Καταφύγια ΜετάΣουρεαλιστών- χρόνος εκκίνησης: θάνατος Guillaume Apollinaire , χρόνος άφιξης: η ονοματοθεσία του μεταμοντέρνου

γιωργος καλλεργης

 12, Μαΐου , 2011+ 776 μ.π.ο.

7, Φεβρουαρίου , 2008 + 776 μ.π.ο. 7:50 πμ ·

–μνήμη του δασκάλου μου, Γιάννη Τζερμιά, του εξπρεσιονιστή

—————————

Υπάρχω σημαίνει λερώνω τα χέρια μου
(κάποιοι υπαρξιστές του μεσοπολέμου)

α) Ηλεκτρικά Πεδία

Ξέρω ότι ο μετασουρεαλισμός, καταστασιακά, είναι ένας άθεος υπαρξισμός μιας εποπτικής γνώσης στραμμένης προς το κορμί. Ξέρω επίσης πως όταν καταλαγιάσει η ναυτία αυτής της γνώσης, ο μετα-υπαρξισμός θα είναι η ερωτική τέχνη του χώρου στραμμένη προς το πνεύμα. Και πνεύμα σημαίνει υπέρβαση του φόβου, και φόβος σημαίνει νικημένο πνεύμα. Ξέρω ότι σ’ αυτή τη τέχνη, ο έρωτας, θα είναι κοινό αγαθό και δεν θα πουλιέται από αυτούς που έχουν μια χρεωμένη ανάγκη, ούτε θα αγοράζεται από όσους πάσχουν από μια απληστία της έλλειψης. Ξέρω ότι σ’ αυτή τη τέχνη, οι οικογένειες θα πάψουν να θυμίζουν φρούρια αιμομικτών υπό τον ήχο του πατρικού βιολιού. Ξέρω ότι σ’ αυτή τη τέχνη ο σεβασμός στον ξένο θα σημαίνει σέβομαι τον εαυτό μου γιατί ακούω την ερωτευμένη καρδιά των απόγονων προς τους ξένους. Αν κάποιος σέβεται τους αρχαίους προγόνους του, σέβεται και κάθε μετανάστη, κάθε περιπλανώμενο ή κάθε πληγωμένο εγωισμό. Γιατί ο πρόγονος μας είναι ένας ξένος που έρχεται απ’ το μακρινό παρελθόν, ενώ ο μετανάστης είναι ο ίδιος ξένος που έρχεται από την ίδια μοίρα ιδωμένη από άλλη λειτουργία. Τι σημασία έχει αν είναι χώρος ή αν είναι χρόνος. Κι οι δυο κουβαλούν στις πλάτες τους το ίδιο φορτίο θανάτου. Ο πρόγονος ξεριζώθηκε από την ύπαρξη κι ο μετανάστης απώλεσε την πατρίδα του. Η μόνη τους διαφορά είναι ότι ο πρόγονος μνημονεύεται ενώ ο μετανάστης μνημονεύει. Κι η ύπαρξη, είναι η πατρίδα του ανθρώπου και φυτρώνει μέσα ακριβώς σ’ αυτή τη ρωγμή. Τότε, σεβόμαστε τους ξένους, σημαίνει σεβόμαστε το ερωτικό σμίξιμο του χώρου και του χρόνου. Σ’ αυτό το minimum άρρητο τετραδιάστατο σεντόνι ξεχύνονται ανολοκλήρωτοι οι ρητοί εαυτοί μας προς μια μάταιη ολοκλήρωση, προς μια σχέση πληρότητας θα ήταν προτιμότερο.  Έτσι, αν μάθουμε να μισούμε τις μετριότητες, η κόλαση δεν θα μας τρομάζει κι ο παράδεισος δεν θα μας ναρκώνει. Αν μάθουμε να λερώνουμε τα χέρια μας, έχουμε μάθει να  σκεφτόμαστε έξω από μια ύπαρξη που δεν μας ανήκει, αλλά που συμμετέχουμε έχοντας αποδεσμεύσει κάθε κριτήριο κακής πίστης από μια ταυτολογία που ετερονομείται κι αυτοαναφέρεται σαν ο εαυτός μας να ήταν ένα αδιάκοπο ενιαίο εγώ χωρίς ουρανό για να πάψει να είναι και χωρίς εσωτερικότητα για να συνεχίσει να μην είναι . Η κακή πίστη μπορεί να είναι παιχνίδι ή και ένας εκ-στατικός χορός, σα να δίνεις χώρο σ’ έναν παρτενέρ για μερικές φιγούρες ακόμα… του δίνεις χρόνο-του δίνεις αγάπη, κι αυτό κύριοι είναι το είναι, γιατί χρόνος στην αγάπη σημαίνει καταργώ την αίσθηση του χρόνου, κι έτσι, η αγάπη διαφεύγει ακόμα μια φορά. Δεν είναι. Να γιατί η αγάπη είναι ελευθερία. Αν είμαστε καταδικασμένοι να είμαστε ελεύθεροι, τότε πολύ περισσότερο είμαστε ελεύθεροι ν’ αγαπάμε. Για αυτό κι όλη η αγωνία της ζωής, περιορίζεται σε μια πάλη κατάργησης του χρόνου. Κάπως έτσι τα ρολόγια λιώνουν και πλησιάζουμε το πληγωμένο ζώο όχι για να το αγγίξουμε αυτό καθ’ εαυτό αλλά για να γίνουμε η προέκταση ενός εαυτού που ακόμα δεν βίωσε την ακεραιότητά του.

Intermezzo A) Ο ερωτευμένος άνθρωπος

Αναρωτήθηκε ένα ολόκληρο απόγευμα που έμοιαζε με εφιάλτη πως μια κοινή απρόσωπη τοποθέτηση στο πρόσωπο του ερωτευμένου κρίνει τις πράξεις του ως  πράξεις φυγής, ως απειλή. Το πρόσωπό του πήρε τα χρώματα μιας ταραγμένης αμυντικής στάσης αρχικά, σε μια ύστατη προσπάθεια όχι να διαφυλάξει τόσο τον εαυτό του, αλλά να υπερασπιστεί το γοητευτικό του κύρος, ότι δίνει στον άλλον κίνητρο και αφορμή για να τον αποζητάει, ότι ωθεί στο σμίξιμο τον άλλον, αυτό υπεραμύνθηκε μάταια όμως. Ένα ξερό φύλλο θρυμματισμένο στ’ αζήτητα των φθινοπωρινών του διαθέσεων ύστερα ήρθε και πήρε διαστάσεις πολικού ψύχους (ίσως αναφερθεί αργότερα ο αφηγητής σε αυτό το χειμώνα). Με τον τρόπο αυτό η ρομαντική εικόνα του ερωτευμένου ανθρώπου πάγωσε διατηρώντας ακλόνητη τη θέση του σε μια κίνηση προστάγματος του χεριού προς τον έρωτα της ζωής του. Κοιτάμε τώρα τον ερωτευμένο άνθρωπο  καρφωμένο σε μια ικεσία που δεν γερνάει ποτέ αλλά και που δε ζει καμιά χαρούμενη λεπτομέρεια τη ζωής. Δε ζει. Είναι ένας ερωτευμένος εξόριστος. Έτσι ο ερωτευμένος άνθρωπος πήδηξε έξω από το ερωτικό σώμα και περιπλανιέται σαν αρχαίος πρόγονος στο χρόνο, σαν ξεριζωμένος μετανάστης στο χώρο, σαν τυχοδιώκτης στον κίνδυνο. Τα αντικείμενα όπου στράφηκε στη συνέχεια ο τραγικός άνθρωπος συγκέντρωσαν το ενδιαφέρον του στις διάφορες καταφορές εναντίον ενός εαυτού που παραμένει παγωμένος σαν ανδριάντας στη προσμονή. Οι κατηγορίες αυτές βοήθησαν μόνο το ξένο προς τον έρωτα εαυτό να συγκροτήσει  με επάρκεια τα όσα περί ανεπάρκειας του καταλόγιζαν οι άνθρωποι που δεν γνωρίζουν από έρωτα γιατί φοβούνται το ανεξέλεγκτο πάθος του. Έξω από το ερωτικό κορμί ο εξόριστος ερωτευμένος οδηγήθηκε μοιραία στον γεννήτορα του δημιουργικού έργου. Ανακάλυψε την τέχνη. Ανακάλυψε τον εαυτό του ως δημιουργό. Όταν ένα ανθρώπινο πλάσμα βιώνει την απώλεια της καρδιάς του ή την ευτυχία των ονείρων σαν πλημμύρα, στο έλλειμμα ή στο πλεόνασμα ορίζει τον εαυτό του ως δημιουργό. Αν ένα ανθρώπινο πλάσμα γίνει μάρτυρας της αδικοχαμένης του ευτυχίας, προσεύχεται στο κρίμα με έργα τέχνης. Αν ήταν καλός άνθρωπος τώρα δεν είχε σημασία, δεν είχε σημασία αν ήταν κακός άνθρωπος επίσης -αν και μεταξύ μας-δεν υπάρχει κακός άνθρωπος και πολύ αμφιβάλω αν υπήρξε ποτέ έστω και ένας, όσους αφρούς κι αν έβγαζε από το στόμα του, όση χολή κι αν έβγαζε απ’ τα συκώτια του. Ακόμα και το κίνημα της μπυραρίας στη Γερμανία του 30′ θα σας το καταμαρτυρούσε αυτό. Ρωτήστε τον κύριο  Carl Jung που μαζί με τον κύριο Βίλχεμ Ράιχ αντιλήφθηκαν στον εθνικοσοσιαλισμό μια συγκεκριμένη συμπεριφορά μιας καταπιεσμένης μικροαστικής τάξης. Τέτοιος ήταν ο Χίτλερ, τέτοιοι οι φασίστες, τέτοιοι οι παθιασμένοι για εξουσία άνθρωποι, όπως o Φρόιντ είχε αποδώσει κάποτε την πίστη των ανθρώπων στην εξουσία σαν μια πρωτόγονη αγελαία νοοτροπία. Έξω λοιπόν από ένα δικαστικό σύστημα που κρίνει τις εγκληματικές ή τις βλαβερές πράξεις ενός Χίτλερ για παράδειγμα, πως λοιπόν θα μπορούσε ο εξόριστος ερωτευμένος να κατακρίνει έναν άνθρωπο που ότι έκανε το έκανε γιατί διψούσε για έρωτα. Ίσως αν ο Χίτλερ είχε βιώσει την απώλεια του έρωτα να μην έβλεπε καταγωγή στο μίσος αλλά μια κοινή προέλευση στην αγάπη για τον άνθρωπο. Κρίμα που δεν πρόλαβε, τόσο για τον ίδιο όσο και για την ανθρωπότητα. Περιτριγυρισμένος από αδερφούς εξόριστους ο ερωτευμένος άνθρωπος ανοίγει διάλογο με τις πληγές του, βυθίζεται μέσα στη θαλπωρή και τη ζεστασιά μιας συντροφιάς του αίματος. Μέσα στο πόνο του όλες οι μορφές του σπαραγμού απλοποίησαν τις αξίες σε μια μοναδική. Ένας άνθρωπος που δεν έζησε τον αληθινό έρωτα, ένας άνθρωπος που βολεύεται σε μέτριες καταστάσεις, ένας άνθρωπος που μέσα σ’ όλη τη διάρκεια της ανίας του επιβεβαιώνει με το πιο παραδόπιστο τρόπο την πληρότητά του, ότι είναι γεμάτος χρώματα και ξέρει τη ζωή, ότι ξέρει το προορισμό του σ’ αυτήν, είναι ένας άνθρωπος φιμωμένος από φανατισμό. Έτσι πεταμένες φύρδην μίγδην οι λυτρωτικές αιτιάσεις της εξεγερμένης καλοσύνης αιμορραγούν καρτερικά μέρα με τη μέρα. Σαλπάροντας η υπομονή στην αγάπη βασανίζεται στη κόλαση της απουσίας και στα μαρτύρια της ασέλγειας από μια μετριότητα σε ένα τρυφερό χρυσάφι. Η αλήθεια κερδίζει τον ερωτευμένο άνθρωπο μέρα με τη μέρα. Δεν υπάρχει πια ο μαρμαρωμένος βασιλιάς αλλά ο μαρμαρωμένος ερωτευμένος. Ακίνητος πονάει αδυσώπητα, κι αμίλητος, ξένος προς τον ίδιο του τον εαυτό προσποιείται ότι ζει.  Τώρα παρεμβαίνει η δυνατότητα μιας ακραίας εξατομίκευσης με την εισαγωγή μιας ουσίας αδιάφορης προς κάθε αρχή ευτυχίας εκτός από μία. Σ’ αυτή τη μοναξιά κοιμάται ο ερωτευμένος άνθρωπος και σ’ αυτόν να προσεύχεστε καλοί μου κύριοι και αυτόν να λοιδορείτε κακότροποι κύριοι νικητές. Να πως τώρα φαίνεται πως κάθε σαλόνι είναι κατεβασμένο στο βυθό μιας λίμνης ή μιας θάλασσας, με πολυελαίους από χιονονιφάδες, με χρυσώματα αστρικών ψαριών, με χορούς χόρτων από φύκια σφουγγάρια και κοράλλια, με το λασπερό βυθό να φέγγει σε τουαλέτες από ανταύγειες εποικισμένα από την φυτική οξείδωση τα ερωτευμένα ναυάγια, κει κάτω στους βυθούς όπου στη κορυφή της βρώμικης, πνιγερής παρουσίας της, η απουσία όταν συνοδεύεται από κατάφορη νοσταλγία εκ βαθέων, στερεί από τον άνθρωπο το νόημα της ύπαρξης. Τότε μιλάμε για μια ζωή χωρίς αιχμή εκτατή κι απ’ τα δυο της άκρα, άσκοπα. Τότε ο ερωτευμένος άνθρωπος μοιάζει με κλωστή, σιγά σιγά μπερδεύεται και στο τέλος γίνεται παιχνίδι για σπιτικές γατούλες. Και πάλι μελαγχολικά αδιαφορεί. Ας γινόταν κάτι να τελείωνε με αυτό το μαρτύριο. Τι στο καλό, τόσοι ανεγκέφαλοι και δολοφόνοι κυκλοφορούν, ο εξόριστος ερωτευμένος παρακαλά να του δώσουν σημασία οι άγριοι της γης. Ας τελειώνουμε.

Ωστόσο, στις διαπροσωπικές μας σχέσεις, είναι σημείο των καιρών να διατεινόμαστε πως πάντοτε έχουμε δίκιο, τόσο στείρα φερόμαστε. Φταίνε πάντα οι άλλοι λέμε. Έτσι κανένας δεν παίρνει την ευθύνη των πράξεών του και τότε οι συνέπειες μιας νόθας πράξης ξεφεύγουν από το στενό προσωπικό πλαίσιο του ιδιωτικού βίου  για να κοινοποιηθούν στα μάτια ενός γενικευμένου δικαστηρίου που επιθυμεί να καυτηριάσει τις πληγές που του θυμίζουν έναν εαυτό δικό του. Η γυναίκα σπεύδει στους γονείς της  να καταδικάσει τους θεατρινισμούς του συντρόφου της, ο σύντροφός της εθελοτυφλεί παραμένοντας ένας εγωιστής του εγώ (moi), ο υπουργός υπόσχεται στην εργαζόμενη ψευδή μονιμοποίηση μετά έρωτος κι η εργαζόμενη υπογράφει τη συμφωνία ενδίδοντας στην πειθήνια ελπίδα της για εξασφάλιση. Μπορεί κανείς να βρει πολλές παρόμοιες ιστορίες που σφραγίζουν θριαμβευτικά μια νοοτροπία υποταγμένη και φυγόπονη, μια απώλεια του υπαρξισμού μας. Όμως, πριν αναφερθούμε στην απώλεια του υπαρξισμού μας και τις επιπτώσεις που αυτή έχει στους δειλούς εαυτούς μας,  θα ήταν καλό να παραθέσουμε ορισμένα μυστικά της ελεύθερης πτώσης που ενδεχομένως εξηγούν κάποια πράγματα σύνθλιψης κι επιβίωσης.

Intermezzo B) Αερόσακοι και βαρύτητα

Ως γνωστό η βαρύτητα αποτελεί μια παγκόσμια ελκτική δύναμη η οποία δρα μεταξύ υλικών σωμάτων προς μια έλξη. Μη γελιέστε- είναι ένας έρωτας με συμπυκνωμένη γνώση η βαρύτητα αλλά ας είναι. Αν και η εν λόγω κυρία αποτέλεσε αντικείμενο μελέτης για πολλούς αιώνες και συνεχίζει, από την εποχή του Ισαάκ μέχρι την εποχή του Αλβέρτου, ήδη έχουμε ένα σχετικά σαφές πλαίσιο εξηγήσεων των μυστηρίων της. Αλλά πως είναι δυνατόν κάποιος να επιβιώσει πέφτοντας από ένα πολύ μεγάλο υψόμετρο, όπως για παράδειγμα από τον πέμπτο όροφο μιας πολυκατοικίας και μάλιστα χωρίς να είναι ερωτευμένος αλλά ντροπιασμένος και γονατισμένος από μια ηθική καταχρασμένης εξουσίας? Μπορούμε να απαντήσουμε σ’ αυτό το φλύαρο ερώτημα αν σκεφτούμε ότι η βαρύτητα είναι μια από τις τέσσερις δυνάμεις της φύσης, θα μπορούσαμε να πούμε ότι πρόκειται για έναν πατροπαράδοτο γενικευμένο έρωτα που ότι και να γίνει θα συνεχίσουμε να είμαστε μαζί με όλους ακριβώς γιατί περιγράφει την ελκτική τάση ενός σώματος προς άλλα. Η βαρύτητα φταίει που μαγνητίζει τον άνθρωπο προς το πυρήνα του πλανήτη αλλά πολύ φυσικά κάθε πτώση σταματάει στη επιφάνεια της γης όσο διεισδυτικός κι αν είναι κανείς. Περιττό, αφού αυτό είναι κάτι που εμπειρικά γνωρίζουμε όλοι. Έτσι λοιπόν, το βάρος του ανθρώπου που δεν είναι άλλο από την ανάγκη του για έναν ρομαντισμό μιας αιώνιας δέσμευσης, είναι στην ουσία έρωτας, μια ερωτική τέχνη του χώρου, και μας αφορά όλους στο βαθμό που δεν μπορούμε να απαλλαχτούμε από τη γήινη κατοικία μας. Ναι, γενικά δεν μπορούμε να ξεφύγουμε από το βάρος. Μπορούμε βεβαίως να το ελαφρύνουμε, σα να λέμε να μικρύνουμε  τον έρωτα και άρα να μειώσουμε το μέτρο της πτώσης μας όταν κάνουμε άλματα  από ψηλά κτίρια , δηλαδή να επιλέξουμε να πηδάμε στη σελήνη ή σε πλανήτες που το μέτρο της έλξης δεν είναι τόσο ουσιαστικά ζωηρό όσο στη γη, αλλά εξασθενημένο κι ίσως αδιάφορο. Συνήθως αυτοί οι αδιάφοροι πλανήτες είναι μικροί χώροι χωρίς ατμόσφαιρα και δεν είναι τυχαίο αυτό! Έτσι στη περίπτωση ενός ανθρώπου που πηδάει από τον πέμπτο όροφο μιας πολυκατοικίας στη γη, υπολογίζεται ότι το σώμα του θα ταξιδέψει με μια ταχύτητα που θα φτάσει περίπου τα 60 χιλιόμετρα ανά ώρα, αν υπολογίσουμε και τις τριβές του αέρα που προσπαθεί να αντισταθεί στο απεγνωσμένο εγχείρημα του ανέραστου ανθρώπου. Όμως, και τώρα είμαστε σε θέση να απαντήσουμε, η ύπαρξη περιττών κιλών μπορεί να είναι σωτήρια, καθώς το λίπος που περιβάλλει το σώμα κατά κάποιο τρόπο προστατεύει το σκελετό και τα ζωτικά όργανα όπως ακριβώς συμβαίνει και με τους αερόσακους στο εσωτερικό ενός αυτοκινήτου κατά τη σύγκρουση του οχήματος με ένα τοίχο, μ’ ένα δέντρο ή με ένα άλλο διερχόμενο όχημα. Αυτό εξηγείται γιατί, τα περιττά κρέατα στο σώμα του ανέραστου δημιουργούν μεγαλύτερη επιφάνεια σώματος, έτσι που κατά την πρόσκρουση η πίεση που ασκείται από την επιφάνεια της γης στο σώμα του ανέραστου διαμοιράζεται σε μεγαλύτερη επιφάνεια από ότι αν ήταν στη θέση του ένας ερωτευμένος άνθρωπος-δεν υπάρχει χοντρός ερωτευμένος άνθρωπος πρέπει να ξέρετε, κοιτάξτε τους παπάδες ή τις μετακατοχικές μαμάδες μας μετά από 40 χρόνια κατοχικού γάμου- με αποτέλεσμα η μεγαλύτερη επιφάνεια σώματος να προσφέρει μεγαλύτερο χρόνο στη διάρκεια της κρουστικής της επαφής με την επιφάνεια και άρα οι καταστρεπτικοί της σύγκρουσης κραδασμοί απορροφούνται στο μεγαλύτερο μέρος τους αφήνοντας το σώμα με μικρότερη ζημιά, τουλάχιστον είναι πιθανόν να μην έλθει το μοιραίο έτσι άδοξα, δηλαδή ανέραστα

Intermezzo Γ) Η ιστορία του γέρο-Anselmo

 Αυτή η απώλεια ατιμάζει τον ίδιο τον άνθρωπο που δεν ανέλαβε την ευθύνη του πολύ περισσότερο από το-καταχρηστικά-παράπτωμα στο οποίο υπέπεσε. Η ύπαρξη πάντα θα είναι ένα γοητευτικό σφάλμα αλλά και πάλι για τούτο το λόγο υπάρχει η λέξη συγχωρώ.  Συγχωρώ σημαίνει επιτρέπω στην ύπαρξη να μάθει και μαθαίνω σημαίνει ξαναγεννιέμαι, δηλαδή επιστρέφω στην αγνότητα του μωρού. Έτσι στο βαθμό που ολάκερη η μια πράξη μας ομολογείται ως ευθύνη μας, τότε κάθε βίωμα της απώλειας αποκτάει μια χρυσή αισθητική που κατά γενική αποδοχή επικροτείται χωρίς όμως να είναι αυτό ζητούμενο. Το ζητούμενο είναι πως δεν υπάρχουν τέλειες πράξεις αλλά τέλειες αναμνήσεις. Το πρώτο είναι μια πραγματικότητα του παρόντος ως δράσης και το δεύτερο είναι μια ψευδαίσθηση του παρελθόντος ως νοσταλγίας. Γιατί η νοσταλγία που έρχεται πάντα ως ένας ξένος από το παρελθόν, είναι ένας πρόγονος υπό μορφή ανάμνησης, είναι μία έμμεση οντότητα που διαμαρτύρεται για τη φευγαλέα φύση του χρόνου να διαφεύγει, είναι μια φωτογραφία. Θα κάνει τα πάντα να αναστηθεί και να πάρει τη θέση της εδώ και τώρα, θέλει να γίνει παρόν ξανά, θέλει να ξαναγίνει αβεβαιότητα. Έτσι, όσο πιο έντονη είναι μια ανάμνηση, τόσο πιο πολύ έχουμε υπερβάλλει στο φόβο ενός τετελεσμένου παρόντος.  Στο μέτρο μιας ειρωνείας που διέφυγε της ολοκλήρωσης της σαν βεβαιότητας, ποιος αληθινά μπόρεσε να διακρίνει το χιούμορ της φύσης πίσω από τη διαπίστωση ότι η ύπαρξη προϋπάρχει της ουσίας? Λοιπόν ναι, είμαστε όλοι ανόητοι. Ξεκινάμε μωροί, από έναν θάνατο της ευφυΐας για να διαμορφώσουμε στην πορεία έναν θάνατο της ανοησίας. Κάθε φορά που δημιουργείται ένα σύστημα ύπαρξης, η ανοησία δεσπόζει. Θα το πω: Ανόητος είναι αυτός που δεν επιμένει να υπάρχει σε μια πορεία προς το σημείο εκείνο απ’ το οποίο και μετά η ύπαρξη αποκτάει ουσία, δηλαδή αναμνήσεις. Ευφυής είναι εκείνος που αντέχει στο πόνο και ηλίθιος αυτός που γίνεται θύμα της εποχής του. Κουραστικό δεν είναι να επιμένεις, αλλά να εγκαταλείπεις τη μαγεία. Για αυτό και ο έρωτας που δεν περνάει επίπεδα ώστε να αυτοεπιγνωστεί και πάλι έρωτας, δεν είναι τίποτα άλλο από μια ένδειξη ενός ανθρώπου που υπάρχει χωρίς να το γνωρίζει. Είναι ένας άνθρωπος χωρίς ουσία. Μια αδύναμη καρδιά χωρίς αξιοπρέπεια είναι πάντα μια αντιδραστική οντότητα που πιθηκίζει και που χρησιμοποιεί τους ανθρώπους ως κλαδιά, πριν αφήσει το ένα έχει πιάσει το άλλο. Όμως η ανθρώπινη φύση δεν μπορεί να χειριστεί με επιδεξιότητα μια τεχνική που είναι ασύμβατη με εκείνην. Αργά η γρήγορα τα πόδια θα ατονήσουν και η γη θα μοιάζει με τόπο αφιλόξενο για ένα πλάσμα που καμώνεται τη μαϊμού χωρίς να είναι. Οι διαδοχές του είναι σε δεν είναι και αντίστροφα, είναι φυσικές διαδικασίες της συνύπαρξης, όχι μιας αιώνιας μεταμφίεσης που επιστρέφει σε μια πρώιμη εξέλιξη που είναι κιόλας παρελθόν. Δεν είναι μια ατομική υπόθεση ο ανθρωπισμός, αλλά ο υπαρξισμός. Όπως από την υλική υποκειμενικότητα του κβαντικού σώματος που βυθισμένο μέσα στην απροσδιοριστία της γνώσης του είναι αδύνατον να προβλέψει κανείς με ακρίβεια τη θέση του και την ορμή του, έτσι και η ένωση πολλών πιθανοτήτων συγκροτούν μια βεβαιότητα, μια καρέκλα, ένα βάζο, ένα ποτήρι ή μια μπάλα. Έτσι, όπως ακριβώς η φύση κατασκευάζει από το σμίξιμο τυχαίων συναντήσεων της αβεβαιότητας βεβαιότητες, έτσι και οι ερωτευμένοι συγκροτούν ένα αστέρι μέσα σε μία θάλασσα από όμοια αντικείμενα.  Για τα σώματα αυτά η γνώση μιας μελλοντικής εξέλιξης είναι δυνατόν να προβλεφθεί με σχετική ακρίβεια που μπορεί να ονομαστεί χωρίς βλάβη της γενικότητας βεβαιότητα, έτσι όπως πολλές φορές  ο έρωτας οδηγεί στην αγάπη. Για αυτό ο ανθρωπισμός είναι μια βεβαιότητα που πηγάζει από την απελπισία του ατόμου να κατανοήσει και να δεχτεί τον ίλιγγο της ύπαρξης του. Όθεν, αν ο έρωτας θα ξαναγίνει έρωτας τότε ο χρόνος θα γίνει αγάπη. Σε αντίθετη περίπτωση, ο έρωτας είναι μια αντιδραστική στιγμή της απόλαυσης ενός εμπόρου που απευθύνεται στην ίδια ηλιθιότητα με έναν ηλίθιο: στον βαρβαρισμό. Αλλά η κτηνωδία είναι η αθώωση των ερωτευμένων. Να γιατί υπάρχω σημαίνει λερώνω τα χέρια μου. Σημαίνει πόνος.

Intermezzo Δ)  Η ΚΟΥΤΗ ΑΝΝΑ ΚΙ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΣΚΗΝΟΘΕΤΗΣ

Αφήνουν στη διάσταση να κυριεύσει
μέσα στη διάσταση
το περιορισμό  μας να ζητήσει,
μειώνουν τους βαθμούς ελευθερίας
και μας σκοτώνουν με κρυοπαγήματα,
έτσι διαπρέπει
η  σιωπή του τρόπου στον τρόμο
την στη σιγή που λέει εγώ κι εσύ για να φιμώσουμε τον άνθρωπο
«…και να κινείστε υπόγεια και σιωπηλά
θα λάβετε ότι επιθυμείτε πλάγια» σας ψιθυρίζει η βρωμιά
να κινείστε πλάγια
να γλείφεστε πλάγια
να διεκδικείτε πλάγια
και να δικάζετε αθόρυβα
που δεύτερη φορά τυχαία ωσότου συναντηθήκατε
αποκλεισμένοι σε χιόνια, ίδιοι σταγόνες δυο σα δηλητήριο είστε,
κι είναι καλά χωρίς την εποπτεία
γιατί δεν θα τολμούσες τηλέφωνο να πάρεις από αυτόν που τώρα σ’ αρέσει
μα πάντα απαιτούσες από αυτό που ήθελες
να έρχεται από μόνο του σε σένα
κι ως πέφτει  αυλαία  σ’ ένα θέατρο δειλό
να που σηκώνεται σαν μετριότητα η νέα αυλαία π’ ονομάζεις έρωτα
τώρα το στίχο του Amore Fati δεν αντέχεις,
να στέλνεις  αγάπη σε σκιάχτρο από βούτυρο στις ικεσίες
με το ρολόι πόνος παραπόνων π’ έδειχνε είσαι μια σκύλα τελικά
και για το είναι ελεύθερο η εποχή της πληροφορίας να τρέφεται συνδιαλλαγές
όταν η τόση ομορφιά ή άγρια και η ακέραια
μεμψίμοιρη ανέκφραστη κείτεται στο φουαγιέ κάποιου Τ
όπου ένα των χιονισμένων αποκλεισμών  βράδυ
ο νεαρός αδερφός του Baudelaire, Αυτός κι ο Κάρολος
οι γιοι του Αρχίλοχου,
γνήσιος δανδής του 19ου μεταφερμένος σαν κλόουν στον 21ο
όταν διάβαζε εκείνη τη παράγραφο με τη φράση που σιχαίνεται όσο τίποτα
«είναι αυτό που είναι»
κι αμέσως μετά  γυρνούσε με ευθυμία να το εκφράσει
συγγνώμη, είστε ο κος Τ?
-ναι
-διάβασα αυτή τη παράγραφο και ήθελα να σας πω ότι μόλις με κάνατε εχθρό σας
κι αυτός ο κύριος
πήρε το γραπτό του
τ’ έριξε μια ματιά κι είπε -συζήτησε το με τους φίλους σου
κι ο σακατεμένος δανδής πήρε πίσω το βιβλίο και απάντησε
-δεν έχω να συζητήσω τίποτα με κανέναν, αυτό που γράψατε είναι ένας διάλογος με τον εαυτό μου
κι όλα
η εγκατάλειψη που λύει το ναι
φυγή που συμφωνεί
και λέει πάψε
πάψε αγάπη πάψε
πάψε δε σε καταλαβαίνω
πάψε είσαι ανυπόφορη
πάψε είσαι εκτός μόδας
δεν είσαι εναλλακτική
δεν είσαι αρεστή
κι όχι ένα ζήτημα εκτός δημοκρατίας
πλην ένα ζήτημα έρωτος
περιορισμός  μιας εμμονής
π’ όλο θέλει ν’ αγκαλιάζει στον άνθρωπο
τον έναν άνθρωπο
με πρόσωπο που υπήρχε σαν χαρακτήρας
πολύ πριν το φως πέσει καταπάνω στην έκφραση
πολύ πριν η ανάγκη για λυρισμό
κάνει το ποιητή να αναθεωρήσει τη ποίηση
την αγωνία των γονιών
ή  των λοιπών
καλοθελητών και συγγενών αιμοδιψών σταυροφόρων
που τόσο πλήθος βάρβαρο
τόσο φυλακτικά υποτιμητικό
που δεν ρισκάρουν στο καλό μας
μια εμπιστοσύνη στη βούληση
ή στο λάθος,
μια δεξιότητα της αντοχής
γιατί από καλοσύνη
όπως όταν μας απαγόρεψαν να ζούμε
υπό το πρόσχημα ότι ζούμε
κάτι άλλο από αυτό που οι ίδιοι δε ζουν
η επιτυχία μιας πανάρχαιας συνταγής
από φόβο να διαφέρεις και μόνο
όπως δεν θα επιτρεπόταν  ποτέ στο ψύχος τέτοια πρωτόκολλα ελευθερίας
όχι κάτι πάθος
όχι κάτι έντονο
όχι κάτι λάθος
κάτι δικό μας όχι
οι ευλογίες της μαμάς που καμώνεται τη σκακίστρια
παίχτης που υποτάχτηκε στη σιωπή
κι οι ευλογίες του μπαμπά που καμώνεται το μουσικό
όργανο που κανείς το λυπάται όταν το δει έξω από εσένα
Η αγάπη έχει νόημα μεταξύ ξένων μόνο-να το θυμάσαι αυτό
Να θυμάσαι ότι γεννηθήκαμε   για να δημιουργήσουμε ξένους
Κι όχι να επιβάλουμε την αιμομιξία
Το σμίξιμο στην ανακύκλωση του αίματος όχι
Όχι- σμίξιμο μεταξύ μακρινών αστεριών αυτό είναι
Όσο πιο μακρινοί τόσο πιο αφροδίσιοι
Κι όσο πιο αφροδίσιοι τόσο υγιείς θα είμαστε
σπατάλη  που γελά απ’ το μεθύσι κι αυτοσυνέπεια ο ρυθμός
Είμαστε ποιήματα χωρίς λυρισμό
και θα τ’ απαγγέλλουμε καλύτερα κι από τραγούδι
αν το νιώθεις να ξέρεις είσαι ένας fluxus ποιητής
Ψυχή σε μια Τέχνη ενωμένη με τη ζωή
Τώρα ξανά σ’ ένα λυρισμό που
στα μάτια μόνο όσων νομίζουν τη ποίηση σκάκι ή βιολί
στα μάτια μόνο όσων νομίζουν  την έκφραση τους ευνουχισμένη
προορισμένη κατά συνθήκη έκφραση όπως ορίζουν την πλάγια αναρρίχηση
πάνω στις πλάτες τ’ ανθρώπου
π’ άλλο τρόπο απ’ το να κοιτάει ψηλά δε γνωρίζει
μα πετυχημένοι κύριοι που τη ποιότητα καμώνονται
αλλά με κλούβιο χρυσό αυγό αντιστοιχίζονται
κι αποσταγμένοι ζωτικοί κρόκοι καταλαμβάνουν τον τίτλο του πνεύματος
χωρίς να γνωρίζουν
ότι όλα τα έργα είναι φτιαγμένα από το λίπος και τη τσόχα του J. Beuys
προτομές από πάγο κάτω απ’ τον ήλιο
σαν εκείνους του μοναχούς Σαολίν με τα ψηφιδωτά της άμμου
στον άνεμο πόσο ήρεμα χαμογελάνε στη φθορά
να κρατάτε την ουσία κύριοι, ακούστε τη σκόνη στον άνεμο και μην φοβάστε
όταν ένας ξένος έρχεται και σας μιλάει
να τον σέβεστε θα έπρεπε αν θέλετε να σώσετε τη ψυχή σας, να μην τρέμετε
γιατί εσύ κύριε Τ σηκώθηκες και κρύφτηκες πίσω από το μύθο
πίσω από τα έργα
άνοιξες εκείνη τη πόρτα και ξαναμπήκες μέσα στη σκηνή
κι έβαλες τους ηθοποιούς σου να έρθουν να μαλώσουν το νεαρό δανδή
κι εκείνοι από φόβο μήπως απολυθούν
βγήκαν έξω λυσσασμένα σκυλιά
κι άρχισαν να μαίνονται εναντίον του ποιητή
ενάντια του φίλου τους
σήκωσες μια ολόκληρη μηχανή κύριε Τ
γιατί εσύ δεν είχες το θάρρος ή την εντιμότητα
την αντοχή ή την ουσία
να μείνεις να ρωτήσεις τι ο ξένος ίσως εννόησε
να μεταλαμπαδεύσεις τη διαφωνία
τη συμφωνία
να κεντήσεις διάλογο μ’ ένα ψίχουλο
και τώρα
τα ποιήματα δε νιώθουν να ζήσουν στα χέρια σου μετά απ’ αυτό
κι έτσι το θέατρο μέσα από τα χέρια ξεγλίστρησε
ένα θέατρο που είναι αυτό που είναι
μια προσποίηση που εννοεί το ψέμα
σ’ ένα μεράκι χωρίς ουσία-
να λυπάσαι όσο πόνο προκάλεσες στο ξένο, αυτή είναι η προσευχή «Τους»
δεν είναι ένας εγκλωβισμός η ευγένεια κύριε Τ
όταν καμιά φορά η αδιαντροπιά είναι περισσότερο ευγενική μέσα στην αλήθεια της,
τότε μην ντρέπεσαι
του αίματος τους οικειώτες,
αν μας επιτρέπουν, να είμαστε καθημερινοί άνθρωποι μας επιτρέπουν
κι αν  δεν μας συγχωρούν οτιδήποτε άλλο,
μας θέλουν σαν κοιταζόμαστε στο καθρέφτη να σκιαζόμαστε σαν εκείνους
δεν θέλουν ερωτευμένοι δικό μας σώμα,
δεν θέλουν να εκφραζόμαστε
κι είναι πιο ένοχη η αιμομιξία από το φόνο τότε
σαν ένα σφάλμα που συγκαταβατικά παραδίδεται στην ανάγκη
όπως εκείνο το μουσείο από στοργή νομίζει ότι περισώζει
το έργο
την ανάγκη
το αίμα
αυτό που ονομάζουνε ασφάλεια
αλλά είναι μια ανασφάλεια και λέγεται ζωή
εσύ που μιλάς για το πνεύμα, για το πολιτισμό, για το θεό
εσύ που μιλάς για έρωτα όποιος κι αν είσαι
για μένα και τον άλλον
σου ζητώ να μη σεβαστείς εμένα αν μ’ αγαπάς όπως λες
αλλά ν’ αγκαλιάσεις τον άλλον
να του συγχωρέσεις το περισσότερο κακό που θα κάνει σε μένα
παρά να συμπαθήσεις το λιγότερο καλό που του έκανα εγώ
η καθολικότητα της αγάπης είναι αυτή
αν το νιώθεις σ’ όλη του τη διάρκεια μη το μιλάς εμπιστοσύνη
όχι αν είσαι άνθρωπος
για ανέσεις  αν είσαι ελεύθερος να μη μιλάς
η φύση δε είναι μια  κυρτή αναφορά στην ηθική
αλλά μια τέχνη με βαθύτερη αναφορά στην ανθρώπινη θέση εντός της τραγωδίας
ίσως καμιά φορά στη κόψη του ορίζοντα ν’ ατενίζει
τη γλυκιά εκείνη στιγμή που ο άνθρωπος στοχάζεται τη δέσμευση
αλλά αυτός είναι ο απόηχος της ανακούφισης μετά το κίνδυνο
(για έναν ξένο)
κι έρωτας αυτό σημαίνει
κίνδυνος και αγκαλιά στο ξένο
«ότι κι αν σου πω είμαι ερωτευμένη μαζί σου
εννόησε αυτό
να, απείλησε με, δε με νοιάζει
«μη σε νοιάζει», ορίστε η αληθινή αγάπη
αν αγαπάς όλα είναι θέατρα του είναι αυτό που δεν είναι
και του δεν είναι αυτό που είναι
τον αγώνα που ιδρώνει σαν παιχνίδι να μην τον κουράζεσαι ποτέ
ο ιδρώτας ήτανε πάντοτε βαρύς για το δρομέα
ας μην ακολουθούν τις οδηγίες αυτών που ονομάζουν «παραπάνω»
όσοι αργότερα επενδύουν στην επαφή τους ασφάλεια,
μα αν η συμβουλή τους ήμασταν  εμείς  θα μας άφηναν στην ησυχία μας
ότι οι ίδιοι δεν θα τολμούσαν χωρίς επιτυχία να ερωτευθούν, θα τολμούσαν?
σα να έσερναν ανώνυμοι μελαγχολικοί τα κατώτερα σκυλιά της ηθικής
με τρίχωμα από τίγρη
υπό την απειλή της φύλαξης
στη γειτονιά την εγκλωβισμένη τους κόρη
που τόσο πολύ αγαπούν λένε
τη  περιφρούρηση
ή τη φυλακισμένη τους κόρη?
όταν παιδούλα έρχεται να πέσει στην αγκαλιά τους με δάκρυα
Ότι μια ώση
σώμα στο σώμα  ο πόνος τους ρουφά
να της έλεγαν στο διάολο να πας και ζήσε το κόρη μου,
δεν θ’ αγόραζαν θάνατο
στο όνομα της οικογένειας τότε,
άγνοια τότε την απαγόρευση
να θάβουν έρωτες
λες κι οι ποιητές ήταν οι εχθροί του έρωτα κι η ταφόπλακα της τέχνης,
ποτέ και όχι.
Αχ, κρίμα σ ένα κρίμα
που δεν θα επέτρεπε από αυτό που οι ίδιοι ζουν
μέλλον άκαιρο και ξένο
δικό μου και δικό σου
Λοξίως το λάθος  να εμπνέει λοξώς,
υπό κειμένω αθλητή  των εμποδίων
εικόνα ιεροψάλτη ερωτευμένου μοναχικού
που τρεμοπαίζει στη φωνή του η δειλία των  γυμνών μας  αιώνων
όπως ο ποιητής που  θα έπρεπε   κανονικά  να σταματά και να γελά
τίποτα ίσως να μην αναφέρει θα έπρεπε
και που ακριβώς αυτό ωστόσο
ποτέ  πως ξέρει που να σταματά δεν υπήρξε
παρά μονάχα
παράδοση μια γενναιότητα η γενναιότητα στο ακέραιο
η πρόστυχη του ποιητή η τρυφερότητα
δε σταματά εκεί που τελειώνει η σάρκα της λέξης
αλλά σε κάποιου ερεθισμού την αιχμηρή του τύχη
όπως η άφιξη της λεβάντας στο στέρνο λίγο πριν το θάνατο
και προσευχή στη γονιμότητα ή το ρυθμό στη πράξη
ένας αδιάκοπος έρωτας για αλήθεια και ουσία,
να ζητούσαμε όλοι σ ένα αντάρτικο ψίχουλο
που να  διαρκεί για πάντα, την εαυτότητά μας,
η μοναξιά μας εκεί,
ένας σωστός διάλογος
να ήταν,
αλλά φαίνεται μαθαίνουμε να μοιραζόμαστε φαινόμενα που μας σκορπίζουν
Όπως εγώ μοιράστηκα εσένα
Με άλλους
Καιρό τώρα
και με λύπη ακούω
να ζητάς από τον έρωτα τη μετριότητα,
κι ακούω τις φωνές του κρεβατιού που σφαδάζει από ληστρικό τώρα,
αλλά δε με νοιάζει άλλο,
πέφτω στα πόδια σου στη μέση των δρόμων
και μου μιλάς στάζοντας ξίφος
με καις όπως θερμαίνει από το κούτσουρο στης φωτιάς μια στάχτη
κι ούτε αυτό με νοιάζει
Με νοιάζει όμως που ξέρω ότι τα ποιήματά που λοιδορούσες
όταν στα έγραφα
Σε άλλους τα στέλνεις σαν να είναι δικά σου
Δε λέω ότι είναι δικά μου ακόμα κι αν τα έγραψα εγώ
Ξέρω
Ένα έργο που φεύγει από το χέρι του δημιουργού κι εκτίθεται
Παύει να είναι δικό του
‘Άλλο λέω
Λέω πως όταν τα έγραφα δηλητηρίαζες τη προσπάθεια,
Αν ήμουν σαν το δύστυχο ποιητή Ηλία Λάγιο θα έπεφτα όπως αυτός απ’ το μπαλκόνι
Με νοιάζει που ξέρω που εκείνο το άτυχο βράδυ ένας πραγματικά αξιόλογος θεατρικός σκηνοθέτης, φέρθηκε σαν πραγματικά αξιόλογος νταβατζής
Κι αναρωτιέμαι
Πως εκείνη η γυναίκα θα νιώσει την μία και μοναδική αγάπη στο μέλλον
όταν μόνο να περνάει καλά λέει και ξαναλέει
όταν μόνο η γνώση αγγίζει στη σάρκα τη βαρύτητα
και μας νομίζουν μαύρες ψυχές
χωρίς απαλότητα
Και πως οι ηθοποιοί του κύριου Τ
θα απελευθερώσουν το θέατρο
από την ομηρία του σκηνοθέτη τους, ρωτάω
δεν εννοώ τη σιωπή που αυτοαναφέρεται
που ταυτολογεί
που ετερονομείται
όταν ακόμα κι ο G.Steiner, τη σιωπή στις σειρήνες την χαρίζει
λόγο στον άνθρωπο την ουσία να κερδίζει
Κύριε Τ
δεν διαφωνώ με το θεατρικό σας έργο, ούτε αμφισβητώ την ιστορία σας
το φόβο που ταΐζετε τον ηθοποιό σας, εχθρεύομαι
και την ουσία σας π’ αργοπεθαίνει προτείνομαι ν’ αγκαλιάσω
κι αν δεν ανησυχούσα μήπως απολύσετε το φίλο μου
θα έγραφα δίπλα στο «Τ» και το υπόλοιπο –ερζόπουλος,
όσο για σένα Άννα, μένω αηδιασμένος,
Τόσο από ψέμα χωρίς ευδαιμονία
Όσο κι από έλλειψη γούστου χωρίς ευφυΐα
Είναι κι αυτός ένας τρόπος να ξεπεράσει ένα ελεύθερο τοπίο
Το φόβο
Τη καταπάτηση
Την λειψυδρία θα μου πεις.
Μαζί σου. Στην έχθρα και στο μίσος μαζί σου.

————————————-

Κάτω από το δέρμα βρίσκεται όλη η επιφάνεια του πόνου. Όταν πληγωνόμαστε θαβόμαστε κάτω από το δέρμα,  είμαστε κιόλας μια επιφάνεια πόνου μέσα σε μια σκέψη που τα ερμηνεύει όλα με όρους πληγής. Τότε συμβαίνει κάτι πραγματικά συγκλονιστικό. Αυτός που έχει αποκτήσει τη δυνατότητα παράλληλα με το αίσθημα του πόνου να κατανοεί και να γνωρίζει, θα παρατηρήσει αίφνης ότι  ο καιρός θρηνεί μαζί του. Τον παρηγοράει. Πολλές φορές ο καιρός στρέφεται ακόμα και ενάντια σε αυτόν που δημιούργησε τη πληγή στον άλλον. Αυτή τη συσχέτιση, στον μεσαίωνα την χαρακτήριζαν ως μαγεία και τον μάγο ή την μάγισσα τους έριχναν στη πυρά. Αλλά πρέπει να βλέπει κανείς πίσω από τις ερμηνείες και τις παραστάσεις των εικόνων. Δεν είναι όλα μια επικοινωνιακή τακτική που σκοπεί στην απονεύρωση των πραγμάτων, γιατί τότε κάθε σύστημα ατονεί και τελικά καταρρέει μέσα στην ανοησία του. Αλλά και πάλι πρέπει να βλέπει κανείς πίσω και από την ίδια την παρηγοριά του. Πέρα μακριά στο κέλυφος της μοναξιάς, πέρα από τη πληγή της ύπαρξης, πρέπει κανείς να μπορεί να πιάνει τη γνώση τη στιγμή εκείνη που παγώνει ο πόνος. Ναι, γνώση είναι μια ύπαρξη που δεν πληγώθηκε. Γνώση δεν είναι εσύ ούτε εγώ. Γνώση είναι ότι ακόμα δεν είμαστε όταν σταματήσουμε να πονάμε. Όποια ιδέα  ενσωματώνεται , παύει να υπάρχει. Έχει γίνει μια δράση. Είναι μια ιδέα που σταμάτησε ν’ ατενίζει. Θάβεται κάτω από το δέρμα και γίνεται πόνος. Με τον τρόπο αυτό οι ιδέες απαρτίζουν την διαλεκτική παλέτα του λόγου, από το είναι στο μη είναι κι από το μη είναι στο είναι.

Intermezzo Ε) Ερωτευμένες χιονονιφάδες

 Ήταν χειμώνας κι όλοι οι ερωτευμένοι της γης μόνοι τους. Λυπημένοι σαν σπασμένα τόξα και σαν τσαλακωμένες χορδές έβλεπαν το φτερωτό πειραχτήρι θεό πληγιασμένο να αναρρώνει κάτω από μια ελιά. Τα βέλη των ερωτευμένων όλων τα έβλεπες μέσα στη φαρέτρα τους εν αχρηστία να σαπίζουν από κρυοπαγήματα. Όλοι φοβόντουσαν κι όσο πιο πολλοί φόβοι ενώνονταν τόσο πιο πολύ ο θάνατος έμοιαζε με ασθένεια. Μικρότεροι χιονοκρύσταλλοι έπαιρναν τη θέση τους στον ουρανό, σχημάτιζαν πόρους μέσα στα σύννεφα και πύκνωναν το βάρος τους μέχρι να πέσουν. Αινιγματικές χιονονιφάδες σμίλευαν με το καλέμι της θερμοκρασίας το σχήμα τους στην υγρασία, εξαγωνικό, οκταγωνικό, κάποιου δίσκου ή κάποιας στήλης, και αναπτύσσονταν αργά σ’ ένα εντυπωσιακό πρισματικό άστρο ή σε κάποιο ψυχρό δενδρίτη  δημιουργώντας την τέλεια συμμετρία στον θαυμασμό. Αυτοί οι χειμώνες είναι πραγματικοί αρχιτέκτονες αναφωνούσαν οι ναρκωμένοι στο χώμα σπόροι . Αλλά οι χιονονιφάδες είναι εξαιρετικά εύθραυστες κι ευαίσθητες. Λιώνουν εύκολα, ακόμα κι από την ανάσα, ακόμα κι από το πολύ κοίταγμα. Προτού προλάβει κανείς να τις περιεργαστεί, σταματούν να υπάρχουν. Για να διατηρηθούν, κάποιοι έσπευσαν να τις καλλιεργήσουν επάνω σε τρίχες λαγού ή μέσα σε ιστούς αράχνης ενώ κάποιοι άλλοι πέταξαν με ερευνητικά αεροπλάνα μέσα από τα σύννεφα. Δε γινόταν τίποτα. Εκείνες συνέχιζαν να λιώνουν τόσο εύκολα μέχρι τη μέρα που ένας ερωτευμένος κύριος, για έναν έρωτα χωρίς αντίκρισμα, χωρίς επιστροφή, χωρίς πίστη, στην απόγνωσή του επάνω, έφτιαξε τον πρώτο θάλαμο παραγωγής νιφάδας με ηλεκτρικά πεδία. Οι νιφάδες αναπτύσσονταν στο άκρο μιας βελόνας από πάγο μέσα σε έναν μεταλλικό κύλινδρο. Μέσα εκεί ρυθμίζονταν οι μεταβολές της θερμοκρασίας και της υγρασίας με τη βοήθεια θερμαινόμενου νερού. Ο θάλαμος αυτού του ερωτευμένου κυρίου αποτελεί το πιο αξιόπιστο σχεδιασμό της λεπτότητας του ψυχρού νερού, του νερού όταν αποφασίζει ν’ ασχοληθεί με το αποτύπωμα του ερωτευμένου αμόκ: Κάθε καλοκαίρι είναι ένα ξέφρενο μοντέλο που ποζάρει για τον χειμώνα και στο ερώτημα αν υπάρχουν όμοιες νιφάδες πρώτα θα πρέπει να πείσετε τους εαυτούς για τον αν υπάρχει αληθινός έρωτας που να οδηγεί στην αγάπη. Μέχρι στιγμής νιώθετε το τσίμπημα του ηλεκτρικού πεδίου, πετάγεστε φορτισμένοι όρθιοι κι η κίνηση των φορτισμένων εαυτών σας δημιουργεί μια μαγνητική έλξη μεταξύ σας. Μέχρι να μάθουμε να μην χρησιμοποιούμε όμοιους πόλους στο συναγχέμαχο, μπορούμε να κοιτάμε τις νιφάδες του χειμώνα που χορεύοντας  τα εξαγνισμένα δάκρυα του ουρανού, πέφτουν σε μια απόκοσμη ησυχία, άρρηκτα συνδεδεμένα με ένα χιονισμένο τοπίο που μοιάζει με πένθιμη σιωπή, μα ακούστε λίγο καλύτερα, λίγο πιο προσεκτικά παρακαλώ. Νομίζουμε ότι το χιόνι που πέφτει στο έδαφος δημιουργεί ένα είδος μόνωσης  που πνίγει τους θορύβους. Ναι, αλλά τι γίνεται όταν το χιόνι προσγειώνεται στα υγρά? ‘Όταν μια ανάλαφρη νιφάδα χιονιού πέφτει στην επιφάνεια του νερού προκαλεί έναν απίστευτο θόρυβο αυξανόμενης έντασης- ξεκινά μ’ ένα πλινγκ και καταλήγει σε ουρλιαχτό σαν τη σειρήνα της πυροσβεστικής που πλησιάζει και μπορεί να διαταράξει τα σόναρ που μετρούν τους υποβρύχιους ήχους εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά. Αλλά αν κάνετε μια βόλτα στους ωκεάνιους βυθούς με υποβρύχιο το πιθανότερο είναι ότι θα πέσετε σε κάποια υποθαλάσσια χιονοθύελλα. Όπως τότε με τους πρώτους ναυτικούς που ταξίδεψαν κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας κι έμειναν έκπληκτοι από το γεγονός ότι υπάρχουν πολλά είδη χιονιού, κι έτσι όπως υπάρχει το διαστημικό χιόνι τριμμάτων σκόνης από υπολείμματα σύγκρουσης αστεριών ήλιων και πλανητών έτσι υπάρχει και το υποθαλάσσιο χιόνι που φωσφορίζει μέσα στο σκοτάδι  κι έχει όλα τα χαρακτηριστικά του χιονιού της ατμόσφαιρας αλλά δεν είναι από νερό αλλά από νεκρούς μικροοργανισμούς του πλαγκτόν που συγκεντρώνονται σιγά σιγά στα επιφανειακά στρώματα του νερού και με τρόπο ανάλογο αυτόν του χιονιού, σχηματίζουν νιφάδες που πέφτουν στο βυθό και σχηματίζουν ιζήματα από θρεπτικές στρώσεις χιονιού. Εκεί στους βυθούς παιδιά θεωρούνται οι μικροοργανισμοί αλλά δεν μπορούν να φτιάξουν χιονοοργανισμούς  όπως τα παιδιά της επιφάνειας φτιάχνουν χιονάνθρωπους και πολύ περισσότερο δε μπορούν να φτιάξουν χιονοργανισμούς με τους ίδιους τους τους εαυτούς όπως τα μικρά πλάσματα της επιφάνειας δε μπορούν να φτιάξουν χιονάνθρωπους με τα ίδια, γιατί στους βυθούς η πίεση των υγρών είναι μεγάλη, είναι μια τεράστια ανάγκη για τροφή, γιατί στους βυθούς των ωκεανών αντικρίζεις την απόλαυση μέσα σ’ ένα απέραντο σκοτάδι από φωσφορίζουσες κινούμενες νιφάδες που κατεβαίνουν λικνιστά ζιγκ-ζαγκ κατά τη θέληση των υγρών ανέμων που οι ναυτικοί ονομάζουν θαλάσσια ρεύματα και οι ερωτευμένοι διαμαρτύρονται και τα χαρακτηρίζουν υγρά ηλεκτρικά πεδία ή χάριν απλότητας ηλεκτρικά πεδία. Όχι δεν ήρθε η ώρα να συγχυστούν οι φυσικοί και οργισμένα να παρατηρήσουν πως κάνουμε λάθος. Κάτω από τη πίεση των υγρών οι λέξεις αλλάζουν, στριμώχνονται μέσα σε εικόνες πιο διαφορετικές από αυτές που έχουμε συνηθίσει και τότε είναι απολύτως λογικό η παλιά λογική, η εκτός λογική υγρών και βυθών ν’ αλλάζει ραγδαία λεξικά και σημασίες, να μην είναι αυτή που ήταν κάποτε, έξω στην αμμουδιά, στα βουνά στις πεδιάδες, στον αέρα.

Intermezzo Z) Ισχυρά Πυρηνικά Αιδοία

<<Που είχες πάει? τη ρώτησαν οι άλλοι, και τότε είδαν τα μάτια της, “είναι από την υγρασία” είπε και φόρεσε τα γυαλιά της κι ένας πρότεινε να φύγουνε γιατί έπιασε ψύχρα. “Κάποτε θα το δεις, δεν υπάρχει τίποτα απ’ όλα αυτά”. “Το ξέρω, έχεις δίκιο” είπε και κοίταξε απ’ το πλάι που οδηγούσε μ’ ένα χαμόγελο επάρκειας στο δεξί του μάγουλο. Γέλασε και της άνοιξε τη πόρτα να κατέβει “αύριο θα μου τηλεφωνήσεις”, είπε χωρίς ερωτηματικό στη φωνή του και ξεκίνησε γρήγορα” >>

 

(σελ 123, περίοδος 6,7,8, “Η προδοσία και ο μύθος”, Κωστούλας Μητροπούλου, εκδ ΜΙΝΩΑΣ)

Ξέρουμε ότι αυτό που ονομάζουμε μοντέρνα τέχνη, όποτε συνελήφθη, αυτό συνήθως γινόταν μέσα από ένα ατομικό πρόσχημα αισθήματος του ανικανοποίητου απέναντι στην πιστή αναπαράσταση του ρεαλισμού, επειδή ως ρεαλισμός, είχε πάψει να αντιπροσωπεύει το ωραίο και την ελευθερία (εδώ καλό είναι να έχουμε για αργότερα κατά νου τις προσπάθειες του κινήματος του κοινωνικού ρεαλισμού στη διάρκεια του μεσοπολέμου), ρεαλισμός που κατά βάση υπήρξε υποταγμένος στο «ιερό φρικίασμα» της λήθης και του κοινωνικού βασανισμού για χάρη του «ενός», παρά τις γενναίες προσπάθειες της αναγέννησης καθώς και του διαφωτισμού, που προσεγγίζοντας όσο γινόταν περισσότερο-σε μια προσπάθεια κοινωνικής αφύπνισης των ανθρώπων-τη βάση τους- όχι απλά μόνο του ελληνικού κλασικισμού, αλλά γενικότερα του τρόπου θέασης της φύσης των Ελλήνων, είχε παγιδευτεί σε μια ανθρωπότητα που είτε αρνιόταν πεισματικά να θυμηθεί την θρησκευτική πολυσυλλεκτικότητά της βυθισμένη αλλά και βολεμένη μέσα στην ιστορική της έξη καθώς είχε μεταγίνει ( ιστορικό σύνδρομο της Στοκχόλμης με ένα τρόπο), είτε τέλος, επειδή είχε απολέσει οριστικά εκείνο το λαμπερό κι ακομπλεξάριστο πνεύμα ελευθερίας για το οποίο παινεύεται στον επιτάφιό του ο Περικλής. Εδώ το ζήτημα της φύσης δεν περιορίζεται αποκλειστικά στην βουκολικότητα της υπόθεσης ή ενός νατουραλισμού όπως ίσως μπορεί να νομίζουν οι περισσότεροι κι απόδειξη αυτού είναι πως στους εικαστικούς κύκλους, το θέμα της παράστασης οποιασδήποτε συλλογής αντικειμένων και καθοιονδήποτε τρόπο, διάταξη ή τεχνική αποκαλείται απλά ως «νεκρή φύση»,  αφού σε πρώτη φάση, διαφεύγει κατά πολύ από τα αμιγώς καλλιτεχνικά προβλήματα που θέτει ο δημιουργός στο επικείμενο της ανάπτυξης της τέχνης του . Ωστόσο, είτε έτσι είτε αλλιώς, κάθε φορά ο μοντερνισμός γεννιόταν ως αναγκαιότητα των δημιουργών είτε να πρωτοτυπήσουν, είτε απλά γιατί τους συνέβαινε να αντικρίζουν το φυσικό είναι μέσα από τον δικό τους τρόπο «παράστασης» του αντικειμένου σε αντιδιαστολή με ένα πιεστικό κοινωνικά ηθικό πεδίο που έπεφτε να περιορίσει την τεχνοτροπία ή την θεματική τους με κάθε μέσο προκαλώντας τους καλλιτεχνική ασφυξία, κάτι που ως φαινόμενο δεν παρατηρείται στην προχριστιανική αρχαιότητα σε καμία περίπτωση και αυτό πρέπει να μας προβληματίσει βαθιά στα πως και τα γιατί. Έτσι, αρχικά στη δύση του διαφωτισμού,   οι διάφορες ικανές λύσεις που ψηλαφητά  διαπεδύουν  μετά τις φασίζουσες απαγορεύσεις του υιοθετημένου από τη Nova Roma ιουδαιοχριστιανισμού (κατά την ορολογία που –κακώς- επικράτησε μετά τον διαφωτισμό Βυζάντιο) που εντέλει με την πάροδο της όψιμης αναγέννησης κι ως σήμερα κατάφεραν να προταθούν εκ νέου με μια σχετική ελευθερία πνεύματος, εστιάζονται μοναχά σε τρεις καλλιτέχνες ζωγράφους που έμελλε να γίνουν τα ιδανικά των τριών βασικών κινημάτων της μοντέρνας τέχνης: η λύση του Σεζάν οδήγησε στο κυβισμό, η λύση του Βαν Γκονγκ οδήγησε στον εξπρεσιονισμό, και η λύση του Γκωγκέν στις διάφορες μορφές του πριμιτιβισμού. Γνωρίζουμε επίσης ότι στις δυο πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα δημιουργούνται σχετικά ταυτόχρονα ο σουρεαλισμός στη Γαλλία, ο φουτουρισμός στην Ιταλία, το νταντά στη κεντρική Ευρώπη, το bauhaus στη Γερμανία κι όλα αυτά χωρίς να υπολογίσουμε τις κατοπινές τους μετεξελίξεις, όπως το fluxus για το νταντά, τον αφαιρετικό εξπρεσιονισμό για το bauhaus ή τη ρώσικη πρωτοπορία. Κι αν με μια γρήγορη ματιά βλέπουμε ότι ο σουρεαλισμός εγκολπώνει το όνειρο και το τυχαίο, ο φουτουρισμός την ταχύτητα και την ορμή, το νταντά τις πρώιμες εγκαταστάσεις χώρων αλλά και την κατάργηση στη μνήμη, ενώ το bauhaus την εξαιρετική αφαιρετικότητα ( βλέπε σουπρεματισμός) και γύμνια των αντικειμένων προς αναγωγή της γεωμετρικής τους θεμελίωσης, θα αναφωνήσω “ω τι υπέροχα!”. Ποιος δεν μπορεί να δει μέσα σε αυτά τα λίγα αλλά επαρκή προαναφερθέντα στοιχεία, την ζωντανή αναπαράσταση του ίδιου του ανθρώπινου σώματος ως οργανισμού που προσπαθεί να επιβιώσει και να αντέξει κάτω από την ίδια την φυσική πίεση και κινδύνους, ως φύση ίδια μέσα στην φύση? Επιπλέον, δεν θα ασχοληθούμε εδώ με την πολιτική τοποθέτηση των έκαστων κινημάτων την εποχή που δημιουργούνται (όχι ακόμα τουλάχιστον σε αυτό το στάδιο) αλλά θα προτείνουμε με βάση τη σκυτάλη που αυτά τα ρεύματα έδωσαν ως προς τα ίδια είτε σε άλλα-παράγωγα ή μη, ένα μεγάλο ευρωπαϊκό θεώρημα σύγκλισης των τεχνών, θα προτείνουμε δηλαδή σε μια διαφωνία ή μη, με ή χωρίς πόλεμο, τις φιλοσοφίες του μετα-ϋπαρξισμού ως μια νέα λέξη, προεισαγωγικά μιλώ για τον υπερπρηνισμό της ματιάς τους, οδός προς τον κορυμβισμό, μιλώ για την ονοματοθεσία του μεταμοντέρνου: τη σύζευξη ή την διάζευξη των τεχνών. Το ανάλογο παράδειγμα είναι απλό. Κοιτάμε τον άνθρωπο πρόσοψη. Ο άνθρωπος μας απλώνει το χέρι με τη παλάμη κυρτή προς τα πάνω σαν να ζητάει ή σαν να ζητιανεύει, ή σαν να μας προσφέρει κάτι που δε βλέπουμε. Από μια αντίδραση άνευ σημασίας (θα μπορούσε να είναι ένα οποιοδήποτε ζεύγος δράσης-αντίδρασης)  ο άνθρωπος κάνει στροφή του χεριού ώστε η παλάμη να στραφεί προς τα κάτω (πρηνισμός) σαν να προτάσσει ολόκληρο το χέρι του αντί να ζητάει, ή σαν να έπαψε πια να ζητιανεύει ρίχνοντας κάτω αυτό που του δώσαμε, ή σα να έριξε κάτω αυτό που μας πρόσφερε εκείνος αλλά αρνηθήκαμε να δεχτούμε εμείς (χωράνε όποιες ερμηνείες στις μεταδράσεις του αρχικού ζεύγους δράσης-αντίδρασης). Κατά τη τελευταία σκηνή κοιτάμε τον άνθρωπο να υψώνει το πρηνισμένο του χέρι κάθετα και προς τα πάνω-με τη παλάμη να κοιτά κάθετα τον ορίζοντα όπως οι άνθρωποι που διευθύνουν την  έλευση των αεροπλάνων στους δρόμους των  αεροδρομίων μέχρι το χέρι να φτάσει στο ψηλότερο σημείο που φτάνει του καθενός, πάνω απ’ το κεφάλι (υπερπρηνισμός) του. Ή ισοδύναμα και επισχηματικά με ερώτηση: Ποια ζώσα δύναμη βαστάς πιο πάνω από το κεφάλι σου? Λοιπόν το αναφέρω: αν ο υπαρξισμός εμπεριέχει σπερματικά όλα τα ρεύματα των τεχνών, εν ολίγοις τις τάσεις τους, τότε ο μεταϋπαρξισμός είναι ο πρηνισμός του ανθρώπου απέναντι στον ίλιγγο της ύπαρξης του σε σχέση με την ύπαρξη των άλλων, είτε προσώπων είτε ιδεών είτε καταστάσεων, κι αν ο σουρεαλισμός είναι η πρώιμη τέχνη της συνείδησης  του υπαρξισμού τότε ο υπερπρηνισμός είναι το προ-μεταμοντέρνο ως μια μεταδράση αυτής της συνείδησης των διαπροσωπικών, των διαϊδεολογικών και των διακαταστασιακών τελεστών επάνω στο σώμα του υπαρξισμού και που σε λίγο, όταν θα έχει ξεπεράσει αυτήν την παιδιάστικη αντίδραση (που ο Σαρτρ λογοτεχνικά αποκαλεί ως «ναυτία»), στο στάδιο της επίγνωσης πλέον, θα λέγεται κορυμβισμός. Έτσι όπως ο έρωτας είναι πιο πάνω από τον έρωτα κι εκεί στοχεύει, ώστε πάνω εκεί και σε στέρεα βάση ανθίζει η σχέση που η αρχαία όραση αποκαλεί φιλότητα και εμείς σήμερα κάπως πιο απλουστευμένα αγάπη,  έτσι όπως το χέρι του ανθρώπου-δηλαδή του όντος που όντως υπάρχει-είναι στραμμένο στον ουρανό, γιατί υπάρχω σημαίνει πρωτίστως κοιτώ τον ουρανό- κι εδώ βρίσκουμε ένα λάθος των πρώιμων υπαρξιστών του μεσοπολέμου γιατί ένας ανόητος, δηλαδή ένας άνθρωπος που πριν από καθετί υπάρχει, δεν έχει ποτέ βρώμικα χέρια κι αυτό ισοδυναμεί με αγνότητα- γιατί βρώμικα χέρια έχει ο άνθρωπος που βρίσκεται σε διαδικασία γνώσης και μόνο αυτός, δηλαδή ένας άνθρωπος που επιθυμεί να πάψει να είναι ανόητος δηλαδή ένας άνθρωπος που επιθυμεί να μεταμορφώσει την αγνότητα σε αθωότητα ανεξαρτήτως αν το τίμημα της γνώσης είναι το κόστος μιας βαρυσήμαντης ψυχολογίας επάνω στον ίδιο του τον εαυτό, αλλά που πλέον, με τον ίδιο τρόπο που η σοφία έπεται της ανοησίας κι όπως τα πουλιά είναι ιπτάμενα έμβια όντα που αν και έχουν βάρος γνωρίζουν το τρόπο να πετάνε, με τον ίδιο τρόπο ξανοίγεται στον κορυμβιστή ένα νέο πεδίο θέασης, δράσης και ανάγνωσης του κόσμου. Λένε για παράδειγμα πως με τον τρόπο που κοιτάμε, αυτό παίρνουμε αλλά αυτό είναι μια μονομέρεια. Υπάρχει και η αντίστροφη εκδοχή χωρίς να είναι και η μοναδική αντιστροφή που μπορεί να κατασκευαστεί, όπως σαν ένα πρώτο δηλαδή παράδειγμα, ο τρόπος να παίρνουμε είναι να κοιτάμε κ.ο.κ. Ωστόσο, ο άνθρωπος σπάει τα δεσμά της περιορισμένης του θέασης, δράσης  και ανάγνωσης και φτάνει μ’ ένα δυτικό τρόπο στην ολότητα, όταν μπορέσει να αντιστρέψει τις μονομερείς του θεάσεις, δράσεις και αναγνώσεις χωρίς να σταθεί μονομερώς προσηλωμένος στις ανεστραμμένες εκδοχές της νέας του προσλαμβάνουσας περικυκλωμένος από τις ρωγμές των αναλύσεών και των κατατεμαχισμών του είναι αν και όταν επί παραδείγματι βρισκόταν ναυαγός σε κάποιο αδέσποτο παγόβουνο που λίγο-λίγο λιώνει κι αυτός οσονούπω  θα αφανιστεί στα παγωμένα αρκτικά ύδατα των πόλων, αλλά διατηρώντας αναλλοίωτο το ζεύγος των βιωματικών δράσεων θέασης κι ανάγνωσης του κόσμου που τον αφορά, επανεντάσσει τα θραύσματα του δημιουργώντας όχι μόνο τον εαυτό του, αλλά την ίδια του την συλλογικότητα: όπερ έχει μάθει να ακούει, να βλέπει, να γεύεται, να οσφραίνεται και δια της αφής,  να αισθάνεται. Για αυτό και στο μοντέλο του κορυμβιστή ανθρώπου, δηλαδή του ανθρώπου που χωρίς να έχει πάψει να είναι ένας υπαρξιστής, είναι ένας μεταϋπαρξιστής, ακριβώς γιατί έχει αποκαταστήσει μέσα του των κύκλο των αισθήσεων ως ταυτόχρονο διάμεσο της υποκειμενικής του πεμπτουσίας ( βλέπε το δελφικό ΣΥ ΕΙ) όταν έρχεται η στιγμή να πρηνίσει το χέρι του, κι ενώ βιώνει μια δράση επάνω σε αυτήν τη δράση της κυρτής προς το έδαφος παλάμης , το υψώνει ξαφνικά προς τον ουρανό, λίγο πιο πάνω από το κεφάλι του, χωρίς πειθαρχία καμία, αλλά με τη χαρά να συναντηθεί με τον ξένο. Με αυτό το τρόπο ο ρηχός ουρανός του Καμύ (παράλογο του Σίσυφου) κι η ευθύνη του Σάρτρ (το πρόβλημα της μεθόδου/ ο υπαρξισμός είναι ένας ανθρωπισμός), στον κορυμβισμό συνυπάρχουν αυτοτελώς και ισότιμα, με την ίδια άνεση που δυο παλιοί εραστές που τόσο τους χωρίζουν οι λεπτομέρειες, η μνήμη και το παράλογο μίσος της έντονης ιστορίας τους, ορίζουν τώρα τους εαυτούς τους ξένους, αρκεί να να φτάσουν ως ξένοι μεταξύ τους στο πολύτιμο συμπέρασμα του «ξένως έχομεν» που καταλύει το πρόβλημα της προδηλότητας και της πόλωσης στις αιχμές των παραστάσεων . Αν ο Brentano κατηγορεί τον Descartes ότι συγχέει τις πρόδηλες κρίσεις με τις παραστάσεις, εγώ κατηγορώ τον Καμύ και τον Σάρτρ ότι άφησαν να τους συμβεί μια πρόδηλη μεταξύ τους παράσταση. Προδηλότητα είναι επί αρχής, το ένστικτο της ερμηνείας καθορισμένο με συναισθηματικούς όρους. Εδώ η πρόδηλη κρίση ενός πριμιτιβιστή από έναν κυβιστή για παράδειγμα διαφέρει ολοσχερώς. Εδώ δημιουργείται μια ολόκληρη επιστήμη των καλλιτεχνικών -ισμών των αντιδράσεων μεταξύ μας, αλλά αυτό δεν είναι δική μου δουλειά προς μελέτη και διαπίστωση.

