωτάς αν φοβάμαι

ναι φοβάμαι

και την ίδια στιγμή, χτενίζομαι, γυαλίζω την ασπίδα μου

και την ίδια στιγμή, μ’ ένα ποιήμα, σου χαρίζομαι γελώντας

και τώρα να που τώρα τι

με παίρνουν και με οδηγούν στη μεγάλη υπόγεια αίθουσα

ατέλειωτη σπονδή μπροστά από τον πανάρχαιο βωμό

προσευχές  νηστεία κι αγρυπνία

αναπόσπαστη μύηση και τέλος έκτης νύχτας καλοκαιρινής

η)Καλοκαιρινή Νύχτα Έβδομη

Περνάς από ένα γειτονικό δωμάτιο και με ραπίζεις στο στήθος ξαφνικά

με τσουκνίδα  με μαστιγώνεις και πάνω στις πληγές

το ξίδι μου ρίχνεις

για να απαλύνεις την απάισια αίσθηση της φλόγωσης

και ιερό κείμενο διαβάζω-έκδικον, το έξω του δικαίου τετόλμη το έργο, το έργο το παράνεργο

και της γαστρός εις αφαιδρώνα εκκρίσεις

νόμους θεών δε πρέσβεις μέλλει να ητιμάσουν

απαίδευτοι ει μέχρι γήρως

ώστις νυν δε ποταμοί χειμερίων οδών

ουκ αν λυθέντες προύτυψαν οι βρωμεροί χριστιανοί ανθέλληνες

που αυτό μάθε κόσμε, τα μνημεία και τους βωμούς τ’ ασκληπειού,

800 χρόνια πριν από την άλωση της πόλης, τέμενος οι άξεστοι τ’ονόμαζαν

Ελάτε λοιπόν, μιλήστε μου για τον πόνο του θεού σας στην πατρίδα μου. Παρακαλώ, σας ακούω.

-Περνάει ώρα….1600 χρόνια καθολικής σιωπής

1600 χρόνια ορθόδοξης σιωπής

1600 χρόνια σιωπής που διαμαρτύρεται

(κατά καιρούς σιωπηλοί ψίθυροι:διαβάζετε η ζωή εν τάφο μα καμιά ζωή δεν συγκινείτε-η ορολογία των χριστιανών είναι μια ολόκληρη δειλία από άστοχες λέξεις ντυμένες την ελληνικότητα, τη λατινικότητα, τη Σαξωνικότητα, τη φλαμανδικότητα, τη σκανδιναβικότητα , έτσι οι νεκροί παραμένουν νεκροί γιατί η ιστορία παραμένει ατιμασμένη)

Bγαίνω λοιπόν από μια ανάγκη της σιωπής 9 μοντέρνων καλοκαιρινών νυχτών με διάρκεια μιας μέρας

η σιωπή λύεται

έξω νύχτα σου μιλώ

κοιτάω ψηλά

διαλέγω ένα λαμπερό αστέρι στον ουρανό και σου λέω

Σωκράτη: αυτό τ’ αστέρι έγινες!

Και  ράπισμα στο στήθος με τσουκνίδα

 κι άλλο κι ακόμα κι ακόμα κι ακόμα και στη πλάτη

κι ακόμα ξύδι στις πληγές, χτυπάτε κι άλλο, που δεν πονω κοιτάξτε με

γιατί τη μάνα Καβειρώ πλησίασα κι ένα μαζί της γίνηκα

και τραγουδώ σου τραγούδώ, ναι σου τραγουδώ κι ουρλιάζω: “γοητείας τινάς ποιούσιν ες τους νεκρούς, επάν γαρ ες τα χωρία κι αφίκωνται-α! ΑΑΑΑΑΑΑΑΑ

 όθεν άγει εστί τας ψυχάς

γιατί πατέρα Δία, πατέρα Ζευς,

των προειρημένων ονομάτων, του βροντάν και του ταράττειν την γην

κρημνούς ερείδειν κεραυνοίς χρήσθαι

των κεραυνών οι καταιβάται

 αργήται που καλούνται!”

χτυπάτε κι άλλο λοιπόν, πιο δυνατά, πιο δυνατά χτυπάτε, τι περιμένετε

μέχρι να βγει ο ήλιος χτυπάτε

 μέχρι ο ήλιος να φανεί στα κόκκαλα και να ουρλιάξει ζήτω

ζήτω που τούτος εδώ τα καταφέρνει και το μαστίγιο γέρνει στο χέρι και το χέρι καίει και παραπονιέται κι ο μαστιγωτής σαστίζει

ζήτω που τούτος εδώ τα καταφέρνει και στ’ όνομα των θεών του

θνητός κι ισόθεος, ένας θεάνθρωπος θα γίνει.

χτυπάτε λοιπόν! τι περιμένετε? αχ,αχ δεν είναι, είναι στοργή αυτός ο πόνος

γιατί είναι δικός μου πόνος. Γιατί αχ, αχ, ο πόνος που με συντρίβει, μόνο ο πόνος του άλλου είναι!

(φωνή πρώτη) -Αριστοφανική παρατήρηση:ουδέ τω μύρτω θιγείν εώντι πριν εξ ενός λόγου σπονδάς ποιησόμεθαν ποττάν Ελλάδα

(φωνή ιερέα)- δειλέ του ψόφου φοβούμενε τι γυρεύεις στους ζωντανούς?

(φωνή δοκιμαζόμενου)- έρω ερπηστή καπνού σκιά Κνωσσού εσύ…υπό των Κορυβάντων σας π’ ο Ζευς ετράφη Κνώσσιοι, νύχιε ιερέ Έρωτα, καμπτήρ  τέρμα και βαθμιαίε, Σάβους τόπους ιερούς και χθόνιους κι ουράνιους κι άτοπους, επίσταμαι, καθάπερ τους τω Βάκχω Βάκχους, Σαβοί Βάκχε Σαβοί Σαβάζιε! Κι Ευοί Ζευς! Ευοί Ευοί!

ήχοι από μαστίγιο τυλιγμένοι με σάρκα

(φωνή ιερέα)-  Δορύξενε θνητέ στους νεκρούς τι γυρεύεις ?

