Εισαγωγη σε Contradictio in Adjecto δομες μηδενικου χωροχρονου (αρ. 5)

Καλλεργης Γιωργος

 


 

11221457_832323390150942_237347565407839364_n

Aside | Posted on by | Σχολιάστε

Εισαγωγη σε Contradictio in Adjecto δομες μηδενικου χωροχρονου (αρ. 4)

Καλλεργης Γιωργος

————–

Ο Ουμπερτο Εκο οταν γυριζε την πλατη του στο εξεγερμενο Κινημα της Ιταλικης Αυτονομιας του Μπολονια-77 για να κατσικωθει σαν καλος και ησυχος αστος σε μια κοινωνια τυπου Μπερλουσκονι, ειπε πως απο την δυνατοτητα της γραφης και της αναγνωσης, προτιμουσε την αναγνωση, γιατι με την αναγνωση μαθαινεις ακομα περισσοτερα, ενω με την γραφη, αφηγεισαι μοναχα για αυτα που κατεχεις. Επι παραδειγματι, καποιοι λοιπον, εκδικουνται την αχορταγη εικονα της φωτογραφιας κανοντας ζωγραφικη. Εγω επειδη δεν κατεχω να ζωγραφιζω αν και τρεφω μεγαλο και θεωρητικο σχεδον εμμετρο θαυμασμο για την ζωγραφικη, μ’αρεσει να χτιζω φωτογραφιες με τον λογο, εισαγοντας μεσα στο κεντημα απο λεξεις στοιχεια απο οσφρησεις, γευσεις, ακοες, και αφες. Με τον τροπο αυτον, σπαω την μονοκρατορια της εικονας και προσπαθω να κατανοησω της γεωμετρικη παρασταση του χωρου, διχως την παρασταση της ορασης. Στηριζομαι στην ισοτιμια των αισθησεων και λεω: να θυμασαι οτι προκειται απλως για αισθησεις. Σκεψου περα απο το αισθητο χρησιμοποιωντας το σε επιλεγμενες ελλειψεις. Αυτη η αποκαλυψη, εχει ιδιαιτερο ενδιαφερον για τα συμπερασματα μου. Κυριοτερα, αποκαλυπτει κρυμμενες διαστασεις του φαινομενου της ζωης. Ειναι σαν να ανακαλυπτεις εναν παλιο, ακεραιο, «παγανιστικο» ναο μεσα στα ερειπια του συγχρονου εκφασισμενου κοσμου. Οχι, οχι, δεν εχω υποτιμησει τα χρωματα. Απ’ολες τις συχνοτητες του ορατου, προτιμησα το ασπρο, το μαυρο, και το κοκκινο. Εξαγω τα απορρητα και τα ακαταληπτα, τα αποκρυφα και τα απειρημενα. Σκαβω. Σκαβω μεσα μου. Απορειν και φλεγμαινειν τω δεινω. Ενεργος δυναμικος διαλογος. Και ολα μα ολα, συζητησιμα. Οταν μηδενιζεται το ταμπου, απειριζεται το τοτεμ ελεγαν κατι αρχαιοι μαθηματικοι Ινδιανοι..

20526272_141329366463807_2384859857731254136_n

Aside | Posted on by | Σχολιάστε

Εισαγωγη σε Contradictio in Adjecto δομες μηδενικου χωροχρονου (αρ. 3)

Καλλεργης Γιωργος

 


 

Διαφανε στο διαβα σου οι ουρανοι ανοιγουν , η μητερα Γη τρεμει αναμεσα στα συνορα των αγνωμονων, η πλαση καιγεται στους ποιητικους τοπους της Αφροδιτης, οι ανεμοι σηκωνονται στις χωρες του ανατελλοντος οπως οι αβυσσαλεες Κηρες, ο λαμπρος ηλιος πεταει μαυρα σπυρια στην μουρη του, η φυση αναστατωνεται, οι λυκοι ουρλιαζουν μες τον μηνα των Μεταγειτνιωνων τις απορρητες λεξεις της σκοτεινης τεχνης των Ποιητων: «Aιδου τε παφλαζοντος εκ βυθων φλογι κρατηρος, ον μελαινα ποιφυξει φθιτων σαρκας λεβητιζουσα δαιταλουργια», τα γλυκα μελαγχολικα καλεσματα σου..

460682983-1-1-736x414

 

Aside | Posted on by | Σχολιάστε

Διαβολική Τέχνη

Jean_Metzinger,_1910,_Nu_à_la_cheminée,_published_in_Les_Peintres_Cubistes,_1913

Jean Metzinger «1910» Nu à la chemin é published in Les Peintres Cubistes «1913«

7 χρόνια πριν…
Ψυχιατρείο Αθηνών, τομέας κλινικής ψυχοπαθολογίας

Η πόρτα πίσω του έκλεισε. Ένα σύντομο, δυνατό «ΜΠΑΜ» τάραξε τη σιωπή στο κτίριο. Ακουστήκαν βήματα που απομακρύνονταν. Γέλασε πονηρά. Ίσως τότε να συνέλαβε εκείνο το παλαβό σχέδιο. Όμως τώρα δεν υπήρχε γυρισμός. Ότι έγινε, έγινε. Οξεία διαλείπουσα πορφυρία. Αυτή ήταν η διάγνωση του τελευταίου νευροψυχολόγου, όταν οι περισσότεροι του μιλούσαν για σχιζοειδή μανιοκατάθλιψη. Ο ίδιος δεν μπορούσε να παρατηρήσει τη διαφορά. Ο εαυτός του, του φαινόταν απόλυτα φυσιολογικός, αλλά τι σημασία είχε. Η πόρτα πίσω του είχε κλείσει και εκείνος βρισκόταν στο δωμάτιο ενός τρελάδικου. Μόνος. Υπήρχε μια περίπτωση να έρθουν εκείνες οι παράξενες κρίσεις επιληψίας. Έπρεπε να κρατηθεί σε μια ισορροπία. Το ήξερε. Σε καμία περίπτωση δεν θα του άρεσε να αρχίζει να συσπάτε σαν μανιακός από υστερία, να κυλιέται στο κρύο πάτωμα του κελιού του σαν ετοιμοθάνατο σκουλήκι φτύνοντας και ξερνόντας εμετικό σάλιο δεξιά κι αριστερά στους τοίχους. Αν πάθαινε ξανά κάτι τέτοιο, μετά θα πλάκωνε αυτή η χοντρή, η βρωμιάρα η νοσοκόμα, με εκείνους τους δυο, τριχωτούς γορίλες να τρέχουν ξοπίσω της για συνοδεία και μετά…. Κι όμως, προσπαθούσε να τους πείσει ότι αυτό που όλοι εννοούν ως ασθένεια, στην πραγματικότητα είναι μια πολύ πιο σοβαρή υπόθεση. Είναι υπόθεση απελευθέρωσης! Αλλά ποιος δίνει σημασία σε μια τέτοια λέξη στις μέρες μας. Για την ακρίβεια, ποτέ κανείς κοινός νους δεν έδωσε έμφαση στη λέξη αυτή. Ίσως κάποιοι αλλόκοτοι τύποι που οι κακές γλώσσες επιμένουν να ονομάζουν διανοούμενους αλλά και πάλι, πέρα από κάποιους εγκεφαλικούς οργασμούς που μπορεί να προσφέρει η ευφυΐα τους, τίποτα δεν γίνεται αν δεν κατορθώσεις να ορθώσεις ανάστημα στο μεγάλο ολοστρόγγυλο μηδενικό ηθικής, που ο καθείς κουβαλάει στις πλάτες. Σαν το θείο Sam. Τον ολομόναχο θείο Sam που τώρα καθόταν σε μια γωνία του δωματίου προσπαθώντας να σκεφτεί κάτι που τουλάχιστον, να μοιάζει με λογική. Ήταν πραγματικά τρελός? Ήταν? Είχε ακούσει από κάποιον γιατρό κάποτε, πως αυτός που πραγματικά είναι τρελός, ποτέ του δεν αναρωτιέται για το αν είναι τρελός ή όχι. Για την ακρίβεια πραγματικά τρελός, βρίσκεται σε μια κατάσταση εσωτερικής παραίτησης, από τον διάλογο με τον εαυτό, συζήτηση που όλα τα πλάσματα με σώας τας φρένας, οφείλουν να πράττουν αφού τις περισσότερες φορές, ο διαλογισμός αυτός, παίρνει τη μορφή του απολογισμού και της απόφασης. Εντούτοις, αυτή η εσωτερική αναζήτηση, είναι φρόνιμο να έχει ένα μέτρο, γιατί αν κανείς το παρακάνει με την αλήθεια, είναι ικανός να τρελαθεί, όχι μόνο από το βάθος και την ένταση αυτών που θα ανακαλύψει για τον δυστυχή εαυτό, αλλά ενδεχομένως, να σπάσει το φράγμα των χρονισμών μεταξύ ερωτήσεων και απαντήσεων. Θα μπορούσε δηλαδή, θέτοντας διαρκώς ερωτήσεις στον εαυτό του, αυτές να μένουν αναπάντητες με τρόπο τέτοιο, που στο τέλος όλα να πάρουν τη μορφή ενός παραληρηματικού πυρετού, πυρετού που αργά ή γρήγορα θα συνέκλινε στην εμμονή και αργότερα στην ψύχωση. Η αλήθεια είναι, ότι ο θείος Sam, κατέβαλλε φιλότιμες προσπάθειες ώστε να μπορεί να φέρει τον εαυτό του σε κατάσταση αξιοπρέπειας και ισορροπίας γιατί, η ακόμα πιο συγκλονιστική αλήθεια για τον ίδιο, ήταν πως είναι τρελός και αυτό δεν άλλαζε. Εκείνες τις απόλυτα μοναχικές στιγμές- που άλλοι του επέβαλαν να ζει ως έτσι, με την αισχρή μέθοδο του ανώνυμου τηλεφωνήματος στις υπηρεσίες κοινωνικής πρόνοιας- θα προσπαθούσε να ταξιδέψει λίγο πιο πίσω στο χρόνο, να καταλάβει πως και γιατί έφτασε σ’ αυτή την , πραγματικά άθλια, κατάσταση τον πολύτιμο εαυτό του. Χρειαζόταν όμως να κάνει τέτοιες σκέψεις τώρα πια. Ναι, ο ίδιος πίστευε, πως το ουσιαστικότερο, το αληθινότερο και ωφελιμότερο πράγμα για τον ίδιο, ήταν αυτές οι αδιάντροπα ειλικρινείς και έντιμες σκέψεις καθαρότητας. Βιαζόταν. Οι επιληπτικές κρίσεις, θα μπορούσαν να εμφανιστούν από στιγμή σε στιγμή. Δεν είχε χρόνο για χάσιμο.
Έφερε τον εαυτό του πίσω στο χρόνο. Τότε που ήταν μικρό παιδί. Κάπου σε ένα ορεινό χωριό της Κρήτης. Θυμήθηκε τον πατέρα του. Ξερακιανός, ογκώδης και αγέρωχος, μεγαλοπρεπής, με εκείνο το απειλητικό, άγριο, μαύρο μουστάκι να κρέμεται στο ρυτιδιασμένο, ξερό από ευαισθησίες πρόσωπο. Κάπως έτσι έμοιαζε αυτός, ο τρομαχτικός στην όψη πατέρας. Ο θείος Sam, δεν ήξερε αν πρέπει να τον ευγνωμονεί ή να τον καταριέται…. Η μητέρα του, μια πανέμορφη Αρμένισα με φουσκωτά κερασένια χείλη και κατάμαυρα σγουρά μαλλιά, είχε έρθει στην Ελλάδα στις αρχές του 1900-μωρό τότε-στην αγκαλιά του παππού της, συμπορευόμενη στο μεγάλο προσφυγικό κύμα των Αρμενίων ,επειδή εκείνη την εποχή, οι Αρμένιοι διώκονταν ή σφάζονταν από τον τουρκικό στρατό. Αρχικά κατέφυγαν στη Κομοτηνή. Αργότερα, μεγάλη μερίδα των προσφύγων , βρήκε καταφύγιο στο φιλόξενο νησί της Κρήτης όπου και αφομοιώθηκε από τον τοπικό πληθυσμό. Εκεί συναντήθηκε η μητέρα του με τον πατέρα του. Στην Κρήτη. Παντρεύτηκαν και έκαναν τέσσερα παιδιά. Το κάθε ένα πήρε τον δικό του, προσωπικό, ιδιαίτερο δρόμο στη ζωή. Ναι, υπήρξαν λαμπρές προσωπικότητες όλα τους ανεξαιρέτως. Κατά πάσα πιθανότητα, ο βαθύς πόνος του ξεριζωμού των προγόνων, σε συνδυασμό με το ηρωικό κλίμα που διαπνέει τα Κρητικά όρη και που η ιστορία της λεβεντιάς και της ανδρείας τους, χάνεται μέσα στους αιώνες, μετουσιώθηκε σε μια έμφυτη τάση προς την Τέχνη, κλίση η οποία-και ιδιαίτερα στην περίπτωση του θείου Sam, του μεγαλύτερου από τα τέσσερα τέκνα τέκνο-εκδηλώθηκε με έναν παράξενο και διαβολικό τρόπο, όταν ήταν 7 χρονών. Τα αποτελέσματα του τζόγου, μια από τις αγαπημένες συνήθειες του διαβόλου, τον ενέταξαν ενεργά στη διανόηση και για την ακρίβεια τον μεταμόρφωσαν σε ζωγράφο… Ναι, για το λόγω αυτό, ο θείος Sam πίστευε ότι τρόπον τεινά, είναι ο διάβολος αυτοπροσώπως! Θεωρούσε δηλαδή ότι το σπέρμα της τύχης, καλής ή κακής δεν είχε σημασία, σηματοδοτεί την αρχή του τέλους στο καθετί, γιατί το τυχαίο ορίζει τα γεγονότα και η -αδρανής- μνήμη του παρελθόντος τη μοίρα.
Ο πατέρας του θείου Sam, ένας μαραγκός στο επάγγελμα, ήταν ο μεγαλύτερος χαρτοπαίκτης της περιοχής. Αριθμομνήμων. Δεν ξεχνούσε ποτέ τίποτα και κανέναν.
Θυμόταν πάντα τα χαρτιά που έβγαιναν από το τραπέζι και το κυριότερο ήταν πως ποτέ δεν ξεχνούσε τα πρόσωπα που κάθονταν να παίξουν μαζί του στις διάφορες χαρτοπαικτικές λέσχες όπου σύχναζε. Βέβαια. Αυτό είναι βασικός κανόνας για έναν τόσο επικίνδυνο τρόπο ζωής, όσο αυτή ενός τζογαδόρου. Και φυσικά, ο πατέρας του, δεν είχε πάντοτε ρέντα. Υπήρξαν φορές που είχε χάσει μεγάλα χρηματικά ποσά, χρήματα τα οποία προορίζονταν για τη διατροφή και τη μόρφωση των παιδιών ως επί το πλείστον. Αλλά για τον πατέρα του αυτό, δεν είχε και τόσο σημασία και ιδιαίτερα όταν έχανε. Κάθε βράδυ που εκείνος έβγαινε να παίξει, όλη η οικογένεια στριμωχνόταν σε ένα μπουλούκι δίπλα στο τζάκι, σιωπώντας σα σε κηδεία, αγωνιώντας για τα μελλούμενα… Ήξεραν ό,τι αν γυρνούσε σπίτι έχοντας χάσει, θα είχαν να αντιμετωπίσουν κυριολεκτικά ένα κτήνος και ο τρόμος θα επικρατούσε για μια φορά ακόμα. Στο τέλος, αργά το βράδυ, μόνο η γυναίκα του έμενε ξύπνια να τον προσμένει, φροντίζοντας να παραμένει το φαΐ ζεστό στη κατσαρόλα και οι πιτζάμες να είναι καθαρές, φρεσκοσιδερωμένες. Έπρεπε να είναι όλα στην γιατί έτσι, με αυτό το τρόπο, η καρδιά του κάπως μαλάκωνε και οι τύψεις του περιείχαν λιγότερη οργή…
Εκείνο το βράδυ όμως, πριν καλά καλά τα παιδιά πέσουν στα κρεβάτια τους να κοιμηθούν, σπαρακτικά γέλια ακουστήκαν έξω στο πλακόστρωτο της αυλής . Τα παράφωνα, μεθυσμένα λόγια μιας Κρητικής μαντινάδας συνόδεψαν το άγριο γέλιο και κατόπιν, γέλιο ξανά. «Αν μ’ αρνηθείς καμιά φορά και κάνεις άλλο ταίρι θα σου το κόψω το λαιμό με τούτο το μαχαίρι….» Η πόρτα του σπιτιού άνοιξε. Ήταν αυτός. Οι πάντες τον κοίταζαν παγωμένοι, αμίλητοι.»Τί συμβαίνει εδώ? Έτσι υποδέχεστε το κύρη σας?» ούρλιαξε μπεκρογελώντας ηχηρά. Έλαμπε ολόκληρος. Πλησίασε το τραπέζι του σαλονιού. Με απότομη κίνηση,τράβηξε μια μαύρη δερμάτινη τσάντα που είχε ζεμένη πίσω στη πλάτη του, σαν αυτή που είχαν οι παλιοί ταχυδρόμοι όταν μοίραζαν τα γράμματα από πόρτα σε πόρτα. Την ξεκούμπωσε, την άνοιξε,την αναποδογύρισε, την άδειασε επάνω στο τραπέζι και τότε όλοι έμειναν απλά άφωνοι. Ένας λόφος από λεφτά, κοσμήματα, τίτλους ιδιοκτησίας και διάφορα άλλα τιμαλφή βρίσκονταν μπροστά στα μάτια τους, όλα αφημένα επάνω στο τραπέζι του σαλονιού και όλα δικά τους. «Αυτά τα λεφτά θρέφουν τη φαμίλια μας για τρεις γενεές…», μπόρεσε να ψελίσσει με πετρωμένο φόβο η μητέρα. Ο θείος Sam θυμόταν πως το σημαδιακό εκείνο βράδυ τελείωνε αχνίζοντας τις μυρωδιές ενός γευστικού και πολλά υποσχόμενου μέλλοντος αλλά για τον μικρό θείο Sam, η εξορία από κάθε παράδεισο και από κάθε κόλαση μόλις που άρχιζε. Για την ακρίβεια, η εποχή της διάνοιας και της τρέλας ήταν τότε που ξεκινούσαν.
Το επόμενο πρωί, ο πατέρας του, τον ξύπνησε με χάδια μητέρας. Τον έπλυνε, τον έντυσε με τα καλά του ρουχαλάκια,τον αρωμάτισε με βανίλια και μπριγιάν,τον ταΐσε καρύδια μέλι και γάλα, τον πήρε απ`το χέρι και βγήκαν έξω από το σπίτι. Πήγαν στη στάση του λεωφορείου.»Που πάμε μπαμπάκα?».»Πάω βόλτα στη πόλη..» είπε με τη γνωστή απόμακρη φωνή ο πατέρας.. Ο ήλιος ριχνόταν με μανία παντού. Οι πέτρες έβραζαν στη ζέση τους, τα τζιτζίκια ξεφώνιζαν το παλαβό τους τραγούδι μέχρι πέρα στους ελαιώνες και δεν υπήρχε ούτε ένα συννεφάκι που να υποδεικνύει τη φιλόδοξη μελαγχολία του ουρανού . Το λεωφορείο ξεπρόβαλλε από την άκρη της χωμάτινης στροφής, έφτασε, σταμάτησε και, εκείνοι ανέβηκαν. Μετά από δύο ώρες δρόμο,έφτασαν στη πόλη, «…στο μεγάλο χωριό που τα τζιτζίκια δεν τραγουδάνε…», όπως είπε αθώα ο μικρός.
Το Ηράκλειο της Κρήτης εκείνη την εποχή, έμοιαζε πολύ περισσότερο με αποικία Τούρκων, παρά με ελληνική πόλη. Μόνο η γλώσσα και η έντονη μυρωδιά του ρακί ή της ελιάς, που κατέκλυζαν απ’άκρη άκρη τα διάφορα μικρά σοκάκια, προσέδιδαν ελληνικό χαρακτήρα στη πόλη. Κατά τα άλλα, το Ηράκλειο, για την εποχή που ο θείος Sam έφερνε στο μυαλό του, ήταν ήδη μεγάλη πόλη, ένας τόπος όπου σε αυτόν, ο κόσμος συνωστιζόταν όπως όπως, για μια καλύτερη θέση στο μέλλον, γεμίζοντας ασφυκτικά την λαϊκή αγορά, ονειρευόμενος ευμάρεια και προκοπή μέσα σε διαμερίσματα προορισμένα για νάνους και εκκλησίες που ανέδυαν επιδεικτικά την οσμή των νεκρών αντιλήψεων. Μαγαζιά ξεφύτρωναν από το πουθενά, επιδεικνύοντας εμπορεύματά , που στην πλειονότητά τους, πωλούσαν τοπικά αγροτικά αγαθά, όπως λάδι, μέλι, κρασί, παξιμάδι, καθώς και μια τεράστια ποικιλία φρούτων και λαχανικών, ποικιλία που αποτελεί σήμα κατατεθέν του Κρητικού νησιού. Υπήρχαν και άλλα μαγαζιά, με προϊόντα πολύ πιο διαφορετικά από τα συνηθισμένα, όπως τα μικρά μοντέρνα παντοπωλεία, στα οποία θα μπορούσε να βρει κανείς από αρχαία εργαλεία κηπουρικής της Okinawa μέχρι σπάνιες μαύρες τουλίπες του Amsterdam. Θυμήθηκε τον πατέρα του να τον τραβολογά από δω και από κει, να περνοδιαβαίνουν τα κατώφλια των μαγαζιών με ένα αίσθημα αστικής ανωτερότητας, σάμπως ήσαν θεοί που κατέβηκαν στη γη να επιθεωρήσουν ποιότητα ανθρώπων και πραγμάτων. Περπατούσαν στο δρόμο αργά και καμαρωτά, πατώντας ηχηρά επιδεικτικά τα ξύλινα πέλματα των σκαρπινιών στο πλακόστρωτο. Τα λεφτά σε αλλάζουν. Θυμήθηκε για τα καλά… τον πατέρα να σταματάει σε ένα σημείο του δρόμου, λίγο πριν από μια διασταύρωση, στη μέση του δρόμου, ανάμεσα σε δύο μαγαζιά. Ήταν ένα κατάστημα ακριβών παιχνιδιών το ένα και το άλλο, ένα μαγαζί με είδη ζωγραφικής, μουσικής και κινηματογράφου. Ο πατέρας στράφηκε προς το κατάστημα με τα παιχνίδια. Μολυβένια στρατιωτάκια, επιτραπέζια παιχνίδια, ποδήλατα, πατίνια,ροκάνες, καλειδοσκόπια,κάστρα…»Θέλεις ένα ποδήλατο? Να, σαν αυτό εκεί κάτω στη βιτρίνα? Μα που στο καλό…?». Ο θείος Sam , είχε φύγει από κοντά του. Είχε πάει και κολλήσει το μικρό του πρόσωπο στη βιτρίνα του καταστήματος με τα είδη τέχνης. Κοιτούσε μια χειροποίητη μεγάλη φορητή κάμερα των 8mm, σαν αυτές που χρησιμοποιούσαν τα παλιά τα χρόνια οι άνθρωποι του σινεμά για να τραβούν τα εξωτερικά πλάνα. Καλογυαλισμένη, ερωτική, ένιωθε να του μιλάει, καλώντας τον σε κάτι πρωτόγνωρο και γλυκό, μια σειρήνα που τραγουδά το μεθυστικό της τραγούδι μεσοπέλαγα και οι πάντες στο καράβι παραληρούν, επιθυμώντας ακατάπαυστα να φτάσουν στο νησί της, να την αγγίξουν, παραστρατώντας, αλλάζοντας ναυτική πορεία και στόχο, μ’ αντάλλαγμα λίγο από την ηδονή και τη γνώση της καταστροφής και της τρέλας της.»Μα τι θα το κάνεις εσύ αυτό το διαόλι μικρέ…?Αλήθεια θέλεις κάτι τέτοιο?».Τούτα ήταν τα τελευταία λόγια του πατέρα. Από κει και ύστερα,ο χρόνος άρχισε να κυλάει διαφορετικά για τον ίδιο . Άρχισε να πειραματίζεται με το νέο του «παιχνίδι» και, στην πορεία να σκέφτεται περίεργα πράγματα, ανάρμοστα πολλές φορές, πράγματα που διόλου δεν ταίριαζαν με το παιδικό του σουλούπι, το αθώο του βλέμμα και τις νουθεσίες των γονιών του.Μεταμορφωνόταν. Το τέλος της αθωότητας είχε ήδη έρθει, νωρίτερα από ότι αναμενόταν.
Θυμήθηκε· οι πρώτες προσπάθειες σε σχέση με την παραβατικότητα της τέχνης τον μεταμόρφωσαν σε πλάσμα της συγκίνησης. Του άρεσε να πηγαίνει να κινηματογραφεί κρυφά, τα κοριτσάκια όταν εκείνα ανέμελα έπλεναν τα ρούχα στις εκβολές του μικρού ποταμίσκου που διαπερνούσε το χωριό πέρα στη βίγλα. Τα αποθανάτιζε σε όλες τις μυστικές τους στιγμές. Θυμόταν με συγκίνηση, ξανά και ξανά, τις φορές εκείνες που έβγαζαν τα πανωφόρια τους και κολυμπούσαν γυμνά, καταβρέχοντας και αγγίζοντας το ένα τ’ άλλο με την αφέλεια του ερωτικού παιδιού. Όλα έλαμπαν σαν καλοκαίρι. Όλα του τραγουδούσαν. Αργότερα στο σπίτι όταν βρισκόταν μόνος, έβαζε τη μηχανή στο αυτόματο, να παίξει τα πλάνα που είχε καταγράψει. Ένιωθε ένα έντονο ζεστό ρίγος να διαπερνά σαν κεραυνός όλο του το σώμα, κάθε φορά που κοιτούσε από το μάτι της μηχανής τις κλεμμένες στιγμές. Ναι αυτό ήταν. Νόμιζε πως είχε βρει τρόπο να κλέψει την ψυχή της πραγματικότητας. Τα σημεία που θεωρούσε πολύ σημαντικά, ίσως γιατί του άρεσαν και τον ερέθιζαν πολύ, τα πάγωνε. Παρατηρούσε την ακίνητη εικόνα για ώρες, προσπαθώντας να την εντυπώσει καθαρά στη μνήμη του. Ανακάλυψε τη σημασία του αυνανισμού με το τρόπο αυτό. Παρατηρούσε τα επιλεγμένα καρέ των γυρισμάτων και το χέρι του αυτόματα, απλωνόταν να αγγίξει το παιδικό του πέος . Οι πύλες της ηδονής είχαν ανοίξει διάπλατα και η σκέψη του άρχιζε να ακρωθιγεί στην απέναντι όχθη των πραγμάτων.
Όλα κυλούσαν περίφημα, ώσπου μια μέρα, η μάνα τον έπιασε επ αυτοφώρω στο δωμάτιό του. Ξαπλωμένος στο κρεβάτι του, ξεζωμένος, με το πουλάκι του έξω και τη μηχανή σταματημένη στο αγαπημένο του καρέ. Τι ντροπή αλλά και τι αλήθεια.. Το έμαθε και ο πατέρας του. Έφαγε πολύ ξύλο. Ο πατέρας τον κρέμασε ανάποδα από το τσίγκο για τα γίδια. Πάνω στο μεγάλο οριζόντιο κλωνάρι της παλιάς ελιάς στην αυλή, στο δέντρο που μεγαλόπρεπα σκέπαζε η πυκνή κληματαριά με τις κόκκινες ρώγες. Άρχισε να τον μαστιγώνει προς παραδειγματισμό με την ζώνη του παντελονιού για την ατιμία και τη ντροπή που έφερε. Όμως ακόμα κι όταν σε μερικές άτσαλες βιτσιές του, η αγκράφα της ζώνης βάρβαρα και κτηνώδη καρφωνόταν σκίζοντας την παιδική πλάτη, ο μικρός Sam έμοιαζε να μην νιώθει τον πόνο, σα να είχε βρει ένα μαγικό τρόπο να τον υπερσκελίσει. Δεν φώναξε ούτε στιγμή. Το πάγωμα της τιμωρίας, η αθλιότητα του βάρβαρου μένους του πατέρα, έκανε να κυριαρχεί η σιωπή έναντι του πόνου, σα να μην υπήρχε ο εξωτερικός κόσμος. Αυτό εκνεύρισε περισσότερο τον πατέρα που άρχισε να δυναμώνει την ένταση του μαστιγώματος· και παρόλο το μένος, δεν πέτυχε τίποτε περισσότερο από το να ποτιστεί το χώμα της αυλής με το αίμα του μικρού Sam. Η μάνα διαισθανόμενη το μοιραίο να έρχεται, έτρεξε να σταματήσει τον πατέρα πέφτοντας στα πόδια, ικετεύοντας τον να σταματήσει γιατί αλλιώς θα τον σκότωνε. Ο πατέρας σταμάτησε όντως. Κοίταξε τη γονυπετή μάνα.. Ύστερα κοίταξε τον μισολιπόθυμο γιο του για κάμποσες στιγμές. Ο μικρός άνοιξε ξαφνικά τα μάτια. Μία νύξη χαμόγελου, κάτι σαν έλεος και συμπόνια χρωμάτισε τα χείλη του μικρού. Ο πατέρας μούδιασε, χλόμιασε. Έκανε μεταβολή βίαια και πέταξε τη μάνα που αγκάλιαζε τα πόδια του, παράμερα. Μπήκε μες το σπίτι και λίγο μετά ξαναβγήκε κρατώντας στα χέρια του την πέτρα του σκανδάλου. Η αγαπημένη «σειρήνα» καταστράφηκε. Την πέταξε κάπου σε ένα τοίχο της αυλής. Διαλύθηκε. Έγινε κομμάτια. Και τότε, εκείνη την ώρα, ένα μακρόσυρτο ουρλιαχτό οργής και πόνου ακούστηκε, βυθίζοντας σε βαθιά ανησυχία ακόμη και ολόκληρο το χωριό. Ο μικρός Sam ούρλιαζε, δεν έκλαιγε, βρυχήθηκε σα ζώο, δε δάκρυζε σαν άνθρωπος. Το μικροσκοπικό του σώμα κλονίστηκε και ύστερα αφέθηκε σ’ ένα πνιγερό λυγμό αιωρουμένων κρεμασμένων σπασμών και ποταμών δακρύων, όπως ακριβώς κάνουν κι οι χωρίς αγέλη Λύκοι, για το χαμό της αιώνιας ερωμένης τους στο βωμό της ωμής τους περιπλάνησης. Ύστερα σιωπή.
Με τον τρόπο αυτό, ο μικρός Sam, πήρε μια πρώτη γεύση πάνω στη γνώση της θηλυκότητας, ανακαλύπτοντας την υποταγή της απώλειας. Τότε αγάπησε για πρώτη φορά τη γυναίκα και κάθε γυναίκα. Έτσι άνοιξαν για πρώτη φορά οι πύλες της ενδόμυχης τάσης του, να συμπονά και να συμπάσχει στα πάθη και τις αδυναμίες της θηλυκής φύσης χωρίς να οικτίρει για καμία απώλεια που δεν οφείλει την ύπαρξή της στην ίδια της την απώλεια. Τώρα πια, σε ένα κελί για τρελούς, σκεφτόταν πως τότε, με αυτό το σκληρό τρόπο, είχε πρωτοσυναντηθεί με την θηλυκή πλευρά του εαυτού του και πιο συγκεκριμένα, ένιωθε πως από μια αρκετά ανάποδη όψη, έφερε μέσα του ένα κατακρεουργημένο είδος παρθενιάς . Γιατί η έννοια της παρθενιάς, είναι πολύ πιο ισχυρή στη γυναίκα, ακριβώς γιατί τότε, κάτι μέσα της σπάει. Ωστόσο μικρός θείος Sam φαινόταν να έχει σκοντάψει σε ένα σημείο ταύτισης με τη θηλυκή φύση. Δεν ήταν απλά σπασμένος όσο παραβιασμένος. Ωστόσο, η ζωή βρίσκει πάντα τρόπο να αναπτυχθεί προκειμένου να εκφραστεί. Εν προκειμένων, μέσω ενός απαίσιου και, ωμού τρόπου απόλυτης απομάκρυνσης, της αγάπης για τον πατέρα από τη μία και της βαθιάς εσωτερικής απώλειας για τη μηχανή του από την άλλη, η πιο σκληρή αλήθεια, η αλήθεια της δημιουργίας του είχε αποκαλυφθεί σε όλη της τη μοχθηρότητα. Η Τέχνη, η αληθινή, η διορατική και θεόπνευστη Τέχνη, θα πράττεται μόνο μέσα από τις κοινωνικές και ατομικές ελλείψεις μιας βαθύτερης θέλησης, του «εδώ και τώρα». Έφερε καλά στο μυαλό του εκείνο το συναίσθημα. Μέσα στο κελί του, μέσα στο νοσηρό χώρο που όλοι ονομάζουν τρελάδικο, ονόμασε τη διάλυση της μηχανής του βιασμό και την ανεπιθύμητη «εγκυμοσύνη» του από τον απεχθή βιαστή του : Ζώσα Τέχνη.
Ο καιρός περνούσε. Ο μικρός θείος Sam ένιωθε μοναξιά. Είχε τόσο ανάγκη από τη μηχανή του. Ένιωθε πως του είχε γίνει αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής. Είχε μάθει στην όμορφη πλην αθέατη πλευρά της ζωής, μ’ αυτήν. Ίσως έτσι, με τέτοιες ανάγκες, έμαθε την επιθυμία για έκφραση, για την ακρίβεια από την έλλειψή της.. Στην απελπισία του επάνω, σκέφτηκε να προσπαθήσει ο ίδιος να δημιουργήσει τις μαγικές εικόνες της, ζωγραφίζοντας τες στο χαρτί. Οι εικόνες του είχαν γίνει εμμονή. Στην προσπάθεια του να διασκεδάσει τη θλίψη του, να υποκαταστήσει το κενό που ένιωθε από την ανάγκη του για την εικόνα,έγινε ο ίδιος η μηχανή. Στην αρχή, ζωγράφιζε με ένα κάπως αστείο και αφελή τρόπο τις γυμνές σκηνές των κοριτσιών στο ποτάμι. Δεν του άρεσαν οι ζωγραφιές του. Δεν ήταν όμοιες ούτε στο ελάχιστο με την πραγματικότητα. Έσκιζε, διέγραφε, έσβηνε, διόρθωνε, ξαναέσβηνε, ξαναζωγράφιζε. Μετά από αρκετές αποτυχημένες απόπειρες όμως, το χέρι του έμαθε να υπακούει στις προσταγές της φαντασίας . Τα αποτελέσματα άρχιζαν να προσεγγίζουν ολοένα και πιο πολύ στην πραγματικότητα και μια μέρα, ύστερα από ένα μεγάλο καυγά με τον πατέρα , πήρε κάρβουνο από το φούρνο που έψηνε το φαΐ η μάνα και άρχισε να ζωγραφίζει πάνω σε ένα αυτοσχέδιο μεταποιημένο τελάρο ξύλινου κασονιού για ντομάτες, τη σκηνή της θλίψης και του πείσματος, μετά τον καυγά. Αργότερα το έργο αυτό το ονόμασε: «Ηθελημένη Πείνα». Απεικόνιζε τον εαυτό του γερμένο, στο μεσημεριανό, γεμάτο από φαγητά τραπέζι, σκυμμένο επάνω στα χέρια του, να προσπαθεί να κρύψει μέσα τους το κεφάλι. Ήταν η πρώτη φορά, που ο προφορικός λόγος, τα συναισθήματα θυμού και αγανάκτησης που ένιωθε, μεταμορφωνόντουσαν σε εικόνα. Είχε ανακαλύψει τον ολιστικό τρόπο έκφρασης, τη σημασία της ζωγραφικής. Ήταν μόλις 13 χρονών και μόνος.
Στο παγωμένο δωμάτιο του ψυχιατρείου, τίποτα δεν έχει σημασία εκτός από λίγες θετικές σκέψεις. Οι υγροί τοίχοι, οι μύγες, το λιγοστό φως, το κενό, εμείς, αυτοί… τα ψυχοφάρμακα, το ριγμένο βλέμμα, ο παγωμένος ήλιος, η ξεστρατημένη άνοιξη, όλα βουλιάζουν στην συντροφιά του ψύχους, στο κόσμο της βολικής παραίτησης. Οι αιτίες, τα μακάβρια όνειρα, τα αποτελέσματα του εφιάλτη που ξεγλίστρησε ύπουλα δια μέσου της αθωότητας για ένα κόσμο γεμάτο υποσχέσεις, μαστιγώνοντας τον καλλιτέχνη στα μάτια την στιγμή που ήταν παιδί. Ακόμα και αυτό, το ίδιο το ειδεχθές έγκλημα του κόσμου, το φρικτό μαχαίρωμα της τρυφερής καρδιάς του θείου Sam, όλα έχουν συγχωρεθεί κατά κάποιο τρόπο. Όταν δεν ελέγχεις τα πράγματα, το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να συγχωρείς. Όλο αυτό το γλίστρημα του μυαλού στα αθέατα, δύσκολα και ανάκουστα πράγματα, πράγματα που οι πολλοί αγνοούν και οι λίγοι βλέπουν, ίσως καταλήξει σε δύο τρεις ανεπανάληπτους πίνακες, ανυπολόγιστης σίγουρα αξίας από κάθε άποψη. Όμως αξίζει ένας τέτοιος πόνος, στο όνομα της ταπεινότητας, στο όνομα τέχνης για χάρη των υπολοίπων? Το να σύρεται στα υπόγεια της παράνοιας ο άνθρωπος, κάτι τέτοιο επισύρει τον οίκτο μας για εκείνον. Το να επισύρεται όμως ο οίκτος , στο όνομα της ομορφιάς και του δικαίου, στα υπόγεια του ανθρώπου, κάτι τέτοιο οριοθετεί την ολική διάλυση κάθε δομής και κάθε συνέχειας. Είναι προτιμότερο να κατασκευάσεις ένα πολεμικό παιχνίδι, τη μάσκα της φερόμενης τρέλας, να κυρήττεις τον πόλεμο σε όλους και σε όλα, στο όνομα της ανηθικότητας να ανυψώνεσαι με κάθε τρόπο κομψότητας, στο όνομα του κακού, γιατί η αλήθεια είναι ό,τι κανείς ποτέ δεν άκουσε ή είδε, ένα έθνος, μια ομάδα ή ένα άτομο να εφορμά σε άλλον ή άλλους, στο όνομα της αδικίας του αφανισμού ή της βεβήλωσης. Για τούτο και στο «ΜΠΑΜ» της πόρτας, όταν η πόρτα έκλεισε, σφραγίζοντας τη σιωπή του κτιρίου επίσημα, ο θείος Sam, χαμογέλασε. Η Ζώσα Τέχνη, θα συνωμοτούσε με κάθε λεπίδα των ηδονών, χαρίζοντας του τα δώρα ενός χαμαιλέοντα και το άγγιγμα της διαβολικής Τέχνης. Νεύρο και πρόκληση, αποπλάνηση και σαγήνη, μάχη και πάθος για ζωή την ίδια στιγμή που ο εαυτός αιμμοραγεί και όλα γύρω μοιάζουν νεκρά ή ανύπαρκτα. Ο καιρός του λιονταριού και των βρυχηθμών είχε έρθει. Ο καιρός του ευγενικού ουρλιαχτού είχε έρθει. Η Πόρτα πίσω του, ήταν κλειστή…

