3,14Νεύσις

Έρωτας + Τέχνη

Αρχείο για Νοεμβρίου, 2009

η πάλη των μυγών

VaVou

Oι μύγες

ακολουθούν σταθερό ημερήσιο πρόγραμμα,

ξυπνούν το πρωί,

πλένονται, ντύνονται, στολίζονται

κάνουν με επιμέλεια τις δουλειές

σφουγγάρισμα, ψώνια, μαγείρεμα και τα λοιπά,

παίρνουν μεσημεριανό υπνάκο και κατά το βραδάκι

ψόφιες στην κούραση,

του δίνουν και καταλαβαίνει μ’ όνειρα γλυκά

Μέχρι το πρωί κάποιες εξ αυτών δε,

μπορεί και να ροχαλίζουν,

αλλά αυτό δεν είναι ακόμα

επιστημονικώς τεκμηριωμένο

Άρχοντα επί των Μυγών ωστόσο

 ενδελεχείς παρατηρήσεις έδειξαν τα αρσενικά

αφού τα θηλυκά

με το που παντρεύονται και νοικοκυρεύονται

κάτι παθαίνουν στα ξαφνικά,

κι από κει που τεμπέλιαζαν τα μεσημέρια

δεν λένε να βάλουν κώλο κάτω.

Πάνε κι οι σιέστες,

πάνε κι όλα τα καλά.

Τώρα τι μένει παρά μονάχα της θλίψης η άσκοπος

δουλειά για τη δουλειά.

Έτσι αυτού παίρνουν κάμπους και βουνά

για να ψωνίσουν τα καλύτερα φρούτα και λαχανικά,

λιώνουν παπούτσια στο να ψάχνουν το καλύτερο κρεβατάκι

για τα μωρά

 που θα γεννήσουν ή που γέννησαν

 και η ζωή τους γενικά

τσουλάει ντελίριο από εργασία και χαρά

υπερ-δραστηριότητα κι υπερδιέγερση στα νευρικά

υπό τη στέγη μέρα τη μέρα αθόρυβως αιθάλη

της χωρίς γιορτή τη συμφορά.

Οι αρσενικές μύγες με το που παντρεύονται όμως,

άκου να δεις τι σκαρφίζονται τα πονηρά τούτα σερνικά,

εκκρίνουν ένα πεπτίδιο

με το οποίο επικαλύπτουν γύρω γύρω το σπέρμα τους- και παύση μ’ ακατάλληλα για ανήλικα όντα σκηνικά

Γιατί μαθές τα νιόπαντρα τώρα θηλυκά,

λυσσασμένα ως είναι δια περαντζάδα στα αχαμνά,

μαζί με το σπέρμα τρώνε στη μούρη και το ειδικό αυτό πεπτίδιο,

το οποίο σαν κάποια άλλα άνθη του λωτού, κι ας λέν πως όλα καλά

-νομίζετε αγαπητά μου θηλυκά, πως τούτη ην πρόστυχος χημεία από ληστρικά μνημικά

τα κάνει να ξεχνούν τις πρότερες

άπλες και ξάπλες, κι έτσι στα ξαφνικά,

κι όπως τα αναγκάζει, υπνωτισμένα

στις διαταγές του πεπτιδίου τα καημένα τα θηλυκά,

να παίρνουν τους δρόμους

για να φροντίσουν τα αρσενικά

και τα μελλοντικά μωρά,

κι έτσι τώρα στα δηπενθή τους γιορτινά

τα οποία θα μπορούν

χάρη σ’ αυτά

να συνεχίζουν απρόσκοπτα

τον θεσπέσιο ύπνο τους

μπορούν

αμέριμνα κι αέρινα

τα αρσενικά

ήσυχα να φιλοσοφούν στα της ζωής

τα αμνοερίφια που βόσκουν στα λάγνα θυμικά

 

αντίστροφα 3

VaVou

Την οδό ωρά εχθές όπως το έζησε- αίσθημα γνώριμο χωρίς αιτία που δεικνύει το κάλεσμα, ένιωσε κι εκεί βρέθηκε εκεί πήγε εκεί λάτρεψε εκεί υψώθηκε εκεί μάτωσε,  προς την υδραυλική κλεψύδρα και προς τον βωμό των θεών που έφραξε τ0 τοίχος της αμαξοστοιχίας.

Πέρασε μέσα από το πολύχρωμο ψηφιδωτό του πλήθους μιαν Κυριακή μεσημέρι και βγήκε από το Μοναστηράκι στην στοά του Αττάλου, και μπήκε μέσα στη χαρά κι εκεί μέσα στον πρωτόγνωρο περίβολο άρχισε να περιπλανιέται άσκοπο σεργιάνι γλυκήτητας των δέντρων- κυπάρισσος η αειθαλής και μικρά χωμάτινα δρομάκια με ξύλινες γεφυρούλες αντί θρήνων, κι εκεί μέσα στην περιφορά της πομπής των Παναθηναίων, από το δίπυλο στο βράχο κι από αυτήν την απαγορευμένη γιορτή πολιτισμού, κόσμο μεγάλων μισόκλειστων ματιών, σε ένα τραγούδι άκουσε τον αυλό και στον ακατέργαστο ήχο λόγο έναρθρο.