Νεότερος ας ήμουν ρώσος πρίγκιπας. Ας είχα όντως μεγαλώσει στο Μονακό κι ας είχα και μάνα χαρτοπαίκτη στα καζίνο. Θα ήμουν καλοφαγάς, θα είχα δυνατή φωνή κι η προσωπικότητά μου θα ήταν διευρυμένη όπως η μόρφωσή μου. Θα ήμουν πολύ δημοφιλής στους καλλιτεχνικούς κύκλους και θα ήμουν στενός φίλος με τον Πικάσο. Θα περπατούσαμε μαζί μέχρι τις πύλες του Λούβρου και θα σεργιανίζαμε κάτω απ’ όλους τους ίσκιους των καμβάδων στα κρυφά σαν αλητόγατες στα αθόρυβα πίνοντας λάβδανο κι αψέντι. Κι ένα βράδυ θα μας συλλάμβαναν οι αρχές μεθυσμένους από οράματα και παραληρήματα, θα αφήναν τον Πικάσο ελεύθερο από τη πρώτη μέρα κι εμένα θα με ελευθερώνανε ύστερα από πέντε. Μες την απελπισία και τους τριμμένους τοίχους του κελιού θα έγραφα γράμματα μέσα στη φυλακή σαν άλλος ένδοξος μαρκήσιος και το μόνο συναίσθημα που θα μου ταίριαζε όπως ταιριάζει σε μια ρομαντική καρδιά που της αρέσει να κρύβεται θα ήταν η μελαγχολία του γλάρου.  Ωστόσο, η κράτησή μου θα ήταν ένα ισχυρό σοκ κι η φήμη μου θα αμαυρωνόταν μελαγχολικά το ίδιο σαν την αξιοπιστία μου. Οι εφημερίδες θα γράφανε ότι είμαι μέλος, μα όχι μα τι λέω, αρχηγός μιας διεθνούς σπείρας που είχε σκοπό να ξαφρίσει το μουσείο, το θησαυρό της πατρίδας. Ο καιρός θα περνούσε και εγώ θα έγραφα διάφορα κείμενα επί κειμένων μέχρις ωσότου να έγραφα κάτι που θα το απαγόρευαν ίσαμε κι εξήντα χρόνια μετά το θάνατό μου. Τι τιμή! Δεν θα παραδεχόμουνα ποτέ ότι αυτή η νουβέλα είναι δική μου. Μάλιστα θα έκανα ότι έκανε κι ο Πεσσόα . Θ’ άλλαζα συνεχώς όνομα συγγραφέα, πεσσούς των ονομάτων παίζοντας , ώστε οι πολίτες της πατρίδας μου να το πάρουν απόφαση ότι ένα ισχυρό ρεύμα τέχνης γεννήθηκε μέσα στα σπλάχνα της, κάτω ακριβώς από τη μύτη της και δεν υπάρχει γυρισμός παρά μονάχα έρωτας, τέχνη, αισθητική και πνεύμα, μέχρι να τρελαθούν όλα τα αιδοία της πατρίδας από το σύγκορμο και να γεννοβολήσουν πλημμύρα των πυρήνων, ουρλιαχτά μέχρι την έκλειψη κι οργασμούς μέχρι στύψης . Ύστερα, μέχρι να βγει το κίνημα του fluxus που αγνοεί το βαρβαρισμό του κοινού, για να με πείσει ότι ζωή και τέχνη είναι αδιαίρετα, θ’ άλλαζα διακόσια καλλιτεχνικά ονόματα ακόμη, για να μην συγχέουν τη ζωή με το έργο μου κι αυτό θα το ονόμαζα λογοτεχνικό dejavu της ίδιας παραγράφου. Όμως πάντα θα ένιωθα ξένος μέσα σε αυτή τη χώρα. Θα ένιωθα πάντα ενοχές που δεν θα μπορούσα να αποτινάξω από πάνω μου ποτέ, θα έβλεπα στον εαυτό μου τη χειρότερη εκδοχή των όσων νομίζω ότι οι άλλοι που κοιτάζουν πιστεύουν για εμένα. Ο πληγωμένος μου πατριωτισμός θα μ’ έσπρωχνε να καταταγώ εθελοντής στο πόλεμο, αλλά επειδή δεν υπάρχει πιο βαρετή διαδικασία και ποταπή δραστηριότητα από το να πολεμάς και να ξεκοιλιάζεις το κόσμο, θα χωνόμουν σαν γνήσιος ποντικός κάπου σε μια τρύπα στο χαράκωμα και θα διάβαζα λογοτεχνία μέχρι κάποιος όλμος σκάσει κάπου παραδίπλα  για να με τραυματίσει βαριά στο κεφάλι. Τότε θα επέστρεφα με άδεια αναρρώσεως με μπανταρισμένο κεφάλι στη πατρίδα και φορώντας τη στρατιωτική στολή με τα παράσημα θα έκανα ότι πάσχω από αμνησία για να αποφεύγω τους αιώνιους ηλίθιους που κρύβονται πάντα πίσω από το παρελθόν, την ύλη και τη βλακεία.. Ύστερα όμως, όταν η διάθεσή μου θα ήταν πιο βαριά. Βεβαίως κατόπιν πειραγμάτων και προτροπών, θα συνέγραφα οδηγία κατά την οποία θα παρακινούσα τους πολίτες της πατρίδας να τεκνοποιήσουν, κι αυτό για πολλούς και ποικίλους λόγους. Ένας από αυτούς είναι οι γυναίκες. Με τόσες νέες γυναίκες στη πιάτσα με άνεση θα σύχναζα σε μικρά καμπαρέ σαν εκείνο της Lapin Agile, και θα ασκούσα τέτοια γοητεία στους θαμώνες μέχρις να φέρω όλους τους πολέμιους της κριτικής μου στο αμήν. Τότε αυτοί θα έδεναν στην ουρά ενός γαϊδάρου με το όνομα Λολό μια βούρτσα την οποία θα είχαν βουτήξει μέσα σε μπογιά για να ζωγραφίσει η ουρά του ζωντανού το πίνακα. Την επόμενη μέρα που θα δημοσίευαν τον καμβά στο Salon des Indepentants υπό τον τίτλο “Και ο Ήλιος βασιλεύει πάνω από την Αδριατική”  θα έβγαινα εγώ και θα εξυμνούσα τον κύριο  Joachim Raphael Boronali, έναν κανονικό γάιδαρο. Να πως εξήντα χρόνια μετά, ακόμη και νεκρός, από ένας μαυροφορεμένος δανδής, από ένα αρσενικό τόσο ιδιαίτερα καλλιεργημένο στη κρυφή ευφυΐα του έκπτωτου παραδείσου, εκείνου που έρχεται σα μικρή βροχή σε στήθη και στο φιλί της γυναίκας όπως οι στάλες στιγμές της παλιάς ευτυχισμένης αιωνιότητας, έτσι όπως μόνο οι καταραμένοι ποιητές γνωρίζουν πως να προσφέρουν με πάθος και διακριτικότητα σε μια κυρία σε μια αληθινή κυρία που ως  γυναίκα, τέτοια που σέβεται τον εαυτό της με κατάνυξη, από συνέπεια και μόνο θα  περάσει ένα της βράδυ μαζί μου στο κρεβάτι της, α, να λοιπόν, πως εγώ, εξήντα χρόνια μετά από το θάνατό μου, στο πρόσωπο ενός ομοίου μου, από κλόουν θα ξαναγίνω γοητεία

———–

12-03 , 2008 + 776 μ.π.ο. 3:34 πμ ·

Κι όταν δε πεθαίνει ο ένας για τον άλλον, είμαστε κιόλας νεκροί
Τ. Λειβαδίτης

α) Η επιστροφή της ερωτευμένης αλήθειας

Σε μια πιο καθαρή παγωνιά ο ρακοσυλλέκτης γιος της πραγματικότητας  από την όχθη στη μεγάλη σιγουριά τη μάνα του φοράει στο λαιμό κι ανασαίνει τη μορφή της σελήνης μέχρι να σταματήσει ο λεπτός εσωτερικός θόρυβος της καλαμιάς χωρίς να φιλτράρει τη νύχτα και καθώς πλησιάζει ο ερωτικός κύκνος για να νιώσει το τραγούδι των μορφασμών που μάταια στο βράδυ της έκλεισε εκείνη η εντύπωση του φοβισμένου αλλοτινού σου περιστεριού, τότε που περνώντας χειροπέδες στη καρδιά μια φτυαριά υποσχέσεις διαμαντιού δεν φάνηκε παρά μονάχα η οριστική έκλειψη του ονείρου στη γη του πυρός να χορεύει χωρίς φτερά ένα κομμένο χέρι στη κόμη σου που ονομάζω διαμελισμένη νοσταλγία της αγάπης-ναι αλήθεια, υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που ονομάζουν το όνειρο φιλοδοξία κι αν εξαιρέσουμε εκείνους που ποτίζουν τη ψυχή τους με δάκρυα από παράπονο, όλοι οι υπόλοιποι ψιθυρίζουν το καπρίτσιο μιας ανταγωνιστικής εποχής. Είναι εύκολο να λες ψέματα όταν είσαι γυναίκα αλλά  δεν υπάρχει νεκροταφείο ιδεών παρά μονάχα λίγοι βασιλιάδες μέσα σ’ ένα πλήθος βιασμένων ανθρώπων. Ο ήχος της φωνής από ξυλοπόδαρα δεν είναι ο εργαζόμενος μόχθος, είναι ο απασχολούμενος σκλάβος. Δεν εργάζεσαι πουθενά παρά μονάχα στο βυθό και στην έρημο, κι όταν μας κάνανε όλους τεμπέληδες, κι όταν τεμπελιάζουμε ακόμα, κι αυτό μας το πήραν, να πως μας βάφτισαν φοβισμένες μητέρες. Αν δεν έχεις πια το θάρρος να εξομολογηθείς τον έρωτά σου στον πληγωμένο έρωτά του, η πραγματικότητα των μορφών σε αλυσοδένουν . Ή δεν ερωτεύθηκε ποτέ, ή μπέρδεψες την απληστία με τη μοναξιά και τη μοναξιά με τη μοναχικότητα. Και τα θανάσιμα αμαρτήματα αυξήθηκαν, το ξέρεις? το Βατικανό ακόμα και τώρα, στην εποχή της σιωπής, άνοιξε ομπρέλα στον έρωτα. Ο έρωτας είναι επικίνδυνος όσο η ποίηση για την εξουσία. Τα δελτία ειδήσεων που πρόσκεινται στην εξουσία προσπαθούν να αποδομήσουν τον έρωτα, κάνουν κουτσομπολιό, και μπορεί να πέτυχαν καίριο πλήγμα απέναντι μας, αλλά ας τολμήσουν να τα βάλουν με τη Ποίηση αυτοί οι αποτυχημένοι λαπάδες της ψυχής. Ακόμα και οι κύκνοι, ακόμα και τα τριζόνια, ακόμα και οι λύκοι, ακόμα και οι αστοί σήμερα θέλουν να φωνάξουν:  Παρατήστε τα όλα και ερωτευθείτε  ! Όλοι στη βροχή χωρίς ομπρέλα!

β)  Ποιητής και Καραγκιόζης, (από το λαογραφικό τσίρκο στον κορυμβισμό)

Κύριοι, όταν καταρρέει η κυματοσυνάρτηση που αφορά παρατηρητή που τον ενδιαφέρετε, εκείνος παίρνει αυτό που όλος ο κόσμος απλά ονομάζει πραγματικότητα, αυτό δε σημαίνει ότι καταργείται τ’ όνειρο, απλά οπτικοποιείται ένα μέρος του κι αυτό είναι όλο
Norman H. March προς τις δράσεις του Fluxus, 1973 …κάπου σ’ ένα bar του Αμβούργου αργά το βράδυ

Η βασική μας διαφορά με τον αλλοτινό σουρεαλισμό του Μπρετόν του Ελυάρ και του Μαχ-το κομματόσκυλο Αραγκόν δεν λογίζεται καν- είναι ότι πλέον η θεία μανία η λεγόμενη αποκαθίσταται, από αίσθηση ευθύνης, πρηνίζει τον εαυτό της κι ανασηκώνεται. Ο Φρόυντ εξοβελίζεται αλλά δεν εξορίζεται, η ψυχανάλυση, το ασυνείδητο, το υποσυνείδητο, πια δεν έχουν θέση παρά μόνο αν συμπεριληφθούν ως διαδικασία ολοκλήρωσης και όχι μόνο ανάλυσης (διαφόρισης). Ο Ήλιος δεν είναι ο μοναδικός Ήλιος όπως το είναι δεν είναι το μοναδικό είναι. Ανήκει στην ίδια μοίρα που ανήκει και το ζήτημα της φασιστικής μονοθεϊστικής μεταφυσικής- μετά φόβο θεού. Είναι μια παρωχημένη τεχνολογία απολιθωμένων όρων της αναπαράστασης των δυνατοτήτων του ανθρώπινου πνεύματος που δεν εξαπλώνεται επειδή αυθόρμητα συμβαίνει όπως η φύση, αλλά επειδή επιβάλλεται σε αυτήν με το να ανακοινωθεί αυθαίρετα ως έδικτο στους ανθρώπους επειδή της αρέσει να διασκεδάζει πίσω από τον ρόλο ενός εξουσιαστή που ελέγχει υπό τίτλω τις συμφορές και τα δεινά των άλλων. Νομίζουν δηλαδή οι άφρονες,  πως αν επιβληθούν στα μυαλά και στις πράξεις των ανθρώπων, αλλάζει η φύση . Γιατί σε αυτή τη τοποθέτηση, αυτό που σήμερα ονομάζει ο κορυμβισμός αυτόματη γραφή δεν είναι τίποτα άλλο από μια λογοτεχνία στατιστικών κβαντώσεων της ευθύνης. Εδώ υπολογίζεται ο γράφων σαν πράγμα μεταξύ πραγμάτων κι όχι ξεκομμένος, αλλά βυθισμένος μέσα στον περιβάλλοντα χώρο του όπου συλλαμβάνει δομές μέσα από άλαλες δράσεις, δηλαδή μια Σατρική δράση του υπαρξισμού προς τη μεταγλώσσα του. Σε αυτό το νέφος πιθανότητας το μυστήριο της ανθρώπινης ψυχής (ακριβέστερα ήτορ) δε χάνει τη γοητεία του, απεναντίας, αναβαθμίζεται. Κι είναι απλό το γιατί, αρκεί να σκεφτεί κανείς τα λογισμικά που κατασκευάστηκαν μετά την έκρηξη του διαδικτύου από τα μέσα του 90′ και μετά, που είναι προορισμένα έτσι ώστε με μια μικρή ώση δεδομένων, για παράδειγμα δίνεις μια λέξη και σου φτιάχνει το ίδιο λογισμικό μια εξωπραγματική φράση, ένα σουρεαλιστικό στίχο, αλλά αυτό ισοδυναμεί με τη θεία μανία, δηλαδή με τον ορισμό της αυτόματης γραφής ιδωμένης με όρους ψυχανάλυσης. Μοιραία λοιπόν, σε σύμπλευση με τις ανάγκες της μοντέρνας φιλοσοφίας των υπαρξισμών οδηγούμαστε σε μια αναθεώρηση του σουρεαλισμού και το ίδιο ανάλογο συμβαίνει σε όλα τα μοντέρνα ρεύματα  τέχνης αλλά που επιπλέον, αναδύεται η νέα απαίτηση, μέσα από ένα θεώρημα σύγκλισης να εντοπίσουμε το σημείο συσσώρευσης αυτών των ρευμάτων (κορυμβισμός)- αν και όποτε φυσικά συγκλίνουν, πότε δηλαδή πληρούνται οι συνθήκες αυτές ώστε να συγκλίνουν και πότε να αποκλίνουν- και αυτό γιατί το κέντρο βάρους της υπαρξιστικής θεωρίας και των υπαρξιστικών φιλοσοφιών εντέλει έχει μετατοπιστεί από την ύπαρξη στο χώρο, άρα από την ουσία στην ύπαρξη- ό, τι ο μεταϋπαρξισμός είναι μια θεωρία του χώρου και όπως η ύπαρξη προϋπάρχει της ουσίας, πιο γενικά λέμε ότι ο χώρος προϋπάρχει της ύπαρξης. Με αυτόν τον τρόπο δικαιολογείται πλήρως ο αναγκαίος προσδιορισμός των σωρευτικών σημείων ( και προσωπική μου υπόθεση είναι ότι αυτό θα συμπαρασύρει και τις επιστήμες )

 γ) τρυφερή καρδιά

Ποτέ δεν έπαψες να κατοικείς μέσα μου. Μου λείπεις σαν τριαντάφυλλο  για να μαζεύω τις ρίζες μου να τρέχω να ριζώσω δίπλα σου. Όταν με σφιγμένη παραμόρφωση στις ρυτίδες της νύχτας παραμονεύω κι η θάλασσα φυλλοφυεί το χρώμα της μνήμης σου επάνω στο κυματιστό δρόμο της αρτεμιδόβλητης σελήνης τότε καταλαβαίνεις γιατί όλα τα ερείπια είναι φτιαγμένα με αίμα. Η λησμονιά είναι σκληρή αλλά η σιωπή είναι χειρότερη. Κοίταξα τη φωτεινή σου κόμη κι αμέσως μεταμορφώθηκα σε παππού. Κοίταζα μέσα από τα μάτια σου όλα τα ζώα του Νώε να συντρίβονται στην έλλειψη. Τότε μου εμφανίστηκε το όραμα του Δευκαλίωνος. Κι ήταν ένα ανθισμένο κλαδί κερασιάς κάπου εκεί έξω, μόνο του σαν μια πετσοκομμένη άνοιξη. Αλλά δεν με ένοιαζε η παγίδα του αρώματος, παρά μονάχα ούρλιαζα παγιδευμένος σα μανδραγόρας όταν από τ αχαμνά του μαύρου σου σκύλου με ξερίζωνες. Είναι τόσο επίπονος ο αμφίδρομος έρωτας που πάντα αναδεικνύει όλες τις δυνατές διαδρομές μεταξύ μας. Κοιτάζω τώρα τη γη που ξημερώνει και δεν παρατηρώ καμιά διαφορά μ’ έναν ερεθιστικό πανηγύρι. Κι έτσι ρυθμίζω την αίσθηση στο βήμα της κιμωλίας, χαράζω με μια τεθλασμένη στο τσιμέντο τη σκέψη της θύελλας κι ύστερα πιάνω να ζωγραφίσω στη σκόνη το σουφρωμένο σου φρύδι. Για να αποκαλύψω τη τρυφερότητα κατάργησα το βυθό. Τώρα μπορείς να κάνεις το θαύμα σου, τώρα μπορείς περπατήσεις πάνω μου χωρίς να βουλιάξεις. Μόνο η καρδιά μου μπορεί να με προδώσει. Αυτός ο λυσσασμένος ψίθυρος είναι ανυπόφορος. Έτσι πιάνω να κουρδίσω λίγο το ρολόι. Στις 12 βγαίνω με κούκου και οργασμό. Λίγο λίγο εμπνέω την απαλή φωνή της γυναίκας μου, στάζει όπως το μέλι επάνω στη φωτιά ο αέρας, έτσι όπως γλυκαίνει το πάθος στη φωνή του έρωτα κι ηχεί τον ήχο του τζιτζικιού μέσα στο πεύκο όπως το μαξιλάρι αγκαλιάζει το μικρό σου κεφαλάκι. Κι αν συνεχίσεις να με σκοτώνεις με σφυρίγματα θα προκαλέσω το κύριο Ζουράρη σε ξιφομαχία. Για όπλο μου θα πριονίσω τη παλέτα μιας γυναίκας ζωγράφου και θα του πετάω χρώματα με το πινέλο. Κι ας διαλέξει όποια πολιτειακά φονικά όπλα θέλει, ακόμα κι αν χρησιμοποιήσει λεκτικούς ωόλιθους αδιαφορώ.  Η στέγη της φυλακής πάντα ήταν ένα δημοσιευμένο κείμενο. Εγώ όμως, σ’ αγαπώ!

9-04, 2008 + 776 μ.π.ο. 2:26 μμ ·

δ) Γιατί οι θεοί πρέπει να υμνούν και να λατρεύουν τον άνθρωπο

Αν-Από την μια όχθη στην άλλη η επίδραση της θεωρίας των πιθανοτήτων που για να ανατείλει η πλευρά του ουράνιου τόξου η κοκκινολαίμη πυγολαμπίδα στο έτος χείλια σαν ένα φιλί, στο έτος δύο χείλια σαν άλλο φιλί… κι άλλο, κι άλλο… χάρισε τους αριθμούς της πριν λιποθυμήσει ξανά στη λίμνη του νεραϊδόκοσμου, τάνυσε την ευχή της ευωδίας και την βάφτισε μέσα σε γλυκό νερό συντροφιά με σολομούς και γυρίνους, με χελώνες και τριζόνια, με χρυσόψαρα βατράχια και άλλα τρυφερά θαύματα  των παιδικών ενατενήσεων, αυτό το οφείλουμε μόνο σε όσους με αγάπη κλωσήσουν τις προεκτάσεις της δημιουργίας τους καρτερικά . Ετούτα τα αυγά καμωμένα στο ύψος της νερόκοτας και δοσμένα με την γενναιοδωρία της υπεροψίας, από τη μια θεωρία στην άλλη όπως το ασυνεχές μετατρέπει το νερό σε σταγόνα για να μπορούν ακόμα κι οι μύγες ή τα κουνούπια να δαγκώνουν κατιτίς το ζωτικό, να επιτρέπει με μάτια κατεβασμένα στο λάθος ένα αλμυρό δέντρο αμαρτίας το λίγο ξεχασμένο αλάτι που κατόρθωσε ένας λικνιστός λίβας ν’ αποσπάσει από τα χέρια της θάλασσας και που με τρόπο ανεπαίσθητο τοποθέτησε στις αιχμές των φύλλων στ’ αλμυρίκια, η απεγνωσμένη προσπάθεια του ανέμου να κάνει τη λεβεντοπνίχτρα μάνα μια γλυκοαίματη λιμνούλα, ματαιότητα μην πείτε ότι είναι, αλλά ένας αγώνας του ονείρου να διδάξει στην ισχύ την οφειλή της στην ευδαιμονία . Που είσαι? Γιατί εξαφανίστηκες? Τότε θεώρησέ με ένα σημείο πάνω στη καμπύλη του μηρού, αυτό αποδεικνύει την ύπαρξη του ματιού. Εφαρμογή στο χώρο και στο χρόνο-παίρνω λίγο χρόνο και τον τοποθετώ στη μνήμη-α! Εκ βαθέων ευγενικοί όπως φανταζόμαστε την ευτυχία, μαζί σου σ’ ένα ύψωμα πλημμυρισμένο από σύννεφα. καταργώ τον χρόνο, πώς? Α, με πρόλαβε άλλος, μα ποιος είναι ο κύριος Λομπατσέφσκι? Α, ώστε δεν ήταν ποιητής, όμως, όμως εμείς έχουμε αντίθετη άποψη.

ε) αναδιαμορφώνοντας τον ποινικό κώδικα

ι) χρονικά όρια των ποινών

καμία ποινή χωρίς νόμο για την ισχύ του ηπιότερου νόμου και για το νόμο με προσωρινή ισχύ και την επιβολή των μέτρων ασφαλείας
κανένα έγκλημα που τελέστηκε στην ημεδαπή για τα εγκλήματα ημεδαπών στην αλλοδαπή γιατί όλοι είμαστε αλλοδαποί που τελούν εγκλήματα στην αλλοδαπή
κανένα έγκλημα στην αλλοδαπή δεν τιμωρήθηκε από το νόμο των συνόρων
κανένα ακαταδίωκτο δεν τελέστηκε στην αλλοδαπή γιατί όλα είναι γη
κανένας υπολογισμός της ποινής δεν εκτίθηκε στην αλλοδαπή παρά μέσα μας ο εξόριστος ξένος εαυτός που πάντα φωνάζει και που πάντα αιμορραγεί καλέσματα:
ω αλλοδαπή αλλοδαπή, πούθε βρίσκεσαι?
γιατί εσύ κι εσύ κι εσύ ποτέ δεν αναγνωρίζεις των αλλοδαπών ποινικών αποφάσεων τους ειδικούς ποινικούς νόμους των τρυφερών εξαιρέσεων
γιατί εσύ κι εσύ κι εσύ δεν εξηγείς ποτέ την έννοια των όρων του ανθρώπινου κώδικα στο δικαστή στον ένορκο και στο ρουφιάνο
την έννοια της αξιόποινης πράξης εσύ κι εσύ κι εσύ
ω αλλοδαπή! ω αλλοδαπή!

ιι) καταλογισμός των πράξεων

για κείνο το έγκλημα που τελέστηκε με παράλειψη στο τόπο τέλεσης της πράξης από χρόνο τέλεσης πράξης η διαίρεση των αξιόποινων πράξεων του ποινικού χαρακτήρα των πράξεων που εκδικάστηκαν, ως λόγο που αποκλείει το άδικο της πράξης στη προσταγή, γιατί καμιά άμυνα δεν καταλύει την αναγκαία προσβολή του επιτιθέμενου στο αναγκαίο μέτρο της άμυνας την υπέρβαση της άμυνας ως υπαίτια κατάσταση της άμυνας, μια κατάσταση που αποκλείει το άδικο κακούργημα
ω αλλοδαπή αλλοδαπή!
την υπαιτιότητα του δόλου όπως η αμέλεια της ευθύνης για το αποτέλεσμα από τη πραγματική πλάνη της νομικής πλάνης, για εκείνη τη κατάσταση ανάγκης που αποκλείει τον καταλογισμό
ω εσείς κωφάλαλοι εγκληματίες των πολιτειακών ολύμπων, εσείς που ντυμένοι στα επίσημα ενδύματα των θεσμών κρίνεστε πάντοτε αθώοι από το άρθρο 33 και τις σχετικές διατάξεις 17, 38, 69, 123, 126 παρ 1 ΠΚ
γιατί η πράξη που τέλεσε κωφάλαλος δεν του καταλογίζεται, αν κριθεί ότι δεν είχε την απαιτούμενη πνευματική ικανότητα να αντιληφθεί το άδικο της πράξης του ή να ενεργήσει σύμφωνα με την αντίληψή του για το άδικο αυτό
είστε κωφάλαλοι εγκληματίες λοιπόν?
εσύ κι εσύ κι εσύ
ω αλλοδαπή! ω αλλοδαπή!
εσύ που μετά τη διατάραξη των πνευματικών λειτουργιών της συνείδησης είσαι υπαίτια διατάραξη συνείδησης
εγκληματίες ελαττωμένης ικανότητας
όπως η διάρκεια περιορισμού στα ψυχιατρικά καταστήματα
λίγο πριν από την απόπειρα
εσύ κι εσύ κι εσύ
ω αλλοδαπή! ω αλλοδαπή!

 ζ) ξεκούρδιστη αποκλιμάκωση-ποιητική σε υφέρπουσα πρόζα

Ήταν εκείνη μια σκάλα, κεκλιμένη στο παράδοξο της φυγής της άδειαζε ένα-ένα τα μεταλλικά της μέρη όπως τα έγχορδα σκαλοπάτια στο εσωτερικό ενός πιάνου. Αρχικά ο πρώτος μουσικός παλμός συνταίριαζε στο κοχλασμό του μια γροθιά από νεοκλασικά κτίρια που πάσχιζαν να συγκρατήσουν κάθε άνθρωπο που μεταμορφώθηκε σε κεκλιμένη σκάλα. Λίγο αργότερα, στο μήκος του εαυτού, ένας λίγο πιο ζωντανός παλμός από μεταλλικές φυσαλίδες ανασηκώθηκε ξανά. Όσο η φυγή του κεκλιμένου ρίχνεται προς τα σύννεφα τόσο τα σκαλοπάτια αγριεύουν. Στους ουρανούς ξεμαλλιάζονται οι ολοκληρώσεις των ποθητών μας εξάρσεων. Αυτή η ανολοκλήρωτη γέφυρα δείχνει προς τα σύννεφα, διατρυπάει τα σύννεφα, δείχνει προς τον ουρανό, ξεσχίζει τον ουρανό, δείχνει προς τ αστέρια, όλα τ αστέρια κάτω ένα ένα, δείχνει πολύ μακρύτερα, πέρα μακριά στα σκοτάδια της σκέψης του πεθαμένου, αυτή η σκάλα είναι το μέσον για να επιστρέψεις πίσω σαν ξεγελασμένος θάνατος.

Κάθεται μοναχική σα γλυπτό που ξεμακραίνει μέσα στη σιωπή, πνιγμένη μέσα στο συρφετό των ήχων υπολείπεται του σκυθρωπού βλέμματος των ανθρώπων που λικνίζονται μέσα στα πάθη τους και μέσα στις αδυναμίες τους-μέσα από το πάθος και μέσα από το σφάλμα φυτρώνει το χαμόγελο, η συνείδηση της Τέχνης και η επίγνωση του μνημειακού- και δείχνει μέσα από κάθε τέχνασμα ζεστού, το τρόπο με τον οποίο η θνητή μας καρδιά οδεύει προς την ολοκλήρωση.

Κι εμφανίζεσαι ξαφνικά δροσερός περαστικός αέρας του βουνού. Πάνω στην επιφάνεια του χώματος όπου όλες οι γεωμετρίες της καμπύλης χαράσσουν τ’ αρχικά  των απολαύσεων στο ερωτικό κορμί, κοντοστέκεσαι και στοχάζεσαι τις λεπτομέρειες που κάποτε σε τρόμαζαν: Λιθοβολισμός δια Οράσεων και λιθοβολισμός δια των κακοβουλήσεων, όπως όταν στέκεσαι μέσα από το «αόρατο εναντίον σου» εκεί να επιμένεις να στέκεσαι κι εγώ είμαι μέσα σου. Να στέκεσαι κατεβάζοντας τα μάτια μέσα από τη λύρα του πατέρα πυρήνα της καρδιάς, αυτή τη φλύαρη χιλιοειπωμένη καρδιά, αυτή η φλύαρη διάρκεια της συντόμευσης, ή όποια ελευθέρωση των ορατών γραφόμενων, τα όσα η γραπτή γλώσσα περισσότερο τολμά να επιδώσει στο νου, παρά η εκφορά, παρά η προφορά, παρά το προφορικό της γλώσσας. Τέτοια γενναιότητα. Να στέκεσαι όπως το μοναχικό γλυπτό ορθώνει τη σιωπή του μέσα στους ήχους, γενναίος σαν ένα κείμενο γραπτό. Τέτοια τόλμη ενός σαλτιμπάγκου έστω.

Αλλά και πάλι, δεν είναι ο ανθρώπινος πόνος ένα προσωπικό ζήτημα. Όχι. Για έναν άνθρωπο που πρώτα απ’ όλα οι χαραγές στο πρόσωπό του έχουν αποκτήσει μια βαθύτερη σημασία, τότε, έχει γίνει κιόλας το πρόσωπό του. Για έναν άνθρωπο που ποτέ δε σταματάει να δυσφορεί, να αισθάνεται και να ομολογεί, ένας τέτοιος άνθρωπος ποτέ δεν έχει πάψει να είναι ένας άνθρωπος που δυσφορεί, που αισθάνεται, που ομολογεί. Κρέμομαι στην εικόνα μου, λέει, κρέμομαι για αρχή από το χαμόγελο που ρυθμίζει τις εντάσεις και τις συχνότητες των χειλιών. Κρέμομαι από σένα. Κρέμομαι. Κρεμασμένος. So what? Μήπως αυτό κάνει τη ζωή λιγότερο ευτυχισμένη? Όχι βέβαια. Ένα πλάσμα που ονομάζεται άνθρωπος, που ως πλάσμα κατατάσσεται στο ζώο άνθρωπος, αργά ή γρήγορα θα βιώσει τη γνώση. Η ηλιθιότητα που είναι ένα εργαλείο διαρκούς αναβολής και διαρκούς αποδόμησης, είναι απλά μια διαδικασία χωρίς όραμα, μια κατάσταση της ανάγκης των ηδονών να καθυστερήσει η ροή του χρόνου λίγο περισσότερο, μια κατάσταση της ανάγκης να αποφύγει η καρδιά το αίσθημα υπολογίζοντάς το, ένα αίσθημα ψυχρό. Στατιστικά και μόνο αν το καλοσκεφτείς, θα έπρεπε το λιγότερο να είσαι ένας σκύλος ή έστω ένα πρόβατο, ή έστω μια κακομαθημένη γατούλα προκειμένου να πάψεις να γνωρίζεις, προκειμένου να γίνεσαι εσύ ο ίδιος η γέφυρα πάνω στην οποία επιστρέφεις ανυψωμένος. Η μηχανική της υπεροψίας είναι αποκλειστικότητά μας, για αυτό ήρθε ο καιρός να της χαρίσουμε την γοητευτική της πλευρά. Γιατί πρέπει να ξέρεις ότι το παράφυση κατόρθωμα είναι μια ανθρώπινη ιδιότητα που διστάζει να εκμεταλλευτεί την αυθόρμητη προίκα της φύσης ως προς το υλικό που σου δόθηκε. Αν ήσουνα τίγρης, δε θα χρησιμοποιούσες νύχια δόντια και σβελτάδα για να αναμειχθείς με το κόσμο? Ε λοιπόν όχι, να μην σ ενδιαφέρει η δυστυχία σου αν είσαι ένας φωτεινός άνθρωπος. Κι αυτό δεν είναι μόνο μια ιδιότητα των ποιητών και των ζωγράφων, αλλά η ικανότητα όλων των δίποδων που ερωτεύονται και που πίνει ο ένας τον άλλο με απαράμιλλη αφοσίωση, μ’ επίγνωση μιας πράξης που διατρέχει τη κεκλιμένη ανυψωμένη σκάλα που ξεμαλλιάζεται. Από την άλλη, λένε πως ένα γραπτό κείμενο είναι μια ύστατη προσπάθεια ενός συνεσταλμένου ανθρώπου να αποτάξει από τη δυστυχία τη δυστυχία κι έχουν δίκιο. Η ένταξη ενός όμορφου ζεστού εκ βαθέων κινήτρου πάντα χαλάει τα σχέδια της απελπισίας να αυτοεκπληρωθεί. Θα πρέπει να συμφωνήσουμε σε αυτό. Το γραπτό κείμενο είναι ο εξορκισμός της θλίψης που συνοδεύει το τετελεσμένο. Είναι μεγάλη σπατάλη εαυτού το γραπτό κείμενο. Ναι, όταν είσαι ποιητής, συγγραφέας, επιγραφέας, γραφιάς, οι όμορφοι αυτού του κόσμου που πάντα στηρίζονται στη δύναμη της εικόνας τους, στα πενιχρά τους δεκανίκια, μία μόνο κουβέντα έχουν να σου πουν: ” Get a life!” και προς τι όλη αυτή η τρυφερότητα, αν δεν είναι μια τρυφερότητα που όσο και να σκάψεις πιο μέσα από τη σάρκα σ’ όλα τα άδυτα δωμάτια της ψυχής ποτέ δεν παύει να υπάρχει? Όχι, Το ορυχείο της τρυφερότητας είναι όλο το ζητούμενο και μόνο αυτό το παράδοξο ψάχνουμε: Το αιώνιο Ορυχείο της ΤΡΥΦΕΡΟΤΗΤΑΣ.

Ορίστε, σε προκαλώ. Προσκάλεσέ με στη τρυφερότητά σου. Κρύψου στο πλήθος. Κρύψου στο βουνό. Κρύψου στο πλήθος. Ρίξου στη θάλασσα και φανερώσου στον άνθρωπο. Να ξέρεις, έχω στη σκέψη μου πάντα το παράδειγμα του ποιητή που κρύβεται στη συμφορά. Είναι καλό να ξεκουράζεται κανείς…

 

η) προφητική κόρυς

“Ως γνωστόν, είμεθα αποκυήματα της φιλοδοξίας, λίγο πάνω λίγο κάτω από την όποια επιφάνεια, που κι αυτή μες τη ρευστότητά μας συντρέχει με συμβουλές, θλιβερές διαθήκες τίγκα στα ελληνοσαξωνικά ονόματα που φορούν τραπεζίτες ασορτί με τους πομπώδεις φακούς του ήλιου” Θάνος Κουτσιανάς

Απ’ όλα τα σοβαρά κινήματα, θα εξαιρέσω τον συμβολισμό ως σοβαρό κίνημα. Όταν κάποιος με παρομοιάζει με κηφήνα, δε σκέφτομαι ότι είμαι τεμπέλης. Γιατί ο θάνατος που είναι το αποκλειστικό προνόμιο των τεμπέληδων είναι απλά το ένα μέρος του εαυτού μου που ταυτίζετε με τον δικό σας εαυτό. Όταν τόσο απαξιωτικά μιλάτε για το θάνατο, όταν όλες σας οι θρησκείες αφορίζουν τον αυτόχειρα, με ποια τρυφερότητα απαντάτε στον εαυτό σας επάνω στη γνώση που ο καθένας σας έχει ότι γνωρίζει μόνο μια τραγική λεπτομέρεια της ζωής του ότι γνωρίζει με βεβαιότητα πως θα πεθάνει. Αυτή η γνώση δεν είναι η γνώση ενός αποπειραθέντα την αυτοχειρία? Σας απαντώ απλά λοιπόν ότι δεν έχω φτερά εντόμου ότι,  δε ζω σε κυψέλη ό,τι γύρω μου δεν υπάρχουν οι εργάτριες ή βασίλισσα κι ενδεχομένως ούτε καν εγώ, συνεπώς ,  έχει άδικο όποιος με παρομοιάζει με οτιδήποτε. Όχι, δεν είμαι κηφήνας. Είμαι απλά ένας άνθρωπος σαν κι εσένα. Παράξενο. Αλλά να, τ’ ότι δεν αποφεύγω τη ζωή αυτό δε σημαίνει ότι αποφεύγω και το θάνατο! Ορίστε, μόλις σας παρέδωσα την ευγένεια του εαυτού μου. Φύλαξτε με!

Αλλά και πάλι το να με περιορίζετε με τίτλους και αλλοτινά αξιώματα είναι κάτι απολύτως θεμιτό. Μα δεν βρίσκομαι εδώ σε αυτό το αυθαίρετο βήμα για να με θαυμάσετε ή να με δικαιώσετε, αλλά για να με λιθοβολήσετε. Ωστόσο, διατηρώ αλώβητο το δικαίωμα να μπορώ να ξεφεύγω ανάμεσα στα κενά των κατήγορων ρίψεων. Μπορείτε να με αποκαλείτε δούλο ή να με χρήσετε βασιλιά. Μπορείτε σαν χαμένο κορμί να με κατατάξετε κατά ευθυγράμμιση της βούλησής σας. Όταν όμως θα κρύβω το πρόσωπο μου μέσα στη πέτρα, τότε, τα μαθηματικά, που ΕΙΝΑΙ η πρώτη παγκόσμια γλώσσα μετά τη γλώσσα της σιωπής, τα μαθηματικά που είναι η αισιοδοξία της σκέψης έναντι στη μελαγχολία της σκέψης του άτυχου και πτωχού το πνεύματι και δήθεν στοχαστή μεσιέ Steiner, είναι μια γλώσσα που προέβαλλε τη γλυκύτητα της σ’ ένα ξεδίπλωμα καθομιλουμένης. Προικισμένος με τη βεβαιότητα συμπυκνωμένων συμβόλων που καθιστούν τη σκέψη αιχμή δημιουργική, επέστρεψα στη Ποίηση πολύ πιο πλήρης από ένα ρευστό συναίσθημα λεηλατημένης πληγής. Αν ήμουν ο Reumbaude, θα είχα σιωπήσει. Αν ήμουν ο Dangerman θα είχα αυτοκτονήσει, αν ήμουν ο Steiner θα είχα φράξει το δικαίωμα στο λογοτέχνη να φιλοδοξεί εαυτών φλυαρίες, αν ήμουν ο Derrida θα είχα πάρει στο λαιμό μου όλη την ιστορία των λέξεων-θα τις είχα μεταμορφώσει σε μουσείο, σε νεκροταφείο, θα ήμουν απλά άλλος ένας φύλακας μουσείου ή πολύ πιο απλά ένας νεκροθάφτης. Όχι! Απλά, φοράω το χιτώνιο της μαθηματικής μου προίκας που είναι μια γλώσσα πιο εξελιγμένη από τη γλώσσα της σιωπής. Μιλιέται ακόμα και από τις πέτρες αυτή η γλώσσα, απλά , εξαιτίας της θέασης-θέσης παρατήρησης που έχουμε φταίει που δεν μπορούμε ακόμα να επικοινωνήσουμε με το θεό της πέτρας. Ορίστε λοιπόν κύριοι φροϋδικοί μέντορες της ανθρώπινης ψυχής, ορίστε γιατί ΔΕΝ υπάρχει υποσυνείδητη σκέψη, παρά οι ανεπίγνωστες λειτουργίες της. Όπως ακριβώς μια οργανική χημική ένωση δε συνιστά ζωή μέχρι να ανελιχτεί σε κύτταρο, έτσι ακριβώς και η σκέψη απαρτίζεται από δομικά μέρη (ανόργανα και οργανικά) που συντελούν στην αυτοεπίγνωση της συνείδησής της σταδιακά. Εκτός αν θέλετε να ονομάζετε μια πέτρα υποσυνείδητη ζωή… τότε, τότε ίσως να πρέπει να ανατρέξετε στον κυβικό εσταυρωμένο του μεσιέ Dali, γιατί μόνο τότε ίσως να καταλάβετε ότι για τον επίπεδο άνθρωπο είστε θεοί, αλλά για τον πενταδιάστατο άνθρωπο είστε απλά μια άψυχη πετρούλα… μια υποσυνείδητη ζωή! Ονομάστε τα steps μιας σκάλας ως σκάλα γιατί ακόμα την ανεβαίνετε. Λοιπόν, αυτή τη ξεμαλλιασμένη ημιτελή σκάλα εγώ την έχω ξεστήσει. Πάντα μισούσα τις διαρροές, τη προδοσία που προσάρτησε η απαγχονισμένη ιδιοτιμή της κλίμακάς σας.  Αυτός ήταν πάντα  ο υποκειμενισμός ενός πρόσκαιρου λεξικού. Αν δε μπορείς να συμμετέχεις στη τόλμη του Ποιητή που διατρέχει μέσα στο βλέμμα του πλήθους το μόχθο της δικής σου δημιουργίας, αν όταν ειδικά κρατάς μια φωτογραφική μηχανή άχρηστη μέσα σε σαστισμένα χέρια, την ώρα που Εκείνος σε προσκαλεί να τον αποθανατίσεις επάνω στο σιωπηλό σου γλυπτό που δακρύζει στις άκρες τις ατελείς σου ανησυχίες, τότε είσαι ήδη υποχείριο της δημιουργίας σου-μια αυτοματοποιημένη γνώση των Καλών Τεχνών. Όχι! Ζήτω ο αυτοσχεδιασμός επάνω στη μελωδία. Τρέχω επάνω στο ιδρωμένο σώμα!

Αχ, γελάω κύριοι με τη δειλία του πνεύματός σας. Γελάω όχι με τον παραλογισμό σας, αλλά με το παράλογο χωρίς αισθητική. Μ’ αυτό γελάω . Αλλά, αλλά έπεται συνέχεια. Ακόμα δεν έχετε δει τίποτα.

 

θ) Περιστροφικοί Εκφυλισμοί Μεταθετικών Σχέσεων

ι) Βαρυτικές Καταρρεύσεις Νεκρών Άστρων επί κωδίκων νόμων

μετά των δικαστικών επιμετρήσεων των ποινών
των επιμετρήσεων ποινών σε χρήμα
κι από αφιλοκέρδεια στο έγκλημα μετάτροπος των ελεύθερων στερήσεων
όπως ένας λόγος που μειώνει τη ποινή
μια ελαφρυντική περίσταση
μια συρροή μείωσης της ποινής
μια επιβολή θανατικής ποινής
ο υπολογισμός του χρόνου προσωρινής κράτησης
την υποτροπή
και τη ποινή της υποτροπής του καθ’ έξη υπότροπου εγκληματία
για τη λήξη της αόριστης κάθειρξης
όταν που σκύβεις το πρόσωπο ελαφρά και το βλέμμα χάνεται χαμογελαστό στα μαλλιά σου
ω τι συρροή εγκλημάτων
οι συντρέχουσες παρεπόμενες μου ποινές
χαμογελώντας έγκλημα κατ’ εξακολούθηση
ως προϋπόθεση για χορήγηση αναστολής
αναστολή υπό επιτήρηση
όταν το δικαστήριο της καρδιάς
εκούσια αναλαμβάνει να υποβληθώ σε θεραπεία ή ειδική μεταχείριση
να διαμείνω σε ορισμένο ίδρυμα και να παρέχω κοινωφελή εργασία
για την ανάκληση της αναστολής
για την άρση της αναστολής
και την απόλυση του κατάδικου υπό όρο
ήτοι λόγοι που εξαλείφουν το αξιόποινο
χρόνους παραγραφής επί των προσβολών του πολιτεύματος
από τα μέσα μαζικής δι-επικοινωνίας που κατήργησαν την αρχή του πολυκομματισμού
την επανάσταση της Δημοκρατίας
για μια δημοκρατίζουσα σκιά πολιτεύματος επί των τύπων
παραπαίουσα ουσιών επί των έντυπων και των ηχοεικόνων κοινωνών νταβατζήδων δημοσίων σχέσεων

 ιι) Άρθρο 137Α του Ποινικού Κώδικα-ένα ντανταιστικό γλυπτό κείμενο που δεν πρέπει να ξεχάσετε ποτέ

1) Υπάλληλος ή στρατιωτικός στα καθήκοντα του οποίου ανάγεται η δίωξη ή η ανάκριση ή η εξέταση αξιόποινων πράξεων ή πειθαρχικών παραπτωμάτων ή η εκτέλεση ποινών ή η φύλαξη ή η επιμέλεια κρατουμένων, τιμωρείται με κάθειρξη, εάν υποβάλλει σε βασανιστήρια κατά την εκτέλεση αυτών των καθηκόντων πρόσωπο που βρίσκεται στην εξουσία του με σκοπό: α) να αποσπάσει από αυτό ή από τρίτο πρόσωπο ομολογία, κατάθεση, πληροφορία ή δήλωση ιδίως αποκήρυξης ή αποδοχής πολιτικής ή άλλης ιδεολογίας β) να τιμωρήσει γ) να εκφοβίσει αυτό ή τρίτα πρόσωπα

Με την ίδια ποινή τιμωρείται υπάλληλος ή στρατιωτικός που με εντολή των προϊσταμένων του ή αυτοβούλως σφετερίζεται τέτοια καθήκοντα και τελεί τις πράξεις του προηγούμενου εδαφίου.

2) Βασανιστήρια συνιστούν, σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, κάθε μεθοδευμένη πρόκληση εντόνου σωματικού πόνου ή σωματικής εξάντλησης επικίνδυνης για την υγεία ή ψυχικού πόνου ικανού να επιφέρει σοβαρή ψυχική βλάβη καθώς και κάθε παράνομη χρησιμοποίηση χημικών ή ναρκωτικών ά άλλων φυσικών ή τεχνικών μέσων με σκοπό να κάμψουν τη βούληση του θύματος

3) Σωματική κάκωση, βλάβη υγείας, άσκηση παράνομης σωματικής ή ψυχολογικής βίας και κάθε άλλη προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας που τελείται από τα πρόσωπα υπό τις περιστάσεις που προβλέπει η παρ. 1, εφόσον δεν υπάγεται στην εν της παρ. 2, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον 3 ετών, αν δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη διάταξη. Ως προσβολές της ανθρώπινης αξιοπρέπειας θεωρούνται ιδίως: α) η χρησιμοποίηση ανιχνευτή αλήθειας β) η παρατεταμένη απομόνωση γ) η σοβαρή προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας

 ιιι)  σφαιρικό κύμα απεντοπισμού: virtus domirtiva

Για το σκοπό του σοφού δανείζομαι την έκφραση του πρώτου ανθρώπου
από τη μούντζα των σπηλαίων
υπάρχω και εγώ εκεί σαν ένα του δάκτυλο
στ’ αγκιστρωμένο ταυτόσημο
που με κάθε τρόπο μιλώντας τη σοβαρότητα
η δραστήρια σκέψη αναπαριστά
ως η οδός του ενστικτικού
από καθορισμένα κανάλια
ή την ψευδότητα των ενστάσεων που προωθούν  τα δίκαια
για την παραίτηση της ζωής
την άρνηση της ζωής
την αναγνώριση του αισθήματος
και το μοιραίο χάδι
τη συσσώρευση
Κοντολογίς- και μισοδύσπιστος
ξανά πόσ’ ο  αθώος θόρυβος καμώνεται τη φιλαλήθεια
και η ψυχρή αδιατάρακτη διαλεκτική του ουρλιαχτού
που μόνο σε ποιητή ανήκει
από το ιδωμένο αγνωμονώ κι ερωτευμένου καθρέφτη
οι παρατείνοντες την αγωνία ανάμεσα σε πλαστικές τουλίπες, ποπλίνες και μπιζού,
αλλά πόσο πιο μοχθηρός μπορεί ένας Επίκουρος να είναι
πόσο πιο τυραννικός τη σπάνια του μηδενός απόκριση του να ντυθεί
ο άνθρωπος που χάνει το μυαλό του
και ζυγίζει το τέλος του
από εκείνους π’ αποκοιμίζουν τις αισθήσεις
μ’ εγκαταστάσεις χώρων-
τώρα η εγκατάσταση  γλυκό μου γύναιο περιστεράκι
είναι ο εαυτός σου
κι όχι η τυφλή κάλυψη πίσω από το παχύσαρκο κρέας ενός μπούλη.
Άλφα το στερητικό από το θάνατο μου «τσο πουλο»
Μα το ρι και το καρά του θα να του οι γελοιότητες
σαν άτολμος κωδικός που διαρκώς καμώνεται μια τέχνη  που από εντυπωσιασμό ενός μικρού απέναντι σ’ ένα πυροτέχνημα ονόμαζε DaDa o φόβος της!

Παρατήστε τα όλα ξανά
Κορυμβισμός!
σε έναν ανήθικο μήνα του μέλιτος, ορθώνοντας το ήθος

ιν) χρονικοί μετασχηματισμοί ερμηνειών

Η μεταφορά θυμός σιδηρούς και το σχήμα κατεξοχήν
σ’ αυτό το σχήμα που η σημασία της λέξης γίνεται στενότερη
σ’ αυτό το χρώμα που η σημασία του σχήματος γίνεται πιο συναισθηματική
σ’ αυτό τον άνθρωπο που η απλότητά του είναι ένα πρόσωπο χλομιασμένο από τον πόνο
σ’ αυτή τη σημασιολογική φθορά της λέξης
η συνεκδοχή των ερμηνειών στην ίδια δίφρο ζεύξης καλπάζουν το άρμα μου
κι αν είμαι αγαθός
είναι ενάρετος κι είμαι ανόητος
και πέρα από τη σημασία
την ισχύ
και το κυρίαρχο
η αρετή μου φύτρωσε στη ρωγμή
ενός ηφαιστείου
κι  έχω γεμίσει το κρατήρα με μέλι
για να ζεστάνω τη φωτιά της καρδιάς μου με γλυκό
να κρύψω το πυροκλαστικό
γη που κύμα της έκρηξης το χώμα χυμά
με βουητό αγριεμένης κυψέλης
τη μετωνυμία
την αντίφραση
και τη λιτότητα ενός φιλιού
γλιστρά πάνω στα χείλη με τα παγοπέδιλα του και χορεύει

ν) Εφάνη κονιορτός ώσπερ νεφέλη λευκή

Ώσπερ τα χαλκεία πληγέντα μακρόν ηχεί και αποτείνει
ο σφοδρός της ουράνιας σκάφης αέρας
και που μακριά σαν κόμη τη στάχυ σκορπίζει καλοκαίρια
το θέρος που έρχεται ξεσηκωτής-ξεκινητής
μάζεψε σφουγγάρι τον ιδρώτα του παιχνίδι
την εύθυμη τρέλα της μελαγχολίας και τη διόραση
τα εκ φυ-γης φυόμενα δάκρυα του Timo Behrendt

που ψιθυρίζει λέξεις πίσω από τα κάγκελα της Κομοτηνής-παύση για το ουρλιαχτό ενός αληθινού γράμματος: “…δεν αισθάνομαι μίσος για τους στρατιώτες που χτύπησαν τα γόνατά μου με τα γκλομπ τους κατά τη σύλληψή μου, αφού αυτά είχαν ήδη καταστραφεί, όπως και η πλάτη και η μέση μου, από τα 7 τελευταία χρόνια που επιδιορθώνω αυτοκίνητα, οπότε αυτοί απλώς αποτελείωσαν το κακό. Κάποιοι από εσάς που δουλεύετε σε χειρωνακτικές εργασίες μπορεί να καταλάβετε και την απορία μου πως γίνεται και εντοπίζουν-μερικές φορές μάλιστα σε δευτερόλεπτα- τα αδύνατά μας σημεία. Πέρα από το γεγονός ότι με τράβηξαν μέσα από την έκθεση από τα γεννητικά μου όργανα, που εύκολα εντοπίζει κανείς ως το αδύνατο σημείο σε κάποιον άντρα. Παρόλα αυτά όμως, και πάλι δεν αισθάνομαι μίσος για αυτούς τους 3 τύπους, γιατί απλά κάνανε τη δουλειά τους. Αφού δουλειά τους είναι να σε δέρνουν χωρίς λόγο και να σε συλλαμβάνουν με βάση τις πιο παράλογες κατηγορίες που μπορούν να βρουν. Χάρη στους δυο ασφαλίτες που τους απέτρεψαν από το να εκδηλώσουν όλη τους την αγριάδα τους πάνω μου είμαι σε θέση να περπατώ και πάλι. Α! Με την ευκαιρία, είναι 8 Μαρτίου σήμερα, κι ενώ γιορτάζω τα γενέθλιά μου μέσα στη φυλακή και σας γράφω αυτό το γράμμα, παρακολουθώ τα νέα από τη τηλεόραση και μου φαίνεται σαν diju vu. Μια μεγάλη φοιτητική διαδήλωση, απίστευτη βιαιότητα της αστυνομίας αδιακρίτως…”-

και που κατά φιλίαν τε αυτού οι πλείστοι εθέλονται ξυνέσποντο
και δια τας ηδονάς και μόνον δύναται πράττειν τα βέλτιστα
άνθρωπος ελεύθερος
άνθρωπος μοναχικός
ερωτικός
επί χρόνο με σκέψη τη γλώσσα του τρυφερά
για να χαράζει ανεξίτηλες πατρίδες εκεί που οι κάλπικοι νεογνοί
πανηγυρίζουν τρόπαια κύψαντων χουλιγκάνων
που με αλφάδια της αναρχίας ζωγραφισμένα στα μάγουλά τους
και τη σημαία της Βεργίνας κρεμασμένη στη πλάτη τους
κολακεύουν και διχάζουν
την αναρχική μου καρδιά
και την ελληνική μου ψυχή.

Θα το πω για τελευταία φορά και δεν θα συγχωρέσω ποτέ τους πολιτικούς της δεξιάς που μ’ έφεραν στη θέση να το ξεστομίσω, να σπαταλήσω το ιερότερο εύχυμα ρήσης ενός ποιητή στο πατριωτικό αίσθημα: Η Μακεδονία, είναι λέξη Ελληνική.