κεφ 1

“Is everybody in?
Is everybody in?
The ceremony is about to begin…”
J.Morrison

Σήμερα…

Ο
…Πρόσφυγας ζωικών ενστίκτων, δεν υπάρχει καταφύγιο, το δάσος αφανίστηκε. Εξόριστος χρωμάτων, πατρίδα των κοραλλιών, των σπόγγων, πνιγμένο εσύ, τρελό μου χταπόδι … στο άλγος της πρώτης νιότης, εκεί κάθε καταραμένος λικνίζεται. Λιβάδια εξισώσεων, πτερωτές οσμές της ζωής και του χρόνου ουλές: να ρουφήξει Θέλει τον πόνο κάθε τραγωδίας να εξαγνίσει. Κι ας καταπιεί τον εαυτό, σημαίνει τάχα κανίβαλος πως είναι ?
Μοχθηρία, εσύ στομάχι του συστήματος· λουλούδια μαράθηκαν στην θλίψη τους κοιμώμενα, στην κοιλία της μέσα που όλα σαπίζουν, ένας στομαχικός εγκέφαλος που χωνεύει τα όνειρα και τ’ αφοδεύει…
Άλλαξε τα όνειρα, κάνε τα ζωή, μη τα τρως. Επάνω σε υψώματα Λύκων ζήσε, θυμήσου, ζήσε, μορφώσου, μεταμορφώσου, παραμορφώσου, πέτα και ύστερα ξαναθυμήσου ότι αυτός που θυμάται ξεκουράζεται κι εκείνος που ξεχνά τρέχει !
Ζήσε και μην πιστεύεις κανέναν ή πίστεψε τους όλους η τρέλα φωνάζει σε ένα άλλο όνειρο, παρακατιανό, ξεφτισμένο, εγκλωβισμένο, μισοφαγωμένο.
Τα μάτια κλείνουν. Εξαναγκασμένη σκέψη γεννά την αντίληψη, αντίληψη που ωθεί στον ορισμό της εικόνας, σχήματα βλέπει και είναι πλούσια σαν χορευτής ανάμεσα στους ήχους. Τα μάτια ανοίγουν, δροσερή αύρα Πρωινού, έρημος, εμπόδια και πορφυρά δειλινά καλωσορίστε με. Είμαι ο Νέος σας Αλήτης.
… Οι τέχνες είναι γυναίκες. Όμορφες καλλονές του Μέσα Έρωτα. Οι γυναίκες δεν είναι τέχνη. Είναι μια αφορμή. Ακόμα θυμάμαι εκείνον το τρελό που ούρλιαζε στη στάση του λεωφορείου : «…Είναι Άσχημες καλλονές του Έξω Έρωτα. Παρά το πέος γυναίκες παραπαίουν. Χορεύουν μεθυστικά, κυκλικά στριφογυρνάνε, γυναίκες πίσω-πατάνε, γερνάνε, σαπίζουν κι ύστερα πέφτουν…». «Πότε με άκουσε και το σημαντικότερο, πως?», αναρωτήθηκα.
Αφέντης του Πυρήνα, το μυστικό μαχαίρι της Μορφής που θυσία λέγεται. Ω, Κόσμε άχρωμε,άοσμε… ζωτικέ,νερό που σαν μοιάζεις ξεφορτώνεσαι, ξέρεις… το χρώμα Που-Σου δίνεται, θάνατός είναι Που χαρίζεται, πρόζα που στο Τέλος διαμαρτύρεται, μαδώντας τριαντάφυλλα στη λεκάνη…
«Οι τέχνες κατοικούν στην Ιστορία».
Καταγγέλλω ω αδερφοί των μονόκερων, ω γλυκερές χίμαιρες του εαυτού μου , σας καταγγέλλω τον Μαρκήσιο Ντε Σαντ, τους νεκρούς ποιητές του Χθες, τους καταραμένους όλους, αυτούς που φωτογράφησαν το στιγμιότυπο της χωρίς τέλος ομορφιάς και της δίχως ανάσας περιπέτειας των τρωκτικών. Τους καταγγέλλω ως κλέφτες του Μέλλοντος, γιατί δεν άφησαν τίποτε όρθιο, ανέγγιχτο, παρθένο. Συμπαθάτε αδερφοί μου, τη θηλυκή μου Φύση. Αποκαλύπτεται ως Ποίηση και ως αχόρταγη στην ηδονή του πρωτότυπου! Όλα τα άλλα είναι απλώς βαρετά (sic)!”.
Η ποίηση των σπασμών, του παραληρήματος χωρίς μνήμη, απαγγέλλει τρελή γυμνή ξεμαλλιασμένη, επάνω στο άσπρο της άλογο ελεύθερη, θαμπή, μελαγχολική, η άγρια σπασμένη. Η ποίηση που πάντα ξεφεύγει καταγράφει , τους καρπούς της τρελής μαστούρας και την αιτία των δακρύων. Η ποίηση η άγρια της μέθη, ψελλίζοντας το σιωπηλό της «αγαπώ» προσφέρει, την οσμή της ύστατης ελευθερίας που δραπετεύει. Η ποίηση των στεναγμών που φέρει, είναι το χαρισμένο ενός ευγενή λουλούδι σε μια πόρνη λαξεμένη και χρυσοστολισμένη, εκεί που δεν την σπέρνουν φυτρώνει, τον ήλιο αγναντεύει! Το αδάμαστο του ανυπόφορου εγώ, με την σιωπή της αιχμηρής της ευφυΐας κατακεραυνώνει κι ορέγεται τους αδαείς πεζούς που ρηχά τους δρόμους της αιωνιότητας το τσούρμο τους διαβαίνει. Η ποίηση της ανάγκης, η ποίηση των τρελών… Το πιο απλό πράγμα στους καιρούς της ματαιότητας. Η ματιά του τρίτου μέσα και πάνω και κάτω και κείθε ολόγυρα στα γεγονότα τέταρτων! όπως ακριβώς η ιστορία με το αγόρι και το κορίτσι, τα νεαρά πλάσματα που κοιτάζονται με προσήλωση, καθισμένα στον σύγχρονο ναό του έρωτα, το στρογγυλό τραπεζάκι της καφετερίας. Ας κοιτάξουμε ω χίμαιρες τώρα πιο προσεκτικά ∙ το αγόρι, προσπαθεί κάτι να της πει. Θέλει να τη πείσει ότι θα την αγαπά για πάντα. Δεν θα προδώσει την απείραχτη της καρδιά γιατί, μόνοι για πάντα θα ζουν , στην ρομαντική ξύλινη καλύβα ενός απέραντου ονειροδάσους, ακριβώς στο κέντρο κάποιου ονειρικού, του καταπράσινου λιβαδιού, στην άκρη ενός γκρεμού όπου, δύο ήλιοι δύουν στη θάλασσα : «…Ένας για μένα…ένας για σένα…. κι οι γλάροι κράζουν τον ερχομό της γιορτινής Νύχτας κάτω από τα πορφυρά σεντόνια τ` ουράνιου απογεύματος. Έλα αγάπη μου, ας δεθούμε με τα σκοινιά του Έρωτα…». Και να που εκείνη, με δάκρυα στα μάτια λυγίζει και γέρνει στην αγκαλιά του τρυφερά , να που το ιερό τους χάδι, απαλό και ήρεμο όπως οι στάλες της αυγής μιας Άνοιξης, γίνεται χείμαρρος που θέλει να ξεσπάσει με μανία στα σώματα.. «Μένω στη οδό Αγάπης, εσύ?» «Ω, η αγάπη δε μετριέται καλή μου», το αγόρι στο κορίτσι λέει.
Κορίτσι παραδομένο στην πιο γλυκιά ματαιοδοξία της νέας γυναίκας, αυτήν του να ορίζει το βασίλειο που δεν ορίζει η μαμά της, καλεί το αγόρι να έρθει μυστικά το βράδυ στο σπίτι… Το βράδυ έρχεται, , το αγόρι πλησιάζει την πόρτα διστακτικά, η πόρτα ανοίγει μαγικά, μπαίνει, προχωρά ελαφρά βαδίζοντας σαν αγριόγατα που τσιγκουνεύεται τον ήχο, τη σκάλα ανεβαίνει… η σκάλα τρίζει, ο πατέρας ενοχλείται, αλλάζει πλευρό ροχαλίζοντας κάπως ρυθμικότερα. Οι εφιάλτες περιέχουν λιγότερα τέρατα όταν η στύση τα θέλγητρα θέλγει?
Η μικρή με οίστρο το αγόρι περιμένει, στο χαρούμενο δωμάτιο που κι αυτό ένα αγόρι προσμένει! Τα δυο τους αχόρταγα κυλιούνται κάτω απ` τα σκεπάσματα κι ο μικρός άτσαλα στο μικρό της μουνί το καυλί χώνει που στα υγρά της; επιπλέει… Τραντάζεται σύγκορμος, ο μικρός εκσπερματώνει, τα χείλια δαγκώνονται, τα νύχια γαντζώνονται, τα σεντόνια διπλώνουν, τα δάχτυλα τεντώνονται ………….και τη κραυγή τους το φιλί τους δαγκώνει και σέρνοντας της γαλήνη τους φέρνει.
Αναμμένο τσιγάρο.
Το καπάκι του αναψυκτικού έγινε σταχτοδοχείο, “…στα σεντόνια φυτρώνουν τριαντάφυλλα!”, το κορίτσι λέει, “…ο ιδρώτας είναι…”, απαντά τ’ αγόρι, «Σ’ ΑΓΑΠΩ ΛΥΚΕ ΜΟΥ» εκείνη ψιθυρίζει, «Δεν έχεις κι άδικο», πάλι τ’ αγόρι ξαναλέει. To τσιγάρο τελειώνει, το αγόρι σηκώνεται, το αγόρι ντύνεται, “Πού πας?” η μικρή το ρωτάει. Εκείνο το κεφάλι αργά ανασηκώνει, γελώντας σατανικά στον καθρέφτη του δωματίου κοιτάζεται και αργά περιφρονητικά ως κατακτητής αποχωρεί σε πράξη που την αγάπη στα μάτια μαστιγώνει.

“ΠΛΑΝΗ”

Το συρτάρι στο γραφείο του μπαμπά ανοίγει βιαστικά. Ένας όμορφος χρυσός χαρτοκόπτης ξεπροβάλλει. Το δώρο της μαμάς σε ΕΚΕΊΝΟΝ τη τριακοστή τρίτη επέτειο του γάμου τους θεέ να στοιχειώνει. Ακούγονται βήματα γοργά στις σκάλες κι ο ήχος δυναμώνει. Ο κήπος με τα τριαντάφυλλα με ρωμαϊκή αρένα μπορεί να μοιάζει όμως μην ξεγελιέσαι, τόπος φόνου είναι και πάλι, το άρωμα του πτώματος που φάντασμα έξω του ορμάει. Όταν το συνειδητό εγκαταλείπει το σώμα κι ο οργασμός του τέλους αναβλύζει και τραγουδάει, κι από τα μέσα ως άγριο ένστικτο στα βάθη χιμάει, τότε τα αστέρια φαίνονται παράξενα όμορφα, σαν απ’ το χώμα ο μικρός σατανάς ανάσκελα κοιτάει. Και ο καπνός της ανάσας που χορεύει στο κρύο κι όλο μικραίνει, κι όλο σπάει: άγριο φάντασμα στο παγωμένο αέρα.»Δεν υπάρχουν αρκτικά λουλούδια…», τραγουδά ο Αρθούρος Ρεμπώ και για πάντα σιωπάει. Σε ποιον ανήκει ο πόνος του νεκρού ή ποιο στη καρδιά καρφωμένο μαχαίρι αφέντη πίσω ζητάει και ποιος το τελευταίο γέλιο που πνίγεται στη παγωνιά, ξαίνοντας ξερνάει? Αλήθεια, ποιος μες τη Νύχτα μπορεί ακόμα κι ουρλιάζει Ο ποιητής είναι αυτός που ρωτά κι ο ποιητής π’ απαντάει-
«Όποιος στη Νύχτα πενθεί όταν η καρδιά της μάνας πονάει, είναι στα αλήθεια πνοή που μακρύτερα από κόλαση κι από παράδεισο με λύσσα και θάρρος πετάει «:

“Τι έκανες κορίτσι μου? Θεέ μου, τι έκανες?”