Σερνάμενος άνθρωπος την θρηνωδώ, πως το μπορώ να νιώσω συμπάθεια για τον Ερούλο, τον Γότθο, τον Χριστό, το Βυζάντιο, τον Πέρση, τον Μωαμεθ, τον Ενετό, την μπασμένη σαν  σφραγίδα λάβαρο στον τόπο της αγοράς  εκκλησία των Αποστόλων από μάρμαρο πεντελικό,τον Έλγιν και τον όποιο τώρα κι όποτε από τούδε και στο εξής αγνώμονα κι αδιάφορο έντιμο δήθεν πολίτη που καμώνεται πατρίδα κι ότι άλλο από τυφλό συνήθειο , πως το μπορώ να νιώσω για το ελλιπές των θεών, μονάχα ένα δάκρυ για λόγο ποιο,για  έναν θεό φιλάργυρο ζηλιάρη  κι ακάματο υποτακτικό μοναχικό,

και για εκείνον τον αναίσχυντο ιστορικό που ορίζει την παρακμή του κόσμου που ονομάζει αρχαίο και πάει πέρασε και πως γελώ

και πού είναι πάλι η πτώση των χρόνων σε δεύτερο πρόσωπο τη σκοτεινή γωνιά του κόσμου όπως αναφομοίωτος εκπλήσσομαι στο δέος

κι ελάτε δω κοντά μου ω θεοί αλλά και σεις κοντά μου εδώ ω δαίμονες

γιατί το προσωπείο μου πετώ και την οργή και τον θυμό, εσώτερα που τρώω και φυλάω και σπαργανώνω μέσα μου,

μέσα μου που γέμισα με σπασμούς αλήθειας κι αρχίζει ο περίπατος ανάμεσα στις φράσεις των λύκων τα ουρλιαχτά τους στις σελήνες,

κι ό,τι που είχα ξεπεράσει από την εποχή των Τιτάνων κι αυτό εξέφραζα στις μάχες των γυμνών θεών ενάντια στην εποχή τους  κι όπου εκεί το σκαλίζαμε επάνω στα σηκό, τις μεταβάσεις και το άχθος από τον άνθρωπο τον αμούστακο άνθρωπο της σπηλιάς στον γυμνό άνθρωπο της σκέψης

κι ανάμεσα στη σύζευξη των ερώτων και της ανεμελειάς

που κρατημένα όλα κεκαθαρμένα στη θέσμιση, όπως η σκέψη του ανθρώπου πάνω στην πέτρα έσταξε τη μορφή

την σκέψη πετροβόλησαν χέρια κι ακόμα σήμερα έτσι το κάνουν-

Κι αναρωτήθηκε αν στο μέλλον μπορεί να γίνει κάτι που να κρατάει τον τον γαιόηχο θόρυβο μακρυά, την ανήκουστη συναλλαγή των αιώνων κατά τα βάθη της λιγοθυμιάς

μέσα στα αίματα νεροσυρμές κλαίγουσες και να πιω ολάκερη την ερωτική νύχτα να πάψω να πονώ

και στις παλάμες στο λουτρό εσώκλειστος να γινώ της φούχτας το νερό να ξεδιψάσω

και τις παλάμες τις φαιές ρηχές ανώφελες καλανένιες παραινέσεις

με χέουσες θαυμάσιες καταστάσεις από γύμνιες, λουλούδια γλάστρες βρυσομάνες θεές κι άκοπες των αιώνων άσβηστες ζυμώσεις να ξανάρθουν.

αντίστροφα 2

VaVou

μακρυά από ένα έμπιστο φως  και το θολό της λίκνισμα στον χορό όπως γιατρεύουν με μια λέξη τις διαπιστώσεις φωνή μέσα στο όνομα και ουρανός μέσα σε ένα ποτήρι ρυάκι

δώρα εκεί που σβήνει η μαρμαρυγή του σεληνοφωτος και να ‘σαι όπως επάνω σε μια σταγόνα ονειρεύτηκες

ανοίγοντας πορφυρογέννητα κεντήματα με ένα τυχερό τριφύλλι αίνιγμα

πάρε μια γύρη για τον θρίαμβο και μια βάρκα για την στεριά

η θεά του χιπ δεν πέθανε μωρό μου

ο θεός του ροκ δεν πέθανε μεγάλε, δεν πέθανε ούτε όταν η jazz ονομαζόταν jass

για αυτό σου λέω τζάσε μεγάλε

πάρε μια γύρη για τις ετοιμογέννητες μέλισσες

γιατί σήμερα σ’ απανωτές εξάρσεις κίτρινα σκοινιά περιβολιού χρόνια κορυφωμένα στις παραισθήσεις