Ι) Αλτουσέρ Στάινερ και Ντιριντά στο στόχαστρο του ποιητή. Εξαιρώ τον Πονταλίς λόγω ψυχαναλυτικού εθισμού στη βλακεία

ι) Ο κομπασμένος παπαγάλος

Η επιχείρηση Αλτουσέρ δε στοχεύει ούτε συγγραφικά δικαιώματα, ούτε φιλολογική δόξα-σκοπός της είναι να μπερδέψει τα χαρτιά, να δημιουργήσει σύγχυση, να ξεθωριάσει την επαναστατική κριτική του Μάρξ και του μαρξισμού, για να διατηρήσει τον αναγνώστη μέσα στα παραδοσιακά λούκια.
Κορνήλιος Καστοριάδης, η γαλλική κοινωνία, εκδ. ύψιλον

O Αλτουσέρ στο μέτρο που κάνει «επιστήμη»
δεν είναι ο ίδιος «υποκείμενο»
απλώς η «επιστήμη εκφράζεται μέσα από τα λόγια του»
όπως ακριβώς οι παπάδες φαντάζονται
ή καμώνονται
ότι δεν είναι οι ίδιοι που μιλάν,
είναι το Άγιο Πνεύμα
έτσι κι ο Αλτουσέρ
δεν είναι ο ίδιος που μιλά
αλλά ο κομπασμένος παπαγάλος
μέσα του
και τότε
«Απάντηση στον Τζον Λιούις»  γράφει:
«παρατηρήσαμε ότι η Θέση του ΜΛ»  ο άνθρωπος δεν ξέρει παρά μόνο αυτό που υπάρχει, αλλά: “δεν γνωρίζει κανείς παρά μόνο αυτό που υπάρχει”. Και εδώ “ο άνθρωπος” έχει φύγει.
Tο απρόσωπο “κανείς” έχει τα ίχνη του “ανθρώπου”.
H διαδικασία χωρίς υποκείμενο
διαλέγει τον Αλτουσέρ για να εκφραστεί
μιλάει μέσα του
ο κομπασμός του παπαγάλου
αλλά μεσιέ…
μεσιέ..
σας έχω ανοίξει το κλουβί
αυτή τη πόρτα που μοιάζει με στόμα
και δεν είναι ούτε ο παπαγάλος που μιλάει
αλλά το κλουβί
π’ άνοιξε το στόμα του και μίλησε
τη φυλακή σας,
και σεις
είστε απλά ένας φθόγγος της λαλιάς του
είστε απλά ένας πολύχρωμος φθόγγος παπαγάλου
που δεν τολμά να ελευθερωθεί
προς την κατά την έλευση θέρους
των ανθρώπων
όλων ανεξαιρέτως

 ιι)  Κάντε ντα το Derrida (κι ύστερα  το Βέλτσο)

Βρίσκω αρκετά συναρπαστικό το γεγονός ότι
μπορώ να περιμένω αρκετά υπομονετικά
από μερικά λεπτά της ώρας έως καμιά δεκαετία αργότερα
μέσα σε ένα ξενοδοχείο κάπου στη Λάρισα
δωμάτιο 336 στο Αχίλλειον
τον εαυτό μου να μουρμουρίζει ξόρκια
για έναν άνθρωπο που συνταυτίζει για χάρη του σνομπισμού του
κάθε κοινωνικότητα που προδίδει μια αυτόφωτη πηγή
αυτό που χύμα ονομάζουμε πηγαίο, αυθόρμητο ενίοτε
διαπιστώσεις ενδεχομένως άχρηστες ανάμεσα στον πολύ τον κόσμο
όπως για παράδειγμα
γιατί το ριβοσωματικό μόριο rRNA
ενεργεί σα υπόστρωμα για τη σύνθεση των πολυπεπτιδίων.
Ενδεχομένως με αυτό το τρόπο να επιλέγω μια ολοκληρωτική μοναξιά
σαν να τιμωρώ τον εαυτό μου για ένα έγκλημα που δεν έκανα ποτέ εγώ
αφού,
αν ήταν να επιδιώξω μια ασφαλή αποδοχή από τους άλλους
ίσως τότε θα έπρεπε να αρχίζω να μιλώ για τον θεό που-τελοσπάντων-με τέτοια ανικανότητα κι έλλειψη ευφάνταστου
οι περισσότεροι
αντί να τον λατρεύσουν κατά φύση, τον πιστεύουν κατά λόγο, παραβλέποντας τότε πως ο τι οι λέξεις τους εννοούν, είναι θεά έλλογη- κατά τον β’ αόριστο του πείθω που είναι έπιθον, η κόρη του Ερμή και της Αφροδίτης, η Πειθώ.
Ωστόσο, κάθε οξυδερκής μου πρόταση τότε
θα έπαυε κάθε ουσιαστικό ενδιαφέρον μπροστά στα κατ’ ευφημισμό ευαγγελικά τους κείμενα
μα κι αυτή την ακεραιότητα μου  δεν πρέπει κάποιος με κυτταρική επίγνωση να προστατεύει? Ποιος άλλος εκτός από εμένα τον ίδιο?
Μιλώ για την ομορφιά
σ’ όποιον τόπο κι αν βρίσκεται
και μιλώ μόνο για αυτήν
όποια μορφή κι αν παίρνει

18-10 , 2008 + 776 μ.π.ο. 9:25 μμ

Γεχοσούαχ: Αλίμονό σας όταν όλοι οι άνθρωποι μιλούν καλά για σας
Σαούλ: Με τους πάντες έγινα τα πάντα. Συμπεριφέρεστε όπως και εγώ ο οποίος καθ’ όλα αρέσω σε όλους

ιιι) το στυλ των χρωμάτων

α)
Με ενδιαφέρει μόνο ο Προμηθέας
όχι ο Μωυσής
προεκτείνω
την αίσθηση
με ενδιαφέρει αυτός που τα έβαλε με το θεό για να βοηθήσει τον άνθρωπο
όχι εκείνος που συμμάχησε με τον ισχυρό για να επιβάλλει το νόμο
Για παράδειγμα δε συμφωνώ με την ενοχή “ου μοιχεύσεις”
που προϋποθέτει  την υποταγή στην ασφυξία
ούτε ορίζω τη λέξη αγάπη ως αγάπη
όταν για να προσπαθήσεις να φτάσεις ψηλά
αν βέβαια θεωρείς τον εαυτό σου ένα αξιοπρεπές δέντρο
είναι να χώσεις τις ρίζες σου βαθιά στη γη.
Είναι το πρόσωπο που ξεπηδά από την ευγένεια του σμιξίματος
πολεμιστής που έγινε αθλητής
και το αγρίμι που έμαθε να τραγουδά
και όλες οι χαρακτηριστικές εκείνες ουλές που αποφασίζει να δείξει κανείς
που από καθαρή πηγαία σοφία χαίρει στον εαυτό του
είναι το ίδιο πράγμα
με τη φύση ενός λουλουδιού
σίγουρα, υπέροχη η προσφορά
αλλά και η γεωμετρία που χωράει σ’ ένα χρώμα είναι ακόμα καλύτερη-
κι αν όταν ποτέ δεν ξεκινάμε από μία αρχή που καλλιεργεί την ενοχή
για το προπατορικό μιλώντας
άσε που και η λέξη αμάρτημα σηκώνει πολύ κουβέντα
τι σημαίνει
σημαίνει ποινικό ή όχι -αδίκημα μιας a priori ντροπής
γιατί αν σημαίνει το δεύτερο
τότε
μόνο η τρύπα του όζοντος για τη λειψυδρία δε φταίει
…για να ξεπλυθούμε εννοώ

Β) το ύφος των χρωμάτων

Ι) Η φάλαγγα των χρωμάτων

Όταν αργότερα με επισκέφτηκε μια εκτατή αποπλάνηση
O κύριος που με κέρασε ρακί
ένα συμπαθητικός γέρος που στα νιάτα του απέκτησε τον οίστρο της θηλυπρέπειας
τώρα ξέρει να κοιτά το συναίσθημα στη πηγή του
αυτός ο άνθρωπος μου μίλησε για τη σημασία του συμπάσχω και τη πρωτόλεια σημασία του συμπαθώ
μου εξήγησε τι σημαίνει να είσαι μια σταλιά και να τρως μούσμουλα
να φτύνεις χάμω τα κουκούτσια
και ένα παιδί πίσω σου να τρέχει να τα μαζεύει για να τα φάει
-δεν είναι παραξενο που όταν είσαι παιδί, αναγνωρίζεις πάντα τα παιδιά από τους μεγάλους?-
-βίαιη αλλαγή στο μοντάζ
μου εξήγησε τη σημασία του πόνου επί την αξία της ύλης
όταν δυο ζητιανάκια μέσα στην  ευτυχία των δύο ευρώ
έριξαν  κάτω το ναργιλέ μου που άξιζε 127
Α αυτός ο γέρος
στην οδό Σωκράτους
αυτός ο γέρος θύμωσε, σάστισε και τελικά
θυμήθηκε…
Αυτός ο γέρος τώρα
Διατηρεί ένα καφενείο  που αυτός το είχε ζήσει
Τέτοιο που με παρασύρει στο πιο εμπορικό πλακόστρωτο του ροδίτικου κάστρου
αλλά
Αυτό το καφενείο δεν ξέρω που βρίσκεται
και μοιάζει να έχω χαθεί σε μια στιγμή ακόμα πιο χαμένη
Την ώρα που περπατώντας άσκοπα χωρίς να γνωρίζω που πηγαίνω
Η ψυχή μου αμετακίνητη χαιρετίζει το πνεύμα της
Να γιατί Δεν τραβώ κατά Τη γωνία που συγκινεί το μάτι
Αλλά Από τη μυρωδιά της διαίσθησης ότι θα βρίσκεται εκεί η εξωτικότητα της λαγνείας μου
Που τα συστατικά μου της αναγνωρίζω
Ένα παλιό καφενείο με διαθέσεις ταξιδιού
Για να πηγαίνω
εκεί όπου δεν προορίζομαι
εκεί να πηγαίνω
προορίζομαι
Μα πως ξέρω ότι θα βρίσκεται εκεί μια απρόοπτη συνάντηση
Το Ξεμαλλιασμένο μέσα από κουρεία εκκλησίες και σιδεράδικα
κτίσμα που μεταμορφώθηκε σε  καφενείο
τόπος με διαπεραστική οσμή
Τέτοια που δεν φοβάται από κουρσάρους παρά έχει ανάγκη από τη γοητεία του ίσταμαι
κι ας μπείτε να λεηλατήσετε
Στο τέλος λεηλατεί οριστικά η σαγήνη
Ω κι έχεις ανάγκη να σαγηνευθείς φίλε εσύ με την ανόητη δίψα
Και τι δυστυχία να μην γνωρίσεις ποτέ την εξοχότερη των συναισθήσεων

“Σαααααςαααρτττττττττττττττττττττττττττττττττττττττττ “

Κι αφήνω τούτη εδώ τη λέξη όπως ακριβώς πληκτρολογήθηκε από τα γυφτάκια που ήρθαν να ζητιανέψουν και το ένα από αυτά πάτησε εκνευρισμένο τυχαία τα πλήκτρα του laptop καθώς τους αρνήθηκα κάθε επαιτεία και συνέχισα κι έγραφα ως που καθόμουν , και συνεχίζω:
Να εγκαταλείπεσαι χωρίς να περιορίζεσαι
(εντάξει, ο αφηγητής παραθέτει ένα μικρό ευδαίμονα κεντρί-αρχικά πάντα περιορίζεσαι)
Αλλά αν αντέξεις το πόνο και την απολίθωση
Στο τέλος πάνω στη πέτρα η φύση προσφέρει ξανά τον εαυτό της
αφού δεν είναι καφενείο γιατί σερβίρει αποκλειστικά καφέ
Αλλά είναι καφενείο γιατί είναι καφέ το χρώμα που αναδύεται μέσα από χωρίς αύριο
αγώνα
Γιατί το χρώμα ξεπηδάει αβίαστα μέσα από τις προφάσεις της μνήμης και κάνει τα
δικά του
Τα δικά του λέγοντας
Ναι, εννοώ την ιστορία
Την  Ιστορία που απ’ όλα  τα χρώματα έχει χρώμα καφέ
Την ευγένεια του κορμού όταν αυτός ενηλικιωθεί
Και τη μαγεία του ερωτευμένου όταν αυτός αδιαφορήσει
το καφέ που απ’ όλα τα χρώματα των αντιφάσεων
ξέρει να προσπερνάει σε σημασία τη στιγμή χωρίς να την προσβάλλει
γιατί κάνει τη νοσταλγία βασικό υλικό της ευπροσήγορης γεύσης
Μονοπάτι που ξανοίγεται προς τη σάρκα του άυλου
Και στο πολυάριθμο με τον αυλό παιανίζοντας ανυποχώρητο τον άνδρα
εσωτερίκευση φόβου σε ηδονή που κατάματα αντικρίζεις και λιώνεις
ώσπου στα μάτια μεταστρέφοντας το σχήμα σε χρώμα
το κυνισμό, την απώλεια και το θάνατο πατσίζεις
τους προσθέτεις από λίγο στιλ
και συνεχίζεις
κρατάς ομπρέλα αμετάκλητος
αυτό που οι αδαείς ονομάζουν πεπρωμένο
και συ απλά
απόφαση
τη διάθεση του εαυτού σου στο φάσμα της αβεβαιότητας
Για το διαχθόνιο ζευγάρωμα πρόκειται
Για την ανέλπιστη ηδονή μέσα στο πράγμα
Εξάλλου το πρωί ανατέλλει πάντα το θάρρος σου
είναι η πρώτη σκέψη του λόγου
απέναντι κάθεται το φαντασματικό μιας υπεροχής
υποθέτω θα την συνάντησα σ’ ένα αντίστοιχο σώμα αλλά δεν το θυμάμαι
έτσι συνεχίζω να καπνίζω
και να γυμνώ

ΙΙ) Ασύμμετροι χρωματισμοί εγκαλούνται

Ζώο βουβό κι υπηρέτης του εχθρού του στο θάνατο
Τα ζώα του αγρού και του δάσους
τα λόγια σας δεν καταλαβαίνουν
όταν φωνάζετε βοήθεια
κοιτάμε ένα παιχνίδι κατάματα
μόνο σαν θαυματοποιοί
παρά γιατί ασύμμετρη την χθεσινή μας φθορά
κουβαλώντας στη πλάτη μας μετράμε
και ποτέ μου δεν κοίταξα κατάματα το Λιοντάρι
αλλά ούτε κι Αυτός εμένα
ποτέ μου δεν του απευθύνθηκα παρά μονάχα πίσω από κάγκελα
και Εκείνος το ίδιο και το ξέρει
Ζώο βουβό κι υπηρέτης του εχθρού μου στο θάνατο
Τα ζώα του αγρού και του δάσους
Δεν καταλαβαίνουν τα λόγια μου
Όταν βοήθεια φωνάζω
Τώρα ανιχνεύεις μέσα από μια κορύφωση το δράμα
Κι Αν σ’ αυτό αλέθεις την αφή
αφήνεις στο σώμα να υπάρχει
η ικανότητα του αντιπάλου-μεταποιείς τη σάρκα σου. Γίνεσαι Θεότητα
Αλλά κοιτώντας στο πέτρινο τοίχο
έναν σκαλισμένο ιππόκαμπο
τυλίγεσαι στα σεντόνια
κογχύλι τα φτερά του- είσαι η απεριόριστη γοητεία του θνητού
Τώρα Ζώο βουβό κι υπηρέτης του εχθρού μας στο θάνατο
Το απαλό σφύριγμα σφυρίζει
ερωτηματικό από άρωμα που φοράει ζαρτιέρες
για να καλύψει η κραυγή
Μέσα στην αγριότητά της
την ευγένεια
Μα Το καλό γένος αν θυμάμαι καλά
Σημαίνει θεός
Αλλά για εμένα θεός σημαίνει
Άνθρωπος- απεριόριστη γοητεία
Και τότε δεν απορώ
δεν είναι τυχαίο πως σε όλες τις συντομογραφίες του πελάγου
Σ’ όλες τις εποχές της θάλασσας
Το ναυτικό τιμόνι ήτανε πάντοτε ακτινωτό
Ο καπετάνιος έκανε τις χοντροκομμένες κλίσεις της προπέλας του
Πιάνοντας από κάπου σταθερά
Και το καράβι μεθυσμένο πήγαινε
Τώρα κοιτώ αυτό το καράβι στο τοίχο ενός ξενοδοχείου να πλέει
Το ίδιο ακριβώς καράβι χαραγμένο στο μπράτσο σου
Παλεύει πάνω από τις ροές του αίματος

B) H μέθοδος, η παρουσία και το χρώμα

Βαθμιαία ιδέα το αμφίσημο του βλάσφημου
μέσα από μόνιμα σχήματα η δαιμονική δημιουργικότητα που ανιχνεύει
κομίζει μαζί σου την απόσταση του λόγου που υψώνεται σαν κύμα από σιωπές που εξεγέρθηκαν
στην πολιτεία του Ικάρου όπου όλο το αγελαίο βασανιζόταν από την άρπα των συνωστισμών
με συνηχήσεις από συντακτικά αισθήσεων που ποτέ δεν αποκαλύφθηκαν σε όλη τους τη μεγαλοπρέπεια
η αμετάφραστη ικανότητα της αποκάλυψης
η αθάνατη αγωνία της ανεξάντλητης σιγής
η πεμπτουσιακή τέχνη
η μουσική εισαγωγή των κρουστών
το κροτάλισμα του φιδιού
και η διάχυση: παραληρηματική πρόσχεση της ακραίας τεχνικής, βυθίζεται στην οργανική συνύπαρξη του ουρλιαχτού
κι η μουσική με προετοιμάζει
τελετή από αιχμές ροζ ώσεων
πλησίασε με στην αξεπέραστη πυκνότητα
τα μυστήρια της έμμεσης διατύπωσης είναι για τους δειλούς
κι η αισθητική μουρμουρίζει όπως ο άντρας πράττει
η επική παρέλαση των πνευστών
ο βρυχηθμός του μπεζ
κι όλες οι χειρονομίες της αισθαντικότητας: αύριο σαλπάρω για το Σουδάν και την Αιθιοπία
εμπόριο όπλων
η συσσώρευση της ιδιοφυΐας στο πρωταρχικό στοιχείο της βίας
κι ένα σονέτο για έναν σεμνό άνθρωπο.
Και δεν είναι η ανοησία του μυστικισμού
όσο η επινόηση της πολυπλοκότητας
ένα μέσο για να γδύσεις αυτό που μεταστρέφει την αυτοκτονική ρητορική της σιωπής
ένας περίπατος
μία ανεξιχνίαστη προτροπή στον αμήχανο πολιτισμό
όταν το ίδιο βράδυ που η Elizabeth ξεκλείδωνε τα άστρα
σε ένα κήπο γεμάτο στάχτη γονάτισα και προσευχήθηκα
στα υπολείμματα του εαυτού μου
κοίΤΑΖΟΝΤΑς χαραγμένη εγκάρσια τομή χεριού
στάλες αίματος πάνω σε γραπτό:
η συμφιλίωση των εθνών
και ναι
μπορώ να γράψω ποιήματα μετά το Άουσβιτς
μπορώ να ερωτευθώ ξανά
μπορώ να κάνω τα πάντα που με ορίζουν
ο θόρυβος είναι η γύμνια μου
και θορυβώντας
σιωπηλά ρούχα φορώ
Πλησίασε με..

γ) Η δραστηριότητα των μεταθέσεων του είναι

Το είναι δι’ εαυτόν δεν είναι ένα είναι καθ’ εαυτόν αλλά, το είναι καθ εαυτόν, ως είναι καθ’ εαυτόν, είναι ένα είναι δι’ εαυτόν. Αυτός είναι ο συλλογισμός της φθοράς. Ωστόσο για κάθε τιμή που το είναι δεν είναι τότε ως είναι δεν εκπληρώνει τη συνθήκη της απαίτησης μιας καθολικότητας να είναι. Άρα αν η καθολικότητα έρχεται με τη δυνατότητα να μην γίνεται να βιωθεί από το ίδιο το αντικείμενο εξ ολοκλήρου, τότε η καθολικότητα αναγκαστικά είναι μια μερικότητα που φιλοδοξεί να μην είναι. Αυτό εξηγεί εν μέρη τον κανιβαλισμό της αξίας έναντι της αναξιότητας. Η αναξιότητα είναι μια μη αναγνωρισμένη συνθήκη.  Το παράδειγμα της καθολικότητας του καπιταλισμού με τη μορφή του φιλελευθερισμού σύμφωνα με τα αμερικάνικα πρότυπα καθολικότητας όπως αυτό προτείνεται από τις συνθήκες μηδενικής κρατικής παρέμβασης σε ότι αφορά την αγορά, αποσιωπάται, φθίνει στο μηδενικό όριο, στο βαθμό που ο κρατικός παρεμβατισμός απουσιάζει ολοένα και περισσότερο . Έτσι αν το είναι μπορούσε να ειπωθεί με τη βεβαιότητα της προσδοκίας μας να είναι, τότε ο πόνος θα έπρεπε να βιώνεται καθολικά. Αυτό θα σήμαινε την απόλυτη διάσπαση κάθε μακροσκοπικής δομής και τον διασκορπισμό της στη ολότητα του χώρου, σε μία σούπα από κβαντικές καταστάσεις (globality).

Όχι! Η κβαντική κατάσταση δε είναι προνόμιο ούτε του έρωτα, ούτε των οικονομικών καθεστώτων. Είναι προνόμιο της Ποίησης. Ο μεταθέτης της Ποίησης δεν είναι μόνο ένας τελεστής δημιουργίας, είναι και ένας τελεστής καταστροφής. Αν η Ποίηση αποφασίσει να εξαρθρώσει τη λυρικότητα από το ύφος της τότε δημιουργεί τη λυρικότητά της εκ νέου. Ο μεταθέτης της Ποίησης και του ίσταται, είναι ο μηδενικός μεταθέτης

δ) …futura gente

was spielst du, Knabe? Durch die garten ginngs, wie Viele Schritte,flusternde Behefle. was spielst du, Knabe! Siehe deine Seele verfing sich in den Staben der Syrinx…( Musik, das buch der bilder, R.M. Rilke)

η μυθολογία της ωμής τροφής
βυθίζεται αν μιλώντας μου
τη νοσταλγία σ’ επιθύμησα,
έβλαψε τον Ετεοκλή αν η
δική μου ζοφερή νύξη
στο γάργαρο χο και ου
του τραγουδιού η φωνή
μεταμορφώθηκε σε λεπίδα
με την ακρότητα στο κήπο
των εκπεσμένων ηδονών
η μεταδόσιμη παρομοίωση
το ρόδο του σφραγιδόλιθου

ε) Τρεις Αιώνες

ι) γιατί?
γυρνάει το λεξικό του δρόμου σε μια τυχαία σελίδα
μεικτές αισθήσεις αντιφατικών συνηχήσεων
ο κύριος φοράει μαύρο παλτό κι έχει τα χέρια στις τσέπες
η κυρία φοράει κόκκινο παλτό και τα χει σταυρώσει
κοντοστέκονται για λίγο
κάποια στιγμή ένα αυτοκίνητο θα τους προσπεράσει
ο φωτογράφος θα ικανοποιήσει τη φυγή του στο κλικ
κι η κάμερα θα σβήσει
τότε καταλαβαίνει
μόνο τότε
οι πρωταγωνιστές
μόνο κτίρια  κολώνες και γυμνά κλαδί
και λίγο παραπάνω
σε μια φωτογραφία που δεν υπάρχει
στα βήματά τους
χάνονται ίχνη
αστείων ανθρώπων

 ii) γιατί όχι?

Μια βραδιά που ήμουν αθώος
μου πήραν το λαιμό γιατί τους είπα
ότι Θεός δεν υπάρχει- αλλά Θεοί ή τίποτα,
κι από τη ξύλινη εξέδρα λυπημένος αναθεμάτιζα τον αναίσθητο ύπνο
και πήγαινα στη γειτονιά των πεθαμένων μωρό σαν τη μάνα μου που
σαγματοποιός της φυλακής του
ο πεινασμένος σκοτώνει με μία πέτρα τη σφεντόνα του.
Από τότε υπογράφω στρατιώτες από τενεκέ φυσιγγίων
και παίζω υπασπιστής στο χειροκρότημα που πληθαίνει
με το γέλιο το φαρμακείο της Τέχνης.
Κι αν το πρωί στο διοικητήριο προσπαθούν να με περιορίσουν
με το σταυρό που κόλλησαν οι πονηροί παππάδες
στα χρόνια των ενοχών τους
τη σημαία της αγγλικής εταιρείας Ινδιών ως σημαία μου,
για να μου κλέψουν το χρόνο από την ευτυχία του μελανιού
κανείς δεν θα μπορέσει ποτέ, αλήθεια,
κι ας περιμένει ο δήμιος όσο θέλει

iii) Έλλην

 Σε κάθε λαμπρό σπιτικό της Αθήνας
υπάρχει η ελληνική αντίληψη πως
το πνεύμα που δεν εξελίσσεται
είναι ήδη νεκρό
να γιατί ανοίξαμε τις πόρτες μας με καρδιά τρυφερή στον πρόσφυγα θνητό αποθεωμένο “Θεό”
τον τυραννισμένο εξόριστο από της Παλαιστίνης τις σπηλιές σοφό εκείνο μαραγκό
τον ακόλουθο πατέρα του προφήτη Μωυσή
εκείνου που στο Λευίτικον
ο παραβάτης της αργίας του Σαββάτου
κατ’ εντολή του
με θάνατο τιμωρείται.
Μα πως πέρασαν ανύποπτα οι μέρες
μ’ επιστολές και φόβο θεού ή τιμωρία
στη σκιά του κεραυνού να λησμονούμε το Ζευς του Διός
και να μας υπαγορεύει ο Παύλος
των Εβραίων, ο Δίας του Διός ο Ναζωραίος
κι εσκεμμένα ν’αποσιωπάς κατόπιν σκέψης-περισυλλογής εκ του Ιερατείου
ο λευκοντυμένος Εσσαίος της Μύριαμ  Υιός
ω Γεχοσούαχ Μεσσίαχ
-δυό φορές το πνεύμα σταύρωσες «Ευαγγελιστή»
πνεύμα λαό παιδεία Ελληνικό
Κι ανάμεσα σε ψίθυρους και πένθιμα τιτιβίσματα Βάκχων
ακούω τη μέρα που με τη βία Χριστιανούς μας ονόμασαν οι εκπεφρασμένοι την ελεύθερη σκέψη δυνάστες του ανθρώπου
τη λύτρωση του άρτου και του οίνου
σώμα κι αίμα θεού οι βάρβαροι διψώντες και πεινώντες τη βασιλεία ουρανού και γης
το ιαματικό τους ψεύδος
μας τάισαν
εκείνη τη θλιμμένη  ημέρα που  τη λατρεία στα είδωλα μας απαγόρεψαν  και το μέσο στη Τέχνη της έκφρασης από τους οίκους και την αγορά γκρέμιζαν
κείνες τις μέρες που τα γραπτά του Επίκουρου έκαιγαν οι χριστιανοί για να ζεστάνουν με τη θρησκεία της αγάπης τη διδαχή στην υποταγή του αφέντη
κείνη τη μέρα σταυρώθηκε ο Χριστός κι όχι ο Γέχοσούαχ, αλλα ο χρισμένος άνθρωπος,
όχι «Αυτός», αλλά εσύ κι εγώ,
και τότε, εκείνοι οι αγράμματοι σκληροί σαν τα μονόχνοτα χρώματα του τοπίου τους άτεγκτοι Εβραίοι της διασποράς π’ αποκαλούσαν τους εαυτούς τεχνηέντως νήπια,
αυτοί που για αιώνες στον ένδοξο ναό του Σολόμωντος -κατά Ιώσηπου οι μαρτυρίες
2000 τάλαντα και μόνο η παρακαταθήκη του πολιτισμού τους
το άβατο τους που με αυστηρότητα μυστικό σαν να ‘τανε
από θησαυρούς αμύθητους άδειο κρατούσαν
κείνοι που με σύνδρομο κατωτερότητας από χυτά αγάλματα δεν γνώριζαν
μηδέ από γλώσσα
παράδοση
διανόηση αμφιβολία και έρωτα
και για την ανήθικη ζωή μιλούσαν αόρατοι οι διαμέσου του Γεχοσούαχ τους
αυτοί που κοιτούσαν το ντύσιμό μας π’ άφηνε ξεσκέπαστο όλο σχεδόν το σώμα
τη φοβερή συνήθεια όταν πλενόμασταν ολόγυμνοι στα λουτρά
δημόσια ή ιδιωτικά
να χαιρόμαστε
-έτσι μας κατηγορούσαν στη παλαιά διαθήκη-
όταν στα ξεροκαϊδια της ερήμου των Εσσαίων
με το πάθος του μεσόγειου σταφυλιού
έπλαθαν στην αντανάκλαση του τόπου τους θεό αταίριαστο για τον δικό μας,
γιατί καλέ μου πιάσε τη πεταλούδα της Ρόδου
κι ως τον αττικό ουρανό τη θάλασσα κατάματα θα βλέπεις
κόψε από της Κρήτης την ελιά ως της Ηπείρου το παγανό φεγγάρι
κι απ’ των Επιδαύρων τα στάδια ως τα πορνεία της Εφέσου
μόνο
άγνωστη γεύση ελευθερίας!
Αχ ποια τέρατα ακούσαμε μόνο και μόνο για τον πόνο του βασανισμού και το δάκρυ της μάνας
αχ
συ την ατομική σου χειραφέτηση που στους αιώνες με το θέατρο έσωσες
από τους μίμους της κίνησης ως το θέατρο σκιών
συ που ξανακάνεις το Ιερατείο τους να τρέμει από αγανάκτηση
συ που τη κατάργηση του φόβου για τον γρανιτένιο τους Γιαχβέ χρέος σου έχεις
συ που πρώτα απ’ όλα Έλλην λέγεσαι
γιατί Έλλην σημαίνει Έρωτας και Γνώση
αισθητική κι ευγένεια, μέτρο και όριο
Δαίμονας, δηλαδή Αγαθός
τώρα τη μοντέρνα ιδέα του άθεου
Επίκουρο κάνεις
και μέσα στη μοναξιά σου στέκεσαι ανάμεσα σε άνθη ανθισμένος
και στους ανάμεσα αιώνες
Αγωγή

Z) ανυποχώρητες απογοητεύσεις τραγουδιών στα όρια της ερμηνείας

Κάποτε αν σου παράγγειλα μες το μεθύσι τη γυναίκα που γδύνεται μπροστά από μια ντουζίνα κάδρα που το κάθε ένα αναπαριστά πορτραίτα γλίσχρων αντρικών προσώπων που ξύνονται κι εσύ ανάμεσα σε μαϊμούδες που πιθηκίζουν με τη δίψα των άξεστων που ούτε κατανοούν ούτε συγχωρούν σε μια ίντσα δημιουργίας την ελευθερία των ανυποχώρητων απογοητεύσεων φορούσες τα στήθια μουντζουρωμένα μέσα στην απληστία της κλειστής κοινωνίας του χωριού, του νησιού, των εννοιών εκείνων που τώρα ξεπέφτουν μέσα στην απομόνωση των ανώνυμων εκείνων πόλεων που ορίζουν το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση σαν απόλυτο έλεγχο, σαν κατασυκοφάντηση, σαν χαιρέκακο σεξουαλικό όνειρο που σε στριμώχνει στη γωνία επειδή εσύ δεν πληρώνεις ούτε κύτταρο για να αποπληρώσεις τα τάλαντα που θα έπρεπε να προσφέρεις προκειμένου η θεά να σε τιμήσει με την παρουσία του ταξιδιού της , τότε μόνο η αποφασισμένη Ποιητική μπορεί να αντικαταστήσει τον Προφήτη, τον Ιερέα, το Ναό, το Θεό. Μη γονατίζεις. Χαίρε!

Αν ήθελες ποτέ να δείξεις στο μουνί σου την πραγματική έξαψη των δυνατοτήτων του τότε η έννοια της αρετής δεν θα σου ήταν δύσκολα κατανοήσιμη κι ούτε θα κατέτρεχες στις διαπιστώσεις του Νίτσε περί αυτού. Η μνήμη στην πράξη του οργασμού είναι το εξαιρετικό αφροδισιακό και η ξεχωριστή ενόραση , όχι η πράξη αυτή καθ’ αυτή. Αλλά να ανατρέξεις στις μνήμες της αισθησιακής ροής που ξεγλιστράει τη διεγερμένη της μπουρζουαζία με τα τερτίπια των ερειπίων ήταν ένας έρωτας  ενός παλιοχαρακτήρα που σκιτσάριζε με τη μέθοδο του σεμνού ιστού την επαλληλία των επί της προδομένης αράχνης σοφία της Αθηνάς. Δεν βάζεις μια θεά να πλέκει αγάπη μου!

Τώρα μέσα στον τεκέ παίρνω μάτι ένα σούφι που μου δίδαξε η συνήθεια 400 ετών αλλά  δε με νοιάζει. Κάτω από τη λευκή αντρική φούστα του σούφι ο αγράμματος Έλληνας ονομάστηκε φουστανέλα. Ωστόσο δεν με ενδιαφέρουν οι απόψεις του Τούρκου κατακτητή που μεταστρέφει τον Διόνυσο με συμμετρίες που τίποτα δεν έχουν να προσφέρουν. Με ενδιαφέρει η αντοχή του Έλληνα κατακτημένου που τα χάνει όλα για να ξαναγεννηθεί μέσα από δάνεια του μηδενός. Με ενδιαφέρει ο τρόπος με τον οποίο η γλυκύτητα του γυμνού
σώματος στοχάστηκε κάτω από το βάρος του ηδονικού φετιχισμού της σταύρωσης τις βασικές αρχές του υπαρξισμού. Και αυτό το κοινωνικό πνεύμα του ανθρωπισμού είναι όντως μια αναλλοίωτητα που οδηγεί στην επιβεβαίωσή του.

Ύστερα φτιάχνω ζεστό ρόφημα δάφνης κι ονομάζω την επανάσταση της αναγέννησης επίκληση στη μνήμη. Να τι χρωστάμε στη Τέχνη. Γιατί αν εμείς δώσαμε τα φώτα στους Ευρωπαίους, αυτοί μας χάρισαν πίσω τη μνήμη που μας αφαίρεσε ο Χριστιανισμός και ο Οθωμανός . Τώρα μυρίζω κανέλα.

Μα αν μέσα στις καρδιές των περιπλανώμενων σκύλων τάισα όλες τις συνήθειες που κατρακυλούν την ευφυΐα της καρδιάς των αποπλανημένων ιδιαίτερα πολύ τους πρησμένους εφιάλτες γιατί στο δρόμο έπνιξα το ξερό δέντρο που με το κλαδί του προτείνει τον απρόβλεπτο στίχο ταριχεύοντας το μίσος μου για τον άνθρωπο εκείνο που όταν σε κοιτά  κοιτάζει την κακοήθεια των ελλειπτικών του διακυμάνσεων μπροστά από έναν εαυτό που με τη θαλπωρή του ματιά στέκεται απέναντι από τη εξαϋλωμένη γυναίκα σαν σώμα μεταξύ αδιάφορων σωμάτων- ξύπνησα μέσα σ’ έναν εκπληκτικό φούρνο στην Κωνσταντινούπολη, δεν μπορούσες να φανταστείς τι συμβαίνει εκεί μέσα. Ήμουν φωτιά και κοιτούσα τα μπισκότα που γλύκαιναν τη μοναξιά της αγίας Σοφίας των νηπίων  πίσω από κόσμο περίεργο ανακατωμένο με Σελτζούκους εποίκους ενός βάρβαρου ιππότη

Τι μένει μετά από μια Ποίηση των αντιδράσεων
να κάθεται ο Ποιητής στο νησί  του την αντίφαση
και να κοιτάζει τον απλοϊκό τονισμό της ερμηνείας
τον αδιάκοπο Βάκχο
κι ένας μέτριος που ποτέ δεν κοίταξε
την αϋπνία του αίματος κατάματα
τη Σελεστίνα που συλλαμβάνεται από το πλάσμα εκείνο
που μοιάζει με λόρδο και που μέσα στη νυχτιά τη σύρει
σε μια θλίψη πολύ μακριά από τον παιχνιδισμό του πνεύματος
που παραπονιέται στη μαμά της τη δυστυχία της δήθεν
εκεί που η γνώση δεν αντιστρέφεται

αλλά καρφώνει το μαχαίρι της κουζίνας μέσα στο αποφασισμένο της θέατρο πάνω κομοδίνο που τρομαγμένο κοίταζε πίσω από τους καθρέφτες της κρεβατοκάμαρας την προδοσία που τυλιγόταν επίσημα το μανδύα  που το ανυπόφορο του έρωτα σε έκανε να πιστεύεις ότι η αγάπη είναι ένα ψέμα.

Μετά έρχεται η λαϊκότητα της τέχνης που ονομάζουμε πορνό και που ελευθερώνει τα πάντα χάριν του ερχομού που μας πλημμυρίζει με αδιαφορία στο Τέλος.

Αλλά υπάρχει και εκείνο το κεραμικό εύρημα μιας κοπέλας στο μουσείο της Ρόδου σε εκείνο το κτίσμα του μεγάλου μαγίστρου που δίπλα από ρωμαϊκά αντίγραφα προσωποποιημένων  δονητών του ήλιου ο ερωτικός της αχός βρήκε τρόπο κι ακόμα μουρμουρίζει τον εαυτό της που δεν είναι ποιητής, που μέσα στα σκονισμένα χαλάσματα που οι ζηλιάρηδες βάρβαροι κλέφτες όσο ερωτεύονται στον απύθμενο δεσμό της εξάντλησης που μέσα στο έρεβος του ουρανού και της γης το σώμα και ο νους πάντα θα τους κάνει να βρίσκουν καταφύγιο στη σιωπή, αυτή που είναι το πνεύμα της μαινάδας και το σώμα της ερεθισμένης από το μυστήριο του ποιητικού ύφους ήβης και που το όνομα της αχ είναι η γυναίκα που πάντα έψαχνα και που τώρα είναι νεκρή εδώ και χιλιάδες χρόνια η υπέροχή μου Σαμίη Γλυκέρη, που με τα μυτερά της κεφαλαία μέσα σε μια φράση που είναι μια λέξη μου σκαλίζει το μεστό ουρλιαχτό μέσα από παράπονο ηδονή και μέθοδο: «η τον Έρωτα θέλουσα και τας ηδύπικρας φροντίδας του ευξαμένη και επιτυχούσα»

Αυτή είναι η δικιά μου μητρική γλώσσα…

H) Σημεία συσσώρευσης

ι)

Από την εποχή που ο Rilke επηρεασμένος από το υφολογικό στοιχείο του Beudailaire ρίχνεται μετά μανίας στην αίσθηση που του είχε ευνουχίσει η «θρησκεία της αγάπης» υποτίθεται, έχει περάσει καιρός.  Είναι από την εποχή που ένας άτολμος Ποιητής που θα μπορούσε να είναι μέσα στην πιο επικίνδυνη συντροφιά του χρόνου ως ιδρυτικό μέλος, αντ’ αυτού, αποτυγχάνει ουσιωδώς (παρόμοια με την υπόθεση Ελύτη) και ως εκ τούτου, εξορισμένος από την κακοτοπιά που πάντα ήταν η τροφή μας, σπέρνει οδηγίες χρήσεως προς καλά παιδιά (γράμματα σε έναν νέο Ποιητή) . Η μοντέρνα ποίηση δεν ανήκει σε μουσεία. Η μοντέρνα Ποίηση είναι κόλαφος. Όποιος δεν το κατάλαβε είτε παρέμεινε μεταφραστής, είτε μια άνανδρη σουπιά που η μόνη της χρήση είναι το μελανό δεκανίκι του Ιερατείου. Ότι κι αν σημαίνει στις μέρες μας Ιερατείο. Όποιος στοιχειωδώς γνωρίζει από τα υπέροχα νέα ευρήματα της μοντέρνας επιστήμης ξέρει πολύ καλά τι εννοώ. Από τα φαινόμενα ESP μέχρι την επιβεβαίωση της τρίτης λύσης της εξίσωσης πεδίου του Einstein από το διαστημικό τηλεσκόπιο Huble για ένα σύμπαν παλλόμενο (αυτοδύναμο αυτοοργανώμενο με συμβατική αρχή χρόνου μέσα σε μια κλειστή γεωμετρία ανισοτροπικού τετραχώρου Finsler και αν) η νέα Ποίηση γεννιέται χωρίς ενοχές, χωρίς παγιωμένα και μοναδικώς ενδεδειγμένα μοτίβα μεταφυσικών λυρισμών (αλεξανδρινός στίχος και τα ρέστα, χωρίς να παρέχει δικαίωμα στον ευσυγκίνητο αγνώμονα που κάπου- κάπου θαρρεί πως  το ρεύμα που τον διαπέρασε (”θεία μανία” που θα επιγράψει ως επιληψία και άλλες ανοησίες των ηθικιστικών του ερμηνειών) είναι η απόδειξη της σημαντικότητάς του. Όποιος λίγο δεν φέρνει σε ήλιο που καίοντας διαρκώς τα σπλάχνα του είτε με ψυχρή σύντηξη όταν κουράζεται, είτε με εκθετικές θερμές πυρηνικές σχάσεις του καύσιμου υλικού του όταν είναι σε τρελά κέφια, έως την ακρότητα μιας μαύρης τρύπας που όλα τα ρουφάει κι η ελάχιστη απόδειξη του ίσταμαι, της είναι το μοναδικό κείνο φωτόνιο που αφήνει να αποδράσει από την ολότητα που αρπάζει από το οπτικό σου πεδίο. Λίγοι μπάσταρδοι αξίζουν να είναι Ποιητές. Κι η αισθητική τους σου κόβει την ανάσα. Τις υπόλοιπες χαριτωμένες όζες τις αφήνουμε για τα κέλωρα της κάκκης των περίοπτων ποιητικών σας βραδιών.

21-11 , 2008 + 776 μ.π.ο.  11:30 μμ

ιι) Γαργαλιστικά Σημεία

βάρος του σώματος  Το σώμα
κύριε Πλάτωνα φασίστα
κύριε Αριστοτέλη ρατσιστή
έτσι όπως κατά βούληση οι μονοθεϊστές σας χρησιμοποιούσαν
μόλις στις Αλεξάνδρειες τους ανταγωνιστές σας κατέκαψαν,
σκαλί που χωρίζει μια τραπεζαρία από ένα σαλόνι
κι αναπνέεις  κρύωμα που κάνει δύσκολη την αναπνοή
κατούρημα
και
το πάπλωμα που κρατούσε κάποτε τη ζέστη
πρωινή υποχρέωση να καταπιείς το τεράστιο χάπι
ένας λάθος λαρυγγισμός και χειραψίες με πνιγμούς
αλλά  υπάρχει χρόνος κι είναι χωρισμένος σε μικρές κυψελίδες 11-διάστατων μελισσών
Αιώνιες στιγμές
Αργόσυρτες στιγμές φυλακισμένων συνθηκών
και καθώς ντύνεσαι η σκέψη σε γδύνει
πλένεσαι, αυτομαστιγώνεσαι, μετανοείς κι η ηδονή είναι ακόμα μέσα σου
Μικρέ δύστυχε μίζερε Εβδομήκοντα Εβραίε, μη κλαις, από αυτό είσαι φτιαγμένος
από νερό κι από χώμα- από υλικό ερήμου ναι, αλλά μη μένεις εκεί
αφού η πραγματική θρησκεία της αγάπης είναι μέσα σου
δε χρειάζεται να κοιτάς τον ουρανό για να ελπίσεις
αλλά μέσα σου τη θρησκεία να θρώσκεις
που είναι από κόκκινο ζεστό σπλαχνικό
απ’ όλες τις διακυμάνσεις του παλμού
ό,τι είσαι ένας Κήπος που περιμένει ν’ ανθήσει
επί του Κάρα
Κούρος
Κούρητας ένοπλος
με το ου περιπλανώμενο ουρλιαχτό αγριμιού στις συμπιεσμένες πτυχές της θέασης
ένας Ζήλωτας ήταν ο πιο εξευγενισμένος σου ζήλος?
τυφώνας σκάλα που μεταφέρει τις επιδιώξεις μας σε μη αναγώγιμα επινοήματα
στο λογισμικό της ζωής
DNA
έρωτας και τέχνη
TNT σαν να λέμε
αλλά οι δρόμοι της πόλης δεν έχουν εκρηκτικές καμπύλες πια
ο ερωτισμός είναι μόνο αιχμηρές γωνίες και καμιά ντουζίνα ευχάριστες εκπλήξεις,
Δεν υπάρχει χώρος για έρωτα σ αυτή την πόλη εκ των πραγμάτων
μόνο φανάρια
Σου κόβουν τη φόρα, ναι
και κάνεις δεν μπορεί να παραπονεθεί στο ίδιο φανάρι για ολιγωρία
μπρος στο κεφαλόσκαλο μια γεύση πολυκοσμίας που ικανοποιεί τις ανάγκες μας σταματούν
έτσι παντός είδους φανάρια απόκτησαν κύρος,
ιδιαιτέρως πολύ οι Φαναριώτες
ενίοτε κι εκείνος ο αστοιχείωτος άξεστος που μνημονεύει το Τερτυλλιανό τέρας από τον άμβωνα της μητρόπολης
ναι ναι, εκείνος ο καμωμένος το αξύριστο πένθος με την άγια τυποποιημένη ομιλία
Και Θυμήθηκα ότι η δουλειά του κλόουν είναι δύσκολη
ότι και η δική μου δουλειά είναι δύσκολη
καιρός γλυκός ή πόλη ηλιόλουστη
όμως τις περισσότερες φορές
δεν μπορώ
να πάω μέχρι το παράθυρο δεν έχω τη δύναμη
να βγω απ την πόρτα δεν θέλω
για να το διαπιστώσω.
Απεργούμε σήμερα!!!
Φεύγω
Στο ασανσέρ
κι οσονούπω
είμαι έτοιμος να καταθέσω τι ακριβώς είναι η μεταμοντέρνα Τέχνη
με Ποίημα-Πούμα μουγγρίζω

Θ) Υπομονετική Επαναθεώρηση και μια πρώτη νύξη για τον ταπεινό πετεινό

Ο λόγος που η θεωρία χορδών όφειλε να επινοηθεί είναι για να απαλλαγούμε από τις αυθαίρετα μικρές αποστάσεις κάτω από τη κλίμακα ελαχίστου μήκους που είναι το μήκος αυτών των βρόχων, αλλιώς γύρω από το σημειακό ηλεκτρόνιο του Μάξγουελ η ενέργεια θα ήταν άπειρη όπως επίσης άπειρο θα ήταν και το ενεργειακό περιεχόμενο του κενού στην κβαντομηχανική.  ΜΕΤΑΜΑΘΗΜΑΤΙΚΑ, τα μυστικά του ΑΡΙΘΜΟΎ Ω, GREGORY CHAITIN

Αν κάτι μπορούσε να περιγράψει τον τρόπο με τον οποίο η στιγμή δύο ανθρώπων που-προσπαθούν να εντοπίσουν τον εαυτό τους μέσα σε όλο αυτό το χάος που τους μπερδεύει, αυτός δεν είναι άλλος από την ίδια τη μουσική. Εδώ η μουσική λειτουργεί είτε σαν φόντο είτε σαν ένας χαρακτηρισμός ενός απλού συναισθήματος . Από τις πρασινόξανθες ακτές του κόκκινου απογεύματος στις ακτές του πάντοτε ηλιόλουστου κόλπου του Μέξικο έως τα βρεγμένα πλακόστρωτα του Λαπέν Αζίλ στο Παρίσι, ο ίδιος άνθρωπος είναι αυτός που περπατάει από τις παραλίες στις άδειες πόλεις μεταφέροντας τη καρδιά του. Ο ίδιος άνθρωπος είναι αυτός που ζει και βιώνει τις αγωνίες, τις συνθήκες , τις απαιτήσεις και τις επιθυμίες του. Μπορείς να δεις καθαρά εκείνον τον άνθρωπο να τον συνεπαίρνει το κύμα πάνω στο οποίο ένα ευτυχισμένο πιάνο σφυρίζει αδιάφορα στο πλήθος που τον περιέχει, τον αυτοσχεδιασμό της ανεξέλεγκτης χαράς του. Αυτός ο άνθρωπος είτε βρίσκεται πάνω στο κύμα, είτε κάτω από αυτό, οι γεωμετρίες δεν αλλάζουν την ουσία. Αυτός ο άνθρωπος είναι πλασμένος από μια έννοια που πάντοτε οι εποχές με τον δικό τους εγκληματικό τρόπο προσπαθούν να αποκρύψουν. Αυτός ο άνθρωπος είναι βυθισμένος μέσα στην ελευθερία του εαυτού του. Κάθε φορά στέκεται απέναντι από το ύψος της καρδιάς για να κοιτάξει εκείνο το ευτυχισμένο χαμόγελο ενός ραντεβού. Μέσα σε αυτήν την εκπληκτική ενέργεια, ο ζωηρός του χαρακτήρας είναι κιόλας μια περιπλάνηση -δεν επιτρέπει σε κανέναν να σταθεί με νοσταλγία πάνω από το τάφο του νεκρού για να μακαρίσει την ηρωική ζωή μιας γενναίας πράξης. Οι βροχές στάζουν πάνω στους κορμούς των δέντρων τον εξωφρενικό ήχο μιας φυσαρμόνικας όπως ένα χέρι που προσποιείται ότι στο πάθος του γδέρνει την πλάτη απειλώντας την με τον φιλικό ερεθισμό, την ξεσηκώνει. Αυτός ο άνθρωπος που τώρα με τη μέθοδο της αφής αναστατώνει τη φύση, τώρα συμπλέει μαζί της. Τρέχει πίσω της τη στιγμή ακριβώς που εκείνη ετοιμάζεται να φύγει μακριά, την προλαβαίνει στο κατώφλι κάποιας Πύλης και της αποκρίνεται μ’ εκείνο το χαμόγελο που σε κάθε του πτυχή είναι ένα κόσμημα από φρούτο. Τώρα καταλαβαίνουμε τι ακριβώς ήθελε να δηλώσει στα παράξενα πορτραίτα του ο Ιερώνυμος Μπος. Αλλά μήπως αυτούς τους υπερφυσικούς καμβάδες του έρωτα, τους είχαμε ονειρευτεί πρώτα απ’ όλα εμείς οι ίδιοι? Ο χρόνος θα μου πεις! Μα φυσικά, πάντα ο χρόνος. Ωστόσο από την εκδίκηση του ταγκό έως τη συνάντηση που μας ψιθυρίζει η λογοτεχνία, δεν υπάρχει ή πιο σωστά δεν προϋπάρχει κανένας σκοπός. Αυτός ο σιδηρόδρομος τελειώνει πάντα με ένα μελαγχολικό τραγούδι στο γραμμόφωνο. Στο ενδιάμεσο ένας ποιητής που χορεύοντας στα πλήκτρα της γραφομηχανής του θηρεύει τις σημασίες της ματιάς του, ορίζει τον χορό της ελευθερίας, το δρόμο ή τον Οδυσσέα, και η ουσία παραμένει.

Μαθαίνουμε τη χαρά στις πιο ποιητικές διακυμάνσεις του έρωτα. Ερχόμαστε πάντα νέοι και δροσεροί σ’ αυτό το υπέροχο πάζλ. Κάθε μας κομμάτι είναι και μια προσφορά μιας ιδιαίτερης χειραψίας με τη φύση μας. Κλείνουμε τα μάτια για να αφεθούμε και εκείνη μας πλημμυρίζει. Αυτή η συνένωση είναι η εξαντλητική παρουσία της μεθόδου μέσα στο καρδιοχτύπι. Καταλήξαμε στον ορισμό της μουσικής ξανά μέσα από το ίδιο μας το πάθος για έρωτα. Τόσο δυνατοί είμαστε. Όχι, δεν υποκρινόμαστε τους ταπεινούς, ούτε απορρέουμε από τα αψεγάδιαστα συστατικά της υπαιτιότητας μας- αν και κάποια στιγμή θα πρέπει να γραφτεί ένα ποίημα για τον ταπεινό πετεινό- συνεχίζουμε με την ίδια περιέργεια να οικοδομούμε στις συναντήσεις μας την αξιοπρέπεια και την ευφυΐα. Από τον ενδόμυχο σπαραγμό του La Fille sur le Pont , πετάμε στον τροχό του έρωτα μαχαίρια με τη σιγουριά ενός τυφλού εμπειρογνώμονα. Διακηρύττουμε την ελευθερία στις αισθησιακές αντιφάσεις και κατανοούμε το φόβο και τα καπρίτσια που κάθε λογής Ιερατείο δια αντιπροσώπων προσπαθεί να καταπνίξει- τον πλούτο μας, τον πολιτισμό μας, το συλλογικό μας πάθος. Όχι, γνωρίζουμε πολύ καλά πως μας θαυμάζουν απεριόριστα μόνο όσοι μας αγνοούν. Πάνω στη πιο ψηλή κορφή του φθόνου τους αντιπαραθέτουμε τον τραγέλαφο. Επαναλαμβάνουμε τη λέξη στα αυτιά τους όσες φορές χρειάζεται μέχρι η αηδία τους να γεννήσει τον Διόνυσο κι αυτή τη χιλιετία. Κουνάνε το κεφάλι δεξιά αριστερά για να δουν από πού έρχεται αυτός ο ψίθυρος κι ύστερα με τα χέρια στραμμένα στον ουρανό έντρομοι φωνάζουν για κάποιο θαύμα στον Ιεχωβά. Για αυτούς είμαστε τα πλάσματα της φαντασίας τους. Είμαστε απαίσιοι, ταράσσουμε λεν τη γαλήνη τους. Από αυτό το αιθέριο υλικό στέλνουμε ιπτάμενα φιλιά. Τους αναγκάζουμε να νιώσουν την αυταπάρνηση προδίδοντας τον ελεύθερο πολίτη, έτσι ο έρωτας αποκτάει το ζωντανό του είδωλο. Τώρα είναι η σειρά μας. Μεταφράζουμε την Καινή Διαθήκη με απεικονίσεις ελληνικών θεών συστημένο πίσω στην πόλη του κενού . Σε κάθε εδάφιο ευαγγελιστή όλο και κάποια μαινάδα συλλαμβάνεται στον οργασμό της Μεγαλόχαρης- παναγιά η Τσαμπίκα, Παναγιά η Κουνιστή, Παναγιά η Κρεμαστή, Παναγιά η φανερωμένη και ιδού: ο μονοθεϊσμός τους υψώθηκε ξανά στον Όλυμπο πολυμερής όπως αρμόζει σε ένα κυκλικό τοπίο.

Α!

Είμαστε αιθεροβάμονες που κρυσταλλοσκοπούν στα σύννεφα. Πραγματικότητα- λέμε- είναι η συσσώρευση των ονείρων. Τρέχουμε μέσα στις χρωματικές ροές καταρρακτωδών ήχων. Αφήνουμε τη νοημοσύνη του αρώματος να μας οδηγήσει μέσα σε όποιον ποθούμε. Οι πύλες της αντίληψης ανοίγουν ξανά και ο Blake γελάει. Αυτή τη φορά δεν χρειαζόμαστε εχθρούς για να αγαπήσουμε περισσότερο. Παρακάμπτουμε αυτή τη φτωχή έμφαση στο καθεαυτό μας. Γνωρίζουμε πως άνθρωπος σημαίνει αγαπώ, δε χρειαζόμαστε δικηγόρους και ρήτορες για να κομπάσουν το αληθές του πρωτόλειου. Ναι, όλα τα είδωλα είναι πιο ζωντανά από ποτέ. Οι προτάσεις της οδύνης δεν πτοούν τη σοβαρότητα αυτού του σμιξίματος. Ναι, είμαστε καταδικασμένοι να είμαστε ελεύθεροι!

Σμίγουμε σε ένα παγκόσμιο φιλί απαιτώντας τις συνθήκες της γονιμότητας.

I) Σημεία Απογύμνωσης

Αν όταν μιλώντας σου ο Κλόουν το Ψίθυρο
την Ελευθερία χαμηλά  στο βλέμμα της έσκυβες
μια εσύ ντροπαλέ που δυστυχής σου μέσα κάποτε μέρα ήταν
η τυμπανοκρουσία των πτηνών
και το πηγαίο σούσουρο της γνώσης
τώρα
στη κουρασμένη σου μετώπη
κόσμε ο χρόνος σου κόσμημα

    Κ) Ο Ταπεινός Πετεινός

Μέσα στο χαρούμενο κοτέτσι του ο ταπεινός πετεινός σπαταλάει το ύφος του
κρύβει τα παρδαλά του χρώματά επειδή δεν είναι σωστό να σκανδαλίζει τις κότες
με νεύματα και λέξεις δεν ομιλεί
παρά μονάχα με το βραχνό κικιρίκου κάθε αυγή
σύρει να κινήσει την εργασία του εωθινού
επειδή έτσι του έμαθαν αυτό είναι το σωστό
το ηθικό κι ωραίο
το περήφανο λειρί του να περιφρονά
περιφρόνα με γλυκιά μου
ετούτη η οδύνη που με πνίγει
το σατιρικό μου κομποσκοίνι
το γλυκόπικρο ροδάγγιχτο σαν την αμαρτία μου παράπτωμα
να ζω από τα γεννοφάσκια μου ένοχος
τη διαπίστωση
όπως το πτηνό κηφήνας
και ποια η χρησιμότητά μου αναρωτιέμαι
παρά το χρυσό αυγό να φυλάττω
χρέος απατηλό
και γραφικό
μια γούβα στο χώμα να σκάπτω
και κούκουβα την ανάγκη μου να διακυβεύω
για να μην ενοχλώ την ακτινοβολία του αφέντη που θεό μου έτσι άτυπα ονομάζω
μα όλοι ξέρουμε πως για έναν απλό αγρότη πρόκειται.
Καλύτερα να  συμφωνήσω δούλος και αμνός στις λέξεις
παρά δούλος και αμνός στο γιορτινό του στομάχι
Κικιρίκου!! και κρυόκωλα το λέγω
τις εντυπώσεις να μην τραβήξω
κι όλα εκείνα τα ασύνειδα σχόλια που τυχαία υποπίπτουν στις ορέξεις
της άδουλης πρόστυχης εκείνης της βρωμιάρας
της καθαρότητάς μου

Λ) Ο ειδωλολάτρης

Έρχεται να μου αποδώσει τη λεπτότητα. Γυμνός με το σώμα τυφλό αργότερα αναλογίζομαι την αλήθεια. Και δεν γίνεται να ξεφύγεις από την αλήθεια. Κι η χειρότερη μορφή οδύνης έχει τη μορφή της ρήξης με μια αλήθεια που διαφεύγει της μόδας. Τότε έρχεται ένας έρωτας να μου αποδώσει τη λεπτότητα που αναζητώ. Κι αυτός ο έρωτας είναι κάθε γυναίκα που συναντώ. κάθε γυναίκα που συναντώ την ερωτεύομαι, αλλά όχι, δεν είναι ότι είμαι ερωτευμένος με τη γυναίκα γενικά, όσο με την εξωτικότατη μορφή του αγχέμαχου που απορρέει από τη δυναμική ψυχή της λέξης. Τι πιο ερωτικό από μια φαντασίωση που η λέξη του πλάσματος στο οποίο απευθύνεσαι περιέχει επτασφράγιστο μυστικό την κατάφαση των επιθυμιών. Ναι μέσα στα τοίχοι του «γυ» και του «κα», εκεί αρκούμαι με το να γνωρίζω γιατί κάθε γυναίκα είναι ένα πλάσμα γενναίο και δοτικό, μια γονιμότητα που γιορτάζει με την συμμετοχή της στο κορμί της λέξης το πεπρωμένο της. Έτσι οδηγούμαι στο συμπέρασμα αλλά και την αναγκαιότητα που καθορίζει το ζήτημα της ελευθερίας πως ο μοναδικός φορέας ελευθερίας είναι επί πρωτίστως η γυναίκα. Τότε πως μπορώ κάθε γυναίκα που συναντώ να μην την ερωτευθώ? Όποιος άντρας αγαπάει την ελευθερία, είτε πατέρας, είτε γέρος, είτε νέος, είτε κουτσός είτε στραβός, είτε όμορφος, είτε σοφός, όταν συναντάει στο διάβα του μια γυναίκα, τότε απλά του συμβαίνει, την ερωτεύεται. Το μάτι του ανοίγει στην επιθυμία και η φλόγα ξεπηδάει μέσα από ένα ξεσηκωμένο από τον ερεθισμό όνειρο. Γιατί το ζήτημα της ελευθερίας είναι μια απεριόριστη πρόκληση προς το σώμα, μια απεριόριστη ρευστότητα προς την επιθυμία. Έτσι καθορισμένες αν ήταν οι λέξεις μέσα στο γιομάτο από εκρού εντυπώσεις μου ποτήρι που πιάνω, γεμάτο από την ελευθερία της αφής, όσο η μουσική κατεβαίνει, εγώ, εγώ αρνούμαι να περιχαρακωθώ, αρνούμαι να νιώσω ντροπή επειδή ποθώ κάθε γυναίκα που με πλησιάζει , αρνούμαι να νιώσω ενοχή, αρνούμαι να ορίσω την αφοσίωση στην αποκλειστικότητα. Όχι, όχι, εγώ σπρώχνω την ορμή προς την ελευθερία για να βεβαιωθεί η φύση για τον υπέροχο εαυτό της. Όχι, όχι, εγώ σπρώχνω την ελευθερία προς τον συγκλονισμό του εξουσιαστικού πνεύματος. Αποφασισμένος πως μόνο οι θεοί έχουν τη δύναμη να αδιαφορούν ή να ξεσκίζουν τις μικρούλες ψυχές μας, εγώ αρνούμαι να πιστέψω σε θεούς που δεν ξέρουν να χορεύουν . Ναι, ναι, αποφασισμένος πως το πνεύμα με τα λεκτικά του καπρίτσια εκφράζει πάντα την πρόδηλη φύση του σώματος, δεν το διαπραγματεύεται, τελικά δεν το αποφεύγει, αλλά τον περιούσιο κόσμο της λεπτομέρειας, όπως η μεριά του κρεβατιού, ή όπως η αυθαίρετη υπόθεση μιας συνήθειας μέσα στην καθημερινότητα – τα περί εμπιστοσύνης που λέμε- όλα όσα εκφράζουν την συνύπαρξη μεταξύ δύο ανθρώπων που τους ονομάζουμε ζευγάρι, ανδρόγυνο, συζύγους δεν είναι άλλο από μια μολυδοσφραγίδα της νεύρωσης. Όχι, εγώ, δεν αναφέρομαι απλά στο μοίρασμα ενός κοινού τόπου και χρόνου με αυτόν που αγαπούμε, αλλά αναφέρομαι στην ωμή δύναμη του σεξουαλισμού, αναφέρομαι στην σεξουαλική αναζήτηση, αυτή που ελευθερώνει, αυτήν που μονάχα η γυναίκα ξέρει να δίνει και να προκαλεί στον κόσμο την αρμονία. Όχι, όχι, εγώ αναφέρομαι στην περιφορά του κορμιού ανάμεσα στα άλλα, αναφέρομαι στην απελευθέρωση που αποφέρει ο σεξουαλισμός όταν τον βιώνεις αβίαστα, αλλά και στα πολύτιμα για τη συνέχεια συμπεράσματα μέσα από τη νηφαλιότητα ενός εξαντλημένου σώματος. Αναφέρομαι στην άνεση της επόμενης ημέρας, να κοιτάς στον κόσμο το χαμόγελο της πληρότητας, όχι όχι, εγώ αναφέρομαι στην συνθήκη της ειρήνης, στην ικανότητα του πρωτόγονου να ρυθμίζει, όταν αποφασίζει ντυμένος τα μυστήρια του ερωτισμού να αφαιρέσει την αντίληψη του αισθητού χώρου από το χρόνο- αναφέρομαι στην ένταση που βυθίζεται στην αγωνία που ριγεί ζεστή. Αναφέρομαι στην φροντίδα ενός πάντα καυλωμένου μυαλού που χωρίς να αρνείται ό,τι τώρα πια περιβάλλεται από έναν κόσμο ηθικιστικό , από έναν κόσμο που σου αποδίδει στο καθετί τον αφανισμό της ψυχής όπως την θέλεις εσύ κι όχι όπως την θέλουν οι άλλοι, τον αφανισμό μιας έκφρασης τόσο στενά συνδεδεμένης με το αυθόρμητο της φυσικής πραγματικότητας, που σου αποδίδει επιπλέον και μια προσήλωση στην υποταγή του μεταφυσικού απόλυτου. Αυτό εγώ, το ονομάζω ευνουχισμένη πατριαρχία. Με ένα άλμα σχετικά ασύμβατο εννοιολογικά, θα τελέσω την παρέκβαση και θα πω: Άνδρας είναι εκείνος που μάχεται τους άνδρες, τους ομοίους του, κι όχι εκείνος που καταφυλακίζει τη γυναίκα.

Και τότε άνοιξε η πόρτα και μπήκε εκείνη. Ο μοιραίος της τρόπος έπρεπε να μου αποσπάσει το θαυμασμό. Η παρουσία της ήταν ένας καταρράκτης από μαύρα μαλλιά που έριχναν τη θλιμμένη τους κομψότητα για να σκεπάσουν ημιδιάφανα το σώμα της που μύριζε τις προηγούμενες θεωρίες μου. Αλλά το πραγματικό μυστήριο άρχιζε όταν ξεκίνησα να γράφω ετούτες τις αράδες στο τετραγωνάκι μιας χαρτοπετσέτας. Ήθελα να χλευάσω και να παραπονεθώ στις θεές της Ποίησης (Μούσες), για την χωρίς περιεχόμενο αλαζονική παρέλαση, την παρέλαση της πολύ όμορφης γυναίκας που θεωρεί δεδομένο να της αρέσεις χωρίς καμία περιστροφή. Δεν ξέρω, δεν βρίσκω την κατάλληλη λέξη. Πάντως έχει να κάνει με μια επιβολή στο ρηχό. Κι όμως, σέβομαι την έρημο μόνο και μόνο για να την ξεπεράσω. Οι τόποι μου, και να γιατί, περιέχουν μια σκληρότητα στις εναλλαγές τους-το μόνο κοινό σημείο με μια έρημο είναι η λέξη σκληρό- συνεπώς δεν θα μπορούσα ποτέ να σκεφτώ τον εαυτό μου εκτός περιοδικότητας. Γιατί ακολουθώ τον κύκλο της γυναίκας σύμφωνα με τον κύκλο της παλίρροιας. Ο σεληνόβλητος ρυθμός είναι το ύψιστο για έναν άνθρωπο σαν κι εμένα. Και το λέω καθαρά. Είμαι από τους ελάχιστους Έλληνες που έχουν απομείνει. Πληρώ την αρχή της συμπληρωματικότητας. Είμαι ένας άθεος αλλά και ένας ένθεος, με τη σημασία πως εκεί που δεν πιστεύω δεν αναιρώ αλλά σημαίνω την απουσία ως αναγκαιότητα, κι εκεί που πιστεύω λατρεύω και τιμώ αναγνωρίζοντας την «εδώ-και-τώρα-να» παρουσία ως γεγονότητα, με λίγα λόγια είμαι ένας ειδωλολάτρης. Εγώ είμαι η αρχαία βοή κι εγώ είμαι η συνέχεια της, το μεταμοντέρνο «εκείνο», που περισώθηκε και που προεκτάθηκε σαν ποτέ ο ιουδαιοχριστιανισμός να μην είχε περάσει για να κάψει ετούτα τα μοναδικά για την ανθρώπινη σκέψη μέρη και τόπους ιερότητας ως και περισυλλογής, του στοχασμού και της ελευθερίας στην έκφραση. Εγώ «εδώ-να»,  έχω γιορτή για την πέτρα με την ίδια ευκολία που έχω γιορτή για το στήθος της γυναίκας. Έχω τελετές σύζευξης με το δελφίνι με την ίδια ευκολία που γιορτάζω την συμφιλίωσή μου με έναν λύκο. Άνθρωπος. Δεν μπορείς να πεις ότι είμαι ακριβώς άνθρωπος κατά τα γούστα σου, μόνο ο έναρθρος λόγος με χαρακτηρίζει ακριβώς ως τέτοιο και εκεί σου ομοιάζω. Ωστόσο, ο κύκλος και ο διαλλακτικός των εννοιών που προσδίδω ως έναρθρος στο λόγο λόγος, είναι μια προσέγγιση προς το ζώο αφενός και προς το άψυχο αφετέρου. Η έγνοια μου είναι απλωμένη παντού και η συμπάθειά μου αγγίζει κάθε επιφάνεια που μπορεί να συγκινηθεί από τη ζέση τους.

To  είπα. Γιορτάζω το καθετί σα να τιμώ έναν νεκρό και γιορτάζω το καθετί σαν να επινόησα την ενέργεια των θεών μέσα στο σπλαχνικό μου, μόνο και μόνο επειδή μου την στερήσατε ενώ είναι η καταγωγή του ανθρώπου. Κι αν όταν  επανεξετάζοντας την πραγματικότητα των αληθινών «πτωχών το πνεύματι», της ανοησίας του αυτοσκοπού να είσαι «πτωχός τω πνεύματι» , δηλαδή ο έμμεσος ιστορικός σκοπός για εξουσία, που εποφθαλμιά σαν η εξουσία να ήταν ο αυτοσκοπός της πληρότητάς που εκπληρώνει τη καρδιά στο νου, όχι η αγνή του θέληση για συμμετοχή στα κοινά, μα για τα καλά, να διαμορφώνεται αυθόρμητα κι όχι να επιβάλλεται, τότε ο μόνος τρόπος για να κατακτήσει την γυναίκα που επιθυμεί με τον ίδιο τρόπο που αυτή η καλλονή τώρα παρελαύνει από μπροστά μου, με την επιβολή της βεβαιότητας του “γονάτισε”, τότε, προτιμώ να μένω μόνος, προτιμώ το λάθε βιώσας από κάθε πολύτιμο λίθο κτήσας.

Αλλά το χέρι της απλωνόταν με την ευαισθησία ενός ρόδου που κάτω από το δέρμα της χλωροφύλλης το αίμα βράζει, κι αυτό το πάθος, που ως άντρας δεν μπορώ να κατανοήσω, είναι το πάθος της γυναίκας που τιμώ, και έτσι το αφήνω να φύγει. Στους καιρούς της διεκδίκησης εγώ δεν διεκδικώ, στους καιρούς του ανταγωνισμού εγώ δεν ανταγωνίζομαι, στους απάνθρωπους καιρούς εγώ είμαι άνθρωπος. Όμως το μέλλον δεν με αφορά, δεν ανησυχώ για το μέλλον. Όπως η ανάγκη οδηγεί τα πράγματα, έτσι η φύση είναι φύση μου. Δεν ανησυχώ. Εκείνη είναι με το μέρος μου. Τώρα στη νεότητα, η δροσιά μου σκανδαλίζει μόνο τους ενόχους, τους εγωπαθείς, και τους ντροπαλούς. Αργότερα, στα γεράματα, στην εποχή δηλαδή που οι ασημαντότητες του κορμιού θα ανατέλλουν στα μάτια ενός παππού σαν μια συμπάθεια προς τον το νέο άνθρωπο, η μόνη γενναιότητα που θα του έχει απομείνει θα είναι ο αξιοπρεπής του θάνατος. Γνωρίζω πολύ καλά τι σημαίνει ευθύνη. Για αυτό ερωτοτροπώ με τη μέθοδο της λεπίδας. Μη με κοιτάξεις. θα σε χαρακώσω.  Άσε με στη παρθενιά του αρχέγονου, είτε αλλιώς, δέξου το φιλοφρόνημα του ερωτικού παιχνιδιού μέχρι τα έγκατα. Με μια έννοια είναι σα να λέω πως εγώ είμαι η συνείδηση της ύπαρξης επάνω στο άψυχο σώμα των απαίδευτων ερωτιδέων, με το ίδιο θάρρος που άλλος ετεροφωτίστηκε  στην ακεραιότητα της ύψιστης αφαίρεσης για να δηλώσει  «εγώ ειμί το φως του κόσμου».