“ΦΟΝΟΣ”

Έτσι ακριβώς είναι η Ποίηση η σπασμένη. Προσφέρει τα μάτια της σε εκείνον που ανάγκη την έχει κι υποφέρει. Θέλει με δικαιοσύνη ή με έρωτα να μοιάζει, τυφλή, κυνική ή ρομαντική, δεν έχει σημασία, η βούληση της τα ΠΑΝΤΑ σε όλα ευχές και κατάρες προστάζει. Γιατί Η ποίηση δεν Ρωτά δε σιωπά δεν απαντά,. καταγράφεται στη σύγκρουση και μ’ όλα μεθάει Και σα Πνίγει την αλήθεια, Σώζει το ψέμα και την αιώνιο λήθη στο θάνατο τη ζωή, μεγαλύτερο αίνιγμα τη ζωή κάνει !!
Κλείσε τα μάτια πάλι, διαβάτης καμένου δάσους είσαι, ταξιδευτής του Χρόνου, σε λάσπες, βάλτους, φώτα και Νύχτα αυστηρή. Γύρω σου σκόνη, κάρβουνα και απαγχονισμένα όνειρα επάνω σε γυμνά περιφερόμενα δέντρα να σέρνονται στη ψυχεδελική της γης αλόη. Τσαρλατάνοι και εμπρηστές εικόνων όλα που το μέτρο της ρίμας η εξέγερση του ποιητή αργά ή γρήγορα σπάει. Ναι Γίνε Ποιητής, απάγγειλε σε όποιον πια, έχει πάψει τον εαυτό στο κόσμο να τολμάει:
“Του πόθου πλήρης κι ακροθιγώς σαγηνευόμαστε, αμαρτωλά χυδαία σαν νούφαρα σε μαραμένες λίμνες λικνιζόμαστε, αν όλα φαίνονται εν-τάξη, υποσχέσεις αγάπης υπόσχονται όσοι πραγματικά δεν αγαπούν.
΄Εϊ, κοίταξε γύρω σου καλά, Βάλτος χρυσός και παρδαλός μας περιβάλλει!
΄Εϊ, κοίταξε γύρω σου καλά, αρπακτικά με νύχια γαμψά ερίζουν!
΄Εϊ, κοίταξε γύρω σου καλά, νύμφες στρεβλωμένες, με δέρμα σαπισμένο και πέπλα στα μαλλιά τη φαντασία ελκύουν!”
Γίνε Τραγουδοποιός φαντασμάτων. Γίνε ο προφήτης του πόνου και Γίνε ο μάγος της ανακούφισης. Φώναξε: “Βρείτε έναν άνθρωπο να αγαπήσετε κι η ματαιότητά του, ας γίνει μουσική!”.
λύρα στα χέρια του κενού είμαστε
που φεύγει ο ήχος του κι ο ήχος του πάει και πάει
η αέναη σιωπή στις καρδιές τριγυρνάει
και τώρα που πρέπει, στο χτύπημα των χεριών το αίμα ξυπνάει
Ο
Σας έχει συμβεί ποτέ να ξυπνήσετε με οδυρμούς μες τη νύχτα, και από την κορφή μέχρι τα νύχια να είστε λουσμένος στον ιδρώτα? Ίσως τότε, ένας μικρός πυρετός να σιγοκαίει στη καρδιά σας. Είναι μια από κείνες τις στιγμές που δεν σας χωράει το σπίτι και που σίγουρα τότε, το αγαπημένο σας πρόσωπο που ακριβώς δίπλα σας κοιμάται τον Ύπνο του Δικαίου ίσως να μην διαφέρει από τα υπόλοιπα έπιπλα του δωματίου. Νιώσατε τότε την ανάγκη, να βγείτε έξω στους δρόμους και να ουρλιάξετε σαν παλαβός από υστερία και οίστρο ψάχνοντας για Άνθρωπο? Θελήσατε ποτέ να κοιτάξατε ψηλά στον καρβουνιασμένο μας ουρανό,ψάχνοντας για τα αστέρια που κρύβει το Φως της Πόλης… “Η Μοίρα της ζωής περιμένει την Τυχαία σου ρουφηξιά!” μου είχε πει κάποτε ένας γεροξεκούτης στο δρόμο. Δεν τον πήρα ποτέ στα σοβαρά. Δεν συνηθίζω να θρέφω εκτίμηση στους ικέτες. Για έναν ακατανόητο λόγω όμως, η φράση του αυτή,μου έρχεται στο μυαλό,κάθε φορά που ακούω τα αγαπημένα μου τραγούδια. Έτσι ακριβώς Τον γνώρισα… με τραγούδια. Ποιον γνώρισες, σίγουρα θα αναρωτιέστε. Και πρώτα πρώτα ποιος είσαι εσύ θα ξανά-λέτε. Ας μου επιτρέψετε λοιπόν να συστηθώ. Με λένε Leo.Leo de Divergence, αλλά μπορείτε να με φωνάζετε όπως όλοι οι καλοί μου φίλοι. Μικρό! Εκείνον μπορείτε να τον φωνάζετε θείο Sam όπως δηλαδή τον αποκαλώ και εγώ. H καταγωγή μου ρωτάτε. Ειλικρινά δεν είμαι σίγουρος από που κρατά η σκούφια μου. Αμαρτίες γονέων βλέπετε. Όμως… όμως μπορείτε να με θεωρείτε πολίτη του κόσμου. Σας κάνω να γελάτε. Αυτό είναι πολύ ευχάριστο. Σσσσσς… Τ’ ακούτε αυτό το τραγούδι ? John Campbell: Down In The Hole…
Πάντως αγαπητέ, καλό θα ήταν να είστε υποψιασμένος μαζί μου. Μην ενδώσετε ούτε στιγμή στα αμοιβαία αισθήματα τυφλής εμπιστοσύνης που, ανέκαθεν αναπτύσσονταν ανάμεσα στο πομπό και το δέκτη. Πολύ απλά, ίσως και να σας αναφέρω αηδίες στο μέλλον. Βέβαια δεν ζητώ να είστε κακόπιστος απέναντί μου, τουναντίον. Ζητώ μόνο να εντοπίσετε το λειτουργικό μέτρο της κριτικής σας σκέψης και ίσως, να το ενεργοποιήσετε αισθητά.. Έτσι μάλλον θα μπορούμε να έχουμε μια επικοινωνία εκ βαθέων και ίσως στη πορεία να μπορέσουμε να ναρκώσουμε εκείνο το οδυνηρό αίσθημα πόνου και μοναξιάς που κατατρέχει το ανθρώπινο είδος ,τις τελευταίες δεκαετίες, περισσότερο όσο ποτέ . Εντέλει, είμαι από τους λίγους πραγματικά ανθρώπους που θα συναντήσετε στη πολυτάραχη σίγουρα ζωή σας,που δεν θα παραπονεθεί και εννοείτε δεν θα σας αποπάρει ποτέ,επειδή τον κρίνατε ή τον κατακρίνατε,έστω και αν υπήρξατε κακεντρεχής ή ακόμα και κακόβουλος απέναντι του. Σε αυτό βοηθά η ενδελεχής επίγνωση του εαυτού μου,σημάδι μιας αλαζονικής ανωτερότητας. Τώρα που φέρνω αυτές τις θολές σκέψεις της μνήμης στο μυαλό μου, νομίζω πως μπορώ να πω ότι αυτή μου η αλαζονεία, αναπτύχθηκε μέσα από ένα τρομερό συνδυασμό στοιχείων ιδιοσυγκρασίας και βιωμάτων,αφήνωντας παγερά αδιάφορη κάθε φορά,την εγωπάθεια του εαυτού,στα συναισθηματικά πλήγματα τρίτων.Αλλιώς τι σόι αλαζονεία θα ήταν? Έχετε δίκιο αν ρωτάτε κάτι τέτοιο. Αυτός ο επιλεκτικά αναίσθητος εαυτός , που λίγο έως πολύ, προσπαθεί να κατευθύνει τις πράξεις του,προς τον Όλυμπο της προσωπικής του επιβράβευσης , ίσως αποτελεί εφαλτήριο με πορεία προς την πολυπόθητη υστεροφημία. Δεν θα ήταν υπερβολή αν σας έλεγα ότι γεννήθηκα ώριμος γοητευτικός, και ευφυής… Τώρα σίγουρα σας μπέρδεψα. Θα σας βοηθούσε ενδεχομένως αν σας ανέφερα ότι το μέλλον μου προμηνύεται σύντομο έως αβέβαιο? Σας παρακαλώ να καταλάβετε συμπαθέστατε φίλε: πάσχω από μια σπάνια ψυχική ασθένεια,την οποία δειλά δειλά θα τολμήσω να σας διηγηθώ με κάθε λεπτομέρεια αν βέβαια συμφωνήσετε να φανείτε τολμηρότερος από εμένα και να με ακούσετε με προσοχή. Θα εννοηθεί μέσα από τις μαύρες πλην όμως κωμικοτραγικές σελίδες αυτής της ιστορίας, το βαθύτερο είδος της γνώσης μου: η άγνοια! Κρίνεται από μόνος σας.
Ποτέ κανείς ψυχολόγος και ψυχίατρος δεν μπήκε στον κόπο να με προσεγγίσει με σκοπό να με θεραπεύσει. Έτρεξα σε όλους. Ναι, ναι…Κανείς δεν μου έδειξε το ενδιαφέρον που με κάθε βεβαιότητα μπορώ να πω ότι μου άρμοζε. Στο κάτω κάτω ήμουν ο ασθενής τους,και το λιγότερο που θα άξιζα ήταν να βρίσκομαι στο επίκεντρο του σύμπαντός τους . Αλήθεια σας λέω, ξόδεψα ένα κάρο λεφτά για τη θεραπεία μου,και τις απαντήσεις που έπαιρνα στο τέλος, τις έβρισκα τόσο αδιάφορες και μακρινές, τόσο που με έκαναν να αμφιβάλω για τις πανεπιστημιακές τους γνώσεις και τις διάφορες θεωρίες των ψυχοεπιστημών . Αδυνατώ όμως να σας αναφέρω γιατί ακριβώς συνέβη κάτι τόσο οδυνηρό, αποτρόπαιο σίγουρα,όχι μόνο για μένα, αλλά και για την επιστήμη της ιατρικής συνάμα. Τα γεγονότα που συνθέτουν το παζλ της κλονισμένης μου υγείας, και που συντελούν στο οξύμωρο αυτής της ιστορίας ωστόσο, είναι σαφή. Όλοι αυτοί οι κομπογιανίτες ψυχοτοιούτοι, μηδενός εξαιρουμένου, με αγνόησαν παντελώς, λες και ενδιαφέρονταν για κάποιον άλλο που δεν ήμουν όμως εγώ! Για αυτό και εγώ τους έστειλα όλους στο διάολο μια ώρα αρχύτερα. Είτε η βιολογική μου μοίρα είχε αποφασίσει να με στείλει στα θυμαράκια με τον πιο άγνωστο και πρωτότυπο τρόπο,είτε ήμουν εντελώς υγιής,είχα κουραστεί στο να σπαταλώ την ενέργειά μου,με το να προβληματίζομαι και να αγχώνομαι για τα μελλούμενα.»Ότι βρέξει ας κατεβάσει»,έλεγα και ξαναέλεγα στον εαυτό μου κάθε βράδυ. Είχε καταντήσει ένα είδος αλλόκοτης προσευχής αυτή η φράση. Κάτι σαν το «…κύριε ελεησών με…», με τη μόνη διαφορά πως, αντί για κομποσκοίνια και άσκηση,μετά την προσευχή μου, έβαζα τη μαύρη ναυτική καμπαρντίνα και έπαιρνα τους δρόμους μέχρι το πρωί.Αυτός ήταν ο εσωτερικός μου κανόνας. Μου άρεσε να πηγαίνω στα πιο δύσβατα,σκοτεινά σίγουρα, υπόγεια μέρη της πόλης. Να ψωνίζω κάθε είδος ναρκωτικού και μετά να τριγυρνάω άσκοπα από δω και από κει τυλιγμένος στο μακρύ μου παλτό σαν γοητευτικό φάντασμα. Από αυτό το μυστήριο της εικόνας που επέβαλα στον εαυτό μου,αντλούσα όλη την αισιοδοξία και το πάθος για ζωή, ώσπου μετά, αφού χόρταινα από τον μαύρο μου ναρκισσισμό, κατευθυνόμουν στα bar όπου συχνάζουν οι άνθρωποι του γούστου μου. Μην φανταστείτε τίποτα βρομόπαιδα, κάτι λίγο από εκείνα τα αλήτικα μπάσταρδα της εφηβείας που άλλο δεν έχουν από το να ζητούν απεγνωσμένα, με πρόκληση και ασέβεια, να προσελκύσουν την προσοχή των γονιών τους. Όχι, όχι, κάθε άλλο. Αναζητούσα μέρη που ισορροπούσαν κυριολεκτικά, στο μεταίχμιο. Ανάμεσα στον υπόνομο και το σαλόνι. Την βαρύτητα και την ελαφρότητα. Επιζητούσα τη μουσική που προοριζόταν για γιορτές σκλάβων ή συμπόσια σοφών. Τόπους και μέρη όπου τη νύχτα ο αισθησιασμός περικλείει το χυδαίο και την ποιότητα. Εκεί που οι γυναίκες μοιάζουν με δοχεία άγριας ποίησης, γιατί κάθε τους λέξη,είναι μια εργατική μέλισσα που πετά μαχαίρια ή στάζει μέλι. Και ξέρετε, ποθούσα τη λάγνα, μαστούρικη μουσική όσο τίποτα. Τραγούδια σαν το trust us του Captain Beefheart ή το hip death goddess των Ultimate Spinach και ξεφτισμένες ταξιδιάρικες φωνές σαν του Τom Waits, του Willie Dixon, του Hοwlin’ Wolf ή το μελαγχολικό και ιδιοφυές πιάνο του Bill Evans, αποτελούσαν για μένα κάτι παραπάνω από απλή συντροφιά. Ποτέ η ασχήμια της ζωής δεν αποδόθηκε με τόση ομορφιά!
Άλλες φορές πάλι, όταν ξυπνούσα από το βαθύ μου λήθαργο αργά το απόγευμα,
έμενα μέσα. Άρπαζα το ρούμι, έριχνα μια δυο μεζούρες μέσα στο γαλλικό καφέ και στρωνόμουν μπροστά από το μικρό μου γραφείο και έγραφα ποίηματα.Βράδυα ολόκληρα,ατελείωτα βράδυα,έγραφα ασταμάτητα. Αγαπητέ μου, αυτές ήταν οι πιο ευτυχισμένες μου στιγμές. Πλάσματα τις φαντασίας ή γεγονότα της προηγούμενης νύχτας, ξεπηδούσαν ορμητικά από το κεφάλι και ύστερα, γλυκά και ναζιάρικα γλιστρούσαν και ξάπλωναν τεμπέλικα πάνω στο χαρτί. Όμως…όμως το βλέπω στα μάτια σας. Μην παίρνετε στάση άμυνας αγαπητέ μου. Δεν πάσχω από κάποια ανίατη παθολογία απαραίτητα. Ίσως επειδή απλά, πολύ καιρό τώρα προσπαθούσα να οικειοποιηθώ την παρανοϊκή κριτική μέθοδο των σουρεαλιστών εικαστικών, να εξωθώ συνεχώς τον εαυτό σε παραληρηματικές καταστάσεις χωρίς όμως να υποκύπτω σε αυτές, αφού ο σκοπός ήταν και είναι μετά να τις αναπαριστώ πιστά. Όπως και να έχει πάντως, την ψυχανάλυση και τα τρομώδη τους φάρμακα, τα είχα γραμμένα στα παπάρια μου τότε, με το συμπάθιο δηλαδή αλλά να, η αγανάκτηση μου είναι ένα εξαιρετικό είδος αγωνίας. Ανησυχώ για το ταλαίπωρο εαυτό μου τόσο πολύ. Και μπορεί να ένιωθα ότι μάλλον κάτι δεν πάει καλά με μένα,αλλά δεν τα είχα ανάγκη σας λέω. Υπήρξα πάντοτε πιστός στο ζεστό μου γραφείο, το προσυπογράφω με υπευθυνότητα ετούτο, πάντα γράφοντας ή μελετώντας με μια μέθοδο απαράμιλλου πάθους. Όλα τα άλλα δεν είχαν σημασία…ήηη… σχεδόν.. Αν εξαιρέσουμε εκείνα τα black out. Κινούσαν την περιέργεια μου αυτή και μόνο αυτή. Είχαν καταφέρει να γαντζωθούν από τη σκέψη μου. Με έκαναν να θέλω να να τα τινάξω όλα στον αέρα ή να δώσω μια καθαρή απάντηση στο θέμα. Για ένα μέχρι και σήμερα ακατανόητο λόγω, δεν θυμάμαι ποτέ τον εαυτό μου να κυκλοφορεί ημέρα. Τον μεσημεριάτικο ήλιο δεν τον έχω δει ποτέ μου. Έχω δει άπειρες φορές τον ήλιο να ανατέλλει ή να δύει, ποτέ όμως να μεσουρανεί! Λίγο μετά τις ανατολές με πιάνει ύπουλα στα δίχτυα του ο Μορφέας ή κάτι τέτοιο,λες και όλα γύρω μου σβήνουν με απόλυτη φυσικότητα, ενώ λίγο πριν τη δύση σαν κάποιος να με βάζει στην μπρίζα και ιδού: φωτίζω. Το παράξενο όμως δεν είναι αυτό αλλά ότι από τότε που με θυμάμαι, να ζω μόνος στο μικρό ταπεινό μου δώμα, κάθε που ξυπνούσα υπήρχαν πάντα 100 ευρώ στο κομοδίνο που βρίσκεται δίπλα από το στενό μου κρεβάτι. Αυτό συμβαίνει ακόμα και σήμερα. Μα νομίζατε πως κοιμάμαι σε φέρετρο? Δε σας ξενίζει το γεγονός αγαπητέ ? Πώς όχι, σας λέω δεν εργάζομαι. Ω μα ελάτε, μην με γειώνετε απότομα, τουλάχιστον όχι ακόμα. Μπορεί να λέτε πως τα έχετε δει όλα σε αυτή τη ζωή, κατά τη ταπεινή μου γνώμη όμως έχετε δει αρκετά, όχι τα πάντα, ωστόσο όπως και να έχει, σας δηλώνω ρητά πως ποτέ δεν θα συμμετείχα σε αγοροπωλησίες ουσιών ή παράνομων αντικειμένων. Μα σας είπα: Είμαι Ποιητής!
Ξέρω,ξέρω τι σκέφτεστε. Με βρίσκετε ολίγον μορφωμένο. Κι όμως παραμένετε γοητευμένος από την κακή σας πίστη για το άτομό μου. Δε σας έκανα θετική εντύπωση εξ αρχής. Είναι ολοφάνερο. Ύστερα βέβαια από τόση προσπάθεια κι επιμονή που έχω επιδείξει στη γνωριμία μας, ήδη θα θεωρείτε την ευγενική μου εικόνα ως ένα πρόσχημα ανέλιξης, του ενδεχομένως εγκληματικού μου χαρακτήρα δε λέω, και που σχεδόν ανερυθρίαστα θα προσπαθήσει να σας πουλήσει λίγο από το πνεύμα του. Ε λοιπόν ξέρετε κάτι? Έχετε απόλυτο δίκιο. Μην απογοητεύστε όμως από εμένα καλέ μου. Ακόμα κι αν δεν καταφέρω να σας το πουλήσω ολόκληρο, ευελπιστώ στο τέλος να σας έχει απομείνει κάτι το πνευματώδες από την υπόθεσή μας . Αυτό το ταραχοποιό κάτι, ένας γουστόζικος μετασχηματισμός είναι. Απλά αυτό.. Από ένα παλλόμενο τίποτα σε ύλη. Ξέρετε, θεωρείστε με ως απλό ταραξία ένα πράμα ή αγαπήστε με σαν να ήμουν το παντοτινό σας παιδί. Μα για όνομα, κρύψτε τα μαχαίρια σας, δεν λέγεστε Ηρώδης, ούτε εγώ έχω τη διάθεση να φυγαδευτώ σε μια Ιερουσαλήμ.Χαμογελάτε? Αυτό είναι αισιόδοξο. Ελάτε, κάντε μου λίγη συντροφιά ακόμη, ας τελειώσουμε το ποτό μας. Θέλετε να περάσουμε όλο μας το βράδυ παρέα? Υπέροχα. Να, και εγώ, θα συνεχίσω να σας εξιστορώ τα γεγονότα. Και μάλιστα κερνάω ότι πιούμε με αντάλλαγμα την ευεργετική σας συντροφιά. Ω, σας ευχαριστώ θερμά. Στην υγειά σας αγαπητέ…
Που λέτε, το θείο Sam τον γνώρισα ένα όμορφο και γλυκό βράδυ σε ένα μοναχικό bar που βρίσκεται στη κακόφημη πλευρά της πόλης και ονομάζεται Blues, ναι, ναι, στο μπαράκι που βρισκόμαστε τώρα, όμως αφήστε με να έχω ένα γλυκό αφηγηματικό ύφος στα λεγόμενα μου.Θα σας κάνει να πλήττετε λιγότερο και να με συμπαθήσετε κάπως περισσότερο. Ευχαριστώ.
Βέβαια, δεν έχει τόση σημασία το όνομα του bar, το μπαρ που βρισκόμαστε όντως-πάλι χαμογελάτε- όσο τα γεγονότα που, με αφετηρία εκείνη τη καταραμένη νύχτα, άρχισαν να συμβαίνουν στην μέχρι τότε εσωστρεφή, σχεδόν ανύπαρκτη ζωή μου… Κι αν τα γεγονότα εκείνα, επισύρουν σύμβολα τέτοια ώστε, να απογυμνώνουν τις μάσκες, μάσκες που κάθε πολιτισμένο ον, ιδιαίτερα στην εποχή της πληροφορίας, οφείλει να φορά με μεγαλοπρέπεια, την εποχή όπου το να μπορεί να βρίσκεται κανείς παντού και πουθενά είναι εφικτό, τότε με νηφάλια βεβαιότητα μπορώ να σας πω, πως ό,τι φαντάζεται η ανθρώπινη νόηση, αποτελεί το ίδιο και απαράλλακτο κομμάτι της μιας και μοναδικής ατομικής πραγματικότητας. Της προβολής των επιθυμιών μας, όχι για αυτό που πιστεύουμε πως υπάρχει όσο για εκείνο που θέλουμε να πιστεύουμε πως δεν υπάρχει. Οι πιστοί πάντα οδηγούνται σε άρνηση των αξιών τους, σε αντίθεση με τους άπιστους που πάντα οδηγούνται σε καταφάσεις και reconstructions. Αποδεχτείτε με ηπιότητα αυτή τη γνώμη. Εξάλλου κανείς δεν σκοπεύει να σας κατηγορήσει. Το να με κατανοήσετε, δεν σημαίνει πως πρέπει να με αποδεχτείτε συνάμα! Εξάλλου, όλα μάσκες της θέλησης είναι αγαπητέ μου. Για αυτό και όλοι έχουν μερίδιο στην ενοχή και ξέρετε…τελικά είναι όμορφα μεταξύ δολοφόνων… Όμως ας μη φιλοσοφώ άλλο γιατί ενδέχεται να φανώ βαρετός στα φιλικά σας μάτια.
Εκείνο το βράδυ λοιπόν, είχα κάνει κεφάλι που λένε από ρούμι και καθισμένος υπερβολικά άνετα στο ψηλό σκαμπό της μπάρας, α να, εκεί, στο μοναχικό σκαμπό που βρίσκεται στη γωνία δεξιά σας· έφτιαχνα ποιήματα προσωπικής κατανάλωσης. Ο Dj που βλέπετε, πότε πότε εκτελεί και χρέη barman και που για λόγους που θα γνωστοποιηθούν παρακάτω τον αποκαλώ πάντα Δάσκαλο. Ο Δάσκαλος είχε ρυθμίσει την μουσική στην κατάλληλη ένταση και όλα έμοιαζαν αρκετά συνηθισμένα για κάποιον που περνιέται για ποιητής σιγομουρμουρίζωντας τους στίχους του, αφού δεν έχει το θάρρος να τους βροντοφωνάξει απαγγέλλοντας τους στον κόσμο, τις στιγμές που οι τόνοι ενός jazz-blues bar είναι χαμηλοί σαν την καλλιτεχνική μου αυτοπεποίθησή και καφέ σαν τις σκέψεις μου.
Ο
“Ζαλισμένος, αυχμηρός κι ιππότης, Δον Κιχώτης παραπεταμένος, στης μέθεξης την κόλαση, νεκρός κάτω από τους μύλους, δακτυλοδεικτούμενος στου νομοθέτη την ασίγαστη λεπίδα, γαζίες μουσική, ποτάμια, ένα σκέψης μέτρο σέβεται λουλούδια μόνο, το μόνο ελάττωμα στο να έχεις ιπποκόμους. Αιθεροβάμων σε καλογυαλισμένα σύννεφα, σφετερισμένος ρούχα του σύγχρονου μποέμ, ακριβά εστιατόρια τα όνειρά μου, εκεί βρίσκεται η δική μου κόλαση, εκεί που το εμπόριο ονομάζεται γοητεία των πρωτοκόλλων…Εκεί είμαι βασιλιάς!
Διάολος σε Κάθε Βήμα, το βήμα ορίζει!
Έϊ Βασιλιά, κοίταξε γύρω σου καλά, σκόνες και κάρβουνα και απαγχονισμένα όνειρα επάνω σε ξερά περιφερόμενα δέντρα.
Του πόθου πλήρης κι ακροθιγώς σαγηνευόμαστε, αμαρτωλά χυδαία σε μαραμένες λίμνες λικνιζόμαστε, κι αν κάποτε ανθίσουμε σαν τα μοναχικότερα νούφαρα του άσπρου και του μαύρου, μια έκρηξη πόνου τη μνήμη ξελογιάζει!”
Ο
-“Μπορείς και καλύτερα…” Τον άκουσα να λέει χαμηλόφωνα.
-Με ποιον έχω την τιμή να συνομιλώ? και αμέσως έγειρα το πιγούνι ειρωνικά.
-Σάμ , αλλά εσύ μπορείς να με φωνάζεις θείο Sam…
Ρώτησα πιο ειρωνικά ακόμα.»Κριτικός Τέχνης?»
-Ας υποθέσουμε πως είμαι κάποιος που γνωρίζει πολλά για σένα…
-Είμαι ο…
-Leo de Divergence, ξέρω ξέρω… διάλεξες για επίθετο έναν μαθηματικό διαφορικό τελεστή που όταν εφαρμόζεται σε άλλα μαθηματικά αντικείμενα συμπεριλαμβανομένου του εαυτού του, το αποτέλεσμα σχετίζεται σε γενικές γραμμές με την απόκλιση της μαθηματικής οντότητας στη γεωμετρία του χώρου· τις ιδιότητες του Χώρου…Χωροχρονικό Λιοντάρι της Απόκλισης στη γλώσσα της φύσης λοιπόν. Έξυπνο αλλά εγώ μάλλον θα σε αποκαλώ Μικρό, κολλάει καλύτερα στο στόμα μου…
-Χα, μάλλον δεν είσαι κριτικός Τέχνης…
-Θα δεις μικρέ, έχε υπομονή. Σου υπόσχομαι… στο τέλος θα εκπλαγείς!
-Κύριος, θέλω ένα ήρεμο βράδυ σήμερα, γίνεται?
-…ναι σήμερα θα έχεις ένα ήρεμο βράδυ…, είπε και συνεχίσαμε να πίνουμε σιωπηλά το ποτό. Το βράδυ κύλισε σχετικά αδιάφορα, η μουσική παρέμεινε ο πιστός σύντροφος της σκέψης. Πλήρωσα τα χρωστούμενα στο Δάσκαλο και σαν «κύριος» βγήκα έξω συνεχίζοντας τον περίπατό μου.
Άρχισα να περπατάω προς το κέντρο της πόλης. Το φως έκανε παράξενα κόλπα με το πεζοδρόμιο και όταν που και που κάποιο αυτοκίνητο περνούσε δίπλα μου με βιασύνη, βγάζοντας ανυπόφορες μηχανικές του στριγγλιές με μανία, μου θύμιζε πως υπάρχει δρόμος που πρέπει να προσέχω, προκειμένου να μην καταλείξω ζωντανή αλοιφή για την άσφαλτο,όπως εκείνες οι δύσμοιρες ψιψίνες που κοκαλώνουν για εφτά ζωές στα φώτα του βρυχώμενου μοχθηρού τέρατος,τη στιγμή που αμέριμνες προσπαθούν να περάσουν απέναντι,για να κλαψουρίσουν στο επόμενο μπαλκόνι κάποιας μοναχικής και ευαίσθητης γριάς…τότε θυμάμαι αυτό που ονομάζεται Ζωή! Άγριο πράμα… θέλει προσοχής μη γελιόμαστε επ` αυτού!
Μετά από λίγο σταμάτησα δίπλα σε ένα παγκάκι, το κοίταξα κάπως ανιχνευτικά και αφού βεβαιώθηκα ότι ήμουν μόνος ,άνοιξα με απότομη κίνηση το εσωτερικό της καμπαρντίνας και έβγαλα το αλουμινόχαρτο με το όπιο.
Ο
«Ζέση του θέρους η αγκαλιά της παπαρούνας, άγιασμα υγρού νερού ρηχή ομίχλη, ζαλισμένη. Παράλογη και σαγηνευτική, το άγγιγμά της τέρας, μ’ Ανθρώπινη καρδιά έρχεται και μυαλό ζεστού ροφήματος, την ευγένεια πάντα προσφέρει.
Συντετριμμένη ανάσα φιλιού, σάρκες γεμάτες Ιδρώτα Χρόνου, πράσινα διαμάντια στη Μνήμη της λησμονιάς λικνίζονται. Δάκρυα ρημάτων και ευτυχία των επιθέτων, ψέματα των ουσιαστικών και Μαζική Παράνοια σε όλο της το Μεγαλείο. Της Άνοιξης οι καρποί γέννησαν, Ποταμούς Ψυχών χωρίς ηθική, χωρίς ανηθικότητα, κραυγές ηδονών, την υπέροχη πλάτη της Γυναίκας και τη Βαριά Παλάμη του Άντρα…………….. Έρωτας του Ένα!
Αλχημιστές κρυστάλλων, προς τσιμέντο απαίσιοι αρχιτέκτονες των γκρίζων δέντρων, τετραγωνισμένοι κάτοικοι της ασφυξίας, με συμπιεσμένες τις ανάσες φυσώντας-ξεφυσώντας σα λασπωμένοι υπερφυσικοί ιπποπόταμοι, ορμώμενοι σε γκρεμούς βάρβαρης επιβίωσης για εφιάλτες γεμάτο στρουθοκαμήλους πηδάνε φράκτες χέοντας bubbles κι αυτό ονομάζεται Ηδονή!.
ΚΙ Αρχαίοι σκλάβοι μοντέρνας πυραμίδας είμαστε, ψηφίζουμε Φαραώ εκείνον που μας τάζει ένα καλύτερο χρηματιστήριο στην πιο σκοτεινή Σπηλιά. Χαρίζουμε χωρίς αντάλλαγμα, τη παραλία της παιδικής μας ανάμνησης.. : Ας χτίσει τα θερινά του ξενοδοχεία εκεί όπου άλλοτε, ζωγραφίζαμε τα Όνειρά μας γυμνοί στην άμμο… 90 ευρώ η διανυκτέρευση. Τόσο κοστίζει η Νέα Δημοκρατία που μας υποσχέθηκαν!
Σε μισοερειπωμένα καταγώγια αισθητικής συνωστιζόμαστε Νύχτες, φοράμε επίσημο ένδυμα, δειπνούμε σκουπίδια, όρκους πίστης αιώνιας δίνουμε, δεσμευόμαστε, επιμαρτυρώντας στον αναπόδεικτο Θεό την εγκαταλειμένη μας Καρδιά. Αυτός είναι ο κώδικας σιωπής της παραφύσης… το φιμωμένο ομοίωμα του Οιδίποδα της Σκέψης μα οι κομμωτές της καθώσπρέπει ζωής απλά, απλά τ’ ονομάζουν Πρωτόκολλο.. Αυτό μας επέβαλλαν κάποιοι κληρικοί αγύρτες πριν από αιώνες. Οι εφευρέτες της ενοχής, κατασκεύασαν τον Έρωτα στην απαγορευμένη του έκδοση. Με ορισμούς αφοσίωσης ως ηδονή κατ`αποκλειστικότητα, μπούκωσαν το ρεύμα της στύσης με πόρνες και πλατίνες, να τρέχουμε μες στα σκοτάδια, τότε που η προσωπικότητα περνιέται για σκιά, σάμπως τα ένστικτα της ηδονής κατάντησαν βάρος φριχτό και σπυριά ασκήμιας που κανείς πρέπει να κρύβει, κυκλοφορώντας από γωνιά σε γωνιά αναζητώντας άϋλα λίγο από τη χαρά της σάρκας, ακριβώς όπως κάνουν τα φαντάσματα , πλην όμως εξαγνισμένοι ηθικά, παριστάνοντας την μέρα-μια μέρα, τους κοιλαράδες ιερείς της αθωότητας .
Τα ήρεμα βράδια που οι ρόλοι βασιλεύουν, πέφτουμε για ύπνο νέοι ξυπνώντας τρεις δεκαετίες αργότερα, πιο ιδρωμένοι ακόμα, γιατί στο Χρόνο γυρνάμε πλευρό και βλέπουμε έναν εχθρό ρυτιδιασμένο, με μάσκες ομορφιάς και κρέμες, αγγούρια και χοιρινές μπριζόλες στο διαθλασμένο της πρόσωπο… «Δεν είσαι όμορφη, δεν μου αρέσεις, ο κώλος σου δεν μοιάζει με αυτόν της τηλεόρασης….το κρεββάτι μας δεν θυμίζει ούτε λίγο από πορνό, έστω… και εγώ, φοβούμενος τη θεία τιμωρία, ποτέ δε σου μίλησα για κοσμικά γαμήσια……………………………………………………………………………………………………….
Τεμαχισμένος Έρωτας»
τότε που γυμνοί στα δάση μιας μεθυστικής αθωότητας, ανακαλύψαμε τυχαία ο Ένας τον Άλλον, μυρίζοντας τον κίνδυνο, όπως τα θηλαστικά των ουρλιαχτών σαν αγαπιούνται κάνουν