(φωνή δοκιμαζόμενου)-Πολέμιε Άξιε Φίλε,ου πρέσβεις περί λύτρων ειμί, ειμί αρνητής και σοφιστής και γη και ουρανός και ήλιος , ζωγρηθειέν τινές μη όντος ειμί,  άτοπος και γυμνός σαν έρως, ουρλιαχτό τε και βροντή τε και κραυγή, σπασμός τε και διχόνοια, και παύση τη νύχια μορφή : έρις !Πρέσβεις δεν είμαι περί λύτρων πολέμιε φίλε καλέ, κι ωσάν Επίκουρος επικουρώ Γλαύκο και Διομήδη, που δορυξένους εκαλούν και οπωσούν επιξενωθέντας ως αδελφοί κατά τη μάχην κι ως δελφοί μετά. Ορώ μεν γαρ ότω πρώτον μεν  κοινή παρ’ ημίν αιέν εστία εστί Αιοίδην Άδην. Τούτο ήλθον βασανιζόμενος εν άσυλο μητρός Καβειρώς, τούτον λάβω, δια τούτο στύω κι αναστύωμαι, αγρίμι και σοφός!

ακούγεται ήχος μαστιγίου τυλιγμένος με σάρκα

(φωνή ιερέα)- Κύρβι υιέ, συ νεκρών και ζώντων Μυχία, συ κύματος άκρον άωτον Ποσειδώνος ανευρετή, τι γυρεύεις την Ομορφιά?

(Φωνή Δοκιμαζόμενου σε μεικτή γλώσσα)-Φίλοι, πραγματικά, ένας θαυμάσιος τρόπος για να μείνετε όλοι οι θνητοί, θαυμάσια  ικανοποιημένοι…

 

θ) Καλοκαιρινή Νύκτα Όγδοη ή Νύχτα του ΜΙκρού Σοφού

 

Είναι μερικές φορές που θα άξιζε κανείς να δει από κοντά έναν γνήσιο δημιουργό τη στιγμή που παύει να είναι δημιουργός  κι απογυμνώνεται εντελώς, ακόμα και από κάθε αίσθημα προσφοράς ή κάθε μορφή επιτήδευσης. Τόσο γυμνός, είτε μεταφορικά είτε στη κυριολέξία, που δε μπορεί παρά να μείνεις πραγματικά αφοσιωμένος σε τούτη τη μικρή σκηνή προκειμένου να μάθεις. Νιώθεις ότι καθαρίζεις, όπως όταν μια ξαφνική φιγούρα από ένα παρόν που πραγματικά άξιζε αλλά χάθηκε εξαιτίας της ίδιας της ιδιαίτερης ακτινοβολίας του, αξίζει να το αναστήσεις όχι μόνο για αμιγώς αισθητικούς λόγους.

Μπορείς να θυμηθείς άλλη μια σκηνή που δεν ξεχωρίζει από την προηγούμενη.

Μπορείς να ζήσεις εκείνη τη σκηνή που πας στο mini market μιας όμορφης γειτονιάς με χαρούμενα ερείπια που δεν λυπούνται μέσα στα άλλα γιατί μόνο αυτά μυρίζουν ελευθερία. Μπορείς να το περιγράψεις με όση κεφάτη παιδική θρασύτητα θέλεις χωρίς να παραδοθείς πλήρως σ’ αυτό το βίωμα, κρατώντας και την απόσταση που πρέπει για ανάλογες περιστάσεις με μια αφανή χαμογελαστή φράση σαν: “Εντάξει ότι πεις μικρέ αλλά μη μου σπάσεις πολύ τα νεύρα…”

και τότε αρχίζεις να παρατηρείς σα να σε τραβάει το πιο ουσιαστικό άπειρο σεβασμού.

Έχει μακριά μαλλιά και γενναίο πρόσωπο που χαμογελάει λαμπερά κι είναι ή δεν είναι κάτι που ήξερα … αθώο?

είχες πάει να πάρεις Zitanes ένα Απολλώνιο κι ίσως μια βότκα

τα έφερες στο σπίτι τα έβαλες στο ψυγείο

έκανες ένα μπάνιο κι εκεί υπό τον εξαιρετικό  τίτλο μη ποιητικές σκέψεις αρχίζεις και νιώθεις ότι είσαι μια διττή φύση (χωρίς τις απαραίτητες παθογένειες που θα σπέυσουν ορισμένοι φροϋδικοί βάρβαροι να σου καταλογίσουν, κι εκεί ακριβώς είναι το σημείο που κατανοείς γιατί το  γιπαδιλίκι είναι πάντοτε πιο ευτελές από το αρχέτυπό του-ακόμα κι ο Φρόυντ κατανοεί πως η ποίηση έιναι ένα άβατο-άβυσσος για την ψυχανάλυση-όπως υπάρχουν κι όπως ίστανται μη αναλυτικές αναπαραστάσεις, έτσι υπάρχουν και ίστανται μη αναλυτικές σκέψεις που απλά τις αποθανατίζεις χωρίς να τις κρίνεις. Τόσο καλό.. Τέτοιο δεν είναι  το ποιητικό σαμψύχω σάμψυχο? είναι, αλλιώς δεν θα περιοριζόταν στο πολύ κομψό λογοτεχνία και ψυχανάλυση ο μπάρμπας. Εκτός αν η μικροπολιτική συμπεριφορά που συνηθίζεται στα χρόνια μου, είναι κάτι άξιο να περιφρονήσει κανείς. Πάω σιγόντο.

Ανακεφαλαιώνεις λοιπόν κι επανέρχεσαι στην άπειρη εικόνα της ειλικρίνειας,

ανοικοδομώντας ξανθά μαλλιά

παραδόξως μακρυά μαλλιά με αφέλειες-ένας μικρός λευκός Σίου

είναι δεν είναι 6 χρονών

παιδικό πρόσωπο

ανοιχτόκαρδη γενναιότητα

κάτι σαν ένα παράξενο είδος σιγουριάς που το σέβεσαι

κάθεται πάνω σε ένα ξύλινο πάγκο στη μόνη παιδική εικόνα που μπορείς να φανταστείς

κι έρχεται η στιγμή που σου δίνει μια πέτρα-βότσαλο σε σχήμα καρδιάς και σε ρωτάει αν μπορείς να τη σπάσεις σα να είχε προσπαθήσει πολύ και το ίδιο και κουραστεί ή καταλάβει το ανέφικτο του πράγματος.

Κι όμως

μοιάζει πως μπορείς να τα καταφέρεις

είναι ένα λευκό  αγνό λεπτό βότσαλο σε σχήμα καρδιάς

ναι ναι

έτσι φαίνεται

και δοκιμάζεις

δοκιμάζεις

 

τέλοσπάντων προσπαθείς να το εντυπωσιάσεις σαν να ήθελες απλά να το κάνεις να χαρεί που τα κατάφερες

και δοκιμάζεις…

και ξαναδοκιμάζεις

ωχ σκούρα τα πράγματα

αποτυγχάνεις όσο και να σφίγγεσαι μεγάλε.

Άστο είπαμε!

τ’ αφήνεις

ε κι έρχεται η μαύρη ώρα που

γυρνάς απογοητευμένος και του το παραδίδεις άθικτο.