Τότε, όποιος δεν κατάλαβε ποτέ του τον Βάκχο, οδηγήθηκε στο νόθο παιδί που χωρίς μνήμη ζει στο άεργο. Θα αποκαλεί σαν ψεύτης Ηράκλειτος- κι αυτό κατά τις ερμηνείες των εμπαθών σχολιαστών- τον Βάκχο ως ένα και το αυτό πρόσωπο με του Αϊδη μόνο και μόνο για να σε τρομάξει ( θα λες), επειδή ζηλεύει ο Ηράκλειτος (θα ξαναλές) , καταδικασμένος να θέλει να είναι ο μοναδικός (μη και καθείς απ’ όλους τους θνητούς δεν είναι μοναδικός?) , κι αν όχι, τότε επειδή ως διονυσιακός φύλακάς του, ως (κ)-ούρος γαρ, τον προστατεύει απαιτώντας τα καλλίτερα, κι αυτό επειδή η σκοπιά του στρατιώτη, είναι ούτως ή άλλως μια μοναχική ασχολία. Ο φετιχισμός όμως είναι πολύ μικρός για να περιγράψει αυτό το βάθος. Γιατί αν ζω και θυμάμαι το χαμόγελο της απελπισίας, τότε κάθε γυναίκα που αδίκησα και που μόνο η υπεροψία του Ίακχου με δικαιώνει, τότε να πως κατεβάζω στη γη την υπεροχή της γυναίκας. Δεν υπάρχει ένας θεός. Αυτή είναι η παρηγοριά μου.

Χωρίς προκατάληψη στο χωνευτήριο που η ιδιοτροπία της φύσης μιας σκέψης ελεύθερης να γιορτάζει συμμετέχοντας στις οργιαστικές διακυμάνσεις της πλάσης, κι αυτό το κάλεσμα που ποδοπατήθηκε από τους υιούς του  Σολόμωντα από τους υιούς του Μωυσή, από τους λογής-λογής κοινωνούς του Χριστιανισμού, του Ιουδαϊσμού, του Ραβινισμού εντέλει, για όλους εκείνους τους ανθρώπους που κατηγόρησαν σα μάγους και για μάγισσες, για δαιμονισμένους και προς εξορκισμό τέρατα του «σατανά» ( και ποιος είναι αυτός ο μαλάκας ο Βελζεβούλης σας δηλαδή αν όχι το ίδιο του αντιθέτου καλού σας?) αυτούς που κάποτε ζούσαν ευτυχισμένοι μέσα στα δάση του νεραϊδόκοσμου και κανέναν δεν πείραζαν παρά μονάχα γιόρταζαν το σώμα και τη συνύπαρξη, το άνθος και τον κεραυνό, γιόρταζαν την θεά της λίμνης και το πνεύμα του δέντρου, αυτοί οι Κέλτες και οι Γαλάτες, οι Φλαμανδοί και οι Σκανδιναβοί, οι της Ιβηρικής της Εμπορίου αποικίας οι Βακκαίοι, όλοι αυτοί που σπρώχτηκαν στην πυρά με βασανισμούς και με πλύσεις εγκεφάλου ευαγγελικών λόγων, αυτοί που ξεριζώθηκαν δια της βίας από κάθε λογής γυμνό δάσος κι από κάθε λογής παράδοση που αιώνες τώρα έχτιζαν στον οίστρο τους αλλά και για τον Έλληνα, τον περίλαμπρο Έλληνα που παραλίγο να τον καταντήσετε σαν τα μούτρα σας, άξεστο και κακομοίρη, δειλό στο φόβο Θεού όπως τόσους αιώνες το Ιερατείο σας, σας κρατούσε φοβιτσιάρηδες, χωρίς διαλλακτικότητα γεμάτο από φανατισμό για το αλλόδοξο, για το διαφορετικό, χωρίς πληρότητα και δίχως ερωτισμό, αλλά που να,  κι όμως που να, να που διατηρείται κάτω από τη στάχτη των πτωμάτων της πολυοργασμικής χαράς  το αξιοθαύμαστο: στην υποβάθμιση της συλλογικής γονιμότητας, στο πέρασμα του ιστορικού χρόνου, το κατασκότεινο επίπεδο από τη λάμψη κρυστάλλου όπου το στέρεο δάπεδο των ηδονών στην αυθόρμητη δράση του ονειρεύεται μια ανθοδέσμη από θάλασσα και σπρώχνει τα σπέρματα των βυθών που ποτέ δεν ανάνηψε το «Ιερατείο»,  γιατί η σταθερότητα της εικόνας  από αναρίθμητη ανάγκη πνεύματος, δεν γίνεται να εξαλειφθεί. Τα παράλληλα σύμπαντα του παρελθόντος ουρλιάζουν. Αρκεί να κλείσεις τα μάτια και να νιώσεις. Η αόριστη ανάγκη, η πληροφορία της ελευθερίας θα σου φανερωθεί ακαθόριστα. Σκύψε πάνω σε αυτό το άμορφο συναίσθημα κι ο ιδρώτας θα το κάνει λέξεις. Και τώρα διάβασε. Διάβασε για το έγκλημα πάνω στον άνθρωπο. Να, μάθε για την επινόηση των νευρώσεων, για τη διαστρέβλωση των γιορτών, για τον έλεγχο της κουλτούρας, για τον ξεριζωμό των θεών, για τον αφανισμό των ζωτικών ενεργειών, αυτές που κάνουν τον άνθρωπο δυνατό στο άγγιγμα του μεθυσμένου του Θεού, και σίγουρο στο νηφάλιο φιλί του Θεού των διαπιστώσεων. Πως αλλιώς να καταλάβεις γιατί ο Ζαγρεύς είναι ο Ζευς των αγρών και μπορεί ν’ αναβατεί τους πάνθηρες και να φιλιώνει με τους λιόντες? Αλλά πριν από αυτό, νωρίτερα, επί των πραγμάτων εκείνων του πράγματος εκείνου που είναι ομορφότερα και προτιμότερα από αυτό: φυσικά και έχει δίκιο ο Ηράκλειτος όταν κατηγορεί τους νυκτοπόλους, μάγους, Βάκχες τε και Βάκχους  για επιπολαιότητα στην τέλεση του οργίου. Γιατί ο Ηράκλειτος αναζητά την επίγνωση στο όργιο, και όχι την απαγόρευση του οργίου. Και μάταια θα ψάχνει κάθε «Κλήμης Αλεξανδρεύς» να ανιχνεύσει κάτι ιουδαϊκό ή χριστιανικό στον Ηράκλειτο. Γιατί όπως αυτός- ο Ηράκλειτος- όσοι μπορούν και το αντέχουν ως θα πρέπει, να έχουν επίγνωση στη χαρά, κι εσύ ο ίδιος που ακούς ή που διαβάζεις αυτές τις γραμμές έτσι θα πρέπει, να μη γίνεσαι ο παθητικός δέκτης της χαράς απλά, όχι επειδή το κάνουν οι άλλοι ή επειδή φέρεις ενδεχομένως μια εξάρτηση προς αυτήν  που σου απαγορεύει ακόμη και να αντιμιλήσεις, αλλά να τιμάς τη χαρά την ευτυχία και την έκσταση όπως τιμάς με ευγνωμοσύνη τα ύδατα που πίνεις όταν διψάς, την τροφή που τρως όταν πεινάς, την ανάσα που παίρνεις για να ζήσεις λιγάκι ακόμα, την αίσθηση που χτυπάει στα σπλάχνα σου όταν μπαίνεις μέσα στον άλλον ή όταν μπαίνουν μέσα σου από ηδονή και αμοιβαιότητα. Φυσικά και είναι ένας αυστηρός ιδεαλιστής ο Ηράκλειτος, κι αυτό ισοδυναμεί με ρεαλισμό. Αλλά μόνο επειδή είναι αυστηρός (ως ιδεαλιστής). Αφού, πίσω από την δίψα, την πείνα, την ανάσα, βλέπει το υπομόχλιο της τριβής, την ροπή που θέτει σε κίνηση τον κόσμο μας. Μη στέκεσαι όμως μονάχα στην διαρκή κίνηση αν θες να τιμήσεις τον Ηράκλειτο, γιατί εξίσου σπουδαία και μέρος της κίνησης στο κάτω –κάτω της γραφής, είναι και η ακινησία, που άλλοι αποκαλούν γαλήνη και άλλοι τεμπελιά. Το σπουδαιότερο δηλαδή ανάμεσα στο «αεί κινούν»  και στο «ες αεί αντίθετο», δεν είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο, αλλά εσύ ο ίδιος. Με λίγα λόγια ο βαθμός επίγνωσης πάνω σε αυτά που κάνεις ό τι κι αν κάνεις. Εκεί σταματάει η διδαχή και αρχίζει η ζωή. Η δική σου ζωή.

Έτσι, από τον εικονολάτρη που κι αυτόν σαν απόγονό μου γκρεμίσατε, ξαναγεννιέμαι μέσα από το θέατρο που ποτέ σας δεν εξοντώσατε. Εγώ είμαι ξανά, αυτή τη φορά χωρίς την αναγκαιότητα της μάσκας. Εγώ ο ειδωλολάτρης. Κι αν μπορέσατε για λίγο έναν θεό να σταυρώσετε αυτός δεν είναι ο Γεχοσούαχ αλλά ο Διόνυσος- Ο Βουτάδης θεός ο τραγοπόδαρος με την πουτσάρα  έως τα σύννεφα και το αίμα από κισσοστεφή άμπελο, τον ερωτιάρη Θεό και τον γλεντζέ, τον Νυσαίο Διός υιό, τον παράφορο και τον γήινο μπροστάρη στο πανηγύρι και στην έκρηξη χαράς, που απαιτεί και που εμπνέει ψωλή και κλειτορίδα, ποιητή και μουσικό, ζωγράφο και γλύπτη.

Ω συ πανίσχυρη επικαλέστατη Νίκη ενέργεια Θεά, ποθητή στους θνητούς που την ορμή των αγώνων καταλύεις και την οδυνηρή στις μάχες των αντιπάλων διχόνοια σπέρνεις, όταν από υπομονή και καρτερία στον Χριστιανό δίδαξες ταπείνωση πραγματική πιο πάνω κι από το χρισμένο άραγε ουσία τι σημαίνει, με το ν’ αφήσεις την ξεραΐλα της ερήμου των Ιουδαίων και το μονόθεο μονόφθαλμο φτωχό, Θεό τιμωρό π’ άλλο από αυτό οι καημένοι δεν γνώρισαν να έχουν, εσύ που άφησες στον τόπο των Ανοίξεων να έρθει και που τον πλούτισες μέχρι τριάδας αλλά π’ άλλο δεν άντεχε σε βάθος ψυχής να φτάσει η τσιγγουνιά της μικρόχαρης του τοίχους των θρήνων θεολογία τους, που με σημαία τον πολυπλάνητα στη θλίψη Γεχοσούαχ και θεωρία τον ελεεινό χωρίς τιμή και πρόσωπο Παύλο τον δίχως πατρίδα γκρεμιστή των παραδόσεων που φοβέριζε τα δάση και τις πηγές με δηλητήρια και φόβο Θεού, και που στον αιώνα του μίσους τη φοβερή του στρυχνίνη στο μελάνι του Τερτυλλιανού μας έριξες την άμπελό μας να ξεριζώσουμε, γιατί εσύ αποφασίζεις τους πολέμους και τι βεβηλώσεις και για τα τροπαιούχα έργα, σ’ αυτά που όταν ορμάς φέρεις γλυκύτατη δόξα, γιατί σ’ όλα επικρατείς και το καλό κατόρθωμα κάθε διαμάχης με πανηγυρισμούς που γιορτάζονται στο βωμό του εύφημου ανήκεις, αλλά μακάρια όπως έρχεσαι περιπόθητη με το βλέμμα φαιδρό τέλος καλό να φέρεις για τα καλόφημα έργα των άνω θρώσκων μια φαντασία τολμηρή

Αχ σεις Χριστιανοί της γνώσης, που τολμάτε να αμφισβητείτε τον σκοταδισμό και τον μεσαίωνα που επιφέρατε στα ανθρώπινο γένος
με σημαία λέω τον Γεχοσούαχ
με θεωρία τον Σαούλ
και με πρακτική τον βάρβαρο τον άξεστο τον Τερτυλλιανό σας σκύλο

που παρακάμψατε όλη την αγιότητα των Ασκληπιείων υιών και που συμβουλεύατε στον πολιτισμένο σας αιώνα με γελοίες βυζαντινές συνταγές θεραπείες των κωλικών “πάρε” λέγατε, “πάρε ένα κομμάτι από έντερο χοίρου, ανακατέψτε το με άγιο μύρο, περιτυλίξτε το με δέρμα λύκου ή σκύλου, κάμε το φυλαχτό κι ας το φορεί ο άρρωστος αμέσως μετά την πανσέληνο”

ή για την πάθηση του δεξιού ματιού που συμβουλεύατε ο άρρωστος να πάρει το δεξί μάτι βατράχου, να το τυλίξει σε μεταξωτό πανί και να το κάμει φυλαχτό

ή για τη θεραπεία της φαλάκρας συχνή επάλειψη με κόπρανα χήνας

ή που χαλκέψατε τους Κέλτες με συνταγές ηλιθίων για τον ίκτερο, να φάει ο άρρωστος 9 ψείρες με ψωμί και βούτυρο

ή την μέγιστη επανάσταση στα κατορθώματα των Χριστιανών της γνώσης για τη χολολιθίαση, να διαλύουν κόπρανα προβάτου σε φρέσκο γάλα και να ποτίζουν τον άρρωστο

Όχι όχι, εγώ δεν είμαι Χριστιανός, ένας Έλλην δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι τέτοιο πράγμα, από την αρχή το γνώριζα, όταν εσύ ρασοφόρε σπιούνε ερχόσουν στην ακαδημία των Αθηνών να μας μιλήσεις για την ανάσταση με λόγο π’ απευθύνεται σε α(μ)μορφώτους εγκλωβισμένους, να γιατί εμείς γελούσαμε, κι όταν ακόμη αναζητήσαμε τον υποτιθέμενο Ιήιο Βάκι, κάμποσες δεκαετίες νωρίτερα, ήταν γιατί ακολουθήσαμε χρυσοκέντητο μίτο αιτιάσεων των πράξεών μας, από τον επικουρισμό στον εσσαιϊσμό, εκεί στα μόνα ζωντανά και κατ’ ομοίωση ουσίας- ελληνικά- μοναστήρια του Qumran, όπου στα πεπραγμένα των παπύρων βρέθηκαν οι χριστιανικές διδαχές που διαδόθηκαν δια στόματος -ο Επίκουρος και όχι μόνο, με τη μόνη διαφορά πως το λάθε βιώσας δεν υπονομεύει τη γυναίκα όχι γιατί δεν τη θεωρεί ικανή να μείνει αιώνια πιστή σε έναν μόνο άντρα όπως εσείς, γιατί αυτό είναι η θρησκεία σας, ο έλεγχος της γυναίκας, κι είτε μουσουλμάνος είσαι, είτε Εβραίος, Χριστιανός ή Ιουδαίος, τ’ αποτέλεσμα τό ίδιο είναι, τι μπούρκα τι ένοχη ντροπή, όλα από τον ίδιο σπόρο φθόνου σας απορρέουν, αλλά γιατί εδώ, το ελεύθερο πνεύμα, το άφοβο, το πνεύμα που δε κρύβεται κι ούτε μεμψιμοιρεί, τιμάται σαν Θεός. Εδώ, στον τόπο της τραγωδίας, της ανυπέρβλητης χαράς και της αγονάτιστης σκέψης, η γυναίκα και ο άντρας είναι πολίτες, ελεύθεροι να ζήσουν όπως το θέλουν, εδώ ναι εδώ, εδώ τις πόρνες τις τιμάμε γιατί ξέρουν πως να μας πληγώνουν με χάρη, εδώ την άπιστη που λέτε γυναίκα, την υμνούμε με ανδριάντες και κεντήματα Ποίησης.

Όχι, όχι, εγώ δεν είμαι Χριστιανός, πως θα μπορούσα  κάτι υποανάπτυκτο να είμαι? Εγώ, εγώ στην χειρότερη είμαι η φωνή του Ορφέα, εγώ προσκαλώ τον ρωμαλέο Πάνα, τον ποιμενικό, το σύμπαν του κόσμου, τον ουρανό και τη θάλασσα και την παμβασίλισσα γη που προσωπικά πλεόν την χρήζω και την αποκαλώ δαμαρχίεσσα γη, και το πυρ το αθάνατο που καίει στα σπλάχνα της την θνητότητα μας. Γιατί αυτά είναι τα μέλη του Πανός, και μεγάλη σημασία δώσατε στην αστεία του αφαίρεση της μορφής του. Μα, έλα εσύ μακάριε χορευτή, περιφερόμενε, ομόχρονε με τις ώρες, τραγοπόδαρε βακχευτή κι ενθουσιαστικέ υπαίθριε, που αυλακίζεις την αρμονία του κόσμου με παιχνιδιάρικο τραγούδι, ω βοηθέ των φαντασιώσεων που χαίρεσαι με τους γιδοβοσκούς και τους βουκόλους στις πηγές, οξυδερκή κυνηγέ, φίλε της Ηχούς, συγχορευτή των νυμφών, συ ο παντογόνος, ο γεννήτορ, η πολυώνυμη ενέργεια θεότητα, αχ κοσμόκράτορα αυξητή, φωτοφόρε γόνιμε Παιάν, σπηλαιόβιε κι εξοργισμένε, ο αληθινός εσύ Ζευς (εδώ τον κολακεύω στις προσευχές μου, γιατί ούτε αυτό πώς να κάνετε δεν ξέρετε), ω συ ο κερασφόρος (εδώ τρομάζετε). Γιατί σε εσένα έχει στηριχθεί το απέραντο έδαφος της γης και το βαθύροο νερό του ακαταπόνητου πόντου σε υπακούει, κι ο Ωκεανός που περικλείει μέσα σε υδάτινα ενδύματα τη γη, και το αέριο μέρος της τροφής που το ονομάζεις ελεύθερη ανάσα, το έναυσμα στα ζωντανά, και πάνω από την κορφή ο οφθαλμός της ελαφρότατης φωτιάς, γιατί αυτά τα ανόμοια θεία βαίνουν με τις δικές σου εντολές τη φύση των πάντων, τις αλλαγές σύμφωνα με τις δικές σου προβλέψεις, το γένος των ανθρώπων θρέφοντας στον απέραντο κόσμο. Αλλά μακάριε βακχευτή, ενθουσιαστικέ, ας προσέλθεις την ενεργό διατομή σου στις σπονδές μας, τη μαία μανία του πανικού διώχνοντας στα πέρατα της γης.

Αχ μητέρα Ανταία των βαταυικών σου κρυστάλλων, Ανταία Θεά που Βασίλισσα πια δεν σ’ ονομάζω αλλά σπασμωδικό μανδύα επιδεχόμενο τη βελτίωση, αλλά πολυώνυμη μητέρα εδώ που στις λεωφόρους της Εκάτης, την οδοσύχναστη ανθισμένη πρωτεύουσα με το φυρό φτερό και το ερώτημα που στρέφεται στο σπινθηροβόλημα του κυττάρου, των αθάνατων θεών ενεργειών και των θνητών ανθρώπων χειριστών της σοφίας σου, που κάποτε εσύ ψάχνοντας μέσα στην πολυπλάνητη θλίψη κατάργησες τις νηστείες στις κοιλάδες της Ελευσίνας, εσύ που βούτηξες στο Άδη για τη λαμπρή τη Περσεφόνη που οδηγό σου ήθελες να έχεις, του Δυσαύλου τον αγνό τον αποκαλυπτή και των αγίων κρεβατιών του χθόνιου που διαιρεί την αίσθηση σε απολαύσεις, εσύ που γέννησες την ενέργεια του Εύβουλου από θνητών ανάγκη, εσένα πολύευκτη ενέργεια καλώ ευπρόσιτη να έρθεις εδώ, στον πανίερο μύστη σου και τις αληθινές γιορτές που χάλκεψαν οι ζηλόφθονοι τσιγκούνηδες του πνεύματος να επαναφέρεις, αυτούς που χάλκεψαν τα ελληνικά με φόβο που έκρυψαν μέσα στη λέξη κατάνυξη, αυτούς που ξέσκισαν τα γενέθλια του συμπαθή Μιθρά και τα ονόμασαν Χριστούγεννα τα τριέσπερα του Ηρακλέους και του θείου βρέφους Διονύσου καταθάβωντας το χειμερινό ηλιοστάσιο, τα αληθινά Ηλιούγεννα και την μερα του ανίκητου Ήλιου, αυτούς τους κομπλεξικούς εσώκλειστους και γυμνούς από άγνοια, που επέβαλλαν με το έτσι θέλω τα εισόδια της Θεοτόκου στις γιορτές των Πυανεψίων και στους Χύτρους έναντι σε παραδόσεις χιλιετιών, αυτούς τους αγνούς Χριστιανούς που βίασαν τη γιορταστική παραδοσιακή διάθεση του ειδωλολατρικού κόσμου με νόμους θανάτου, κι ύστερα, ”έλα παππού να σου δείξω τα αμπελοχώραφά σου” μας είπαν οι κίβδηλοι, οι ιερόσυλοι, που τις πασχαλινές τους λαμπάδες οι μαινάδες  μας πρώτες τις κρατούσαν στα χέρια όταν το βουνό ανέβαιναν για το όργιο, ή που το τάμα, το δώρο στον ιήιο θεό και ιητήρα, που ήταν ομοίωμα ανθρώπινου σώματος ή μέλους του σώματος που είχε θεραπευθεί, ή τα κόλυβα, τα γλυκά των νεκρών- που πόσο βαθιά πάει ετούτο το γλυκό στην ιστορία να μάθετε δεν θέλετε, ή τη μασκαράτα, την αλλαγή φορέματος των φύλων για την τελετή της ενήβωσης που τις καταντήσατε διαβατήριες τελετές και κοντοπόδαρα πανηγύρια, ή το θιασικό της ταφής του νεκρού, το δόσιμο των ύστερων τιμών και το στήσιμο μνημείου κι αργότερα μαζί με τους συγγενείς ο διονυσιακός θίασος να χαίρεται τη μνήμη του ποτίζοντας το χώμα με κρασί συμπυκνωμένο στη δύναμη της ευφορίας του χωρίς νερό θαλασσινό να τ’ αραιώνει, ή που το μυστικό δείπνο που ήταν ένα τραπέζι θιασωτών σαν σταθερό χαρακτηριστικό των μυστηρίων όπου ανακράζοντας το νόημα του θυσιαστικού τραπεζιού που την τοτεμική μετάληψη διαδέχτηκε όταν οι μεταληπτικές κοινωνίες τραπεζώνονταν μαζί με τον τιμώμενο θεό, ή που τον γάμο ακόμα κι η θλιβερή Μήδεια τον δακρύζει πως “πριν ευτυχισμένα σας αντικρίσω πριν και λουτρά και νυφικό κρεβάτι στολίσω, και κρατήσω ακόμα τις λαμπάδες”  εσείς γλώσσες διχαλωτές τον άγιο όφι ατιμώσατε, την προίκα-αγαπημένη συνήθεια των ομηρικών ηρώων πνίξατε με απειλή στο φασισμό σας, κι έτσι αλόγιστα, γέννημα θρέμμα τ’ Εβραϊκού σας Ιερατείου ω εσείς καλοί Χριστιανοί, τον οίκουρο Όφι που είχε στη φύλαξή του την ασφάλεια της πολιτείας της Αθήνας για την καστανόμορφη πρώτη σας γυναίκα, την Εύα, εκείνη στην ενοχή βουτήξατε. Τόσο πολύ φθονείτε όταν γνωρίζετε, γιατί δεν αντέχετε να ζείτε μέσα στο πετσί σας μια ηδονή που επιστρέφει στον εαυτό του ζώο με ανθρώπινη συνείδηση, δεν το αντέχετε ισάξιοι με τους άλλους να είστε, να πως τον παράδεισο εσείς γκρεμίσατε, εσείς είστε οι έκπτωτοι άγγελοι, τόσο που δεν το αντέχετε, θέλετε και τους άλλους λαούς στο κρίμα σας να πάρετε, να μοιράσετε την ενοχή, λιγότερο βάρος στην πλάτη σας να κουβαλάτε. Λέτε: το γένος του ανθρώπου φέρει το σφάλμα, και λέτε πως να, υύ Εύα δευτερότοκη που από τα πλευρά του Αδάμ την αμαρτία μας έφερες οφείλεις πια να υπακούς και να σιωπάς, έτσι δεν είναι μεσιέ Steiner, σεις που μιλήσατε για την σιωπή και τον Ποιητή αλλά και για την βαρβαρότητα της άγνοιας, μήπως ήρθε πλέον ο καιρός να διαπαιδαγωγήσετε τον λαό σας και να αφήσετε επιτέλους την γυναίκα ιερή στη θηλή της,  τον άντρα να τυραννά αν το γουστάρει κι όποτε το θέλει, με αδυσώπητη θηλυκότητα όπως ανάμεσα στους εραστές αξίζει ?

Μιλώ στον νεκρό σαν να ‘ναι ζωντανός, τόσο πολύ τιμώ τη σκέψη, εγώ που σε λατρεύω, εγώ, ο ειδωλολάτρης, ναι εγώ μιλώ στον Έλληνα για να υποδείξω αυτούς που με τα πλαίσια εξουσίας στην ηθική, τρέλαναν το Nitzche με τη φθορά του υπερανθρώπου, γιατί αυτός ήταν θεωρητικά ο μόνος τρόπος για να υπερβείς το προπατορικό και την χριστιανική ηθική της Γερμανίας των φρειδερίκων, και να κερδίσεις πίσω τον φυσικό εαυτό, την ψυχή της γιορτής που ημερεύει το θηρίο και την άλλη γιορτή, αυτήν που τιμάει το νηφάλιο και το ευγενές. Ω, πόσα πτώματα μετράει η Τέχνη όταν το Διόνυσο σταυρώσατε με λιτανείες αγγέλων. Σεις που τα βαφτίσια που ήταν Νερό-Φεγγάρι-Γυναίκα, τα κάνατε Νερό κι απεταξάμοιν, όταν την αλληλουχία των αθώων

Νερό
σπέρμα
σύλληψη
γέννηση
μεταποιήσατε σε
νερό εξουσία
σπέρμα εξουσία
σύλληψη εξουσία
γέννηση εξουσία

αλλά που τη γοερή κραυγή του ανώνυμου ‘Έλληνος για το πατριαρχείο, που δικό μας Έλληνες δεν είναι, αυτό  ακούστε

“Ω, συ μιαρά Σύνοδος της Κωνσταντινούπολης”

και ο κραυγάζων το Διόνυσο που τον έρωτα στην υπέροχη πληγή του επαναφέρει με γλώσσα σταχυοτρόφα τη γλώσσα τη σπορική μας επικαλείτο στη μνήμη του κυττάρου

  ” Κωνσταντινούπολη, συ είσαι μια μάνδρα λύκων, η λύσσα σου δια τα χρήματα είναι απερίγραπτος”

και μη ζητάς συγγνώμη, ω τρελέ, ω ποιητή, συ που σαν αμνό και σαν θεό είδες τον άνθρωπο, στον άνθρωπο μέσα θεό Ελληνικό να ξεσκίζει, συ τρυφερέ αγαπημένε που καταγγέλλεις

“και να με συγχωρήσουν αν με άκραν τόλμην αποφασίζω να ελέγξω αυστηρώς τους ανάξιους και αμαθείς καλόγηρους και να αποδείξω με γεωμετρική βεβαιότητα το πόσο κακόν προξενούσι τη σήμερον εις την Ελλάδα” ,

ω μη κλαις αγαπημένε σιτοδότρε αλωνιαία, αλλά να διηγηθείς τα όσα η μιαρά ψυχή των εφευρίσκει.

Φθάνει λοιπόν να πεις ότι,

 ”όσα κι αν κάμνωσι, τα κάμνοσι δια χρημάτων. Τόσο εβαρβαρώθη και ουτιδανώθη η κλάσις της ιεροσύνης των Ελλήνων”

μα αυτή δεν είναι η αρχαία μήτρα της ιεροσύνης αλλά το προσφιλές συνήθειο του εσώκλειστου Ιερατείου των 2000 ταλάντων στο ναό του Σολόμωντος, το ναό χωρίς πρόσωπο θεού, χωρίς μόχθο ανθρώπινο στη προσφορά της Τέχνης προς τη θεία τιμή, είναι η εβραϊκή συνήθεια που θέλει τη συντριπτική πλειοψηφία του λαού της μίζερη, αμόρφωτη και φοβισμένη, οπλισμένη με το φανατισμό του αλλόθρησκου, όπως ακριβώς κάνουν κι οι μουσουλμάνοι για να επεκταθούν, όπως ακριβώς κάνουν όσοι έχουν μοναδικό θεό τους την ωμή του Άρεως πολεμική εμμονή, χωρίς Αφροδίτη να παρατάει τον Ήφαιστο για να τρέξει να τον καλμάρει με τα γλυκά της χάδια, αυτή είναι η προσφιλής συνήθεια όσων η κοντόφθαλμη ευφυΐα αρχίζει από την εξουσία και καταλήγει στην εξουσία, των ολίγων ανέραστων ευνουχισμένων, που τη γυναικεία παρουσία στην προσμονή του απύρωτος Θνήσκωντος Θεού λοιδορούν και φτιάχνουν τις κοινωνίες των σύγχρονων εκκλησιών με τις κοινωνικές δομές των Εβραίων, όλες οι εκκλησίες κι οι μονές πάμφτωχες κι εγκατελειμένες κι οι δυο τρεις οι βασιλεύουσες, με το αίμα της Ελληνικής Γης και το φόρο του Έλληνα που καπελώνουν, τα χρυσά τους Βατοπέδια να αποταμιεύουν, όπως ακριβώς κάνουν όσοι κινδυνεύουν να χάσουν από μια τράπεζα που καταρρέει τις καταθέσεις τους.

Ε ναι λοιπόν, ήρθε ο καιρός αυτή η φάρσα να σταματήσει εδώ. Ήρθε ο καιρός να συναντήσω εκείνον τον πλανεμένο απ’ τον Γεχοσούαχ ιερομόναχο, που πέταξε τα ράσα και κάθισε κάτω από την κληματαριά στο χωριό Ζωτικό, στα χωριά του Σουλίου, που μου έκανε συντροφιά με το χαμόγελο και που με τη γυμνή άνεση ενός πλουσιοπάροχου βάθους μου είπε πως όταν θέλει είναι παππάς κι άμα δε γουστάρει το ράσο, τ αφήνει στη μπάντα και πιάνει το σουραύλι, αυτόν που μου πε τις ιστορίες για τις «τρελογιαγιάδες» της Ηπείρου που μείνανε πιστές στο Διόνυσο και στο χορό του κύκλου, τις μαινάδες π’ αποκάμνανε μα μείνανε πιστές στις ρίζες τους σαν τα πλατάνια και που κυνηγούσανε με τα τηγάνια τους εβραιοπαππάδες του Φαναρίου όταν επι τουρκοκρατίας ήρθαν να τις προσηλυτίσουν τα ευαγγέλια και τη σταύρωση. Α ναι, θυμήσου Έλληνα τι λέει το πρωτόλειό σου κύτταρο, θυμήσου τη φράση που λες : “Με σταυρωμένα χέρια δεν θα κάτσω” και κλείσε τα μάτια, και γύρνα στην τέχνη και στον έρωτα, γιατί αλλιώς η επιστήμη καμία αξία δεν έχει. Θυμήσου Έλληνα το κύτταρο της γλώσσας που να αλλάξουν δεν μπόρεσαν, νιώσε Έλληνα τη γόνιμη πληροφορία και την αναστάτωση του ορφικού στο Διόνυσο, του ύμνου που τον βροντόφωνο επικαλείται και τον βακχόκραυγο τον πρωτογέννητο, τον δισυπόστατο τριγέννητο βακχείο άνακτα, τον άγριο απόρρητο, τον απόκρυφο δικέρατο, τον δίμορφο κισσοστεφή, ταυρόμορφο συναπάντημα της κτηνοτροφικής ζωής, το ευοί-κραυγο αγνό, τον χλωροσκέπαστο, τον εύβουλα πολυστόχαστο, τον από του Διός και Περσεφόνης τ’ άφατα πλαγιάσματα που γεννήθηκε θείον αθάνατο, αυτός που τη μακάρια επίκληση την ενέργεια του ρίχνει για το άμεμπτο γλυκό, για κείνον που έχει ευμενή διάθεση και καρδιά, που συντροφιά με τις καλλιζώνες τροφούς, του δίνει και καταλαβαίνει
επί παντός επιστητού…

Μ) Υδράργυρος μιμόζας

Ανακάλυψα το πόδι της ακρογιαλιάς μέσα στο πύρινο πινέλο των εορτών που απώλεσα και την αναθυμίαση από έκφραση που η λαογραφία του αντικειμένου θα παρέμενε για πάντα η ανάγκη του υστερόγραφου αν δεν έκλεινα τα μάτια να νιώσω τις κραυγές του χώματος του τόπου μου. Και τίποτα πιο πέρα από την ιδέα του μητρικού γάλακτος που εκτοξεύεται σαν σιντριβάνι στην στολισμένη από θάλασσα γη, τίποτα πιο πέρα από ένα τραπέζι παραπόνων. Επιστροφή λοιπόν στα παλιά μας συμπόσια, όχι αυτά του ανέραστου Πλάτωνος, ούτε αυτά που το γλίστρημα της γυναίκας το σούρουπο είναι η ποικιλία του σερνικοβότανου, αλλά η άρνηση στη σύνθεση του γραμμικού λογικού. Κι αν κάποτε ξεχνούσα πως με τη γενειάδα μετρώ το χρόνο είναι γιατί οι παππάδες μου έφραξαν το μέλλον με την θλίψη του επίπεδου κύκλου τους, κι είναι γιατί τις περισσότερες γριές τις τρέλαναν με την παρθενιά -αλλά θα σας πω τη μεγαλύτερη προσδοκία της παρθενιάς που δεν είναι άλλη από την ψευδαίσθηση μιας αποκάλυψης που μοιάζει με δικαίωση- ιδού το ψέμα όλων όσων σου έλεγαν περίμενε και θα δεις, α, έρχεται αυτός, έρχεται εκείνος που ονομάζεις Σωτήρας, έρχεται ο Μεσσίας, αυτός που μεσολαβεί, αυτός που θα σε πάρει από το χέρι και θα σε οδηγήσει στην αίσθηση του αιώνιου ονειρικού πόθου.

Κι ύστερα ακούω τις εξαγριωμένες μοντέρνες φεμινίστριες να γράφουν επί γραφών για τους μισογύνηδες Έλληνες, και πέρα από έναν άστοχο κοινωνιολογικό συγκριτισμό μιας ανθρωπότητας που δεν μετριέται με τα ζύγια του παρόντος αλλά με τις ανάγκες των δικών της χρονικά κοινωνιών και που όμως και πάλι, ελάχιστα διαφέρει σε ποιότητα από τις ελευθερίες που έχουν με αίμα κερδηθεί τον τελευταίο αιώνα στις μέρες μας,  μιλάνε και καταφέρονται για αυτούς -που οι αδαείς ιστορικοί ονομάζουν αρχαίους ή κλασσικούς, αυτούς που ποδοπατούσαν λένε τις γυναίκες τους και τις έχωναν στα σκοτεινά στενά υγρά δωμάτια, εσώκλειστες και κλειδωμένες, που τους απαγόρευαν την πρόσβαση στα κοινά και γελώ, γελώ γιατί αυτοί δεν γνωρίζουν πως η αληθινή εξουσία δεν ανήκει στην αγορά κι ούτε από εκεί γεννιέται, αλλά δημιουργείται από πριν μέσα  στον οίκο, γιατί αυτοί δεν γνωρίζουν πως αυτό που παράγεται ως εξουσία και που με αγνωμοσύνη ονομάζουν πολιτική διακυβέρνηση δεν είναι άλλο από μια στατιστική συσσώρευση του μικρόκοσμου στο μακρόκοσμο. Και τα σπίτια τότε ήταν εστίες εστιασμένες στη μάνα-γυναίκα-έρωτα,  σ’ αυτό το πλάσμα που συντηρεί την αγάπη και την ανικανότητα για ολοκληρωτική τρυφερότητα μα και για ολοκληρωτική σκληρότητα, ω καημένε άνδρα, αλήθεια τι θα ήσουν χωρίς τη γυναίκα, την τροφό και τη σκέψη σαν διακριτική φωτιά στο κέντρο εκείνη, γιατί αυτό που δύναμη και σθένος ‘έδινε στον άντρα να φυγαδέψει την ανάγκη του για απομάκρυνση ήταν η εμπιστοσύνη της αυτόνομης προίκας που από τα γεννοφάσκια της η Ελληνίδα, η πραγματική Ελληνίδα φέρει, που είναι θηρίο ανήμερο και που δεν υπάρχει περίπτωση να την κάνεις καλά αν δε μπορείς να ζέψεις όλες τις άγριες κι όλες τις εκλεπτυσμένες αντιθέσεις του παραλόγου από όλες του τις άκρες με μια λατρεία προς τη Θεά, γιατί αυτό είναι η λατρεία προς τα υποτιθέμενα θεία: ο κομψός έρως του άντρα προς τη γυναίκα. Α συ ματαιόδοξε Ακτ-αίων που νόμισες πως θα μπορούσες να διακορεύεις την ακεραιότητα της θηλυκότητας, κούνια που σε κούναγε..

Τι είναι λοιπόν αυτό που η καημένη μοντέρνα τέχνη ονομάζει χειραφέτηση αν όχι από μια συνεργασία των συμπληρωματικών δεξιοτήτων των δύο φύλων, από τον Απόλλωνα έως τον Βάκχο, σ’ ολάκερο το φάσμα της ψυχικής κατάστασης, ημι-αέρινα κι υπόγεια σαν το αίμα που με φορέα τη συνείδηση ζητάει περισσότερα από μια λιακάδα της τυμπανοκρουσίας ή από ένα σύννεφο ανερμήνευτο?

Στα αποσιωπητικά του πόθου εξαντλώ όλα τα νοήματα της δραματουργίας για να οδηγηθώ πιο πέρα από τη φημισμένη αγία Άννα του μουσείου του Λούβρου. Με τη ρεπλίκα μου υποκειμενική αν παθητικά περιορίζομαι στον αισθητό κόσμο, είναι γιατί περιέχω τη σοφία του πεπερασμένου, κι ως εκ τούτου, είμαι υποχρεωμένος όχι μόνο να του δώσω και να καταλάβει, αλλά και να διατηρήσω τον ύμνο για τα καλόφημα κι υστερόφημα έργα, τις πράξεις αυτές που τα πολλαπλασιαστικά της σιωπής, μα κι η ίδια η σιωπή ακόμα, είναι ένα πολύ φτωχό λεξικό για να περιγράψει το άμορφο λεξικό των χρωμάτων που περιμένει, περιμένει το πινέλο της γλώσσας να κυβερνήσει τη μέρα και τη νύχτα της ξεφτισμένης όψης. Κι αυτό το μονοπάτι κύριοι, ονομάζεται λογική των αρίστων

Πάνω σε αυτήν την οπτική της άσκησης που η λέξη παράνοια ή τρέλα όταν της αποδίδεται είναι ένας χαρακτηρισμός των άκομψων κατάλοιπων και των πεποιθήσεων εκείνων που θέλουν να οδηγούν τα πράγματα στο επιθυμητό τους γλοιώδες, ο μαντικός ατμός χαϊδεύει μεγάλες γιορτές. Εννοώ πως χίλια εξακόσια περίπου χρόνια, το μεταμοντέρνο περιμένει να πάρει τη σκυτάλη και η γνώση πάνω στην αίσθηση που ο Χριστιανισμός ευνούχισε τη θέση που της αρμόζει. Έτσι, μέσα από τα νέφη του σκοταδισμού και του φόβου, ο Χριστιανισμός, εξυπηρέτησε όχι χωρίς βαρύ τίμημα, την ανάγκη του δυτικού κόσμου, για τη νέα Τέχνη μέσα από ένα σκοτεινό διάλειμμα με ορχήστρα, μια νέα κουλτούρα πιο δημοκρατική, μια νέα σεξουαλικότητα πιο εκλεπτυσμένη σε αδιέξοδα, το αρχέγονο ήθος του βρασμού πιο βαθύ μέσα στα συνειδότα της αιδούς χωρίς ρατσισμό, της ύβρεως χωρίς άβατο και της πανσπερματικής γιορτής χωρίς επαρχιώτικες αναστολές, κατά συνέπεια την ηθική της επιστήμης- γιατί μόνο η επιστήμη οφείλει να έχει ηθική και μόνο για αυτό ευχαριστούμε την πονηριά του Ιερατείου των Εβραίων για το κόλπο με τον ιδεολογικό χειρισμό των συνεπειών της σταύρωσης ενός επαναστάτη που τον φίμωσε με «σκάσε και γύρνα και τ’ άλλο μάγουλο». Τώρα όμως η “εποχή” με τα επινικελωμένα της μηχανήματα δεν αντανακλά στον έρωτα που φθείρεται. Αλλάζει. Αυτός ο θλιμμένος άνεμος πέρασε.

Το γανωμένο κέλυφος της γης απ όπου θα ξεπεράσουμε το ερώτημα της συγκεντρωμένης συνένωσης και που είναι η παράσταση του έμφυτου κακού, είναι αυτή η ίδια η λατρεία προς την απέχθεια για τον χειρισμό της χειραφέτησης της σκέψης. Και πιο πέρα από αυτό, πιστεύω ότι ο άνθρωπος μπορεί να ξεπεράσει εκείνη τη μορφή της αγάπης που ισοδυναμεί με μίσος.

 N) Homo post-Hyper-Economicus

Στα Ηθικά  Νικομάχεια  ο Αριστοτέλης γράφει πως είναι αδύνατον να προσδιοριστούν οι κανόνες του μη προσδιορίσιμου. Από την άλλη, ο άνθρωπος χαίρει ξανά τον Προμηθέα του στο πρόσωπο ενός τρελού, στο πρόσωπο του κυρίου John F. Nash που αψήφησε τον Αριστοτέλη και επιχείρησε να ανατρέψει το ρητό του. Αν και απέτυχε, είναι άξιο θαυμασμού πόσο κοντά έφτασε στην ανατροπή αυτή. Πρόκειται για μια αποτυχία με τεράστια αξία, τόσο για τις κοινωνικές επιστήμες όσο και για την πολιτική φιλοσοφία: στην προσπάθεια του να δαμάσει τους κανόνες της κοινωνικής ιστορίας, ο Nash ανακάλυψε τα απόλυτα όρια του μεθοδολογικού ατομικισμού-μας κατέδειξε μέχρι που μπορεί να μας πάει η ανάλυση της κοινωνίας, όταν μοναδική αναλυτική κατηγορία είναι ένα υπόδειγμα ανθρώπου που θέλει αυτό που κάνει και κάνει αυτό που θέλει, ενός ατόμου με όλη τη σημασία της λέξης μιας και ο χαρακτήρας του δίδεται εξωγενώς και ανεξάρτητα από την κοινωνική διαδικασία, ένα άτομο το οποίο ταυτίζεται με τις προτιμήσεις του και του οποίου η ορθολογικότητα εξαντλείται στη δυνατότητα να ικανοποιεί αυτές τις προτιμήσεις του αποτελεσματικά. Με εξαίρεση τον Marx, οι κοινωνικές επιστήμες δεν έχουν ξαναδεί άλλη προσωπικότητα που να επηρεάσει τόσους πολλούς τομείς της κοινωνικής θεωρίας. Πόσο μάλιστα, που ο Nash, αντίθετα με τον Marx, δεν κατέβαλλε ιδιαίτερη προσπάθεια προς την κατεύθυνση αυτή. Κατάφερε μέσα από τρία ή τέσσερα σύντομα άρθρα, σχεδόν ακούσια, να ιδρύσει μια νέα σχολή σκέψης. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1950 παρόλη την απουσία του από τις συζητήσεις και εξελίξεις της θεωρίας παιγνίων, ο Nash, καθοδήγησε τους συνεχιστές του χωρίς να πει ή να γράψει ούτε μία κουβέντα. Μερικές αράδες στα άρθρα του ή στη συντομότατη διδακτορική διατριβή του ήταν ικανές να καθοδηγήσουν τους θεωρητικούς όπως οι Harsanyi, Selten, Rubistein, Shubik, Myerson. To αποτέλεσμα ήταν η πιο φιλόδοξη και μοντέρνα προσπάθεια ενοποίησης των κοινωνικών επιστημών. Αν αυτή η προσπάθεια απέτυχε, απέτυχε επειδή οι συνεχιστές του Nash, ήρθαν αντιμέτωποι με το ίδιο απροσπέλαστο τείχος που αντιμετώπισαν και οι επίγονοι του Marx, τη δημιουργική απροσδιοριστία της ανθρώπινης δράσης. Πρόκειται για ένα εμπόδιο που εγγυημένα σταματά όσους προσπαθούν να δαμάσουν τη κοινωνική διαδικασία εφαρμόζοντας μηχανιστικά τις εμπνευσμένες ιδέες των δασκάλων τους. Όμως όταν η προσπάθεια είναι μνημειώδης, η ηρωική αποτυχία έχει συχνά αξία που οι λάτρεις των θριάμβων αδυνατούν να εκτιμήσουν.

Το ότι η τυχαιότητα στους μοντέρνους καιρούς ορίζεται σαν κάτι που είναι πλέον αδύνατο να συμπιεστεί δεν είναι ούτε αποθαρρυντικό για την αναλυτική σκέψη, ούτε δικαιώνει την καταφορά του Βολταίρου εναντίον του Leibnizh για τη μνημειώδη φράση του τελευταίου πως αυτός ο κόσμος είναι ο καλύτερος όλων των δυνατών κόσμων. Γιατί αυτός ο κόσμος, είναι ο καλύτερος κόσμων όλων των δυνατών κόσμων επειδή δε μπορεί να συμπιεστεί άλλο από τις παρατηρήσεις μας. Αν οι άλλοι κόσμοι μπορούν να συμπιεστούν, είναι γιατί συμπιέζονται μέσα από τις θεωρητικές εικασίες των περιγραφών και των αναπαραστάσεων της μη παρατηρησιμότητάς τους. Έτσι, κάθε φορά που ένα αξίωμα είναι ισότιμο με τα παραγόμενα θεωρήματά του, οι συλλογισμοί που προκύπτουν είναι πραγματικά άχρηστοι, αλλά αν τα αξιώματα είναι πολύ μικρότερα από το σώμα των αξιοπρόσεκτων θεωρημάτων, τότε, έχουμε σημαντικό ποσοστό συμπίεσης και συνεπώς κατανόησης. Αλλά και πάλι, δεν μπορείς να αποδείξεις ποτέ αν ένα πρόγραμμα είναι κομψό…

Ξ) Αισθησιακές Βρασμοί

Πως να ξεχάσεις εκείνο το χέρι που ίπταται πάνω από το τραπέζι των διαπραγματεύσιμων νευμάτων
και πως το μυστικό της ζύμης ν’ ανοίξεις απ΄ τη φωτιά
όταν τα μάτια εκείνα που σε κοιτούνε πλάγια
ξαφνικά στην ευθεία λάμπουν και το διαμάντι τρέμει
Πως να διαπεράσεις τα μυριάδες εμπόδια των υποθέσεων που συμπιέζουν τον Πρωτόγονο στην καταθλιπτική επανάληψη της κοινοτυπίας
αν ποτέ σου το έξαρμα του βράχου για τη σκυλίσια ζωή του Αναξίμανδρου δεν συνάντησες στο καβούρι που κρύβεται στη σκιά σου
την τεμπελιά επάνω στο σεντόνι που το φρέσκο δέρμα φιλοξενεί στις λεπτομέρειες των λεπτών ήχων
την πυλωτή τελετή του καμβά με τις αποκλειστικές πτυχώσεις των φορεμάτων
και τη γόβα με την κάλυψη από ένα όμορφο blue – jean
Πως να ξεχάσεις εκείνη τη πλάτη π’ αναγέρνει επάνω στο τραπέζι την αποκάλυψη
για να συναντήσει το σιδηροδρομικό έγκλημα στο σπίτι που εξακρίβωνε τη δολοφονία της γυναίκας
όταν τη στερεότυπη έκφραση του πένθους  για πρώτη φορά η μανία των εμμονικών κληρονόμων έχτιζε
η εξοργιστική κωμωδία που δυσαρεστημένη ανακαλύπτει την αδιάφορη διανοητική της μετριότητα
μέσα σε ένα κόσμο που δεν το μπορεί, δεν το αντέχει
όταν για σένα μικρέ μου φίλτατε σφετεριστή
οι δρόμοι του πόθου δεν κρατούν λιγότερο από μια Τέχνη

 

Ο) Σκέψεις που βράζουν

Πρέπει να ξέρεις πως
για να συχνάζεις στα Marche aux puces
και στα Μοναστηράκια
εκεί που οι παλιές νοσταλγίες σε περιμένουν στα ξελογιασμένα λικέρ
Deste σαν τις μάγισσες της Σμύρνης
αυτές που κάποτε τα χαρτιά σε μια ξαναμμένη αρχόντισσα κυρά
μεσάνυχτα έριξαν
και ηδονή στα σώματα
οι δυο τους
συντετριμμένες
σαν οι παλάμες οι ιδικές τους
ευλαβικά τα στήθια τους πασπάτευαν
ανάμεσα σε καπνούς κι ανάμεσα σε κουρτίνες
χωρίς να το καταλάβουν
στα δρομάκια της ερωτικής συνοικίας
δεμένες με το αργό λάγνο
και διαπίστωναν

Π) Στην υπηρεσία του ξελογιάσματος

αν το τολμηρό χέρι αυθαδιάζοντας με τις παράλληλες ζώνες που κάλυπταν τη πλάτη εκείνο το βράδυ
το αδιάφορο πως για τη ζωή που συνεχίζει παραστράτημα
για εκείνην τη μοναξιά που ισορροπημένη στο ένα ο παρασημοφορημένος γέρος ξέχασε να κοιτά και νιώθει την ύβρι
να μην πονά να μην καταλαβαίνει
όταν π’ ανεύθυνο σε λέει ο αστείος και τα μαγειρία γκρεμίζει
και όλους τους καλεί στον πανικό του επάνω
και μια στρατιά από αρρώστους παρελαύνει για να βοηθήσει
κι αυτός δεν ευχαριστιέται
παρά μονάχα καγχάζει γα να ξεγελάσει το στρατηγό τώρα που σύνταξη παίρνει
και τις βρωμιές των δαπανών του νομίζει πως έκρυψε
χαχα
ο αστείος
μα στη βασιλεία της άρχουσας σιωπής τώρα οι λέξεις εξεγέρθηκαν
αν όπως οι σκονισμένες
στο μπαούλο περίμεναν
ένα απαστράπτων  γρήγορο φραγμό
“Με είμαι” που γράφει ο δικός του Κήπος ο ανήσυχος
γιατί δεν ξέρει και δεν καταλαβαίνει
όταν παντού έχει μάθει να συνωστίζονται οι παρατάξεις των χωρίς δόντια Ποιητών
για να υμνούν στην κραυγή του ελέους
εγώ σας φωνάζω
μπάτσος καλός μπάτσος κακός
Θεός λαμπρός Θεός υποταγμένος
Άνθρωπος διαλυμένος Άνθρωπος διαλυμένος
Μικρέ αστείε γέρε άνθρωπε
συ που τον εαυτό σου στα γηρατειά προετοιμάζεις παριστάνοντας τον σωστό
απόψε τη μονάκριβη κόρη σου με κόρυ θα ξελογιάσω
μια προς τη νέα προπαγάνδας μορφή
των επιστημόνων προς τη σκόπιμη κατεύθυνση
κι αντίθετα προς τη δύναμη του ανάκλιντρου
που το συμπόσιο τον ήρεμο άνακτα τον διαφυλαγμένο και ήρεμο κυνηγό των Ήλιων φέρνει
απόψε το ξόρκι των τρωκτικών
από τις πηγές θα καλέσω
ετούτο το βράδυ που η σύναψις των προκλήσεων προβλέπει
υπηρετώντας την πολύτιμη Γυναίκα
με τους αρχαίους μου όρκους ξεσηκώνοντας
να λατρέψω
τον υιό του μαραγκού
π’ ούτε θεός είναι ούτε και άνθρωπος
αλλά καλώ την ηδονή του σκοτεινιασμένου δωματίου
την Αφροδίτη που διαπνέει το σώμα
και τον πνευστό οίστρο που η πληρότητα της μεθυσμένης απόλαυσης
για την αφύπνιση του κραδαίνοντος οργασμού: (παύση για τον ερχομό των ψιθύρων)

στην κραυγή του γράφει τη λέξη ελευθερία με χρυσά γράμματα

Κι αν σου μιλώ περί απόλαυσης είναι γιατί τις νύχτες τα νύχια μου δεν μπορούν να κοιμηθούν από τη παραζάλη της συντομογραφίας,  εκείνη τη μοντέρνα ιδέα των αθεϊστών που με κρίση μάγου και ιερέα και  α-πιστού, για Παναγιά τους έχουν τη Μήδεια. Δεν είναι άλλο από μια μέθοδο που εξασφαλίζει στον ερεθισμό της πολύευκτης το κάλεσμα: ευπρόσιτη να ‘ρθεις στον πανίερο μύστη σου εσύ που για βλέμμα σου με την επιθυμία κοσμείς τους δισταγμούς του

 …στη συντροφιά μου καλόγηροι απόψε, τον πεισιθάνατο Μονταίνιο θα καλέσω

κι αυτός θα έρθει, να ‘στε σίγουροι
με τις τροφούς και με τις καλλίφωνες του
τον τρομερό οργασμό
αυτόν που οι γιαγιάδες τρέμουν
κι οι γέροι με βασκανίες
πίσω από την κουρτίνα
γοερά αυνανίζονται
–και προτείνοντας τη μακάρια χλευαστική πρόζα
απόψε
ας ακουστούν όλες οι επιδημίες της αφής με την έκδηλη παραφορά
των σωμάτων στην υπηρεσία του ξελογιάσματος

Ρ) Του Πρωτόγονου

    ι) Η πρόσοψη της Διανόησης

Τώρα που ο αέρας το κερί μου έσβησε και χίμηξε στην  ξαίθρα της σιωπής το χλωμό του άγγιγμα, τώρα που το χέρι μου τη μόνη του θέρμη με τα ακροδάχτυλα στο λυσσασμένο το ποιητικό εκείνο κονιάκ που με το χρώμα του μελιού στη σάλα των επισκεπτών συναγωνίζεται την αίσθηση που διαπνέει τα μεγάλα βάθη ,
<em><strong>
τον  δισυπόστατο Πρωτόγονο επικαλούμαι,
</strong></em>
που κάποτε χλωμό εγκληματία τον ονομάτιζαν όσοι εκτοξευμένοι από σπειρώματα κοχυλιού γαλακτοφόρα στην ευρωπαϊκή τους βεντάλια  με στροφές κυττάρων που βομβούν πάνω από το φως τα απίθανα μαργαριτάρια των εξαγωνικών χυδαιοτήτων από τις στοιχειώδεις αναλύσεις των ντετερμινισμών και των επιβουλεύσεων,
<strong><em>
τον μέγα τον αιθεροπλάνητο
</em></strong>
λησμονούσαν οι φοβούμενοι το θεό και οι τέκτονες τη σκλαβιά και την υποτέλεια στον “έκαστο άρχων Ένα”, θυσία τους ανθρώπους κι έριχναν με ηθική προπαγάνδας
<strong><em>
στον ωογέννητο με τα χρυσά φτερά π’ αγαλλιά
</em></strong>
λόγια απόκτησης και διάχυσης του δηλητηρίου μέσα τη κουλτούρα της γιορτής-γιατί άνθρωπε πια δεν έχεις γιορτή παρά μονάχα ζητάς τη λύτρωση στα πάρτι μερικών ξετρελαμένων φίλων, και ‘γω σου μιλώ για τις αληθινές γιορτές, αυτές  που
<strong><em>
στον ταυρόφωνο
</em></strong>
απαγόρεψαν τη συναγέλαση και το απόηχο μουγκρητό του ρουθούνισμα στα αστέρια
<em><strong>,

—-Κ ε Ν ο—–

</strong></em>
όταν
<em><strong>
τη γέννηση των μακαρίων και των θνητών ανθρώπων
</strong></em>
οι Παύλοι των ευαγγελίων με “ότε δε ήλθε το πλήρωμα του χρόνου,εξαπέστειλεν ο θεός τον υιόν αυτού, γενόμενον εκ γυναικός, γενόμενον υπό νόμον, ίνα τους υπό νόμον εξαγοράσει”
<strong><em>
το πολυενθύμητο σπέρμα
</em></strong>
να κάνουν να σιωπήσει για να μην ενοχλεί ο γεμάτος από κόρο άνθρωπος το χαρακτηριστικό σύμφωνο των αφοβικών του μορφών που αντλεί νερό από τα μεγάλα πηγάδια με τις γυάλινες αλυσίδες στις αρχαίες Αιγύπτους και στους Ασσύριους  λάτρεις εντολοδόχων των Μινώων  τη γιορτή
<strong><em>,
τον πολυόργιο τον Ηρικεπαίο
</em></strong>
πρωτόγονο που στις κοριτσίστικες κνήμες φυτεύει κρυφά τα βράδυα τη μανία του και τα πόδια τους τότε τα τρώει η αγωνία του αμαζονομάχοντος παιγνίου για έναν Θησέα πρωτογέννητο γιατί τότε στις φλέβες τους κυλάει η χαρά του καταστροφέα Έρωτος, εκείνου του ισπανικού πάθους που κατακρεουργήθηκε από τις ορδές των πολυ εσπέρων καλογερίστικων συνηθειών της σεμνότητας και που μόνο σεμνότητα δεν μπορείς  να προκαλέσεις-
</p> <p class=”MsoNormal” style=”margin:0;”>

(ΠΑΥΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΠΟΙΗΜΑ ΤΗΣ ΠΟΡΝΗΣ)

</p> <p class=”MsoNormal” style=”margin:0;”>
έχεις ποτέ σου δει την πόρνη πως κουμαντάρει με κυνισμό τον καπετάνιο
</p> <p class=”MsoNormal” style=”margin:0;”>
έχεις ποτέ σου δει πως με τις γάμπες ξεσκισμένες απέναντι σου στέκεται  και το λυτρωμό σου γνέφει
</p> <p class=”MsoNormal” style=”margin:0;”>
κι εσύ με ένα δυο πορτοκαλιά σκυθρωπός πού πας(?)
</p> <p class=”MsoNormal” style=”margin:0;”>
αντί να της χωθείς σαν πεινασμένος κλέφτης  ή σαν εξωτικός σπουργίτης
</p> <p class=”MsoNormal” style=”margin:0;”>
κι εκείνη μωρό μου σε παίρνει από το χέρι
</p> <p class=”MsoNormal” style=”margin:0;”>
και σ’ ανεβάζει στα σκαλιά όταν φθαρμένα τα τείχη στο λυκοφώς εσάς κοιτάνε
</p> <p class=”MsoNormal” style=”margin:0;”>
μα δεν θα ηρεμήσει ούτε στιγμή σου λέω και ευσεβής και μόνο τότε θα νιώσει και θα είναι
</p> <p class=”MsoNormal” style=”margin:0;”>
αν πρώτα απ’ όλα
</p> <p class=”MsoNormal” style=”margin:0;”>
την αποτρόπαια πράξη του βιαστή χωρίς γιορτή
</p> <p class=”MsoNormal” style=”margin:0;”>
μέσα από τη πέτρινη καρδιά σου
</p> <p class=”MsoNormal” style=”margin:0;”>
το θανατικό δεν απωλέσει
<strong><em> </em></strong></p> <p class=”MsoNormal” style=”margin:0;”>
αλλά να ξεριζώσει πρέπει
</p> <p class=”MsoNormal” style=”margin:0;”><strong><em>
-τον ανείπωτο, την κρύφια ορμή, τον πάμφωτο βλαστό, συ που διέλυσες τη σκοτεινή ομίχλη των ματιών υποστρεφόμενος με τις κινήσεις των φτερών παντού στο κόσμο φέρνοντας το ιερό λαμπρό φως, για αυτό Φάνητα σε ονομάζω κι άνακτα Πρίαπο κι Ανταυγή ζωηρόφθαλμο. Αλλά
</em></strong> μακάριε<strong><em>,
στοχαστικέ, γόνιμε, πήγαινε χαρούμενος στην άγια τελετή την πολυσύνθετη, των οργιοφάντων.
</em></strong></p> </div>

27-01, 2009 + 776 μ.π.ο. 8:04 μμ

Σ) Μια λιγότερο εγωιστική ψυχολογία

Μ‘ αυτές τις αρκετά σκοτεινές μέρες κι εντάξει εντάξει, τ’ ομολογώ
μ’ αρέσει το σκοτάδι δεν τ’ αρνούμαι
στον συναρπαστικό αισθησιασμό δεν λέω ποτέ όχι
αρκεί να συμμετέχω κι εγώ
κι αρκεί μέσα σ΄ αυτή την ασυνήθιστη ανάμεσα στις συνήθεις
για τις περιστάσεις  κατάσταση
να κινητοποιούνται κι άλλα πράγματα εκτός από τις τετριμμένες ορέξεις.
Βάλτε λίγο συναίσθημα στην υποκριτική σας πειθώ για παράδειγμα,
δοκιμάστε μιαν άλλη στάση πιο αναπαυτική ίσως
αλλάξτε θέσεις μεταξύ σας, να μια πονηρή λύση που οδηγεί κι αυτή
κομψότερα
στην εκπολιτισμένη απόσταση των μοναδικών σας αξιών
σαν ένα ιδιότυπο τανυστή μετρικής σκεφτείτε το
άλλοι τ’ ονομάζουν και ταυτοτικές μήτρες
σαν τις 2Χ2 μήτρες Dirac
ή σαν τις ερμιτιανές μήτρες Pauli
ή σαν εκείνο το παράξενο νόμο της φύσης π’ αισιοδοξεί
πως είτε τοπικά είτε ολικά
η πιθανότητα που σ’ ενδιαφέρει
στην περίπτωση που αποτελείται από επιμέρους αθροίσματα άλλων
παραμένει πάντα σταθερή.
Κάπως το συνδέω αυτό, με εκείνο που μου είχε πει κάποτε ο ιδρυτής του ΟΚΑΝΑ
ο κος Μπαρδάνης αν θυμάμαι καλά
ναι ναι, ο κος Γιώργος Μπαρδάνης

(ανορθόδοξη σύσταση)

εκείνη τη περίοδο θυμάμαι είχε αποσυρθεί από τα πλαίσια του ίδιου του,  του δημιουργήματος
είχε ένα όμορφο γραφείο κάπου στου Γκύζη πίσω από τη σχολή Ευελπίδων
ανυψωμένο ισόγειο και δυσκολία στην προσέγγιση παρκαρίσματος
αλλά μέσα έπαιζε ίσα-ισα Ραχμάνινωφ
κι ο καναπές ήταν μαύρος δερμάτινος, διθέσιος
μια βιτσιόζα βοκαμβίλια να του σκεπάζει φιλικά το μπράτσο
ξέρετε από γλάστρες σαλονιού ελπίζω, κι όχι δεν ειρωνεύομαι
ούτε σαρκάζω
γραφείο “φτιάξ’ το μόνος σου” και καρέκλα με ροδάκια

(επεξηγηματική παρένθεση)

——-τέλος επεξήγησης

(πρώτη αποκάλυψη- ήταν πολύ δελεαστικό το να σταματήσω ετούτο το θραύσμα ποιήματος στο τέλος επεξήγησης)—->συνέχεια δεύτερης κύριας ορμής: και τον είχα ρωτήσει που λέτε
μ’ όλη την αφέλεια που διέπει έναν διψασμένο νέο επηρμένο από τη δίψα του για γνώση
δηλαδή για δίκαιο (δεύτερη επεξήγηση: στο δικό μου λεξικό αυτές τις δύο λέξεις τις τέμνω)—-> τον είχα ρωτήσει κάνοντας χρήση περιφρονητικών παραδηλώσαντων
ποια υπόθεση θα αναλάμβανε
εκείνην του τρελαμένου ψυχασθενή ή εκείνην του παραιτημένου συζύγου
μου είχε κάνει εντύπωση η απάντηση του θυμάμαι,
μου ‘χε πει
αυτού που μπορεί να λάβει τη βοήθειά μου.
Με είχε σοκάρει η απάντηση του.
Έπρεπε μέσα σε μια στιγμή να διαισθανθώ ποια περίπτωση είναι καλύτερη για μένα
αφού
δεν θα άντεχα να ξεπέσω στη μετριότητα ενός υποταγμένου ούτως ή άλλως αρσενικού
ούτε και στα αβυσσαλέα αδιέξοδα μιας ασυνειδησιακής ανισορροπίας
για αυτό λοιπόν, σηκώθηκα κι έφυγα σαν να είχα απαντήσει
μα αν με ρωτούσατε ποιό από τα αντικείμενα του γραφείου του θα ήθελα να είμαι εκείνη
τη στιγμή και για πάντα
θα σας έδειχνα εκείνο το γραφειάκι “φτιάξ’ το μόνος σου”…

T) Ρευστογραφία

Ένας τίτλος σαν τον τίτλο ελληνικό μουσείο, ένας τίτλος που αποτελεί την τρυφερή πτυχή της έννοιας του νεκροταφείου, που ταιριάζει μόνο στους θνητούς κι όχι στα θνητά τους έργα, που δεν συμπλέει με τον συνώνυμο τίτλο περί ελευθερίας “φανταστικό μουσείο”, αφού το φανταστικό μουσείο είναι ένας τίτλος μιας περιήγησης στην αγωνία ενός κοιμώμενου που βλέπει έναν εφιάλτη και που ξαφνικά, όταν ξυπνάει αντιλαμβάνεται ποιες σκοπιμότητες τελικά αυτός ο εφιάλτης εξυπηρετούσε και αντιδρά με το να πάψει να αποδίδει στον τρόμο ή στον εγωισμό τη σπουδαιότητα και τη σημασία που επιθυμούν οι μονιστές να αποδίδουν ως νομοτέλειας.