Ο
Ένα πολύ σημαντικό πράγμα όταν ρουφάτε όπιο αγαπητέ, και ιδιαίτερα στην περίπτωση όπου είστε άνθρωπος των λέξεων, είναι να προσπαθείτε μετά ή κατά τη διάρκεια της παραζάλης, να αναπαραστήσετε λεκτικά ότι σας συμβαίνει και να μην παραδοθείτε στη «δωρίζουσα» σιωπή. Εγώ συνήθως το παρομοιάζω με μια νέα ταξιδιώτισσα που ήρθε από τα βάθη της ανατολής. Η ομορφιά της είναι μοναδική. Ας παρατηρήσετε το γωνιώδες προφίλ της. Το ζωηρό παιχνίδισμα του προσώπου με το φως ή τις σκιές, τα πλούσια εβένινα μαλλιά της, τα τοξωτά φρύδια της, τα χείλη και τα βλέφαρά της διαγράφουν μια οντότητα οργανική ξέχωρη από το υπόλοιπο σώμα αυτονομούνται. Ίσως νομίσετε πως μόλις δραπέτευσε από το παλάτι όπου φυλάσσονται τα μυστικά του Ήλιου. Η αίσθηση που σας προσδίδει είναι απλή και ελαφρώς χαμογελαστή, τόσο που επιθυμείτε διακαώς να σας τραβολογήσει στα εκστατικά της χαϊδολογήματα..Έχετε την απόλυτη εντύπωση πως διαβάζετε ποίηματα που κόβουν την ανάσα, ορθώς δωσμένα, δωσμένα με τη βεβαιότητα του ύφους και των εικόνων. Η πιο άγρια πρόκληση, η πιο διεστραμμένη βεβήλωση, η αίσθηση μιας φλογερής, ερεθιστικής σαρκικής κατάχρησης, η φρενίτιδα του πόθου που αγγίζει τα όρια ενός κοσμογονικού εφιάλτη όπου τα πάντα επιστρέφουν στο χάος, όπου τα πάντα δαγκώνουν, γραντζουνούν, εκπορνεύονται και αιμορραγούν μέσα σ’ ένα τεράστιο θαλάσσιο κύμα ασφαλούς αδιαφορίας. 4 με 5 ώρες μετά όμως, αφού επανέλθετε πλήρως στην φυσική σας κατάσταση, το πιο σημαντικό πράγμα, μετά, κατά την ασφαλή επαναφορά στη φυσική σας πραγματικότητα, είναι να καπνίσετε σίγουρα μια καλή μαρκα τσιγάρων. Το πιο εκνευριστικό πράγμα όμως σε αυτές τις περιπτώσεις, είναι να έχετε τα πάντα πλην του αναπτήρα…Θα δείτε, ψάχνετε τσέπες, τις ξαναψάχνετε, σχεδόν πάντα βρίσκετε αντικείμενα που αναζητούσατε χθες ή προχθές αλλά δεν βρίσκατε, μισοσβησμένα τηλέφωνα γυναικών σε τσαλακομμένα χαρτοτσίγαρα , τσιμπιδάκια, χαρτονόμισμα που τελικά δεν ξόδεψατε, τσίχλες, προφυλακτικά και τα λοιπά. Όταν όμως, μέσα στη φουρτούνα του εκνευρισμού, ένα χέρι πετάγεται κυριολεκτικά από το πουθενά, ο σπιρτόζικος ήχος της τσακμακόπετρας ακούγεται και μια λάμψη φλόγας χορεύει παιχνιδιάρικα μπροστά στα μάτια., τότε, πλησιάζετε το τσιγάρο με το στόμα στην άκρη της φλόγας βαστώντας το προσεκτικά και κάπως σφικτά στα χείλη, τραβάτε τη ρουφηξιά της ανακούφισης, το απομακρύνετε με το «γράφων χέρι», ψιθυρίζετε ένα ευχαριστώ-από καθαρό τακτ- και σηκώνετε τα μάτια με ύφος βαριεστημένου ήρωα για να αντικρύσετε το… το σωτήρα… μας! Α,το θυμάμαι σαν χθες…

-Θείε Sam, δεν σε περίμενα. Ευχαριστώ και πάλι, πραγματικά με έσωσες.
-Δεν κάνει τίποτα μικρέ…
-Πώς και από ΄δω?
-Βαριόμουν και είπα να κάνω καμιά βόλτα ως την άλλη άκρη της πόλης.
-Ναι, αλλά είσαι στο κέντρο της…του είπα σαρκαστικά.
-Ναι, είδες? Τελικά δεν μπορείς να της ξεφύγεις. Όλο κολλάς βρίσκοντας διάφορα μικροπράγματα για απασχόληση, ίσα ίσα για να μην προβληματίζεσαι με άλλα πιο σημαντικά..
-Όπως? τον ρώτησα ο αφελής..
-Όπως με το ότι είσαι καταδικασμένος.
-Καταδικασμένος από τί? Ξαναρώτησα κάνοντας διπλή χρήση της αφέλειας για λόγους σκοπιμότητας.
-Από τη φυσική πραγματικότητα. Κάποια στιγμή, αργά ή γρήγορα, θα πνιγείς μέσα σε μια θάλασσα Χάους.. είπε, σα να ήθελε να μου υποδείξει με έναν μάλλον φοβισμένο τρόπο, τη σκληρή του αλήθεια.
-Ε,θύμισέ μου λίγο με τι ασχολείσαι Sam..
-Είμαι ένα ζώο γραφής! Είμαι ζωγράφος! απάντησε καμαρωτός ο άθλιος.Ξέρετε πόσο βαρύ μας πέφτει στα ευαίσθητα σκοτάδια της ψυχής, η ταμπέλα του ονόματος αγαπητέ φίλε?
-…διάσημος ή κάτι τέτοιο? ρώτησα με ειρωνεία ως εκ τούτου.
-…μπα, δυστυχώς όχι. Θα το ήθελα πολύ, ξέρεις, αλλά η κλίκα των τεχνοκριτικών και των εμπόρων της Τέχνης , σε καμία περίπτωση δεν θα το επιτρέψει, να διακεδάσω τη ματαιοδοξία μου κλέβωντας λίγο από διασημότητα… Η αλήθεια είναι ότι είμαι πολύ εξοργισμένος με όλους αυτούς, τους ερπετανθρώπους, που άλλο δεν έχουν από το να προσπαθούν με κάθε τρόπο να σε αποκλείσουν. Σε περιθωριοποιούν μέρα με τη μέρα αν έστω και λίγο αξίζεις κάτι παραπάνω από εκείνους.. ή αν έστω και λίγο παρεκλίνεις από τις φόρμες και τη νοοτροπία τους… Τα κουρέλια! Μισούν τον εξωτισμό μου! Να φανταστείς μικρέ, η κατάστασή μου οικονομικά είναι τόσο άσχημη πια, που όλο και λιγότερο συναλλάσομαι σε χρήματα και όλο και περισσότερο με είδος.
-Δηλαδή? Κάνεις βίζιτες? Ειρωνεύτηκα σε μια πρώτη ανοικτή ποροσπάθεια προκειμένου να τον εξοργίσω και να με αφήσει επιτέλους στην ησυχία μου.
-Αχ σε παρακαλώ, σοβαρέψου κακότροπε μικρέ μου, απλά ανταλλάσω τους πίνακες μου για τις ανάγκες του σπιτιού και του εαυτού μου. Τα μάρμαρα του μπάνιου μου για παράδειγμα τα έβαλα, δίνοντας έναν Αίαντα….
-Εκτός εποχής…ε? Ενδιαφέρων ακούγεται. «Νo money no funny» , έτσι?
-Κάτι τέτοιο. Άσε και είμαι και χρεωμένος και μέχρι το λαιμό… Τέχνη και επανάσταση σου λέει μετά ο Μαγιακόφσκι! Αηδίες! Άλλα δεν θα το αφήσω στη μοίρα του. Έχω πλάνο αντεπίθεσης.
-Άσε με να μαντέψω, χμμ..ληστεία σε τράπεζα?
-Όλο χαζομάρες λες μικρέ, το ξέρεις? Όχι, λοιπόν άκου, από τότε που άρχισαν τα σκούρα σε όλα τα επίπεδα, μια βρωμογυναίκα να προσπαθεί με χίλιους δόλιους τρόπους να μου χρεώσει το παιδί της, μια άλλη χωρισμένη, ζωγράφος στο επάγγελμα, με ανταγωνίζεται συναισθηματικά και επειδή βλέπει ότι δεν μπορεί να με έχει ολοκληρωτικά, μου εμφανίζει όλες αυτες τις ψυχοαναλυτικές μαλακίες . Ο καθρέφτης μου κι αηδίες! Αηδίες!

Ο

‘Όταν δυο καθρέφτες κοιτάζονται, το άπειρο γεννιέται…

Ο

-Μ’ ακούς μικρέ?
-Ναι.
-… μ’ ενοχλεί που προσποιείται τόσο. Υποτίθεται ότι είναι χάλια και εκείνη μα εγώ το ξέρω πως υποκρίνεται. Ω, είναι φριχτή ηθοποιός. Κάνει ότι παίρνει και αυτή ψυχοφάρμακα : minitran, alobertin, akineton, lagarctil, revotril… ενώ στην πραγματικότητα εγώ είμαι αυτός που περνάει όλον αυτό το γολγοθά. Ο γιατρός άλλωστε μου το είπε καθαρά: «Πάρε αναρρωτική άδεια. Κάνε έρωτα. Συζήτα με τους φίλους σου. Βγες σε κάνα bar να πιεις χαλαρός τα ποτάκια σου!», καταλαβαίνεις μικρέ, έτσι?
-Κάτι πιάνω,αλλά γιατί μου τα λες αυτά?
-Μικρέ, αναλογίσου μόνο, ότι κάθε πρωί πρέπει να ξυπνάω στις 7:00 για να πηγαίνω στο ταχυδρομείο να βγάζω το ψωμί μου…Αναλογίσου επίσης,ότι ενώ είμαι αυτός που είμαι…
-Δεν ξέρω ποιος είσαι…
-…τρώω καθημερινά στη μούρη όλους εκείνους τους ερπετανθρώπους στο ταχυδρομείο. Νιώθω ό,τι ξεζουμίζουν, μέρα με τη μέρα και περισσότερο, τη διάθεση, την αφαίρετική μου ικανότητα. Σκατά. Αρχίζω να μιλάω σαν τα μούτρα τους! Δεν αντέχω άλλο μικρέ. Η μικροαστική τους ξιπασιά, δολοφονεί καθημερινά όλο και πιο πολύ το δημιουργικό σπέρμα για Έρωτα και Τέχνη, με κάνουν να νιώθω θλίψη διάολε! Και τις προάλες? Πού το βάζεις αυτό που έγινε τις προάλες?
-Τί έγινε τις προάλες? ρώτησα προσπαθώντας να κρύψω τη βαρεμάρα και τον εκνευρισμό μου. Άλλωστε φαινόταν ευαίσθητος σαν χαρακτήρας. Δεν ήθελα να τον στεναχωρήσω όσο να τον αποδιώξω με διακριτικά· για τούτο, του απαντούσα μια με κυνισμό και την άλλη με σαρκασμό. Ήθελα να τον αναστατώσω, να τον κάνω να θυμώσει, αφήνωντας με έτσι στην ησυχία μου όπως και σας προείπα, να απολάυσω τη μαστούρα μου με ηρεμία. Ωστόσο, παρατηρώντας τον λίγο προσεκτικότερα, έμοιαζε σε χειρότερη μοίρα από μένα και έτσι άρχισα να νιώθω συνειδητά κάπως ευνοϊκά για εκείνον. Έδινε μια ηρωική εντύπωση ισορροπίας, κάτι ανάμεσα στην αισιοδοξία και τη διάλυση,όπως τότε που τα θαρραλέα πλην αμύητα σώματα, φιλοδοξούν να ισορροπήσουν πάνω στον ξένο για αυτά πάγο, ενώ μοιάζουν με απροκάληπτες γελοιότητες έτσι που κάνουν, φορώντας εκείνα τα παγοπέδιλα λεπίδες, κουνώντας πότε τη λεκάνη και πότε τη μέση μπρος πίσω, την ίδια στιγμή που τα χέρια ίπτανται σαν ξερόκλαδα στους αέριδες και ψάχνουν απεγνωσμένα. Ψάχνουν ίσως κάποιο θεό,να πιαστούν από κάτι ή κάποιον? Δεν ξέρω. Αυτό που γνωρίζω σίγουρα όμως, είναι ό,τι εγώ είχα κλιθεί ή καλύτερα- κυριολεκτικά αρπαχτεί, από την αμέριστη ανάγκη του θείου Sam για εκτόνωση. Του έδινα την πρωτοφανή για εκείνον δυνατότητα,να εκφράσει κρυμμένα άγχη και να αποκαλύψει τις τρομερές του έγνοιες,σε κάποιον που δεν ήταν όμως ο εαυτός του. Ναι ίσως αυτό να ήταν. Ίσως είχε κουραστεί να τα μοιράζεται όλα με τον εαυτό του. Έμοιαζε τόσο μόνος που σχεδόν τον λυπόμουν. Στην ουρά του οίκτου μου για εκείνον ξεπηδούσε μια γλυκιά συμπάθεια . Ένιωθα, και κάτι τέτοιο με τρόμαζε. Εξάλλου για αυτό έπινα όπιο.Για να μην σκέφτομαι το μέλλον και να μην νιώθω το παρελθόν. Όπως ήδη σας το εξομολογήθηκα, δεν είχα μάθει ποτέ να συμπονώ τον πλησίον μου, πράμα που δυσκόλευε αρκετά πολύ την ετερόκλιτη, φυγόπονη στο ξένο πόνο καρδιά μου. Ζούσα,ή αν θέλετε, είχα την εντύπωση ότι ζούσα το παρών, με εκείνο τον χαιρέκακκο εγωισμό που αρμόζει μόνο στα συνειδητοποιημένα καθάρματα. Η αλαζονία συναισθηματικής ισχύος που αρχικά επέδειξα όμως,άρχισε να με βαραίνει.Είχα αυτοπαγιδευτεί στη δυστυχία κάποιου άλλου.Τη στιγμή που οι συναγερμοί μου χτυπούσαν κόκκινο, διαμαρτυρώμενοι για την ακούσια αυτή υπομονή που έδειχνα, λίγο πριν αποτραβηχτώ θέτωντας τέλος στο διάλογο με το θείο Sam, εκείνη τη στιγμή το βλέμμα του γιγαντωνόταν σε μια μαγική θλίψη με τέτοιο τρόπο, που δεν μπορούσες να του αρνηθείς λίγο χρόνο ακόμη. Σας λέω,ζητούσε απελπισμένα να τον ακούσω, αλλιώς θα έκανε καμιά τρέλα, υπόσχεση που το ύφος των ματιών του το έδειχνε καθαρά. Να είστε βέβαιος αγαπητέ μου,εξέπεμπε SOS απ`όλο του το σώμα. Το πλοιάριό του βυθιζόταν στον ωκεανό της απόγνωσης, την ίδια στιγμή που ο δυστυχής καπετάνιος, κοιτώντας τον ήλιο στην άκρη του ορίζοντα για στερνή φορά, τον βλέπει περίλυπος να δύει και να σκορπά με χρυσάφι τη θάλασσα. Σκεφτόμουν ό,τι όλα αυτά συνέβαιναν χάριν ενός ατέρμονου αισθήματος μοναξιάς που βίωνε. Ως καλλιτέχνης, άριστος γνώστης όχι μόνο της δύναμης που ασκεί η αισθητική στους ανθρώπους αλλά και του πως αυτή πρέπει να αποδίδεται στα μάτια τους, με όπλο ένα αγόγγυστο θράσσος μια γοητευτικής κατά τα άλλα δυστυχίας, του άρεσε να επιβάλλεται σε αυτούς που εκτιμούσε ή του προσέφεραν διανοουμενίστικα σενάρια ζωής. Τότε απαιτούσε από τον άλλο, να τον συμμερίζεται, επιζητώντας διακαώς συμμέτοχο στην κατάθλιψή του, τονίζωντας επιμελώς ατιμέλητα τα χαρακτηριστικά σημεία της ηρωικής του φύσης και τότε εγώ τόσο πιο πολύ εξοργιζόμουν. Αυτή η τόσο καλά υπολογισμένη μοναξιά του, μου φαινόταν τερατώδης. Φάνταζε γεμάτο μυτερές γωνίες και σκοτεινές τρύπες, όπως ακριβώς οι τεράστιοι πέτρινοι όγκοι στην ακρογιαλιά, που αιώνες τώρα κατατρώει το αφινιασμένο κύμα. Χα! Έχετε δοκιμάσει να περπατήσετε ξυπόλητος σε τέτοιους βράχους? Τα πέλματά σας θα ξεσκιστούν αγαπητέ μου. Μα τελοσπάντων, τί είδους θυσία θα έπρεπε να κάνω για να τον ακούσω έστω και για λίγο? Ήταν τόσο σκληρό για μένα. Δεν φημίζομαι για τις αγνότερες των προθέσεων φιλίες μου. Δεν ξέρω καν αν υπήρξα ποτέ μου, αυτό που λένε πιστός φίλος. Εντάξει δε λέω, σαν νέος εκκολαπτόμενος ποιητής , έχω διαβάσει λίγο Παπανούτσο. Θυμάμαι καθαρά το συγγραφέα της Πρακτικής Φιλοσοφίας να μιλάει για τα τρία κατά Αριστοτέλη, είδη φιλίας. Δια το χρήσιμον, δια την ηδονή και δια το αγαθόν φιλία. Αλλά τώρα, φαινόταν να έχω δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για μια φιλία τύπου φρανκεστάϊν, αφού δεν είχα ανάγκη από κάποιον καλόγνωμο σύμβουλο ή έναν αυστηρό και ανιδιοτελή κριτή των πράξεων μου. Σκόπευα να τον χρησιμοποιήσω για να ωφεληθώ καλλιτεχνικά ίσως, ή τουλάχιστον να τον απολαμβάνω για να περνώ το χρόνο μου κάπως πιο εγκεφαλικά, δηλαδή πιο υποφερτά, γιατί πρέπει να το παραδεχτούμε αγαπητέ φίλε, κυκλοφορεί απίστευτη ανοησία εκεί έξω, ηλιθιότητα που προσωπικά εμένα στο τέλος με κάνει να πλήτω. Για το λόγο αυτό, έπρεπε να δείχνω ότι τον εκτιμώ για αυτό που είναι ή μάλλον για αυτό που ήταν κάποτε, έτσι για να τονώσω τον ούτως ή άλλος τρωτό ψυχισμό του.
Εξάλλου ο θείος Sam,κατά πόσο φαινόταν δηλαδή, δεν ήταν σε θέση να υποστηρίξει ρόλους ενός καλού φίλου. Έτσι, χωρίς να έχω μια ξεκάθαρη εικόνα για τα χρέη της νοσοκόμας που εκτελούσα, έσφιξα τα δόντια και οπλίστηκα με λίγο πείσμα. Τουλάχιστον, αφού δεν μπορούσα να το αποφύγω, θα προσπαθούσα να το διαμορφώσω στα δικά μου μέτρα, προσποιούμενος ελλείψεις και κομπορυμοσύνες όπου έκρινα πως κάτι τέτοιο θα ήταν σκόπιμο. Για αυτό, του επέτρεψα να συνεχίσει την εξιστόριση των γεγονότων, όπως ακριβώς και σεις, με παρόμοιο θάρρος και υπομονή, αφήνεται να σας εξιστορώ τις δικές μου παλαβομάρες…

-Περπατάω στο δρόμο,ωραία?
-Ωραία…
-Για τον Άντλερ σου έχω μιλήσει?
-Όχι, έχει σχέση με το δρόμο?
-Έχει σχέση με το ψέμα…
-…το δρόμο του ψέματος?
-Όχι, το μονοπάτι της Αλήθειας…
-Περπατούσες στο μονοπάτι της Αλήθειας δηλαδή?
-…όχι εγώ,ο Άντλερ!!
-Μα ?Ζει ο Άντλερ??
-…αντλούμε αλήθεια μέσα από το ψέμα.
-Ε, τώρα θα μιλήσουμε για δρόμους ή μονοπάτια? Αποφάσισε!
-Το ίδιο είναι!
-Λες ψέματα!
-Όχι αλήθεια σου λέω…
-Χα, δεν είσαι αντλερικός…
-Με μπερδεψες μικρέ…
-Ε, τότε είμαστε πάτσι θείο!
-Να `σαι καλά μικρέ!! Με κάνεις να γελάω!
-Υπονοείς ό,τι είμαι γελοίος?
-Κάθε άλλο, αστείος εννοώ.
-Το αστείο προκαλεί χαμόγελα, όχι σπαρακτικά γέλια μπάρμπα…
-Κι εμένα μικρέ μου αρέσει να τα ισοπεδώνω όλα γελώντας. Το αίσθημα της κατωτερότητάς μου, έναντι στο αίσθημα της υπεροχής σου βλέπεις…
-Εγώ δε γελάω καθόλου όμως θείε Sam…. Mε έχεις εκνευρίσει!
-…συναντώ δυο παλιούς φίλους μου. Ζωγράφοι και αυτοί. Με ρωτάνε πώς πάει και τέτοια και ο μαλάκας κάνω το λάθος να τους πω ότι έχω πρόβλημα με τη μηχανή μου, ότι ανεβάζει γρηγορότατα θερμοκρασία μετά από καμιά πεντακοσαριά μέτρα και ύστερα κοκαλώνει απότομα και δεν ξεκινάει ούτε με σφαίρες.
-Και?
-Α, μου λένε, θα τη πας στο τάδε συνεργείο, τα παιδιά εκεί είναι τσακάλια, θα στη φτιάξουν στο πι και φι… Και πραγματικά, την πήγα…
-Στην επισκεύασαν?
-΄Ενα θα σου πω μικρέ… Οι τύποι ήταν τσογλάνια. Όχι μόνο δεν την επισκεύασαν, αλλά της αφαίρεσαν μικρά εξαρτηματάκια που δύσκολα βρίσκει κανείς ως ανταλλακτικά στην αγορά και με χρέωσαν και με ένα φέσι 2.000ευρώ από πάνω…τα τσογλάνια..Τί να πω. Χρωστάω τα κέρατα μου. Σύνολο από δω και από κει? 14.000ευρώ …. τη τρέλα μου μέσα!
-Και τι σκέφτεσαι να κάνεις?
-χαχα, δεν θα σου πω ακόμα…καταλαβαίνεις, έτσι μικρέ?
Η ουσία ήταν ότι αυτό το περίεργο προσφώνημα «μικρέ», είχε αρχίσει να δίνει σήμα στο νευρικό μου σύστημα. Δεν του είπα όμως τίποτα γιατί βαριέμαι φρικτά τον εγκεφαλικό αντίλογο που έχει ως θέμα του τις ατέλειες του χαρακτήρα μου. Κι ύστερα, μπορεί να άρχιζε μετά όλες αυτές τις ψυχαναλυτικές ηλιθιότητες περί αντλερικών συνδρόμων με τους εσωστρεφείς κυρίαρχους ή τους παθητικούς εξωστρεφείς και άντε μετά να τα βγάλεις πέρα μαζί του.
-Είσαι ερωτευμένος? ρώτησε αιφνιδιαστικά τραβώντας μια δαιμονική ρουφηξιά από το στριφτό του πουράκι.΄Ενιωσα το αίμα μου να παγώνει…Θυμήθηκα καλέ μου φίλε… θυμήθηκα πόσο κάποτε είχα πληγώσει και πληγωθεί .Θυμήθηκα αυτό για το οποίο καιρό τώρα πάλευα να ξεχάσω. Τις γυναίκες… Τι καταστροφή, αλλά και τι αφορμή ταυτόχρονα!
κεφ 2