ήταν εκείνο το όραμα το μεθυσμένο από αισιότητα

με τον ήχο οξύ σαν χημεία τοποθετημένη στις γλώσσες, γιατί σήμερα π’ ακόμα και σεις ονομάζεστε άγρια αγόρια

τις ριπές του ίλιγγου και της ναυτίας δεν τους γνωρίζετε-

έπρεπε πρώτα ο Σαρτρ να νιώσει τη δύνη του υπερπραγματικού και ν ακούσει το παράδειγμα του Κολόμβου από το στόμα του Μπρετόν για να φτιάξει τον πιο σωστό υπαρξισμό π’ υπάρχει

και εκεί

 ψηλά ψυχρό ψυχίο ψίχουλο αδειάζει χάρτες από σπάργανα, αίμα που δεν ξοδεύεται κατά πως σας αρέσει τ’ αστάθμητο δίκαιο-μια ζωή μετανάστης υπήρξα μέσα στην ίδια μου την πατρίδα κι είναι αρκετό να μαι για πάντα ένας ξένος που συμπαθούν μονάχα οι λαθραίοι που τσαλαπατάτε στους δρόμους της υβριδικής σας πατρίδας, γιατι σας μιλάω και δεν ακούτε και σας κοιτώ μα δεν το βλέπετε, το ένα δεν υπάρχει παρά μονάχα σαν γιώτα που προστέθηκε δυο φορές για να γενεί ο κόσμος

άστρο από οργισμένο πάλλαμπρο εσωτερικής στιγμής

όταν κοίταξε το βίωμα κι άκουσε τους ψιθύρους κάτω από το σώμα της λέξης

στις πέτρες που χε πάρει ο ήχος μορφές αναθυμιάσεων και ξέρναγε η γης τα μάρμαρα των ανθρώπων- και ποια εθνικότητα και ποιο βάσανο μου τσαμπουνάτε εσείς που για να νιώσετε λιγάκι αληθινοί μου φανατίζεστε για να κρυφτείτε απ τους αιώνες, για να πιστέψεις σε μιαν μνήμη τεχνητή με τα προσχήματα της Καινής Διαθήκης

τι κιαν το μεταμοντέρνο υπάρχει νωρίτερα από το τώρα

όπως και το  dada συνυφασμένο με το expression κατά το big bang

για ποια πατρίδα μου μιλάτε σεις οι χριστιανοί ή αλλιώτικα κοντόφθαλμοι χωρίς συγγνώμη θιασώτες 

ωω μια σας λέξη μια μονάχα συγγνώμη απέναντι στην βαρβαρότητά σας ζητώ απέναντι σ’ ότι αποδέχθηκα ως πρόγονο

κι ύστερα θα το βουλώσω για πάντα-

ΑΛΛΑ

δεν έχει του κόσμου η βοή ανάθεμα από τα ήθη τα ωραία, κι είναι η ευθύνη του αρώματος στην προσμονή αταίριαστος ο έρωτας στο σώμα του αγίου, το παρανάλωμα πρώτα καλά θεσμίζοντάς το με ξίφος ένοχο αγνό κι ύστερα συνήθεια νόμιμη κι επίσημη Ιστορία του τόπου, μ’ ανάθεμα φωνάζετε στα καλοκαίρια που το σώμα το τουριστικό γύμνια ζητά στις παραλίες

εκεί όπου άλλοτε οι εμμονές των πάντων ενοποιούνταν εν τω πολλώ ότι αυτός ο Θάνατος και τούτη η ζωή από πολλούς θεούς οι ορισμοί του όλου κι αδιανόητο ακόμα στις τωρινές θεάσεις

γιατί αν ζούσε ο Χριστός σας Εμένα θα σταύρωνε- παράξενο ε? κι όμως έτσι κάνουν οι μονοθεϊστές με τους ειδωλωλάτρες

έτσι έκαναν με εσάς κι έτσι σας έμαθαν να φέρεστε απέναντι στα έργα τα γυμνά και τα ωραία

ε λοιπόν σήμερα που ψάχνω να βρω στήθια από συντριμμένα χείλη με καρτερίες και μαλλιά του αέρα που να μιλάνε την αλήθεια, κανέναν ποιητή δεν βρίσκω που να φιλοσοφεί και καμιά σοφία που να μην διστάζει,

ναι ο ελληνισμός είναι συνύπαρξη σωστά, αλλά πως να συνυπάρξετε όταν εμένα με θάψατε βαθιά πετσοκωμένο απ τις ντροπές σας-

είναι ένα λέτε μόνο ένα, ένας είναι ο θεός μονάχα ένας

και πως αυτό που μου επιβάλλατε τώρα το ονομάζετε νόμο και παράδοση ελληνική -που όμως πραγματικά δεν είναι