Αυτό που ποτέ δεν εννοήσατε στο Νίτσε, τόσο όσον αφορά στο έργο του αλλά καθώς και σε ότι αφορά το ίδιο το πρόσωπο  είναι ότι πρώτα απ’ όλα, η πνευματική του αναζήτηση βρέθηκε εμβρόντητη ανάμεσα σε δύο εκ διαμέτρου αντίθετες φύσεις της σκέψης. Ανάμεσα στον ελληνισμό και τον χριστιανισμό. Σε εκείνο το επίπεδο αντίληψης, η σφοδρή σύγκρουση της ιστορίας, αναπλάθεται με το πιο βάναυσο τρόπο μέσα στο νου και στο σώμα του ποιητή, γιατί πάνω απ’ όλα ο Νίτσε είναι Ποιητής κι όχι φιλόσοφος αλλά και γιατί στη βάση όλων των πραγμάτων ο Νίτσε δεν είναι το έργο του το ίδιο αλλά μία μη αναπαραστασιακή γλώσσα των δισταγμών του. Με αυτό το τρόπο εξηγείται η αφοριστική του ιδιομορφία και η εξ’ αποκαλύψεως τεχνική του στο λόγο που θυμίζει έντονα το ηρακλείτειο ήτορ . Να γιατί όλο το θέμα των ερμηνειών στο έργο του Νίτε, αποδίδεται εξ ολοκλήρου στη συναισθηματική της σύμπραξη. Αυτός είναι και ο λόγος, η αιτία αν θέλετε, που ολόκληρος ο δομισμός του μεταμοντέρνου εστιάζει σε μια καλλιέργεια του τρόπου με τον οποίο ο θνητός συναισθάνεται ένα οποιοδήποτε ερέθισμα. Δεν είναι ο πόθος του Steiner που μέσα στην ανικανότητα της σιωπής του αποσιωπά την ίδια την ικανότητα του να συναισθάνεται, αλλά έξω από τη μονιστική διάθεση του να αποδώσει μια καθολική κυριαρχία στη σημασία του τι ο ίδιος o Steiner ερμηνεύει ως σκέψη. Αν πιάσει κάποιος απαιτητικός στη λεπτομέρεια αναγνώστης να διαβάσει τη βαρβαρότητα της άγνοιας για παράδειγμα, θα διαπιστώσει από τι προεισαγωγικά ένθετα ορμώμενος ξεκινά να εκθέτει τις απόψεις του περί φύσης της σκέψης: ως μιας υπολογιστικής διαδικασίας. Αν λοιπόν αποδεχτούμε αυτόν τον μονισμό ως προς τη σκέψη-δηλαδή να κάνουμε τα στραβά μάτια μπροστά στις θεμελιώδεις διαπιστώσεις της ίδιας της κβαντικής μηχανικής όπως για παράδειγμα του θεωρήματος της απροσδιοριστίας που εξασφαλίζει την ελεύθερη βούληση του ανθρώπου- τότε  o κόσμος του Steiner δεν αποτελεί παρά μια μέθοδο που οδηγεί αργά ή γρήγορα προς την αφόρητη θλίψη και προς της απεριόριστη πλήξη.

Η έκπληξη όμως, αυτή η σπουδαία θεά της γονιμότητας, εκείνη που χρησιμοποιεί την κατά τ’ άλλα όμορφη σταϊνερική σκέψη ως εργαλείο της προκειμένου να καλλιεργηθεί, να σμιλευτεί, το άγονο και το άμορφο των εγωπαθειών αρχικά, ως δεξιοτήτων, ότι δηλαδή ή ελληνική σκέψη θεωρεί δεδομένο ως αφετηρία της, αποτελεί σωσίβιο για τη μάταιη κορύφωση που σκοπεί ο χριστιανισμός, ο εβραϊσμός, ο ναζισμός, ο φασισμός και όλες εν γένει οι μονιστικές θεωρίες. Εξάλλου, ας μην ξεχνάμε πως η απροδιοριστία των προβλέψεων σχετικά με ένα οποιοδήποτε στοχαστικό ή κβαντικό σύστημα οφείλεται ακριβώς εκεί: στη δυνατότητα των απείρων τοπολογικά δυνατών συσχετίσεων και τροχιακών καταστάσεων από το ένα σώμα στο άλλο ή από ένα σημείο σε ένα άλλο. Κι ας θυμηθούμε εδώ τον Ηράκλειτo όταν κατά τον Διογένη τον Λάερτιο που μας το μεταφέρει φέρεται να γράφει πως: «ψυχής πείρατα ιών ουκ αν εξεύροιο πάσαν επιπορευόμενος οδόν/ούτω βαθύν λόγον έχει» (στης ψυχής τον δρόμο όσο και να βαδίσεις τα πέρατά της δεν θα βρεις/ τόσο βαθύ λόγο έχει). Βεβαίως μπορείτε να αγνοήσετε τις ιστορικές πραγματικότητες που τόσο βίαια συγκρούστηκαν από τη Nova Roma κι έπειτα μέσα στην αγκαλιά ενός λαού που από τη φύση του πως θα μπορούσε να μην τιμήσει μια άλλη σημασία στο όνομα του κορυφαίου του θεού, του κορυφαίου συμβολισμού αν θέλετε, εκείνου που ζευγαρώνει, που ενώνει και που θέλγει, κι όχι μόνο αυτού που διαχωρίζει, που συντρίβει που καταστρέφει και που διαιρεί? Δίχως άλλο αυτή η ανικανότητα είναι σημάδι μονάχα εκείνων που το φως το ταυτίζουν μόνο με εκείνο της φωτιάς ή του ήλιου, μόνο για εκείνους που δεν μπορούν να κατανοήσουν ακόμα και το σκοτάδι ως φως γιατί ξεχνούν πως ακόμα και το ξαφνικό λευκό φως τυφλώνει εξίσου όπως με τον ίδιο τρόπο η νύχτα σου απαγορεύει να δεις τις λεπτομέρειες των πραγμάτων με τα οποία συναντιέσαι . Γιατί όλα έχουν τη σπουδαία σημασία τους που υφίστανται (κι όχι απαραίτητα εκ του αντιθέτου) και τίποτα δεν είναι παράδειγμα καθολικό προς μίμηση, ή ένας οριστικός συμβολισμός στις σημασίες του είναι. Κι η ελληνική κουλτούρα στο σύνολο των πεπραγμένων συμπληρωματικών όσο και παραπληρωματικών της δοξασιών, το γνώριζε άριστα αυτό. Θυμηθείτε εδώ σε αυτό το σημείο, πως το πρώτο πράγμα που γινόταν σε όλους όσους ήθελα να μυηθούν στα μεγάλα μυστήρια της Ελευσίνας (καθώς επίσης και στα μυστήρια των Μεγάλων Θεών στην Σαμοθράκη των Καβείρων), αρχής γενομένης δίνοντας το παράδειγμα οι ίδιοι οι ιεροφάντες που τα πρωτοστατούσαν, ήταν να καταθέσουν στην άκρη το όνομά τους, όπως που έκαναν και οι θεοί που παριστούσαν τις κοινωνούσες εκεί ενάργειες των μυστηρίων.

Γιατί τα ονόματα που δίνουμε στα πράγματα είναι πρωτόλειοι βοηθητικοί περιγραφικοί όροι δόμησης του κατά δύναμιν αισθητού κόσμου, κι όχι οι εσωτερικοί, οι ουσιώδεις, της αυτοεπίγνωσης που σε μια πρώτη διάσταση αποκαλούμε με απλή ανάγνωση ως συνείδηση.

Y) Δίγαμμα ή αλλιώς, απόδειξη Ζευς-Διός

Η εξίσωση Klein- Gordon ήθελα να σας πω…
πως όλες οι θετικές ενέργειες αρχίζουν από μια ενέργεια ηρεμίας
κι εκτείνονται απεριόριστα προς τα πάνω
ενώ οι αρνητικές, οι άσπονδες φίλες τους
καλύπτουν όλο το κατοπτρικό διάστημα
προς τα κάτω
και να γιατί
η ύπαρξη αρνητικών ενεργειών
στην ελεύθερη βούληση ενός σωματιδίου
που βέβαια είναι ένα σκανδαλώδες γεγονός
στην ελεύθερη κίνηση εκείνου του σωματιδίου
που λέτε πως δεν μπορεί
να γίνει αποδεκτό.
Θέλετε να αποκλείσετε αυτές τις λύσεις αρνητικής ενέργειας
να κρατήσετε μόνο τις θετικές
αλλά τούτο σε μια κβαντική θεωρία εφικτό δεν είναι
γιατί εδώ
η παραμικρή
η ελάχιστη διαταραχή
μπορεί να προκαλέσει μεταπτώσεις στην περιοχή των αρνητικών ενεργειών
κι έτσι
να τις επαναφέρει στο προσκήνιο
Όμως τα προβλήματα δεν σταματάνε εδώ.
Ο προσδιορισμός της χρονικής του εξέλιξης
απαιτεί όχι μόνο να ξέρουμε την αρχική μορφή της κύματοσυνάρτησης του
τη χρονική στιγμή μηδέν
αλλά και τη μορφή του τρόπου με την οποία
το ίδιο το αντικείμενο της αλλαγής της
εκείνη τη στιγμή παίρνει.
Όμως
ο δευτεροτάξιος χαρακτήρας της εξίσωσης Klein-Gordon
έχει κι άλλες ενοχλητικές συνέπειες.
Σε αντίθεση με την εξίσωση Shrondinger
όπου τα μιγαδικά  εκθετικά στην χρονική εξέλιξη
είναι αναγκαστικά
λόγω της παρουσίας της φανταστικής μονάδας,
τώρα
έχουμε να κάνουμε με μια πραγματική λύση αυτών των μορφών
όπου το σωματίδιο
εμφανίζεται
ή εξαφανίζεται
ανάλογα με τις χρονικές του
στιγμές.
Σκεφτείτε λοιπόν
πως
ο νόμος της παγκόσμιας έλξης
δεν είναι απαραίτητα ένας νόμος της παγκόσμιας έλξης,
μπορεί κάλλιστα να μετατραπεί σε ένα νόμο παγκόσμιας άπωσης.
Ωστόσο,
είτε έτσι
είτε αλλιώς
και οι δυο ιδιότητες
προκύπτουν κάτω από το ίδιο το αντικείμενο του ορισμού τους
με λίγες κατάλληλες πινελιές
ενός αξιότιμου κυρίου
σαν του Dirac
αφού
η εξίσωση Dirac
η βελτιωμένη της Klein-Gordon
δεν μπορεί να σταθεί ως
μονοσωματιδιακή θεωρία.
Θα πρέπει να ερμηνευτεί ως μια θεωρία
με μεταβλητό αριθμό σωμάτων ή αντισωμάτων
σωματιδίων ή αντισωματιδίων
ώστε να υπάρχει η δυνατότητα
δημιουργίας
ή
καταστροφής τους.
Έτσι,
για ένα ελεύθερο σώμα
αφού οι καταστάσεις αρνητικής ενέργειας δεν μπορούν να αποκλειστούν
μ’ εξορκισμούς, αφορισμούς επιβολές και άλλα κομπλεξικά διοικητικά μέτρα
θα πρέπει  να εμποδιστεί σ’ αυτές η πρόσβαση με την αρχή του Pauli.
…Τώρα βλέπετε κι από την ανάποδη,
πάλι
σώματα ή σωματίδια
αρνητικών ενεργειών
μπορούν να μεταπηδήσουν στις θετικές
αρκεί να τους δοθεί
ή κατάλληλη ώθηση
υπό μορφή
ακτίνων…
γάμα…

Αχ και συ τραγοπόδαρε πειραγμένε
θεέ της παρακίνησης των αλμάτων
των τριβών του ίδιου spin
θεέ του συναπαντήματος
πάλι γελάς
…και προσπαθώ να κοιτάξω μια πονηρή σκέψη σε σας
ξαφνική αδιαφορία ανακατωμένη μ’ έξαψη…
την ώρα που χαμογελάτε ανέμελα κι ο λαιμός σας είναι τεταμένος
χαμένος ανάμεσα στα μαλλιά σας
ιδρωμένος και φρέσκο χώμα μετά τη βροχή
ζωτικός και πηγαίος από τους ήχους των χειλιών σας
που αυτοδαγκώνονται
που διογκώνονται
που ξεχειλίζουν

Φ) Δίσιγμα

    α) Ο καταραμένος Ποιητής (για την υπέροχη αηδία που εκφράζει ο αξιότιμος κος Ρούβαλης)

Μεγάλη τέχνη στο παράθυρο
με το ταυτόχρονο χάος έναν έρωτα
και στη μορφή όπου αβάσταχτο το θνητό
μνημείο για τον επερχόμενο επισκέπτη.
Μεγάλη τέχνη στο κεφαλόσκαλο
κι ασυγκράτητη ορμή στο πρώτο σκαλοπάτι
που ξεπροβάλλεις το δοσμένο αισθητικό
μέσα από το ουρλιαχτό ενός ταμπού.
Μεγάλη Τέχνη στο ασυγύριστο δωμάτιο
την τέχνη όπως την εννοώ έναν εχθρό
μια επιφάνεια απ’ όπου η αντανάκλαση μου
ένα διασκεδαστικό έκτρωμα για να περνώ την ώρα
Μεγάλη τέχνη σ’ ένα θάνατο
βεβαιωμένος από τη διάθεση που με προστάζει η Κυβέλη
μπορώ να ξεριζωθώ  μ’ οποιοδήποτε τρόπο
κι ακόμα Ποίηση να κάμνω.
Μεγάλη τέχνη στη ζωή
και τι πρέπει να σκέπτομαι σ’ ένα πλήθος από όντα
που με μια απεριόριστη αίσθηση προσδοκίας
το 70% του πληθυσμού του σκυλοβαριέται
Μεγάλη τέχνη στη δειλία
και μεγάλη τέχνη στην ικανότητα
μεγάλη τέχνη στο τελετουργικό
και μεγάλη τέχνη στων ηδονών πυρήνα
Την απόρρητη οντολογία επικαλούμαι
για σένα που γονατίζεις στα traditio και στα auctoritas
πως μέσα σου φωλιάζει η σύναξις των ζώων κι η ενσάρκωση
η βουτιά στην κορύφωση τ’ απογειωμένου φαντασιακού.
Καταραμένος είναι ο Ποιητής π’ ελευθερώνεται από τη ματιά σου
καταραμένος κι ο Ποιητής π’ ελευθερώνεται από την προσδοκία σου
καταραμένος είναι ο Ποιητής  που την Ποίηση ποτέ δεν τη φέρνει στα μέτρα σου
και μιλώντας για μέτρα
Καταραμένος είναι εκείνος που λίγο πριν αποχωρήσει
φρόντισε για κάτι Βερλαίν σαν του λόγου σου με το να πάρει μέτρα για τον ποιητικό τους λάκκο

γιατί εκείνος που λένε πως είναι τρελός, δεν πάει στα καλά του, αυτός ο καταραμένος που μπορεί να κόβει τον αισθησιασμό της ρίμας στη μέση και να σ’ αφήνει σύξυλο, εκείνος που παύει τον ρυθμό για να καταβυθιστεί σε μια άνευ όρων θέσμιση της ποίησης από εξωτικά σπέρματα αλλόκοτων λόγων που διαδικάζουν στα φάλτσα σου παράπονα την ίδια του την παρουσία μέσα σε μια ιδιοφυή γενναιότητα, είναι ο καταραμένος ποιητής

εκείνος που αυτοκτόνησε μιαν ανυπολόγιστη νύχτα από ουρλιάζουσες Ηριγόνες
εκείνος που ψωμολυσσάει μέσα σ’ ένα γιαπί από χαρούμενες φαντασιώσεις
εκείνος ο αλλόκοτος δανδής που στο κέντρο της δεξίωσης προκαλεί τον πρέσβη σε ξιφομαχία- όποιος χύσει πρώτος τη σαμπάνια χωρίς να τρυπηθεί χάνει-
εκείνος ο μανιακός του μύθου των bar  που εισβάλλει σαν γιγαντιαίος κισσοστεφής φαλλός μέσα στο πλήθος κι εκσπερματώνει στο φαντασιακό των οργίων μια δροσερή διχαλωτή γνώση από απροσδιοριστίες ,ελευθερίες και γονιμότητες χωρίς να πει κουβέντα
εκείνος ο ατζαμής παρείσακτος που όλο μάχεται και τυραννιέται σε βρυχηθμούς από περιπλάνηση
εκείνος που έπιασε το σκάκι και το έκανε γεωμετρική δαντέλα από μηνύματα προφητικών τριγμών
εκείνος που γκρέμισε τους φραγμούς των παραδόπιστων και των ξεγελασμένων από μια σιωπηλή και ύπουλη συνήθεια της ιστορικής σου νωθρότητας και σου ξεσηκώνει κύτταρο ηλιογέννητο πρωτογενές
εκείνος που διδάχθηκε την κατάρα
καταραμένος να είναι
και φυσικά το προχώρησε πολύ πιο πέρα από την χριστιανική σου ορολογία της νεύρωσης.
Καταραμένος Ποιητής φίλτατε, είναι η δημιουργική λαμπρότητα
εκείνος που χώνει την πένα του μέσα σε κάθε τρύπα
χωρίς να διστάζει.

    β) κοντύτερα του Rimbaud

Κοιτώντας το πρόσωπό σου
περιέχομαι μέσα ολόκληρος  σε μορφή σταγόνων νοσταλγίας
ο δρόμος μου είναι μια ιδιαίτερη μομφή ενάντια στον πόνο
κι όταν σε κοιτώ χαίρομαι
κι όταν θα σε κοιτάξω θα λυπηθώ
καταδικασμένος να κρύβομαι από όλα τα χάδια που σκάλισε ο χρόνος στο δέρμα σου, ορμή ένας γεννήτορας στον χώρο των μετατοπίσεων.
ΚΙ όταν καμιά φορά νυχτώνει απότομα
έχω φτιάξει μια γιορτή για την ομορφιά (σου)
ο ουρανός χαμηλώνει και τα δέντρα σκύβουν
το ποτάμι ξεχειλίζει και η καρδιά γιγαντώνεται
το μεγάλο σύννεφο απλώνεται ξαφνικά από πάνω μου
και η έναστρη νύχτα είναι μια νύχτα μέσα μου.

    γ) Τρίτο νωχελικό- μακρύτερα του Rimbaud

Δεν χρειάζεται να σε στύψει ο Βερλαίν για να δικαιωθείς
ούτε ο Βίκτωρας Γκασέ για να σου στρίψει η βίδα
δεν είναι αναγκαίο να κόψεις μάτι χέρι ή αυτί για να πάρει μορφή το αίμα
ούτε να πάψεις να σκέφτεσαι με ημερολόγια καταστρώματος  για να γίνεις πιο πειστικός- κράτα την ουρά του κομήτη σου σφιχτά κι αυτή θα σε πάει
ξέρει τι κάνει
σε πάει
σε πάει
και ξαφνικά φρενάρει σε μια στροφή και κάπου σε ρίχνει
σ’ ένα τσούρμο από άξεστους ηλιθίους
ή σ’ ένα δώμα από φαφλατάδες ανιστόρητους
κι εσύ μένεις εκεί να βουλιάζεις
με την υπέρλεπτη υφή ν’ ανεμίζει πληγές

 δ) Ποιητής- Ελεύθερος Σκοπευτής

Αγαπητοί μου Rimbaud, με κείνη τη σιωπή και με τούτη τη φυγή
κάνατε τη ζωή ορισμένων ανίκανων για ποίηση πολύ πιο εύκολη
τους δώσατε βήμα να μας μιλούν και να μιλούν στο ψυχικό μας
τους δώσατε τρόπο με τις ερήμους του Σουδάν
τους παραδώσατε τ’ άσυλα μας
τους δώσατε δικαίωμα να παραπονιούνται στη θεά της γοητείας
και να την ικετεύουν
να δώσει λίγο από τη δύναμή της
στο ασήμαντο ύφος τους
να τους κάνει ν’ ακούγονται
και να χαράσσονται
στη καρδιά των άλλων.

Α Ν Α Σ Κ Ε Υ Η Κ Α Τ Α Ρ Α Μ Ε Ν Ω Ν Π Ο Ι Η Τ Ω Ν

πρώτη υπερπρηνιστική (ανταπόκριση από τη ζωντανή σιωπή)- 00.34μμ:

  “Αγάπη μου, είμαι σ’ ένα πανέμορφο πυκνό βουνό της Ρόδου από έλατα και πεύκα,
επικεφαλής μιας ενέδρας 4 ανδρών,
μεταμφιεσμένοι σε γη και σε ότι φυτό ή δέντρο μπορείς να φανταστείς.
Πρέπει να παραμείνουμε σε πειθαρχία ήχου και φωτός μέχρι τις 5 το πρωί.
Ζούμε 3 μέρες τώρα σ’ ένα λαγούμι 10 μέτρα κάτω από τη γη και μόνο όταν κάποιος έχει βάρδια ανεβαίνει πάνω και βλέπει λίγο ουρανό. Τώρα είναι η σειρά μου. Περιμένω τον εχθρό για να τον στείλω από κει που ήρθε. Αποστολή μας: να παραμείνουμε αόρατοι και να κρατήσουμε τη θέση μας. Αλλά τώρα, κάτι μικρούλη τόσο δα έσπασε μέσα μου. Μόλις πριν 15 λεπτά περίπου, σταμάτησε η βροχή, το χώμα ανάστατο μυρίζει ζωή, ο ουρανός είναι ξάστερος, απίστευτα λαμπερός, έχει φορέσει όλα του τ’ αστέρια και μου κλείνει το μάτι. Τα δέντρα ούτε που κουνιούνται, το ρυάκι εδώ δίπλα μου τραγουδάει, αν μπορούσες να το ακούσεις.

Παραμένω ακίνητος σαν ασήμαντος θάμνος εδώ και περίπου 2 1/2 ώρες. Τόσες ώρες σε σκέφτομαι, είτε στο χαλάζι, είτε στην ξάστερη τώρα νύχτα. Σκέφτομαι εκείνη τη γυναίκα που ποτέ δεν κατάφερα να γνωρίσω και που την έζησα για λίγες μόνο στιγμές σε κάποιο ευφάνταστο όνειρο ίσως-από κείνα που ξεγλιστρούν για λίγο-, αλλά που το χαμόγελό της είναι το ίδιο με τη γεύση που έχει όλο της το κορμί, όλο της το είναι. Είναι ο λόγος που είμαι εδώ  αυτή τη στιγμή, ακίνητος κι ανύπαρκτος. Είναι ο λόγος που πρέπει να είναι ελεύθερη.

Τώρα, ξανασκύβω πάνω από το σκόπευτρο
και το δάχτυλο αγκαλιάζει τη σκανδάλη.  ”

(δεύτερη υπερπρηνιστική): εκτός παρένθεσης

άνθος του κακού
κύριε αγαπητέ και η ματιά της θεάς επάνω σας να στρέφεται
εγώ είμαι ο αναρρυνύων
ο προερχόμενος από τη μήτρα των πολιτειακών πολιτισμών
κατ’ εσέ ο επ’ ονομαζόμενος και Σατανάς
Αν αφήσετε να κυλήσει ένα μικρό δάκρυ αίμα από τούτα τα ονόματα ιπτάμενο φτερωτό βρέφος σας είμαι και θεός και Έρως.
Εγώ είμαι η σπορά, η αμφισβήτηση, εγώ είμαι η διαλεκτική κι εγώ η ευτυχία, η επιτυχία κι η δύστυχη μοίρα.
Ο μαρασμός μας επάνω στο φιλί στην κτήση και στην κατάκτηση
η φευγαλέα τους είμαι μορφή κι η βορά και λήθαργος και προσμονή.
Εγώ είμαι ο καταστροφέας κι ο βεβηλωτής ο ανεπαίσθητος μέσα από το όραμα του στίχου όπως σου ρίχνομαι με Βασσαρίδες
υιοθετώ τα πάθη στις προεκτάσεις άλλων θεών και σέρνομαι μέσα στον λυγμό του τανγκό -όταν εκείνο το μεσημέρι γυμνός χόρευα πιστός με την ερωτευμένη πόρνη τιμώντας το σώμα που κάθε ρηχός συλλογισμός των φράσεών σας τα ανίκανα χέρια του απλώνει- κι ήταν το σαλόνι ανοιγμένο σε καναπέ κόκκινο αρπαγμένο
την τύχη που ενδίδει
για τ’ άσπρο άλογο όπως φυλακίζεις μέσα σε φοριοφόρα ίππων κελιά
από σκοτάδι π’ ονομάζεις λογοτεχνία ερευνών.
Για αυτό, καλώ λοιπόν εγώ σήμερα εδώ, στον τόπο που πάντα γελάει
όλες εκείνες τις ποιμενικές συνειδήσεις των θεϊκών αιδοίων
καλώ σήμερα όλες εκείνες τις πηγές που τάσσονται πάντα με το μέρος εκείνου του μοναχικού που πάντα βρίσκει τρόπο ν’ ακουστεί μέσα από το τίποτα και που το τίποτα κάνει μόδα για να λουστράρουν τα καημένα τους υποδήματα οι διευθυντές κι οι εντολοδόχοι της επιτετραμμένης Ποίησης
καλώ σήμερα εσένα που μέσα στο αίμα του πάλλει το νεύρο και τον πολιτισμό του αγριμιού που χάνεται μέσα στο πορφυρό μιας γυάλινης διαφάνειας καλόθυμων αναδιατυπώσεων του ωραίου
καλώ τα θέσμια της κοινότητας από την ίδια την κοινότητα, εκείνη τη διαδικασία που ονομάζουμε δημοκρατία και που αλλάζει μορφές ανάλογα με τις ανάγκες των εξεγερμένων, των αδικημένων, των ομορφότερων και των ερωτευμένων παιδιών
καλώ την περισυλλογή που γρηγορεί την ουσία και την μορφοποιεί ακινητοποιώντας την σε μια αιχμηρή κορύφωση από νοήματα και σάρκα
την κίνηση που μέσα στην ελευθερία των οργασμών ένα σώμα είναι πάντα μια μέθοδος προσδιορισμού της ειλικρίνειας
καλώ την πυξίδα του θηλυκού σώματος να μετασχηματιστεί σε κορμί από γυναίκα μάρμαρο καλώ όλες αυτές τις γυναίκες μάρμαρα, υπέροχα αγάλματα φτιαγμένα από ερωτισμούς- να τρέξουν και να σταθούν στις χαλασμένες σκεπές των Παρθενώνων ,να βαστήξουν το οικοδόμημα των συνεκτικών αντιθέσεων της Θεάς
καλώ σήμερα τις γυναίκες εκείνες που στέκονται πάνω από τα πονηρά χαμόγελα των ξεμωραμένων από απληστία κίναιδων της ηθικής
να πάψουνε τη πίστη στα δεδομένα των εξουσιών και να ταρακουνήσουν
να ταρακουνήσουν με σεισμούς και καταποντισμούς        με  όπλο τους την άσπονδη μορφή της σαγήνης
για να εμφανιστεί χωρίς εμπόδια κι ανερυθρίαστη στο αίτημά της
η ελευθερία που εξυπηρετεί μέσα στην Δημοκρατία των Θεών
την ίδια τη Δημοκρατία των Ανθρώπων.
Να, καλώ σήμερα τις Θράσσες να επιστρέψουν στον Ιεροφάντη τους
γιατί καλώ την αγυρτεία τη χοντροπετσιά και το άκομψο να υποταχθούν στο πνεύμα του πολιτισμού που δεν περιορίζει την πρωτογονική διέγερση κι επικαλούμαι τη δύναμη των δηλητήριων φαντασιώσεων τη σάρκα που ανδρώνει και που μέσα στην ευγένειά της δεν σέβεται κανέναν-αρκεί να με κοιτάξεις: κοίτα με!

Τώρα ξέρεις ποιος είμαι.

(Σπονδή από ένα βλέμμα γυναίκας- μάνας που δεν ξεχνά ποτέ τι κουβαλά

τι σέρνει ανάμεσα στα σκέλια της
και τι με την προσεχή αποδίδει στον σπαραγμό)
Πέρα απ’ το καλό και το κακό καλώ το γυμνό να επιστρέψει
προς την κορύφωση της πρέπουσας Κόρυς και του Συνίσταμαι
για την λατρεία του ίσταμαι
καλώ το Ασκληπιείο της Ψυχής που σιχάθηκε την ψυχολογία του Εσταυρωμένου ν’ αλείψει όλα τα σώματα με λάδι από λίπος τράγων
γιατί καλώ τους Απόλλωνες των εκπληκτικών φώτων διαυγείας να συνεργαστούν με το αιώνιο πέρα-δώθε των δημιουργικών αποπλανήσεων

Χ) 1600 χρόνια κουρασμένα καταπονημένα πόδια- Παράλληλοι ψίθυροι εκτός Ποιητικής ενταγμένοι στον Ποιητή

Οι  κακώσεις των μαλακών μορίων της ποδοκνημικής είναι πολύ συχνές στους αθλητές όπως επίσης και η απογοήτευση , όταν οι αθλητικές δραστηριότητες εξαιτίας του τραυματισμού θα πρέπει να μειωθούν ή να σταματήσουν για ένα διάστημα έως ότου ο τραυματισμός αποθεραπευτεί.

Στην περίπτωση αυτή ο άκρος πόδας έχει μία ιδιαιτερότητα. Πάνω σε αυτόν στηρίζεται και πάνω σε αυτόν φέρεται όλο το σώμα του αθλητή, έτσι οι φορτίσεις που διαβιβάζονται είναι πολλαπλάσιες του σωματικού βάρους και της επιτάχυνσης την οποία αναπτύσσει ο αθλητής. Συνεπώς έχουμε πολύ μεγαλύτερη καταπόνηση και μεταφορά δυνάμεων της ποδοκνημικής και του άκρου πόδα από τα άλλα μέρη του σώματος γεγονός που κάνει την αποκατάσταση πιο δύσκολη και την αποφόρτιση απαραίτητη.

 α) οξείες κακώσεις

Η ματιά του κόσμου που με αφορά είναι ο εαυτός μου. Για τούτο ποτέ δεν θα μπορούσα να σκοπώ τη δυνατότητα να βλέπω, ν αγγίζω ή να ελέγχω τα πάντα. Κοιτώ πάντα ότι πρόλαβα να κοιτάξω πριν εκείνο χαθεί στην επομένη στροφή του δρόμου. Αγγίζω πάντα ότι πρόλαβα  ν’ αγγίξω πριν εκείνο γίνει κάρβουνο στην επόμενη φωτιά. Ερμηνεύω πάντα ότι ακροθιγώς ψηλάφησα στα πρώτα μου χάδια προς τον κόσμο κι αυτό είναι ο δογματισμός μου προς την αξία της γονιμότητας, της μητρότητας και της διαδικασίας που την υποδεικνύει μέσα από λατρείες και είδωλα. Αυτό είναι που συνιστά τη μόνη εξουσία που ασκώ, την Ποίηση. Μικρή όμως κι αυτή, τόσο που καταντάει τιποτένια μπροστά στις προσδοκίες ενός εαυτού που υποκαθιστά το θεό, όχι τόσο σε μεταφυσικές δυνατότητες, όσο σε ψυχολογικές προεκτάσεις.

Υποφέρω από αυτή τη φριχτή αδολέσχια γιατί μέσα στους εξαντλητικούς πόνους της τυραννίας μου χωρούν όλες οι γυναίκες σ’ ένα όνειρο που τους απαγόρεψαν οι άντρες όχι να έχουν, αλλά να φέρουν και να θεσμίζουν. Όλες οι δεξιότητες και οι χαρές που οι γυναίκες μπορούν να προσφέρουν σ’ ολόκληρο το φάσμα των ψυχοσωματικών δυνατοτήτων είναι ένα όνειρο που ποτέ δεν θα φτάσω, ποτέ δεν θα ζήσω, αφού ζω κατεστραμμένες γιορτές, ημιτελείς ευτυχίες που μόλις και ξανανθίζουν μέσα από ερείπια και καμένες γαίες κορυφωμένων επιτευγμάτων.

β) χρόνια σύνδρομα

Χριστούγεννα
σαρακοστή
πάσχα (πέσαχ επί το αυθεντικότερο)
κοίμηση θεοτόκου όπερ σύλληψη θείου βρέφους, του θεανθρώπου, του υιού του Ανθρώπου τον μονογενή  μουνογενή που κατήλθε κατ’ εντολή του Παντοκράτορα ώστε να βιώσει το ανθρώπινο πάθος σε θνητό σώμα: συλλογισμός,  15 Αυγουστιάτικες μέρες, Σεπτέμβριος, Οκτώβριος, Νοέμβριος, Δεκέμβριος παρά κάτι. Τελική σούμα 4 1/2 μήνες τοκετός.

Συμπέρασμα: Η παναγιά ήταν τούρμπο. Τα χριστούγεννα είναι τούρμπο κι η εμπειρική επιστήμη λέει βλακείες: ο άνθρωπος μπορεί να γεννήσει μέσα σε 4 1/2 μήνες. Εκτός αν θεωρείτε πως κοίμηση δεν σημαίνει κρεβάτωμα αλλά θάνατος. Ω, το θεωρείτε. Τι μιζέρια! Τι επίπλαστ’ ύπουλη μιζέρια!

γ) σύνδρομα από υπέρχρηση ή καταπόνηση

Επιδημιολογικά, οι κακώσεις του άκρου πόδα και της ποδοκνημικής μαζί αποτελούν το 31% του συνόλου των αθλητικών κακώσεων που συμβαίνουν στους αθλητές. Αναλυτικά μπορούμε να δούμε τα ποσοστά των κακώσεων του άκρου πόδα και της ποδοκνημικής σε κάποια από τα πιο γνωστά αθλήματα.

Η ορειβασία για παράδειγμα, καταπονεί δραματικά τα κάτω άκρα κι από τα πιο διαδεδομένα αθλήματα το μπάσκετ και το ποδόσφαιρο καταπονούν την ποδοκνημική   ιδιαίτερα οι αγώνες δρόμου και ο χορός, τον άκρο πόδα περισσότερο.

Οι αιτιολογικοί παράγοντες που δυνητικά μπορούν να οδηγήσουν στον τραυματισμό του αθλητή στον άκρο πόδα και την ποδοκνημική είναι αρκετοί και αυτοί είναι:

α) οι εμβιομηχανικές παραλλαγές και ανωμαλίες στον άκρο πόδα και την ποδοκνημική. Μία βλαισοπλατυποδία ή κάποιος ελαφρός υπερπρηνισμός του άκρου πόδα που στον φυσιολογικό πληθυσμό δεν έχουμε παθολογική κλινική εκδήλωση σε ένα αθλητή του στίβου κυρίως μπορεί να οδηγήσει σε υπερδιάταση του αχίλλειου τένοντα και του οπισθίου κνημιαίου με αποτέλεσμα τενοντίτιδες, τενοντοελυτρίτιδες ή και ρήξεις των παραπάνω τενόντων.

β) Ελαστικότητα, έλλειψη ελαστικότητας κυρίως στην ποδοκνημική με αδυναμία πλήρους ραχιαίας κάμψης μπορεί να οδηγήσει σε επίμονο άλγος στον πρόσθιο πόδα και δημιουργία πρόσθιων οστεοφύτων με αποτέλεσμα περισσότερο περιορισμό της κίνησης. Σκιέρ και δρομείς είναι οι περισσότερο ευάλωτοι σε τέτοια σύνδρομα. Η υπερελαστικότητα μπορεί και αυτή να οδηγήσει σε δυσάρεστες καταστάσεις όπως συχνά διαστρέμματα και εξαρθρώματα.

γ) Η μυϊκή ισχύς παίζει σπουδαίο ρόλο στις κακώσεις του άκρου πόδα. Είναι γνωστό ότι αθλητές με αδύναμους περονιαίους τένοντες είναι πολύ πιο επιρρεπείς σε διαστρέμματα, βέβαια τα περισσότερα προβλήματα δημιουργούνται από τις μυϊκές ανισορροπίες.

δ) Υπόδηση και ορθωτικά πέλματα.

Η ροπή που δημιουργεί το σώμα μας στο πέλμα του αθλητικού υποδήματος είναι ένας πολύ σημαντικός παράγοντας που μπορεί να οδηγήσει σε τραυματισμό, όπως επίσης και η σωστή εφαρμογή του, η ποιότητα του υλικού από το οποίο είναι κατασκευασμένο και η ανατομία του είναι παράγοντες που μπορούν να οδηγήσουν ή να προλάβουν ένα τραυματισμό. Τα ορθοπεδικά πέλματα ειδικά κατασκευασμένα για τις ανάγκες του κάθε αθλητή ξεχωριστά. Έρχονται να διορθώσουν τις ανατομικές παραλλαγές και να προσφέρουν στήριξη της ποδικής καμάρας και αποφόρτιση όπου είναι απαραίτητο έπειτα από την διάγνωση που θα κάνει ειδικός Ορθοπεδικός για το που και πως χρειάζεται παρέμβαση με ειδικό πέλμα ώστε είτε να προλάβουμε μία κάκωση είτε να αυξήσουμε επιδόσεις.
Γήπεδα και ειδικότερα οι επιφάνειες στις οποίες πάνω παίζεται το κάθε άθλημα. Αυτές είναι υπεύθυνες για σύνδρομα και τραυματισμούς από καταπόνηση κυρίως σκληρές και ανένδοτες επιφάνειες, επιφάνειες με έστω μικρές ανισορροπίες  οδηγούν σε διαστρέμματα καταπόνηση της υπαστραγαλικής άρθρωσης και χρόνιες αστάθειες. Υπάρχει η κλασσική μελέτη των κάποιων ευγενώνν κυριών κυρίων Mueller και Blyth για τους τραυματισμούς σε κολέγια των Η.Π.Α. η οποία έδειξε μείωση σε ποσοστό 30% των αθλητικών κακώσεων στις ίδιες ομάδες αθλητών μετά από σωστή διαμόρφωση και διατήρηση του χλοοτάπητα των γηπέδων. Ας προσέξουμε τον χλοοτάπητα των γηπέδων λοιπών.

(Κι )Ας εξετάσουμε τώρα μερικές από τις πιο συχνές κακώσεις του άκρου πόδα και της ποδοκνημικής. Τα διαστρέμματα είναι οι πιο συχνές κακώσεις της ποδοκνημικής και ο όρος σημαίνει τη διάταση ή ρήξη κάποιου ή κάποιων από τους συνδέσμους που συνδέουν τα οστά γύρω από ην άρθρωση της ποδοκνημικής. Αποτελούν το 15% όλων των αθλητικών κακώσεων, στο μπάσκετ αποτελούν το 42% του συνόλου των κακώσεων που συμβαίνουν στους αθλητές του μπάσκετ.

Η συνδεσμική υποστήριξη της ποδοκνημικής αποτελείται από τέσσερις ανατομικές ομάδες, τους συνδέσμους του έξω διαμερίσματος , δηλαδή τον πρόσθιο αστραγαλοπερονιαίο, τον πτερνοπερονιαίο, και τον οπίσθιο αστραγαλοπερονιαίο. Τους έξω συνδέσμους της υπαστραγαλικής , δηλ. τον αυχενικό και τον έξω αστραγαλοπτερνικό, τους συνδέσμους του έσω διαμερίσματος που είναι ο δελτοειδής σύνδεσμος  με την εν τω βάθη και την επιφανειακή μοίρα του. Τέλος έχουμε και τους κνημοπερονιαίους μεσόστεους συνδέσμους, τον πρόσθιο και τον οπίσθιο.

Ο έξω καθεκτικός σύνδεσμος συμβάλλει και αυτός σημαντικά στην περαιτέρω σταθεροποίηση της ποδοκνημικής. Τα πιο συχνά διαστρέμματα είναι αυτά του έξω διαμερίσματος και ο συνήθης μηχανισμός είναι βίαια  πελματιαία κάμψη και έσω στροφή της ποδοκνημικής σε σχέση με το υπόλοιπο σώμα. Ο σύνδεσμος ο οποίος βλάπτεται κυρίως είναι ο πρόσθιος αστραγαλοπερονιαίος και κατόπιν ο πτερνοπερονιαίος.  Με την ποδοκνημική σε ραχιαία κάμψη και έξω στροφή είναι συνήθως ο πτερνοπερονιαίος  και οι σύνδεσμοι της υπαστραγαλικής οι οποίοι βλάπτονται.

Κλινικά, ο ασθενής αναφέρει ένα αίσθημα σαν κάτι «να σπάει» ή «να σκίζεται» στην έξω πλευρά της ποδοκνημικής, η οποία γίνεται αμέσως οιδηματώδης, ευαίσθητη στην πλήξη και στη φόρτιση με συνοδές εκχυμώσεις της γύρω περιοχής.  Είναι βασικό να αναγνωρίσουμε τον μηχανισμό της κάκωσης και άσχετα με τη σοβαρότητα του διαστρέμματος  θα πρέπει να γίνεται πάντα ακτινολογικός έλεγχος.

Ως προς τη θεραπεία των διαστρεμμάτων οι απόψεις διίστανται.  Τα τελευταία χρόνια στα μεγαλύτερα κέντρα θεραπείας αθλητικών κακώσεων των κάτω άκρων η αρχική αντιμετώπιση ανεξάρτητα με τη βαρύτητα του διαστρέμματος είναι συντηρητική.  Αυτή συνίσταται τις πρώτες μέρες σε ανάπαυση, ψυχρά επιθέματα , ανάρροπη θέση του σκέλους και τοποθέτηση λειτουργικού νάρθηκα, και συνεχίζουμε με πρώιμη λειτουργική αποκατάσταση στην οποία θα πρέπει να δίνεται έμφαση στην ενδυνάμωση των έσω στροφέων με την ποδοκνημική σε πελματιαία κάμψη.  Το 90% των αθλητών όλων των τύπων των διαστρεμμάτων θα αποθεραπευθεί πλήρως συντηρητικά.  Από το υπόλοιπο 10% , το 2-3% θα παρουσιάσει αστάθεια της ποδοκνημικής ή της υπαστραγαλικής.  Στο άλλο 7% συνυπάρχουν συνοδές βλάβες όπως τενοντίτιδες και εξαρθρήματα των περονιαίων τενόντων που απλά επιμηκύνουν το χρόνο της αποκατάστασης.

Η χρόνια αστάθεια της ποδοκνημικής μπορεί να περιγραφεί από τον αθλητή ως επαναλαμβανόμενα επεισόδια μιας άρθρωσης που συστρέφεται εύκολα, δεν έχει μηχανική σταθερότητα και δίνει το αίσθημα της χαλαρότητας.  Υπάρχει ιστορικό επαναλαμβανόμενων διαστρεμμάτων και ανατομικά υπάρχει διάταση ή ρήξη των συνδέσμων του έξω διαμερίσματος της ποδοκνημικής και της υπαστραγαλικής.  Η αστάθεια της ποδοκνημικής μπορεί να διαπιστωθεί κλινικά και ακτινολογικά με τρεις δοκιμασίες.  Το πρόσθιο συρταροειδές, το στρες ραιβότητας και το τεστ της πλάγιας έξω εισρόφησης (μόνο κλινικό).  Οι δοκιμασίες πάντοτε θα πρέπει να γίνονται σε συνάρτηση με την αντίστοιχη ποδοκνημική.

Στη θεραπεία εδώ, έχει θέση η χειρουργική. Δύο είναι οι κύριες χειρουργικές τεχνικές που χρησιμοποιούνται σήμερα:  πρώτη είναι η τροποποιημένη Brostrom τεχνική στην οποία έχουμε άμεση διόρθωση και συρραφή του πρόσθιου αστραγαλοπερονιαίου και του πτερνοπερονιαίου και ενίσχυση της συρραφής με τον έξω καθεκτικό σύνδεσμο ο οποίος ενισχύει τη συρραφή και σταθεροποιεί την άρθρωση.  Είναι μέθοδος η οποία χρησιμοποιείται κυρίως σε χορευτές και γυμναστές οι οποίοι θέλουν πλήρες εύρος κίνησης.

Η τεχνική Chrisman- Snook είναι ιδιαίτερα χρήσιμη σε βαρείς αθλητές, όπως οι παίχτες του αμερικάνικου ποδοσφαίρου και καλαθοσφαιριστές, στους οποίους η συνδεσμική σταθερότητα και ενίσχυση της ποδοκνημικής παίζει μεγαλύτερο ρόλο από την ευλυγισία. Χρησιμοποιείται επίσης σε αθλητές με αδύνατους περονιαίους. Στην τεχνική αυτή το πρόσθιο μισό του βραχέως περονιαίου παρασκευάζεται και διεκβάλλεται κατά τέτοιο τρόπο ώστε να υποκαταστήσει τους πρόσθιο αστραγαλοπερονιαίο και πτερνοπερονιαίο συνδέσμους.

Μόνο την τελευταία δεκαετία αρχίσαμε να ξεχωρίζουμε ως κλινική οντότητα την αστάθεια της υπαστραγαλικής.  Είναι δύσκολο να διακρίνουμε τα συμπτώματα μεταξύ αυτής και της ποδοκνημικής.  Στην περιοχή του ταρσιαίου κόλπου καθώς και συμπτώματα χρόνιας αστάθειας της ποδοκνημικής χωρίς σημαντικό πρόσθιο συρταροειδές ή στρες ραιβότητας είναι παθογνωμονικά. Ακτινολογικά, η πλάγια λήψη Broden υπό στρες μπορεί να αποκαλύψει υπεξάρθρημα της υπαστραγαλικής. Θεραπευτικά η ενίσχυση των έξω στροφέων και των περονιαίων είναι χρήσιμη. Χειρουργικά έχει θέση και εδώ η τεχνική Chrisman- Snook.

Οι κακώσεις των περονιαίων τενόντων είναι επίσης συχνές.  Οι τένοντες αυτοί, ο μακρός και ο βραχύς, περνούν πίσω από το έξω σφυρό μέσα σε ένα ινοελαστικό κανάλι. Συγκεκριμένα οι τραυματισμοί που μπορούν να συμβούν είναι: το οξύ εξάρθρημα των περονιαίων τενόντων . Αυτό συμβαίνει όταν έχουμε βίαια σύσπαση των τενόντων με τον άκρο πόδα σε ραχιαία κάμψη ή έξω στροφή. Πολύ συχνό στις κακώσεις με χιονοπέδιλα. Εδώ έχει θέση η χειρουργική θεραπεία που περιλαμβάνει ανάταξη των τενόντων και  ενισχυτική ραφή του ινοελαστικού υμένα.

Το οξύ εξάρθρωμα μπορεί να μεταπέσει σε χρόνιο καθ’ έξιν εξάρθρωμα των περονιαίων τενόντων αν δεν θεραπευθεί σωστά.  Ο ασθενής είναι δυνατό να εξαρθρώσει από μόνος του  τους τένοντες, υπάρχει αστάθεια με πόνο στην οπίσθια έξω πλευρά της ποδοκνημικής.  Η χειρουργική θεραπεία έχει και εδώ θέση, η οποία συνίσταται σε εμβάθυνση του καναλιού των περονιαίων πίσω από το έξω σφυρό, ο ινοελαστικός υμένας έχει εκφυλιστεί και δεν υπάρχει, οπότε αντικαθίσταται από τον έξω καθεκτικό σύνδεσμο αφού τον κινητοποιήσουμε και τον καθηλώσουμε πίσω και έξω του έξω σφυρού.

Η τενοντίτιδα και τενοντοελυτρίτιδα των περονιαίων είναι πιο συχνές σε αθλητές μεγαλύτερης ηλικίας.  Η ρήξη είναι πολύ σπάνια.  Η οξεία τενοντίτιδα ανταποκρίνεται καλά στην ανάπαυση, στα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα, και στην κινητοποίηση με λειτουργικό νάρθηκα.  Αν η οξεία τενοντίτιδα μεταπέσει σε χρόνια εκφυλιστική τότε θα χρειαστεί χειρουργική αφαίρεση του εκφυλισμένου ή νεκρωμένου τμήματος του τένοντα και πιθανή τενοντόδεση.

Η δυσλειτουργία και οι κακώσεις του αχίλλειου τένοντα συμβαίνουν κυρίως σε δύο ομάδες αθλητών.  Η πρώτη ομάδα αθλητών είναι ηλικίας 35-50 ετών , είναι ερασιτέχνες και κυρίως αθλητές του Σαββατοκύριακου.

Η δεύτερη ομάδα είναι νεαροί αθλητές υψηλού επιπέδου οι οποίοι συνήθως πριν τη ρήξη αναπτύσσουν πρόδρομα συμπτώματα τενοντίτιδας του αχιλλείου.  Το 75% των ρήξεων συμβαίνουν σε άρρενες αθλητές ηλικίας 30-40 ετών.  Είναι κυρίως δρομείς μεγάλων αποστάσεων και τενίστες.  Τενοντίτιδα του αχιλλείου ονομάζουμε την άσηπτη φλεγμονή του τένοντα αν συνυπάρχει βλάβη του υμένα ή του παρατένοντα τότε έχουμε τενοντουμενίτιδα.  Πολλές φορές φλεγμαίνει ο θύλακος( bursa) ο οποίος βρίσκεται στο πίσω και άνω μέρος της πτέρνης, μεταξύ της κατάφυσης του αχιλλείου και της πτέρνης οπότε μπορούμε να έχουμε οπισθοπτερνιαία θυλακίτιδα. Αυτή μπορεί να εξελιχθεί στο σύνδρομο Haglood με σταδιακή αποκόλληση   η επιμήκυνση του οπίσθιου άνω τμήματος της πτέρνης.  Εμβιομηχανικά, ένας παράγοντας που μπορεί να οδηγήσει σε τενοντίτιδα ή ρήξη του αχιλλείου (βλέπε δωμάτιο 336 ξενοδοχείο Αχίλλειο, Λάρισα), αν συνυπάρχει βέβαια με άλλους παράγοντες, είναι ο υπερπρηνισμός του άκρου πόδα και η σύσπαση του συμπλέγματος γαστροκνήμιου και υποκνημίδιου.

Η θεραπεία της τενοντίτιδας και τενοντουμενίτιδας του αχιλλείου είναι κυρίως συντηρητική και συνίσταται κυρίως σε ακινητοποίηση με λειτουργικό κηδεμόνα ποδοκνημικής και μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη. Όταν υποχωρήσει η οξεία φλεγμονή συνεχίζουμε με ασκήσεις διατάσεως και ενίσχυση του αχίλλειου και του γαστροκνήμιου, χρήση ορθοπεδικών πελμάτων που ελέγχουν τον υπερπρηνισμό και ανυψωτικά ένθετα του οπίσθιου πόδα.  Από αθλητικές δραστηριότητες ενδείκνυται το κολύμπι και το ποδήλατο. Αντενδείκνυται αυστηρά η θεραπεία με ενέσεις κορτικοστεροειδών. Σε περίπτωση εμμονής των ενοχλημάτων η χειρουργική θεραπεία έχει θέση η   οποία συνίσταται σε αφαίρεση του φλεγμένοντα τενοντώδη ιστού καθώς και του παρατένοντα και επιμελή επιμήκη συρραφή του τένοντα. Οι αθλητές είναι έτοιμοι να επανέλθουν σταδιακά στις δραστηριότητές τους σε ένα μήνα. Η οπισθοπτερνιαία θυλακίτιδα και το σύνδρομο Haglood δεν ανταποκρίνονται καλά στη συντηρητική θεραπεία. Θεραπεία εκλογής είναι η αφαίρεση του θυλάκου καθώς και της οπίσθιας άνω απόφυσης της πτέρνας η οποία κατά την ραχιαία κάμψη της ποδοκνημικής τρίβεται στην έσω επιφάνεια του αχίλλειου τένοντα.

Στην ρήξη του αχιλλείου τένοντα δεν έχει θέση η συντηρητική θεραπεία. Η θεραπεία εκλογής είναι η τελικοτελική ενισχυτική συρραφή με κλειδωμένο ράμμα. Σε περίπτωση εκφυλιστικών αλλοιώσεων όπου θα χρειασθεί αποκοπή του τμήματος του εκφυλισμένου τένοντα θα πρέπει να γίνει ενίσχυση με τενοντομεταφορά του μακρού εκτείνοντα το μέγα δάκτυλο. Ο αθλητής επιστρέφει στο γήπεδο στους 3,5 μήνες αρχίζοντας προοδευτική ενδυνάμωση και είναι έτοιμος στους 5 με 6 μήνες.

Αυτές είναι σε γενικές γραμμές μερικές από τις σημαντικότερες αθλητικές κακώσεις της ποδοκνημικής σε μια απλή αναφορά μόνο. Κάθε μια από αυτές αποτελεί κλινική οντότητα που χρειάζεται περισσότερη μελέτη και έχει πάρα πολλές παραμέτρους. Και πριν κάποιος αναφωνάξει πως τον πρώτο λόγο και πάλι έχει η ποίηση, γιατί να μην διαπιστώσω στο εμείς πως

 όλοι οι ρεαλισμοί, οι ασχολίες κι οι λεπτομέρειες των πράξεών σας
απηχούν σε μια ρίζα πρωτόλειου,
την Ποίηση.
Ακόμα ρωτάτε τι είναι Ποίηση?

Ψ) Παρά τον Ευγένιο

Οι Θεοί κατοικούν σ’ ένα τετραγωνικό χιλιοστό μίλι φαντασίας
οι αριθμοί liberte γράφονται ανορθόγραφα και κάθε φορά που κάνει σεισμό έρχομαι πιο μέσα σου
Τότε ξεκινώ σαν ρήγμα χώματος ή χαράδρας
με τον εραλδικό πυρετό που βάζεις να καίει στο κούτελό μου
εστία.
Σηκώνω τα μάτια να τον κοιτάξω
ξε-προ-βάλλεις τη μνημική φωτιά, φλόγες
ακινητοποιημένα ρινίσματα χάδια χεριών που μου έρχονται
πεδίο βέλη που δεν αστοχούν τη μουσική όσα γάντια κι αν φορέσουν.
Κλείνω τα μάτια και σε ελευθερώνω.
Κοιμάμαι και μυρίζεις υπέροχο το όνειρο στο σεντόνι μου.
Υπερέχεις κι από ένα κομμάτι ύφασμα
ακόμα κι από μία σταγόνα ιδρώτα.
Τούτη η απόσταση δίνει την ευκαιρία
να ζωγραφίσω και εγώ μια εκτεταμένη νότα.
Και το πιστεύω,
όταν φωνάζω σ’ αγαπώ
το ακούς σε κάθε πρόσωπο που σου χαμογελάει χωρίς να γνωρίζει το λόγο.
Αν είμαι ένα κομμάτι που αντιστέκεται στις πληγές του ρωτάς,
πως τα καταφέρνω κι εγώ δεν ξέρω, απλά
είτε ρωγμή χώματος
είτε χαράδρα
το σμίξιμο των απογοητεύσεων ήταν απλά ένας εκκεντρικός χειμώνας-
σαν τον κλέφτη αρουραίο που φιλοξενώ στο πέτρινο σπιτάκι παρά τη θέλησή μου
τον αντιπαθώ – μ’ αντιπαθεί
μου κρύβεται -του κρύβομαι
τον εκνευρίζει η μουσική που ακούω- μ’ εκνευρίζει που
όταν λείπω φωλιάζει στα σεντόνια μου,
κι όμως,
μόνο και μόνο για τη μνήμη σου
τη νοσταλγία που στο έλλειμμά σου, αποδίδω,
οι πιο όμορφες στιλάτες γυναίκες
κυλιούνται πάνω στα ψιλά αφοδεύματά του
χωρίς παράπονο

19, Σεπτεμβρίου , 2009 + 776 μ.π.ο. στο 4:56 μμ ·

Ω) Συνεκδοχικά Ρεύματα Κορυμβισμού επί Θεωρίας Υπερ-Χορδών-κλειστοί και ανοικτοί βρόχοι χορδών ή περί Φαίης Φις, Αρανίτση, Βέλτσου και Χρονά ιδωμένοι ως βρόχοι χορδών σε δεκαδιάστατους χώρους

ι) Χορδή Φαίη μπορεί και Φαίδρα στον δεκαδιάστατο (χώρο)

Η πόλις της Αλεξάνδρειας είναι πόλη ιερή. Όχι τόσο γιατί την ίδρυσε ο Αλέξανδρος τον οποίο και προσωπικά ο υποφαινόμενος σέβει μονάχα για την ανεξιθρησκία και το ήθος του, αλλά γιατί στην Αλεξάνδρεια ακόμα καίει ο καπνός της απώλειας των κειμένων που η σκέψη της γραμματείας των Γραικών είχε καταγραφεί ως αποτέλεσμα σημειολογικό της λέξης Ελ-λάς. Κι αν η πανάρχαια Πελασγική ρίζα έχει παραφθαρεί σε τέτοιο βαθμό που στα χέρια άξεστων τηλεπωλητών του ελληνισμού κατάντησε ένα φρικτό κι ειδεχθές πανόραμα ερμηνείας έξω από τα χρηστά όρια που η λέξη εννοεί, αυτό συμβαίνει για τον απλούστατο λόγο ότι κάθε προσπάθεια πνευματικής θεμελίωσης από εκείνους τους σύγχρονους που μιλούν τα ελληνικά ως μητρική τους γλώσσα, στην πλειονότητά τους, θεμελιώνουν πια επάνω στο πτώμα του ελληνισμού, όπως αυτός σύρθηκε παραβιάστηκε και δολοφονήθηκε από τι ορδές των φανατισμένων εξελληνισμένων εβραιοχριστιανών που με πρόσχημα της αμείλικτες διώξεις τους από τον άμυαλο και κοινωνικά αμόρφωτο Ρωμαίο Διοκλητιάνο βάλθηκαν να περατώσουν ως γνήσιοι συγγενείς μονοθεϊστές του Ιουδαϊσμού, τα ιστορικά απωθημένα τους ενάντια στην κουλτούρα της ελευθερίας και της ερωτικής γύμνιας. Το γεγονός ότι η λέξη  ελευθερία είναι σύνθετη είναι πασιφανές. Το ότι όμως η λέξη ελευθερία δεν παράγεται από δύο αλλά από τρία συνθετικά είναι λιγότερο γνωστό και για τα δειλά και εύθραυστα πνεύματα είναι περισσότερο ασύμφορο. Μπορεί όμως να αποδειχθεί σχετικά εύκολα αν κάποιος διαχωρίσει τη λέξη σε ελ σε ευ και σε θέρος ότι το πρόθεμα ελ δεν είναι πρόθεμα αλλά λέξη κι ότι σημαίνει κάτι και μάλιστα κάτι πάρα πολύ σπουδαίο. Τώρα μπορούμε να επιστρατεύσουμε τη θεωρία τελεστών. Σύμφωνα με τη θεωρία τελεστών (βλέπε μαθηματικά παραρτήματα κβαντικής μηχανικής), το θέρος ως τελευταίος συνθετικός παράγοντας της λέξης θα είναι η λέξη πάνω στην οποία θα δράσει η πρώτη από αριστερά της ως ευ-θέρος, κι αμέσως μετά η επόμενη από αριστερά  πάνω στο σώμα του εύ-θέρος με αποτέλεσμα το ελ-(ευ-θέρος). Όμως η λέξη ευ είναι γνωστή σε όλους και σημαίνει καλό, όπως και το θέρος είναι γνωστό και ιδιαίτερα στους έχοντες αγροτικές και γεωργικές μνήμες ή βιώματα και σημαίνει την εποχή του θερισμού όπου οι άνθρωποι κόβουν το στάχυ και γενικότερα τα σπαρτά τους. Είναι η εποχή του θερισμού, δηλαδή το καλοκαίρι, δηλαδή ο καλός καιρός. Συνεπώς σε άμεση συμφωνία προς τον τρόπο γραφής στη δύση, όπως γράφουμε από τα αριστερά προς τα δεξιά-κι αυτή είναι η αναπόσπαστη καταγωγή όποιου (αυτόματα) γράφει με αυτόν τον τρόπο, τότε, η λέξη ελ σαν δράση πάνω στο σώμα ευ-θέρος δεν έχει παρά να σημαίνει κάτι. Και σημαίνει κάτι πέρα από το τι σημαίνει το αποτέλεσμα της δράσης της, ελεύθερος.

Έχουμε λοιπόν φτάσει στο σημείο όπου έχουμε αποδείξει κατά το ελάχιστο ό,τι η “λέξη” ελ, είναι λέξη, και σημαίνει κάτι. Τότε λοιπόν δεν απομένει παρά να παρατηρήσουμε επίσημα πια ό, τι η λέξη Ελλάς είναι σύνθετη λέξη  γιατί περιέχει το ελ που αποδείξαμε τη σημασιολογική του αυθυπαρξία ως λέξης και άρα δεν απομένει παρά το να σημαίνει κάτι και κατά το υπόλοιπό του εαυτού της η εκφορά Λας.  Κατ’ απαίτηση τότε αποδείξαμε ότι και το Λας σημαίνει κάτι. Συνεκτικά τώρα, η λέξη Ελλάς αναλύθηκε στα όρια των κινήτρων και της ελευθερίας. Η λέξη ελ είναι λέξη και σημαίνει αναζητώ σε βάθος. Σημαίνει βάθος.

Τώρα δεν απομένει παρά να ρωτήσω, ποιοι είναι Έλληνες. Κι ονομάζω αυτήν την ερώτηση επακανονικοποίηση.

..Και  πάλλω τον κλειστό βρόχο Φαίη Φις. Εις υγείαν την υπερχορδή πρώτη.

ιι) χορδή Γ. Χρονάς στον δεκαδιάστατο χώρο

Με την εισαγωγή στον πολιτικό απερίσπαστο βίο κι ανάμεσα στα ζητήματα της φωτιάς όπου ο χαρακτήρας πυρακτώνεται και σταθεροποιείται όπως οι γλουτοί και τα λαγόνια κατά το μήκος των μηρών όπου θλίβονται τα αγρίμια κι εκπορεύονται οι απάθειες του σώματος που απέκτησε την οριστική μορφή της νεότητας λίγο πριν η χρονική φθορά αντικαταστήσει την περήφανη σφριγηλότητα του εύκαμπτου μυστηρίου στο απρόσιτο χαμόγελο, εκεί όπου νηφάλιοι και προσεκτικοί τις χλιαρές νύχτες από τα ψυχικά όργανα άσκησης μέσα σε διαλύματα από τέσσερις κινήσεις με δυο μέρη από σώμα και δυο από νου, σαν κι αυτά τα αντικείμενα που κανείς τα περιεργάζεται με την επικρέμαστη ακεραιότητα ενός σταφυλιού, έτσι κυκλοφορούν στις φλέβες μας ο θυμός και η πραότητα , η φιλότητα και το νείκος. Ακκιζομένος λοιπόν τις θεωρίες του Τόκβιλ ό, τι ο ατομικισμός είναι μια αδυναμία που ενισχύει τον κρατισμό, αν ο σκοπός είναι να επανέλθει ο άνθρωπος στην φρεσκάδα της ελευθερίας των Ελλήνων, κρατώ μονάχα τον σκοπό, να επανέλθει ο άνθρωπος στην δροσερή ελευθερία των Ελλήνων, μ’ όλη τη σημασία και όλη τη σπουδαιότητα των τρόπων με τους οποίους κανείς μπορεί να το πετύχει, γιατί τα πράγματα στη ζωή, του πώς κάποιος θα διαχειριστεί τον εαυτό του απέναντι στους άλλους δεν είναι έτσι και μόνο έτσι, αλλιώς η αρετή θα έχανε τον πολύτιμο της χαρακτήρα και η σπανιότητα θα εξέπιπτε  ως αξία στο επίπεδο μιας παραφθαρμένης γλωσσικής ανεπάρκειας κατά τον ίδιο τρόπο που τα χριστιανικά νοήματα όρισαν στην λέξη αγιότητα την εγκατάλειψη από την αναζήτηση στην διαφορετικότητα. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο ριγηλός ατομικισμός δεν οδηγεί στον δόλιο δεσποτισμό όπως πολύ σωστά ο Κλοντ Λεφόρ και ο Μαρσέλ Γκοσέ διέκριναν ως  προανάκρουσμα του ολοκληρωτισμού, κι ούτε ότι οι ιστορικοί της πολιτικής επιστήμης είναι οι μέντορες και οι ειδήμονες του πως πρέπει κανείς να είναι για να μην συμβεί αυτό που όλοι απεύχονται.

Όλοι στηρίζουν τον διακαή τους πόθο στην αρχή ευχαρίστησης, είτε επιθυμούν να δεινοπαθούν οι ίδιοι είτε οι άλλοι, αφού αντλούν τον σκοπό τους μέσα από το δικό τους σύστημα αξιών εκεί που υποκειμενισμός τους γαληνεύει από αυτό που επιζητά όπως κι αν οριστεί το ρήμα «ζητώ». Γιατί η ζήτηση σχετίζεται με την ευχαρίστηση ακόμα και στα όρια που η ζήτηση αρνιέται και την ελάχιστη προσφορά.

Ακόμα και το μηδέν δεν είναι τίποτα. Είναι κάτι. Ενδεικτικό μέτρο μιας παράστασης από ανίκανα, ή από δεμένα πισθάγκωνα χέρια, ενδεικτικό μέτρο ενός δυστυχή Βερλαίν ή ενός πανομοιότυπου γιατρού τύπου Γκασέ ή Παστάκα. Περιορίζουν τις βαθμίδες της έκφρασής τους κατά το αρεστό . Έτσι όπως το αποτέλεσμα περιέχει αρμονία μόνο όταν οι δαίμονες που κυλάνε στις φλέβες εξευμενίζονται, σαν να ατενίζεις την αίσθηση ενός υπέροχου πρωινού αφότου την προηγούμενη νύχτα ένα σωστό και άγριο μεθύσι προηγήθηκε .

..Και  πάλλω τον κλειστό βρόχο Χρονά. Εις υγεία την υπερχορδή δεύτερη.