«Δεν χωρώ! Δεν χωρώ! Θέλω να ξεφύγω!»
Ασκητική, Καζαντζάκης

Ο
Μπορώ ερεθιστικά ν’ αρχίσω μ’ αυτήν την αναστάτωση αργά τον ιδρώτα. ξεκουμπώνοντας.. Τα κουμπιά πεταμένα στο πίσω κάθισμα, τώρα να, αγκώνες έχουν αφεθεί στο λαιμό του Από-Γεύματος κι έξω βρέχει σάλιο που ξεχειλίζει Νείλος… Μπορώ να τραβήξω τα δάχτυλα πίσω αργά, από τις επί-θυμίες Ευθυμίες να τραβήξω!!! Γύρω από τα Πόδια της ας τυλιχτώ.. Τη σκέφτομαι σα Δέντρο… Εφ-έλκομαι κυκλικά, μυρίζω τους καρπούς της, νωχελικά σηκώνομαι από-καλύπτοντας τα Υγρά Σκοινιά του ΄Ερωτα· φύλλα που πέφτουν Φθινόπωρο… Στο δρόμο για τις αισθήσεις, δεν υπάρχει Μνήμη ξεχασμένη… Ο Πόνος κάνει την Αγάπη Απόγελο και τη Στύση Αίνιγμα!
Αγάπη… αν υπάρχεις Εσύ, άτσαλη και ανιαρή σαν πέτρα στην έρημο, το μηδέν ή το άπειρο σου ξεφεύγει.. Κι αν δεν υπάρχουν πολλοί που να μπορούν να μεθύσουν και να τεντωθούν επάνω Σου…τότε όλοι σκοντάφτουν επάνω στη Κόλασή Σου… Αγάπη όμορφη και ανιαρή εσύ, η κόλαση σου είναι το είναι σου. Θυσία λέγεται!
Σώμα της νύχτας, τα βελούδινα πρωινά, ο χτύπος της καρδιάς, το τελευταίο φιλί πάνω στη γέφυρα, η άκρη της Πόλης, το Από-Γεύμα… Λυκόφως στα Μάτια Της, Ουρλιάζουν Λύκοι μέσα σε κάθε Ποίημα… Άγγιξα το λευκό πρόσωπο του Ήλιου, φόρεσα ένα σακάκι από δέρμα φιδιού, κάρφωσα το ξίφος στο χώμα και ξεκουράστηκα στη Σκιά Του… Η Αγάπη ίσως δεν υπάρχει. Το σκέφτηκες ποτέ αυτό ηλίθιε?… Εγώ, Εσύ και το παρανοοιμένο μας Σύμπαν γιορτάζουμε σε μια κηδεία ακόμα: το χαμόγελο, (που) είναι ένα γέλιο που αργά σβήνει. Μα μπορώ ν’ αρχίσω ερεθιστικά μ’ αυτήν την αναστάτωση, ξεκουμπώνοντας αργά τον ιδρώτα…

Ο
Δεν έχετε δίκιο. Διαφωνώ αγαπητέ. Οι γυναίκες είναι μια όμορφη παραίσθηση πόνου. Όταν αφαιρούνται από το πλήθος τους και αποκτούν την προσωπικότητα της Μιας και μοναδικής, αν ποτέ αυτό σας συμβεί ερωτευθήκατε…, τότε και μόνο τότε χρήζονται εφευρέτες της Ουσίας σας. Εντούτοις, ποτέ να μην ξεχάσετε πως η Ύπαρξη προϋπάρχει της Ουσίας. Το μάργος της τρέλας και του ερωτικού πάθους, συχνά το ταυτίζουμε με την ύπαρξή μας και δεν είναι καθόλου έτσι. Ακούστε με, ξέρω καλά τι σας λέω. Μην αφήσετε καμία να υποκαταστήσει το Χρόνο. Τα θηλυκά κι ο Χρόνος είναι μισητοί εχθροί εκ κατασκευής αβύσσου.΄Ολα γίνονται για την αντρική φιλία ή το αντρικό μίσος των φίλων. Δεν υπάρχουν μισητοί εχθροί μεταξύ αντρών, όταν δεν υπάρχουν γυναίκες. Υπάρχουν μόνο συμβιβαστές κενότητες μεταξύ αρσενικών που ποθούν την ίδια ηλιθιότητα… Εγώ και σεις, είμαστε, και αν όχι υπήρξαμε, θύματα των περιστάσεων αγαπητέ μου.΄Ομορφα ρούχα, δυο στήθια της ίδιας απόλυτης κομψότητας-καμιά φορά μέσα σε σουτιέν με ενίσχυση, οπίσθια της μιας και μοναδικής πρωκτικής μεροληψίας, πρόσωπο κατασκευασμένο να αγαπιέται σύμφωνα με συγκεκριμένους ή και επιβεβλημένους, κώδικες αισθητικής. Τελικά τι ερωτεύεται ένας άντρας? Τη Γυναίκα με «Γ» κεφαλαίο ή την εικόνα της γυναίκας με «γ» μικρό ? Βέβαια σε κάτι τέτοιο απαντάτε μόνο αν έχετε πηδήξει αρκετά,τόσο όσο να κομπάζετε από κορεσμό σεξουαλικότητας. Ναι έχω πηδήξει αρκετά φίλε μου. Σας το βεβαιώ, κάθε είδος Γυναίκας με «Γ» κεφαλαίο και κάθε είδος γυναίκας με «γ» μικρό …. Εσείς? Έχετε πηδήξει Γυναίκα με «Γ» κεφαλαίο ? Μη βιαστείτε να απαντήσετε ή να γελάσετε από αμηχανία,..η εμπειρία λέει ότι συνήθως πηδάει η γυναίκα με «γ» μικρό τον ΄Αντρα με «Α» κεφαλαίο, μερικές φορές ο Άντρας με «Α» κεφαλαίο τη γυναίκα με «γ» μικρό , άλλες φορές (κλασσική πλειοψηφία) ο άντρας με «α» μικρό τη γυναίκα με «γ» μικρό,σπανίως δε ο Άντρας με «Α» κεφαλαίο τη Γυναίκα με «Γ» κεφαλαίο…Βέβαια,όλοι ξέρουμε ότι στο τέλος τέλος,όλα έχουν απόληξη στον ίδιο τους τον εαυτό,άρα ο άντρας με «α» μικρό πηδάει τον άντρα με «α» μικρό, η γυναίκα με «γ» μικρό τη γυναίκα με «γ» μικρό, και τα κεφαλαία μεταξύ τους ασύστολα… αλλά ας μην κατευθύνουμε το ζήτημα στην ομοφυλοφιλία γιατί η Ελλάδα δεν είναι έτοιμη για κάτι τέτοιο ακόμα. Η Ελλάδα, αν και είναι ο τόπος του παραμυθιού και του μυθιστορήματος,εντούτοις είναι ένας ξεχασμένος τόπος από Φιλοσοφία ή πρόζα και, όλα Της συμβαίνουν από υπερβολική δόση μπαγιατεμένου Διονύσου.΄Ετσι κάποιοι νομίζουν ότι γράφουν ποίηση και άλλοι ότι πράττουν Ποίηση, αλλά στο τέλος, και χωρίς να βγάζω την ουρά μου απ` έξω, όλοι θα καταλήξουν να μιλάνε για τη μαμά τους…
Όμως επειδή ο χρόνος τρέχει, ή καλύτερα εμείς κυλάμε εφιαλτικά γρήγορα επάνω του, ας προστρέξω να σας εξηγήσω την κάπως ιδιαίτερη εισαγωγή μου. Η ερώτηση του θείου Sam ήταν αδιάντροπα ξεκάθαρη: «Είσαι ερωτευμένος?».Κάτι τέτοιο απαντάται με την ιστορία έτσι όπως την έζησα. Τρεις Γυναίκες κι άλλες πολλές στο ενδιαμεσο, άνευ σημασίας ωστόσο. Εντέλει, μια συνισταμένη Γυναίκας, απάντηση που στο καίριο ερώτημα , αναδύεται από τα βάθη αυτής της ερωτικής τρικυμίας ως ζαχαρωμένη σαπουνόπερα.. Έτσι, και μάλλον για ευνόητους παρά για προφανείς λόγους , ξεκινώ να απαντήσω, παραθέτοντας όμως πρώτα υπό μορφή βιογραφικού και σειρά αύξουσας πορείας, από την λιγότερο στην περισσότερο Γυναίκα, το μελόδραμά μου. Μα πρώτα ελάτε, ας τσουγκρίσουμε ξανά τα ποτήρια μας. Στην υγειά μας!

ΓΥΝΑΙΚΑ #3
Εξωτερικά χαρακτηριστικά
Ανορθόδοξα πανέμορφη σίγουρα! Σγουρομάλλα καστανόξανθη,πράσινα μάτια,ελιά στη μύτη(θα μπορούσαμε να υποθέσουμε πως είναι μια μάγισσα με πτυχίο), μικροκαμωμένο και άκρως θηλυκό σώμα,αρκετά μικρό στήθος. Φανταστείτε το ντύσιμο της ως ένα μείγμα εικοσάρας και τριαντάρας που σημαίνει παντελόνες, στενά φανελάκια, πολύχρωμα κασκόλ, πουκαμίσες να ξεπετάγονται μέσα από χαριτωμένες ζακέτες, δαντελωτά στριγκάκια, μικρή συλλογή σουτιέν, παπούτσια βασισμένα στη τελευταία λέξη της μόδας κεφάτα και άνετα,ενώ κάπου στην ντουλάπα της καιροφυλαχτεί ένα μαύρο σχιστό ολόσωμο φόρεμα του μοιραίου με αποκαλυπτικό μπούστο το οποίο σε συνδυασμό με τις απαραίτητες -και εξίσου μαύρες- γόβες, φοριέται σε γάμους βαφτίσια και κηδείες.
Εσωτερικά χαρακτηριστικά
Ευφυέστατη σε οποιοδήποτε ζήτημα ερωτικής φύσης,καλός χειρισμός των λέξεων και δύο συγγραφικές απόπειρες εν εξελίξη,επιβάλλεται με την προσωπικότητά της άνετα, επιλέγει την ένταξή της μόνο σε ομάδες υλιστικής ισχύς, είναι πολυγαμική και ως εκ τούτου έχει έντονο παρελθόν,είναι λάτρης της ηλεκτρονικής μουσικής (πάντα την κορόιδευα για αυτό) – φωτεινή εξαίρεση αποτελεί το αγαπημένο της συγκρότημα Portishead. Παθιασμένη χρήστρια κοκαϊνης,πατέρας στρατιωτικός,έχει σπουδάσει ψυχολογία σε ιδιωτικό κολέγιο,έχει κάνει ένα διδακτορικό στη Γαλλία , μιλάει 2 γλώσσες,έχει δύο αδέρφια-αγόρι,κορίτσι- και θα μπορούσε να είναι λεσβία.
Ερωτικό συμπέρασμα τύπου #3
Ο έρωτας μαζί της, αξίζει μόνο για την ορμητική χάρη της αρχής του.
ΓΥΝΑΙΚΑ #2
Εξωτερικά χαρακτηριστικά
Ξανθά μακριά και ελαφρώς κυματιστά μαλλιά..Διαπεραστικό καστανοπράσινο βλέμμα.Αδρές ζάρες κάτω από τα βλέφαρα, χάνονται και εμφανίζονται ξανά ως γραμμές γοητείας γύρω από το,σαρκώδη χειλιών,πονηρό στόμα της. Σώμα λεπτό, αέρινο, ψηλό, με σχεδόν ανύπαρκτο στήθος,ολόλευκο ασθενικό δέρμα αθωότητας, μακριά νευρικά δάχτυλα χεριών .Ρουχισμός θυληκότητας, σάλια,πλεκτά πουλόβερ, φαρδιά μονόχρωμα βαμβακερά πουκάμισα, λινές παντελόνες, μαύρες δερμάτινες μπότες,φλάτ παπούτσια απλής γραμμής και ανατομικά. Ελαφρώς γαργαλιστικά αρώματα αναδύονται από τους κρυμμένους λοβούς των αυτιών όταν τα πάντα φρεσκολουσμένα μαλλιά της κουνηθούν στιγμιαία από τη θέση τους και οσφρηθείς αρκετά κοντά τους. Καρποί χεριών γεμάτο ασημένια σκαλιστά βραχιόλια και πολύπλοκα αλυσιδωτά σκουλαρίκια ανάλογου ύφους, που παραπέμπουν σε αρχαιοελληνική αισθητική των μαιάνδρων, έξοχα συντεριασμένα με την ευγενική της εικόνα.
Εσωτερικά χαρακτηριστικά
Χριστίνα. Πιανίστα,ένα ταλέντο κρυμμένο καλά πίσω από την μισσαλοδοξία των αρχόντων της μουσικής κουλτούρας, με μια εκπληκτική σύνθεση στο βιογραφικό της, σήμα κατατεθέν του παράλογου δώρου της ζωής όταν μετά από ένα θλιβερό αυτοκινητιστικό ατύχημα και ύστερα από 13 μέρες κωματώδους κατάστασης στο νοσοκομείο, συνέρχεται ξαφνικά και αρχίζει να συνθέτει στο κρεβάτι, μανιωδώς, ένα κονσέρτο που ισορροπεί ανάμεσα στο ζωώδη ορυμαγδό της παράνοιας και την απόλυτη γλυκύτητα ενός ξαναγεννημένου πλάσματος. Προικισμένη γενναιόδωρα από τη φύση της,να φέρει με ζυγισμένη χάρη τον αισθησιασμό της θυληκότητας πλην όμως αρνηθεί κάθε στατικότητα του γενικού χαρακτήρα της Γυναίκας. Χωρισμένη, κακοποιημένη από τον πρώην της, μητέρα ενός χαρισματικού παιδιού,της Ελίζας,έχει αρπάξει τη ζωή από τα μαλλιά,κατακτώντας την πολύτιμη ανεξαρτησία της. Η Χριστίνα,έχει κλείσει δυο τρεις σημαντικούς κύκλους της ζωής της χωρίς όμως να αγγιχθεί από τον Έρωτα του Μοιραίου, αγνοώντας τα δομικά συστατικά στοιχεία κάθε ιστορικού γίγνεσθαι,αιτία που λειτουργεί είτε καταλυτικά,είτε ανασταλτικά στην διαμόρφωση των μεταγεγονότων της.Παραμένει ερωτικά, ουδέτερη.
Ερωτικό συμπέρασμα τύπου #2
Ο έρωτας μαζί της είναι σημαντικός,αρκεί να μην σμίξετε ποτέ.

ΓΥΝΑΙΚΑ #1
Εξωτερικά χαρακτηριστικά
Η Γυναίκα της φαντασίας μου,έχει διαβολικά ποθητή εμφάνιση, και από τη χρονική θέση που βρίσκομαι όντας στα 33,έτσι το θέλω: Στήθια στητά,που ισσοροπούν στο μεγάλο και στο μικρό ανάμεσα έτσι ώστε λίγο να εξέχουν από τις παλάμες . Τα μαλλιά της είναι μακριά κατάμαυρα μαλλιά και το αιχμηρό της βλέμμα με τα ολοστρόγγυλα επιβλητικά της μάτια, αναδύεται μέσα από ένα μελαγχολικό, λευκό, βρεφικό δέρμα και με κάνει να διερωτώμαι μόνο, για το αν ζω ή πέθανα.. Έχει πόδια λεπτά και δυνατά, που κρέμονται κάτω από τη δακτυλιδένια της μέση έτσι ώστε κοιτώντας την απλά, χωρίς να παρεμβάλλεται οτιδήποτε αφορά στο πνευματώδες του ζητήματος, με κάνει να θέλω να τραγουδήσω το backdoor man των Doors ή το Dance Me to The End of Love του Leonard Cohen! Τα χείλια της είπατε? Να φουσκώσουν στο σάλιο! Όμως, ξέχασα κάτι ακόμα: θέλω να έχει tattoo· μια μικρή, διακριτική πεταλούδα στη πλάτη της ή απλά μια νιφάδα χιονιού στο αριστερό της στήθος, λίγο πιο πάνω από την καρδιά.
Εσωτερικά χαρακτηριστικά
Η Γυναίκα της φαντασίας μου,είναι μια μάγισσα-Ποιήτρια. Μια θνητή που αρνήθηκε κάθε θεϊκό προνόμιο ανταλλάσσοντας τον ελιτισμό με περιπλάνηση. Μια ιέρεια του Έρωτα, μια πολεμίστρια των σεντονιών, εκείνη που κάθε φορά αναστέλλει τις ντροπές, παραχωρώντας τη θέση τους στη μοχθηρότητα της σάρκας. Η Γυναίκα της φαντασίας,
είναι ομίχλη ερωτευμένη μαζί μου. Εκείνη, δεν νοιάζεται για το Χρόνο, δε νοιάζεται για το ψέμα, τη λήθη ή την αλήθεια που οι άνθρωποι συχνά προσφέρουν μεταξύ τους. Αυτό που προέχει για εκείνη, είναι η περιπέτεια ενός μοναδικού σε αίσθηση ταξιδιού μέσα σε ωκεανούς εννοιών και συμβόλων πέρα από το καλό και τι κακό. Μόνο τέτοιες Αλήθειες ή Ψέματα την ενδιαφέρουν. Δεν πιστεύει στο θεό των μικρών πραγμάτων και όταν όλοι της μιλούν για το θεσπέσιο της απλότητας, ξερνάει από αηδία και φεύγει μακριά, ενθυμούμενη το ουρλιαχτό της έκπτωτης συνείδησης του δικηγόρου: δικαστή-μετανοητή του Albert Camus στη «πτώση»…
Ερωτικό συμπέρασμα τύπου #1
Ο έρωτας μαζί της, αξίζει για πάντα.

Ο

Μανία ερωτικής εξομολόγησης
Δε μιλώ για υστεροφημία…
ότι κρύβεται πίσω από τη λέξη «μπορώ»
Δε μιλώ με προθυμία
φευγαλέα σκιά τη Νύχτα κόβει στη Μέση
Δε μιλώ για εύκολη Ζωή
το θάρρος ημερήσιου τεμπέλη
Δε μιλώ με Πόλεμο
μιλά για Έρωτα ξεσκίζοντας τον
Δε μιλώ για Θεούς
θα μιλήσω!

Να χαρίζεις λουλούδι σημαίνει
να αφιερώνεις κάπου ένα ποίημα… και μετά να παλεύεις για αυτό…
για το ποίημα το ίδιο!
Ειδές το εξομολόγηση αν ντρέπεσαι τη ποίηση…
Μα ξέρε· η ντροπή κοκκινίζει κι ύστερα, κάτω σαν δάκρυ πέφτει…
Να η φωνή του διαβόλου:
το να ζούμε για πάντα μας στερεί….
μας επιτρέπει να ερωτευθούμε κάποτε για λίγο…
το δικαίωμα της ύπαρξης σε όλους τους αγέννητους, για
πάντα ερρέτω… «εγώ», που μην ακούσετε, αλλιώς μ’ αντάλλαγμα μια
χούφτα ανθρώπων, χαμένων στον εαυτό τους, σας έρχομαι!…

Πίσω από κάθε αντίφαση κρύβεται η ουσία,
πίσω από την ουσία η ύπαρξη, πίσω από την ύπαρξη η αντίφαση…
…: πόσοι κύκλοι Ύπαρξης υπάρχουν?
… Πόσοι κύκλοι αντιφάσεων?
… Πόσοι κύκλοι ουσίας?
Σε πια δύση, σε πια ανατολή οδηγεί αυτός ο λαβύρινθος?

Τι σημασία έχει αν Ξημερώνει ή αν Νυχτώνει
όταν η Καρδιά χτυπάει γυμνή, χωρίς Σώμα, στις ερημιές?
Ο κόσμος όλος μπορεί να χωρέσει στην άκρη του ενός δάχτυλου…
Πίεσε: Κοιτάς το πυροτέχνημα των ηδονών …

«Πρέπουμε ορμώντας!» , Αγκυροβολούμε : Ορμέ-ω! Στεριά!
Πίεσε!
Να ουρλιάξεις,
τι θα ουρλιάξεις?
Nα απλώνεσαι, παλμός να γίνεσαι, κύμα-Σώμα,
ΣΤο Αίτημα της Ζωής : Νύχτα η Μέρα Κοιμάται και Μέρα η Νύχτα
ονειρεύεται»
μεταμορφώσου σε πύρινο άστρο! Επινόησε το φως!
Θέλω να κυριευθείς!
Θέλω ν’ αφεθείς!
χωρίς ελέγχους!

Μόνο μουσική μόνο βλ-αίμα!

Κάτι τέτοιο είναι εφικτό?
Μάθε να κυριεύεσαι!

Χυμένος ανεπαίσθητα στην έλξη υγρών ματιών ,
απαγορευμένη Γνώση σώματος χύνεται…
Γυμνό, στα μωβ της Νύχτας,
εκεί που τα χάδια σε λυκόφως ξεπλένονται, χάνεται !
Δροσερός Αέρας Χωρίς Ίχνη, μέσα από πλάτανους περνώντας,
αλήτης, νάρκισσος και ζιγκολό … ψάχνει… ξεγλιστρά από
παγιδευμένους φθόγγους σε μια μουσική που δεν ακούει
προσευχές.
Αρσενικό Μόνο… Ψάχνει… τη Μήτρα της Μοναξιάς Ψάχνει.
Το δηλητήριο…. το περίεργο της Σάρκας…
Το μονοπάτι της Ζώσας Τέχνης!

Αγαπημένοι εχθροί : γερνάμε!

Ακρυλική αφή, παγωμένη η φιγούρα του Sabato λικνίζεται.
καταστρέφει τα γραπτά του από φόβο ότι «…δεν είναι…»
Ακρυλική βαφή! Γρήγορα! Στεγνώνουμε! Γρήγορα!
Μαφία τυφλών τα παζάρια της όρασης
ή τι άλλο απέμεινε από μια περιγραφή σκοτεινών δωματίων?
Αγία φαντασία ή όνειρα καίγονται,
Και ποια θερμή αγκαλιά μας περιμένει? Αλήθεια? Αύριο ?
Ω Ανάσες εσείς : να φτιάξετε μια Αγάπη από Ορμές τότε. Μπορείτε?

Όταν η Καρδιά χτυπάει το Κεφάλι λέει «Ναι!», αυτό οι υπαρξιστές το
ονομάζουν
αποκρουστική αντίφαση.
Κράτησε για λίγο αυτό το χέρι…
ορίζοντες της μοίρας διπλώνουν,
μέσα από λάθυρους σπέρματος και ουρλιαχτού κεντάμε σεντόνια που
ξετυλίγονται,
ο δειλός μίτος της Αριάδνης ξετυλίγεται: Συμπαθώ τον Μινώταυρο !
Ιδού το κίνητρο της μουσικής…. : Μια συνωμοτική Συμπάθεια μεταξύ μας!
Πέφτω να κοιμηθώ δίπλα Σου…
Ας συστηθούμε κάτω από ανύπαρκτα σεντόνια:

Όνειρα λευκών κύκνων, να χορεύεις γυμνή σε είδα
από κάθε στρυφνή αλήθεια του Χθες,
πάνω σε παγωμένες Λίμνες ελεύθερη να γλιστράς και να Χορεύεις… Μόνη!
Χρόνια 14, από παράθυρο σε κοίταξα…
Χρόνια 14, που μοναξιάς εφάνηκαν.
Ήθελα να καταπιώ εκείνο τον αλλόκοτο πόνο,
κάθε θλίψη να γίνει ΄Ηλιος, να περιστρέφομαι για Πάντα
στο Φως του εγώ, πλανήτης και Ζώδιο Κακό που είμαι… γιατί
ικέτης και τρελός Προφήτης ντύθηκα, την προσευχή της Ερήμου
ψέλνοντας
… το Μέλλον του Χαμού Ποτέ να μην έρθει
τα στήθη του όσιου να βυζάξει !
«Πρέπω να Θέλω», μεθύσω που θέλω, πίνοντας και ριγώντας
όλους τους χυμούς των όμορφων λέξεων,
«Πρέπω να Θέλω», λιώσω από Θάνατο, Αγαπώντας Σε…
να καταπιώ δάκρυα…. στην αθέατη όψη
αυτών που υποκρίνεσαι! …«Πρέπω να Θέλω»
Χορεύεις! Στα μετάξια της φλογερής μάσκας χορεύεις!
Χιτώνες κρεμασμένοι κάτω από τα μπράτσα,
Φτερά Ονείρου πάλλονται, δονούνται, τρεμοπαίζουν…
Χορεύεις! Καρποί χεριών λικνίζονται, συσπώνται
Όμορφο Κεφάλι κρύβεται, πίσω από τη φλέγουσα χρυσοκέντητη κόμη
κρύβεται…
Αγκώνα Γωνίες, εκστατικό αμβλύνοων της Νύχτας τραγούδι,
χαμηλώνοντας τη μέση λυγίζει στα υψωμένα χέρια
η λατρεία ικέτη που γονατίζει μπροστά σ’ έναν βουβό ουρανό που
ξέρει πως δεν έχει
βάθος…
ένας αιώνιος Πάγος θρυμματίζεται!
Επιτέλους βυθίζεσαι! Χορεύεις!

Λοιπόν Αγάπη μου? Εδώ,καταμεσής του ονείρου μας ,
Εδώ καταμεσής των παραισθήσεών μας,
Εδώ, καταμεσής του Δρόμου μας,
τι χρώμα, τι Γεύση και τι έλξη
τα μάτια Κοιτούν?
Θέλω να πιω στα χείλη το μηδέν, είμαι η εξαλκωμένη του μανία!

ζάλη σε ζάλη δίνης μέσα που Ρωτά: «Σε μιας όασης λιμνόνερα,
μιας λύπησης ολκής βαλτόνερα,
πότε ο Φόβος θα γίνει οργασμός
και πότε θα γίνουμε…Πάνθηρες?

Λοιπόν Αγάπη μου? Μπορείς να τρέξεις πιο γρήγορα ?
Βάλε το μακιγιάζ, γίνε Όμορφη. Τρέξε!
Καθρέφτης, μια προβολή, μια τακερή ματιά του Βάλτου?
Σπάσε τον καθρέφτη. Τρέξε!
Ακρυλική αφή, η παγωμένη φιγούρα του Sabato λικνίζεται.
καταστρέφει τα γραπτά του από φόβο ότι «…δεν είναι…» Τρέξε!
Ακρυλική βαφή! Γρήγορα! Στεγνώνουμε! Γρήγορα!
Πως, δυο Καθρέφτες σαν κοιτάζονται, το άπειρο γεννιέται. Τρέξε!

