3,14Νεύσις

Έρωτας + Τέχνη

σονετο της αϋπνοιας

γιωργος καλλεργης

————-

του Ελεργου

 

 

εχει ενα στηθος γεματο λυκους απο εκκωφαντικες εντυπωσεις. εδω και καιρο εχει παψει να αισθανεται. προκειμενου να μην ηττηθει η αρσενικοτητα το πεισμα ισορροπει τον πονο με την απραγια. στον αντιποδα η θλιψη της τυλιγεται  πανω του στο υπερτατο πνιξιμο. ετσι ο κοσμος της επιφασης κερδιζει εδαφος μεσα σε ενα τραχυ ονειρο αισθητικου βαθους: ηρθε κι  η νυχτα τωρα κι απλωνεται οπως η βροχη στα βαθη ενος ακατανομαστου μειγματος ψυχης.  καπου καπου ξεθαρρευει το εμψυχο και η προθεση αφωτοσκιαστη ριχνεται σε ενα στροβιλο διανοητικης μινθης. το ηδυοσμο ευωδο βοτανι του στερνου σε ενα προσωπο κατεβασμενης περιπλανησης  παιρνει μικρες πολυτιμες ανασες. ξανα η σκεψη των αισθησεων εχει προσγειωθει στο κορμι και κουβαλαει το αδιαχωρο βαδισμα. βρεχει σταθερα. η τρομερη γνωση πεφτει σε μικρα κυματα απο πολυτιμο παθος πανω στο ολοκληρωμενο σωμα. διχοτομημενη η γλωσσα αμφιβαλλει για το πιο παρατολμο μειγμα θανατου. ελαχιστο μελλον συρρικωμενο σε μια αμφιβολια  ομαλης ζωης. ομως η ομαλη ζωη ειναι για τους αλλους. απροσκοπτα προς τον απαλο ογκο της αγαπης η γοητεια που ασκει επανω στην γλυκια αναμνηση το γοργοστροφο φτερισμα που εσοβει την αναγκη κρεμιεται στην κρυφη του αντιφαση. ο ποιητικος χρονος ειναι ενα τεραστιο αινιγμα για οποιον δεν τρεφεται με κοπανιστο αερα. μονο στη πρωτη  νιοτη του κορμιου επικρατει καπως η ψευδαισθηση πως εσυ θα την γλυτωσεις. γιατι παντα, στην περιπτωση των  ποιητων η ανυποφορη ζωη λυτρωνεται απο την πραοτητα του αλλου. εδω ο ερωτας στεκει πιο ψηλα απο το στοιβαγμα της φλεβας. το αιμα γλυστερο στο πανυψηλο τοιχος των μαλλιων χρωματιζεται κοκκινο οπως υγραινεται η πνοη. η απατη ριζα του κοσμου εχοντας αναλυθει στις πρωτες της αρμονικες βουλιαζει στον κορυμβο της .ολα τα αποτυπωματα της μαγισσας εχουν αφησει εναν νοσταλγικο ψιθυρο στα χειλη. βρεχει σταθερα κι η θαλασσα ορθωνεται σγουρη απο την αναστατωση του ουρανου της. ποιος κλαιει αποψε και δεν επικοινωνει με την πραγματικη συνεπεια που επιστρεφει στο βλεμμα το αλιμονο?  πρωτιστος ασκοφορος στην κεκλιμενη ορμη ενος αγνου κριτη. καθε μητροτητα εξουθενωνει τον εραστη της μολις η σπορα γονιμοποιηθει. η αγκαλια παγιωνεται σε ενα τελειο βασανισμο και η σφαιρα των απαιτησεων ελαχιστα καθηλωνει τις αναρχες φωταψειες οπως πρωτα. και τοσο σκορπισμα στον ελισιο θρηνο της ειρεσιωνης, ο στολισμενος τωρα ανημπορος εραστης απο τις πτωσεις των υδατων, αδιαφορος στεκεται θλιμμενος στην ακινησια. μακρυς ειναι κι ο δρομος της σταγονας πανω του. λιγοτερος κι απο τον πνευματικο συριγμο που πορωνει την πετσα. αναμφιβολα, η χαρα του ουρλιαχτου εχει μετατραπει σε μια απολογια χωρις παιχνιδι. οι απαιτησεις εχουν παντα δικιο. καρφωμενες σταθερα στη θεση τους παιρνουν το ρολο του μαστιγωτη .