 

ιιι) χορδή Βέλτσος στον δεκαδιάστατο χώρο

σ’ αρέσουν τα εκτρώματα κύριε Βέλτσο?
σ’ αρέσει ότι η αποδόμηση δημιουργεί αν αυτοκληθεί φιλοσοφία?
κοίταξε καλά μεσιέ κι αποδόμησε αυτό το σύστημα από πρόσκαιρους τυχοδιωκτικούς διαδότες
κοίταξε κύριε Βέλτσο την αποδομημένη σπορά της γενιάς σου:

1) Νέα Δημοκρατία (Κ. Καραμανλής), 2) Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Κίνημα (ΠΑ.ΣΟ.Κ.) (Γ. Παπανδρέου), 3) Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας (Α. Παπαρήγα), 4) Συνασπισμός Ριζοσπαστικής Αριστεράς (ΣΥΡΙΖΑ) (Α. Τσίπρας) , 5) Λαϊκός Ορθόδοξος Συναγερμός (ΛΑ.Ο.Σ.) (Γ. Καρατζαφέρης), 6) Οικολόγοι Πράσινοι (εκτελεστική επιτροπή, Ε. Ζώτου, Α. Λεμπέση, Ν. Χρυσόγελος, Ιωάννα Κοντούλη, Ι. Παρασκευόπουλος, Μιχ. Πετράκος), 7) Μαρξιστικό – Λενινιστικό Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδος (Αν. Παπαδόπουλος, Π. Κουφοβασίλης), 8 ) Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας (μαρξιστικό-λενινιστικό) (Γ. Κωνσταντόπουλος, Σ. Αγκούτογλου, Β. Σαμαράς, Η. Καμαρέτσος), 9) Εργατικό Επαναστατικό Κόμμα (ΕΕΚ Τροτσκιστές) (Σαμπετάι Μάτσας, Σάββας Μιχαήλ), 10) Δημοκρατική Αναγέννηση (Σ. Παπαθεμελής), 11) Ένωση Κεντρώων (Β. Λεβέντης), 12) Λαϊκός Σύνδεσμος – Χρυσή Αυγή (Ν. Μιχαλολιάκος), 13) Δημοσθένης Βεργής – Έλληνες Οικολόγοι (Δ. Βεργής), 14) Οικολόγοι Ελλάδας – Κ. Παπανικόλας – Πολιτική Κάθαρση (Κ. Παπανικόλας), 15) ΟΑΚΚΕ Οργάνωση για την Ανασυγκρότηση του ΚΚΕ (διοικούσα επιτροπή: Γ. Ζαφειρόπουλος, Δ. Γουρνάς), 16) Κοινωνία (Εμμ. Βολουδάκης), 17) Δημοκρατικοί (Μ. Μελετόπουλος), 18) Αντικαπιταλιστική Αριστερή Συνεργασία (ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α.) διοικούσα επιτροπή 12 ατόμων, 19) Ελληνικό Κίνημα Άμεσης Δημοκρατίας (Γ. Κόκκας), 20) Φως – Αλήθεια – Δικαιοσύνη (Κ. Μελισσουργός), 21) Μέλλον των Ελλήνων (Μ.Τ.Ε.) – Υπηρέτες του Ελληνικού Λαού (Υ.Τ.Ε.Λ.) (Ν. Σκοπελίτης), 22) Φίλοι του Ανθρώπου (Κ. Σταμούλης), 23) Περιφερειακή Αστική Ανάπτυξη (Π.Α.Α.) (Ν. Κολίτσης), 24) Νέα Ελληνική Δημοκρατία (Ν. Λάσκος), 25) Παλαιά Δημοκρατία (Α. Δασκαλόπουλος), 26) Καπνιστικές Ομάδες για την Τέχνη και την Εικαστική Συγκρότηση (Κ.Ο.Τ.Ε.Σ.) (Ν. Λούβρος), 27) Που είσαι Παπαδόπουλε – Κόμμα Ελλήνων Αλλοδαπών – Τρομοκρατείστε τους Τρομοκράτες (η αίτηση συμμετοχής κατατέθηκε χωρίς να έχει προηγηθεί ίδρυση κόμματος και χωρίς αρχηγό), 28) Χαρίζω Οικόπεδα, Χαρίζω Χρέη, Παναγροτικό Εργατικό Κίνημα Ελλάδος (ΠΑ.Ε.Κ.Ε.) (Μ. Τζαλαζίδης).

..Και  πάλλω τον κλειστό βρόχο Βέλτσο. Εις υγείαν την υπερχορδή τρίτη.

ιv)  Χορδή Αρανίτσης στον δεκαδιάστατο (χώρο)

Οιονεί τ’ αισθητικό απέναντι μας, με τη συμπλοκή του υποκειμένου όλοι οι μάρτυρες των επαναστατικών αναστατώσεων, και η εγγύηση ενός δυναμισμού υπεροχής σαν βεβαιότητα του πνεύματος έναντι της φύσης, και υπήρξαν βασικά λάθη από κοινού λένε, μα δεν τα παραδέχονται παρά σα λάθη στρατηγικής για να δικαιολογήσουν τη φθορά τους και την ολοένα και περισσότερο απώλεια της κοσμικής τους εξουσίας ως «ζωής και θανάτου» επάνω σε κάθε άπιστο, «αιρετικό» κι αντιφρονούντα, όπως τα λάθη εκείνης της γενικότερης ευρωπαϊκής νοοτροπίας-αλαζονείας, που βυθίστηκε  στη χρεωκοπία της φιλοδοξίας της και που ακόμα και σήμερα με εκείνον τον εγκληματικό μεσαιωνικό απόηχο ζει και διαμορφώνει τις πρακτικές που ετεροκαθορίζουν τα μέλη της, αντί εκείνα να συνδιαμορφώνουν την μεταξύ τους ένωση ομόσπονδα- όπως θα έπρεπε κανονικά, αν το πολυθεϊστικό διακύβευμα θα όριζε τότε, αν βέβαια είχε αφεθεί ελεύθερο μέσα στους αιώνες και δεν είχε ξεριζωθεί εκ θεμελίων από τους μεσόγειους όσο και ευρωπαϊκούς λαούς δια της βίας, έτσι δηλαδή όπως πολύτροπα αρέσει της φύσης να αναπτύσσεται από τόπο σε τόπο, κι είτε με το να επιβληθεί «μετά φόβο θεού» του «ενός και του μοναδικού και του αληθινού» σάμπως οι θεοί των άλλων δεν είναι αληθινοί και μοναδικοί, στη συνείδηση της γνώσης μέσω των διωκτικών της οργάνων η καθολική «εκκλησία» -κατά τις βυζαντινές δυναστείες το ίδιο πρώτη μάλιστα ακριβώς έπραξε άλλωστε και η ορθόδοξη ανατολική «εκκλησία» στην ελληνική διανόηση της εποχής της -που προσπαθούσε κρυφά και παράνομα κατά τη διάρκεια της Nova Roma να μαζέψει όσα ήταν κατορθωτό να περισωθούν μέσα στους 10 αιώνες διωγμού και καταστροφής στα αποκαΐδια των παραδόσεών της (βλέπε λόγου χάρη ανάμεσα στα τόσα παραδείγματα που έχουν αποκρύψει από την ιστορία, τον φιλόσοφο Ηραΐσκο που φονεύεται από τον «βυζαντινό» αυτοκράτορα Ζήνωνα επειδή διαφωνεί με τον χριστιανισμό ) , -είτε στον αντίποδα, η διαρκώς χειραγωγημένη από την ρασοφορία επιστήμη, που στις παρυφές των γνωσιολογικών της ερμηνειών νόμισε ότι θα μπορούσε να αντισταθμίσει εκείνη την επιταγή ηθικότητας που δέσποζε κυρίως από την χριστιανική «εκκλησία» συνολικά, ώστε να ταιριάζουν οπωσδήποτε οι ανακαλύψεις της πρώτης με τα δόγματα της δεύτερης. Και στις δυο περιπτώσεις, είτε ήταν ένας Νεύτωνας αυτός, είτε ένας (πολυθεϊστής παρεμπιπτόντως) Αριστοτέλης, φορέας αυτής της ενσάρκωσης που θα έπρεπε να εξάρει την υποχρεωτική σύμπλευση, εκείνοι- και κάθε εκείνοι, επιστήμονες ή φιλόσοφοι, εφόσον δεν μπορούσαν να απαλλαχθούν από αυτούς- και η αλήθεια είναι πως δεν θα μπορέσουν ποτέ, θα έπρεπε λοιπόν (κατά τη γνώμη του ιερατείου) να αποτελούσαν τους αντιπροσωπευτικότερους επίσημους διανοητικούς φορείς τους, ως δύο αντίπαλων γιγαντιαίων ρευμάτων-που από την κλίμακα ενός γενικευμένου παρόντος  στο απώτερο μέλλον, κάλλιστα θα μπορούσαν να φανούν (και ίσως το επέτυχαν ως ένα βαθμό) οι γνώμες τους, απόλυτα συμβατές και σχετισμένες μεταξύ τους, ως συναρτήσεις ίδιας εντέλει φύσης, αν μη τι άλλο ως προς τη χρήση κάτω από την οποία τους έθεσαν, οι ηθικοί αγκιτάτορες του ιερατείου, με την επικύρωση μιας αυτοκρατορικής σφραγίδας όπως πάντα βεβαίως, ώστε να άγουν και να φέρουν βιβλικά δήθεν, την πλάση.

Κι όμως, αυτοί οι δυο γίγαντες της διανόησης, που υφαρπαχτήκαν τεχνηέντως και υψώθηκαν ως τα επίσημα λάβαρα μιας επιστήμης που δικαιώνει την ομοιογενή ισοπέδωση της φύσης ως απλό πόρισμα του μονοθεϊσμού, και που πλέον φαίνεται σα να κομπάζουν ο ένας στην άγνοια του άλλου πως ορίζουν ολοκληρωτικά το είναι, ταπεινώνονται από μια γνωσιολογία της επιστήμης που μεταφέρει τον Αδάμ από το κέντρο του σύμπαντος (κοσμολογία, αστρονομικές παρατηρήσεις Γαλιλαίου) σε μια ασήμαντη γωνιά του κόσμου, τον Δαρβίνο, που δείχνει πως ο άνθρωπος κατάγεται από τον πίθηκο, έως και το έμβρυο του υπαρξισμού, την ψυχανάλυση που με τη σειρά της έδειξε πως ο άνθρωπος είναι ακόμα και ξένος με τον εαυτό του. Αλλά φυσικά ξεχνάμε ακόμη και εδώ, και αυτό είναι ενδεικτικό του σκοταδισμού που επικράτησε, το γεγονός, πως ακόμα και ο ίδιος ο Δαρβίνος, δεν κάνει τίποτα περισσότερο από το να επαναφέρει στο προσκήνιο – εν αγνοία του- και έτσι να επαναδιατυπώσει πιο μεστά αυτή τη φορά, τον φιλόσοφο Αναξίμανδρο από την Μίλητο, τον γιο του Πραξιάδου, που με έναν αινιγματικά θαυμάσιο συλλογισμό της εξέλιξης των ειδών, θεωρούσε πως η ζωή πρωτοεμφανίστηκε στο νερό, ως συνέπεια της θερμότητας, και πως τα πρώτα ζωντανά όντα γεννήθηκαν από την «ιλύ» της θάλασσας που αποξηράνθηκε από τον ήλιο και περιβαλλόταν από αγκαθωτό δέρμα και που όταν βγήκαν σε μέρος πιο ξηρό, το δέρμα τους άνοιξε και μπόρεσαν να συγκρατηθούν στο νέο είδος της χερσαίας ζωής. Ότι δηλαδή ο άνθρωπος γεννήθηκε από ζώα άλλων ειδών.

Τρία είναι λοιπόν τα ερωτήματα που προέκυψαν μέσα από διαφορετικούς επιστημονικούς κλάδους, αλλά στη γλώσσα της φιλοσοφίας όμως (συμπεριλαμβανομένου και της ιστορικότητας), συνοψίζονται στις τρεις θεμελιώδεις της προβληματικές: την ετερονομία, την αυτοαναφορά, την ταυτότητα.  Αλλά είναι στο αίμα της, η φιλοσοφία, ως πανάρχαιο δελφικό έθιμο των λασχετορίων, πάντα να διατηρεί την αλγεβρική υπόστασή της παράλληλα με την καλλιτεχνική της. Και στο βαθμό που η φιλοσοφία, τείνει στο όριο του μη παραστασιακού, έκπληκτοι πλέον οι άνθρωποι ανακαλύπτουν πως το όριο αυτό ήταν το ψευδές όριο της απόλυτης αλήθειας, ένας μονοθεϊσμός καταδικασμένος πια σε ρόλους αίρεσης.

Τα θεμέλια της πίστης έχουν κλονιστεί και η αβεβαιότητα μέσα από κύματα πιθανότητας αναδεικνύεται ως ζωτικό συστατικό των πραγμάτων. Κι αν ο Heisenberg  βάζει τα θεμέλια στα μαθηματικά της γνώσης, ο Goedel άθελά του αποδεικνύει την περιορισημότητα των ιδεών, ή μάλλον, τον αξιωματικό επαναπροσδιορισμό τους. Τα μαθηματικά δεν μπορούν να απαρτίσουν αυτάρκες και απαγωγικό σύστημα, άρα κάθε αλήθεια στο εφεξής νοείται ως μια τοπολογία πεπερασμένης ακτίνας. Σ’ όλο το μήκος αυτής της διανοητικής περιπέτειας, η θέση πιστεύω, αποκτά πιο πλήρη σημασία στο “μπορεί να πιστεύω” κι έτσι ανάμεσα στη βεβαιότητα και την πιθανότητα ο χρόνος νοείται ως φυσικό σύνορο με το αντίθετό της αντιπιθανότητας και της βεβαιότητάς της. Τα όρια του φυσικού χρόνου όμως, περιέχουν την ίδια ζωτική ασάφεια με την  ίδια σημασία που γοητευόμαστε όταν η αβεβαιότητα ως προς την γνώση των συζυγών μεταβλητών που σε άλλες περιπτώσεις θα μας περιέγραφαν με την αλαζονεία του 16-19 αιώνα κάθε φυσικό ή μεταφυσικό σύστημα, περιέχει την τεχνική ή την αποφασιστικότητα να αρέσει ( από την στιγμή που δεν την ενδιαφέρει να πείσει και να αποδείξει). Και ανάποδα, αν δεν μπορεί να αρέσει, αναπτύσσεται η θαυμάσια ικανότητα να υπολογίζει.

..Και  πάλλω τον κλειστό βρόχο Αρανίτση . Εις υγείαν την υπερχορδή  τέταρτη.

25, Ιανουαρίου , 2010 + 776 μ.π.ο. στο 7:57 πμ

 

 Ωα)  Αρνητική ημιορισμένη διγραμμική συμμετρική μορφή

«και το ολον του μερους μειζον εστιν, Ευκλειδης»

“βλέπει κανείς από τις σκέψεις που εκθέσαμε, πως τίποτα δεν είναι πιο άδικο από τις αντιρρήσεις που μας προβάλλουν. Ο υπαρξισμός δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια προσπάθεια να τραβήξουμε ως τα άκρα όλες τις συνέπειες μιας αθεϊστικής στάσης που έχει συνοχή. Η στάση αυτή δεν επιδιώκει να βουτήξει τον άνθρωπο στην απελπισία. Αν, όμως, αποκαλούμε, σαν τους χριστιανούς, απελπισία κάθε στάση απιστίας, τότε η δική μας στάση ξεκινά απ’ την πρωταρχική, την προπατορική απελπισία” Ζαν Πωλ Σαρτρ, Ο Υπαρξισμός είναι ένας Ανθρωπισμός

ι) μερική παράλυσης άκρων

Υπέροχες νυφικές δεξιώσεις μέσα σε ένα αχούρι ψηφιακών καλεσμένων που καταφτύνονται με τρόπους και επισφραγίσματα υποστήριξης αλά originalle κι από την άλλη η τρώγλη του αρουραίου που ποτέ της δεν ήταν η εμμονή  για τον θόρυβο ενός κόσμου που κόπασε για μια νύχτα με ακρογιαλιά κι ούτε ποτέ μέσα σε μια παράδοξη ανησυχία θα ξεκρέμαγε κανείς από τον τοίχο της ωραίας του, την καρδιά του που κρέμεται από τα ωρολογιακά τσιγκέλια κάποιου ιδιαίτερου χασάπη και που τις ελεύθερες ώρες του μελετάει αντιπροπαγανδιστικές σουρεαλιστικές μπροσούρες για τον Kupka ή τι θα είχε συμβεί αν το παλιρροϊκό κύμα των εντυπώσεων που προκάλεσε ο Miro στην υπερπραγματική συγκλίνουσα του μουσείου των ανθρώπων που κρατάνε βιβλίο και διαβάζουν λογοτεχνία και αυτοαποκαλούνται θαυμαστές, δεν ήταν τίποτα άλλο παρά μονάχα το ανεπαίσθητο διπλωματικό εκείνο επεισόδιο για τα διαμάντια που κρύβουν τα καυλωμένα βρωμόσκυλα όταν λυσσάνε για να γαμήσουν με πρόσχημα άλλο ένα link αλληλεγγύης προς το στόμα εκείνης της γυναίκας που χαμογελάει με χειροπέδες. Για αυτό και εγώ μεταμορφώθηκα σε ψόφιο κοριό που υποκρίνεται τον  εσταυρωμένο ποντικό που φοράει τη μάσκα του προσώπου με το οποίο κυκλοφορώ στον κόσμο αν ο ψόφιος κοριός δεν παρίστανε τον εσταυρωμένο ποντικό αλλά εμφανιζόταν με το κανονικό του πρόσωπο ένας κύριος που θα μπορούσα να πω ότι μου μοιάζει εκκωφαντικά πολύ και που φυσικά, είναι ειδωλολάτρης!!

 Τώρα το διονυσιακό παρα-μορφωμένο γούνινο μπαλάκι που παρασέρνεται στα δαιδαλώδη κόλπα της κατάφυτης βαρύτητας των υπό-νόμων της μπορείτε εσείς και μόνο εσείς να φανταστείτε πως είναι μια  σκατένια υδάτινη λεωφόρος  από ανεστραμμένες καστανιές που κλείνουν μέσα τους όλο το χιόνι της ιστορίας με την καλοσύνη του ψυχρού εκτελεστή που αν δεν δικαιωθεί ο χαμός της Ισοκρατικής καταγωγής της πατρίδας του , αυτός ο λάτρης -συμμέτοχος και παρατηρητής-ασκητής, μυημένος στη σκληραγωγία του εναπομείναντα εσωτερικευμένου ηδονιστή Κάβειρα, θα μασουλήσει τα σκοινιά που δένουν τη γη με τον ουρανό, τις σάρκινες γήινες άγκυρες που κρατάνε μακριά από τη φύση του σκοπού της Αρμονίας μεταξύ των ζευγών ανθρώπου και φύσης, κι ω εσείς ζοφερά κι αστεία μπαλόνια μου, να φοβάστε μικρές καρφίτσες σαν και του λόγου μου. Όμως το στέρνο και η κοιλιά που φέρνουν όμοια σε κομητείας αστικό δωμάτιο ενός κλόουν, εκεί που ως  ναούς ανακαλύπτουμε άσυλα της σκέψης, εκεί που απαγορεύονται οι δοσοληψίες των εμπόρων στο ναό των μεγάλων θεών,  εκεί που τους επιτήδειους αποδιώχνουμε ακονιτί και θυμικό νωχέλειο είτε κόβουν δελτία απόδειξης παροχών είτε φοράνε ράσα και τελούν απόδειξη ύπαρξης της «εκκλησίας» τους, εκεί όπου τα όνειρα συμβαίνουν ως πυροτεχνήματα του ανεξίτηλου, εκεί όπου η χαρούμενη γνώση συναντιέται με τις αισθήσεις μέσα σε ένα χυμό ανανά που μας έχει ερωτευθεί ακόμα και μία λεπτοκαμωμένη φυτική ίνα του φρούτου, ή όταν ακόμα και στο ηχηρό ρούφηγμα ενός ροδοκόκκινου λωτού με σφυρίγματα που θα έπρεπε να κάνουν τις φούστες να σηκώνονται και να χορεύουν σαν ξελογιασμένες κόμπρες που δεν τους καίγεται καρφί για τα δηλητήρια παρά μονάχα για τον χορό των ειδωλολατρών που ξεσπούν σε εύθυμα γέλια για τις άβολες στάσεις του σχηματισμού της Αιγύπτιας θεάς Νουτ  που στηριζόμενη στα ακροδάχτυλα των χεριών και των ποδιών της σχηματίζει τον ουράνιο θόλο ενώ ο Σου, ο θεός του αέρα τη στηρίζει την ίδια στιγμή που ο Γκεμπ, ο θεός της γης, είναι ξαπλωμένος κατάχαμα στη γη και ρεμβάζει τεμπέλικα.

ιι) κεφάτα ιστορικά σημαίνοντα από πικρά αμύγδαλα

Αυτό ήταν η ιστορία του ακανόνιστου, με διακυμάνσεις που εξάγνιζαν όλα τα ζωτικά στοιχεία που υφαίνουν τη ζωή με λεπτότητα και κομψότητα, με ισορροπίες φτερού που είχε τοποθετηθεί επάνω στο φωτοστέφανο κάποιου αγίου,  στο φωταυγές της ανατολής που ερχόταν μαγικά, εκεί που ξημερώνονταν ο Αβραάμ παρέα με μια δύστυχη που καταχρηστικά μπορούμε να ονομάσουμε σύντροφο και πολύ ουσιωδώς σύ-ζυγόδουλα, κι ήταν τότε που οι δύο τους περιμένοντας τον ήλιο να φανεί και να προσδώσει τη σημασία της παρουσίας του Ενός Αφέντη θεού Γιεχωβά, κατά την εθιμοτυπική αρχή μια νυφικής δεξίωσης μέσα σε ένα αχούρι υπερβολικών υποσχέσεων κάποιου πραγματικά περιπλανώμενου απελπισμένου και μα τους θεούς, χωρίς καν τόσο δα παράλογο κέφι έτσι για το γαμώτο της παλιοκατάστασης σ’ αυτήν την ατέρμονη παραλία, ο άντρας έπρεπε να κάνει τον καμπόσο για να μην φανεί απλώς μαλάκας στα μάτια της δύστυχης. Έτσι τη συγκίνηση που έφερνε η εκκόλαψη της λεκτικής στρουκτούρας, η ευέλικτη μουσική μανία που ορεγόταν  τη φωτιά του σώματος στο σώμα πίσω να φέρει, και που αυτή η χωρίς διάρκεια παράσταση του ανθρώπινου όντος δεν έκανε τίποτα άλλο απ το να πρέπει διακαώς να το κάνει να διαπρέψει κι αν όχι, τουλάχιστον να κυριαρχήσει άπαξ και διαπαντός με κάθε τρόπο και με εκείνα τα φτωχά  ξερά εδάφη της φαντασίας που αντανακλούσαν στο είναι των δημιουργών της παλαιάς διαθήκης την στυγνή πραγματικότητα της ερήμου, υποκαθιστώντας τα ευτελή ασθενικά μυαλά του ζηλόφθονα Ένα με συμβόλαια μελλούμενων βραβείων, με μια λέξη παράδεισος (και σ αυτό το σημείο η ελληνική ετυμολογία της λέξης παράδεισος προδίδει ενδεικτικά την όλη κοινωνιολογική προέλευση και τις αντιστάσεις της ελληνικής νοοτροπίας στη λέξη από την οποία προέρχεται η σημασία της-πάντα με βάση τις συνθήκες δημιουργίας της -αφού παράδεισος ίσον παρά το ειδέναι κι άρα αφού το ειδέναι είναι μια ξερή νεκρή έρημος σε καθορίζω και σε ετερονομώ με το συνθετικό παρά- δηλαδή απλά πίστευε πέρα από το τι βλέπεις που σε απογοητεύει) αλλά που ως  δυνητικές γόνιμες ερήμους ενός θρησκόληπτου ερωτευμένου, τέτοιες που εν μια νυκτί (και εδώ υπονοείται συζυγικό επεισόδιο με το ζεύγος Αβραάμ μία έναστρη νύχτα στην έρημο κάτω από τέντα και μείνε ήσυχη γλυκιά μου γιατί παρόλα μας τα βάσανα μας περιμένει ένας αιώνιος κήπος) βλάστησαν τροπικά δάση και θάλασσες και ποτάμια με ουρανούς, και γέμισαν όλα με βροχές και με υδάτινους ζωικούς κύκλους που αναπαράγονται διαρκώς διαπερνώντας καταστασιακά επίπεδα όχι προς την πληρότητα αλλά προς την τελειότητα πράγμα που αποδεικνύει την απόγνωση υπόσχεση του κτηνοτρόφου που φοβάται ότι μία νύχτα με λήθαργο η καλή του θα την κάνει με ελαφρά.. . Μα η ειρωνεία που κυλά κατά το βάρος της υπο-νομευτικής βαρύτητας όλων όσων θέλουν να το παίξουν κυρίαρχες μαύρες οπές (βλέπε διεύθυνση τροχιάς των πραγμάτων κατά τις μέγιστες γαιωδεσιανές καμπύλες, θεματική διαφορικής γεωμετρίας)- τύπου εγώ είμαι και κανένας άλλος- αποδείχθηκε μόνιμο εργαλείο των ρακένδυτων τυράννων μοναρχών που αναγκάζονται να σκαρφιστούν ένα κάποιο είδους πονηρό σαμποτάζ για να ανατρέψουν την οικουμένη επικαλούμενοι την αυθεντία και την αμεσότητα με τον Έναν. Ακριβώς το ίδιο έκανε ο πρωτος διδάξας, ο Μωυσής. Και να, βλέπουμε πως με δυο εκ των πραγμάτων και δεδομένου των μορφολογικών συνθηκών της γης που περιδιαβαίνουν, αλλά και με μια στρατιά από ”πιστοποιημένους” στρατευμένους προφήτες-αλλά και με ολίγον σκονάκι από τα δίπλα (βλέπε τους μισητούς ειδωλολάτρες Έλληνες)- φτάνουμε στις διαβόητες Εσσαϊκές κοινότητες με τρόφιμους τα ξεχασμένα νόθα παιδιά που βολοδέρνουν άσημα κι άρα στα αζήτητα, στις ερήμους, τα οποία τα περιμαζεύουν και τα εγκολπώνουν προκειμένου να αναθρέψουν μελλοντικούς επιτυχημένους μεσσίες (μεσσιάχ), δηλαδή τροφή για τεχνητή ελπίδα κι όπως ιστορικά αποδείχθηκε, τον χριστιανισμό (και στην αντίδραση του χριστιανισμού τον μωαμεθανισμό) που μαζί με τον τυραννικό ρωμαϊκό πολιτισμό, όμως, κατέστρεψε και τον πολύτιμο για τις υποθέσεις ενός αξιοπρεπούς ουμανισμού, τον θεόπρακτο πολυθεϊστικό ελληνισμό.

Όλοι εκείνοι είναι που  αποδόμησαν κι αν μη τι άλλο στασιμοποίησαν την εξέλιξη των πολλών και πια μιμούνται στα τωρινά κυρίαρχα πάντα τους, τα αλλοτινά πολυθεϊστικά επιτεύγματα που τόσο πολύ γοήτευσαν ακόμα και τους ατσούμπαλους αυτοκρατορικούς Ρωμαίους με τις πινελιές δημοκρατίας που ονόμαζαν Σύγκλητο.

Τώρα τα θύματα της ιστορικής ανέλιξης των πραγμάτων (χριστιανοί, ιουδαϊστές και μωαμεθανοί), μπορούν να  κοιτάξουν τη φευγαλέα σιλουέτα του ποιητή, τον καθοριστικό του ρουχισμό, την άνεση που παρέχει το θάρρος του αποβλεπτικού του συνειδέναι, τους ανισόπεδους τρόπους λάμψης που  διακυβεύει την φωταγωγημένη καθαρότητα της ύπαρξής του και μέσα σε όλη τη γιγαντωμένη βρομιά που  χτίζεται αργά  στους δρόμους και στα σπίτια των πόλεων και που εξαπλώνεται με τον ίδιο μιμητικό τρόπο στα δάση, στα χωράφια και στην ύπαιθρο, θα σπεύσουν  να πείσουν τους εαυτούς τους με τις πενιχρές μονοθεϊστικές τυφλές επιλογές τους: Ω, είμαστε ποιητές! Ω, είμαστε διανοούμενοι! Ω, είμαστε άνθρωποι!

ιιι) έχω χορτάσει από μαστίγιο.

Υπέροχες νυφικές δεξιώσεις μέσα σε ένα αχούρι

Ωβ) Η ευρωπαϊκή ταυτότητα- επέκταση της ελληνικής μυθολογίας- μερικά πρόχειρα συμπεράσματα

 

 i) κορυμβικό θραύσμα από δοκίμιο, η ευρωπαϊκή ταυτότητα

Η μονοθεϊστικη έκφανση της πίστης κι ως εκ τούτου μοναδική σαν πίστη κι ανυποχώρητη σε άλλες αλήθειες, μοναδική βεβαιότητα και τίποτα άλλο, με το καιρό έκανε τα συμπεράσματα και τη θέληση του ανθρώπου πιο αβέβαια, είτε ακόμα υποστηρίχθηκε από έναν κάποιο βίαιο και ανόητο φανατισμό, όπως αποδεικνύεται από την βάρβαρη εξάπλωσή εις βάρος της πρωτοευρωπαϊκής κοινωνίας του ελληνισμού. Κι αν το είναι αποκαλύπτεται εξίσου με την απουσία, μπορούμε να αντιληφθούμε από τα ελάχιστα ευρήματα που δεν γινόταν να αποσιωπήσουν την Ευρώπη από το λαμπερό παρελθόν της, παρά τις οριστικά υπέρμετρες για το αντίθετο αποτέλεσμα, προσπάθειες όλων των μονοθεϊσμών. Και μέχρι εκείνο το σημείο όπου τα πάθη της ιστορίας ξεχνούν τους αρχικούς τους φόβους και χάνονται στη λεπτομέρεια των διαπλοκών του παρόντος, ακόμα και μετά από εκείνο το σημείο λησμονιάς όπου ο κακόβουλος ζηλιάρης Γιεχωβά έχει να κάνει με πιστούς που φοράνε άλλα ρούχα σαν να συμβαίνει ένα βίαιο καρναβάλι χωρίς σταματημό,  παράπλευρη απώλεια θεωρείται ξανά ο ελληνισμός (καταστροφή ακρόπολης στην πολιορκία του Μοροζίνι).

Κι όμως. Με ένα θαύμα ανεξάντλητης αντοχής μέσα στην αιωνιότητα, ο τρόπος ζωής σαν ανταπόκριση της ελευθερίας και της ομορφιάς στις περισσότερες εκφάνσεις των πραγμάτων, μέσα στην απόκρυψη των τυπικών ονομάτων για τις λέξεις  και τις εικόνες, κρατήθηκε ακέραιος, είτε με ένα ουρλιαχτό από οργασμό, είτε με ελάχιστο και φυλαγμένο κρυφό θρύψαλο ιστορικής μνήμης μέσα στην ίδια τη γλώσσα. Και μετά το πέρας του μεσαίωνα, της σκοτεινής εποχής δηλαδή που η πλάση με έναν τρόπο βιώνει παντοτινή αυστηρότητα, μέσα σε μια αγνωμοσύνη που η ίδια δημιουργεί για τον εαυτό της, θρηνεί τον χαμό της Δημοκρατίας όπως εκείνη προέρχεται παιδί των πολλών θεών και της λαμπρής εποχής, ακόμα κι αν ο Γεχοσούαχ μοιάζει να δανείζεται μερικές φορές από αυτόν τον άτυπο θρήνο των γενεών, και με τον ίδιο του το χαμό να ορίζει την Χριστιανική πίστη εκβιαστικά και κυριαρχικά, σχετικά ίδια για κάθε έθνος -και χωρίς βλάβη της γενικότητας,. Είναι φαινόμενο καθημερινό στο μεσαίωνα η μέθοδος στην τυραννία του άλλου και η βάση ότι η ανθρώπινη σκέψη βασανίστηκε πολύ τότε, απεικονίζεται στους πολλούς που θανατώθηκαν- μια εποχή που οι Καίσαρες είχαν αντικατασταθεί από Πάπες κι Αρχιεπισκόπους-την εποχή που τα σώματα τιμωρούνταν σε θάνατο για την παραμικρή κατηγορία- ήταν δηλαδή η χαρακτηριστική εποχή που οι άνθρωποι είχαν ξεχάσει πως μπορούν να σκέφτονται από μέσα τους (Ουμπέρτο Έκο, το όνομα του Ρόδου).  Κατά την αναγέννηση όμως, το διαφωτισμό και στους μοντέρνους καιρούς σήμερα, στον βαθμό που η ελληνικότητα άρχισε να αναγεννιέται, να ωριμάζει και να ξαναστέκεται χωρίς την αυστηρή ορολογία των αρχικών ονομάτων της μυθολογίας της, κατ’ ενέργεια και ουσία και με το τυπικό σύστημα που πολλές φορές αναλώνεται κανείς και παγιδεύεται στο τίποτα, απών, στον ίδιο βαθμό  κάτι παρέμεινε ίδιο και μάλιστα δεν ανήκει στη φύση του πεσιμισμού.

Σήμερα στην Ευρώπη, πέρα από μερικά διαλείμματα αδικαιολόγητης αμνησίας και βαρβαρισμού (β’ παγκόσμιος πόλεμος και α’ παγκόσμιος οικονομικός πόλεμος των αγορών) , μοιάζει κάθε στιγμή κάτι περισσότερο να ανατείλει, παρά να δύει, από τους ίδιους τους «ασήμαντους» καθημερινούς ανθρώπους αυτών των λαών. Χάρη σε αυτή τη διττή φύση ο βαθμός κατανόησης έγινε η ιδανική συνθήκη κάθε δημιουργίας. Μερικά από τα πιο όμορφα χρώματα της αναδύθηκαν από εκείνη τη μυθολογία που δεν δίσταζε να αρπάξει την Ευρώπη όταν την ερωτεύθηκε. Κατά μία έννοια δηλαδή, ο Έλγιν επαληθεύει έναν από τους παράξενους χρησμούς της Πυθίας, αλλά με μία βασική διαφορά,  είτε σήμερα το προνόμιο στα μελλούμενα καταργήθηκε από προνόμιο αμιγώς φυλετικό, είτε ο Έλγιν σίγουρα, δεν είναι ο Δίας.

ιι)  μια ακόμα πρόκριση των αισθήσεων

ένα τραγούδι από καλέσματα αυτό το κάλεσμα από τραγούδι,
ένας σχεδιαστής επίπλων  μια ενέργεια από σύγκρουση γλύφει μια επιφάνεια από μέλι,
μια άψυχη κούκλα κι ένας κόμπος στο λαιμό για ένα χαμόγελο,
μια δημιουργική αλήθεια καθορισμένη από κάτι το αυθόρμητο,
μια θάλασσα κυκλωμένη από οράματα, ένα όραμα που περιέχει μέσα του θάλασσα,
μια παύση για ένα άσχετο ερέθισμα
κι ίσως μετά,
το πέρασμα σε μια παραστατική κατασκευή με ένα τραγούδι από καλέσματα όπως ο ασυμπλήρωτος κύκλος Νούμερο  2 του Μανγκολντ, 1972 + 776 μ.π.ο. ,
αυτές οι παραξενιές της αλήθειας
αυτός ο κύκλος παραμένει ο ίδιος συμπληρωμένος
μια κάτοψη χορού ανθρώπων
μ’ ένα σχήμα διαφεύγει προς μια χαριτωμένη υποψία σπείρας
κι αυτός ο ήχος ξεσπάει στην γενική πορεία της ιστορίας
από τα περίφημα άλογα του Διομήδη
στα γαλάζια άλογα του Μάρκ(1911+ 776 μ.π.ο.)
κι ένα κάλεσμα από τραγούδι το πέρασμα μιας παραστατικής κατασκευής
κι όλες αυτές οι καλλιγραφίες από ψίθυρους ,
οι κρυμμένες δομές μέσα στο έργο που ηχούν τη διαμαρτυρία,
και τώρα στο τραγούδι του νυκτοπόλου τσαρλατάνου
πιο δυνατά από ποτέ:

ηϊκτο καλον αιγιαλον το καθ’ ωυτο εχοντι
ο εις οδον βρωμα τη μηνιν δινας εις τα οδυνας
πλανες ταις ιστορισουσι μη ουχι αποκτησας
εν τω πολλω σκεπτομενος εμεωυτον εκ της σαρκος,
μη παντα κατα βοος εξεις ως παραινει τα μηρινθα
μη τεγγεσθε τεινε πλαστα η μιμηλα, αλλα μητιν ελαφροι

τα εν άστει Διονύσια τώρα, πιο δυνατά από ποτέ, ναι!
ναι υπάρχει τρόπος, οι χαρωπές τροφοί του ενθουσιαστικού θεού,
να επιστρέψουν αυθόρμητα μέσα στην ελευθερία της έκφρασης που τους δίνεται
από δεσμά και συμβάσεις πιο ανθρώπινης αυστηρότητας, να επιστρέψουν,
σε μια τέχνη που επέστρεψε με τους πιο ανορθόδοξους τρόπους
στην θρησκευτικότητα του ουμανισμού της
σε εκείνη την ποίηση που τον λυρισμό της
δεν χρειάζεται να τον αποδείξεις με ομοιοκαταληξίες
παρά με το πάθος της ζεστής σου καρδιάς

iii) Η ιεροσύνη ως πρώτη σημασία της λέξης άξιος

σε τόνο θεατρικού μονολόγου,
απλά ένας άνθρωπος που συνομιλεί με τον εαυτό του
ίσως η μεγαλύτερη διαστροφή του θεάτρου να ήταν αυτή,
αν υποθέσουμε πως το θέατρο έχει διαστροφές
ή δηλαδή πως υπάρχει η δυνατότητα κατασκευής σεναρίων
τόσο αρτεμίσια αγνών  συλλογισμών με τον ίδιο μας τον εαυτό
έτσι που το γεγονός και μόνο να το εντάξεις σε μια θεατρική παράσταση
να βάλεις δηλαδή θεατές να παίρνουν μάτι έναν άνθρωπο απλά όπως την στιγμή
της σύγκορμης περισυλλογής μας τότε
στην ιδέα και μόνο για την παρουσία του άλλου στην πιο ιερή στιγμή της ιστορίας των εαυτών μας,
αυτό είναι πραγματικά κάτι το αληθινά δυνατό
είναι αληθινό θαύμα αυτή η ζωτική συσχέτιση
με ένα θέατρο που τελικά συμμετέχει και προσφέρει με αυτόν τον εξαγνισμό στο καθετί,

κάτι που οι αρχαίοι Αθηναίοι ονόμαζαν λύτρωση που είτε αυτή ήταν εξωτερικό γνώρισμα της παράστασης είτε εσωτερικό (ως προς την πλοκή του σεναρίου) για εκείνους ήταν αδιάφορο από τη στιγμή που το ζούσαν ως ένα μία αίσθηση πληρότητας μέσα σε ένα καλό ή χαρούμενο όνειρο

ήταν μία νίκη της συμφιλίωσης θεών και ανθρώπων
ο Δίας που δικαιώνει τελικά την πράξη του Προμηθέα να χαρίσει τη φωτιά στους θνητούς
από το λεκτό στο παραστατικό κι από εκεί ως τ’  άλεκτο
κι όλο αυτό εκτεθειμένο τόσο έντονα στα πλαίσια της διαδικασίας,
οι συντελεστές, ο ηθοποιός, οι θεατές,
η όλη διαδικασία ναι, πως κινούνται τα γρανάζια που εκπολιτίζουν τις διαφορές
χωρίς αξιακές εκπτώσεις
με κάτι από παντοτινό σπέρμα ανεξάντλητης  γοητείας
ανάμεσα στις πρόβες, στην πρεμιέρα και στα διαλείμματα.

————-

(Ψυχοσύσταση κι ανασύσταση ημερολογιακής σκέψης ως περιορισμένο τέλος, τέλος)

iv) πρώτη προσπάθεια για επέκταση θεωρήματος σύγκλισης των τεχνών σε μια απλή μετά-γλώσσα

Με μερικά διαβάσματα κατά την εντύπωση ενός δρόμου, αρκετός πόνος σαν συλλογή ιδιαίτερης αφύπνισης, μια ποιητική δράση από έναν νόμο στην ιδιαίτερη του φόρμα, ένα χαμόγελο χαραγμένο στις τραγωδίες, το πρώτο μεγάλο δράμα ενός δύσχρηστου θησαυρού, τρεμουλιαστό ασήμι και προζάτα αποσπάσματα σε ιαμβικά μέτρα, μια καυστική αποσπασματική δυσκολία, ένα κυριολεκτικό νόημα μέσα στον άξονα του μεγάλου τρόμου, το μαχαίρι καρφωμένο στο ξύλο του γραφείου εξαγνίζει τη ρυπαρότητα από την απροκάλυπτη λιτανεία του κακού, μια αίσθηση για την παραφορά της λάμψης, το σκοτάδι μου ρουφιέται για να πληγώνονται τα λόγια μου, οι κτητικές  οι δηκτικές οι αντωνυμίες όλες, κάτω από το πέπλο της ανάγνωσης μεταφέρονται σε άλλους εαυτούς, έτσι το μόνο αποτέλεσμα που μεσουρανεί στις κραυγές ενός αθλητικού αγώνα, το τραγικό ύφος στην ισότιμη ανταπόκριση της φαντασίας, δυο ιεραρχημένα λεγμένα στις όψεις του ουρανου, η επιστροφή ενός τελετουργικού ταξιδιώτη. Λίγο αργότερα με συλλογές από τραγούδια θα αποδείξουμε πως έχουμε δίκιο.  Αν θες να καταλήξεις στην γνήσια πατρίδα σου, κάνε ανασκαφές στις ψυχές των άλλων. Με τον ίδιο τρόπο εγώ, είχα στην αρχή έναν θεό, εμένα, τόσο πολύ που ασχολήθηκα μαζί του,  έτσι που η ψυχή αυτή μεταμορφώθηκε σε πλανήτη. Έτσι έπαψα να είμαι εγωιστής. Ότι οι άλλοι λαοί θαύμαζαν σε εμένα, επιτέλους τώρα μπόρεσα να το θαυμάσω κι εγώ. Η αρχή της απόλυτης απομάκρυνσης δούλεψε ιδανικά. Δεν είμαι χριστιανός λοιπόν, είμαι Έλλην, είμαι ειδωλολάτρης, έχων πολλούς θεούς, θάλασσες νησιά και όρη. Το παιχνίδι του Σαρτρικού υπαρξισμού μέσα στην ιστορία λειτούργησε υποδειγματικά. Αν με το ζόρι μ’ έκαναν μονοθεϊστή χριστιανό, όλοι αυτοί απέδειξαν μόνο τη βία που χρειάζεται για να αποδειχτεί ένα σαθρό ψέμα. Έτσι λοιπόν, η τελική διαπίστωση, είναι η αρχική μου ταυτότητα. Η διανοητική εκστρατεία έχει αρχίσει. Τώρα μπορώ να διακρίνω τη θεά Δήμητρα μεταμφιεσμένη σε ζητιάνα να μου ζητά απλά λιγάκι δροσερό «νέο ύδωρ» να ξεδιψάσει πάνω από την αγέλαστη πέτρα. Δεν είναι κακό να απαλύνεις όσο μπορείς τον τρόπο που ο άλλος πονά, ακόμα κι αν σε δοκιμάζει. Ήταν πάντοτε ένα ζήτημα αγωγής κι ένα ζήτημα τρόπων. Ωστόσο, αυτό δεν αφορά όσους λένε πως δημιουργούν είτε καλλιτεχνίζουν. Οι καλλιτέχνες μεταξύ τους οφείλουν να είναι αδυσώπητοι πολεμιστές. Οφείλουν να κατασπαράσσουν τις πλατωνικές τους σάρκες. Πάρτε για παράδειγμα τον μεγάλο αφαιρετικό ζωγράφο, Βασίλι Καντίνσκυ.  Τα χρώματα που πάντα του έκαναν μεγαλύτερη εντύπωση ήταν τα λαμπερά, το ζουμερό πράσινο, το άσπρο ή η κόκκινη καρμίνα, όχι τόσο το μαύρο και η κίτρινη ώχρα. Ωστόσο, όταν οι γονείς του τον πήραν και τον ετοίμασαν σε μικρή ηλικία για ένα μεγάλο ταξίδι ιστορικής ξενάγησης και  ανάμνησης στη Ρώμη, ακόμα και η μοσχοβίτισσα νταντά του παραπονέθηκε γιατί να κάνουν ένα τόσο μεγάλο ταξίδι για να θαυμάσουν χαλασμένα κτίρια και παλιές πέτρες αφού, “τέτοια έχουμε αρκετά κι εδώ στη Μόσχα?”. Κι όμως, από αυτές τις μαύρες εντυπώσεις, στις Φλωρεντίες και στις Ρώμες, ο νεαρός Βασίλι καλωσόρισε στην παιδική του ψυχή το Κunstmuhle( μύλος της τέχνης) αν και στις εμπειρίες μιας αφαιρετικής σκέψης όπως του Καντίνσκυ, η διείσδυση στην ιστορικότητα ήταν αναπόφευκτη και πάντα θα είναι για οποιονδήποτε, έστω κι αν το historical correct για να επιτευχθεί χρειάζεται θάρρος Σπαρτιάτη πολεμιστή, αλλιώς θα βρίσκεσαι μόνος να παραπονιέσαι για εκείνο το μακροβούτι μέσα στην ιστορία που μετεξελίχθηκε σε πολιτική σου παγίδευση. Ας μην ξεχνάμε ότι ο Καντίνσκυ υπήρξε διαπρεπής φοιτητής οικονομικών επιστημών υπό την εποπτεία του καθηγητή Τσιάπρωφ, αλλά το ρωμαϊκό δίκαιο που τόσο τον μάγευε κι ωστόσο όχι ικανοποιητικά, τόσο όσο να κάνει έναν Σλάβο χωρίς άκαμπτη παγωμένη και πολύ ορθολογιστική λογική, ευρωπαίο κατά συνείδηση, την εσφαλμένη εντύπωση δηλαδή που κι οι περισσότεροι ευρωπαίοι έχουν  πέρα από το αίτημα μιας χριστιανικής πίστης ως αίτημα ιστορικής αμνησίας τους και έξης, πως το κρίσιμο σημείο της ταυτότητάς τους δεν οφείλεται στην ρωμαϊκή τους οργάνωση, αλλά πάνω στην αμιγώς ελληνική κουλτούρα. Στο πνεύμα. Έτσι, τον Καντίνσκυ, αρχικά τον τράβηξε η ιστορία του Ρωσικού δικαίου και του δικαίου των χωρικών (λατινικά pagani) , που σταδιακά κέρδισε τον θαυμασμό του και τη βαθειά του αγάπη που τη βίωσε σαν απελευθέρωση κι ευτυχή λύση στο θεμελιακό πρόβλημα του δικαίου. Κι αν όπως συνεχίζει ο Βασίλι να αναπολεί, η εθνολογία που άγγιξε αυτήν τη μελέτη και που με αυτήν λέει σκέφτηκε στην αρχή πως θα έφτανε στην ψυχή του λαού, όλα αυτά προκάλεσαν την ψυχή του και τον έκαναν να σκεφτεί με τον τρόπο της αφαίρεσης.

Ακριβώς! Ο Καντίνσκυ χωρίς να το γνωρίζει, πέταξε από επάνω του την μανία για οργάνωση που ως μανία μονάχα ασφυξία μπορεί να επιφέρει σε κάθε δομή κι οργάνωση, και άγγιξε το ήτορ της ελληνικότητας, την γύμνια, το σθένος του πνεύματος που κινεί όλα τα πράγματα, τέτοια σαν τα υπέροχα ασήμαντα χρυσά κοσμήματα χτένας  π’ ακόμα ξεθάβουν στη Σιβηρία λόγου χάρη, άγγιξε δηλαδή την ομαλή ροή στα κοινωνικά μνημεία όπως αυτά αναδύθηκαν μέχρι και την ελληνιστική  εποχή των αλεξανδρινών χρόνων, με μια διαίσθηση του λαϊκού ανθρώπου εκείνου, που τα ζητήματα του δικαίου δεν τα έχει αναλύσει δήθεν λογικά κι επιστημονικά κατά το δοκούν του ιερατείου όπως οι ελίτ των εκάστοτε εποχών από τότε μέχρι και σήμερα, αλλά που τα έχει αισθανθεί και με ένα τρόπο καλύτερα και πιο ποιοτικά τα έχει εγκολπώσει στον τρόπο επαφής του με τους άλλους, για έναν απλούστατο λόγο, επειδή ζει και βιώνει το αίσθημα του δικαίου, την ίδια την αιδώ- αιδώ, λέξη σχετικά άγνωστη στις μέρες μας- μια λέξη που αναφέρεται στη θεά Αθηνά και στον Ζευς (βλέπε Δίκταιο όρος και το κρητικό ρήμα δίκνυμι), από  τη μία ως θεά της μάθησης της σωφροσύνης και εν τέλει της ίδιας της δικαιοσύνης και από την άλλη, στον Ζευς, κυρίαρχο στις επιτελικές αποφάσεις των θεών κατόπιν όμως της θεάς Τύχης όπως σοφά και μυητικά θέτει ο μύθος προβλέποντας τους ανθρώπινους πολιτικά αιώνες διαπαντός, θεά Τύχη- η οποία ανέλαβε να διαμοιράσει με κλήρο την εξουσία, με τρόπο οριστικά δίκαιο, ανάμεσα σε ισότιμες ενέργειες διαφορετικών προσανατολισμών (επί παραδείγματι στην ανατολική πλευρά της Δίκτης κοντά στον όμορφο εκείνο οικισμό του σημερινού Παλαιόκαστρου στην Κρήτη, βρέθηκε λ ί θ ι ν η στήλη με τον εξής ύμνο στον Δία: «Ιω, Μεγιστε Κουρε χαιρε μοι, Κρονιε παγκρατες γονους, βεβακε, δαιμονων αγωμενος» την οποία και μεταγράφω ευθύς με δική μου ευθύνη όσο πιο πιστά γίνεται εννοιολογικά: «Θεραπευτή, Μέγιστε Κούρε χαρά μου, του Κρόνου γόνε π’ επικράτησες, προχώρησε σταθερά, μέσα από την αγωγή των δαιμόνων». Αξίζει να σημειωθεί πως εδώ η λέξη «δαίμων» έχει την ολοκληρωμένη σημασία της λέξης θεός, πριν αυτή παρανοηθεί και κατασυκοφαντηθεί από τους ιουδαιοχριστιανούς σχολιαστές της Nova Roma και έπειτα, ως κάτι παράταιρο και κακό. Η δημοσίευση της λίθινης στήλης έγινε στα «Πρακτικά της Βρετανικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών» -Αnnual of Brit. School of Athens XV 1908-1909 + 776 μ.π.ο.)

Ωγ) παράλληλες γενναιότητες μετα-αποδομητικής του χριστιανισμού επάνω στο ελληνικό σώμα

ι) επίκαιρες ισπανικές ύβρεις προς την Ευρώπη

Οι κύριοι καθηγητές, πιστά αντίγραφα των βυζαντινών λογίων, περιφρονούν το λαό, τον θέλουν να μιμείται τους καλογερικούς “επικούς” λαπάδες, τον θεωρούν ανίκανο να δημιουργήσει μόνος του τον δικό του πολιτισμό. Οποιοσδήποτε όμως μελετήσει τ’ ακριτικά λαϊκά τραγούδια θα ιδεί ότι στην ουσία δεν έχουν καμιά σχέση με το ψευτο-έπος και ότι στη μορφή στέκονται ασύγκριτα πιο ψηλά. Οι βασανισμένοι λαοί και τότε και τώρα χτίζουν τον πολιτισμό μόνοι τους-στο πείσμα των πολιτικών και πνευματικών βασανιστών τους.

Νίκος Μπελογιάννης, σχέδιο για μια ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, εκδόσεις Άγρα

τον άνθρωπο με το γαρύφαλλο τον εκτελέσατε μια ωραία πρωία,
έξι μήνες τον είχατε καθισμένο στο κελί να περιμένει το θάνατο ή μια μετάνοια,
κι αντί το πνεύμα του να καμφθεί,
το ουρλιαχτό του όρμησε πιο βαθιά κι από τη ρίζα του έρωτα κι έκανε μελέτη βρυχηθμού.
Τώρα, οι ίδιοι λαπάδες που κυβερνούν μια Ισπανία τραπεζικά,
οι ίδιοι σπιούνοι του Φράνκο που εκτελούσανε τους φίλους του Πικάσο,
συγκρίνουν τον τόπο που έδωσε τόλμη και φαντασία στα σχέδια του Gaudi
ελευθερία και ζωή σε μια εντύπωση ισπανικού μεγαλείου,
συγκρίνουν την Ελλάδα με ομάδα τρίτης κατηγορίας
να παίζει ποδόσφαιρο με τη Ρεάλ.
Παρατηρούμε δηλαδή την τυπική αντιπροσωπεία της Ισπανίας,
άξεστη και κατά την ουσία των προβλέψεών μας πλήρως ευθυγραμμισμένη,
κάτι σαν χριστιανός  ιερομόναχος που κομπάζει για τα κοντόφθαλμα πνευματικά του προσόντα σε μια μεταμφιεσμένη σε ζητιάνα θεά Δήμητρα που σου ζητά λίγο νερό να ξεδιψάσει από τον δύσκολο δρόμο.
Πρέπει να ξέρουν όμως οι κύριοι αυτοί, πως αν αποφασίζουν να διαπράξουν την ύβρη απέναντι στους θεούς,
απέναντι στην οργανικότητα της ιστορίας,
πρέπει να μάθουν πως τιμωρούν οι θεοί τους άξεστους που λησμονούν από που η σκούφια τους κρατά και ποιο το πραγματικό χρέος σημασία έχει.

ιι) επίδειξη μαντικής ικανότητας του κορυμβισμού- ανταπόκριση με το δελφικό αίσθημα

 ωσπερ δε φασιν ο αητης εστι δε αυτη μνημη
και των Πανυ αρχαιων εις ιερον μετα δακρυων ικετευε ασεβη
κατα το υστερον γιννους τουτους γραφουσι
διακρινουσα και φανερουσα εν οκτω μηνας καταστροφη εκ του πυκνου αστεως
μελισσας αγριου βορβορυγμου συνθεμελα γαιας οικηματα τα θρια του τριβωνος
πληθος σημανει ωδη χωματος αντι του λαλος επι σπηλαιοις κατακρυμνισται
και δε τουτο γαρ η ορνις χυμα υπερ βωμου την ιστορο
τουτο διττον εστιν και μερους ιδιον
οτι η γλισχροτις χωριστη εν τω μελιτι πτυα ως πλειστα ταις επισκαλμισιν εντροπωσαμενοι ηρεττον
επιπρων και ενεπιπρων διεται τις κατεβαινοντας θεοις
αλλ ου διετετατο παρα Μαδριτης προς αυτο της ακοης απολελειμμενης
διεσης! διεσης γης!

ιιι) σαπφισμός από κλειδαρότρυπα

ένας γέρος αποφάσισε να ερωτευθεί τον εαυτό του. πρόσφερε στον εαυτό του ένα λουλούδι. Όχι, όχι, δεν θέλω να σε παντρευτώ, είπε, θα μπορούσες να είσαι ο πατέρας μου. Russell Edson,όταν το ταβάνι κλαίει, εκδόσεις Αιγόκερως

 Φουσκώνουν μεταμορφώνουν, το ελαστικό παιχνίδι με τη ζωή των αποσπασμάτων και με τα νεύματα που ασχολήθηκαν με τη ζωή της σύγχρονης μούσας το τεχνητό χέρι από φως τοιχογραφίας παρμένο ιδανικά από τη μέθοδο που παρασύρεται σε πλατιές ρυθμικές ανάσες πραγματικότητας και με την ακραία απόληξη μιας μορφής μονολόγου από συνθετική αποτυχία και τη σκόπιμη θεωρία σαν μια τέχνη της αντίληψης να πραγματώνεται άχρηστη μέσα στην αρχιτεκτονική γυναίκα και το περιθώριο της ρακίνειας σκηνικότητας φορμαρισμένος λόγος αβάσταχτης λύπης- και πέρα από την πόρτα που ορθώνεται το αξιοσημείωτο σεξουαλικό ακόντιο της σαρωτικής τελικότητας κι ανάμεσα στην ψυχρή αυστηρότητα και την εκστατική αναζήτηση διατηρημένοι σε ελάσσονα κλίμακα τα εξομολογητικά σύννεφα που ξεσπούν με ένα οποιοδήποτε ύφος απομάκρυνσης συντροφιά με τους χειροπιαστούς τρόπους μιας κραυγής εσωτερικευμένης στους υποκειμενικούς παράγοντες της

«παύση για μηδενική ανασυγκρότηση από τζαζ ήχο πένθιμης ειρωνείας»

κι από τους υπόλοιπους που διατηρούν την ελευθερία τους μέσα σε ένα σύγκορμο ωραίου και με τη θεματική φύλαξη της βραδιάς μας πνιγμένη μέσα σε ένα μπουκάλι καταπατημένου παρελθόντος να μπαίνεις μέσα στην σκηνική παρουσία εντυπωσιασμένη από την αγριότητα της έλλειψης πόνου για τον θάνατο του Ιππόλυτου και με τις φλέβες να καίγονται στο φαρμάκι της ανάπτυξης μιας αντρικής φιγούρας από παρέλαση τραυμάτων η ειλικρίνεια κι η αγνότητα σαν κίνηση φωτός που καταστρέφει την υλικότητα των σωμάτων μέσα στις επιθυμίες κάποιου γυμνού αέρα κι εδώ είναι ακριβώς το σημείο που τα μπαλόνια απουσιάζουν μετρώντας την ωριμότητα με απώλεια αίματος και με ουλές- με όλες τις ομοιογένειες των παρατηρήσεων μας κοινές τάξεις από στοιχεία μιας ορισμένης γοητείας για ένα αυτί ένα μάτι ένα βυζί μία πούτσα ένα μουνί, κι απορροφημένοι στην παρατήρηση μιας φτυσιάς σαν σύμφυρμα παρανοϊκής κριτικής μεθόδου που συνιστούν την τελειότητα της προγραμματισμένης αδιαφορίας μια ιπποδρομία από αγώνες χωρίς αντίκρισμα επάθλου

-εδώ κάθε καλλιτέχνης ισχυρίζεται πως αντιπροσωπεύει τα ακαθόριστα σύνορα μιας ζεστής πατρίδας

και με αυτή την ασαφή έννοια του επιχειρήματος του χαρακτηριστικού της σιωπής για τους σημαντικούς ήρωες του μελοδράματος και της τραγωδίας μια ολόκληρη στράτευση από θέματα τεχνικής παρόρμησης όταν την ίδια στιγμή ένα πλοίο περνά από βοτανικούς κήπους προς μια γραμμή φυγής κι όταν πια ζωγραφισμένο το ανεξάντλητο κρατάει κατάλογο υπό μορφή τρομακτικών αφαιρετικών κόσμων και πιο κοντά στην ευαισθησία για την αποφυγή του τραγικού παρά στην άκρη της μίμησης που βρίσκεται σε λήθαργο να κοιμάται αβυσσαλέα κάτω από το ζωντανό κρύο ενός αγαπημένου πράγματος σαν ευτυχία που αποχρωματίστηκε στις γεωμετρίες της θλίψης γιατί έτσι του άρεσε γιατί έτσι του γούσταρε γιατί έτσι ο κορμός του δέντρου συνεπαρμένος μεταφέρει το όραμα σε ένα όραμα χωρίς διακοσμητικές μεταβιβάσεις της αποκαλυπτικής εμπειρίας που προορίζεται για την έκθεση μιας ακριβής διαρθρωμένης εξωτερικής ανάγκης: μελλόδραμα, με διπλασιασμό του λάμδα.

παύση για αποκρυμμένη  ξαφνική εκδήλωση μιας ασήμαντης καθημερινής λειτουργίας όπως ο βήχας ή όπως το άναμμα τσιγάρου ή όπως μια γουλιά ουίσκι ή όπως μια επίσκεψη στον ιερό χώρο της τουαλέτας, πολλά, μπορείς να κάνεις  πολλά μιλώντας για παύσεις που αλλάζουν εντελώς την δραστική μορφή της ορμής που εμπεριέχεται στα νοήματα ενός έργου ή μιας χειρονομίας που εξάρει την διάθεση για να διαπεδύσει η ιερή νόσος.

Η φιλοσοφία είναι αναγκαιότητα και βαθμίδα πολιτισμού-οι φιλοσοφίες είναι οι θρησκείες και οι βαθμίδες της συνολικής καλοσύνης ως κοσμοθέασης- κι όπως η άρνηση της φιλοσοφίας παράγει μια νέου τύπου φιλοσοφία έτσι κι ένας άθεος δεν σημαίνει ό,τι είναι άθρησκος

μερικές πρώτες παρατηρήσεις —θρησκεία, λέξη προερχόμενη από τις ιδιαίτερες συνήθειες των γυναικών της Θράκης, τις Θράσσαις, ως σύνολο Μιμαλώνων (μίμος), Ηδωνών (ηδονή) και Κλυδώνων (κλυδωνισμός, χορός),

οι άντρες συνωστίζονται θεατές και μαγνητίζονται- οι γυναίκες εκπολιτίσουν τους άντρες, έξω βρέχει, επικίνδυνα καιρικά φαινόμενα, την κατα τοπον κινητικην αισθησιν μητε των αλλων μηδεμιαν ως ζωα φυτα θεοι επι τοις ανδρασι

άνω θρώσκω- ανώτερη θρησκεία ως πράξη της ίδιας της ζωής
αλλ’ εν οις το ζην και η ζωη τρανοτερον
περιφανεστερον εστιν
την κτησιν την ουσιαν
ζων και παρεχων ζωην
δρομου μετεχοντας κι αλλα σφοδρως μετελειφοτας

—σκόρπιες σκέψεις ως τυπικό σύστημα μιας ανασύστασης των παραγόμενων τυπικών ορισμών

Ζοφομηνία τέλος—-ανασύσταση ποιητικού υλικού: (μικρό κλικ για δημοσίευση σαν να ξεντύνεσαι προς μιαν αγάπη μισογκρεμισμένης παρένθεσης

ιv) ελλειπτικές μεταμορφώσεις ενός κλόουν

τίποτα. δεν θέλω να γράψω τίποτα για την άρρητη αυτή έννοια του θείου. εδώ σταματώ να φλυαρώ και σιωπώ και σέβω.

7, Σεπτεμβρίου , 2010 + 776 μ.π.ο. στις 9:09 μμ ·

Ωδ) ορωντα οφθαλμους επιρροθο

——————————–

αν και απέδειξε πως δεν το αξίζει τηρώ μια παλιά υπόσχεσή και αφιερώνω στο Νίκο Βουτυρόπουλο το Ωδ,

———————————-

Σκέφτομαι ήχους, ρίγος, γέλια, άλικες αδρότητες, σκούρα δοκάρια σε παγωμένα δωμάτια, μεταμορφώσεις της αγκώνης: αγριμική σύνθεση της αγχίνοιας .Κάτω από τα αστέρια η σιωπηλή όψη της Νύχτας. Μεθάμε.

Κοιτάξτε πόσο όμορφα χορεύουν ακόμα και οι τυφλοί. Εκείνοι μας διδάσκουν γιατί έμαθαν να ακολουθούν αρώματα, και τώρα τα χρώματα και τα σχήματα αντικαταστάθηκαν από τις αφές. Οι σκιές πήραν τη θέση του ιδρώτα κι η αγωνία τώρα έχει γίνει ο χτύπος της καρδιάς τους ο ίδιος. Μπορούν και ξαναβλέπουν. Ίσως καλύτερα από μερικούς που νομίζουν πως η όρασή τους είναι η μία κι η μοναδική.

Οθεν ορμηθεντες εαυτου καταμεμφεται και απεπηξε παντα ως μη δυνασθαι προϊεναι
κι αν πει πως είναι η εκδίκηση των ποιητών , θα είναι λίγο.

Μα τώρα αξία έχει το ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ ΓΙΝΟΥ- η αυτοσυμφυής υπερβατικότητα. Η προσωπική αναπαράσταση του αποκαμωμένου κόσμου. Έρωτας για το παιχνίδι κι έρωτας για τη μάχη. τίποτα άλλο. Αδιαφορία για τις επιτυχίες, αδιαφορία για τις αποτυχίες και κάπου στα μεσοδιαστήματα, περιπλανήσεις και καταχρήσεις του fas και του ne fas. Ίσως λίγο πιο μετά κάποιοι ήχοι πλήκτρων ή κάποια τσιριχτά χαρτιού. Κι όμως, ένας από τους δημιουργούς του stand up comedy, ο Lenny Bruce, με μάτια που τον θαυμάζουν μέσα από φλας  καρέ χειροκρότημα πίσω από χέρια που φοράνε γάντια και πρόσωπα που γέρνουν στην επικρότηση για να ψιθυρίσουν τα πνευματώδη τους σχόλια- όμως αυτό είναι ένα υλικό που δημιουργήθηκε από την εκστατική φλυαρία του bebop και του beat, από την μίξη δηλαδή των μποέμ και της τζαζ. Λίγο αργότερα μας περιμένει ένα σιχαμένο βερμούτ. Ένα bar ίσως. Καλλίτερα σ’ ένα bar.

Μα δεν θέλει τίποτα να αναλάβει. Γυρνάει την πλάτη. Le deja vecu, le deja fait. Πόνεσε, ερεθίστηκε, υπέφερε, υπήρξε χαρούμενος. Όχι, δεν πρόκειται να μιμηθεί τον Δον Ζουάν. Όχι δεν πρόκειται να τα βάλει με τον Έρωτα. Φωνάζει:

‎Ω ΓΝΩΘΙ ΣΑΥΤΟΝ:  κοιτώντας τον εαυτό σου σαν την αρχή μιας διαστημικής εξερεύνησης, πώς να είναι οι ουρανοί, οι θάλασσες, οι ατμόσφαιρες, κι εκτός της ατμόσφαιρας, τα αστέρια, τα αστέρια κοίταξε και φώναξε δυνατά για να σ’ ακούσουν εκείνοι μα πιότερο να ακουστείς μέσα σου, ο κατά δαίμων εαυτού: ΣΥ ΕΙ.

1: αν γράψεις ένα μυθιστόρημα όπου ο κεντρικός ήρωας θεωρεί πως η ζωή δεν έχει βαθύτερο μήνυμα, αυτό δεν αντανακλά απαραίτητα την ιδέα του υποφαινόμενου. Η ζωή για εκείνον μπορεί να έχει βαθύτερο νόημα. Συνεπώς, η ζωή ενός ξυγγραφέα δεν μπορεί να κριθεί στην μυθιστοριογραφία από το τι πιστεύει ή δεν πράττει ο ήρωας του.

2: η ζωή ενός συγγραφέα είναι η ζωή που κανείς δεν θα ήθελε να κάνει. Είναι και πρέπει να είναι η ζωή ενός Ιεροφάντη.

3: Τα μέσα για την εκτέλεση ενός έργου τέχνης είναι μια μεταβιβάσιμη παγκόσμια γλώσσα. Από την άλλη, ο μόχθος παραγωγής του, είναι ένα αριστούργημα ανθρώπινης θυσίας. Είναι μια ολοκληρωτική χαρούμενη απουσία. Το ίδιο συνέβη με την πλαστική τέχνη, με τη μοντέρνα αρχιτεκτονική ή με την σύγχρονη ζωγραφική-γλυπτική. Χρησιμοποιούν ακόμα μια γλώσσα βεβαρυμένη, από μαλακισμένους όρους που διαρκώς παρερμηνεύονται. Αποδείξαμε πως το πρόβλημα είναι των άλλων.