 

κι εκείνος ο μικρός χωρίς δισταγμό

σου δίνει κάτι που φαίνεται ικανό να διαλύσεις

αναγνωρίζεις το υλικό

είναι ένα άδειο πλαστικό δοχείο από καραμέλες σαν αυτό που κατασπάραζες όταν ήσουν κι εσύ παιδί

ω αμασκάρευτη κατάκτηση του κοινού

τι ιδιοφυές θέατρο!

τι εκπληκτικό ένθα θεοί!

είναι τόσο μαλακό που δεν σπάει με τίποτε!

ε και μετά αρχίζετε τα γαργαλητά και γίνεστε φίλοι!

Πάντως φεύγεις και απορείς γελώντας Έχασα ή Κέρδισα?!?

ΚΙ είναι όντως να επιστρέφεις σπίτι σου την ίδια στιγμή που ακούγεται Charles Mingus better get hit in Yo Soul (1960)

ότι κι αν σημαίνει ετούτο

ι) Καλοκαιρινή Νύχτα Ένατη

α) Ζευς Ανίσταται μετά φωτεινών ριζωμάτων

Γύρω σου ο αέρας βουίζει όπως οι μύγες σε ξερό έδαφος από πηχτή ζέστη

σηκώνεσαι και νιώθεις ένα ανθρώπινο σώμα από σπινθήρες ηλεκτρικών ώσεων

το δέρμα σου γυαλίζει νωχέλειο μέσα σε ηρεμία από  ευγένεια

δεν σε ενδιαφέρει πια η περιγραφή του πόνου

ούτε και περιμένεις να δεις τους γύρω σου να σ’αγκαλιάζουν από καμιά γνήσια καλοσύνη

μεγέθη όπως η πονηριά ή η μικρότητα τ’αφήνεις για τους θεούς των μικρών πραγμάτων

κοιτάζεις για λίγο το σώμα σου

μπράτσα που εκτείνονται σε ανοίγωντα χέρια

το σώμα πρέπει να είναι γεροδεμένο και σφιχτό κατά το πιο ευλίγιστο αγρίμι

όχι φουσκωμένο και υπερβολικό κατά που σπάει με τον πιο απαλό ψίθυρο

μέσα σου καίει ένα ήσυχο πένθος από αινίγματα

κι όταν

προσπερνάς ακόμα και κείνη τη δροσερή ζωντάνια του φαλλού

κοιτάς τον κόσμο από ψηλά

κατά την πιο θαυμάσια Αρμονία

β) ναι, αλλά είσαι έτοιμος?

στο κόσμο μου δεν ίσταται χρόνος, υπάρχει

μπορώ να σου πω στο κόσμο μου δεν υπάρχει χρόνος

αλλά θα το εκλάβεις παιγνίο

όμως ο σοφιστής να πεθάνει δεν γίνεται

κλέβει λίγα βήματα από το μήκος του οράματος

και τ’ αφαιρεί από τη γιορτή 

ανοίγεις τα όρια της ερμηνείας για να διαπιστώσεις την ερμητικότητα μιας φράσης

κι ο πλεονασμός της έχει μεταφερθεί κιόλας στο παρόν .

στο κόσμο που δεν ίσταται ο χρόνος,

εσύ δεν υπάρχεις.

Είσαι ένα κορμί από χάδια της θεάς.

Λες πως δεν γίνεται, αποκλείεται, αυτή η εποχή πάει πέρασε…μικρέ μου, ω μικρέ μου, πόσο αφελής μπορεί να είσαι?

intermezzo: Ο ΜΕΘΥΣΜΕΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ

a_)Καλοκαιρινή Πανσέληνος Πρώτη

 ο Βασιλιάς Μπαλχάϊτ ΠΛήττει

ζητά από τους σοφούς ένα αιώνιο παιγνίδι

κανείς δεν τα καταφέρνει εκτός από τον μάγο Σίσσα που του δείχνει το σκάκι

ο βασιλιάς ενθουσιάζεται

βουλιάζει μες τη χαρά

ρωτά τον Σίσσα αν υπάρχει κάτι που να θέλει και του λέει πως θα του το δώσει

ο μάγος το σκέφτεται λίγο και του λέει πως θέλει

1 σπόρο σιταριού στο πρώτο τετράγωνο

2 σπόρους σιταριού στο δεύτερο

4 σπόρους σιταριού στο τρίτο

8 στο τέταρτο

και κάθε φορά το διπλάσιο του προηγούμενου μέχρι και το εξηκοστό τέταρτο

ο βασιλιάς κομπάζει περιφρονεί κι ο βραχμάνος επιμένει

ο βασιλιάς λέει εντάξει

κι ο Διόνυσος όλο γελάει

b_)  Καλοκαιρινή Πανσέληνος δεύτερη

 Η αληθινή δημιουργία δεν αφήνει συντρίμμια

συμμετέχει μαζί σου  μέσα σε κάθε αβεβαιότητα

σε θέλει ικανό

δεν σε ταϊζει ενοχή

σε μαθαίνει να μάχεσαι

να παίζεις

να ερωτεύεσαι

στο κάθετί

 

c) Τρίτη Καλοκαιρινή Πανσέληνος

 

 

Τρίτη  καλοκαιρινή φεγγαριού νυχτιά όπως τη θέλω

Με γέμισαν θηρία που δεν κατανοώ αλλά τα δέχομαι

Δεήσεις από μια άλλη θέληση όπως την αίσθηση που ζητώ

Στο σώμα που τον εαυτό του μια έλικα του ματιού αρέσει

 

Λεκτικούς συνδυασμούς από μορφές θεές

Όπως  Εστία ή Αφροδίτη  Ω Εστία εσύ εκβακχευθείς αθρόα

πρόσφορες οσμές από μυρωδιές

αθρόα στον αφρό των ήχων

και μαύρη Αφροδίτη σαν ονειδός ψίθυρος

έναν έρωτα όπου τα ονόματα των θεών προφέρονται

εκεί όπου φύλαγες σε μια κρεμασμένη φαρέτρα

στον τοίχο

 

τον έρωτα όπου τα ονόματα των θεών προφέρονται

από σώματα που πλησιάζουν για να φιληθούν χωρίς να πουν ούτε μια λέξη

 

Ρινόμνητος όψις κακιζομένοι το δαιμόνιον

Όπου ο υβριστής μωριάς την εορτή του Κρόνου έκανε Φαραώ Ιησού και με ξανακατάπιε αθώα

 

Προς μαντείας προσείλθον, λυμαντήρ ξενοκοπείν

Του Παρθενώνος τη μετόπη

Τη σκέπη και

Τω ειδώλω  του των παρθένων χορού

 Μορφές όλες όπως εσφαγιάσθηκαν

Είτε με σφυρί είτε με γλώσσα ε

 

Παρθένοι! Παρθένοι του Ερεχθέως! Δούναι εαυτάς σφαγήναι υπέρ της χώρας. Καλουμένω Πάγω υπέρ των θεών.