Ο

Η ιστορία με τη γυναίκα τύπου #3 και που, για αιτίες που αφορούν στην κομψότητα και τους τύπους του ζητήματος, θα ονομάζω Έλλη, ξεκινάει την μέρα έναρξης των ολυμπιακών αγώνων ,στο ιστορικότερο τμήμα της πόλης, την Πλάκα και τον Ψυρρή. Εκείνη τη μέρα, τα μικρά στενά σοκάκια της ευρύτερης περιοχής, σφύζουν από ζωή. Οι τουρίστες τα επισκέπτονται, έρχονται σε επαφή με τη μήτρα του δυτικού πολιτισμού κατά κάποιο τρόπο και, «τη βρίσκουν» αφού τους έχει δημιουργηθεί η πεποίθηση πως βρίσκονται στον χρονικό κόμβο της δυτικής ιστορίας. Οι Αθηναίοι ευλογούν τα ιστορικά τους γένια . Πανηγυρίζουν με τη μέθοδο της απόλυτης απομάκρυνσης. Βρίσκονται στα νησιά του Αιγαίου για διακοπές, μακριά από την ολυμπιακή παράκρουση της παγκοσμιοποιημένης Αθήνας. Οι διψώντες για διεθνικό έρωτα, τα λεγόμενα Greek-καμάκια,έχουν υπερφορτώσει το εγκεφαλικό τους σύστημα στο βωμό του αδιάκοπου φλερτ και δεν ξέρουν που να στοχεύσουν. Κάθε ώρα και στιγμή πετάγεται από την επόμενη γωνιά του δρόμου, ένα εξωτικό θηλυκό από την άλλη μεριά του πλανήτη, αλλά «τη βρίσκουν» όπως υπαινίσσεται και η αργκό των παλιών καρδιοκατακτητών. Τα μαγαζιά και τα πολυκαταστήματα στο κέντρο της Αθήνας δουλεύουν υπερεντατικά για να πετύχουν αυτό που λέγεται τζίρος και τη «βρίσκουν» και αυτά. Ένα παγκοσμιοποιημένο και ως εκ τούτου γεμάτο υπερβολές και γραφικότητα μυστικό δίκτυο πληροφοριών έχει στηθεί στην Αθήνα, τέτοιο που η μυστικότητά του φέρνει λίγο σε Καζανμπλάνκα και λίγο στο 1984 του Orwell. Βέβαια, όλοι αυτοί καημένοι μπάτσοι τα έχουν χάσει εντελώς, γιατί δεν ξέρουν ποιον και γιατί παρακολουθούν και αυτοί είναι οι μόνοι που «δεν τη βρίσκουν». Γενικότερα, όλοι είναι επί ποδώς πολέμου. Και φτάνουμε στην πολύτιμη φιγούρα μου αγαπητέ, όπου μαζί με 2 φίλους 3 μέρες πριν, έχουμε κατορθώσει να αγοράσουμε τόση ποσότητα κοκαΐνης, όση να κάνει ένα σύνταγμα πεζικού να κατακτήσει το κόσμο 7 φορές, λες και είμαστε ακόμα έφηβοι.. Ναι, ναι εμείς ανήκουμε σε αυτούς που «τη βρίσκουν» κυριολεκτικά! Εκείνες τις δυο μέρες μέχρι και την μέρα τελετής έναρξης σνιφάραμε σαν τρελοί, πίναμε ότι αλκοόλ βρίσκαμε μπροστά μας και φλερτάραμε ασύστολα άντρες και γυναίκες. Εξάλλου ο έρωτας ανήκει σε όλους και πάντα πετάει ψηλότερα απ`όλα…. Μα, ήταν τέτοια η ένταση και η ελευθερία της δράσης μας, που τη Παρασκευή το απόγευμα, κυριολεκτικά άνοιξαν τα σπλάχνα της γης για να μας καταπιούν, ξερνόντας μας ταυτόχρονα σε διαφορετικές χωρικές θέσεις.΄Ετσι αγαπητέ, βρέθηκα μαζί με δύο άλλους φίλους σε ένα αμάξι, μεσάνυχτα πια, να κατευθυνόμαστε προς Ψειρή, εκεί που όλα συνεβαίνανε… Και ιδού :μπαίνω σε bar με όνομα zanzibar, πειράζω όποια γυναίκα δω, χωρίς να με πολύ ενδιαφέρει αν συνοδεύεται ή όχι, οπλισμένος με το σύγχρονο παλαβό χαμόγελο της οικειότητας πέρα από το Χρόνο, να χορεύω στη μουσική, να τριπάρω σε ψυχεδελικά οράματα, να κατακεραυνώνω χλευάζοντας την κατάντια των μοντέρνων ολυμπιακών αγώνων… και τότε ξαφνικά, νιώθω ότι θέλω να πάω στη τουαλέτα, να κατουρήσω, να ξεράσω,να …να….να … και πάω… και ο ώμος μου συγκρούεται ελαστικά με έναν άλλο… και λόγω αυτής της , από αηδία και από οργασμό κεκτημένης ταχύτητας, χωρίς καν να προσέξω για τα ποιος ή τα τι, μοιρασμένος λίγο στον έρωτα και λίγο στην ευγένεια ενός δοτικού φίλου, σπεύδω να δικαιολογηθώ :
-Ω, συγγνώμη, ήταν τυχαίο…
-΄Οχι,μου λέει,ήταν μοιραίο..
-Me Greek!You?(αυτή η ατάκα που εκείνη τη περίοδο έπιανε μόνο σε ελληνίδες)
-Τι έγινε αγοράκι?Δεν έπιασε το καμάκι με τις άλλες και ήρθες σε εμένα?
-Α!ώστε με παρακολουθούσες, απαντώ και βάζουμε τα γέλια…Πάω να «ουρήσω» και έρχομαι να εξηγηθούμε…απαντώ με στόμφο .
-Ποια είσαι? τη ρωτάω επιστρέφοντας από την τουαλέτα. Η αλήθεια ήταν ότι ρώτησα κάπως αδιάφορα γιατί βρισκόμουν σε μια δύσκολη κατάσταση μεταξύ πνεύματος και οινοπνεύματος, όμως, μπόρεσα να διακρίνω μια μακριά εντυπωσιακή κόμη, γεμάτο καστανόξανθες ολοστρόγγυλες μπούκλες που κρέμονταν και παλινδρομούσαν σα ξελογιασμένα μηδενικά..
-Έλλη, ανταπαντάει εξίσου αδιάφορα. Ακολουθεί μια παύση ροής και τότε αλλάζω ρότα και ξεκινώ ελιγμούς τακτικής.
-Εγώ είμαι ο Dive, ευχαριστώ που ρώτησες. Βέβαια, όταν οι λέξεις αστοχούν αγαπητέ φίλε, η θύμηση που είναι το όριο τους συντρίβεται κι αυτή. Τότε, αν και μόνο τότε πρέπει να αποφευχθεί η σιωπή, η μόνη σωτήρια οδός είναι εκείνη του χιούμορ. Διεισδύει μέσα στις λέξεις, τις εμψυχώνει και τότε οι ήχοι παίρνουν την εκδίκησή τους. Όπως ήταν φυσικό χαμογέλασε.
-Δεν έχω ξανακούσει τέτοιο όνομα.
– Τότε ίσως καλύτερα να με λες Leo ή ακόμα πιο προσιτά: «μικρό»…
-Τα έχεις κλείσει τα δεκαοχτώ «μικρέ»?
-Το προσπαθώ εδώ και αιώνες Έλλη αλλά δεν μ’ αφήνει η Κόλαση.
-…
-Προφανώς ελπίζω να είσαι ένας Παράδεισος…Αυτό εννοούσα.
-Κόλακα!
-Ορίστε, εγώ σου είπα κάτι καλό και συ άρχισες αμέσως τις παρεξηγήσεις. Τουλάχιστον θα ήθελες να μου πεις κάτι δικό σου, με τι ασχολείσαι ίσως, αν επιτρέπεται, δεν ξέρω επιτρέπεται?
-Μελετάω το Χρόνο, είπε με ήρεμη και σταθερή φωνή… Έμεινα άναυδος. Τέτοια απάντηση από γυναίκα, ειδικά από γυναίκα, δεν την παίρνεις κάθε μέρα. Για την ακρίβεια, τέτοια ποιότητα και έκφραση απάντησης σπανίζει γενικά. Και τότε σηκώνω το κεφάλι αργά, τη κοιτώ προσεκτικότερα… και… ένας καταρράκτης χρωμάτων με βουτάει από το γιακά και με στέλνει κατευθείαν στο κέντρο των πυρηνικών της ματιών.. μα ξέρετε, τα περισσότερα ραδιενεργά υλικά έχουν πράσινο φωσφορίζον χρώμα, όπως ακριβώς και τα μάτια της Έλλης … Η βραδιά τελειώνει γρήγορα και η Έλλη πρέπει να φύγει. Φεύγει. Μένω. Ξαφνικά βγαίνω πανικόβλητος από το bar. Την ψάχνω. Τη διακρίνω μέσα στο πλήθος. Τρέχω να τη φτάσω. Είναι μαζί με μια άλλη κοπέλα που ούτε είχα προσέξει.
-Συγγνώμη, ουφ, νόμιζα ότι σε έχασα…ουφ…ε, μπορώ να απασχολήσω για ένα λεπτό τη φίλη σου? Ε, Έλλη θέλω πολύ να κρατήσουμε επαφή, ο Χρόνος, τα μάτια σου… οι επιστήμες… η Τέχνη… εγώ… εσύ… να σου δώσω το τηλέφωνό μου?
Το επόμενο πρωί , συνέβη κάτι ανεξήγητο και αληθινά πρωτόγνωρο για μένα. Το τηλεφώνημα ενός νυχτόβιου φίλου, του Άγγελου, με ξύπνησε!
-Ακόμα κοιμάσαι ρεμάλι? Έρχομαι να σε πάρω να πάμε για μπάνιο! Είπε με φυσικότητα. Μου φάνηκε ύποπτο.
-Οι δυο μας? Θα βαρεθούμε… Δεν αντέχω άλλο να μιλάμε για την οκταπλή οδό και πως θα βρούμε τρόπο να αποκόψουμε την επιθυμία για να τσακίσουμε τον πόνο…
-…πάρε και καμιά φίλη σου. Ευκαιρία είναι. Τόσες ξέρεις! -μα τι ήθελε κι αυτός από μένα, αναρωτήθηκα. Ωστόσο, σηκώθηκα από το κρεβάτι, πήγα στη κουζίνα, έφτιαξα καφέ, στο τέλος χάλασα τη καφετιέρα, επέστρεψα στο υπνοδωμάτιο, εντόπισα το τηλέφωνο και άρχισα να καλώ διάφορες. Καμία απάντηση. Όλες κοιμόνταν ή με αποφεύγανε, σκέφτηκα με έναν κάπως μετριασμένο βαθμό καχυποψίας και γύρισα να πέσω στο κρεβάτι ξανά. Εκείνη τη στιγμή, από τη χαραμάδα του παραθύρου παρατήρησα το λιγοστό φως που τρύπωνε σαν το κλέφτη από τη σχισμή του, μέσα στο διαμέρισμά . Για μια στιγμή νόμισα πως στο διπλανό κτίριο είχε πιάσει φωτιά και έτρεξα να ανοίξω τα παράθυρα να δω. Έσπρωξα τα παραθυρόφυλλα πίσω και, σας λέω αγαπητέ μου, αυτό που αντίκρισα ήταν πρωτοφανές. Απίστευτο!

«ΦΩΣ»

Ο ήλιος στεκόταν ψηλά, αδιάντροπα ψηλά. Κίτρινος, κατακίτρινος όπως οι πολύτιμοι θησαυροί, περίλαμπρος και προσεκτικά χυμένος στο κέντρο ενός απέραντου γαλάζιου σεντονιού, μοσχοβολούσε γιορτή σκορπίζοντας ζωντανό χρυσάφι σε όλο το κόσμο. Για μια στιγμή νόμισα ότι επρόκειτο απλά για ένα υπέροχο όνειρο ή για μια ονειρική πραγματικότητα. Αν επρόκειτο απλά για τη δεύτερη περίπτωση, σίγουρα θα ήταν ένας αθόρυβος θάνατος που ήρθε γλυκά και με πήρε στον ύπνο και που σαν τελευταία του ευχή δεν είχε άλλο από το να φυσήξει απαλά στο κενό της ψυχής μου για να κεντήσει τα σάπια μου όνειρα με υλικό ανυπέρβλητων Παραδείσων, αλλά τελικά, μια τεράστια ποσότητα νερού ήρθε και προσγειώθηκε ξαφνικά στα μούτρα μου. Έτσι ένιωσα τι στα αλήθεια σημαίνει πτώση. Μα αυτά είναι λογοτεχνικές ρητορείες. Ήξερα πως δεν ήμουν στον Παράδεισο, αλλιώς γιατί υπήρχε μέσα μου η ελπίδα? Ήμουν ξύπνιος. Από το διπλανό, παραπλήσιο μπαλκόνι, μια νεαρή κοπέλα πότιζε τα λουλούδια της με το λάστιχο. Το ελαφρύ της νυχτικό, έτσι όπως τα ποδαράκια της αποκαλύπτονταν ιερά μέσα από το ανθηρό ροζ χρώμα, το ιδρωμένο της δέρμα που γυάλιζε στο φως και οι μικρές παχιές σταγόνες νερού που λαμπύριζαν αδιάντροπα σαν σμήνος αστεριών επάνω στο σώμα της, ο τρόπος που με κοιτούσε και γελούσε χαχανίζοντας παιδικά, τα πουλιά που κολυμπούσαν στην ανάποδη θάλασσα, τα φρούτα του μπακάλικου κάτω στο δρόμο, … όλα χόρευαν στα χρώματα, ερωτοτροπούσαν τα πάντα και δεν ήταν όνειρο, γιατί συμμετείχα σε κάτι που δεν μου άνηκε. Και να γιατί ήλπιζα.. Ήθελα ν’ αρπάξω τη γεύση του πρωτοτύπου, να νιώσω στην άκρη της γλώσσας μου την ύπαρξη του θεού. Δεν ήμουν μέσα στο Παράδεισο. Ήμουν απέναντί του. Τον κοιτούσα κι αυτό όπως ξέρετε πολύ καλά εσείς, ισοδυναμεί με την χειρότερη κόλαση. Μέχρι και η μυρωδιά του αέρα ήταν διαφορετική. Θα τολμούσα να πω ότι περιείχε φως κι αυτή. Θυμάμαι αγαπητέ μου, πόσο εντυπωσιασμένος ήμουν εκείνη τη μέρα, τόσο που ήθελα να βιώσω αυτή τη πρόσκαιρη χαρά μόνος μου γιατί εν τέλη, μπορεί να μην ήταν ο ανυπέρβλητος Παράδεισος, ήταν όμως δύο Παράδεισοι παρακάτω, το λιγότερο. Και να ένας έξυπνος τρόπος να διασκεδάσει κανείς τη πείνα του. Μιλά εκ του αντιθέτου. Δε μιλάει για μια κόλαση, αλλά για έναν Παράδεισο που δεν είναι.
Αγαπητέ φίλε: είμαι ένας άριστος εγωιστής. Σπάνια μοιράζομαι με κάποιον άλλον άνθρωπο τις μύχιες σκέψεις. Αυτό συνέβη και τότε. Δεν θα μοιραζόμουν με κανέναν τις ανώτερες διαπιστώσεις μου. Εξάλλου, γνώριζα καλά, αν επιχειρούσα να το εξομολογηθώ σε κάποιον, θα με περνούσε για θλιβερό ψεύτη το λιγότερο. Όχι ότι θα με απασχολούσε η γνώμη κάποιου άλλου που δεν είμαι εγώ, απλώς να, όλη αυτή η δυσπιστία θα με αποπροσανατόλιζε και δεν θα απολάμβανα το προσωπικό μου θαύμα, έτσι όπως ταιριάζει σ`ένα Ποιητή, με ορμή και οίστρο. Θα έπρεπε να φερθώ με φυσικότητα, να προσποιηθώ ότι δεν συντρέχει σοβαρός λόγος, πως δεν χρειάζεται να δίνουμε περαιτέρω σημασία για κάτι που ισοδυναμεί με το τίποτα και απλά να απολαύσω το απροσδόκητο αυτό δώρο. Είχα γιατρευτεί? Δεν ξέρω. Για κάποιο αδιευκρίνιστο ακόμα λόγω, είχα υπερβεί την αρρώστια και μαζί, ολόκληρη τη θέληση της φύσης μου! Έμεινα κάμποση ώρα αποσβολωμένος, συνεπαρμένος από όλο αυτό το θαύμα που συντελούνταν μπροστά στα έκπληκτα μάτια μου, προσπαθώντας να κατανοήσω, να συνηθίσω αυτές τις νέες αισθήσεις και τότε θυμήθηκα τον Άγγελο. Θα ερχόταν από στιγμή σε στιγμή. Μα βέβαια, άξιζε να έρθει. Μου δινόταν η ευκαιρία να εξερευνήσω ένα νέο κόσμο, πολύ πιο διαφορετικό από εκείνον της αιώνιας νύχτας. Θυμήθηκα την κοπέλα που γνώρισα το προηγούμενο βράδυ. Αυτήν θα προσκαλούσα μαζί μας. Δεν με γνώριζε σε καθημερινή κλίμακα, οπότε δεν θα έδινα τόσο, την εντύπωση του αλλόκοτου γεγονότος, από την μεσημεριάτικη αυτή πρόσκληση που θα της έκανα.. Έτσι αποφάσισα να της στείλω ένα ψυχρό και αδιάφορο sMs : «ΕΛΛΗ,ΕΙΣΑΙ ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΤΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ, ΓΝΩΡΙΣΤΗΚΑΜΕ ΧΘΕΣ ΚΑΙ ΕΧΩ ΜΙΑ ΠΡΟΤΑΣΗ ΝΑ ΣΟΥ ΚΑΝΩ.ΘΑ ΠΑΩ ΓΙΑ ΜΠΑΝΙΟ ΜΕ ΕΝΑΝ ΚΟΛΛΗΤΟ.ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΥ ΟΜΟΡΦΑ ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΠΑΜΕ.ΠΕΣ ΝΑΙ!». Απάντησε θετικά στο μήνυμα και δώσαμε ραντεβού. Α,σα να το ζω τώρα, εδώ μαζί σας:
Στο δρόμο για τη παραλία, τη κορτάρω αδιάκοπα. Πάντα υπονοώ τη στύση, ακυρώνοντας το χυδαίο με αθωότητα. Επιστρατεύω τα πάντα, όλα τα κόλπα της Νύχτας. Το τραγούδι που ακούγεται ρωτάει «Αre you gonna be my girl?» και εγώ γυρνώ στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου και το επαναλαμβάνω με εκείνη την αφέλεια βλέμματος που πάντα πρέπει να συνοδεύεται με ένα ενοχικό πλην γελαστό μειδίαμα, κοιτώντας την βαθιά, ίσια στα μάτια. Πιστέψτε με, κάθε γυναίκα ερωτεύεται τις ιδιοτροπίες του χώρου και τον χορό των εικόνων. Παρουσιαστείτε ενώπιόν τους, ως επιβήτορας με παιδική καρδιά και ποιητική καταγωγή που όμως σιωπηλά θα αφήσετε να εννοηθεί ότι έχετε και, θα είστε στην ευχάριστη θέση να κερδίσετε όποια θέλετε αν όχι να κερδίσετε τουλάχιστον ένα κρεβάτι με αυτήν που επιθυμείτε. Έτσι και εγώ. Εκείνο το μεσημέρι,και ακούστε τι λέω γιατί είναι μια από από τις σπάνιες φορές που θα με ακούσετε να σας μιλώ για μεσημέρι,νιώθω ικανός να κάνω τα πάντα. Βγάζω το κεφάλι έξω από το παράθυρο του αυτοκινήτου και απαγγέλω τα :
«Είμαι η ονείρωξη της μέρας, τα στήθη του ήλιου καίνε μέσα μου, τα στάχια, η χλόη, όλα κυλιούνται στο σάλιο μου, Αίμα του Χρόνου ο έρωτας και κάτω από τις πόλεις, η καλύτερη μεταμφίεση, είμαι Εγώ!» Η Έλλη χαμογελάει κάπως αμήχανα, κρυμμένη πίσω από τα τεράστια μωβ γυαλιά της, αλλά προσπαθεί να μην το δείχνει. Από την άλλη, φαίνεται γυναίκα που έχει περάσει αρκετά και παράλληλα, μπορεί να απολαμβάνει το ερωτικό παιχνίδι.Ο ΄Αγγελος οδηγεί το αυτοκίνητο και χασκογελάει συνωμοτικά. Με ξέρει καλά… Τελικά φτάνουμε στη παραλία. Παίζουμε σκάκι, διαβάζουμε το «Γάμοι Ουρανού και Κόλασης» του W.Bleak,ο ΄Αγγελος κοιτάει κάτι μικρούλες να παίζουν ρακέτες και ο ήλιος λάμπει….H Έλλη αποφασίζει να μπει στη θάλασσα… Έχει μικροκαμωμένο, ηλιοκαμένο, αλλά και πολύ ερωτικό σώμα. Την ακολουθώ… Παίζουμε στο νερό. Η δύναμη της βαρύτητας επενεργεί. Αρχίζουμε να στριφογυρνάμε κυκλικά,δορυφόροι ο ένας του άλλου και η απόστασή μας ολοένα και μειώνεται. Μουσική ακούγεται χωρίς να ακούγεται,το φόντο ολόγυρα,έχει χάσει τη συνεχή του υπόσταση, έχει διακριτοποιηθεί, ακριβώς όπως όταν κλείνετε τα μάτια πολύ σφιχτά και συγκεντρώνεστε στην εικόνα των βλεφάρων και βλέπετε όλα εκείνα τα μικρά σημειακά αστεράκια να χοροπηδάνε σα τρελά εδώ και κει και τη στιγμή που ορκίζεστε πως πρόκειται για εσωτερικά φωτόνια,το πρώτο φιλί γεννιέται στο νερό… και ο κόσμος δεν θα είναι ποτέ ξανά ο ίδιος… Αργότερα,έξω στην αμμουδιά, ο ΄Αγγελος είχε πει πολύ σοβαρά και στους δυο ένα πολύ προφητικό:
-Να προσέχετε πολύ εσείς οι δύο…αλλά κανείς δεν του έδωσε σημασία όπως ήταν φυσικό και συνεχίσαμε να σβήνουμε τα τσιγάρα μας στην άμμο.Ηρεμήστε οικολόγε μου. Σας διαβεβαιώ,τα μαζέψαμε μετά.
Το όλο θέμα με την Έλλη κράτησε περίπου τρεις μήνες. Ωστόσο, για τον υποφαινόμενο είχε τελειώσει κιόλας από τον πρώτο. ΄Ηταν μέσα Οκτώβρη, όταν ένα βράδυ αφού είχαμε κάνει έρωτα- να το ξέρετε φίλτατε, τα κομβικά σημεία σε μια σχέση, εμφανίζονται σχεδόν πάντα μετά το σεξ- μου ανακοίνωνε πως θα έπρεπε να μεταβεί στη Γαλλία για 14 μέρες ώστε να συμπληρώσει κάποιες διδακτικές ώρες ψυχολογίας στους μηχανολόγους μηχανικούς της Lyon,αν θυμάμαι καλά.»…14 μέρες απουσίας», σκέφτηκα μέσα μου. Η καλοκαιρινή ορμή θα κοβόταν στη μέση ακριβώς. Το όλο πράγμα δεν θα έδενε σωστά.΄Ηταν πολύ νωρίς για να συμβεί κάτι τέτοιο μα δεν γινόταν διαφορετικά. Σκόπευα να πάω μαζί της αλλά κάτι τέτοιο θα ήταν μάταιο. Είχα ανακαλύψει στην Έλλη, στοιχεία ενός εαυτού τα οποία δεν εκτιμούσα αλλά θαύμαζα. Στοιχεία που δεν τροφοδοτούσαν την αγάπη μου για εκείνη αλλά την ξέφρενη όλο θάνατο μουσική της σχέσης που δεν είναι άλλο από την ηδονή του τέλους. Το παιχνίδι του ανταγωνισμού και του ενδόμυχου υλισμού της όμως, ξεπηδούσε ως ανάγκη πλέον από μέσα της και κάτι τέτοιο με ακρωτηρίαζε συναισθηματικά. Ήταν πολύ εύκολο να διακρίνω επάνω της αυτά τα συστατικά. Το είδος μουσικής, ο ρουχισμός, οι συναναστροφές, οι επιδιώξεις για το μέλλον, συγκροτούσαν μία συναισθηματική βάση ενός αλλόκοτου, οξύθυμου και υπέρτατα νευρικού χαρακτήρα που σε καμία των περιπτώσεων δεν μου ενέπνεαν ελπίδα και πίστη για ένα κοινό μέλλον αλλά αντιθέτως, ερεθισμό και διάθεση για ένα ξεχειλωμένο παρών. Ο υλιστικός τρόπος ζωής πάντα έρχεται σε ρήξη με τον ιδεαλιστικό. Σας αρέσει αυτό που είπα βλέπω. Μην το υιοθετήσετε αμέσως. Μπορεί και να ψεύδομαι για τα γούστα μου. Πάντως το σίγουρο είναι πως εκείνη τη περίοδο φρόντισα να απασχολώ τον εαυτό μου με τα λεγόμενα «plan B», μεταφέροντας την απόδρασή μου στη σιωπή προς την Έλλη. Δεν έπρεπε να βρεθώ ξεκρέμαστος αν κάτι πήγαινε στραβά μαζί της γιατί τότε η ευαίσθητη και αρκετά ταλαιπωρημένη καρδιά της ψυχής, θα κατέρρεε στην άβυσσό της. Για τούτο, δηλαδή για καθαρά αιτίες άμυνας και μόνο, με διαπερνούσε μια γιγαντιαία ερωτική βουλιμία, που λειτουργούσε ως πυξίδα των πράξεων , και σας πληροφορώ δεν ένιωθα καμιά απολύτως ενοχή για αυτό. Η συναισθηματική μετάβαση από εκείνη , ήταν θεμιτό να γίνει με ομαλό τρόπο, να μην υπάρξει κάποιο διάκενο στη σεξουαλική μου ζωή το οποίο θα με έκανε να χάσω τον έντονο ρυθμό και την ικανότητα του να μπορώ ανά πάσα ώρα και στιγμή να προσεγγίζω το θηλυκό με αρκετά καλή πιθανότητα επιτυχίας. Για μένα τουλάχιστον, ήταν θέμα ζωής και θανάτου αφού τόσο η σεξουαλική όσο και η ερωτική μου ζωή, ήντουσαν οι μόνες κατά τη γνώμη μου, υγιείς ασχολίες που είχα. Εντέλει,αν το θέλετε και διαφορετικά,δείτε το και ως στυγνή δικαιολογία ,είναι άδικο να υφίσταται το σεξουαλικό ρατσισμό ο άντρας. Η γυναίκα έχει συνηθίσει να δέχεται ή να απορρίπτει με ευκολία προτάσεις, παραμένοντας απαθής στην θέση της, ενώ ο άντρας, ειδικότερα στη περίπτωση που δεν είναι απροκάλυπτα όμορφος και αρρενωπός, χρειάζεται να προσπαθήσει πολύ, να κινηθεί πάνω κάτω με ταχύτητα, να μπορέσει αν μη τι άλλο να πλάσει το ερωτικό του δίχτυ για να εκτονώσει την σεξουαλική του ορμή. Δεν έπρεπε να ναρκωθώ από την ύπαρξη και μόνο της όμορφης Έλλης. Οι νόμοι της αισθητικής και άρα του ποθητού, είναι πολύ περισσότερο με το μέρος μιας γυναίκας παρά με του άντρα. Η στυγνή πραγματικότητα ήταν πως ήμασταν αναγκασμένοι, να υποστούμε μια βάρβαρη και απότομη σχάση για 14 μέρες. Κατά βάθος, γνωρίζαμε και οι δυο πολύ καλά ότι το ενδεχόμενο τέλος που κάπου κάπου συζητούσαμε τεμπελιαζοντας στο κρεβάτι, τώρα πια ίσως να μην έμοιαζε τόσο αναπόφευκτο ή μακρινό ως πιθανότητα.. Αφήστε που φοβάμαι τις πτήσεις με αεροπλάνο. Τα ύψη μου προκαλούν ίλιγγο… Τα σιχαίνομαι.
΄Ενας φίλος ο Claudio είχε πει πάνω σε ένα μας μεθύσι, ότι ο έρωτας είναι ασθένεια. Σε περιζώνει σαν καρκίνωμα και ύστερα αρχίζει να πιέζει ασφυκτικά σε μια αγκαλιά θανάτου, μέχρι να βγουν τα σωθικά έξω! Δεν ξέρω, μπορεί να έχει δίκιο, μπορεί και όχι. Αν επιχειρήσουμε να αναλύσουμε τον έρωτα σε επιμέρους κομμάτια προκειμένου να τον ελέγξουμε… να μιλήσουμε δηλαδή για την ερωτική συμπεριφορά του έρωτα, να την προβάλλουμε πάνω στα πράγματα που είναι επίκτητα και όχι έμφυτα… να ελέγξουμε τον έρωτα…. αλλά τι έρωτας θα είναι ένα τέτοιο κατασκεύασμα? Γιατί αν είναι έτσι, ε τότε καλέ μου, είμαι ερωτευμένος με τον υπολογιστή, το ψυγείο και το μίξερ. Προσοχή, σας υπενθυμίζω ότι συζητάμε για τον έρωτα και όχι για την πίτσα που παραγγέλνεις το βράδυ βλέποντας τον αγώνα με τους φίλους.
Κατά τη διάρκεια της απουσίας της ,ξέχωρα από την ατομική μου «ερωτική ζωή-plan B»-ναι βεβαίως και υπήρχαn plan-B στα plan-B,αρχίζω να βγαίνω με τον αδερφό της ,που χωρίς να είναι άξιο λεπτομερούς αναφοράς, μεταμορφωθήκαμε σε ένα εκπληκτικό δίδυμο φωτιά, το οποίο έκανε τις γυναίκες να σαστίζουν αν όχι να ιδρώνουν, εξαιτίας εκείνου του απροσδιόριστου διαβολικού χαμόγελου που φύτρωνε ακριβώς στις ρίζες των χειλιών μας,υποσχόμενο έναν έρωτα χωρίς προηγούμενο, υπονοώντας τους την ψευδή εντύπωση ό,τι εμείς, θα πετύχουμε εκεί που όλοι οι άλλοι απέτυχαν. Σίγουρα αγαπητέ μου-και πάω στοίχημα για αυτό-ένα τέτοιο χαμόγελο, που ξεκινά από τα χείλια και καταλήγει στα βάθη του μέλλοντος, θα κόλαζε και την ίδια την παρθένο Μαρία στα όνειρά της.
Ένα βράδι γνωρίζουμε μια κοπέλα, μια όμορφη ευφυή ξανθιά που ακούει στο όνομα Ζωή. Τι όνομα και αυτό! Ο αδερφός της Έλλης,ας τον ονομάζουμε Αποστόλη, σχετίζεται μαζί της, δεν ήταν και πολύ δύσκολο δα, αφού αν ένα αρσενικό ανακαλύψει την αχίλλειο πτέρνα της γυναίκας, που συνήθως δεν είναι άλλο από το ματαιόδοξο, αυτοσκοπώ στοιχείο ενός κοινού μέλλοντος, τότε η γυναίκα αυτόματα πέφτει στην αγκαλιά του χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια. Φασισμός της γενίκευσης λέτε? Ίσως απαντώ εγώ. Λοιπόν φίλτατε ναι, όπως και να έχει, ένα νέο δυναμικό ομάδας αναδύθηκε στο άψε σβήσε. Η Ζωή τον ερωτεύθηκε λίαν συντόμως…. Μεγάλο λάθος για κείνη! Ο Αποστόλης είναι ένας άνθρωπος περίπου σαν κι εμένα. Λάτρης της κρυφής ζωής, της διπλής ζωής καλύτερα-εξάλλου, όλοι πάνω κάτω, τοποθετούμαστε σε τέτοιους κώδικες σιωπής -και βρίσκεται ηθελημένα, σε ένα ερωτικό τρίγωνο μέσα, με σημεία αυτού τη Βιολέτα, τη Ζωή και τον ίδιο. Μα ποια είναι η Βιολέτα θα αναρωτιέστε, ω θεέ μου, τι μπάχαλο αυτές οι διαπροσωπικές σχέσεις! .. Η Βιολέτα είναι η ερωτευμένη γραμματέας του εν γραφείο, νυν σύντροφός του τα τελευταία 7 χρόνια,εκείνη που έχει χτίσει κυριολεκτικά τον Αποστόλη ως διευθυντή ασφαλιστικής εταιρείας, και ενώ πάντα περιμένει το θερμό ευχαριστώ υπό μορφή βέρας ή κάτι τέτοιο, κατά τη διάρκεια αυτής της προσμονής,
αναλώνεται παγιδευμένη στα συναισθήματα της για τον Αποστόλη υπομένοντας καρτερικά όλες εκείνες τις συμπεριφορές ταπείνωσης προς το πρόσωπό της. Επιλογή της.
Κάποιο άλλο βράδι,ο Αποστόλης,η Ζωή και κάτι άλλοι φίλοι της υπόθεσης, βρίσκονται έξω για ποτό. Κάποια στιγμή οι δυο τους αρχίζουν και φιλιούνται παθιασμένα και εκείνη τη στιγμή ένα δάκτυλο χτυπάει «φιλικά» τον ώμο του Αποστόλη. Εκείνος γυρνάει και… αντικρίζει τη Βιολέτα… Μεγάλη πλάκα σας λέω. Οι τοίχοι αρχίζουν να γυρίζουν, το πάτωμα χάνεται κάτω από τα πόδια του, τα χρώματα μετατρέπονται σε χλωμό πράσινο. Η φάση της σκηνής του ζευγαριού που τσακώνεται έχει ήδη ξεκινήσει. Ο Αποστόλης φεύγει με τη Βιολέτα. Το επόμενο πρωί όμως, ο Αποστόλης οπλισμένος με την δεινή πειθώ του επαγγελματία πωλητή, παίρνει στο τηλέφωνο τη Ζωή και της εξηγεί ότι η Βιολέτα είναι μια τρελή που δεν τον αφήνει σε ησυχία πολλά χρόνια τώρα , πως κάποτε ήντουσαν μαζί για αρκετό καιρό. Συνέχισε λέγοντας ό,τι αν δεν έφευγε μαζί της την προηγούμενη μέρα, το μαγαζί θα γινόταν άνω κάτω και δεν υπήρχε λόγος αφού στο κάτω κάτω της γραφής είναι ένα καλό στέκι να πηγαίνει κανείς, να περάσει μερικές ευχάριστες ώρες. Μεταξύ μας, το μαγαζί παίζει χάλια μουσική, τα ποτά είναι μπόμπες και ακριβά, οι θαμώνες πέραν του ενδυματολογικού τους ενδιαφέροντος μοιάζουν με υπέροχα άδεια κουτιά και το μόνο που αξίζει εκεί μέσα εντέλει, είναι οι πορνό τοιχογραφίες με φόντο το εκκλησιαστικό ντεκόρ του μέρους. Τί ξέχασα? Α ναι,και το μαγαζί λέγεται El Pecado… αλλά τί τα θέλετε ? Από τη στιγμή που στο μαγαζί αυτό συχνάζουν πανέμορφες γυναίκες, αργά ή γρήγορα ο προορισμός όλων θα καταλήξει εκεί.
Ένα μήνα μετά, ο Αποστόλης χωρίζει τη Ζωή και μάλιστα την ίδια μέρα που εγώ χωρίζω με την αδερφή του την Έλλη. Μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν συνέτρεχε λόγος θανάσιμου μίσους με κανέναν. Αλλά, το βράδι εκείνο των χωρισμών, κάθομαι στο γραφείο μου γράφοντας ποιήματα, πίνοντας ρούμι και ακούγοντας jazz, όταν ξαφνικά χτυπάει το τηλέφωνο.
-Παρακαλώ?
-Leo ,η Ζωή είμαι. Δεν είμαι καλά, μην το πεις στον Αποστόλη αλλά δεν είμαι καλά. Δεν αντέχω. Σε χρειάζομαι, έλα σε παρακαλώ από το σπίτι μου επειγόντως. Είμαι χάλια.
-Καλά μην ανησυχείς, ηρέμησε. Έρχομαι,σε λιγάκι θα είμαι εκεί. Ήπια μια σταγόνα LSD, έσβησα βιαστικά το τσιγάρο , φόρεσα το πρώτο παλτό που βρήκα και έφυγα.
Φτάνοντας στο σπίτι, αντίκρισα μια τεράστια κλειδαριά να περιέχει μια μισάνοιχτη μικροσκοπική πόρτα. Πέρασα έκπληκτος μέσα από την κλειδαρότρυπα και έκλεισα την πόρτα. Η Ζωή ήταν σε μια πραγματικά άθλια κατάσταση. Ημίγυμνη, την είδα να φοράει κάτι κόκκινα εσώρουχά που μόλις εξείχαν από μια παλιά παντελόνα αλλά προς στιγμήν νόμισα πως τα ρούχα φοράνε τη Ζωή και η θλίψη που πρέπει να παρηγορήσω δεν είναι εκείνης αλλά των ρούχων της. Έτσι πήρα το σίδερο που βρήκα στη σιδερώστρα που βρισκόταν στο χολ και δίνοντας το στη Ζωή τη ρώτησα: «Στο πλυντήριο, μπήκες?» . Εκείνη, με κοίταξε σαστισμένη για μια στιγμή και ξαφνικά άρχισε να κλαίει… «Μη, μη το κάνεις αυτό, θα μαζέψεις και δεν θα φοριέσαι μετά! Σιδερώσου πρώτα και κλαις μετά!». Γέλασε και μετά ξανάβαλε τα κλάματα. Την κοίταζα με κατανόηση καθώς ήταν σκυμμένη πάνω στους αγκώνες στο χαμηλό τραπεζάκι του σαλονιού της- θυμίζοντας μου τον πρώτο πίνακα του θείου Sam, την ηθελημένη πείνα- μπροστά από ένα πιάτο με χαλασμένη ομελέτα ογκρατέν. Αυτή η ομελέτα θα πρέπει να βρισκόταν εκεί για αιώνες σκέφτηκα, αλλά μετά απάντησα στον εαυτό μου πως μια τέτοια εκδοχή θα πρέπει σίγουρα να είναι παράλογη γιατί καμία ομελέτα δεν αντέχει μόνη σε ένα τραπέζι παραπάνω από 50 χρόνια χωρίς να έχουν φυτρώσει επάνω της παράσιτα και θαμνά-η μοναξιά είναι ανυπόφορη ακόμα και για τις πίτσες. Κοίταξα τη Ζωή. Τα μαλλιά της πετούσαν άτακτα εδώ και κει σαν τσαλακωμένες άκρες φωτιάς, το δέρμα στο πρόσωπό της έμοιαζε σκεβρωμένο από τα δάκρυα που είχαν μπερδευτεί με το μακιγιάζ και τα παράπονα της φωνή της ακουγόταν σαν από slow motion. «Πάω στη τουαλέτα να φέρω ένα φλιτ . Ίσως να θες ένα ψέκασμα για να μαλακώσεις», είπα κατευναστικά. Τελικά όμως δεν κατάφερα να βρω την τουαλέτα. Μπήκα μέσα σε ένα δωμάτιο που έμοιαζε με κουζίνα. «Θεέ και κύριε, εδώ μέσα συμβαίνουν σημεία και τέρατα!», αναφώνησα και άρπαξα ένα φτηνό ουίσκι-που αργότερα έμαθα ότι ήταν το μόνο αντικείμενο που είχε μείνει άθικτο και είχε επιζήσει από το αυτοκινητιστικό ενός παλιού της φίλου, για αυτό κανείς,μέχρι τώρα,δεν τολμούσε να αγγίξει το συγκεκριμένο μπουκάλι- το κατέβασα κυριολεκτικά ολόκληρο. Κοίταξα μετά κάπως πιο προσεκτικά στα ράφια της κουζίνας και είδα ένα άλλο μπουκάλι, τεκίλα . «Το LSD σου προκαλεί ακατάπαυστη δίψα». Να μια καλή δικαιολογία προκειμένου να «σκοτώσεις» μια τεκίλα….
-Ότι πρέπει για τη περίσταση σκέφτηκα και γέμισα δυο κουζινοπότηρα. Έκανα να βγω από την «ενδεχόμενη» κουζίνα αλλά μετά το μετάνιωσα και γύρισα να ξανακοιτάξω: Ο αποχυμωτής, ντυμένος με βιτσιόζικα εσώρουχα από ρόκα, μαστίγωνε το τσαμπί με τις κόκκινες ρώγες στην αρένα της επιτραπέζιας γαβάθας, χρησιμοποιώντας λεπίδες ξυραφιού αποτρίχωσης. Το πλυντήριο πιάτων συνουσιαζόταν με τον φούρνο μικροκυμάτων μπροστά από το καθρέφτισμα του καλογυαλισμένου καινούριου τηγανιού της Ζωής και τα ντουλάπια χτύπαγαν ρυθμικά «παλαμάκια», κραυγάζοντας σε μια περίεργη διάλεκτο των μηχανών «…ζήτω και όλε!» όταν μετά από κάθε λάγνα και θεαματική κίνηση, τα λιωμένα καλώδια σπινθήριζαν για μια φορά ακόμα. Πήγα στο σαλόνι όπου η Ζωή κείτονταν στο πάτωμα σαν πτώμα και της πρόσφερα το ένα ποτήρι. Σήκωσε το κεφάλι της αργά και με κοίταξε παράξενα : …τα μάτια της γύριζαν συστρεφόμενα, ξετυλίγοντας μέσα τους το χάος της πραγματικότητας μου σε δίνες, ενώ δύο φίδια ξεπετάγονταν εξερχόμενα με αντίθετες στροφές κατά πάνω μου, έτοιμα να με μυήσουν στο δηλητήριο του τρομερού τους δαγκώματος. Ένιωσα νικημένος Θησέας και ξαφνικά λιποθύμησα στο κοίταγμα της Μέδουσάς μου.