γιατί ένας μονάχα ο θεός και μόνο αυτός και τίποτα άλλο και πως το φωνασκείτε με πλύσεις εγκεφάλου

όλα τα άλλα είναι αγύριστες πλάνες μου λέτε και τίποτα άλλο παρά μονάχα εμείς και τίποτα άλλος κανείς

για αυτό σας λέω στα τσακίδια τα βραβεία και τα καλά σας κοπλιμέντα

στα τσακίδια οι εκκλησίες στα τσακίδια κι οι γκόμενές σας

στα τσακίδια οι ανόητες γλυψωφιλίες σας στα τσακίδια κι οι δήθεν ανατολές σας

-αν κοιτάξεις την ιστορία χωρίς να τρέμεις κι αν κοιτάξεις την ζωή σου πως πλέει τότε θα αισθανθείς τους θεούς

κι ας τους σέβεσαι όλους όπως λες, ακόμα και τους νεκρούς όπως με θεωρείς νεκρό κι όπως οι άλλοι γραφικό, ασήμαντο αρχαιολάγνο

τι να κάνω

είμαι η ανύπαντρη Σομαλή που ερωτεύθηκε νέο κι έρωτα έκανε μαζί του

είμαι ό,τι μπορείς να λιθοβολήσεις κλαίγοντας από ντροπή- έχω πολλούς θεούς όπως ο κώδικάς των πατέρων μου προστάζει. Συγγνώμη αλλά έχω θεούς πολλούς κι εκεί μονάχα τιμώ και θα τιμώ, μέχρι από τον ζεϊμπέκικο ντουνιά σας να απέλθω

θαμμένος μέχρι το λαιμό εκεί που με βάλατε

ελάτε λοιπόν

τι περιμένετε?

εμπρός και τιμωρείστε

αρπάξτε την ισλαμική σας πέτρα και τιμωρείστε την αμαρτωλή

αρπάξτε ότι βρείτε ότι θέλετε

ονομάστε με και ξεσκισμένη Βαβυλώνα, άσωτη πόλη και πόρνη βρωμερή,

ξέρετε γω δε γονατίζω με δάκρυα κανενός να πλύνω τα πόδια

παρά μονάχα από έρωτα σκύβω και σπαραγμό για να λατρέψω την καλή μου όποτε κι όπου τα βρεφικά βέλη με βρουν , δεν είναι η θεία φώτιση που με σπρώχνει στην ερμηνεία της πράξης-ως πράξης φυσικής-αργότερα για να ονομάσω αμαρτία και λύτρωσέ με κύριε

δεν έχω αμαρτίες εγώ

παρά πράξεις μοιρασμένες στο σωστό και στο άδικο

δεν έχω αμαρτίες εγώ

παρά επιθυμίες και αντοχή στον πόνο

δεν έχω αμαρτίες εγώ

κι ούτε φοβάμαι μην το τίποτα με καταβάλει

δεν έχω αμαρτίες εγώ

παρά θέληση να γνωρίσω τους θεούς που ορίζουν το καθ είναι

αντίστροφα 1

VaVou

η

παρα στη διάφανη ήλιου  ολόκληρη την αναμονή κορμιού

νερά πρωινά στόματα

από αύριο με φροντίδα .

Η σήμερα απουσία της σαν το κυρτό φιλί μας

ΑΛΛΑ

είχα ένα πάθος ξέστρατο μέσα μου και το φύσηξα στο σωθικό σας

κι έχω που λέω πως κανένα θαύμα μέσα τους το διακύβευμα να δείτε και θα θαυμάσετε τον εαυτό σας ολοκάθαρο ζωντανό, καθαρό κι ολοζώντανο στην γλώσσα που ομιλείτε, μ’ ολάκερους τους θεούς ακέραιους , μ’ ολόκληρες τις γιορτές κι ολόκληρα τα θάρρη τα δυσεύρετα, με τα μικρά κομμάτια της ευφυϊας ξύμμαχο δίχτυ αλήθειας προς τις ερμηνείες των εκφράσεων, πιο ψηλά όπου χαρακιά την ζωή την έσερναν κι ευαίσθητα τη μήτρα των πολιτειακών στο παιδομάζωμα τους κράτος στερνό που το μαδούσατε όλοι σας, η περίφημη γενιά του 30′ η ελληνική, όλοι αυτοί οι λεγόμενοι ποιητές που βραβεύθηκαν σε βάρος της χώρας τους γράφοντας άλλο ένα εξαιρετικό ποίημα για άλλη μια άθλια πατρίδα  που έσπρωχναν στο θάνατο

