γιωργος καλλεργης
—————–
ιμερος ιοχρους απλωμενος στεκεται αισθητικος και εμψυχος σκουροχρωμος συννεφιασμενος, κι οπως ο υπνος τις φτερουγες του κουνα κι ομνυει ληθη στη δροσια που προκειται να φερει, κατηξιτεχνης κουρνιασε ο ουρανος στο ομορφο κορμι της. οπτος ρινομακρος στου ρολογιου το ικελο , ανδρας του κιονοκρανου στην τελεια μορφη του, που με το χερι αβασταχτο αγγιζει τις καμπυλες, κι ανθιζουνε τα ριγηλα στου φαντασου τη ρυμη, ο ερωτας του που χυμα με κυμα απα στο κυμα, εκει που προηγουμενα, παντα ξαναγεννιεται.
κι η δηξις του φοβητωρος σαν σβησανε τα ματια, ουλος φαγεντιανος οπου γουργωνει σωμα, του ερχεται με ενοτητα στην τεχνη του φιλιου του, μια αναμορφωση βουλης απ την ηχω του στερνου, στο καλογυαλισμενο φασγανο που περιμενει αιωνες, του κωμαστου το ετοιμο, το λεληθοτως γνευμα.
εκει στον τοπο της ταφης στη νεαρη κοπελα, κατω απο επιτυμβιο οπου εβρεθει ο γλυπτης, κι ειδε την καλαθο του μνηματος απ το αγερι τουμπα, κι αναμεσα στα διακενα αγκαθια μινθα και κρινους, οτε της πλεξης πενθιμου η συμπαθειά υψαυχει, ααατου γαιας ως φυτρωσανε τοσα πολλα λουλουδια, ξεθρασα να παρει το ρυθμο -τα στερνα ν΄ υψωσει , πανω εκει οπου λειχει η σαρος, ηλιου και σεληνης.
κοιτατε με λοιπον σκυλια και φιλοι μου καλοι μου, την αβανια την πεταξα πισω σε μαυρο τοπο, και στους παρατρεχαμενους που στα παλια κωφευουν, του μηδενος την αγανια, τ’αφυσικο αλαο τους, που παιρνει στο περιγραμμα κι εκει σχημά- στη λεξη, αφ’ αβροτα ειναι αγαλματα, φωναεν που αγρευουν, και καθ΄ αγερμος της γλωσσας σου, σμιλη στα πνεη του μορφεα.
ελα λοιπον και συνελθε στον οικουρο σου οφι, ελα και περνα αντικρυ σου, μη φοβηθεις τον υπνο , ακομα κι αν σε ριξανε βαθια σε ταπεινο εφιαλτη, μη φοβηθεις τους ονειρους η τις ξωθιες μιλιες τους, τηδε το υδνον ερχεται παντα με τη βροχη τους, κυνοδηκτα κι εριτιμα δακρυες σταλες ως οπωσουν, στα ρειθρα της καρδιας σου.
κι οπως γυρευει ο καιρος που χει τα ποδια φτερωτα και πλουσια την κομη, και επι περιλαμπρο διι, ξανα τη νιοτη φερνει, ομου το σθενος του κορμιου με του ερωτευμενου, ομου κι η κυρβη των ροων που ιστορει την τολμη, ετσι απλωνει του χαδιου την ημισκια, το θεναρο τους αγε, αγε επι γεωρυχου τα ονειρα του ξυπνιου, και την αχλυ της αισθησης διαρρηδην χρη το νεμει