Ο
Γυναίκα, αν δεν μπορείς να τον καταλάβεις, Δημιούργησε τον!
Άντρα, αν δεν μπορείς να τη δημιουργήσεις, κατάλαβε την!
Ακρυλική βαφή! Γρήγορα! Στεγνώνουμε! Γρήγορα!
Ο

Πρέπει να συνήλθα δυο με τρεις ώρες μετά. Δεν ήμουν πετρωμένος. Δεν ήμουν δηλητηριασμένος, δεν ήμουν νεκρός. Βρισκόμουν κατάχαμα, δίπλα στη Ζωή και όλα φαίνονταν φυσιολογικά. Προσπάθησα να φερθώ ανάλογα. «Θα πιούμε εκείνη τη καταραμένη τεκίλα», με ρώτησε σαγηνευτικά και κούνησα συγκαταβατικά το κεφάλι. Πράγματι, μετά από τρία τέσσερα ποτηράκια, βρεθήκαμε να μιλάμε για διάφορα άσχετα πράγματα, όπως για σχέδια ανάπλασης της εγκαταλειμμένης περιοχής του Κεραμεικού,τη ζωγραφική του κυβισμού,για διάφορες μικρές απόψεις περί ποιητικής τεχνοτροπίας, για το πολιτισμικό τέλμα που επιφέρει η αρχαιολαγνεία, αφού σκοτώνει-σίγουρα ναι- τη θέληση για δημιουργία και άρα την μελλοντική ιστορία ενός έθνους ή την ίδια την ολική του έλλειψη από μια ιστορική μήτρα και που αναγκάζει τα νεοϊστορικά έθνη να φερθούν με βαρβαρότητα προκειμένου να αποκτήσουν παρελθόν. Τέτοια πράγματα, ξέρετε εσείς… Όμως ο προσωπικός πόνος είναι σημαντικότερος πάντα,και πολύ περισσότερο επικίνδυνος όταν βιώνεται από γυναίκα, γιατί κάποτε η κουβέντα επανέρχεται με αθόρυβο τρόπο εκεί που θέλει να πάει και τότε σου γίνεται μια φαινομενικά αφελής ερώτηση,του τέστειν :
-Την αγαπούσα πάρα πολύ τη μικρούλα(η μικρότερη αδερφή του Αποστόλη). Να φανταστείς ότι πριν από δύο Σάββατα μου είχε προτείνει να πάω μαζί της στο Θηβαίο που τραγουδούσε κάπου στις δυτικές συνοικίες.
-Πριν από δύο Σάββατα είπες? ΄Ελα βρε? Γιατί δεν ήρθες? Ήμουν και γω μαζί με τη Έλλη εκεί… Απέμεινε και μια είσοδος . Δεν πήρα το ποτό ο βλάκας. Είχα μαγευτεί από τον Θηβαίο και ξέχασα να τη χρησιμοποιήσω. Ζωή έπρεπε να ήσουν μαζί μας. Όλα ήταν φοβερ..
Δεν πρόλαβα να ολοκληρώσω γιατί η Ζωή με διέκοψε απότομα με μια ερώτηση.
-Μα ο Αποστόλης είπε ότι θα ήταν το σαββατοκύριακο εκείνο στην Αικατερίνη μαζί με την Έλλη! Ψέματα είπε? Ήταν μαζί με την άλλη, έτσι? Ήταν μαζί με τη τσούλα! Πες μου ρε! Πες μουυυυυυυυυυυυ!
-Ε?Ε….. Πραγματικά αγαπητέ φίλε, η κατάσταση δεν σωζόταν. Στην αρχή προσπάθησα δηλαδή, από καθαρή αλληλεγγύη σε ένα συνάδελφο εραστή και κάθαρμα ταυτόχρονα, αλλά κάθε φορά που το επιχειρούσα, τα ερωτήματα που μου έθετε η Ζωή,έμοιαζαν τόσο απειλητικά καθαρά, να κρέμονται πάνω από το κεφάλι μου, που το μόνο που πετύχαινα ήταν να δυσχερένω την ήδη βεβαρημένη θέση απέναντί της. Τελικά πήρα την απόφαση να απαντήσω με κάθε ειλικρίνεια στις ερωτήσεις της, όχι γιατί είμαι αληθινός ή γιατί έτρεφα αισθήματα αληθινής αγάπης για το πρόσωπό της, όσο γιατί βαριόμουν φρικτά το πρήξιμο και τη γκρίνια. Επιπλέον, τότε δεν ήμουν ο υποψιασμένος εκείνος άνθρωπος που έχει δοκιμάσει ή εξασκήσει τις αντοχές του, στο χειρότερο, κατ`εμέ προσωπικά, είδος ανάκρισης που υπάρχει. Τη γυναικεία ανάκριση.
Τα φώτα της ράμπας πέφτουν αργά, το κοινό κάθεται αναπαυτικά στις καρέκλες, ο ήχος της μηχανής προβολής ακούγεται δειλά, η πρώτη δέσμη φωτός ρίχνεται με μανία στο λευκό πανί και το show αρχίζει! Ε,καλά ας μην τα βάψουμε μαύρα, δεν ήταν δα και τόσο άσχημο όσο ακούστηκε. Εντάξει,εντάξει. Στο τέλος βρίσκεστε χρεωμένος με μια προδοσία προς το φίλο που «τυχαίνει» να είναι και αδερφός της πρώην σας. Έτσι η πρώην, βρίσκει μια πρώτης τάξης ευκαιρία, μια αφορμή παραπάνω για να σας ξεγράψει, να σας συρρικνώσει ηθικά και συναισθηματικά, προκειμένου να μπορέσει η ίδια, να επανατοποθετηθεί ερωτικά,ξεπερνώντας σας σχετικά εύκολα και αναίμακτα, με την βοήθεια της παλιάς καλής συνταγής που λέει πως η φωτιά πολεμιέται με φωτιά. Παράλληλα,όλα τα υπόλοιπα,δικάζονται και δοκιμάζονται στο βωμό της πύρινης κάθαρσης και εξηγούμαι. Οι κοινοί σας άντρες-φίλοι, παίρνουν το μέρος του στρατοπέδου που περιέχει τις περισσότερες γκόμενες,ε με συγχωρείτε, γυναίκες ήθελα να πω. Οι πάντες ξορκίζουν όπως όπως, τον προδότη ή τον δαιμονισμένο εκείνον τρελό, που τα έκανε όλα μαντάρα και δεν σεβάστηκε το «πολύτροπο» της ανθρώπινης φύσης, σιωπώντας…
Από την άλλη, η κατάσταση με τον Αποστόλη έμοιαζε έκρυθμή. Δεν μου συγχώρησε ποτέ αυτήν μου την χοντράδα, ενώ κάλλιστα θα μπορούσε. Βλέπετε,η ντροπή του, υπήρξε ισχυρότερη της ικανότητας του για συγχώρεση. Να ακόμα ένα παράδειγμα, όπου η ηθική προκαλεί το θάνατο! Δεν με λύπησε όμως αυτό. Από μια αρκετά ανάποδη όψη,την έλλειψη μεγαλοψυχίας εκ μέρους του, την υποδέχτηκα με απροσδόκητη χαρά,η οποία με ικανοποίηση,είδα τελικά να μεταβάλλεται και να μεταμορφώνεται, σε μια περιφρόνηση άνευ προηγουμένου. Μιλώ για τον οίκτο εκείνο, που σε αυτή τη περίπτωση, ταιριάζει να τον νιώθεις μόνο για τους καταφρονεμένους και συναισθηματικά ανάπηρους, της ζωής. Πραγματικά,πήρα πολύ μεγάλη ικανοποίηση,που δεν του έδωσα την ευκαιρία να εκτονωθεί,παίζοντας άγριο μποξ του δρόμου, μαζί του. Η κακία μου υπήρξε μια γελαστή κακία, σκληρή κι ανυποχώρητη, κακία που πλήγωσε τον εύθικτο εγωισμό του, με το γάντι της απαλής αδιαφορίας φυσικά, εφαρμόζοντας κατά γράμμα τις διάφορες νιτσεϊκές διδαχές που είχα μάθει από το καιρό εκείνο που ήμουν έρμαιο των άλλων. Κάποια στιγμή ίσως να το φέρει η κουβέντα έτσι, ώστε να σας εξηγήσω τί ακριβώς εννοώ με αυτό το τελευταίο αλλά, κάθε πράγμα στο καιρό του και σας παρακαλώ, μην συμπληρώσετε «…κι ο κολιός τον Αύγουστο», γιατί απεχθάνομαι αυτή τη χαζή και ανόητη παροιμία.
Θέλετε να μάθετε τι ήταν όμως αυτό που με λύπησε πιο πολύ, κλονίζοντας παράλληλα την πίστη μου στο αίτημα του ζητήματος των ανθρωπίνων σχέσεων? Καταλυτικός παράγοντας της δυσπιστίας αυτής, υπήρξε η στάση ενός ανθρώπου, που μέχρι τότε τον θεωρούσα, πώς το αποκαλείτε εσείς…, α! πιστό φίλο. Ο Γιάννης, ήταν ο δικός μου φίλος. Εγώ τον έφερα σε επαφή με όλη τη συντροφιά των γυναικών και συνάμα περίγυρο της Έλλης.
Τον Γιάννη, τον είχα σε μια, λίγο περισσότερο από τους υπόλοιπους, καλή θέση στη καρδιά μου. Μα φυσικά,γιατί εκπλήσεστε?Δεν είμαι τόσο βρομόπαιδο όσο νομίζετε. Ο Γιάννης, προσέφερε αρκετές στιγμές ευχαρίστησης και συντροφιάς. Ήταν το λιγότερο που μπορούσε να προσφέρει άλλωστε.Δεν ξέρετε πως είναι για έναν τόσο περιορισμένο χρονικά άνθρωπο της περίπτωσής μου , να κρυφοκοιτάζει τα βράδια, στα μαγαζιά της πόλης, τους φίλους να διασκεδάζουν, να πίνουν, να μιλούν και να γελούν,να συζητούν και να χαμογελούν συνωμοτικά για τα πρωινά τους κατορθώματα στη δουλειά.Αχ,με πόση ζήλεια τους κρυφοκοιτούσα κάθε βράδυ να μιλούν με τρόπο συνθηματικό για τις μεγάλες κατακτήσεις του παρελθόντος… Το παραδέχομαι. Ζηλεύω το δέσιμο που επιφέρει ο χρόνος στους ανθρώπους. Δεν είναι ντροπή να παραδεχόμαστε τις ελλείψεις μας. Για αυτό, στο πρόσωπο του Γιάννη, ένιωθα λίγο παρακάτω από μια ευγνωμοσύνη προς το πρόσωπό του. Μια ύστατη προσπάθεια να συμπληρώσω τον εαυτό μου με κάτι. Ίσως να μην σας ικανοποιεί αυτή η βαθμονόμηση, όμως για εμένα,ήταν ότι πιο σημαντικό, το να περιστρέφομαι δηλαδή γύρω από συναισθήματα τα οποία θα μπορούσαν κάλλιστα να σημαίνουν μια πατρική στοργή ενός πατέρα προς έναν υιό. Τον είχα πραγματικά νιώσει φίλο αυτό το κύριο.Εξαιτίας του, οσμιζόμουν την αγάπη του μέλλοντος. Αλλά και εκτός αυτού, υπήρχε μια άκρως ενδιαφέρουσα χημεία μεταξύ μας,που ναι μεν περιοριζόταν στα στενά πλαίσια της αχορταγίας μας για τις γυναίκες, αφετέρου δε, αποτελούσε κινητήριο μοχλό θετικής διάθεσης, σφραγίδα μιας ζωής γεμάτο χρώματα και ανεμελιά. Ήταν αυτός που σε μια από τις φοβερές μας οινοποσίες είπε το εκπληκτικό εκείνο τσιτάτο: «Άντρας δεν είναι αυτός που δεν τον έχει πάρει ποτέ του, αλλά αυτός που τον πήρε και δεν του άρεσε…». Πόσο μου είχε αρέσει αυτό του το αστείο.! Αν μη τι άλλο,ένιωθα να του χρωστώ μια ανταπόδοση στην ευχαρίστηση που μου προσέφερε η βραδινή του συντροφιά ,ανάγκη που του την ξεπλήρωνα με το παραπάνω φυσικά. Πιστέψτε με-ξέρω τι σας λέω. Όταν βγαίναμε έξω οι δυο μας, χρησιμοποιούσα τη θαυμάσια ικανότητα που έχω, να γνωρίζω άγνωστες γυναίκες. Χωρίς να θέλω να φανώ αυτάρεσκος, πάντα επιδεικνύω με μεγαλοπρέπεια τα σπουδαία κοινωνικά μου χαρίσματα. Έχω λόγους που το κάνω αυτό. Εν πάσι περιπτώσι,κάποια οφείλονται εν μέρη στα όπλα γοητείας της ποιητικής μου φύσης.Ας βάλουμε στην άκρη κάποιες αηδιαστικές περιπτώσεις ξιπασιάς και ανοησίας εκ μέρους κάποιων δύστροπων θηλυκών. Οι περισσότερες κατανοούσαν το ανώφελο του να αντιστέκονται, αφού το χορευτικό του ύφους και της στάσης μου γενικότερα, τις ανάγκαζε να νιώσουν τουλάχιστον περιέργεια, ανάγκη που τις ωθούσε φέρνοντας τες με τρόπο ανεπαίσθητο στην παρέα μας. Αυτό, ήταν ή αποπληρωμή της ευτυχίας του φίλου μου. Δείτε το ακόμα και σαν μία ανόητη και εγωπαθή αρσενικότητα. Δεν με ενδιαφέρει καθόλου. Από τη στιγμή που αυτό μας έκανε να περνάμε καλά με τον λιγότερο χειρότερο, από όλους τους δυνατούς τρόπους τρόπο, αρκούσε.
Την μέρα της ονομαστικής του εορτής, μετά τους χωρισμούς και τις προδοσίες, τον πήρα στο τηλέφωνο να του ευχηθώ τα τυπικά χρόνια πολλά. Τον ρώτησα αν θα κανόνιζε κάποια γιορτή το βράδυ και τότε άρχισε να μασάει τα λόγια του. Τελικά είπε κάτι το οποίο μου κακοφάνηκε. Η γιορτή του είπε, θα γινόταν σε κλειστό κύκλο, οι συνδαιτυμόνες του οποίου, θα δυσαρεστούνταν από μια ενδεχόμενη παρουσία μου, οπότε για το λόγο αυτό,δεν μπορούσα να παρευρεθώ. Πραγματικά δεν πίστευα στα αυτιά μου. Μετά από τόσο καιρό φιλίας, τελικά με απαρνιόταν για τρεις,τέσσερις «κοινές» τρόπον τεινά γυναίκες και έναν διευθυντή ασφαλιστικής εταιρείας? Αυτό παραπήγαινε. Είχα χρησιμοποιηθεί, αλλά δεν με ένοιαζε αυτό και τόσο πολύ όσο ο πόνος της απώλειας. Οδυνηρή η αγάπη, έ? Η αυλαία του κεφαλαίου φιλία,θα έκλεινε οριστικά για μένα.Ήμουν αποφασισμένος πια,να απολαμβάνω χωρίς να επενδύω. Κερασάκι στη τούρτα και εκπληκτική ειρωνεία ταυτόχρονα,αποτελούσε το επίθετό του…Φίλιας. Γιάννης Φίλιας….
Ξέχασα να αναφέρω μ’αυτά και μ’αυτά,πως η αυτού μεγαλειότητά μου, υπέπεσε στο αμάρτημα της πολύτροπης φύσης ως όφειλε … Δεν μπόρεσα βέβαια να απολαύσω την υπέροχη Ζωή έτσι όπως ενδεχομένως θα της άξιζε, υποθέτω εξαιτίας κάποιων ενοχλητικών παραισθητικών ενοχών που είχα επάνω στο ζήτημα- ε δεν είναι ωραίο να κάνεις έρωτα με μια κοπέλα που έχει το τριχωτό πρόσωπο ενός πρώην φίλου- σας διαβεβαιώ ήταν η πρώτη και η τελευταία φορά που ένιωσα κάτι τέτοιο εξαιτίας ενός φίλου, αλλά για ένα είμαι βέβαιος. Η Ζωή σίγουρα ξέρει να ιππεύει καλά έναν άντρα… Σίγουρα θα αναρρωτιέστε,πως χώρισα με την Έλλη και γιατί τελικά δεν αναφέρομαι σ’ αυτήν αφού σπατάλησα τόσα και τόσα λόγια για χάρη της, σε αυτήν την ιστορία? Λέτε πως την θεωρώ σημαντική? Σημαντική ναι,αναγκαία όχι…Μα ακριβώς για αυτό την χαρακτηρίζω Γυναίκα τύπου #3.Οι γυναίκες αυτές,καταχωρούνται στη λίστα μου ως έτσι, γιατί συναισθηματικά, ξεπερνιούνται εύκολα όταν δεν είσαι υλιστής. Ο χωρισμός μαζί τους είναι τόσο βαρετός και ανιαρός, που η μεξικάνικη σιέστα μπροστά τους, μοιάζει με παλοιροϊκό κύμα σε σχήμα άσεμνης χειρονομίας που βολτάρει χαλαρά από ωκεανό σε ωκεανό,καπνίζωντας κουβανέζικά πούρα Αβάνας ενώ παράλληλα παίζει στριπ-πόκερ με τους λευκούς καρχαρίες της Φλόριντα ! Ούτε ένα χωρισμό της προκοπής δεν μπορείς να έχεις μαζί τους! Το λέω αυτό γιατί ένας χωρισμός αντάξιος των ποιητικών μου προσδοκιών, θα πρέπει με κάθε τρόπο να συνοδεύεται από αυτό που εγώ λέω: «H τελευταία μας Ηδονή Μωρό μου!». Εκτός κι αν εσείς θεωρείτε πως τα «μεγάλα» finale δεν ταιριάζουν με τα «μεγάλα» έργα… Επιπλέον οι γυναίκες αυτές, εννοώ οι μικροκαμωμένες τύπου #3,αν και χαριτωμένες σαν μελωμένα γλυκά μπιμπελό, είναι απελπιστικά νευρικές στην καθημερινότητά τους, οξύθυμες σαν τα μικρά τσιουάουα που εξαιτίας του μικρού τους όγκου, φοβούνται ακόμα και τη σκιά τους, έτσι που πέφτουν να δαγκώσουν, να στριγγλίσουν μέχρι ξελαρυγγιάσματος τους πάντες. Σας μιλώ για τις γυναίκες εκείνου του είδους,που η έλλειψη αυτονομίας τους, σε σχέση με την άκρατη απληστία τους προς την ύλη, αποτελεί βασική συνιστώσα και προϋπόθεση, της δολοφονίας του έρωτα,αφού χρησιμοποιούν κάθε πρακτική κυκλοθυμίας ή επικοινωνιακής ανεπάρκειας, προκειμένου να το επιτύχουν. Για αυτές, κάθε ατέλεια ή αδούλευτη πλευρά του ψυχισμού μας, αποτελεί μια αφορμή για χωρισμό. Η ιερότητα του σμιξίματος καταργείται και αποκτά την πραγματική της διάσταση, μόνο εάν και εφόσον το αυτοκίνητό μας κοστίζει πάνω από 20 χιλιάρικα ενώ το ιδιόκτητο μας διαμέρισμά , βρίσκεται πλησίον του φαληρικού δέλτα ή επί του καταπατημένου πρασίνου της Εκάλης. Και βέβαια, έκτοτε, καμία ατέλεια και κανένα μειονέκτημα δεν διαθέτουμε. Είμαστε γνήσιοι αφροδισιακοί ταύροι, ακόμα κι αν νοσούμε ψυχικά είτε επειδή δεν μας σηκώνεται, είτε επειδή ως εικόνα είμαστε λίγο χειρότεροι από τον Κουασιμόδο! Συχνά αναρωτιέμαι, τι θα συνέβαινε αν όλα αυτά τα γεγονότα που σας εξιστόρησα, τα είχε ζήσει ο θείος Sam. Α, δεν θέλω να το σκέφτομαι. Έχει αδύναμη καρδιά και είναι τόσο ευάλωτος! Νομίζω πως δεν θα το άντεχε. Θα είχε πεθάνει…. ενώ εγώ…εγώ… χαχαχαχαχαχαχα…..
Συγχωρήστε μου την εμπάθεια ετούτη. Ίσως να οφείλεται στο ότι, με την πάροδο της γλυκόπικρης ετούτης αισθηματικής ιστορίας, αυτόματα ξαναγύρισα στα σκοτάδια μου. Ναι γλυκέ μου φίλε, όπως ακριβώς τ` ακούτε. Η αρρώστια επέστρεψε πανηγυρικά και μαζί της τα ενοχλητικά κενά μνήμης. Το μαγευτικό και ανεπανάληπτο, πρωτόγνωρα ηλιόλουστο εκείνο καλοκαίρι, είχε φύγει. Τώρα τη θέση του είχε πάρει ο στρυφνός, σκοτεινός και κρύος χειμώνας. Αλλά για μια στιγμή, αν τότε εκείνη η προσωπική αποκάλυψη δεν ήταν Παράδεισος, τότε πως γίνεται τώρα να επέστρεφα στη Κόλαση, από πού ερχόμουν? Έχετε κάθε δίκιο αν ρωτάτε κάτι τέτοιο. Επιτρέψτε μου όμως να σας το απαντήσω αυτό λίγο αργότερα. Κρατήστε μόνο πως για όλα τα πράγματα υπάρχουν βαθμίδες γνησιότητας. Αλλά αρκετά με αυτό το θέμα. Τότε με απασχολούσε μια και μοναδική διαπίστωση. Ο καιρός που θα ζούσα σαν φυγόμοιρο βραδινό φάντασμα είχε έρθει πάλι. Έπρεπε να ξεθάψω τη γοητεία και τη χαρά της Αιώνιας Νύχτας ξανά, προκειμένου να οπλιστώ με νέο πάθος για ζωή. Η ηδονή των νυκτόβιων περιπλανήσεών, θα υποκαθιστούσε τον Ήλιο, ειδάλλως θα έσβηνα στη σκιά Του.