σαν τον ξεπεσμό του ρεμπέτικου σε ζεϊμπέκικο

ή σαν μπουζουξίδικο ξεπεσμένο σε σκυλάδικο

άτεχνος πανήγυρις ηλιθίων

κι ήσυχος παλιά μου σάρκα ριζωμένη ανείκητος

δεν καμώνομαι τον λαϊκό για να σφετεριστώ τον αμόρφωτο κόσμο 

και τον πόνο ζωντανό φωτιά που είμαι και ζεσταίνω τον οίκο σας

φωτιά είμαι και με πετάτε όπως πετάξατε αλόγιστα τις μνήμες σας

φωτιά είμαι κι ατσαλώνω τα σπαθιά σας

φωτιά είμαι και φωτίζω τα βράδια σας

φωτιά είμαι και λιώνω τα δεσμά σας

έξω όπως βγαίνω και σας κοιτάζω χωρίς σιωπή γιατί μακρύτερα το άλεκτο απ την ανάπηρη παύση της άηχης συννενοχής

εμβρόντητες μυοσωτίδες από συνάξεις της υπεροχής σας.

Πείτε μου πόσο κοστίζουν οι πολυπραγμωσύνες σας

πείτε μου τι εξαιρετικοί που είστε

πως όλα τα κάνετε κι όλα τα καταφέρνετε

που είσαστε ζωγράφοι και ποιητές και φωτογράφοι και σκηνοθέτες και γλύπτες κι ότι λάχει είστε κι είστε οι καλύτεροι όλα κάνοντάς τα,

πείτε μου πόσο κοστίζει το φιλί σας κι οι υπέροχες νύχτες σας

πείτε μου πόσο θριαμβευτικά κοστολογείτε τη διαμαρτυρία της φυγής σας όταν τυφλά στην έκθεση και την αυστηρή κριτική ούτε μια στιγμή δεν αντέχετε

πείτε μου πόσο θαυμάσια διοργανώνετε την απαράμιλλη δόξα της καρδιάς σας χωρίς ορολογία στα μεγαλεία σας,

κι είτε πως παριστάνετε τους κοσμοπολίτες χωρίς να διαισθάνεστε την επαύριο των ομοαίματών σας

των παιδιών σας αν είστε τυχεροί και το τολμήσετε

ή των ομόγλωσσων σας αν αποκτήσει επίγνωση η λαλιά σας

γιατί όπως τα κτίρια που χτίζετε σήμερα χωρίς σχέδιο για την πλημμύρα

και χωρίς ήλιο στο μάτι για να ευφρανθεί η καρδιά την αίσθηση κάποιου πραγματικά ωραίου

όλα όπως τα κάνετε συνεπαρμένοι πρόχειρα

χωρίς βάθος να το μιλήσετε τι είναι τάχα αυτό που κάνετε και πως προκύπτει

χωρίς φιλοσοφία για να ριζώσετε πιστεύοντας στην γνώση

είτε όπως σκύβετε στην αγαπημένη σας σιωπή σιωπηλά το κεφάλι για να μην νιώθετε την Αρμονία,

αθόρυβα πως αντιγράφετε το ύφος του χαραγμένου ονόματος στο αίμα

όπως ο κλέφτης μέσα στη νύχτα της σκλαβιάς αντί να κλέψει το βιβλίο κλέβει το χρυσάφι

Λέτε υποτάξου, ταπεινώσου και θα γίνεις αποδεκτός,

λέτε πως μ’ έναν κύκλο θαυμαστών η ποίησις έγινε κιόλας ένα λαμπερό θέατρο

πιστέψατε στο πρόσκαιρο κέρδος σήμερα όπως καλπάζει η κομπορρημοσύνη στα μοιραία τραύματα κι είναι κιόλας πολύς κι ασήκωτος ο χλευασμός που σ’ ονομάζει γραφικό και σε παγώνει για να κινήσεις κατά το τραγούδι των Ολύμπων

Ακούγεται η κωπηλασία του αγκομαχητού κι η αγωνία αν θα αρέσεις στα αιώνια, μα είμαι εγώ σήμερα ο αυριανός κι όλους εκείνους που έτσι το έπαιξαν και πόνταραν στην ματαιότητα σήμερα κιόλας τους συντρίβω.

Έρχεσαι το σήμερα εσύ που το τολμάς και λέγοντάς το μου κατάμουτρα αποκαλείσαι ναυαγοσώστης, καμώνεσαι τα σπουδαία τιμαλφή και τα μυστικά της ζωντανής ύπαρξης που κόπους ήμερους και τόσες δα κλεψύδρες στα εύθυμα γέλια όπως οι άτσαλες φραξιές σε λαθραία οικόπεδα μαντρώνεις

ΑΛΛΑ

Κοίταξα μέσα στην ιστορία της πατρίδας μου τοποθετημένη σε τούτον τον χρόνο του 2009 μετά της κοινής χρονολογίας

και τίποτα που να αξίζει δεν είδα πέραν από τον τρόπο που ζούσαν οι αρχαίοι λίγο πριν το μέγα αμάρτημα της Δημοκρατίας προς τους θεούς.