4: Η αποκλειστική χρήση πρωτογενών στοιχείων οδηγεί αποκλειστικά στην διακοσμητική τέχνη. Τώρα μπορείτε να καταλάβετε γιατί μια Λένα Μαντά η μια Κική Δημουλά κάνουν διακοσμητική Ποίηση.

5: Έχουμε βαρεθεί όλους αυτούς που νομίζουν την ποίηση ή την τέχνη γενικότερα, έκθεση αόριστων στοιχείων που παγιδεύουν το μέσο αίσθημα του ωραίου, όπως νοσταλγία, πόθος, έρωτας, λεπτολόγες αισθήσεις. Η Τέχνη είναι πολύ μακρύτερα. Να γιατί η ζωή ενός δημιουργού προορίζεται για λίγους. Το ίδιο συμβαίνει και με την έρευνα μιας επιστήμης. Το ίδιο ακριβώς.

6: Τέχνη χωρίς εξαρτήσεις, επιστήμη χωρίς εξαρτήσεις. Πως μπορείς για παράδειγμα να θέσεις τα θεμέλια μιας κοινωνικής ευμάρειας όντας τραπεζικός υπάλληλος, ή πως μπορείς να δεις εγκλήματα που διέπραξε ο χριστιανισμός όντας χριστιανός? Εδώ πρέπει να το καταλάβουμε όλοι μια και καλή. Ένας αληθινός καλλιτέχνης- ή επιστήμονας, πρώτα απ όλα πρέπει να έχει μάθει στην κακουχία και να μην του καίγεται καρφί για τίποτα. Αλλιώς να κάτσει στα αυγά του μήπως και κλωσήσει κάτι ευγενέστερο.

7: (κυρίως τεχνικό)– μάθε να αδιαφορείς από την απαράμιλλη γοητεία που ασκεί αυτή η αφοσίωση κι αυτή η ανεξαρτησία. Έτσι δεν θα παγιδευτείς ποτέ.

8:(κυρίως τεχνικό) με κάθε τρόπο να θεάται, τη μάσκα και το δήθεν πραγματικό πρόσωπο, μάθε να αδιαφορείς και για τα 2 χωρίς να αδυνατείς να συγκροτήσεις ή να διακρίνεις τις δομές τους. Καθένας ξέρει για τον εαυτό του όπως το παγκόσμιο δεν γνωρίζει για την ολότητά του, εκτός από τα μέρη του από τα οποία ξεπηδά η συνείδηση. Κι όπως υπάρχει προσωπική τέχνη που είναι παγκόσμια, έτσι υπάρχει και παγκόσμια τέχνη που είναι προσωπική. Αυτό που παρασημαίνει τις αξίες ωστόσο βρίσκεται αλλού.

9: ο ήλιος λιώνει όλη την πόλη σε μια κηλίδα που σαν τρελό τρομπόνι, κάνει όλο σου το είναι να πάλλεται. Τώρα μπορούμε να ερμηνεύσουμε ως ανάσα τον ήχο του υγρού που κελαρύζει. Μπορούμε να το αποκαλέσουμε και Ψυχή. Και πάλι είναι περιορισμένη αυτή η μορφή. Δεν είναι μόνο Ψυχή. Για κάποιον άλλον μπορεί να είναι πόθος. Για εμένα προσωπικά είναι έξω από τον Πόθο και την Ψυχή. Είναι το ήτορ. Διαμοιρασμένη αρσενικότητα ισόποσα σε θηλυκότητα. Δίκαια πράγματα.

10: φτάνεις σε μια έρημο όπου τίποτα άλλο δεν διακρίνεται από το αίσθημα. Λίγο αργότερα εμφανίζονται οπτασίες νερού ή σκιάς. Ο Πόθος συναντάει την ελπίδα. Η πραγματικότητα όμως δεν θα αλλάξει ποτέ. Είσαι σε μια έρημο όπου τίποτα άλλο δεν διακρίνεται εκτός από τα αίσθημά των προσδοκιών σου. Κι ούτε νερό ούτε σκιά. Έτσι αναγκαστικά επινοείς τον Όνειρο που θα συνδέσει τον Θάνατό σου με τον αδελφό του τον Ύπνο. Υιοί του Ερέβους, πάντα αχώριστοι, τι να πει κανείς για αυτά τα παιδιά!

11: αν μπορούσαμε να βγάλουμε από τα έργα των μεγάλων δασκάλων το αίσθημα που εκφράζουν αυτοί, τότε θα είχαμε την καθαρή καλλιτεχνική αξία. Μην το κανείς ποτέ. Είναι παγίδα. Έτσι έκαναν τη φιλοσοφία μιαν ασχολία των βαρεμένων και ανοργασμικών.

12: Ζύγιση,απόσταση,μοναξιά,ανεξαρτησία,αδιαφορία,θάρρος,συλλογικότητα. Να μερικά πρώτα βασικά δευτερογενή ψυχικά στοιχεία που συντελούν στην καλλιτεχνική ή επιστημονική ιδιοφυΐα

Κι από παλιά κιτάπια μισοξεραμένο τότε, ιδού το απρόσμενο θέατρο
σκαλισμένο στον πρόναο του Απόλλωνος,
στους Δελφούς ως το ΒΟΥΛΕΟΥ ΧΡΗΣΙΜΑ με άλλη μορφή
Και να μην ανησυχείτε για τίποτα.
Όλα είναι δοκιμασίες.
Διατηρείστε το ύφος σας ακόμα και στα έσχατα.
Μα είναι τ’ΕΥΓΕΝΕΙΑΝ ΑΣΚΕΙ
Και θαλασσώθηκα με το φιλί
ρήση τη ρήση κραυγή την  κριγή
μ’ αν φύγεις μακριά πεπρωμένο ,
‘νειρέψου όνειρο μικρό
Με εμένα εντός σου τον πνιγμένο.

Ύστερα πάλι λες
με πνίγουν τ’ αστέρια
Τα φώτα χωρίς γυρισμό
Τούτα κρατάνε, τα χέρια
Σε όνειρο δίχως σκοπό

- φωνή πρώτη :μπλιαχ. αυτή η version μου φέρνει ναυτία. αυτοδημιούργητη κιόλας.. ας κρατήσουμε το happy end μονάχα για τα παιδιά και για εκείνους..τους πέστους..πως τους είπαμε? α ναι, τους ερωτευμένους.

(παύση από κόμπο στο λαιμό)

-Φωνή πρώτη πιο πεισμωμένη: ωστόσο η προηγούμενη γενιά, πέρα από μερικές λαμπρές εξαιρέσεις, θα πάρει τον μακρύτερο συνοχεύς μαζί μου στον πάτο.

-Φωνή δεύτερη: να τη βελτιώσουμε, πριν ξεράσεις… να το τραγουδήσουμε, ας πούμε έτσι:

«Με πνίγουν τ΄ αστέρια
Φώτα χωρίς γυρισμό
Κρατάνε τα χέρια
Όνειρο δίχως σκοπό»

- Φωνή πρώτη εξευγενισμένη: λείπει ακόμα η πινελιά του “τελευτα αλυπος”, που κάνει τη διαφορά. Ξαναπροσπάθησε το.

- Φωνή δεύτερη σαν τη φωνή της επίγνωσης: έλα, Ζώρζ, αργείς…τι να κάνω; μια ζωή βιάζομαι..

- Φωνή δεύτερη πιο πεισμωμένη: το ξεκίνησες, εε, συνέχισε…

- Φωνή πρώτη αβυσσαλέα:

«επέχω πνιγμούς
ολισθηρούς προσάνεμους
ρυθμούς δίθυρους
ανυπότακτων άστρων»

-Φωνή δεύτερη επιμένουσα: εε τώρα πρέπει να υπάρξει η διαφορά…

Χορός :
αλλάζεις ρότα εδώ…
να το δούμε απ΄ την αρχή χωρίς σταματημό…
Πως θαλασσώθηκα μ’ ένα φιλί
Μ’ αν φύγεις μακριά πεπρωμένο
‘νειρέψου όνειρο μικρό
Με εκείνωνε πνιγμένο.
Που τ’άγρια  αστέρια τον πνίγουν
Σε φώτισσες χωρίς γυρισμό
Κρατάνε τούτα τα χέρια τα αγνά
Σε εκείνο τ’ όνειρο
Το δίχως σκοπό

-Φωνή δεύτερη ανατριχιασμένη : .κάπως…. το όνειρο έγινε λεπίδα…μπρρρρ, δεν ξέρω…δεν ξέρω..

Και τότε γυρνάς και μου λες: να σου πω Ζώρζ ότι αυτό το παιγνίδι το παίζαμε με τον κολλητό μου εικόσι χρόνια τώρα…πέθανε πριν δυο μήνες…Ζώρζ, τον πενθώ ακόμη. Ξέρεις τι έκανε ο Αχιλλέας όταν έχασε τον Πάτροκλο Ζωρζ;

Έριξε στάχτη στα μούτρα του.
Έριξε στάχτη στα μούτρα του
Έριξε στάχτη στα μούτρα του.
Έριξε στάχτη στα μούτρα του
Έριξε στάχτη στα μούτρα του.
Έριξε στάχτη στα μούτρα του
Έριξε στάχτη στα μούτρα του.
Έριξε στάχτη στα μούτρα του
Έριξε στάχτη στα μούτρα του.
Έριξε στάχτη στα μούτρα του
Έριξε στάχτη στα μούτρα του.
Έριξε στάχτη στα μούτρα του

Σήμερα του ξημερώματος στου ηλιακού έτους τις δώδεκα φορές, γυμνός έκατσα σε μια ταράτσα που την αποκαλώ η ταράτσα μου και γελούσα μέχρι σκασμού με ένα κορίτσι τυλιγμένο στις κουβέρτες του λίγο να κοιμάται να ξυπνάει λίγο να τρομάζει για μια στιγμή να χαμογελάει και να ξανακοιμάται μα όταν την ξανακοίταξα στη θέση της ένα αεράκι σφαιρικό που γυρνούσε όπως η παιδική σβούρα, στο λαιμό μου χόρευε  και μου εξομολογιόταν: πες στο φίλο σου «τελευτα αλυπος» , έτσι μου είπε κι αυτό σου λέω, πες σε εκείνον που πρέπει, πως ο χαμένος δεν είναι χαμένος, στα Ηλύσια Πεδία είναι με το κβαντικό spin του  νεκρού μεθυσμένο για πάντα να αιακίζει, κι είναι καλά. Πες του να κοιτάξει τη ζωή του και πως είναι καιρός  να κάνει ότι καλύτερο μπορεί για να τιμήσει τον εαυτό του.

Ωε) απαξιωμένος αποξυόμενος και ο αποξυομένος λουόμενος

Κάποια φορά κοιτώ τους σχεδόν παιδικούς και αφαιρετικούς πίνακες του Μιρό με το ίδιο αίσθημα που έχω όταν κοιτώ τη “φωνή εξ’ Ουρανού: και θα φας μέχρι σκασμού” , του Πωλ Κλέε. Έχει τύχει επίσης να κοιτάξω την παιδική ζωγραφιά δοσμένη από το ίδιο το μικρό παιδί που την σκάλισε. Έχω επίσης κοιτάξει ακόμα και την δική μου απ’ όταν ήμουν κι εγώ μικρό παιδί. Αν θυμάμαι καλά κάπου πρέπει να έχουν διασωθεί μια δυο στο πατρικό συρτάρι. Το ίδιο ακριβώς αίσθημα έχω κι όταν κοιτώ την ελληνική τέχνη με την συγκλονιστική ομορφιά της. Με πείθουν όλες οι περιπτώσεις στο ίδιο και μοναδικό αίσθημα. Αυτό ακριβώς οι Έλληνες στη Φιλοσοφία αποκαλούν ΕΝ. Την εαυτότητα. Όχι την ονομασία κάποιου αριθμού. Δεν είναι αριθμητικό το ΕΝ. Αλλά ποιοτικό. Είναι η εαυτότητα ναι. Που είναι μοναδική όχι γιατί είναι ενιαία και κοινή, αλλά είναι μοναδική γιατί είναι ακέραια μέσα σε άλλες ακέραιες. Αυτή ακριβώς είναι η ενότητα, αυτή και η κοινότητα.

————————————

Ωζ) Πρώτη Επικύρωση Κορυμβισμού- Λονδίνο, Μεταγειτνιών 2788 μ. π. Ο. (μετά πρώτης Ολυμπιάδας)

2, Νοεμβρίου , 2010 στις 2:19 μμ ·

Ωζ) επί σκότους

Φόρος τιμής στον Νάνο Βαλαωρίτη κόντρα σε όσους τον λοιδωρούν και τον ζηλεύουν και τον φθονούν για την ένδοξη ποητική του πορεία

α)
τι ο αποχαιρετισμός
στα ιερά του Έρωτα,
στα κάποια πράγματα
ως πράγματα κάποια
δεν πρέπει να λέγονται
ακόμα κι αν δεν τα εννοείς.
Αλλιώς τη σκυτάλη παίρνει η λέξη αντίο,
Κι όσες φορές αν την έχετε ανταλλάξει
μεταξύ σας τη λέξη
Στο τέλος παίρνει την οριστική μορφή
εκείνης της μίας φοράς
Όπως που έτσι από τα πανάρχαια χρόνια
Την ώρα που τον οβολό
Κάτω από τη γλώσσα τοποθετούσαν,
Με ευλάβεια του την ξεστόμιζαν
Αποχαιρετώντας το νεκρό
Τον ταξιδιώτη
Ετούτον εδώ τον ξένο

β) ανοικτή επιστολή με την τεχνική της κορυμβικής πρόζας μετρημένη ως ημερολόγιο

    intermezzo για έναν χαμένο έρωτα

Είναι η στιγμή που με φιλάς κι αποσυντονίζεται η συναυλία του εαυτού . Τότε έχω επιστρέψει στην αρχική συνθήκη της δημιουργίας. Κατά τον Ησίοδο στη γενιά του Χάους. Κατά τη συνθήκη μιας πρώτης πόλης, ως ένας Κέκροπας το λιγότερο, ένας δίκαιος διαιτητής. Μα όμως εγώ δεν θέλω να είμαι βασιλιάς. Προτιμώ να μεταμορφωθώ σε Σόλωνα. Γιατί μελέτησα το φως στη λευκότητα του χιονιού για να μπορώ να σε κοιτώ κατάματα ακόμα και στη νοσταλγία. Κι αφού αποδείξω πως πονώ χωρίς να μπορεί με κατευθύνει το αίσθημα της θλίψης, τότε μπορώ να μιλήσω κορυμβικά. Μπορώ να μιλήσω για το Marathon Project, για την πολιτική, την θρησκεία, την πατρίδα κι αφού ξεμπερδέψω ακόμα και με τους ανεγκέφαλους που βάνουν μπόμπες στις πρεσβείες, μπορώ επιτέλους να συνεχίσω όπως και πριν, να γράφω ποιήματα γλεντώντας τη ζωή στις γύρες που ανέκαθεν προτιμούσα να ιππεύω.

    2) αποψεις κατά περιήγησης 4 ημέρων εκ τοπων και ανδραπους εν τοις Αθηνεσι , μηνας των μαιμακτηριων 2788 μ.π.Ο.

ΔΕΝ με απασχολεί η βραδυταχύς προετοιμασία ενός τόσο πρόσκαιρου ή ισοδύναμα σχεδόν ιδιωτεύοντος κειμένου όπως οι αμύητοι θα το αντιληφθούν έτσι, με την έννοια πως οριοθετείται από ημερομηνίες, προσωπικό χαρακτήρα, υποκειμενική τοποθέτηση και τραγικές θεωρήσεις πάνω σε ερείπια – ζωές δικές μου ή των άλλων, κι εκεί ακριβώς θα παγιδευτεί η κλάση τους. Γνωστό αυτό. Με απασχολεί απλά το γεγονός πως κάθε υλικό είναι με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο φθαρτό μέσα στο χρόνο και ως εκ τούτου, κάθε τι το ανθρώπινο δημιούργημα, ενέχει κατά το έμμεσο  της διαδικασίας, ένα σπέρμα fluxus από τσόχα κι από λίπος τουλάχιστον. Έτσι είτε απολαμβάνουμε μια τέχνη που δεν προορίζεται για θρησκευτική χρήση, στο παρόν μας, είτε αυτή περισώζεται αλλοιωμένη στις μορφές και στα χρώματα από τα μακρινά παρελθόντα, σημασιολογικά μπορούμε να εννοήσουμε πως, η φρέσκια και δροσερά άθρησκη τέχνη του παρόντος μπορεί να θεωρηθεί στα ενστικτώδη κίνητρά της, εξίσου, ως αλλοιωμένη θρησκευτικά τέχνη που ζητά να ταξιδέψει πίσω στο χρόνο προκειμένου να αποκτήσει θρησκευτικότητα, με την έννοια της ακεραιότητας όπως ακριβώς όταν κοιτάμε μια Αφροδίτη της Μήλου και προσπαθούμε να φανταστούμε πως περίπου θα ήταν τα χέρια της αν δεν είχαν καταστραφεί. Ως εκ τούτου, αν διανύοντας το μήκος της ιστορίας δεχτούμε τους λόγους που οι καλλιτέχνες από το διαφωτισμό και μετά ζητούσαν μια ολοένα και λιγότερο χριστιανική τέχνη, μια τέχνη που δεν θα ήταν δέσμια της «εκκλησίας» ως προς τη χρήση αλλά και ως προς την παραγγελία κατασκευής της, αλλά μια τέχνη προορισμένη και τοποθετημένη στον άνθρωπο για τον άνθρωπο, φαίνεται πως η τέχνη σαν το φιλμάκι Pissing Duet του Michael Snow, γυναίκα και άντρας που ουρούν γυμνωμένοι όρθιοι σε κουβάδες, διεκδικεί και ωθεί άθελά του στην φαντασιακή επέκταση της χαμένης αυτής θρησκευτικότητας. Εν προκειμένω το pissing duet ενδεχομένως να ισοδυναμούσε με ένα θρησκευτικό κλασσικού τύπου άγαλμα Πανός, εκείνου και της συντρόφου του σε μια πόζα του αμέριμνου.

Ωστόσο πρέπει να ξέρετε, πως η καλή και προσεγμένη τέχνη, η βαθιά δημιουργία, λειτουργεί απολλώνια καθαρτικά, ανεξάρτητα από το πόσο ποταπά και φθηνά ήταν τα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν  για να την αποδώσουν.  Τούτο ως συμπέρασμα το κατέδειξε η povera arte με κύριο εκφραστή της τον Κουνέλη .  Η povera arte απέδειξε  εξίσου με το  νταντά και το fluxus, πως αν η ύλη φθείρεται, τότε είναι δυνατόν να μετασχηματίζεται και η ιδέα ως νοητό, ή έστω πως ισχύει το φυσικό ζήτημα του αναλλοίωτου και του ανταλλοίωτου  ακόμα και στις ίδιες τις ιδέες, αλλά και κάτι ακόμα:  η καλλιτεχνική αξία είναι ανεξάρτητη από το υλικό που χρησιμοποιήθηκε, δεν έχει να κάνει με το μέσο-το μέσο εξυπηρετεί μονάχα τη μνημειακότητα του πράγματος ήτοι ως διαμεσολάβηση προς την αιωνιότητα δηλαδή ως αντοχή στα σπαράγματα του χρόνου- αλλά με το τελικό  της αποτέλεσμα ως ψυχική επίδραση στη θέασή της είτε εδώ είτε εκεί , κοινό ζητούμενο. Η Τέχνη δηλαδή που ξεπηδά μέσα από την εντιμότητα του πνεύματος του δημιουργού ενώ έρχεται μέσα από τη σύλληψη της ιδέας του πνεύματος, δηλαδή μέσα από τον μεταφυσικό πυρήνα των θεών που ορίζουν εκείνο το πεδίο δράσης, είναι τέχνη ασύγκριτη, είναι τέχνη κορυφώσεων.  O χρόνος όσο κι αν την αγγίξει δεν τη καταστρέφει, την κάνει απλά πιο γοητευτική, την μεταπλάθει και την εντάσσει στο μύθο και μείς μένουμε άφωνοι  καρφωμένοι στο παρόν μας, να θαυμάζουμε γεμάτοι παράπονο  θυμό ή απορία πως αυτή η ομορφιά θα λειτουργούσε μέσα μας αν η ακεραιότητά της δεν είχε περιέλθει σε βανδαλισμό.  Εκείνη τη στιγμή χωρίς να το γνωρίζουμε τελούμε τελετές και μυστήρια ενός Απόλλωνα. Συγκεκριμένα, περί τέχνης μιλώντας, για μια τέχνη  υψηλών προδιαγραφών,  για τέτοιου είδους τέχνη που εξαγνίζει από την ξιπασιά και την εγωπάθεια που δέρνει τον άνθρωπο οι αρχαίοι Έλληνες αυτό το ονόμαζαν Νίκη των Θεών έναντι των Τιτάνων. Με αυτό συμβόλιζαν τη Νίκη του πολιτισμού έναντι της βαρβαρότητας , ουσιαστικά δηλαδή δεν έκαναν τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο απ το να δώσουν μορφή στις ιδέες που  διέρρεαν τον κοινωνικό τους ιστό. Αλλά όλο αυτό οφείλει όπως θεωρούσαν να έχει ένα μέτρο. Στο βαθμό που ο πολιτισμός δεν εκφυλίζεται σε έναν αυτοσκοπό. Ας μην ξεχνάμε δηλαδή και το ζώο μέσα μας. Εκεί σε αυτή την σπουδαία συμφιλίωση, αναλαμβάνει η τέχνη ακριβώς όπως ο Ερμής που  καθισμένος  μια μέρα σε μια πέτρα παίζοντας με το ραβδί του, είδε κάτω στο χώμα δυο φίδια να τσακώνονται κι έπιασε τότε με το ραβδί του απαλά και τα χώρισε να σταματήσουν. Από τότε αυτά σκαρφάλωσαν όπως οι έλικες του DNA  στο ραβδί του θεού- μεταποίησαν δηλαδή το ραβδί του στο γνωστό μας κηρύκειο. Είναι όμως ακριβώς, το ίδιο βλέμμα του ποιητή που κρυφοκοιτάζει ενεό το θεό και συλλαμβάνει την ιδέα της ομόνοιας μεταξύ των φιδιών.  Και ας κοιτάξετε καλά γιατί  ο ποιητής τώρα τρέχει  πίσω στον οικισμό να μιλήσει για ότι είδε. Εκεί πάνω, στο μύθο, σε πράμα δηλαδή που ισορροπεί ανάμεσα στην πραγματικότητα και στη διδαχή, ο λόγος του μύθου που συσσωρεύεται σε μια κοινωνία που διαμορφώνεται  αυθόρμητα εκ των έσωθεν κι όχι βίαια εκ των έξωθεν, είναι ζήτημα χρόνου πως και πότε θα πάρει μορφή κατά τις εκφράσεις των ανθρώπων  σ’ αυτό που αργότερα οι επισκέπτες των μουσείων θα αποκαλέσουν συγκινημένοι, κουλτούρα, ενώ οι μέτοχοι αυτής  της  φυσικής ζύμωσης, θρησκεία (θράσσαι).

Ωη) φυση και τεχνη

αφηνω πισω μου για παντα τους τονισμους κι ακολουθω την γνησιοτητα του λογου και της γραφης. κοντολογις, φυση και τεχνη, ειναι δυο εννοιες κατα τεκμηριο τοσο διαφορετικες οσο και ιδιες. κατ’ αρχας, εκ πρωτης οψεως δεν μπορεις να διακρινεις τον διαφορετικο τους χαρακτηρα καθως το πεδιο απαιτησεων που εμφιλοχωρει σε καθε μια ειναι εντελει ξεχωριστο και με διαφορετική προτεραιοτητα. και σαφως η γνωσιολογική τους προσεγγιση  δεν ειναι δυνατον να επιτευχθει απο μια  μονομερη μελετη ειτε της μιας ειτε της αλλης εννοιας. ουτε ομως ειναι δυνατο να διεισδυσουμε στις δομες και στα θεωρηματα της καθε μιας με μια συστημικη προοπτικη, εφοσον ο κινδυνος ενος συμψηφισμου ειναι παντοτε ορατος και θα μας θεσει υπο της απειλης να απολεσουμε την κρισιμη εκεινη πληροφορια που απαιτειται ωστε να κατανοησουμε την μοιραια μεταξυ τους σχεση ελξης και απωθησης αλλα και περα απο το συνολο της μεταξυ τους σχεσης, ως δομικων αυτοτελων μοναδων εντος αυτου του περιβαλλοντος σχεσης που οι ιδιες δημιουργουν επειδη απο τη μια σχετιζονται αρρηκτα, αλλα και που ως τετοιες στον αντιποδα, αναιρουν η μια την αλλη, στην προσπαθεια τους να υπαρξουν ως κυριοι του εαυτου τους με αυτοτελεια και με συμπαγεια στο συνεχες τους αλυσιδωτο μηκος των ικανων και αξιοσημειωτων θεωρηματων, και παντα με την προοπτικη του θεμελιου στην απαρχη της ταυτοτητας τους.

αν  λογου χαρη ξεκινωντας απο μια απεγνωσμενη συγκινηση του οριστικου,  ν’αρπαξουμε μια κοπελα που μας ενεσπειρε το ερωτικο παθος να τη φιλησουμε, η να σφιξουμε την γροθια μας για να χτυπησουμε εναν αρσενικο κι αυτο γιατι μας παρακινησε το αισθημα της μαχης και του ανταγωνισμου, τοτε τι απο τα δυο περιγραφει καλυτερα το θυμικο της κινησης στη χειρονομια? η φυση, η, η τεχνη? κι αν ως ειδικη περιπτωση εξαιρεσουμε τον ασκητικο η αναχωρητικο χαρακτηρα των στωικων που τελουν ως αμετοχοι παρατηρητες ενος εσωτερικου διαλογισμου της σιωπης τοσο επι της φυσης οσο κι επι της τεχνης, ο ενας για λογους εγκρατειας εναντι των θεων (φυσης), και ο αλλος ως απλος αρνητης στην εικαστικη μα και λεκτικη δομη της παραστασης ως αφαιρεσης (τεχνη), τοτε μας απομενει το καθαρο συνολο μιας ανθρωποτητας της συντριπτικης πλειοψηφιας που λειτουργει στα γνωστα προκαθορισμενα πλαισια αντιδρασεων και συμπεριφορας, ως φυσης η ως τεχνης αντιστοιχα. αν ομως αρχικα δειξουμε σωφροσυνη, να παρεισφρησουμε στο ιδιο το ετυμα των λεξεων, βρισκουμε πως η λεξη φυση παραγεται απο το ρημα φυω που εδω ενεχει την γενικη σημασια του φυτρωνω (καπου) καθως και του φυτευω (κατι). η λεξη τεχνη απο την αλλη, παραγεται με τη σειρα της απο το ρημα τικτω που σημαινει γεννω (η ακομη φερνω και πλαθω σε καποιες περιπτωσεις). λεμε λογου χαρη «τι τεξεται η επιουσα?» που σημαινει «τι θα φερει η επομενη (αυριανη μερα) ?». εδω η ολβιοτητα της ελληνικης γλωσσας ειναι απαραμιλλη και καθοριστικη για τους δρομους που θα παρουν τα συμπερασματα των στοχασμων μας. μπορουμε ισως ηδη να διακρινουμε τα νοηματα π’ αχνοβοουν, τοσο για την φυση ως μια διαδικασια φυους (φυής,η) -οργανωμενης η οχι, οσο και για την τεχνη, ως μια διαδικασια κυησης και γεννας. βλεπουμε πως κοινος τοπος και των δυο εννοιων ειναι η γενικευμενη πλαστικοτητα, απο τη σπορα στη μορφη κι απο τη μορφη στο νοημα. ενδεχομενως μαλιστα στο ρημα τικτω να εγκολπωνεται περισσοτερη ανθρωπομορφικη πληροφορια απ’ οση στο ρημα φυω, και τοτε εκεινη, η τεχνη, ως διαδικασια να αφορα σε μια περισσοτερο συνειδητη και οργανωμενη παρ’αυθορμητη κατασκευη αλλα και παλι τουτο ειναι σχετικο και θα ηταν λαθος να το υποθεσει κανεις εξαρχης. εδω εχω κατα νου το κινημα των εξπρεσιονιστων και γενικοτερα ολοκληρο το κινημα της χειρονομιακης ζωγραφικης, οι δημιουργοι του οποιου ωθουνται απο ενα εσωτερικο κι ανυπερβλητο «ρει ζεον» (sic) που καθε αλλο το κανει παρα να χαρακτηριζονται τα εργα τους απο μια παγιωμενη  μορφολογικα μεθοδο στην σχεδιαση. εδω μαλλον η μεθοδος ειναι η ιδια η αμεθοδος αφου ο εικαστικος ακολουθει τους χαοτικους δρομους του αισθηματος του και που αυτο και μονο αυτο προσπαθει να εκφρασει, αποτυπωνοντας το «εν τη γενεσει» ανεξαρτητως μορφολογικης σχεδιασης πανω στο γλυπτο η στον καμβα μολονοτι η περιπτωση του καμβα πρωτογενως βρισκεται ακομη πιο κοντα στον αυθορμητο βρασμο του θυμικου γιατι τα μεσα που χρησιμοποιει βρισκονται σε αμεση εξαρτηση απ’ το ητορ που παλλει το ψυχειν (το ρημα ψυχω αλλωστε σημαινει πνεω και ακομη και εδω βλεπουμε πως ψυχη και πνευμα συνδεονται στενα σημασιολογικα και συγκεκριμενα στο πως αποδιδει η γλωσσα την κινηση του πνευματος ως ψυχης στην φαντασιακη του θεσμιση) ωστε να καθευδει στο χερι κι απο εκει στην τελικη επιφανεια (παρασταση).  γιατι οσο μικροτερη αντισταση φερνουν κατα την διαδικασια παραγωγης του εργου τα υλικα μεσα του καλλιτεχνη προς το εκπεφρασμενο του προϊον, τοσο πιο ακανονιστα εμφανιζονται οι σχεδιασμοι των χρωματων, οπως κι οι σταλες της βροχης που κυλουν τις κατσαρες τροχιες τους πανω στην επιφανεια του παραθυρου με κυνικη απλοτητα. εκει στο φυσικο αντιπαραδειγμα που πηραμε, το αποτελεσμα ειναι παντοτε μια εκκωφαντικη μιξη απο δακρυα τυχαιας κατανομης , αλλα το αισθητικο αποτελεσμα και στις δυο περιπτωσεις, ιδιο παντοτε αποτυπωνεται στις ψυχονοητικες μας αντιληψεις κατα γενικη συνισταμενη κι αυτο που αλλαζει δεν είναι παρα ο εσωτερικος μας μονολογος κατα την επιδραση μας με το χαοτικο συλληβδην του δημιουργου. ειναι αυτη η ιδια η κινηση του νερου τοσο οσο και η χρωματισμενη υγροτητα του δημιουργου επανω στο πινελο του. ετσι το «τικτειν», μπορει να παρει μορφες απο την ενισχυμενη προφανεια του «φυειν», και να ορισει το τελικο αισθητικο αποτελεσμα της κατασκευης του με δανεια του alter ego μιας αλλης σημασιας. ειναι ακριβως το σημειο απ’το οποιο η προβληματικη μας αναγει τα συμπερασματα των στοχασμων της στα βασικα αιτηματα της οντολογιας, της φαινομενολογιας και του υπαρξισμου.

«διδαχη και φυσις παραπλησιον εστι/ και γαρ η διδαχη μεταρυσμοι την φυσιν, μεταρυσμουσα δε φυσιοποιει» μας αναφερει ρητα το σπουδαιοτερο ισως μυαλο της αρχαιοτητας και ενα ολων των εποχων, ο δημοκριτος. τι ομως ταχα να σημαινει η λεξη διδαχη αν οχι το επι τικταιου αναθρεμμα, δηλαδη την ιδια την τεχνη? και πραγματικα, αν παρακολουθησουμε προσεκτικα την ιστορικοτητα και δη τον τροπο με τον οποιο αναδυεται ο ελληνισμος ως «θρησκεια» της φυσης, και της φυσης ως κοσμοθεασης, τοτε, κατα την κοινωνιολογικη μεταβαση «συγκρητισμου» του απο τον πελασγικο  στον αμιγως ελληνικο πολιτισμο οπως συνηθιζουμε να τον αποκαλουμε κοινη συναινεσει , θα παρατηρησουμε πως ανερχεται σταδιακα μεσα απο τις διαφορες φασεις της ανθρωποτητας και συλλογικα μεσα απο τους χρονους των κοινωνιων της, συλλεγοντας και κωδικοποιωντας την πληροφορια του ανθρωπου σε ολες τις ψυχικες του εκφανσεις, οχι ως αποκυημα και επινοηση ενος και μονο ανθρωπου τον οποιο κανεις πρεπει να ακολουθει τυφλα και πιστα οπως αυτο συνεβη με ολες τις μονοθεϊστικες θρησκειες ενσπειρωντας στο θειο εναν στειρο κι ασφυκτικο ηθικισμο πρωτοκολλων και δογματων που αντανακλα στις προσωπικες και ατομικες φιλοδοξιες του εφευρετη του και που παρα τις οποιες καλες προθεσεις μοιραια τον υφαρπαζει σε ολοκληρωτικες πρακτικες (βλεπε ελληνικο η ευρωπαϊκο μεσαιωνα καθως και τις πρακτικες ολοκληρωτικης κοινωνικης υποταγης του ισλαμ στην ανατολη) , αλλα αντιθετα, ως ενας κρονιος οινος που τρυγιεται και ζυμωνεται αργα και που υστερα οι ποικιλιες του  φυλασσονται μεσα στα αχρονα βαρελια των αιωνων -το μυθο-  διατηρωντας ολοκληρο το φασμα των φυσικων ορασεων της μεθεξης ως σχεση αλληλεξαρτησης με την μορφη της τεχνης σε ανθρωποκεντρικη θεση, οπερ την μορφοποιο τεχνη που καθε φορα γονιμοποιειται αρχετυπικα απο τις περατωμενες συμβολικες ιστορικες ποιοτητες της φυσης (εξου και τικτω), εγκυμονουσα τις νεες της γνωσιολογικες οντολογιες ως «τεξεται την επιουσα» για τον ιδιο τον ανθρωπο. δεν ειναι τυχαιο εξαλλου, πως κατα την εναρξη των δυο μεγαλων μυστηριων που παρελαβαν τα ελληνικα φυλα απο τους πελασγους και που συνεχιζαν να τελουν μεχρι και το πρωτο μισο περιπου της nova roma, της ελευσινας και των καβειρων, πριν απο την τελεση τους οι ιεροφαντες της ελευσινας και της σαμοθρακης (παρεπιμπτοντως στα μυστηρια της  εφεσου που ειναι ιωνικης καθαρα φυσης οι ιεροφαντες αποκαλουνταν θεολογοι), προ-συγκεντρωναν τους υποψηφιους μυστες για να τους αφηγηθουν τους σχετικους με τα τελεσιμα μυθους, ωστε η  αντιστοιχη πληροφορια να ερθει και να δρασει σε ενα προεισαγωγικο επιπεδο μεσα τους, διαφωτιζοντας ετσι τους υποψηφιους κατω απο το φως των λαμπαδων στα εγκατα του τελεστηριου με τον σχετικο χαρακτηρα των λεγομενων, πριν αρχισουν οι δρασεις και κορυφωθει η μυηση στα δεικνυμενα. και δεν θα εντυπωσιαστουμε ιδιαιτερα πλεον, οταν ενημερωθουμε κατ’αυτο τον ιστορικο  τροπο της οργανικοτητας πως απο το πελασγικο ρημα «μαω-ω», παραγονται ευθυς αμεσως οι λεξεις μυηση, μυστηριο, μουσα (δωρικα μωσα), μουσικη γιατι εν ολιγοις, επι της βασικης μητρας, σημαινει τη μητερα. αυτο γινεται πασιφανες οταν λαβουμε τον δωρικο χαρακτηρα της λεξης μητηρ που ειναι «ματηρ» . ετσι λοιπον μαω-μω (ιωνικα μυ, δωρικα και αιολικα μα) σημαινει πιο γενικα μανθανω κι ας μην ξεχναμε εδω πως ο πρωτος μας δασκαλος στη ζωη απο την στιγμη που γεννιομαστε ειναι η μητερα μας  (κατ’ αντιστοιχια με την φυση που με μια προσαυξητικη αφαιρεση την αποκαλουμε ακομη και σημερα ως «μητερα φυση»).

Ωθ) η χωροχρονικη σκακιερα

θα μπορουσα να εξηγησω το νταντα με τον μυθο της ακαταδεκτης  δημητρας που μεταμορφωνεται σε φοραδα για να αποφυγει την ορμη του ποσειδωνα αλλα εκεινος παρολα αυτα  την εντοπιζει, την πλησιαζει αργα μεσα σε καταπρασινα ανθοστολιστα πεδια και ως ευγενικος ιππος την ρωτα με την μπασα γοητεια του θαλασσινου αχου «θελεις να σε καβαλησω?» ενω εκεινη ανυποψιαστα χερσαια του απανταει εις απταιστην  ρουμανικην «ντα-ντα!». εκ των υστερων φυσικα, μπορει κανεις να πει πως το γαιηοχο νταντα διεκδικησε αιθεροδρομα την ελευθερια στις αριμες προζες καποιου αλετριβανου ερωτικου τανγκο και με τετοιο τροπο, που να κατεχει μια καθορισμενη αναποφευκτη ακομα και απροβλετη θεση στην ιστορικη εξελιξη της τεχνης και την σημαινουσα αναρρηση της απο τον μυθικο εαυτο της ως κατι αλλο απο αυτο που μας διδαξε η που νομιζαμε πως μας διδασκε, η ετσι οπως την παραλαβαμε αναπηρη στην εξοδο της ανθρωποτητας απο τον εμμονικο χριστιανικο της μεσαιωνα και που με εναν ανεπισημο και υπογειο τροπο το νταντα ως ιδιαιτερη πτυχη της, αγγιξε, μυστικα φυλαγμενα απο τις αρχαιες κοινοτητες των ανθρωπων, την αλληλεγγυη, που την επιγνωση της ως τετοιας την οφειλει ο ανθρωπος στην πολυθεϊστικη ουσια που ξεκινα με τους μυθικους ιδαιους δακτυλους, παιρνει σκυταλη με τους κρητες ανδρειους, διαχεεται ανισοτροπως αναλογα με τις κοινοτικες αναγκες και φυσικες προτεραιοτητες στο τεραστιο δικτυο απο διαφορες και διαφορετικες ελληνικες πολεις-κρατη που απλωνεται σχεδον σε ολοκληρο τον γεωγραφικο χωρο της μεσογειου και βρισκει μια πρωτη μορφη στην ωριμοτητα της με την συλλογικοτητα της πνυκας (εκκλησια του δημου) οπου και εξαφανιζεται κατοπιν για 4 περιπου αιωνες με την ελευση των αλεξανδρινων και ρωμαϊκων αυτοκρατορικων χρονων οπου οι πρωτες επισημα καπιταλιστικες μορφες οργανωνονται και οχυρωνουν την επιγνωση της υποστασης τους ως τετοιας, βρισκοντας την μεταφυσικη τους αυτοεκπληρωση στον μονοθεϊσμο, παγιωνοντας ετσι καθε δυναμικο μετασχηματισμο των κοινωνιων -στασιμοποιωντας τες με καθε μεσο, κατι που ομως πριν, αποτελουσε ιδιαιτερο χαρακτηριστικο εκεινων των κοινωνιων που πραγματικα τιμουσαν τη λεξη ελευθερια σε ολο το ποικιλομορφο φασμα της ανθρωπινης δραστηριοτητας.

 ειναι μαλιστα χαρακτηριστικο και πρωτογνωρο για τα παγκοσμια τοτε ανθρωπολογικα δεδομενα πως στις ελληνικες πολεις-κρατη δεν βρισκουμε πουθενα σε καμια πολη πεταμενα ορφανα παιδια η παραγκωνισμενους κοινωνικα τους γερους και τις γριες λογου χαρη. τα θεσμικα οργανα καθε πολης, ειναι υποχρεωμενα να παραξουν συγκεκριμενα και κατα περισταση καθε φορα πολιτειακα εργαλεια προκειμενου καθε ανθρωπος ανεξαρτητου ηλικιας, φυλου και ταξικου ρολου να απολαμβανει κοινωνικης προνοιας. αλλα ακομα και στο ιδιαιτερο και κατ’εξαιρεσιν στρατιωτικοποιημενο καθεστως της λακεδαιμονικης χωρας, ο σπαρτιατικος καιαδας στον ταϋγετο ειναι μια ακραια εμφαση που θρυλειται απο στομα σε στομα μεταξυ των υπολοιπων ελληνων, μονο και μονο για να δικαιολογηθει η λακεδαιμονικη επαγγελματικη πολεμικη εμμονη στην σκληροτητα η οποια τελει παντοτε υπο ακρα μυστικοτητα (μεθοδος) , ενω αντιθετως, σε σχεση με τα κοινωνικα κατορθωματα της πολης των αθηνων που αφορουν ως επι το πλειστον το ανδρικο φυλο, η γυναικα στην σπαρτη γνωριζει εντουτοις πρωτογνωρη ιστορικα ελευθερια ομοια με την γυναικα των πελασγικων κοινοτητων τις οποιες οι αντιπαλοι τους αθηναιοι φτανουν στο σημειο να τις αποκαλεσουν περιπαιχτικα φαινομηριδες επειδη απολαμβανουν του ανδρικου προνομιου μιας σχετικης γυμνιας την οποια γυμνια κατα την λαϊκη θρησκεια χαιρουν οι θεοι ιδιοις ομμασι (θεϊκη γυμνια). επιπλεον, σε γενικες γραμμες, τα εθνοτικα χαρακτηριστικα του φαντασιακου μαγματος των ελληνικων φυλων σταζουν καρπους προς καθε τερψη και οραματισμο απο τα κατα τοπους εθιμα, τα οποια πολλες φορες ειναι ικανα να παραξουν καποιες απο κοινου αποδεκτες λαϊκες δομες, τα λεγομενα χρηστα κοινα, που πηγαζουν απο τις μεταφυσικες τους λατρειες ως προβολικες δομες προς την φυσικη πραγματικοτητα.   απο τα ασκληπιεια και τα αμφιαραα εως τα (διονυσιακα) θεατρα τις ακαδημιες (προς τιμην του ηρωα ακαδημου) τα γυμναστηρια και τις δημοσιες παλαιστρες, απο τα αμεσα συλλογικα βουλευτηρια (βουλαιος διας) εως τις εορτες ενηβωσης των απατουριων για τα μικρα παιδια που ενηλικωνονταν και εντασσονταν στον κοινωνικο ιστο των ενηλικων εγκαταλειποντας το γονεϊκο τους ονομα και διαλεγοντας τα ιδια το ονομα τους, και εν παση περιπτωσει  για καθε προβλημα που εμφανιζεται ειτε φυσης πολιτικης, ειτε ψυχολογικης, ειτε κοινωνικης, θεσμιζεται ενα πολιτειακο η κοινοτικο εργαλειο η αποκυημα ενος συλλογικου φαντασιακου προς τιμην του θειου που το επισυει, και ετσι πουθενα δεν θα βρεθει καποιο θεσμικο σειραϊκο κενο που να σχετιζεται με μια φυσικη ασυμβατοτητα ως προς τους κυκλους της ζωης, πραγμα που παρατηρουμε σημερα εντονα, και ιδιαιτερα στις δυτικες μονοθεϊστικες κοινωνιες, που διαβιουν με δηλητηριασμενες ηθικα την οπτικη των μελων τους και ατονωντας στα κοινωνικα εθιμα τους ετσι που παραλυουν σε αυτοσχεδιαστικη ικανοτητα ενω καλλιστα θα μπορουσε να πυροδοτηθει το εναυσμα μιας πολυσυλλεκτικης μεταφυσικης προς εναν συγχρονισμενο και γιατι οχι διαρκη μετασχηματισμο των κοινωνικων δομων προς την βελτιστη καθε φορα λυση, αυξανοντας την οποια ικανοτητα των μελων της κοινοτητας και κυριως το δεσιμο μεταξυ τους.  ναι, η αληθινη αλληλεγγυη βρισκει το σχημα της στην κυκλικοτητα  με προφορα αρτια και οχι περιττη, αλλα συμμετοχη αμεση ολων των μελων της κοινοτητας μηδενος εξαιρουμενου τοσο στην διαφωνια οσο και στην συμφωνια (συναποφασιζειν). γιατι δεν υφισταται καμια απολυτως  ενοχη πριν απο την υπαρξη σου (προπατορικο) και καμια ιδεα δεν ειναι απαραιτητα αιρετικη και κατακριτεα εκ των προτερων . στις πραξεις σου ζυγιζεσαι κατα συνθηκην και η ηδονη αγαθον ειναι, αξια καθαγιασμενη και αθωα εντελως γιατι ειναι χαρισμενη και προορισμενη για ολους, η οπως υπογραμμιζει ο φιλοσοφος κορνηλιος καστοριαδης σημειωτικα: «η ερμηνεια που ειχε παλαιοτερα επικρατησει και διαδοθει για τον αρχαιο ελληνικο κοσμο και ανθρωπο, σαν κοσμο και ανθρωπο αρμονιας και μετρου ειναι παιδαριωδως αφελης, ειδυλλιακη προβολη δυτικων σχηματων και νοσταλγιων . η αρμονια και το μετρο για τους αρχαιους ελληνες δεν ειναι δεδομενα, αλλα προβληματα και σκοπος που η πραγματοποιηση τους ειναι παντοτε αβεβαιη και επισφαλης σε ο τι αφορα την ανθρωπινη ζωη»  .

το νταντα καθως λοιπον συμφωνουν οι περισσοτερες των καταγραφων της εποχης στην οποια αναφερεται, ειναι το διατεταμενο «επεισοδιο» μιας φαρσας φιλων που ελαβε χωρα αναμεσα στα ετη 1915 + 788 μ.π.ο. και 1922 + 788 μ.π.ο. και ως λεξη αλλοι το σημειολογουν απο το παιδικο ξυλινο αλογακι, αλλοι απο την σλαβικη διπλη καταφαση «ναι-ναι», αρα κβαντικα ακαθοριστα τα ορια της ετυμολογιας σιγουρα, οπως ακαθοριστα ειχε ελαυνει και η οθνεια σχεδον υπερφυσικη ανατρεπτικη δυναμη ηδονικης χαρας που καρφωθηκε αθυριδωτα στα σπλαχνα των συνδαιτημονων του καμπαρε βολταιρ μαζι με τις χειροποιητες ακολαστες μασκες που εφερε απο το βουκουρεστι της ρουμανιας ο αριστος γνωστης των αναγεννησιακων θεωριων του λεονε μπατιστα αλμπερτι και φοιτητης τοτε αρχιτεκτονικης μαρσελ γιανκο στα μελη των θαμωνων ενα βραδυ, και που θυμιζαν γιαπωνεζικο και περισσοτερο δε ακατεργαστο αρχαιοελληνικο θεατρο παρμενο απο τις διονυσιακες λατρειες των εν αγροις οργιοφαντων. ­­­­­

ο γνωστος μαλιστα γερμανος ζωγραφος και σκηνοθετης χανς ριχτερ που παρακολουθησε πολυ στενα την ντανταϊστικη ζυμωση απο τα πρωτα κιολας 30 κρισιμα ετη των συνεπειων του, μας παραδιδει την δικη του μαρτυρια αναμεσα στα ποιοτικα στοιχεια -οσο και καθοριστικα- για τη σχεση του μαν ραιη, του ισπανου πικαμπια και του γαλλου ντυσαν, τριανδρια η οποια αποτελεσε μετα τον β’παγκοσμιο πολεμο την δημιουργικη ομαδα του κινηματος του νταντα στην νεα υορκη και που μετα την θεαση ενος εργου του μαν ραιη που ονομαζεται boardwalk, αποκαλυφθηκε στοιχειωδως το αινιγμα ενος ορισμενου τμηματος μηχανισμου του ντανταϊσμου, που φαινεται πως κινουσε τον στοχασμο του επι της γραμμης παραγωγης των εργων του μεσα σε αυτην την ταραχωδη παγκοσμια περιοδο οπου οι κοινωνικες ελευθεριες μαχονται με τις ηλιθιες μοναρχικες φιλοδοξιες σε ενα αξεδιαλυτο συμπλεγμα απο μορφες και καταστασεις αδυσωπητης παλης μεταξυ ονειρικων ανακοινωσεων κι επι πραγματικου κατορθωματων εκατερωθεν. το αποτελεσμα ειναι  ενα πινδαρικο «πολλα γαρ πολλα λελεκται» και που ο γραφων θα παραφρασει: πολλα γαρ πολλα πεπρακται. γιατι ο πινδαρος ξερει καλα τους μυθους και στελνει τα τραγουδια του παντου, και οχι μονο στην αθηνα, στη σπαρτη, στην αιγινα, στον ακραγαντα, στην κρητη και στην ροδο, αλλα επειδη γνωριζει τους μυθους και τις παραδοσεις ολων αυτων των τοπων, εχει προσεξει πως πολλα απο αυτα ειναι στη βαση τους ομοια- οπως και αν οριζεται πλεον το ομοιο και ο βαθμος ομοιοτητας- αλλα ενεχουν ομως, μια εντελως διαφορετικη μορφη μεταξυ τους ως μυθοι, και αρα ως μυητικα προεισαγωγικα στις προεκτασεις της λατρειας, για τα σταδια που την συναποτελουν, ως τελεσης και ως στοχασμου, απο τα μελη των κοινοτητων τους­. ­κανεις ομως απ’ οσους δεν αφεθηκαν κριτικα στην γυμνια των αλλων,  δεν μπορει να ξεφυγει απο τις πανεμορφες παγιδες που στηνουν οι θεοι.

ουτε καν ο ρομαντικος πλην ομως βαθυστοχαστος υποστηρικτης των «αριστοκρατικων» , ο πινδαρος,   δεν θα μπορεσει να διακρινει αυτην την σχεδον αναρχικη πολυσημια του ελληνισμου, που υπηρετει με την ποιηση του την ιδεολογια του πρωην καθεστωτος για χαρη μιας στειρας αριστοκρατιας ωστοσο, αριστοκρατια η οποια για τα ελληνικα δεδομενα εχει χασει την πρακτικη της χρησιμοτητα απο τα ομηρικα ηδη χρονια και η μονη της αξια περιοριζεται πλεον στην ιδια τη σημειολογια της λεξης, εφοσον ο ελληνισμος απο τοτε εχει αρχισει να βγαινει απο τον δικο του μεσαιωνα, την λεγομενη περιοδο των σκοτεινων χρονων ως μεταβασης του απο τις πρωτοευρωπαϊκες πελασγικες (ετεοελληνικες) κοινωνιες (λαμπερες και αγνωστες ακομα και για τους κλασικους αρχαιους ελληνες, οι οποιοι μαλιστα κατατασσουν αυτους τους προγονους τους στο χρυσο γενος των ανθρωπων), που καταστραφηκαν απο τις ραγδαιες αιγαιακες κλιματικες αλλαγες- συνελισσομενες για λιγο προς τις μυκηναϊκες δομες (για την ελληνικη λαϊκη θρησκεια, ειδικα απο τα ετη αυτα- των μυκηναϊκων δηλαδη χρονων και επειτα- θα προσφερθουν απλοχερα ωστε να αντλησουν υλικο και κατηγορηματικη σημασια, οι λεγομενοι ηρωικοι χρονοι , που θα επισυναπτονται συνοδευτικα στον φυσικο αρχετυπικο κυκλο των θεων ως μυθικου κυκλου και που ως γνωστον η μυθικη σφαιρα πεπραγμενων ειναι και οφειλει να ειναι αχρονικη γιατι μυει το θυμικο της συναισθηματικης νομης της νοησης, σε αντιθεση με το φιλοσοφειν τοις θεοις περαν του μυθου, οπου ο στοχασμος αποκταει την φυσικη του σχεση αιτιας-αιτιατου γιατι αναπτυσσει τη λογικη νομη της νοησης λαμβανοντας ακομα και αθεϊστικη σταση. μυθος και επιστημη δηλαδη ειναι στοιχεια διαφορετικα και συχνα αντιφατικα ως ξενα μεταξυ τους οντα, αλλα παλι, απολυτως δεκτα και αναγκαια σε υπαρξη και τα δυο) και απο εκει, στις αμιγως ελληνικες κοινωνιες, οι οποιες επεξεργαζονται και στοχαζονται το εναπομειναν πρωτογενες μεσογειο αυτο και παμπλουτο υλικο, κατεξοχην γλωσσολογικα, και στο οποιο δινουν την τελικη ωθηση ως προς τα προσχεδια των τελικων μορφων που προκειται να λαβουν, τοσο ως τεχνης οσο και ως λατρειας, εναν με εναμισυ περιπου αιωνα πριν απο την πρωτη επισημα καταγεγραμμενη ολυμπιαδα του κοσμου -στα χρονια δηλαδη του ομηρου και του ησιοδου. απο εκεινο το χρονικο σημειο και επειτα, πραγματικα με την ευλογια του αδογματιστου επι ποδας, οι ελληνικες κοινωνιες γεννουν ως απο θαυμα και παλι, απο αιωνα σε αιωνα, μια ολοενα και εκθετικοτερη  ενεργα συμμετοχη εν τη πολει,  παραγωντας αθυροστομους θερσιτες του πνευματος, απο ποιητες εως φιλοσοφους και ο τι αλλο μπορει να βαλει ο νους του ανθρωπου, που εναντιωνονται προς καθε αυταρχικο αγαμεμνονισμο, βασιλικο εθιμο ο οποιος ως τετοιος ηταν στους σκοπους του να επικαλυπτεται εκ των προτερων πολιτικα με κληρονομικα δικαιωματα τα οποια ιδιοτελουν σε προσωπικα προνομια και επιθυμιες και μεταβιβαζονται αυτοφυη απο πατερα σε γιο (οικογενειοκρατια), και ως εκ τουτου στρεφονται εναντια των συμφεροντων του αχιλλειου λαου.

στην πρωιμα αυτη κυνικη φιλοσοφικα βαση, στην βαση μιας αδυσωπητης κριτικης επι παντος επιστητου δηλαδη, αμφισβητωντας και επαναπροτεινοντας για καθετι που μυριζει σαπιλα, αδικια και ανελευθερια, το κακως απαρχαιωμενο κατεστημενο της εποχης που θελει να βλεπει στον εαυτο του μια θεϊκη καταγωγη την οποια ομως θα αρνηθει απο καποιον αλλον φτωχοτερης οικονομικα ταξης και αρα ισχυς (ασυμμετρια), παρα τις πολλες και σαφεις υποδειξεις του ελληνικου μυθου για το αντιθετο, οπως το ποσο αγαπουν οι θεοι και οι θεες να μεταμφιεζονται σε αδυναμους, σε φτωχους, σε γερους και σε ζητιανους και να μπλεκονται στο διαβα των επιδοξων θνητων των οποιων την αρετη και τον ανθρωπισμο επιθυμουν να ζυγισουν, η οπως σε ακρως πιο πολιτικο επιπεδο, την ευθεια αποκηρυξη της μοναρχιας χωρις καμια απολυτως συστολη εντος του επισημου λατρευτικου (θρησκευτικου) πλαισιου απο τον ιδιο τον θεϊκο θησεα μ’αποκορυφωμα με εκεινο το περιφημο «δευρ’ιτε παντες λεων» (ελατε ολοι οι λαοι εδω) ,  οι ολιγαρχικοι και οι υποστηρικτες τους δεν εχουν παρα να περιμενουν το στραβοπατημα της δημοκρατιας και ν’αδραξουν την ευκαιρια στην υποκειμενη καυστικη κριτικη που τους ασκει η λαϊκη βοη. οταν η ευκαιρια θα παρουσιαστει  κατα την περιοδο ληξης του πελοποννησιακου πολεμου, στα αποκαϊδια της δαμαρχικης προσπαθειας για ανασυσταση της κομμουνας των αθηνων και μεσα σε ενα τρομωδες κοινωνικο φοντο οπου οι πολιτες της αθηνας ψαχνουν απεγνωσμενα να βρουν τι εφταιξε και τι πηγε στραβα και που ισως θυμιζει σε καποιες πτυχες αυτο της γερμανιας του μεσοπολεμου, ο πλατων δεν θα διστασει καθολου να αρπαξει την χρυση ευκαιρια, και πανω στο πληγωμενο σωμα της κατασυκοφαντιμενης αθηναϊκης «δημοκρατιας» (μα με εναν παραδοξο και ανεξηγητο τροπο πεισματικα λαμπερης δαμαρχικης αναρχιας ιδωμενης ως αμεσοσυλλογικο συναποφασιζειν που ακομα και σημερα καθισταται μετρο μιας παρελθουσης ουτοπιας), προκειμενου να υπεραμυνθει αυτης της ολιγαρχιζουσας στρουκτουρας του ικανοποιωντας ετσι αιτηματα πολεων που κυβερνουνται εκεινη την περιοδο ειτε τυραννικα, ειτε ολιγαρχικα, ειτε βασιλικα και  στρατοκρατικα, πολιτικες ιδεες και πολιτειακες δομες με τις οποιες ο πλατων συμφωνει και επιχειρηματολογει υπερ αυτης της κατευθυνσης κλεινοντας τους το ματι,  ωστε επιχειρει να υφαρπαξει την ιδια την λυδια λιθο του αναστοχασμου της ατομικης αρετης ως δαμαρχικης παρακμης της πολης, τον ιδιο τον σωκρατη που κανενας δεν εχει καταλαβει ακομα και σημερα, πως αυτος ο ανθρωπος απλα και με τροπο λασχετοριο, ιεροφαντουσε τον απολλωνα μεσα στο ιδιο το αστυ , μακρια δηλαδη απο τους ιερους τοπους των δελφων η της δηλου οπου θα μπορουσε να εχει αφοσιωθει ως ιεροφαντης πολυ πιο ανετα, ο ιδιος, στρεφεται κατα τους υποκειμενικους ορους του ατομου- εσωτερικα στο θνητο, για καθε ανθρωπο ξεχωριστα και μοναδικα, κι εκει ακριβως πρωτοπορει, εφαρμοζοντας κανονες κοινωνιας του δελφικου γνωθι σαυτον  περα απο το καθιερωμενο λατρευτικο πρωτοκολλο δηλαδη , και μαλιστα χωρις να ασκει κανενα χρησμικο χρεος οπως παραδοσιακα ταιριαζει στους οσσιους (μαντικη τεχνη). με την περιφημη μαιευτικη του μεθοδο εστω! μα τι τιμη ωστοσο για μια λητω του υπομονετικου τοκετου η για την μαια της αριστης  τεχνικης στο ξεγεννημα, μητερα του παιχνιδιαρη ερμη, και γιαγια της θεας πειθως.αλλα και τι μπελας για οποιον εξυπνακια θα εχει την ατυχια να συναντηθει με εναν τετοιο ανθρωπο..

απο την αλλη, αρχικα ο πλατων, στην προσπαθεια του να προπαγανδισει για το αντιθετο, το να υφαρπαξει τον σωκρατη που ειναι και πρωτο του μελημα, το πραττει πολιτικα, τον προσετεριζεται με το προσχημα της προσωπικης του μαθητειας σ’αυτον και για οφελος των ολιγαρχικων, και σφετεριζομενος τον σωκρατη σε δευτερη φαση φιλοσοφικα, θα υφανει επανω στο προσωπο του εναν αλλον σωκρατη περα απο το ιστορικο υποκειμενο (πλατωνικος σωκρατης) θετωντας a priori ενοχικα στο σφαλμα της αποφασης μιας εντρομης δημοκρατιας τα παγια χαρακτηριστικα καθε συλλογικης δαμαρχικης δομης πραγμα που αποτελει φανερο δολο γιατι παραγνωριζει τα ετη του περικλη, και εν συνεχεια με ορισμενα  καποια υποτυπωδη μονοθεϊστικα θεμελια και της τιμωρητικου περιεχομενου πολιτειακες προεκτασεις στους πλατωνικους «νομους» (908a-909d) του, δεδομενα που αλλωστε θα αξιολογηθουν δεοντως κατα τους μεταρωμαϊκους χρονους αφου ταιριαζουν γαντι με την εκ θεμελιων λατρευτικη μεταρρυθμιση που λαμβανει χωρα, εφτα αιωνες αργοτερα, σε μια βιαιως κρατικα εκχριστιανισμενη αυτοκρατορια η οποια στηριζεται πλεον μεταφυσικα και κατα τις ιουδαϊστικες προσταγες σε μια ομοια με του σωκρατη ιστορια  ( ισως και πιο ομοια αν οχι copy paste με εκεινη του αιγυπτιακου θεου ωρου ) αλλα εμφανως πιο grotesko σε εκδοχη προκειμενου να εξουδετερωθει ο ενοχλητικος ανωνυμος ποιητικος ελληνικος μυθος που δρα παραλληλα με το φιλοσοφειν και μυει το συγκινησιακο μερος του ανθρωπου, και η οποια μαλιστα θρησκευτικη μεταρρυθμιση κατασκευαζεται στρατηγικα και αναδιαμορφωνεται αρδην κατα το δοκουν. ειναι δε χαρακτηριστικο, πως τα λεγομενα ως «ευαγγελια» σβηνονται και ξαναγραφονται ακομα και δυο η τρεις αιωνες μετα τον θανατο του «σοφιστη» γεχοσουαχ (χριστος) , συμφωνως προς τα επικαιρα πολιτικα στρατηγηματα της αυτοκρατορικης αυλης, αλλα διατηρωντας εντουτοις τα αυστηρα δοσμενα πλαισια του δογματος ακλονητα και τυπου «ενας και κανενας αλλος», με τα οποια προφανως ο αριστοτελης- οσο και ο πλατων ενδεχομενως- θα τραβουσαν τα μαλλια τους με αυτην την καταληξη της πατριδας των πατερων και των μητερων τους που ο ιδιος ο πλατων εισηγηθηκε αλλωστε (τραγικη ειρωνεια), τοσο προς μια υποθετικη θρησκευτικη μεταρρυθμιση με τα καθιερωμενα ομως σχηματα της λαϊκης  λατρειας των θεων απαραλλαχτα (αυτο πρεπει να του το αναγνωρισουμε ωστοσο), οσο και προς μια μεταρρυθμιση της ιδιας της πολιτειας ετσι ωστε να συνδυαζει την θρησκευτικη με την πολιτικη αγωγη (θεοκρατια). ειναι και ο λογος που τα συγγραματα αυτων των φιλοσοφων σωθηκαν σε σχεδον ολοκληρη την εκταση τους και δεν ριχτηκαν στην πυρα, οπως τα υπολοιπα αλλων ελληνων συγγραφεων ως μισερα και σατανικα, απο τους χριστιανους, αφου θα μπορουσε καλλιστα να ερμηνευτει τοσο ο πλατωνας οσο και ο αριστοτελης (λιγοτερο), συμφωνως προς το μονοθεϊστικο τους δογμα και προς μια ορισμενη αυτοκρατορικη συγκλιση, και βεβαιως  ως απυθμενες δεξαμενες σκεψης που δεν θα μπορουσαν ουδεποτε να αντλησουν ως προς το βαθος και το πλατος των εννοιων τους απο τα αφελη σε πνευμα ιουδαϊστικα κειμενα αν και εφοσον θα χρειαζονταν καποια διανοητικη εφεδρεια στο μελλον, πραγμα που συνεβη ουκ ολιγες φορες τοσο κατα τον ελληνικο χριστιανικο μεσαιωνα οσο και κατα τον ευρωπαϊκο καθως και στην αναγεννηση και σε αρκετες περιπτωσεις ως και τον διαφωτισμο). η διπλη αυτη πλατωνικη μεταρρυθμιση λοιπον συνεβη, αλλα οχι ετσι οπως θα την ηθελε ο πλατων.

και ποσο μαλλον ο ιδιος ο σωκρατης, αν απο μια μερια μπορουσε να αντικρυσει την καταληξη αυτη, να διωκεται μεχρι θανατου οποιος λατρευει τους θεους και τις θεες που και ο ιδιος λατρεψε στον βαθμο και στον τροπο που του υπαγορευε ο προσωπικος του δαιμων, γιατι δεν πρεπει κανεις να εχει την παραμικρη εντυπωση πως ο σωκρατης δεν ηταν παρα ενας ενοχλητικος και ιδιορρυθμος σοφιστης και συναμα ανθρωπος των ανθρωπων ( αλλιως γιατι να σπαταλιεται για τον καθενα δεξια κι αριστερα προκειμενου να γεννησει τον λογο εντος του αλλου?), και που οπως ολοι οι σοφιστες εξαλλου τετοιοι θα ειναι, ιδιορρυθμοι και ενοχλητικοι- ο πλατων λοιπον θα κατηγορησει για αγνωστικισμο και αθεϊα την αποψη που καλλιεργουσαν οι σοφιστες πως ολα ειναι «κατα συνθηκην» , λες και δεν ειναι ολα «κατα συνθηκην», ενω απο την αλλη πλευρα, οι σοφιστες, μεταφραζοντας οσο το δυνατον καλλιτερα τα μηνυματα της λαϊκης τους λατρειας ως προταγματων της παραδοσης προς μια οντολογικη διαλεκτικη αντικειμενικοτητα, πραγμα που σε επιπεδο τεχνικης εκεινου που αμφισβητει ομοιαζει με την επιστημονικη λεπτοτητα η την ακαδημαϊκη αυστηροτητα ενδεχομενως, που ωστοσο ως κοινωνικοπολιτικο μηνυμα διαφευγει λογου χαρη των μεταφρασεων του πινδαρου: τον πολιτη απο την μια, και την φυση απο την αλλη. και θυμηθειτε, ο πινδαρος ειναι ο ποιητης του οποιου το σπιτι ειναι το μονο απο τους θηβαιους που θα αφησει ορθιο ο αλεξανδρος αργοτερα, οταν οι ιστορικες αναγκες των ελληνικων πολεων θα μεταμορφωθουν συγχωνευμενες κυβερνητικα (δυστυχως), σε μοναρχικη εξωστρεφεια προκειμενου να αντιμετωπιστει η νεα περσικη απειλη, καταπινωντας ετσι τον σοφιστικο αναρχισμο και την δαμαρχικη ουτοπια που παρεμπιπτοντως κατορθωσε ως «κλεα ανδρων» η πολις των αθηνων μερικες δεκαετιες νωριτερα μεσα σε μια ομολογουμενως παντελως απροετοιμαστη ανθρωποτητα.