 

Μηδέν Άγαν , Μηδέν, μηδέν εστί

Τω φόβω συνοψιζόμενος φόβω υιώση

 

αγγέλω

 

Πρεσβυτάτη Πρωτογένεια

Δευτέρα δε Πανδώρα και Τρίτη Πρόκρις

Τετάρτη Κρεούσα και Πέμπτη Ωρείθυια

Και συ δε η Χθόνια ως Έκτη.

 

Πως αν γαρ δε ελεγείας φόρμιγγος

Ο δ’αντίος ύστατο Έλλην

 

Χωρίς σταυρούς αγκυλωτούς χωρίς εσταυρωμένους

Χωρίς εσταυρωμένους χωρίς νεκρούς χωρίς αναστημένους

Μόνο γυμνός

Μόνο αγρίμι

Μόνο σοφός

Χωρίς έναν κόσμο αποκλειστικά δοσμένο στη λογική, κυριευμένο από άλλου είδους τρέλα   

 

Χωρίς ένα κόσμο δοσμένο στη λατρεία της θλίψης Ω συ Θλίψη, δούλα της Αφροδίτης     

 

Πως τη θεά στα μάτια να κοιτάς κι ας κάνεις το μη σωστό ή όχι.

Δεν είναι το ζήτημα ένα ζήτημα τελειότητας

Ποτέ δεν ήταν

 

Μέσα από τις αντιφάσεις απλά φύτρωνε ο μέτρον άνθρωπος

 

 

ΙΧ) Ένατη Καλοκαιρινή Νύχτα

 

 

Παραδόπιστη και μόνο για την αλόγιστη κατάκτηση ω εσύ απάνθρωπη ρωμαϊκή δικαιοσύνη

Εκάτην θεά μικρή και της εξάντλησης εσύ εκτόποις της σελήνης φάσμασιν,

Πλείστας  εκατόμβων θύεσθαι αυθίς πληθύν περί ποιήσεως των όσων Ευμενίδες νομίζονταν…

Όπως μια σκυλόγρια π’επειδή δεν μπορεί να φιληθεί πια με δροσιά

Βάλλει και προδίδει το σάλιο

Εκείνο που κάποτε θα άφηνε σε έναν άντρα σαν κι εμένα

Ή  τώρα που με παίρνει ακόμα

Η εποχή όπου τα φιλιά αποκτούν όραμα

 

 

Κι Έπειτα από ένα ξαφνικό γλύψιμο στη ψωλή από μία δημητριάδα,

Ανθεκτικός με τη καύλα συγκεντρωμένη στο σκοτάδι της Νύχτας

στη θέση μου γυμνός Παραμένω στη σκέψη

 

 

 

 

 

 

Με το Καλό μένος εισέρχομαι λοιπόν  νύχτα ένατη καλοκαιρινή, μητέρα Καβειρώ που σου μιλώ και σε ζητάω

Παρά την κόπωση σε έναν κεντρικό εξώστη όπως αρχίζω τον καθαρμό και το πρόσωπό μου με κάρβουνο χαράσσοντας λόγια και άμοιρον

Και συνειναι

Ή μάλλον επί της κλίνης μου οσφραίνομαι τη δόξα από μεθιστήσιν πάλη

Και συντελώ με τη σπονδή μου επόπτης του εαυτού και όρκος μου το αίμα μου που μάνα σου λέω με τα νερά της Στυγός το ταυτίζω

κεκαθαρμένος και αγνοήσας .

 

Να που Με οδηγούν λοιπόν με τα μάτια καλυμμένα στην ελικοειδή σκάλα

Και πάω κάτω κάτω κάτω

προχωρημένη σαν νύχτα που δίπλωσε στον εαυτό της  από ζοφό

Και μου παίρνουν τα χέρια που τα προσφέρω με χαμόγελο σαν να χάριζα σε κάποιον που δεν θα προσδιορίσω ποτέ

Ένα θαυμάσιο μήλο

 

Κι έτσι με δένουνε τώρα μαζί με το νεκρό

Με Τον πεθαμένο με το κουφάρι, ω μ’αυτή τη χαλασμένη αιώνια  λυπημένη πέτσα

 

Κι εκεί στα σκοτάδια που μ’ αφήνουν στην αηδιαστική πνικτή φρικτή οσμή

Του πτώματος που πλημμυρίζει τα ρουθούνια

Και εμποδίζει να ανασάνει η ψυχή

 

Εκεί όπου κάθομαι παράλυτος σε κλονισμένο ύπνο και κάθε Χρόνος, μου στάζει ατέλειωτο βάσανο από χώμα που τρέμει

Τη φωνή και την κραυγή του τρόμου πνίγω

Και προσπαθώ να μάθω και να κατανοήσω

στον εαυτό μου που διαλύεται

 

ότι ακόμα κι εδώ

ο έρωτας νίκησε

 

 

…κι από το βάσανό μου ένα τρελό ξενύχτι αναπήδησε

 Σκέψη αποσπάστηκε και ζει μόνο την ομορφιά

μαγνητική: ο εφιάλτης του κλειστοφοβικού

VaVou

όταν τη κοιτάζει

τον πάει σε πολύ περίεργα μονοπάτια

νιώθει μαζί της δεσμευμένος

μια περιπέτεια π’ αρχίζει με την εξιστόρηση

μια ανάγκη να προσδιορισθούν οι λεπτομέρειες που του διαφεύγουν,

όταν κοιτάζει τη φωτογραφίας της

θέλει να βρει ένα μολύβι που να φτιάχνει γραμμές ανάμεσα στη πραγματικότητα του καρτούν και της γυναίκας

του λέει πως το καρτούν θα έχει πιο πολύ πραγματικότητα από τη γυναίκα

κι η αλήθεια είναι πως αυτό ισχύει

μόνο για έναν αναγνώστη που κοιτάζει το περιεχόμενο

μέσα απ’ το περίγραμμα της σιωπής του

νεκρές στιγμές

VaVou

για τον Γ. Χρονά

χάνεις το χρόνο σου φίλε

άδικα έρχεσαι στη Ρόδο

δεν θα σε συναντούσα ποτέ μέσα σε ένα θάλαμο αερίων

τι παγκόσμια μέρα ποίησης και κουραφέξαλα

την ποίηση τη ζεις κρατώντας το μολύβι στο χέρι

ότι κι αν σημαίνει μολύβι

νομίζω θα συμφωνήσεις

ξέρω ότι θα συμφωνήσεις

αλλά ακόμα και τότε

εκεί να σε συναντούσα

ποτέ δεν θα σου μιλούσα για ποίηση εκεί μέσα

προτιμότερο μια τυχαία συνάντηση σ’ ένα bar

σ’ ένα νεκροταφείο έστω

ή μια επετεία στο δρόμο από απλό χόμπι

“γεια”

“γεια”

“έχεις 50 λεπτά?”