Και τούτο και μόνο τούτο κρατώ γιατί όλα τα άλλα τα κατοπινά είναι νόθα και κάλπικα: Επιστρέφω μεταμοντερνιστής και συνεχίζω για τα καλά απο εκεί όπου τα γνήσια κάποτε άνθιζαν.

Ακόμα δεν έχετε δει τίποτα

κάτι για την κόλασή σας

Η ακόλουθη είναι μια πραγματική ερώτηση που δόθηκε πριν χρόνια στο Μετσόβειο Πολυτεχνείο στο Tμήμα Xημικών Mηχανικών

  Η απάντηση ήταν τόσο εμβριθής ώστε ο καθηγητής την τοιχοκόλλησε στον πίνακα ανακοινώσεων και έκτοτε έχει γίνει θρύλος…

   Ερώτηση:

 Η κόλαση είναι εξώθερμος (αποδίδει θερμότητα) ή ενδόθερμος;  (απορροφά θερμότητα);

Οι περισσότεροι φοιτητές τεκμηρίωσαν τις απαντήσεις τους  χρησιμοποιώντας  τον  νόμο του Boyle, τα αέρια ψύχονται όταν εκτονώνονται και  θερμαίνονται όταν  συμπιέζονται) ή κάποιο παραπλήσιο φυσικό νόμο.

 Ένας όμως φοιτητής, έδωσε την ακόλουθη απάντηση:

Αρχικά, πρέπει να ξέρουμε πως μεταβάλλεται η μάζα της κόλασης,  συναρτήσει  του χρόνου. Άρα, πρέπει να γνωρίζουμε τον ρυθμό μετακίνησης των  ψυχών προς  την κόλαση καθώς και τον ρυθμό αποχώρησης από αυτήν.

Πιστεύω πως ασφαλώς μπορούμε να υποθέσουμε ότι άπαξ και μία ψυχή  εισαχθεί  στην κόλαση, δεν θα αποχωρήσει ποτέ. Έτσι λοιπόν, καμία ψυχή δεν  φεύγει.

Όσο  για τον αριθμό των ψυχών που εισέρχονται στην κόλαση, ας  εξετάσουμε τις  διάφορες θρησκείες που υπάρχουν στον κόσμο σήμερα.

Μερικές από αυτές τις θρησκείες, διακηρύσσουν ότι όσοι δεν είναι  μέλη τους,  τους περιμένει η κόλαση.

Εφ’ όσον υπάρχουν περισσότερες από μία τέτοιες θρησκείες και οι  άνθρωποι  δεν  ανήκουν σε περισσότερες από μία θρησκείες, προκύπτει ότι όλες οι  ψυχές, πηγαίνουν στην κόλαση.

Λαμβάνοντας τους ρυθμούς γεννήσεων και θανάτων ως έχουν, μπορούμε  να  αναμένουμε ότι ο αριθμός των ψυχών στην κόλαση, αυξάνεται με εκθετική  μορφή.

Τώρα, παρατηρούμε τον ρυθμό μεταβολής του όγκου στην κόλαση διότι ο νόμος  του Boyle ορίζει ότι προκειμένου η θερμοκρασία και η πίεση στην  κόλαση να  παραμείνουν σταθερές, ο όγκος οφείλει να αυξάνεται καθώς  προστίθενται  ψυχές.

Αυτό μας δίνει δύο πιθανότητες:

1. Αν η κόλαση διογκούται με ρυθμό μικρότερο από τον ρυθμό εισαγωγής των ψυχών σε αυτήν, τότε η θερμοκρασία και η πίεση στην κόλαση θα αυξάνεται έως ότου αυτή εκραγεί.

2. Βεβαίως, αν η κόλαση διογκούται με ρυθμό γρηγορότερο από τον  ρυθμό εισόδου των ψυχών σε αυτήν,

τότε η θερμοκρασία και η πίεση θα  μειώνονται  έως  ότου η κόλαση παγώσει.

 

μερικά εισαγωγικά νέβματα για χααχα, για χαχα…χαχαχαχαχαχαχαχαχαχαχα, για ποίηση και ποιητές χαχαχαχαχαχααχα

VaVou

βιώματα χωρίς παράπονα ή γκρίνια

και δράσεις με μια από τα ίδια

περιπλανήσεις και ριζώματα

κι ό,τι αξίζει εκεί ΄ναι

ποτέ δε χάνεται

μπορεί να φεύγει

αλλά δε χάνεται ποτέ

φήμες ενός κλόουν

VaVou

άμπρα κατάμπρα την ασπίδα τ’ ανδρώπου γρήγορα

πρώτου Δελφού την ώρα

δεν θέλω να οραματιστώ κι άλλη κατάρευση από Ντουμπάϊ για να δείξω την δύναμή μου

έχω υπεισέλθει σε έναν εαυτό παράξενο

κι αδύνατο να τον σιωπήσω

 