και απο τις 12/10/ -322+ 788 μ.π.ο , ημερα που αφηνει την τελευταια του πνοη ο τοσο διορατικος πολιτικος και συναμα βαθια δημοκρατικος ρητορας δημοσθενης, θα χρειαστει να περασουν μολις 40 ετη απο τον θανατο του για να καταλαβει ολη η ιντελιγκλετσια των ελληνων, πως ειχε απολυτο δικιο ο δημοσθενης, πως ο αλεξανδρισμος δεν ειναι το καθεαυτο ελληνικο μηνυμα προς τον κοσμο, αλλα το ακραιο σημειο μιας ναι μεν φυσικης πολεμικοτητας αφετερου δε προς μια συγκεκριμενη ιστορικη αναγκη, το οποιο σημειο ως θεση που δεν απετυχε σαν καποια αλλοτινη εκστρατεια στις συρρακουσες, αν γενικευτει σε μοναρχικο κανονα το ολοκληρωτικο της κατορθωμα, η ελληνικοτητα ευκολα θα σπασει σε κομματια τοτε και θα αποδομηθει και η παναρχαια δελφυς που γεννησε και εφερε το αλιτανευτο φως στους ανθρωπους θα κινδυνευσει με αφανισμο. και πραγματι, μετα τις φαινομενικες επιτυχιες του αλεξανδρου και την σαρωτικη ηττα των ολοενα και μονοθεϊζοντων σε τροπους περσων που απ’ το ιστορικο μας μπαλκονι μας θυμιζει εντονα τον ρωμαϊκο αυτοκρατορισμο τε και βυζαντινισμο, ματαια ο πνευματικος κοσμος των αθηνων θα στηνει σε χαλκινο αδριαντα του δημοσθενους το ακολουθο συμβουλευτικο επιγραμμα ενος αντιστοιχα εξοχως διορατικου απολογισμου: «ειπερ ισην γνωμη ρωμην δημοσθενες ειχες, ουποτ’, αν ελληνων ηρξεν αρης μακεδων» (ιση γνωμη και ρωμη δημοσθενη ειχες, και δεν υπακουσες ακομα κι οταν απο των ελληνων ξεπηδησε ο μακεδονικος αρης).

ο θεος-αυτοκρατορας λοιπον, ειχε ηττηθει μονο στο προσωπο του δαρειου. ομως, η μετεπειτα αυτοκρατορικη ρωμη βρισκοταν προ των πυλων και η αρρωστεια του μονοθεϊσμου που εβοσκε ασημαντη στις ερημους της κατακτημενης ανατολης χαμογελουσε σαδιστικα στους ανισοτροπους αυτοθεοποιημενους καισαρες μεσα απο τα βλακωδη δηλητηρια της ζωροαστρικης βαβυλωνας που τωρα ειχε μετακομισει στα περιξ της ιερουσαλημ, ιδια και απαραλλαχτη μια αβρααμικη αδημονουσα για την ενσαρκωση του «ενος και του μοναδικου». οι ελληνες παντα εβλεπαν με κακο ματι την συσσωρευση δυναμης στα χερια ενος (καπιταλισμος τροπον τινα) ως πραγμα αφυσικο και αρα ασχημο, και δεν ειχαν καθολου αδικο. στην ιδια τροχια παλι, 20 αιωνες αργοτερα, εξισου ματαια θα βρισκουμε την κοσμολογικη κραυγη απογνωσης στον ντανταϊστη ποιητη ριχαρντ χυλζενμπεκ στο ποιημα του «μουσαφιρης διωγμενος», να γραφει ενδεικτικα χρησιμοποιωντας την μεθοδο του τυχαιου, μεθοδο ακρως σημαντικη και προσφιλη στους ντανταϊστες: «ολοκληρο το κλαμπ των μονιστων ειναι συγκεντρωμενο στο ατμοπλοιο μεγιερμπερ/ ομως μονον ο πιλοτος αντιλαμβανεται καπως το οξυ «ντο»/ τραβω τοτε τον ανατομικο ατλαντα/ απο το δαχτυλο του ποδιου μου/και μια σοβαρη μελετη αρχιζει./ ειδατε τον ιχθυ που στεκοταν μπροστα στην/ οπερα με σακακι φρακου/ τις δυο τελευταιες μερες και νυχτες..?/αχ αχ σεις οι μεγαλοι δαιμονες- αχ αχ σεις φρουροι/ των μελισσων και των εντολων/ μ’ενα φιογκο πογκο-πογκο μ’ενα παπιγιον πον-πον/ σημερα θα βρειτε ποιον/ να μην γνωριζει τι εγραψε ο μπαρμπα-ομηρος/και διατηρω την ειρηνη και τον πολεμο στην τογκα μου/ αλλα θα παρω ενα γλυκο βυσσινο/σημερα που κανεις δεν γνωριζει κατα ποσο ηταν αυριο»

η ειρωνεια των θεων λοιπον ειναι εμφανης. γιατι τα θεια ου νομιζειν αλλα ειναι. αλλιως, σε διαφορετικη περιπτωση, παντα θα βλεπεις ως μεταφραστης εν απωλεσι αυτα που λουζεσαι η προσδοκας, ενω οι σωφρονες θα τα γευονται ως αυτα που ειναι. ετσι βλεποντας τα, με ποικιλα χαριτωμενα κατα τ’ αλλα ονοματακια  θα αποκαλεις επι θρησκεια αυτα που θα επιθυμεις να ενταξεις δια της βιας ως νομο στις κοινωνιες σου, ωστε κατ’ ιδιαν βουληση να τα μεταστρεψεις εναντια στα οσα η φυση οριζει ως περιβαλλον, περιβαλλον στο οποιο ομως εσυ περιεχεσαι ουτως η αλλως παρα τα οποια δογματα σου και παρα τα οποια ειδεναι σου. γιατι αναμεσα στη φυση και στον νομο κερδιζει παντα η φυση. και την φυση δεν την αλλαζεις. αντιθετως, εσυ αλλαζεις κατα πως η φυση σε οριζει μικρε ηλιθιε ανθρωπακο. αυτη η περιττη ονοματολογια που σε γενικες γραμμες παρολη την σημερινη φυσικη γνωση, για τον πολυ πιο σοφο απο εμας ανθρωπο, επι της αφηρημενης εννοιας του ανθρωπου που θα χαρακτηρισουμε τυπικα ως αρχαιο, εχει νοημα μονο για τις φιλοσοφικες του σχολες η για τα οποια ρευματα τεχνης (ακομα και σημερα), πως αυτο φερ’ειπειν ονομαζεται υπαρξισμος και το αλλο μαρξισμος, και εκεινο περιπατητικη σχολη, και το παρ’αλλο κριτικη αναλυτικη σχολη η κυκλος της κοπενγχαγης,   και ολο αυτο προκειμενου να υπαρξει μια ορισμενη χαρτογραφηση στα δαιδαλωδη ιστορικα μονοπατια των ιδεων και πανω στην εποπτικη συσχετιση μιας ορισμενης θεωριας των ομαδων, ακριβως γιατι καθε φιλοσοφια η καλλιτεχνικο ρευμα, μη κατεχοντας αποκλειστικη ολοτητα αλλα αντιθετα συνιστουν μοναδιαια μια πολλαπλοτητα και που αθροιστικα ως πολλαπλοτητες δεν θα χασουν ποτε την οντολογικη τους συσταση ως θεωρητικων πακετων ως προς τις τεχνοτροπιες και τις προτιμησεις που ταιριαζει στον καθενα και προς αγαστη συμφωνια με το αρχεγονο πολυθεϊστικο δικτυο στου οποιου ονομαζονται τα επι μερους του χωρις κανενα απολυτως οντολογικο προβλημα-καθως εκει αντιθετως, το προβλημα θα ηταν να μην ονομαστουν και μαλιστα με τροπο γλωσσολογικα ευστοχο και αμεσα ανταποκρισημο προς το αντιστοιχο φυσικο εναργες οπως σε πρωτο επιπεδο γινεται με τους θεους.

το ιδιο ομως, δεν συμβαινει σε επιπεδο συνολου μιας μονοθεϊστικης θρησκειας γιατι αλλιως, εκει, παραμονευει ο κινδυνος να ατιμασθει η ιδια η τιμωμενη θεοτητα που υποτιθεται αινειται, αφου η πολυωνυμια της τοτε, θα εχει ταυτιστει ανευ περιεχομενου στον τιτλο που την επισφραγιζει ως τετοιας σαν σε κενο γραμμα του οποιου -ισμου. ετσι, με το να πεις πως τουτο ειναι χριστιανισμος, εκεινο μωμεθανισμος, το αλλο ιουδαϊσμος, ταυτοχρονα τοτε εχεις ακυρωσει τον ιδιο τον χριστο απο τον χριστιανισμο, τον ιδιο τον μωαμεθ απο τον μωαμεθανισμο και τον ιδιο τον ιεχωβα απο τον ιουδαϊσμο, ακριβως επειδη το θεϊκο πλαισιο αναφορας παιρνει τιμη στην πολλαπλοτητα ιση με την μοναδα. ως προς τον ιουδαισμο μαλιστα που ειναι και η πλεον παραδοσιακη μορφη του μονοθεϊσμου, για να επιλυθει αυτο το ακρως προβληματικο σημειο, απαγορευεται στους ιουδαϊστες να μιλουν φωναχτα το ονομα του θεου τους ακριβως για να μην καταληξει σε εναν εξ’ορισμου στειρο –ισμο η μια και μοναδικη θεοτητα τους η οποια εξαντλειται καθολοκληριαν στην ιδια της τη λεξη συνταυτισμενη ως οντοτητα και ως κλητικο συστημα θρησκειας. ομως με το να χρυσωνεις το χαπι δεν παυει και το δισεπιλυτο προβλημα. η αποκλειστικοτητα στο «εν» δεν ακρανοιγει σε οριζοντα , αλλα οριζει το απολυτο, το απολυτο οριζει ταυτιση καταργωντας καθε ανεξαρτητο μερος και η ταυτιση του ολου με τον ον αποστεωνει οποιαδηποτε δομη απαγορευοντας την force, καθως μετα την παροδο καποιου συντελεστη χρονισμου στερειται καθε θρησκευτικου νοηματος οταν θα στερεοποιηθει ως θεσμιση στο κοινωνικο φαντασιακο. ετσι, η ταυτιση μεταξυ υποκειμενου και αντικειμενου, στο μονοθεϊστικο πλαισιο απαιτησεων, οδηγει σε καννιβαλισμο και αυτοκαταστροφη, ωστε μηδενιζομενη ειτε να διατηρηθει μηδενικη για παντα (βουδδισμος), ειτε να εκραγει καταργωντας τον αυτομηδενισμο και οδηγωντας ετσι σε εναν αναγκαστικο σχηματισμο  διαφωνιας, ως προς το τι εστι «ο ενας και μοναδικος αυτος  θεος». καταληγει δηλαδη ξανα σε σχηματισμο μιας πολυθεϊας ουτως η αλλως το πραγμα, αλλιως, διατηρειται μονο δια της βιας με την θεσμιση καποιου εξωτερικου δογματος το οποιο επιβαλλεται ως συστημα απαρεγκλιτων και αδιαπραγματευτων οδηγιων (μεταφυσικη ετεροκοινωνικοτητα). και πραγματικα, δεν εχεις παρα να κοιταξεις ολο τον χαρτη της γης για να δεις πως η προσπαθεια να επιβληθει ο μονοθεϊσμος, δημιουργησε πολλους μονοθεϊσμους που συνιστουν μεταξυ τους εναν δυσαρμονικο ωστοσο πολυθεϊσμο, πλην ομως πολυθεϊσμο. χριστο οι δυτικοι, ιεχωβα στην μεση ανατολη, αλλαχ οι ανατολιτες,  και παει λεγοντας.

 οχι λοιπον. η φυση δεν πληγωνεται. εσυ πληγωνεις τον εαυτο σου στην προσπαθεια σου να αλλαξεις τη φυση. ναι, η φυση δεν αλλοιωνεται αν εσυ με τις δραστηριοτητες σου μας απαλλαξεις απο το στρωμα του οζωντος η αφανισεις την προσωπικοτητα και τα δικαιωματα της γυναικας μεσα στην μπουρκα η στον ηθικισμο του κυριαρχου ανδρος φερ’ειπειν η προκειμενου να υλοποιηθει η προφητεια του αρμαγεδωνα μονο και μονο για να αποδειχτεις σωστος κατα τας γραφας και ανωτερος φυλετικα τιναξεις τον πλανητη στον αερα με πυρηνικο πολεμο. εσυ ο ιδιος παντα θα ειναι που πληγωνεται- κατα το δελφικο συ ει: τουτεστι, η ιδια σου η ερωτηση εισαι. γιατι αν θα θελεις να φερεις «τον εναν και μοναδικο θεο σου» ως μια και μοναδικη κατασταση επι ολων των αλλων , παντα το αποτελεσμα θα ειναι παραλλαγες του «ενος και μοναδικου θεου σου» ως αποτελεσμα των πολλων παραλλαγων του που εννοηθηκε διαφορετικα απο το βλεμμα των αλλων ανθρωπων, ως κατι που πλεον θα στρεφεται κατα της φιλοδοξιας των απαιτησεων του δικου σου εαυτου. ζυγισε το αυτο το τελευταιο σε οποιο χρονικο μηκος της ιστοριας των ανθρωπων  θελεις και πολλαπλασιασε το για καθε ανθρωπο. το τελικο αποτελεσμα θα ειναι ενας «εξωφρενικος» πολυθεϊσμος. ως εκ τουτου, ολοι αυτοι σημερα στην συντριπτικη τους πλειοψηφια, παραδοξως ουδεμια σχεση εχουν με τα θεια π’ ενω κομπαζουν για χριστιανισμο, ιουδαϊσμο, μωαμεθανισμο, πανθεϊσμο βουδδισμο, μασονισμο, πλατωνικες θεοκρατικες πολιτειες, η που εν παση περιπτωσει απο τετοια αποκρυσταλλωμενα μονοθεϊστικα και ολοκληρωτικα φιλτρα οπτικης ατενιζουν ενα παρελθον που ακομα και οι πιο ειδικοι, καλλιεργημενοι και καλοπροαιρετοι αδυνατουν να κατανοησουν αν δεν απελευθερωθουν στο διαχυτο γιγνεσθαι της πολλαπλοτητας, ωστε να φτανουν στο πλεον γραφικο εντελει σημειο να μιλουν για δωδεκαθεϊσμο εννοωντας τον πολυωνυμικα, και στο απωτατο των εμφασεων για ορφισμο. γελαει ο αρχανθρωπος της αντεκτασης του αφηρημενου μαζι σας. «ντα-ντα!».

εντελει, το αρχαιο πολυθεϊστικο οραν, ως λατρεια, αποδεικνυεται συναισθηματικα ευφυεστερη καθως και νοητικα δυσκολοτερη, αλλα πολυ πιο ιερη ως φυσει ανεξικακη και οχι ως θεσει εναρετη, ως φυσει ανεξιθρησκη και οχι ως θεσει αδιαφορη, μεσα ακριβως απο τον διαχυτο πλουραλισμο των επι μερους ανεξαρτητων κατ’αρχας  δομων της ιδιας της φυσης- (καθως ολα τα φαινομενα εντασσονται μεσα της και οχι περα απο αυτην ), πολυ περισσοτερο κι απο την συγχρονη μονοχνωτη κι επιπεδη μονοθεϊστικη κατασταση ειτε στην δυση ειτε στην ανατολη, οπου οι ανθρωποι ακομα σφαζονται ως απαιδευτοι για το ποιος ειναι ο ενας και μοναδικος αληθινος θεος (που βεβαια κατ’αυτους ειναι παντοτε ανδρας και μονο ανδρας) και το πως αυτος θα επιβληθει στους αλλοπιστους. ο μονοθεϊσμος  παραγει ακραιες διπολικες διακυμανσεις κατ’αρχην στο συναισθηματικο πεδιο δρασης σε οποιοδηποτε ειδος κοινωνιας οσο προχωρημενος βαθμος τεχνολογικοτητας κι αν εχει περιελθει στα μελη της, ακριβως γιατι δημιουργει ενοχισμο και απομονωση σε αλεξικακες διαφορετικες υπο-κοινοτητες που δεν διεκδικουν υψηλο βαθμο ποσοστωσης επι του συνολικου πληθυσμου της κοινοτητας . βεβαιωμενη ιστορικη αποδειξη αποτελει το γεγονος πως περα απο το πρωτο στοιχειο της ελληνικης λατρειας, αυτο του μυθου, στον φαινομενικο της αντιποδα και συναμα αντιφαση, στο ελλογο δηλαδη τμημα της που ειναι η υποχρεωση του φιλοσοφειν (ιδιαιτερα για οσους λατρευουν την δελφικη ακολουθια), η εξασκηση δηλαδη του λογικου τμηματος της νοησης, εκει δεν υπηρξε κανενα απολυτως φιλοσοφικο αντεπιχειρημα απο την πλευρα του μονοθεϊσμου παρα μοναχα λογος καταγγελτικος και αφοριστικος, εφοσον μια τετοια συζητηση, στην χειροτερη των περιπτωσεων θα ισοδυναμουσε με διαλογο δυο διαφωνουντων που εκτεινεται επ’απειρον. κατι τετοιο ομως θα διατηρουσε τον πολυθεϊσμο εντος του ιδιου του του οικου και αρα θα τον νομιμοποιουσε χωρις να ακυρωθει ολοκληρωτικα οπως απαιτει το δογμα. ως εκ τουτου οι φιλοσοφοι διωκονται μανιωδως στα χριστιανικα χρονια ακομα κι αν ειναι υποτυπωδεις συμμαχοι τους ως  πλατωνιστες και αργοτερα νεοπλατωνιστες, και στο τελος τελος ακομα και αν ο ενδυματολογικος χαρακτηρας οποιουδηποτε ανθρωπου παρεπεμπει απλα σε φιλοσοφου.

σε αντιδιαστολη, αναμεσα στην χρονικη  φαινομενικη συγκρουση που διαπεδυει μεσα απο τις λαϊκες συνελευσεις των ψηφισματων της αμεσης «δημοκρατιας» – δαμαρχιας επι του σημειολογικοτερου- ενος μαντη διοπειθου και των αθεων σοφιστων της αθηνας του χρυσου αιωνα, καμια ουσιαστικη διαφορα δεν υφισταται περα απο μια αιγαγρια τριβη, αρκει να μην λησμονησεις πως εξαιτιας του μονοθεϊσμου πολυ αργοτερα επι μεταρωμαϊκων χρονων – ειτε χριστιανικου ειτε ιουδαϊστικου ειτε μωαμεθανικου- διωχθηκαν ανηλεως μεχρι αφανισμου τοσο οι αθεοι οσο και το ολυμπιακο μητρωο τε και πατρωο, επιβεβαιωνοντας απολυτα την ενοραση του δελφικου μαντη διοπειθη αιωνες νωριτερα (στον αραβικο λαο βλεπε τους αντιστοιχους κουραϊσητες)- αφου τελικα ο ανθρωπος μεσα απο εξουσιαστικους μηχανισμους μοναρχικης τασης κατορθωνει και αγελαρχει προσπερνωντας την συλλογικη του ιστορικοτητα πραγμα που ισοδυναμει με την απωλεια του εαυτου του, κι ακομα περισσοτερο την ιδια του την φυσικη ελευθερια ως ανδρας εν ανδρασι,  ωστε σε μια προσπαθεια να ξεριζωθει και να διαγραφει πληρως το θεμελιο τους αμφοτερα (πολυθεϊστων, αθεων) προκειμενου να επιβληθει η μονιστικη ταση μιας συγκεκριμενης νοσηρης εγωπαθειας που πηγασε απο την ανατολια ως ψευδαισθηση εκεινου που υποφερει απο την βασανιστικη διψα της επιθυμιας του μεσα στην καυτη ερημο, κι ως επιπλεον χωρις να υπολογισουμε ακαδημαϊκα το γεγονος πως εντελει, αθεοι και πολυθεϊστες συγκροτουν στις συμπληρωματικες τους θεασεις κοινη οντολογικα ομαδα.

γιατι οι αρχαιοι αθεοι (ξενοφανης, αναξαγορας) αναζητουν ως πατερες των συγχρονων αθεων με σκωπτικη αυστηροτητα το ειναι της φυσικης αληθειας αμφιταλαντευομενοι αναμεσα σε ενα αλφα που παιρνει μια μορφη στερητικη χωρις  να παραβλεπουν πως καλλιστα μπορει να λαβει και μια σημασια ζευξις, ενω οι κατα διοπειθους απλα προσπαθουν να συνεχισουν και να εξελιξουν την ιστορικη γραμμη του πραγματος ετσι οπως παρελαβαν απο τους προγονους τους, τους αφαιρετικους πυρηνες του πνευματος , αυθορμητα γαρ, μεσα απο τους σιωπηρους αιωνες της ανθρωποτητας και κατα την συντεταγμενη τους γλωσσα- εξισου φυσικα. και στις δυο περιπτωσεις εχουμε να κανουμε με την οντολογικη δομη της ελευθεριας, την επειγουσα σημασια της  πολλαπλοτητας, που στην μια περιπτωση λαμβανει μια ακεραιοτητα μεσα απο την διαλεκτικη οδο μιας ορισμενης επιστημονικης μεθοδολογιας, ενω στην αλλη περιπτωση, εχουμε να κανουμε με το αιτημα μιας γλωσσολογικης αφαιρεσης που βρισκει το απυθμενο βαθος της στην ενσαρκωση της ελληνικης γλωσσας, εκπεφρασμενο της αρχεγονης παραδοσης στην αντεκταση του αφηρημενου της ως μιας αλλου ειδους ακεραιοτητα και οχι απαραιτητα ως μιας απομακρυνσης μεταξυ διανοουμενων και λαου οπως ματαια φερεται να ανησυχουν για τουτο πλατωνας και αριστοτελης αν κρινουμε απο την ιστορια συνολικα σε ολο της το μηκος.  εξαλλου, το οτι ειναι θεοι και οχι θεος κι  ο τι εκει που δεν ειναι οι θεοι ειναι το μη ον, αυτην ακριβως την ελευθερια στο πεδιον του οραν διδασκει η ελληνικοτητα: την διαφορετικοτητα των τοπων και των οντων η εναλλακτικα, την τοπικη ομοιογενεια των πραγματων (εναργεια).

αλφα λοιπον ειναι το γραμμα του ηλιου και ο ηλιος ονομαζεται στην θαλασσινη γλωσσα των ελληνων «αλιος». ενας αλητης. ενας ουρανιος υπερκαινοφανης περιπλανωμενος αλητης απ’οπου και η λεξη αλητης αντλει φως απο το φως του. κι αν το αλφαβητο μας τελειωνει με το γραμμα ωμεγα που ειναι το επιφωνημα του μεγιστου κατα ‘κει που μπορουμε να φτασουμε, τοτε παρηγορια σου να ειναι πως το ερυμα μας απο την ερεβωδη καρδια του ηλιου ξεπηδα , και σε οποιο σκοταδι κι αν δυσει παντα θα σου φεγγει μια σεληνη τον δρομο να βρισκεις, ωστε στον εαυτο σου να ανατελλεις. γιατι η ελληνικη γλωσσα ξεπηδαει μεσα απο την πρωτογονη σιωπη του ανθρωπου και καταληγει μεσα στην ωριμη τελειοτητα του θειου. ειναι το αλητικο αλατι κι η πηγη των πληγων σου.

πραγματολογικα γινεται ετσι το συγκρουσιακο διακυβευμα μεταξυ ανθρωπων και θεων, η φυσικη οδος των πεπραγμενων του πολιτισμου. για του λογου το αληθες, μπορουμε ανατρεξουμε σε ενα παραδειγμα μιας αναλογιας σημειων -κοινωνιολογικου χαρακτηρα- και να διεισδυσουμε στο κλιμα μεσα στο οποιο γεννηθηκε ο ιδιος ο ντανταϊσμος ωστε να τον καταλαβουμε επι της αρχης του εν συγκρισει με τα ιστορικα αρχετυπα αυτης της αλιτροχου ελευθεριας- που ειναι καταδικασμενη να εμφανιζεται οσο θα ξεφυτρωνει απροσκλητος ο ενοχλητικα σκεπτομενος ανθρωπος , ομοιας σχετικα με εκεινης του χρυσου αιωνα του περικλη και τοτε θα βρουμε ως συνθηκων επι πολλω τα κοινα, οταν θα περιδιαβαινουμε την ζυριχη της εποχης λιγο πριν τον πολεμο, στην οποια πολη επικρατουσε -για τα παγκοσμια τοτε πλαισια, ναι επικρατουσε -μεγαλη ελευθερια, με ενα καμπαρε βολταιρ που ενοσο λειτουργουσε στην οδο spiegelgasse αρ. 1 χαλουσε τον κοσμο και ακριβως απεναντι στον αριθμο 12 της μικρης πλακοστρωτης  γραφικης οδου spiegelgasse απο τα νυχτερινα οργια ποιησης, ζωγραφικης, τραγουδιου, χορου και καθε προτροπης της ανθρωπινης ψυχης προς την σωματικη χειραφετηση του κορμιου, ζουσε ο βλαντιμιρ ιλιτς λενιν μαζι με τους συντροφους του ραντεκ και ζηνοβιεφ οπου και απολαμβαναν τον παντα δροσερο αερα της εκει κοινωνικης ελευθεριας, και τον οποιο (λενιν) πολλοι απο τους πρωιμους ντανταϊστες συναντουσαν αρκετα συχνα στην τοπικη βιβλιοθηκη της ζυριχης να μελεταει ενω καποιες αλλες φορες τον εβρισκαν ως ειδικο αγοριτη σε συγκεντρωσεις καπου στη βερνη να μιλαει -με καλα γερμανικα- τον μαρξιστικο πολιτικα εαυτο του, χωρις να αντιμετωπιζεται απο τις ελβετικες αρχες με μεγαλυτερη καχυποψια απ’οτι οι ντανταϊστες οι οποιοι στο κατω-κατω, σε αντιπαραβολη με την ησυχη και μελετηρη παρεα των ρωσων, ηταν ικανοι να διαπραξουν, στην παραμικρη κορυφωση των εμπνευσεων τους, το οτιδηποτε που θα πιστοποιουσε το αιτημα της πρωτογνωρης ελευθερια τους.

ετσι λοιπον δεν ειναι να απορουμε που δυο απο τις ιδρυτικες προσωπικοτητες του ντανταϊστικου κινηματος, ο χουγκο μπαλ ως θεμελιωτης, και ο τρισταν τζαρα ως οργανωτης και θιασωτης, αποτελεσαν το προτυπο συγκρουσιακο διακυβευμα του κινηματος που φαινοταν σαν να διεπεται απο μια ορισμενη εσωτερικη αντινομια. και δικαιολογημενα ολοι οι κατοπινοι ντανταϊστες εσκεμμενα τραβηξαν αυτη τη διαπαλη ως τα ακρα εφοσον με τον τροπο αυτο θα μπορουσε να εξυπηρετηθει η αρχαια ελευθερια του ανθρωπου, τα αρχετυπα της οποιας ειχαν εκδιωχθει βαναυσα μεσα απο τις αδυσωπητες τοσο ηθικα οσο και νομικα μονοθεϊστικες επιβολες των μοναρχικων αιωνων (εδικτα, νομοκανονες), ετσι ωστε αυτο που αρχικα ειχαν συλλογικα ονειρευθει οι ντανταϊστες με την φραση «παραδεισιος λογος» οταν πρωτοσχηματιζονταν στα καμπαρε βολταιρ να γινεται πλεον μια χωροχρονικη γροθια, μια για καθε μεταρωμαϊκο αυτοκρατορα και του αντιστοιχου μεταφυσικα μοναρχικου μπουγιου που παντοτε τον συνοδευε, αυτο της ρασοφοριας . γιατι οταν ο μπαλ δηλωνε πως «εξετασα προσεκτικα τον εαυτο μου και δεν θα μπορουσα ποτε να καλωσορισω το χαος» ενω ο τζαρα το δεχοταν με ανοιχτες αγκαλες, αλληλοσυμπληρωνονταν  με τον ιδιο βαθμο ομοιοτητας που συμπληρωνονταν 3000 χρονια πριν οι ποιητες ομηρος και ησιοδος, ο πρωτος με το να υπενθυμισει στη λεξη κοσμος το σημειολογημα της ταξης και ο δευτερος με το να εξηγησει κατι που «παραδοξως» συμφωνει με τα συγχρονα επιστημονικα δεδομενα της κοσμολογιας: πως αυτη η ταξη, δηλαδη του κοσμου, εχει την καταγωγη της στο ιδιο το χαος. μπορουμε τωρα να εξηγησουμε επισημα πολυ(α)θεϊστικα το big bang τηρωντας ολο το φασμα των απαιτησεων: «συμφωνησαμε να εκραγουμε».

ετσι, για το ειναι της τεχνης, σχετικα γρηγορα στις ομαδες φιλων των απανταχου ντανταϊστων ειχαν αναπτυχθει ισχυρα ρευματα τετοια οπως του βικινγκ εγκελινγκ ως «στοιχειο μπασο της ζωγραφικης» (general bass der malerei), του γιανκο ως «αρχιτεκτονικης αισθησης», του χανς ριχτερ ως «μουσικης και ανθρωπινης ταξης» και του χανς αρπ ως «ταυτισης με τη φυση» που θυμιζε ενα παλιο γνωριμο αρχεγονο της ελληνικοτητας κι εντουτοις απαγορευμενο απο τα μανιχαϊστικα δογματα, που κομπαζουν για την «μια και μοναδικη αληθεια» εκβιαζοντας τον ανθρωπινο ψυχισμο με force πλαστα διλημματα αναμεσα σε αυλακες μιας οδου, τυπου καλο-κακο, μεσα στις οποιες βαζουν τον ανθρωπο να κυλησει με αυστηρη ηθικη σημανση για το τι επιτρεπεται και τι απαγορευεται προκειμενου να σωθει η ψυχη του –λες και νοουν εντελει το τι ψυχη εστι αγνοωντας αλλα και βασικοτερα, αλλα φευ, ωστε αναγκαστικα να επιλεξει κατι συγκεκριμενο επειδη θα πρεπει να αποδεχτει πως το καλο ειναι δοσμενο μονοσημαντα κι ως τετοιο ειναι ενα τελικοτελικο των παντων δοσμενο απο αυτον «τον εναν και μοναδικο» και προορισμενο για εκεινον και μονο για εκεινον, εφοσον, και περισσοτερο απ’ολα υποταγμενο σε μια θεληση αλλοτρια απο του ιδιου του του εαυτου , απο της φυσικης του κλισης κι απο της αυτοεκπληρωσης του αιωνια εξοριστου, πως θα  πρεπει να ειναι μοναδικα ταγμενο κατω απο μια περισταση που θα του οριζει το λεγειν και την συμπεριφορα, το οποιο ανθρωπινο πλασμα, τοτε, μοιραια θα εχει απορριψει αυτο που προφανως του ειναι απεχθες παρολο που υπο συνθηκες φυσικης ελευθεριας και αλλαγμενες τις παραμετρους της πραγματικοτητας, η θεληση θα μπορουσε να το βιωσει εξισου ως χρησιμο, ωφελιμο η αναγκαιο κι αρα ως ομορφο ωραιο και σοφο. χρησιμο, ωφελιμο, αναγκαιο, ομορφο, ωραιο, σοφο. λεξεις τοσο απλες για εννοιες τοσο εξαιρετικα δυσκολες.

ολοι οσοι συνωστιζονται μανιωδως γυρω απο εξουσιαστικα ιερατεια και σφετεριζονται την ουρανια τιμωρια πασαροντας τεχνηεντως την αφαιρεση του δογματος τους a priori, επιβαλλοντας την δοξασια τους με καθε τροπο στον αλλον, αν σκεψη και πραξη καποιου ανθρωπου  διαφευγει απο την οδηγια της ετερονομησης επι της αφαιρετικης ισχυος αυτου του οποιου δογματος τους, αφοριζεται ως κολασμενος με τον ιδιο ακριβως τροπο που οι λευκοι μεχρι και τα χρονια της σεξουαλικης επαναστασης ηθελημενα νομιζαν πως αυτος ο κοσμος ειναι μια ταξη προορισμενη για τους ιδιους και καθε αλλη δομη χρωματος, κατωτερη απο τη δικη τους και δουλικη.  ο πνευματικος ρατσισμος του ειναι στα μονοθεϊστικα πλαισια λοιπον, ισοδυναμει ως συγκεντρωτισμος απο και προς το αυτο ενα κεντρο, και ειναι εκ φυσεως αναγκαιος προκειμενου να συγκροτηθει η απαραιτητη μορφη που του ειχε η θα εχει προσδωσει ο εκαστοτε δημιουργος του κι αυτο ειναι το πλεον στοιχειωδες διδαγμα της ιδιας της ανθρωπινης ιστοριας , οποια αγαπη, φιλοτιμο και οποια καλοσυνη αν επικαλεσθει αυτο το δογμα (για οποιον φυσικα αντεχει να κοιταει την ιστορια και τις πικρες αληθειες της καταματα και χωρις περιστροφες). ετσι, αναζητωντας το δικαιο της υπαρξης περα απο το χερι του αμεσου και του ειδικου διαμεσολαβητη με τα θεια, αυτοι οι ανιεροι ρασοφοροι κληρικοι ιμαμηδες ραβινοι, παραβλεποντας τον βασικο αρχαιο κωδικα πως ολοι οι ανθρωποι ειναι αμεσοι διαμεσολαβητες με τα θεια και αρα ιερεις ως ιεροι, σε αποκαλουν ως κολασμενο και με την κολαση σε απειλουν για καθε αποκλιση απο μια συγκλιση του στεμματος τους, τοσο επι γης οσο κι επ’ουρανου. τοσο πολυ εχουν απομακρυνθει απο τα θεια.

 ζην ασυλληπτο ως συνειδεναι της πολυθεϊσμενης οπτικης που απαρνιεται την καθολικη ομοιογενεια των πραγματων, και οπτικη αδυνατη για τους μονοφθαλμους που θεωρουν το ειδος τους κυριαρχο και μοναδικο ως μηχανη φιλτραρισματος για κρεας που παραγει τον ιδιο παντα κιμα, ιδου σε ενα αντιπαραδειγμα- που ουτε ο ιδιος ο adorno πολυ αργοτερα δεν θα μπορουσε να επιδιορθωσει, να κρυψει και να καλουπωσει- πως υπερασπιζοταν ο ιδιος ο «εχθρος» του νταντα, ο αντρε μπρετον, στο salon des independants στις 5 φεβρουαριου 1920 + 788 μ.π.ο. το ιδιο το νταντα : «καμια προσπαθεια δεν εγινε να αναγνωριστει στο νταντα οτι επιθυμει να μην υπολογιζεται σαν μια καλλιτεχνικη σχολη. ολοι επιμενουν να χρησιμοποιουν λεξεις και φρασεις οπως ομαδα, αρχηγος ομαδας, πειθαρχια. υπαρχουν και ορισμενοι που λενε ο τι ενω ισχυριζεται οτι τονωνει την ιδιωτικη πρωτοβουλια και ανεξαρτησια, το νταντα αποτελει στην πραγματικοτητα κινδυνο για την ανεξαρτησια του ατομου. δεν καταλαβαινουν καθολου ο τι ειναι οι διαφορες που μας ενωνουν. η κοινη μας αντισταση στους καλλιτεχνικους και ηθικους νομους δεν μας δινει παρα στιγμιαια ικανοποιηση. ξερουμε, πολυ καλα οτι, περα και πανω απ’ολα αυτα, η ατομικη φαντασια διατηρει την απολυτη ελευθερια της- και ο τι αυτο ειναι περισσοτερο και απο το ιδιο το κινημα του νταντα» .

και πραγματικα, μεσα στον κυκεωνα της καταιγιστικης ροης των δηλωσεων και των θεσεων του, δυο χρονια νωριτερα, στο μανιφεστο του νταντα που συνυπογραφουν ολες οι μεγαλες του προσωπικοτητες τετοιες οπως οι tristan tzara, franz jung, george grosz, marcel janko, richard huelscambeck, gerhard preib,raul hausmass, o.luthy, frederic glauser, hugo ball, pierre albert birot, maria d’ arezzo gino cantarelli, prampolinni,  r. van ress, madamme van ress, hans arp, g. thauber  , andree morosini, francois mombello-pascuali, κανεις δεν θα μπορεσει να γλιτωσει απο την τελεια αποπνικτικη φυσικη  ελευθερια της ευθυκρισιας του στο κυκνειο του ασμα, και περισσοτερο δε, οι διαφωνουντες με αυτο το ιδιο το νταντα: «το να εναντιωνεσαι σ’ αυτο το μανιφεστο σημαινει να εισαι ντανταϊστης!». η εκδικηση της φυσης ειχε τεθει πλεον a posteriori δημοκριτεια ως  μεταρρυσμουσα τεχνη και ισοδυναμα ως πρωιμος πολιτικος τροτσκισμος , κατ’αρχας μεσα απο το ιδιο το ντανταϊστικο μανιφεστο. γιατι αν καθε συγκεντρωτικη δομη, που συνοψιζεται μεσα σε μια φασιστικη φιλοδοξια να ομογενοποιηθει η καθε υπαρξη προκειμενου να χειραγωγηθει κατα τις απαιτησεις του γουστου ενος συμβολοποιημενου αυτοκρατορα ωστε να καταστει μια επισφαλης δομη για καποιον η για λιγους που χειριζονται παρεμπιπτοντως ισοβιως τα σκηπτρα της εξουσιας τους ετσι οπως το πραγμα δηλαδη ειχε καμουφλαρισθει πολιτικα με τις (ελασσονες) μοναρχιες και δεθει μεταφυσικα με τους (μανιχαϊστικους) μονοθεϊσμους σε αξιωματικα δογματα προειδοποιησεων αφορισμων και τιμωριων τετοια οπως η βιβλος, το λευιτικον, η πεντατευχος, η καινη διαθηκη και το κορανι, απο την αλλη, η αφηρημενη τεχνη απεδειξε πως μεσα απο τις δικες της συγκρουσεις και τριβες με ενα ορισμενο πληθος αλλων καλλιτεχνικων ρευματων- οπως οι φουτουριστες, οι εξπρεσιονιστες, οι κυβιστες, οι νατουραλιστες, οι ιμπρεσιονιστες και αργοτερα τον ιδιο τον σουρεαλισμο, πως συνεχιζει με εναν ανεπαισθητο τροπο να ιερουργει τους θεους, ακριβως γιατι εβρισκε ακομα και στο προσωπο του ντανταϊστικου κινηματος την ελευθερια της φυσικης εκφρασης κατα τις επιταγες της δομικης κλισης, ομαδας η ατομου, να μετασχηματιζεται καθε φορα φυσικα, διανοιγωντας την παλια αρχαια οδο του χωρου μεσα στην οποια βυθιζεται η ιδια η υπαρξη εντελως αδογματιστα και συνενωνεται με τα λογης λογης αντιπαλα τε και φιλια καλλιτεχνικα ρευματα με την ιδια λογικη που τα αρχετυπικα μερη της αντιμαχονται και συζευγνυονται μεταξυ τους συνιστωντας το ολον ειτε ετσι ειτε αλλιως.

αρκετες δεκαετιες αργοτερα, η τριανδρια των πικαμπια, ντυσαν και μαν ραιη, αναπτυχθηκε επανω στην χωροχρονικη σκακιερα που ειχαν θεσει τα ιδια τα ρευματα της τεχνης της υπερ-τεχνης, της μη-τεχνης και της αντι-τεχνης που ζυμωνονταν και μορφωνονταν μεσα στον κοινωνικοπολιτικο κολαφο του πρωτου και του δευτερου παγκοσμιου πολεμου, οταν δηλαδη βιωναν την πρωτη τους νεοτητα, και το σημαντικοτερο, μεσα στον αποηχο αιωνων θρησκευτικου μονοθεϊσμου που παντοτε επαιρναν ειτε εμφανως ειτε ανεπαισθητα εκ της μορφης του ασφυκτικου δογματισμου τους, την αναλογη υποσταση και πρακτικη, δογματισμος ο οποιος απο την αλλη, ρυθμισε την υποτακτικη κοινωνικη συμπεριφορα των ανθρωπων πανω στα διασυνοριακα ερειπια  των παλε ποτε αλεξανδρινων κτησεων, με μια αντιστοιχη διαφορα φασης ως πολιτισμικης καθυστερησης σε σχεση με καποιες στοιχειωδεις κοινωνικες ελευθεριες που διασωθηκαν υπερ της δυσης-κατα το τελος των διαδοχων του αλεξανδρισμου ως ρωμαϊκης αυτοκρατοριας και τον διαμερισμο της απο μια δυση προς μια ανατολη αμφοτερα αυταρχικων ωστοσο, και τοση οση χρειαστηκε για να ξεριζωθει ο ομορφος πολυθεϊσμος του ελληνισμου και των λοιπων μεσογειων λαων (καθως και των λαων της βορειας ευρωπης), απο τους αυτοκρατορες της nova roma η κατα κοσμον βυζαντιο-που σημειωτεον δεν εβγαλε ουτε εναν ελληνα αυτοκρατορα στην χιλιοχρονη ιστορια της, η μαλλον εβγαλε εναν μονο φιλελληνα τον οποιο οι χριστιανοι αποκαλεσαν και παραβατη) με προστασια και με βουλα το εξουσιαστικο τους κυρος, κυρος που πατουσε ομως απανω σε σκιες ακατανοητες για τους ιδιους-η μαλλον τυφλα ερμηνευμενες κατ’ εκει οπου ο φοβος τους οριζει. αυτο το σχετικο θεοκρατικο μονοπωλειο κρατησε μεχρι την «υψωση» του μωαμεθ σε προφητη στα μεσα του 6 αιωνα μετα την χριστιανικη χρονολογηση, ετσι ωστε να δημιουργηθει το αντιπαλο μονοθεϊστικο δεος που θα κλειδωνε τις εποχες στο διπολο της μεταφυσικης μισαλλοδοξιας. το ονειρο του ιουδαϊσμου ειχε πραγματοποιηθει, αλλα εν μερη, οχι ετσι οπως διακαως το ηθελε και το υποσχοταν κατω απο την μποτα του δικου του γιαχβε. γιατι οταν στις συνηχησεις των βιαιων μεταγραφων απο τους κρατιστες της ατυχως  λεγομενης «βυζαντινης» αυτοκρατοριας οι ελληνες εξαναγκαζονταν να φωναξουν τελικα τον γεχοσουαχ συντμημενα ως γεσουα, εκεινοι τεχνηεντως  φωναζαν στην γλωσσα τους «ιησους» προκειμενου να θυμουνται τον ιηιο απολλωνα τους εως και μια πληθωρα ιητικων θεων και ηρωων- απο την θεα ιασω εως και τον ηρωα ιασωνα,  ενω οταν οι αραβες για τον ιδιο λογο εξαναγκαζονταν να φωναξουν γιαχβε εκεινοι πιο εμφατικα ακομα φωναζαν στην γλωσσα τους «αλλαχ» που αποτελει την δικη τους εξυπνη μεταμφιεση αλλεχ, της δικης τους θεας αφροδιτης.

οπωσδηποτε η βασικη ενορμηση του νταντα δεν ειναι μονο η απελπισια και η διαμαρτυρια, αλλα μια επαναστατικη αισθηση χαρας που εμπνεεται απο νεες ανακαλυψεις, ανακαλυψεις που εντουτοις δεν ειναι και τοσο ανακαλυψεις οσο επανακαλυψεις μιας πολυ συγκεκριμενης ροης αισθησεων και πρακτικων απο το φυειν (φυση) στο τικτειν (τεχνη), κατι που ηταν εξαιρετικα διαδεδομενο ως και τετριμμενο για τις προχριστιανικες κοινωνιες, και για οποιον δεν προκαθοριζει ηθικα το συναισθανεσαι ουτε αντιβαινει τη φυση αλλα πηγαινει μαζι της ως ο εαυτος που του υποδεικνυει πως ειναι, σεβομενος παραλληλα τα ανεξαρτητα -απο τον ιδιο- επι μερους της (συνθηκη φυσικης ισορροπιας).  αυτο το πνευμα αναρχισμου εδωσε ακομα και στο περικυκλωμενο απο κακως εννοουμενα θρησκοληπτους χαζοαστους του βερολινεζικου νταντα, τη δυνατοτητα στα μελη και στην ομαδα του κινηματος,  να ζησουν μια εντονη και ουσιαστικη ζωη παρολο που το ντανταϊστικο κινημα εκεινη την περιοδο που επαναπροσδιοριζοταν η ουσια εκεινου του παλιου πολυθεϊστικου πνευματος, τελουσε εν αγνοια, ολοτελα ανυποψιαστο για τους πολιτικους κινδυνους που ελλοχευαν ακομα και τα πιο εξοργιστικα ολισθηματα του κακου γουστου καθως και ολα εκεινα τα επιθετικα μανιφεστα που καποιες φορες εδωσαν λαβη στο κομμα των ναζι να σπεκουλαρουν μια ελευθερια που δεν αναγνωριζοταν ομως απο μερους τους ο αρχεγονος ουμανιστικος κωδικας ενος ανθρωποκεντρισμου, αλλα ενας βλακωδης και επικινδυνος εθνικισμος οπως ακριβως ετσι δηλωνεται ενας μονοθεϊσμος στον πυρηνα της ουσιας του, πρωτιστως απο τα θρησκευτικα σιωνιστικα κειμενα π’ απο συστασεως τους αποτελουν και τον πνευματικο καθοδηγητη του μονοθεϊσμου. αυτο το ρατσιστικο ιδεωδες που απλωθηκε πανω απο τις πλατες τους και εγινε αισθητο στους ντανταϊστες αργοτερα, οταν η μαχη για να πεταχτει η τεχνη στα σκουπιδια μεταβληθηκε οχι εναντιον της τεχνης αλλα εναντιον των κοινωνικων συνθηκων που επικρατουσαν στη γερμανια, πραγμα ακρως ειρωνικο για τους ιδιους τους ναζι γιατι αυτο που τερατωδως θα καταδιωκαν μια δεκαετια αργοτερα στο προσωπο του διασπαρτου εβραϊκου τοτε λαου ανα την ευρωπη, ειχαν γινει αν οχι ηταν οι ιδιοι οι ναζι- κατ’ουσιαν: βαρβαροι. επιπλεον ολες οι κοινωνικες ομαδες που εκφραζονταν με τροπο διαφορετικο απο τον δικο τους, τοσο κατα τα πιστευω οσο και κατα τα φυσικα τους χαρακτηριστικα, τετοιοι οπως οι γερμανοι «παγανιστες», οι αναρχιστες και οι κομμουνιστες, οι ομοφυλοφιλοι, οι φεμινιστριες, οι εγχρωμοι, οι ανατρεπτικοι καλλιτεχνικοι χωροι του bauhaus  καθως και καποιες ελαχιστες μεμονωμενες περιπτωσεις χριστιανων ιερεων οι οποιοι μεσα στην φιλοτητα τους εκλειναν καποιας βαθυτερης σημασιας απο τα χριστιανικα συμβολα τους- ομορφια, και ομορφια που ουτε και οι ιδιοι οριζαν με τους ανιστορητους ρατσιστικους ψαλμους τους, αλλα φευ, γιατι ολοι αυτοι λοιπον (και πιθανον και αλλες κοινωνικες ομαδες που ο γραφων αυτη τη στιγμη αγνοει), θα συλλεγονταν στα γελοια στρατοπεδα συγκεντρωσης του αουσβιτς και του νταχαου προς αφανισμο οπως ακριβως εκαναν και οι χριστιανοι με τα ελληνικα φυλα 15 αιωνες νωριτερα στα πρωτα στρατοπεδα συγκεντρωσης της ιστοριας που κατασκευαστηκαν στην σκυθοπολη της συριας καθως και αλλου, για οσους θα αρνιονταν  να προσκυνησουν τον «εναν και μοναδικο θεο» τους, ισοπεδωνοντας παραλληλα εκ θεμελιων με αυτοκρατορικα διαταγματα απ’ ακρη σ’ακρη της μεσογειου, καθε μη χριστιανικο λατρευτικο μνημειο και ναο αποδεικνυοντας πως η κατηγορια που απεδιδε ο αυτοκρατορας νερωνας στους χριστιανους , ως «εχθρους της ανθρωποτητας» σε επιπεδο δομης (μονοθεϊστικης) και οχι απαραιτητα κινητρων (ειδικα μεχρι και το διαταγμα των μεδιολανων οι χριστιανοι λετουργουν ως προτυπο επιτηδευμενης φαινομενικης ακακιας παρα τις νηπιακες και αντιδραστικες τους πεποιθησεις για την ομορφια της ζωης, με μια ενεργητικη παθητικοτητα εναντια στις οποιες διωξεις τους αλλα ωστοσο, κατοπιν οταν θα καταστουν η θεσμοθετημενη εξουσια της αυστηρα θεοκρατικης πλεον αυτοκρατοριας, η χριστιανοσυνη θα μεταλλαγει προς μια τερατωδη μισαλλοδοξια η οποια ιερατικα σιγοκαιει μεχρι και στις μερες μου), ειναι περα για περα σωστη, αλλα που ωστοσο, κατα ενα ειρωνικο ποσο tuam nescis, εχθρος της ανθρωποτητας ηταν και η ιδια η κατασταση του αυτοκρατορισμου που κατηγορουσε τους αλλους ως τετοιους. το παζλ για οσους μπορουσαν και ακομα επιμενουν να μπορουν να βλεπουν πως ακριβως εχει η ουσια του πραγματος, ειχε ολοκληρωθει αλλα η ομορφια, η αληθινη ομορφια των θεων, βρισκοταν στην απογνωση των ανθρωπων για ακομα μια φορα καθως τοσο πολιτειακα οσο και θρησκευτικα, ολα επαιρναν την βασιλευουσα καπιταλιστικη μορφη τους, καμπτωντας τα ελευθερα ηθη των ανθρωπων και πετωντας τους στην ληθη, που μονο  οι μισοχαλασμενες πετρες και η τσαλακωμενη τους γλωσσα τους σιγοψιθυριζαν ακομα τον δρομο για την ιθακη τα ιχνη της οποιας ολοενα και χανονταν απο τους ναυτικους χαρτες των ευρωπαϊκων λαων.

οπως και παλι πολυ ευστοχα παρατηρει ο κορνηλιος καστοριαδης, «ακομα και οι εντονοτερες επιφυλαξεις απεναντι στον μαρξ και οι ριζικοτερες κριτικες του εργου του δεν αναιρουν τη σπουδαιοτητα του ως στοχαστη, ουτε το μεγαλειο της προσπαθειας του. οι ανθρωποι θα στοχαζονται ακομη πανω στον μαρξ ενω θα κοπιαζουν για να βρουν τα ονοματα των φον χαϊεκ και φριντμαν στα λεξικα». και οπως συνεχιζει να σημειωνει ο καστοριαδης, τον τεραστιο ρολο του στην ιστορια ο μαρξ δεν τον επαιξε χαρη στο εργο του, παρολο που καποιοι καταφεραν να του επικατασκευασουν εναν πλαστο μεσσιανικο χαρακτηρα τετοιοι οπως ο j-y calvez που σε σχετικο του αρθρο στην εφημεριδα le monde διατεινεται στις 14/4/1990 +788 μ.π.ο επι παραδειγματι, και σε σημεια οπου το μαρξιστικο κειμενο προσφερεται για κατι τετοιο. αντιθετως, τον τεραστιο ρολο του στην ιστορια ο καρολος μαρξ τον παιζει επειδη ακριβως τηρει (τουλαχιστον μεχρι την 2η διεθνη το τηρει εκπληκτικα ) ενα ικανοποιητικο σφυρηλατο πλεγμα απαιτησεων πολυθεϊστικου απορρεοντος κι ως εκ τουτου ενος σχεδον μηχανικου ισοδυναμου γιγνεσθαι που βρισκει την πολιτικη του ενσαρκωση στην οντοτητα της ελληνικης πολις και του δημου (δωρ. δαμου), εννοιες που μαζι με την εξισου ιστορικη τους συνεχεια στο χρονικο επεκεινα μιας γαλλικης επαναστασης, βρισκονται βαθια χαραγμενες στην καρδια του νεαρου μαρξ οταν αρχιζει να αντιλαμβανεται την ιερη ελληνικη γυμνια της συλλογικοτητας στην αγορα,  ως πολιτικο αθλημα της αληθειας, ασκωντας του την γοητεια του ωραιου και αρα του δικαιου. μαλιστα, τα σπερματα των σημαντικοτερων ιδεων του μαρξ που αφορουσαν στον μετασχηματισμο της κοινωνιας,  κυριως της ιδεας της αυτοκυβερνησης των παραγωγων- δεν βρισκονται στις γραπτες διακηρυξεις και θεωριες των αναρχικων σοσιαλιστων στην κεντρικη ευρωπη οπου ζει και εργαζεται εκεινη την εποχη ο μαρξ, αλλα πολυ νωριτερα απο καθε θεωρητικο διανοητη της ριζοσπαστικης τοτε διεθνους «αριστερας» και του ευρυτερου ελευθεριακου αναρχοκομμουνιστικου χωρου, στα ιδια τα ανυποπτα αρθρα των εφημεριδων που απασχολουσαν καποτε την αγγλια οσον αφορα στην ιδιαιτερη γεννηση ενος κινηματος αυτοοργανωσης των αγγλων εργατων απο το 1810+ 788 μ.π.ο εως το 1840 +788 μ.π.ο, (απορροια των οποιων αποτελει το σημερινο γονατισμενο και εκφυλισμενο απο τις αιτιες που το δημιουργησαν κομμα των εργατικων στην αγγλια), και που ως κινημα χειραφετησης και προταγμα αυτονομιας με την σειρα του, αναπτυσσοταν επι αιωνες στην ευρωπη της αναγεννησης και εφτασε στην κορυφωση του στην μεγαλη γαλλικη επανασταση η οποια ομως αφησε ενα τεραστιο αναπαντητο κενο σε οτι αφορα την γραφειοκρατικη δυναμη του κρατους το οποιο με το περας της, «ελεγχεται» και παλι απο ενα στρωμα  α) επαγγελματιων και β)  ισοβιων «αντιπροσωπων»,  εντελως διαχωρισμενων απο τον λαο και αρα λογικα τοτε, το ποτε θα επαιρνε πορεια κατα των συμφεροντων του ιδιου του λαου, ηταν απλα ζητημα χρονου.

και θα εχετε καθε δικιο αν αυτο τωρα- η γεννηση της αυτονομησης του κινηματος των εργατων στην αγγλια- σας θυμιζει εντονα τις κοινωνικοπολιτικες συνθηκες της εποχης του σολωνα και του κλεισθενη και την καθοριστικη συμβολη του αντιστοιχου τοτε εργατικου λαϊκου «κομματος» των ορειβισιων -μα συναμα σκληροτραχηλων- μικροκαλλιεργητων ονοματι διακριων προς την σταδιακη υλοποιηση της εγκαθυδρισης της αθηναϊκης δαμαρχιας π’ εν αντιθεση, κατι αντιστοιχο δεν κατορθωθηκε και δεν συνεβη ποτε στην αγγλια τελικα, και πως θα μπορουσε αλλωστε εφοσον το κοινωνικο πλαισιο της αγγλικης κοινωνιας τοτε, ειναι εντονως μοναρχικο σε φυη ψυχολογικων μηνυματων, μιας ιδεας ατυπως -πλην ομως –πλατια  διαδεδομενης στους μεσογειους αρχαιους λαους, αυτην της θεσμικης συλλογικοτητας ως πολλαπλοτητας, λογω της μηνυματικης διαχυσης της πολυθεϊστικης ουσιας που αντανακλα μεσα στο ιδιο το πυρηνικο ειναι της «λαϊκης τους θρησκειας» και που σε πρωτη φαση, τουλαχιστον για τους αμυητους στα μεγαλα μυστηρια της ελευσινας, αρα για εκεινους που εκτιθενται αμεσα στα θεμελιωδη συμβολα και παραστασεις της κουλτουρας τους, σχετιζεται αμεσα με τις  θεματικες της τιτανομαχιας και της γιγαντομαχιας. και εδω το μηνυμα για οποιον μπορει και αντεχει να κοιταξει με απερισπαστη διαυγεια σε αυτα τα βαθη, ειναι σαφες: οπως η κοινοτητα των θεων παλεψε και αγωνιστηκε να κατοχυρωσει την ουρανια συλλογικοτητα της ομορφιας που συνοψιζεται στον ορο «ολυμπια ψυχραιμια», ετσι οφειλει να πραξει και η κοινοτητα των ανθρωπων επι γης και που αυτο «δα», ειναι το πραγματικο χρεος και «μητρα»  ΟΛΩΝ των θνητων. η συλλογικοτητα της ομορφιας και δη, οπως η παναρχαια ελληνικη γλωσσα παρασημαινει αινιγματικα ετυμολογικα ως: κυκλο μορφων.

ομως, αυτος  ο εσωτερικος συγκερασμος της ελευθεριας που διεκδικησε η τεχνη στην γερμανια και στην πολιτικη της εμφανιστηκε με το να εμπνευσει στον λενιν και τους συντροφους του, απo τα δρωμενα της οδου spiegelgasse αριθμος 1, στο νου και στα μυαλα των ενοικιστων της οδου spiegelgasse αριθμος 12 ωστε να σχεδιασουν και τελικα να υλοποιησουν την επαναστασταση του λαου καπου αλλου, και συγκεκριμενα στους μοσχοβιτικους δρομους  κατα της μοναρχικης τσαρικης ρωσιας των ρωμανοφ καθως και την πολιτικο/εκτελεστικη εχθρα που αντεταξε με την σειρα της, καθε μοναρχικη φραξια εναντιον αυτης της συλλογικης ελευθεριας, ελευθερια που δυστυχως πηρε την αποκλειστικη της μορφη ως κονιορτοποιημενου μαρξισμου-λενινισμου επι της συνεχισης μιας οριακης ολοκληρωσης του χειραφετητικου και δημοκρατικου προταγματος της δυσης, αλλα που αυτη ωστοσο η «μορφη», ηταν η μονη που αντισταθηκε για πολυ καιρο ως γνησιος συνεχιστης της γαλλικης επαναστασης κατα της μοναρχιας, τοσο πολιτικα οσο και μεταφυσικα,  και αυτο εξηγει την γοητεια που ασκουσε ο κομμουνισμος σε οσους ονειρευονταν την ελευθερια παρολη την πρακτικη ενος λεγομενου σταλινισμου στην οποια μεταμορφωθηκε εν συνεχεια, φερ’ειπειν με τον κατοπινο και διαδοχο σε ισοβια  χρεη κομματικου γενικου γραμματεα ιωσηφ σταλιν να παραφραζει δραματικα τις κοινωνικες προσλαμβανουσες των ελευθεριακων οραματων του (προωρα χαμενου) βλαντιμιρ λενιν και των συντροφων του και να ομοιαζει σε ολοκληρωτισμο  οπως αποδειχθηκε αργοτερα (μετα τις σχετικες αποκαλυψεις αρχης γενομενης με την δολοφονια του τροτσκυ) σε ολοκληρωτικες πρακτικες αλλα σιγουρα οχι τοσο ωμου οσο ενος απροκαλυπτου χιτλερικου καθεστωτος- επαληθευοντας το γνωσιακο πορισμα των υπαρξιστων φιλοσοφων πως ο καπιταλισμος, οπως και αν ενδυθει σε τιτλους, θα βρισκεται σε ριζικη αντιθεση με το προταγμα της χειραφετησης και της αυτονομιας.

μπροστα σε αυτη την ιστορικο πολιτικη  φαυλοτητα που εμοιαζε με διανοητικο αδιεξοδο, τοσο στην σοβιετικη ενωση οσο και στην κεντρικη ευρωπη, ανεκυψε η ανακαλυψη του αχρηστου που ανεδειξαν οι περι ων ο λογος ντανταϊστες: πικαμπια, μαν ραιη και μαρσελ ντυσαν , οι οποιοι συνεχισαν να εξελισσουν την τεχνη τους ως μη-τεχνης καθως και ως αντι-τεχνης, προσθετοντας καθε φορα με την πρωτη ευκαιρια οπου και αν εκεινοι το εκριναν αυτο σκοπιμο,  αντικαλλιτεχνικα αντικειμενα κατα την στοιχειωδη τεχνικη του φωτομονταζ που ειχαν διδαχτει απο το ντανταϊστικο κινημα στα «καφε odeon» -τεχνικη που δανειστηκε ακομη και ο μαξ ερνστ για τα πρωτα σουρεαλιστικα του φροταζ και κολλαζ, οπως χαρακτηριστικο παραδειγμα αποτελει το προαναφερθεν εργο του 1957 + 788 μ.π.ο. boardwalk που παρουσιαστηκε ως remake σε παρισινη εκθεση αφιερωμενη στο νταντα εκεινη τη χρονια (το ιδιο το εργο ειχε κατασκευαστει το 1917 + 788 μ.π.ο. ως boardwalk), εκεινη η διαβοητη αλγοριθμικη σκακιερα με σκακιστικα τετραγωνα που στενευουν ολοενα και η οποια δενεται σε σκοινια μαζι με εναν μετρονομο και ενα ματι καρφιτσωμενο πανω του και με αλλαγμενο τιτλο αυτη τη φορα που ακουγε στην ευφανταστη προκλητικη περιφραση «αντικειμενον προς καταστροφην», το οποιο εργο μαλιστα καποιοι επισκεπτες της εκθεσης πυροβολησαν, παιρνοντας κατα γραμμα τον τιτλο, 40 χρονια αργοτερα και μετα απ’ολα τα απανθρωπα και ποταπα ιστορικα γεγονοτα που ειχαν προηγηθει. ωστοσο η αστειρευτη αντικαλλιτεχνικη παραγωγη της τριανδριας συνεχιστηκε αδιακοπα και στις τρεις μορφες της: ζωγραφικη, φωτογραφια και αντικειμενα μη-τεχνης και αντι-τεχνης- τα οποια αντικειμενα μαλιστα ικανοποιησαν ενα ορισμενο ειδος ριζοσπαστικης γλυπτικης τεχνης. τωρα οι εφευρετικες δυνατοτητες διαπαιδαγωγημενες σε καθε ειδους τεχνικη μεταμορφωναν και μεταμορφωνουν τα χρησιμα αντικειμενα σε αχρηστα.

η καταστροφικη ενορμηση που στον πικαμπια εκφραζεται με τη συνεχη παραγωγη πολεμικων προσβολων και αντι-εφευρεσεων και στον ντυσαν με την αγελοια εξαλειψη αυτης καθεαυτης της τεχνης την οποια ο ιδιος αποκαλουσε σαρκαστικα ready-art, οδηγησε τον πιο ηρεμο μαν ραιη στο να εμφυσησει ειρωνικη ζωη στα αψυχα αντικειμενα που τον περιβαλλουν οπως η ελασσωνα σκακιερα, ο μετρονομος και το ματι για την οποια μιλησαμε σχετικα. το στοιχειο του αχρηστου εδειχνε τα αντικειμενα απο την αδηνη τους πλευρα. τα απελευθερωνε. και ακριβως επειδη αυτα τα αντικειμενα ηταν αχρηστα, μπορουσαν τωρα να αποκαλυψουν το δραμα της ανθρωπινης κωμωδιας: ηταν συγκινητικα και ακαρποφορητα. το λυρικο χιουμορ της αχρηστης μηχανης ειχε ανακαλυφθει απο τον αχρηστο εφευρετη της: τον μαν ραιη. ο ιδιος μαλιστα διατυπωνε την αποψη πως «τα αντικειμενα ειναι οντα, σαν κι εμας, γιατι υπαρχουν» οπως παρομοια διατυπωνε 3000 χρονια νωριτερα και ο εμπεδοκλης πως «ολα δεκτα στο συνολο τους ως οντα». αυτη η αποψη του μαν ραιη ηταν αφετηρια για ενα σημαντικο στοιχειο της συγχρονης κινησης του νταντα, του νεο-νταντα, το οποιο αρχιζει πιο υποψιασμενο ιστορικα την μεταφυσικη του προζα αρχης γενομενης με το να ξαναγινει αναφορα του εργου του μαν ραιη «γοητευμενος» (1922 +788 μ.π.ο.), που αναπαριστα σε αντιγλυπτικη το εκβαρβαρισμενο (ακρωτηριασμενο) απ τους χριστιανους κορμι της θεας αφροδιτης της μηλου δεμενο με σκοινια. οι αλληγορικες αντιστοιχιες ειναι προφανεις οπου και η συνηθισμενη μελαγχολικοτητα του μαν ραιη συνυφαινεται ευδιακριτα με το ελαφρυ αλαστο χιουμορ του.  ωστοσο η σταση του, αν και περιεχει εναν απεριοριστο σκεπτικισμο για την ανθρωποτητα, ειναι περισσοτερο καποιου που περιμενει παρα που προσδοκα. πραγμα λογικο για καποιον που ανακαλυπτει την ουσια του θειου περα απο την πολυωνυμικοτητα του, κατευθειαν  στην πολλαπλοτητα του, χωρις να ειναι μυημενος τοσο ιστορικα οσο και πρακτικα στα φυσικα αρχετυπα που βεβακως περισωζει απο την αιωνια σιωπηρη τους ροη ο ελληνισμος. αυτο ακριβως εξαλλου ειναι ενα κοινο που μοιραζεται με τον μαρσελ ντυσαν: τοσο στη ζωη οσο και στην τεχνη ειναι και οι δυο αρμονικοι σκακιστες που παιρνουν παντα τα μαυρα. και παρολο που μπορει να ακουγεται παραξενο το σκακι ειναι σαν τον ερωτα: ενα μουσαιο follow up των διοσημειων. εκεινοι που κολλησαν καποτε το μικροβιο, χρειαζονται το σκακι οσο απελπισμενα χρειαζεται και ο πρεζακιας την ηρωινη του. εδω, οι ακραιχμιες μαρτυριες για το ετερον ημισυ, τον μαρσελ ντυσαν, λενε πως στο παρισι μετα τον πρωτο παγκοσμιο πολεμο, οποιαδηποτε ωρα της ημερας η της νυχτας  θα μπορουσες να βρεις τον ντυσαν  στην κουπολ, ευγενεστατο οπως παντα, μπλεγμενο σε καποιον σκληρο σκακιστικο αγωνα να αλλαζει τα δεδομενα της πολιτικης τεχνης χωρις να κανει σχεδον καθολου τεχνη, οπως «αλλαζουν τον λογο τους οι θεοι» ενω ειναι μπροστα σου διαρκως χωρις να τους βλεπεις ποτε ..

About giorgos kallergis

just keep writing
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

Υποβολή απάντησης

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Log Out / Αλλαγή )

Twitter picture

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Log Out / Αλλαγή )

Facebook photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Log Out / Αλλαγή )

Google+ photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Log Out / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s