βρεχει. η κραυγη του λυκου παιρνει τη θεση της  στο ναυαγιο της καρδιας. φλεγομενοι παλμοι της θέλησης και τι αλλο απομενει για να χυθει στο πελωριο παγοβουνο των κρυσταλλων η εμπιστοσυνη στην  επανεκκινηση της ηδονης? να που σωριαζεται εδω το αγχος της εποχης στην τεντωμενη αδρεναλινη. η πεινα  πια δεν στεκεται στη γη αλλα στηριζεται πανω στη νοηση.  το καθαρο αγριμι αναμετριεται με το ατιμο πνευμα. μουγκριζει το ονειρο και τρεμει η αναπλωρη βουληση. ενα μικρο λεπτολογο διαβουλιο για επαναχωροσταθμευση. ποση ενεργεια σπαταλιμενη  στη μυροφορο λυκηθο των απολαυσεων που ποτε δεν ηρθαν. ενα μικρο ατιτλοφορητο λοξοδρομισμα  ως παρασημο στην καταβυθιση της κλονισμενης ζωης. τα γκεμια τραβιουνται παντα απο τη θεση εναργειας. ενας εγκλεισμος στις ψυχιατρικες ερωτικες του ερεβους. σεληνιακα χνουδια απο ξημερωματα. πολυπλοκες λεκτικες πραγματικοτητες για μουσικες που κρεμονται σιωπηλα σε τοιχους. τα προσωπα διαφαινουν τα χαραγμωδη τους σημαδια σ’οποιες προσομοιωσεις του εδαφους. αλλου γκρεμοι κι αλλου λειβαδια. αλλου ποταμοι κι αλλου απεραντες πολιτειες χιονιου. κι ομως. η ερωτικη ακινησια που ισοδυναμει με καταθλιπτικο φορτο σταθεροποιειται με τις συσπειρωσεις της ανημποριας της. ο εαυτος καθρεφτιζεται στις αντανακλασεις των παγωμενων κρυσταλλων σπασμενος. και τρυφερα θρυμματισμενος μεσα στην τελεια αδιαφορια του μεταγλωττιζεται σε μια ηχω ερωτα  απο ενα χρονο που σαστιζει . η κακοποιηση της εικονας τοτε, πως παντοτε ο δανδης, στο τελος δικαιωνει τον αλλον, επανερχεται. ενδεχομενως εκει να εδραζει ο μυθος καθε ανθρωπολογιας και τοτε ολοι οσοι με φανατισμενο το δογμα της αδικιας εγκαταλειφθηκαν,  τρωνε εναν θεο  που δεν θα αναστηθει ποτε. περηφανο και λαμπερο ζωο ο λυκος, και τυχερος μεσα στη γνησια ομορφια του οποιος τον ενστερνιστηκε. η ερεθιστικη ηδονη του ησυχου πονου. το αγριμι μεταμφιεζεται στις μορφες του αρωματος. ολες οι ματιες των αστεριων εξακοντιζονται μες τις μοναχικες νυχτες. τα αποκοσμα φωτα της πολης φουσκωσαν ενα τεχνητο σπηλαιο μεσα στο οποιο χωρα η σιλουετα εκεινη που ενω κρυβεται, την ιδια στιγμη φωτιζεται. η ομορφια συνισταται  στην απεριοριστη εκθεση της επιθυμιας. εκει πανω δοκιμαζεται η ιδια η αγαπη για το αρσενικο. γιατι το αρσενικο ειναι παντα αυτο που  απο καθε αποψη, πρωτο πεθαινει. για αυτο και δικαιουται καθε αγριοτητα. μ’αυτην γοητευει, μ’αυτην επιβιωνει και μ’αυτην τελειωνει.

No comments yet»

Υποβολή σχολίου

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Αλλαγή )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Αλλαγή )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Αλλαγή )

Connecting to %s

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.