“έχεις ένα ποιήμα?”

facebooking

VaVou
Το ζήτημα τελικά ήταν η κυρτότητα κύριοι. Όντως
 
να γιατί πρέπει να μάθω να ισορροπώ-ότι κιαν σημαίνει σε χρόνο η λέξη αυτή-
ανάμεσα σε μεγέθη όπως η τύχη,η ρίζα η μνήμη και η κρίση
 
ή μια πιο προσδιορίσιμη έκφραση του γυμνού στη μνήμη
 
ΩΩΩ! ένα Νιrvana!!
 
Ή μια ακόμη γέννηση μιας άλλης μορφής του Διονύσου
 
Να γιατί ίσως ο Χριστός να μπορει να είναι (ο,ένας) δέκατος τρίτος θεός
 
αν θα λατρέψεις άλλο αίνιγμα
ξέρω πως στον Οιδιποδα τον πραγματικό αίνιγμα ζητιέται
 
δεν ζητώ ένα απλό ευεργέτημα
 
το μόνο που συγχωρώ στο χριστιανισμό,και αυτό στο δικό μου λεξικό ειναι το ρήμα κατανοώ σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια,είναι η επίγνωσή του ό,τι θα χάσει από έρωτα
τότε να πρέπει να προσθέσουμε στην αλγεβρικότητα του Reaumbue μια Θρυίδα…
αν έπρεπε με μια φράση να σας εξηγήσω την αίσθηση, αυτό θα ήταν μία ούτος ή άλλος έκ-σταση, έτσι δεν είναι? ;)
Κατοπτρικός Μετάθέτης

αν έπρεπε με μια φράση να σας εξηγήσω την αίσθηση, αυτό θα ήταν μία ούτος ή άλλος έκ-σταση, έτσι δεν είναι? ;)

τότε να πρέπει να προσθέσουμε στην αλγεβρικότητα του Reaumbue μια Θρυίδα…
δεν ζητώ ένα απλό ευεργέτημα

 

 

 

 

ξέρω πως στον Οιδιποδα τον πραγματικό αίνιγμα ζητιέται

αν θα λατρέψεις άλλο αίνιγμα
Να γιατί ίσως ο Χριστός να μπορει να είναι (ο,ένας) δέκατος τρίτος θεός
Ή μια ακόμη γέννηση μιας άλλης μορφής του Διονύσου

ΩΩΩ! ένα Νιrvana!!

 

 

 

ή μια πιο προσδιορίσιμη έκφραση του γυμνού στη μνήμη
να γιατί πρέπει να μάθω να ισορροπώ-ότι κιαν σημαίνει σε χρόνο η λέξη αυτή-
ανάμεσα σε μεγέθη όπως η τύχη,η ρίζα η μνήμη και η κρίση
Το ζήτημα τελικά ήταν η κυρτότητα κύριοι. Όντως
——————
εκτός ποιήματος εν τω ποιήμα

Όμως είτε έτσι είτε αλλιώς

θα προτιμήσω τη version του Σωκράτη

προτιμότερο ένα δημοκρατικό σφάλμα

από μια ρωμαιοεβραϊκή παράκρουση

 αφού είτε έτσι είτε αλλιώς

όλοι τους απέδειξαν πως

πας μη Έλλην βάρβαρος σημαίνει

ο απών την  Ελληνική παιδεία.

Το αστείο είναι πως

ξέρω πολύ κόσμο, Έλληνες κατά τους τύπους

που μόνο Έλληνες δεν είναι

κι ας ομιλούν την ελληνική

Η πρόζα της θάλασσας-Ουρλιαχτό

VaVou ή Γεώργιος Καλέργης ή Μπαμπουράνης

ή των Πολλών Θεών ή Κανενός

(κορυμβικός φόρος τιμής στον Allen Ginsberg και την Λιλή Ζωγράφου για την θυμάσια δουλειά της Αντιγνώση-τα δεκανίκια του καπιταλισμού )

Ο αληθής Ποιητής πρέπει να ομοιάζη τη δρυν, ήτις όσον υψηλότερα αίρει την κεφαλήν της προς τον ουρανόν, τόσο βαθύτερα βυθίζει τη ρίζα εις την γην. Εμμανουήλ Ροϊδης “Έργα”, τ. Ζ’

Ακούμπησα σε πράξεις που ονομάζονται ιδέες όπως κανείς δημιουργεί δρόμους με το σπαθί του μέσα σε μια πυκνή κατάφυτη έκταση από ακάθαρτο ρεαλισμό.

Ακούμπησα σε πράξεις που ονομάζονται ιδέες όπως κανείς δημιουργεί δρόμους με το σπαθί του μέσα σε μια πυκνή κατάφυτη έκταση από έλεος.

Ακούμπησα σε πράξεις που ονομάζονται ιδέες όπως κανείς δημιουργεί δρόμους με το σπαθί του μέσα σε μια πυκνή κατάφυτη έκταση από χαρούμενες εσωτερικές φωνές.

Το σπίτι μου είναι οι εποχές των χρόνων και το σώμα μου σας κάθεται. Ορίζω μέσα από την πολύχρωμη παρουσία της πρόζας τον προφήτη. Πάυση

Μέσα σε μια σπασμωδική αφήγηση αφήνω το κορμί να γυμνάζεται μέσα στις λέξεις κι είναι το ίδιο

μέσα σ’ ένα σπασμωδικό κορμί αφήνω τις λέξεις να γυμνάζονται σε μια αφήγηση κι είναι το ίδιο

Το jungle swing κύριοι άρχισε

τραγουδώ το σπίτι μου κύριοι, μπορείτε να το διανοηθείτε? Τραγουδώ για σας.

Εγώ δεν ήμουν Ποιητής, ποτέ δεν ήμουν. Τα μικρά ραβασάκια που κάθε παιδί γράφει στο τρίτο θρανίο δεν είναι ένδειξη. Δεν είναι τίποτα.

Όλα αρχίζουν με μια ακραία αισθητική που σου την πνίγουν.

Λίγο αργότερα βρίσκεσαι ασκεπής κυνηγημένος μ’ ένα κορίτσι που σε λατρεύει μέσα σε ένα ερείπιο να κοιμάστε αγκαλιά. Είστε μόλις 15 χρονών και δεν έχετε κανέναν παρά μονάχα εσάς. Είστε Ινδιάνοι από μια φυλή χωρίς όνομα, αγρίμια που κατασπάραξαν οι λευκοί χριστιανοί. Κι είστε αστοί.