αποσπάσματα ενσωματωμένης φυσιολογίας (προπαρασκευάσματα)

VaVou

ό,τι η αυστηρή ηθική σου  προστάζει

τα υπόλοιπα που ονοματίζει κόλαση

κει που παριστάνει τα ακατανόητα η αντίληψη

 στο Νείκος της τρομαγμένη η καρδιά έπεσε στην παγίδα της αγιοσύνης

 και οι δαίμονες φτερουγίζουν σαρκαστικά και σκανδαλίζουν λες

και πως υπάρχει μια πειστική εικόνα από σάρκα στην προφάνεια-

βλέπω λοιπόν πως οι καρποί των δέντρων καταλήγουν σε θαυμάσια αποτελέσματα απο δεσποινίδες της Αβινιόν που ρουφιανεύουν τον ποιητή κι ο ποιητής γελάει

την εποχή εκείνη μάλιστα τα κόκκινα γυαλιά καθόντουσαν δίπλα κρυφακούγοντας από δίπλα

μια συντεταγμένη σκαμπού αργότερα

αστειευόμενος αφήνω την δεσποινίδα να φύγει

μα δεν την κρατώ με το ζόρι-κανέναν δεν κρατώ με το ζόρι πια, και ξέρεις ναι, προσπάθησα με τον ταύρο και τον κρατούσα από τα κέρατα με ενα πνευματώδες θέατρο από απεριόριστη ορμή

μα του χε ο στίχος χαράξει πληγή στον ουρανό κι ο αδαής τον ονόμασε ορίζοντα.

Τώρα όταν κάποιος δοκιμάσει κάθετες πτώσεις, μόνο σταυρώνεται. Σωστά. Είναι ένας πιστός χωρίς πατρίδα. Αρπάζει το μολύβι

Κι όμως τις μέρες των δεξιώσεων κατά τρεις ώρες πάντα αργώ στα συμπεράσματα,

έχω να νιώσω τη διαφορά, ποιο μονοπάτι οδηγεί στον δρόμο της κακίας.

Και συγκρατείστε την χαρά σας παρακαλώ: δεν είμαι εγώ αυτός που υποστηρίζει την ντροπή από χόμπι.

Καημένε εαυτέ απλωμένε απαίσια- καημένα στολίδια απο αγρανάπαυση, καημένε εαυτέ στην αγκαλιά των πορτραίτων 

ω υπέροχε νωχέλειε τεμπέλη στοχαστή

λάγνα τη στάση του ψυχοπομπού θεού

μέσα στη βροχή που σήμερα το βράδυ σου ζητώ να περπατήσω μέσα σου

πατέρα  χαμηλοφωνε όταν ερωτεύεσαι

μητίετα βροντόκραυγε όταν τους έρωτες ποτίζεις

δεν σε φοβάμαι πατέρα κι ούτε να σε διώξω θέλω

και βλέπω

βλέπω τον Προμηθέα από σένα δικαιωμένο κι όχι μόνο δεσμώτη,

βλέπω πως κάθε φορά που κάτι αλλάζουμε στα ανθρώπινα, υπάρχει τουλάχιστον ένας άνθρωπος που δυσανασχετεί ή πονάει

κι εσύ Ποτνία μητέρα

με κάμποσες ελευθερίες από προσχήματα

παράξενες κλεφτές ματιές από κελαηδίσματα αγαλμάτων

μητέρα εσύ που παίρνεις την κιμωλία κι ανοίγεις παράθυρο στον δύστυχο φιλόλογο που παριστάνει τον ποιητή σε εφήβους μαθητές σε μιαν τάξη

αρπάζει το μολύβι κι αργότερα φεύγει προς την έκθεση να δοκιμάσει τον εαυτό του-

μια συμβουλή: αν θες να είσαι ποιητής πρώτα παράτησε τα όλα και καλή τύχη. Ποτέ δεν ξέρεις. Στα λέω αυτά εκ πείρας όπως το έκανα και εγώ.

Κρίνεις εξ ιδίων τα αλλότρια θα μου πεις- όχι, κρίνω εξ ιδίων ό,τι λειτούργησε.

απόρθητον

VaVou

τέσσερις τιμές που μ’ έμειναν

πανάρχαιοι αποχαιρετισμοί μητέρας που φιλάει την ασπίδα το δόρυ και το σπαθί του γιού της

όπως όταν ούτε εγώ κατάλαβα γιατί η δικιά μου μάνα  φιλούσε τα δικά μου όπλα

και με τα δάκρυά της βουρκωμένα στη χαρά μ’ αποκαλούσε “καλή τύχη γιέ μου”.

Συ που δεν έχεις υιό ούτε πατρίδα από πρόσφατες μνήμες π’ αξίζει να περισωθούν

δεν θέλω να σε μιλήσω για τα πάθη της ιστορίας

όταν σκάπτω τη γη και βρίσκω την βαθιά ψυχή

μιλάς για φράχτες με σχήμα καρδούλας.