Σας παίρνουν και σας κλείνουν σε μια κοινότητα και το κορίτσι πεθαίνει στο πίσω κάθισμα ενός ταξί.

Πεισμώνεις και κλειδώνεσαι μες τις σελίδες των βιβλίων

δένεσαι στο κατάρτι για να μην ακούς τη θεά του οπίου και συλλαμβάνεις το νου της μουσικής-

στην υπεκφυγή της απάρνησης

γονατίζεις στο ύψος του σταχυού για να απολαύσεις μια πρώτη ηλιόλουστη ανοιξιάτικη μέρα- σχηματοποιείς τον αέρα

αφήνεις τη σκέψη σου θρυμματισμένη και τα ρινίσματα της μαγνητίζονται

-από που έρχεται αυτή η φωνή?

τα πρόσωπα στον καθρέφτη δεν είναι δικά μου

κι αυτή η καταβύθιση δεν είναι η έρημός σου

ξυπνάς μόνο όταν ένα 15 χρονο παιδί αστών

δολοφονείται από το χριστιανικό τους κράτος.

τα σαρκώματα θυμίζουν κομμένο άλογο από φιλί που το σκασε

τα πάντα εκεί σαν κίνηση από στόματα που εγκαταλείπονται σε βελούδινα δόντια

κινήσεις κιγκλιδωμάτων που βάζουν λέξεις στο στόμα σου.

Ουρλιάζω λοιπόν προς μια κυβέρνηση κι ένα χριστιανικό κόμμα φασιστών που φορά το μανδύα της ελληνικότητας

που πήραν το καθαρό πρόσωπο των αυθεντικών μου προγόνων και το ποινικοποίησαν φυλακίζοντας την ελευθερία

αλλά δεν ενοχλεί που η Ελλάδα φοράει ακόμα την κουκούλα του χριστιανισμού

ενοχλεί που την κουκούλα φορούν οι εξεγερμένοι

ενοχλείστε κύριοι

διαρκώς ενοχλείστε

αλλά δεν ενοχλείστε που κάθε μέρα που περνά

χάνετε το ραντεβού με την Ιστορία της πατρίδας σας

και μέσα μέσα σε μια νοθεία από πλατωνικές τρομοκρατίες και κατεστραμμένες γιορτές

ο Ποιητής που μένει πίσω

ουρλιάζει για μια πάντα αστραφτερή ευγένεια π’ όλο και περισσότερο

φαίνεται μέσα στο κάθετί

φαίνεται λιγότερο

αλλά μάλλον αυτή τη καθαρότητα σ’ ένα στιγμιότυπο παιδιού

στενόμακρη από μια αμφιβολία αιώνων σαν ξαφνική ζωή

από το κρεμασμένο έκθεμα ενός μουσείου ξεκρεμιέται

σ’ ένα υλικό οικοδόμησης των ναών μας ξανά.

Η πότρια θεά άφθονη μέσα στην αυγή από ένα αινιγματικό αίμα, μας διατηρεί με κάποιο τρόπο ακόμα αξιόλογους

κι απ’ το κατώφλι του πρώτου της ανακτόρου μ΄ένα σκαλισμένο χαμόγελο επάνω στο μήλο μας ψιθυρίζει πως, όταν το μήλο έπεσε πάνω στο κεφάλι του Νεύτωνα

οι αρχαίοι μύθοι αναστήθηκαν γυμνότεροι των παραμυθιών

στην αφαιρετικότητα ενός προθέματος

με τη σωστή γενναιόδωρη πληροφορία

απ’ τους θεούς στους ανθρώπους

την εικονογραφημένη περίεργη μορφή μιας ερωτικής δικαιοσύνης

διατηρώντας στο προνόμιο της υψηλής αγωγής

την προσφορά στην καλλιέργεια

και την άρση των χριστιανικών αιτημάτων

ότι η σοφία συμβαδίζει με την ενοχή

πόλος της οποίας είναι η αρετή.

Έτσι, σε τούτους τους ριζικά ανιστόρητους καιρούς

όπως εσύ αφήνεις στα σκαλοπάτια των ξεριζωμένων σου ναών ένα κλαδί ελιάς

μια πενθούσα Θρυίδα κει κάπου έξω

σε μια φωτογραφία αφήνει πάνω στα πλήκτρα ενός πιάνου ένα κόκκινο ρόδο

τέταρτος αυτοσχεδιασμός

VaVou

Μοιρασμένος ανάμεσα σ’ ουρανό και γη

ανάμεσα στη ψυχή και το σώμα

ακούω τους θεούς που μουρμουρίζουν

λέξεις π’ ακόμα το κορμί δεν έμαθε να σου μιλήσει

πρόζα σε Manhattan Fable

VaVou

ΠΕΛΑΤΗΣ :”σας προτιμούσα πονηρό παρά φιλικό. Η φιλία ειναι πιο παραδόπιστη από την προδοσία. Εάν αυτό που είχα ανάγκη ήταν αίσθημα, θα σας το είχα πει, θα σας είχα ρωτήσει τη τιμή του και θα σας το είχα ξοφλήσει”, Bernard Marie Koltes, στη μοναξιά των κάμπων με βαμβάκι

 

α) βολιδοσκόπηση ενός Rookie

ξέρω μερικούς ανθρώπους που ψάχνονται λίγο παραπάνω από τους άλλους

κάνουν μια καλή βόλτα τριγύρω και τη ψάχνουν  τη δουλειά

χωρίς να φοβούνται μη χάσουν  καμιά ίντσα εαυτού

ή

καμιά ξώφαλτση φήμη

τα πράγματα τα λένε με τ’ όνομά τους

ακόμα κι όταν το παίζουν σενάριο

 εξάλλου

τι πραγματικά έχει να χάσει κανείς

κάποιος κλέβει από το διπλανό τραπέζι μια τσάντα και σας τραβολογάνε όλους στους μπάτσους

κι ακόμα και να το χες κάνει εσύ

αυτοί που πραγματικά νοιάζονται

που τους καίγεται καρφί

που σε γουστάρουν στα αλήθεια

σα μια δίκαια πρόκα ένα πράγμα

στο τέλος μένουν δίπλα

όσο κι αν κάποιο είδος ιεραρχίας τους επιτάσσει για το αντίθετο

αλλά δε πειράζει

στο τέλος πάντα γυρνάς σπίτι

τη λάθος ώρα σε λάθος ψυγείο

θα ταίριαζε πολύ μια παγωμένη μπύρα με το προφίλ τώρα

 και το ραδιόφωνο να παίζει Don Morrow

αλλά δε βαριέσαι

κι αυτό το κυλοτάκι που βγάζεις χωμένο στις τρύπες του καναπέ

καλό είναι

 