Θα είχα κάνει μιαν άσκοπη εκλογή φαίνεται στις αμνησίες

και δεν θα είχα επαφή με την φύση καμιά

εκεί έξω και μην το πάρεις προσωπικά ή κατάκαρδα- εκεί έξω υπάρχουν τα πάντα ως ροές

κι ή τις καταλαβαίνει κανείς ορίζοντας τα σοφά ήθη της Δημοκρατίας

ή κανείς τα παραβλέπει κάνοντας τα στραβά μάτια με ουτοπίες που μόνο βασιλιάδες εξυπηρετούν.

Κι αν με ρωτάς τι ειναι η Δημοκρατία

και που με περίσσειο θράσσος φθονείς τα διαδίκτυα που πίσω τη φωνή του χαραγμένου ψήφου στο όστρακο φέρνουν

τί είναι τάχα εκείνη η ανυπόστατη μεμψίμοιρος  Θεσσαλονίκη που τη στάση του Νίκα λησμόνησε

τόσες χιλιάδες πτώματα ετεροχρονισμένων ειδωλωλατρών μέσα στους ιπποδρόμους της.

Δύο μέτρα και δύο σταθμά και πόσο πραγματικά γελάω με την αφέλεια

δεύτερη πράξη

VaVou

η κόλαση είναι έννοια μηδαμινή για να μπορέσει να ρυθμίσει τη ζωή μου

το ίδιο και η παράδεισος

τι απ τα δύο έχει αξία στο παρκάρισμα

ή πως θα επικροτήσουμε τον καλό σερβιτόρο

με μιαν κακή πίστη αφετηρίες των ομολογιών μας για να μπορείς να μεταμορφώνεσαι

ή τους μετασχηματισμούς των αρνήσεων για να μπορείς να νιώθεις σημαντική

σαν την χοντρούλα των καλλυντικών και ου λαλά ! -50 δολλάρια για 50 εξηγήσεις

κυνηγημένος από λεπτομέρειες στρογγυλεμένων άκρων πάγκου

και που θα μου πάει, κάπου καλά θα βρω ένα bar  για να τρυπώσω και σήμερα

γουστάρω να ακούσω, απλά να ακούσω λίγο καλή μουσική πίνοντας τα ποτά μου χωρίς να με ενδιαφέρει κανένας τους- ακόμα αμόλυντος από την μπόχα των άλλων

σήμερα θα ξαναγυρίσω στα κόλπα που δεν μαρτύρησα ποτέ,

νομίζεις ότι κάποιος είσαι περιμένοντας θεραπείες με τη μορφή της ήττας

ελπίζεις πως αν σε συντρίψει η ζωή θα νικήσεις μετά θάνατον κι ήταν αυτή η απίστευτη λεπτότητα δικαιοσύνης που μέχρι τώρα έμενε αψιλάφιστη στα κρίματά σας,

κι όχι εδώ οι μίζερες χριστιανικές σας τσαχπινιές καταργούνται από τα θεία

τις κουτοπόνηρες θνητές αυτές τις πράξεις πόσο τις περιφρονώ

όχι όχι, σήμερα δεν έχει να κάνει το βράδυ μου με τέτοιες ανοησίες

σήμερα ανάσκελα θυμάμαι την υγειή ζωή γεμάτη ουσία και τόλμη

την επανατοποθέτηση των παρατηρήσεων και τις παρασκευές ηδονικών αρωμάτων από διαβήματα

ανθρώπων που με επίγνωση του παροδικού

ερωτοτροπούν με τα σώματα που τους αρέσουν

παρατεταμένοι ως εξαιρετικές νύχτες

έτσι λοιπόν ξεκίνησα με δυο γραμμάρια επιθυμίας

κι έφτασα μέχρι την ύπαρξή σου

διάλεξα επίσης συντροφιά με την λέξη θέληση ό,τι ακόμα φυλάσσει η γη στα σπλάχνα της

κι άλλοτε που το γνώριζαν πως από κει μέσα μόνο η καλή αλήθεια βγαίνει

συκοφαντούσαν τα υποχθόνια της γης ως σατανάδες.

Κοιτάζω τώρα όσους από τους ποιητές γίναν φερέφωνα της εκκλησίας του Χριστού, του Μωάμεθ κι όλοι μαζί του Αβραάμ

και σκέφτομαι εκείνην την σημασία της κομμένης εκκλησίας

όπως η παναγιά της Μπούργκου στο κάστρο της Ρόδου

κομμένη στα δυο όπως η δική μου εκκλησία, η αληθινή,

αυτή της εκκλησίας του δήμου.

Ναι λέω να πάω μια βόλτα σήμερα να σκάψω τη νύχτα με παρουσία

με τις ορισμένες μορφές του ωραίου μερικά επινίκια από έρωτες χωρίς δέσμευση

Παλαιότερες καταχωρίσεις »