β) βολιδοσκόπηση ενός κλόουν

ξέρω πολλούς ανθρώπους που δεν τους αρέσει η σχετικότητα

η μουσική για αυτούς παίζει μόνο σιγόντο

και το ποτήρι τους είναι πάντα μισοάδειο

άν δεν τους δώσεις σημασία όλο κλαίγονται

κι αν τους τη δώσεις όλη

κάνουν σαν γυναικούλες που πήραν ένα κιλό παραπάνω

σ’ αυτούς τους τύπους αρέσει πάντα ένα

και δυστυχούν πολύ όταν καμιά φορά κάποιος τους αγνοεί χωρίς λόγο με δύο

τους αρέσει πάντα να βρίσκονται στο κέντρο του κύκλου

και δε γουστάρουν μία τη περιφέρεια, σα να νιώθουν ασήμαντοι

λες και δεν υπάρχουν

παράλογα μπαλόνια φουσκωμένα από τίποτα

και πάντα στο κέντρο

να πότε με κάτι τέτοιους  εγώ πατσίζω

σε λίγο η αυλαία στο τσίρκο ανοίγει

και βγαίνω στο κέντρο

 

γ) βολιδοσκόπηση ενός πειράματος

 

ξέρω ένα βοσκό που έκανε μια μέρα το εξής πείραμα

πήρε ένα πρόβατο στο μαντρί του

και του φόρεσε μια μάσκα χάρου

απ’ αυτές που βάζει κανείς στα καρναβάλια ή στις ληστείες

έτσι

 όταν εκείνο πήγαινε να πλησιάσει τα υπόλοιπα

όλα μαζί συνωστίζονταν σ’ ένα μπούγιο τρόμου και τρέχαν μακρυά του

Αναρρωτιέμαι, αν το ίδιο συμπέρασμα ισχύει με το ποίμνιο της εκκλησίας

ή με κάποιους κυρίους που παριστάνουν τους αστυνομικούς 

αναρρωτιέμαι αν φοράω τη μάσκα σημαίνει είμαι

 

δ) βολιδοσκόπηση μερικών ηλιθίων

 

ξέρω μερικούς ανθρώπους 

που τα βράδια που δεν αισθάνονται καλά

ντύνονται ζορό

μ’ ένα καλάσνικοφ ή μια μολότωφ ή μια χειροβομβίδα στο χέρι

πάνε σε άλλους κυρίους

που διαφωνούν μαζί τους

και προσπαθούν να επικοινωνήσουν

 

ε) βολιδοσκόπηση αντιστροφών

ξέρω μερικούς ανθρώπους που δεν τη παλεύουν καθόλου

αλλά που πολύ θα ήθελα

να μπορώ να πω μαζί τους μια δυο κουβέντες από κοντά

πίνοντας ένα Lagavulin 20άρι

ακούγοντας Nelson Riddle

γελώντας

μιλώντας

μορφάζοντας

το φως θα πέφτει καφέ

η μουσική θα καταρρέει στο σώμα

κι ώρα θα περνάει χωρίς τικ τακ

χωρίς τυμπανοκρουσίες

θα ‘μαστε φίλοι  που παριστάνουν τους αγαπημένους

έτσι

για καμιά ωρίτσα ή δύο

δε τρέχει τίποτα

ωστόσο

ακόμα κι αν δεν συμβαίνει έτσι

όπως σε κάθε κρίση

τα πράγματα απογυμνώνονται κάπως πιο γρήγορα απ’ το συνηθισμένο

το ξέρω

αυτό που μέχρι τώρα φάνταζε ανίκητο συνθλίβεται

η wall street δανείζεται από τη main street

τα μαλλιά του μεσσία Ομπάμα γκριζάρουν μέσα στο πρώτο μήνα προεδρίας

και μια εβραία στο facebook σου μιλάει για τη μία ψυχή και την αθανασία της

τι μου λες μανδάμ?

εγώ είμαι ειδωλολάτρης

τιμώ σε ξύλα και πέτρες για να μπορώ να κάνω τέχνη

ότι ακριβώς γίνεται όταν στα χέρια του εραστή σου

μια νέα πόζα της Αφροδίτης παίρνει μορφή στον αναστεναγμό

αλλά τι σε νοιάζει

τι της λες

στην Αλαμπάμα και στην Στουτγκάρδη

 κάποιοι τύποι που πραγματικά δε τη παλεύουν

κάνουν διαγωνισμό στο μακέλεμα

αρπάζουν ότι βρουν κι αρχίζουν το ξεκλήρισμα

11 0 ένας

17 ο άλλος

πρόσθεσε και δυο αυτοκτονίες

 κι έχεις μια μικρή γεύση απ’ το χριστιανικό όραμα του κόσμου 

αλλά κει κάτω στην ιερή Ιερουσαλήμ

δεν τους κάνει εντύπωση

ο φόνος είναι κάτι συνηθισμένο

ειδικά τώρα

που το Βατικανό ανησυχεί για τις διαπροσωπικές σχέσεις

νηστεία απ΄τα sms σου λέει-μα γιατί?

βάλε εκεί μια υπηρεσία εξομολογητικών μηνυμάτων 

“αμάρτησα πάτερ, υπάρχω”

“συγχωρεμένος τέκνο μου, 5 λιτανείες κι 6 πάτερ ημων”

3 ευρώ θα χρεωθούν στο λογαριασμό σας

κι άμα δε πιάσει αυτό

έχεις και την Σουζάν Άντελ Γκρίφιντ

την 60άρα βαρόνη απ’ την Αγγλία  μ’ ειδίκευση στη φυσιολογία του εγκεφάλου π’ ανησυχεί για τη νηπιοποίηση του μυαλού από τη συνεχή χρήση των κοινωνικών δικτύων

ν’ ανοίξουμε λέει “παράθυρο”

να βγούμε έξω

να συναντήσουμε ένα κόσμο όπου το ωραίο δεν μπορείς απλώς να το δεις

αλλά και να το αισθανθείς

με προβλημάτισε η βαρόνη

σχεδόν με κάνει ν’ αναρρωτιέμαι πόσες  χυλόπιτες έφαγε δείχνωντας την ηλίθια φάτσα της στο facebook

ίσως για αυτό τα λέει αυτά

μα δεν την παρεξηγώ

κι εγώ αν ήμουν 60 με βυζιά

σε κάθε ριγέ σακάκι που θα φόραγα θα ήλπιζα σε κάτι καλύτερο

από μια ξενέρωτη παρέα βουλής λόρδων

με κατεργασίες και ικεσίες δε μπορεί

όλο και κάποιος εξεγερμένος ανήρ θα βρεθεί

να κάνει τη βρωμοδουλειά

 

ζ) βολιδοσκόπηση έκρηξης

 

προχθές

ένας 20χρονος στρατιώτης  έκανε σκοπιά

η κοπελιά του του έστειλε μήνυμα

του είπε θέλει να χωρίσουν

ότι δεν αντέχει την απόσταση

δεν την ενδιαφέρει

θέλει να σκεφτεί μόνο τον εαυτό της,

 έρχεται καλοκαίρι και θέλει να βρει κάποιον

κάποιον άλλον 

για να μη κοιμάται τα βράδια μόνη

κάποιον για να περνάει καλά.

Εντάξει.

Κατά τις 12 το βράδυ εκείνος

τελείωσε την υπηρεσία

παρέδωσε αλεξίθραυστο και τελαμώνες στον επόμενο

 κι επέστρεψε στο θάλαμο του

φύλαξε το G3 στον οπλοβαστό και κλείδωσε

δεν είπε σε κανέναν λέξη

απλά βγήκε για λίγο έξω να κάνει ένα τσιγάρο

κι απλά εξαφανίστηκε.

Για 2 ώρες όλοι τον έψαχναν

και τι ευτυχία

στο παλιό φυλάκιο τον βρήκαν

να αιωρείται

απ’ τη ζώνη του κρεμασμένος .

Ούτε εκείνον τον ενδιέφερε.

 

η) βολιδοσκόπηση περίεργων φίλων

το σώμα μου είναι μια εγκατάλειψη

η καρδιά του γευματίζει δίπλα από ένα τοίχο με εσωχές

η ψυχή του κρέμεται στο αιματηρό της τανγκό

δεν είναι μια φάρσα

ούτε μια πρόσκληση για ένα χορό ακόμη

εδώ η ανάσα υψώνεται στον πιο αγαπημένο γκρεμό

με κλειστά παράθυρα

και μ’ ένα γέλιο στην αθλιότητα

στην επικίνδυνή της συνείδηση

χαμογελά σ’ έναν μοντέρνο έρωτα

την ελευθερία

 

θ) βολιδοσκόπηση από ένα χαμόγελο

 

όχι τόσο για μια μεταφυσική οντολογία

αλλά που τώρα σε συναντώ

η ζωή

μου φαίνεται πολύ μικρή

για να σε χάσω

ι) βολιδοσκόπηση σε επιδιόρθωση

Υπάρχουν ορισμένα είδη ανθρώπων που

θα έκαναν τα πάντα για να σε υποτάξουν

να σε φέρουν εκεί που θέλουν

κι εντάξει

ας εξαιρέσουμε εκείνους  που φέρουν τη δόξα

δηλαδή γνώμη

ας εξαιρέσουμε κι εκείνους που ζηλεύουν και δεν το αντέχουν

ας εξαιρέσουμε ακόμα κι εκείνους

που θέλουν να σου δείξουν κάτι διαφορετικό από τα συνηθισμένα

ας επικεντρωθούμε μόνο σε εκείνους που τη βρίσκουν

με το να επιβάλλουν εκτός κονίστρας

με χτυπήματα κάτω από τη ζώνη

τον γλοιώδη εαυτό τους σε σένα

εγώ προσωπικά

δε μπορώ να τους καταλάβω

γιατί?

μήπως δεν τους αρέσει ο εαυτός τους?

κάτσε ρε φίλος, να το συζητήσουμε λίγο το πράγμα

δε σ’ αρέσει ο ήλιος

τα συννεφάκια

τα πουλάκια που τιτιβίζουν

το βραδάκυ που ‘ρχεται νωχελικό γεμάτο υποσχέσεις

κόσμος από δω κόσμος από κει

αγόρια και κορίτσια

καπέλα και όμορφα ντυσίματα

take it easy και μη τα παίρνεις

χαλάρωσε

κάτσε αναπαυτικά

θυμίσου τ’ ανάκλιντρο

πιάσε ένα ποτήρι κρασί από καλό γένος

βάλε λίγο μουσική

χαμήλωσε τα φώτα

βρες έναν καλό συνομιλητή

νιώσε τους θεούς που μουρμουρίζουν 

και παίξε μαζί τους

τρίτος αυτοσχεδιασμός

VaVou

Στον όθνειο ουρανό  που κοιτάς

ζείδωρε παραλή στοχαστικέ

γλυκιέ Απόλλωνα φίλε θεέ

στη ματιά σου προσφεύγω

 ζεστό καταφύγιο από ήχο νερού

 κι από ευθύ ρόδινο ήλιο

μια Ερωφύλη

κωνικότητα

VaVou

Βλέπεις εκείνον το λαμπερό πιανίστα?

κείνον που κάθεται πίσω από τ’ ασπρόμαυρο ειδήναι με τα μάτια κλειστά

και τρέμει στα δάχτυλα τη ψυχή του?

κλείνω και γω τα μάτια και τρέμω

μέσα του

δεύτερος αυτοσχεδιασμός

VaVou

“l’amour le premier enseignait              

l’amour s’etendra comme j’aime”

Ralentir Travaux, Editions surrealistes Nimes, 20/4/30′

εντύπωση αναφερόμενος εντύπωση την εδρεύουσα Νύχτα

παρόμοια με σχολικό σκασιαρχείο όπου κανείς δε δίνει σημασία στον μάντη

με μια σκιά Νωνύμνων κι έρχεσαι από μια πομπή Θρυίδων

ξαφνικό πέρας από σμήνη ιδιότροπων φαινομένων

κι είναι όπως ακριβώς το θέλεις.

Ήχοι

Πλημμυρισμένων στην έξαψη

Πλήθη

μέσα στον κύκλο της ρυθμικής  λησμονιάς

μ’ ένα φτερό από σεκόια κι ένα χαμόγελο που δεν σε δεσμεύει

και στην επόμενη γωνία μας περιμένει μια έκπληξη

το σώμα χορεύει στα δηλητήρια των αντιλήψεων

και τ’ άλογο σε  μια τέχνη του αυλητή

για μια καινούρια λέξη χωρίς μαρασμό

ένα τρόπαιο υπέροχου εθίμου ριζωμένο στην ομορφιά

ώμοι που πέφτουν στη χάρη του νεύρου

και μια αναμονή στα αγκάλιασμα ενός φίλου

Μύθοι σε μια μουσική φτιαγμένη από αντίχειρες

μέσα από τους καπνούς μέσα από τη λιτανεία  των μυήσεων…

εξόριστα θραύσματα Θεών κι αδερφοί ελαφιών

καταζητούμενοι ως τόλμησαν να υψώσουν στο κορμί

την ίδια φωνή με εκείνη του χαδιού ή της λεπίδας

Παλαιότερες καταχωρίσεις »