Ο
πυρακτωμένη όχθη, ω τι παράξενη πατρίδα!
βλέπω την ουρά του Τέλους!
κρύο δέρμα Το Κτήνος έχει, ηδονής αρχαία μήτρα,
γιορτή-αυτό!
Ψυχή της θλίψης τ’ αγρίμι της τρέλας, παιδικής, άκαμπτης, πορφυρής
τρέλας,
μειλίχια δάκρυα ερώτων, για μέθη του ενδύματος- αυτό,
ξεσκίζοντας το φόρεμα της παρακμής, τα μαύρα σεντόνια της γνώσης,
η αιμοσταγής Πεταλούδα των κάμπων, τρίτο Μάτι- αυτό!
Του σάλιου πελιδνό Φεγγάρι, σ’ αστρικά συμπλέγματα έρποντας
το πράσινο δείλι κοιτώντας, στην Ηδονή του Τέλους χορεύοντας -αυτό!
…ένα σ’ αγαπώ σβήνεται στα δάκρυα των ουρανών,
το ‘γραψε με κιμωλία στο δρόμο, Νύχτα, ένας Άγγελος,
γιατί άλλο τόπο μοναξιάς δεν βρήκε
από τη μνήμη του ήλιου π’ ανατέλλει τα βράδια
ουρλιάζοντας!
Έγραψε το «αγαπώ» που σβήνει,
στη βροχή που ξεπλένει τα πάντα
με κιμωλία στο δρόμο, Νύχτα-αυτό
κι έτσι ξέχασε να συγχωρεί
τη σκιά πίσω κάθε πρόσωπο!
Αυτό!

Ο

-Είσαι καλά? Σύνελθε! Πού είσαι? Μα πού είσαι, πού ταξιδεύεις? Ο θείος Sam με είχε πιάσει από το μπράτσο και με κούναγε πέρα δώθε.
-Ε…!Ε…α ναι!Μια χαρά,όλα είναι μια χαρά Sam…
-Είσαι καλά? Δείχνεις λίγο χαμένος.
-Ε, Σκεφτόμουν μια γυναίκα και τα περιεχόμενα μιας ιστορίας. Τίποτα σημαντικό.
-Πονάς?
-Υποχωρώ…
-Χμμ, μικρέ χρησιμοποιείς ένα άκρως ενδιαφέρων ρήμα.Υποχωρώ… Παίξε με τη λέξη.
-Παίζω…
-Σύντομα θα καταλήξεις να είσαι κλέφτης του χώρου,άρπαγας του χρόνου και κάτω από το χαλί των γεγονότων… Ένα ερωτευμένο φάντασμα!
-Όχι δεν είμαι ερωτευμένος!Θα μπορούσα δηλαδή, αλλά δεν είμαι. Πώς το λέει η Αντιγόνη του Ζαν Ανουί? Δεν αρκούμαι σε ξεροκόκκαλα,τα θέλω όλα ή τίποτα?
-Χμμμ….μικρέ ξέρεις κάτι? Νομίζω ότι έχεις πρόβλημα με το Χρόνο.
-Και τί ξέρεις εσύ από Χρόνο? του είπα θυμωμένος… Έχεις τα διπλάσια χρόνια από μένα και παραμένεις ένας αποτυχημένος και άσημος ζωγράφος. Κανείς δεν ενδιαφέρεται για την Τέχνη σου. Το μόνο που αξίζει επάνω σου είναι τα γκρίζα σου μαλλιά και αυτό το σατανικό χαμόγελο που έχεις τώρα… και δεν καταλαβαίνω γιατί…
-Μικρέ,σε δικαιολογώ γιατί δεν ξέρεις σε ποιον μιλάς.Μη με προκαλείς όμως.
-Θείε Sam, άσε αυτές τις γελοίες απειλές για άλλους. Σε παρακαλώ. Πάντοτε ήμουν ο τύπος που κρατώντας στο χέρι του τη μαγική απόχη κυνηγούσε τη πεταλούδα της Τύχης…
-Μα για σένα μικρέ μου,η τύχη είναι ένα υπόγειο που οδηγεί στο δωμάτιο με τους εφιάλτες…
-Τότε είμαι κυνηγός του εφιάλτη…
-Κυνηγός των προδομένων ονείρων είσαι μικρέ μου… Φαντάζομαι ξέρεις την ιστορία με τον Εφιάλτη, που πρόδωσε τους Σπαρτιάτες στις Θερμοπύλες…
Ε, σου λέω πως μέχρι τότε υπήρχαν μόνο καλά όνειρα… Από τότε, τα μυστικά περάσματα οδηγούν τον εχθρό κατευθείαν στη πλάτη και για αυτό ονομάζονται Εφιάλτες… Τα μυστικά αυτά περάσματα βρίσκονται μέσα μας και φανερώνονται πάντα όταν έρχεται ο Μορφέας…
-…είσαι πολύ γραφικός θείε Sam… Μιλάς σα να ήσουν εκεί… έτσι μου έρχεται να βάλω τα γέλια.Μιλάς σα να είσαι ο…
-Να τα βάλεις μικρέ μου… είμαι πολύ πιο γέρος απ`όσο φαντάζεσαι… Θα μπορούσα ίσως να σου πω ότι ο Χρόνος είναι παιδί μου… Αν ο θεός έχτισε ένα κόσμο με τρεις διαστάσεις,εγώ έβαλα την τέταρτη… αλλά ας αφήσουμε αυτή τη κουβέντα για το τέλος,γιατί σε χρειάζομαι τώρα…. Έχω ένα σχέδιο… μια ιδέα που όταν πραγματοποιηθεί , όλος ο κόσμος θα λατρέψει τη διαβολική Τέχνη, τη Τέχνη του να γελοιοποιείς κάθε επισημότητα, κάθε μοίρα και κάθε πεπρωμένο του συστήματος…. Ξέχνα τα καλοκουρδισμένα ρολόγια, ξέχνα την ανάγκη για αποδοχή, ξέχασε τα όλα… σε θέλω…
-Λοιπόν,έχεις αρχίσει να με εκνευρίζεις…Πες μου τι θέλεις να τελειώνουμε.
-Χαχα,μ`αρέσεις πολύ μικρέ,αλήθεια σου λέω,μ`αρέσεις.Ακου προσεκτικά λοιπόν…
Αυτό που μου διηγήθηκε ο θείος Sam ήταν ανήκουστο!Ανήθικο αλλά είχε ήθος. Όμως ποιος μπορεί να ελέγξει την Τύχη? Ο θείος Sam πίστευε ότι μπορούσε να συμφωνήσει για μια στιγμή μαζί της. Νόμιζε ότι είναι ο ίδιος ο Διάβολος. Σίγουρα σας φαίνεται αστείο αυτό, αλλά από την άλλη το έβρισκα κάπως γοητευτικό και θα προσπαθούσα να μην τον απογοητεύσω, δηλώνοντας συμμετοχή το παιχνίδι του.Θα παρίστανα τον πιστό του ακόλουθο. Ξέρετε… ανέκαθεν λάτρευα τη περιπέτεια. Σύνθημα μου το «Όλα για τη δράση» και ακόμα το πρεσβεύω!

Ο
Αν πραγματικά είσαι διαβολικός, τότε γιατί είσαι τόσο θλιμμένος…?
Ο

Μακάρι να ζούσε ο Nietzsche, θα γελούσαμε παρέα πάνω από κάθε λείψανο, ακριβώς γιατί κάθε Τραγωδία είναι στην ουσία ένα κωμειδύλιο.
-Η πατρίδα μας ονομάζεται Έλλοι αλλά από ιστορική συνήθεια επιμένουμε στο Γρεκία! είπε ο θείος Sam… και βάζοντας τα γέλια φύγαμε προς αντίθετες κατευθύνσεις ή έτσι μου φάνηκε.
Είναι παλαβό αυτό το παλικάρι. Αλήθεια, είναι τρελό! Μερικές φορές νομίζω ό,τι γνωρίζει με κάθε λεπτομέρεια τις μύχιες σκέψεις μου, σαν να βρίσκεται μέσα στο κεφάλι μου ένα πράγμα…

Ο
Ξέρεις, έχω να κάνω μια μικρή αφήγηση. Μια ανούσια παρέκβαση και μια διαμαρτυρία συνάμα Κλείσε τα μάτια. Δεν έχει σημασία αν δε μ`αγαπάς, φτάνει να πιστεύεις γενικά σε Κάτι. Αφαίρεσε την εικόνα, διέγραψε τις αισθήσεις.
Διατήρησε μόνο, την αναγκαία ακοή. Ξεκινά ένα μικρό ταξίδι με βάση αυτήν. Επιστράτευσε τη φαντασία, να κατασκευάσεις τα αγέννητα δάκρυα, δοκίμασε τον εαυτό στη κοσμογονία των ονείρων και άκου :
Τώρα που έρχομαι από μακρινά ταξίδια μέθης και παραίσθησης,άκου, γιατί έρχομαι …από το ένδοξο παλάτι του Απόλλωνα που, γυμνός στήθηκα να ακούσω λίγη μουσική… μαγεμένη. Δάκρυσα όταν είδα τη φωνή σου να στάζει απ΄`τη χρυσή του λύρα. Πότισε το χώμα με το αίμα Σου, με τις στάλες τις ζωής που δίνουν στον έρωτα νόημα και στη δημιουργία στύση. Φύτρωσαν παντού ελιές και μενεξέδες σου λέω!
«Αφήσου σε μένα σε θέλω με χάδια αργού χρόνου, αφήσου μέσα μου ως πνοή μύστη! Αφήσου σε μένα, εγκαταλείψου και χάσου όπως η πολύτιμη ζωή χάνεται μέσα μας.»
΄Ετσι τραγουδούσε ο Απόλλωνας. Το παλάτι του Απόλλωνα, ω το μυστικό παλάτι του Απόλλωνα,με τα δυο τεράστια φίδια να φυλάνε τη μεγάλη αλαβάστρινη πύλη. Παντού μαύρες τουλίπες και κόκκινα νούφαρα κολλημένα στους πέτρινους τοίχους. Κοίτα! Χαλιά από μπλε γευστικές μαργαρίτες…
Πολύχρωμα εξωτικά πουλιά χτίζουν φωλιές επάνω στις χρυσές σκεπές του παλατιού. Στα ασημένια κλαδιά των δέντρων, μωβ πέπλα αντί φύλλων απλώνονται ψηλά ως τα σύννεφα… Ένας θηλυκός δράκος με συστρεφόμενα,
ερπετίσια πόδια,άσπρα γιγαντιαία φτερά περιστεριού και, μουγγρίζει. Ποταμοί καυτής λάβας ορμούν εκ του στόματός του, τον φτερωτό Έρωτα κάνουν κάρβουνο ή χρυσό.
Από που ακούστηκε αυτός ο χτύπος, τί έπεσε? Βήματα, μυστικά παράθυρα…
Σαξόφωνο : Ουρλιάζω πάνω σε γυμνή ταράτσα την Αγάπη… Ουρλιάζω για Αγάπη… και θυμάμαι μια πόλη βυθισμένη στα υγρά της… Φεύγω με την ιπτάμενη φτερωτή Γόνδολα, συντροφιά με τους χρυσούς ιπτάμενους γλάρους… Αααα! Ποιος σέρνει το καράβι στην κόλαση, ποιος μεθάει στην αιωνιότητα, ποιος κλέβει το φιλί από την Ντροπή και ποιος γδύνεται μπροστά στους Θεούς? Δεν ξέρω, δεν ξέρω… Όλα είναι μουσική: Πιστεύω μόνο στο χορό της ατελείωτης Νύχτας! Στη γεύση του ξημερώματος… Ναι, πιστεύω στην αφρικάνικη jazz,στους υπέροχους σπασμούς της κοιλιάς,στους ιδρωμένους γλουτούς,στις όμορφες ιδέες της αστραπής, στα λιβάδια των χρωμάτων όταν υγραίνονται… Ανθίζουν στύσεις σε κάθε θάρρος και η Άνοιξη ανοίγει τα πόδια της… Ναι, στις άκρες του κρεβατιού που έρχεται, εκεί που λήγουν τα σεντόνια και ξεκινά η γύμνια του θηλυκού πέλματος, θέλω να τρυπώσω από κάτω, στα μυστικά ορυχεία της Γνώσης: « …είναι ο μόνος τρόπος για να ορύξω τα ουρλιαχτά από την υπνωτισμένη Τους προσμονή…».
Τι ουρλιάζει ο ιερός Λύκος στη Σελήνη: Το πάθος δεν έχει Μνήμη και το Σώμα δεν ξεχνά ποτέ!
Οι νέες θρησκείες θα πρέπει να ξεκινούν με τη λατρεία των ποδιών και να καταλήγουν στο σάλιο του αιδοίου. Η εγκράτεια, έχει αποκτήσει άλλο νόημα στους καιρούς μας: Το να ενδίδεις στη μη σάρκα, είναι αμαρτία. Το να ενδίδεις στη σάρκα, είναι προσευχή!
Χτύπος στο πάτωμα… Τί έπεσε?
Νομίζω ξέρω, ξέρω γιατί οι γυναίκες σήμερα δεν μπορούν να κλάψουν με ειλικρίνεια αιώνων.΄Εχουν ξεχάσει να καυλώνουν. Έχουν πάψει να ριζώνουν. Συνήθισαν στο Φόβο αλλοτινών ονείρων. Συμπιέστηκαν, στριμώχτηκαν στο αφόρετο νυφικό τους φόρεμα. Γεννήθηκαν να ερωτεύονται τις ηδονές μα τις έμαθαν με αυστηρότητα να αγαπούν τη στέψη τους σε κάποιο Παλάτι. Θέλουν να μοιάσουν στο παρελθόν μιας Άλλης Βασίλισσας για να δημιουργήσουν ένα δικό τους μέλλον! Αχ, το άλογό τους πρέπει να έχει χαλινάρια! Να γιατί η ελευθερία της Γυναίκας έχει μυωπία!
Δύσμοιρε άντρα, εσύ που αλώβητος πάντα έστεκες στην απλότητα ή στη γουρουνίσια σου ξιπασιά, τόλμα αν μπορείς να γητεύσεις τη Γυναίκα ως Λύκος. Κάλεσε την ουρλιάζοντας στο πιο γλυκό και όμορφο τραγούδι λέξεων, και εκείνη θα σε μισεί για πάντα, που με τον ίδιο τρόπο μπορεί να ούρλιαξες και σ’ άλλες. Το ανεκπλήρωτο πάθος της ελευθερίας τους έτσι ζηλεύει. Ο χρόνος μέσα στη Γυναίκα, έτσι Μισεί!
Γυναίκες στον αιώνα σας, έχετε ξεχάσει να ζείτε. Απολαμβάνεται για να συλλέξετε αντικείμενα που, σκόνη μαζί σας θα γίνουν… Αλλά και πάλι, δεν έχει σημασία, γιατί όλα τα βιλία της «Πτώσης», είναι μισοτελειωμένα… Πάντα θα είναι! Έτσι κι Αυτό, τ’ ονομάζουμε ελπίδα… « Aκολουθώ το πλήθος», μου είπε κάποτε μια αρχαία μινωίτισσα που ερωτεύθηκα στο δρόμο. Την προσπέρασα με περιφρόνηση…»

Ο

κεφ 3

«Aν νομίζετε ότι τρελάθηκα
δοκιμάστε να κόψετε ένα λουλούδι
από το κήπο του γείτονά σας!»
Τ. Βukofsky

Άλλη μια νύχτα περιπλάνησης. Το φάντασμα της πόλης κυκλοφορεί εκεί έξω. Κυνηγημένο από μια ακύρωση που ταιριάζει μόνο σε ένα τρισάθλιο εαυτό σαν το δικό μου. Βρέχει. Φανταστείτε το. Ελάτε για λίγο στη θέση μου αγαπητέ. Υποκριθείτε ό,τι είστε εγώ. Ελάτε. Σας έχω μιλήσει ήδη αρκετά για τη ζωή μου. Δεν είναι και τόσο δύσκολο δα. Ας περιπλανηθούμε νοητά μαζί. Ας υποθέσουμε πως πρόκειται, για πρόβα μιας αλητείας μεταξύ διανοούμενων.. Βρέχει. Είναι νύχτα. Αργά τη νύχτα. Οι δρόμοι είναι έρημοι. Κάθε παντζούρι, σε κάθε μπαλκόνι, είναι κλειστό. Σφραγισμένο. Ακόμα και οι αλητόγατοι έχουν εξαφανιστεί. Το πορτοκαλί χρώμα των πυλώνων της ΔΕΗ, ταιριάζει τόσο πολύ με τις σκοτεινές αποχρώσεις της πόλης. Σχεδόν προσθέτει μια ακόμα blue note στο όλο κλίμα. Τα παρκαρισμένα αμάξια, τοποθετημένα το ένα πίσω από το άλλο, σε μια σιωπηλή αναπαράσταση ενός παράξενου, αλλοπρόσαλλου χορού. Ο χορός των μηχανών. Ανασηκώνω το γιακά της καμπαρντίνας. Από δω και πέρα θα καπνίζω το τσιγάρο χωρίς χέρια. Κάνει τόσο κρύο. Θα τα βάλω στις τσέπες. Ελάτε, κάντε κι εσείς το ίδιο κι ας περπατήσουμε…εδώ, σε αυτή τη πόλη, της δική μας πόλη, την Αθήνα. Αχ, η Αθήνα. Η αρχαιότερη πουτάνα των αιώνων. Πιο παλιά κι από τη δημοκρατία. Τίποτα δεν έχει αλλάξει. Εννοώ τη νοοτροπία. Ίδιες προδοσίες, ίδια πονηριά, ίδια ματαίωση ίδιος αλληλοσπαραγμός και ίδιο μεγαλείο. Το ξέρατε ό,τι η δημοκρατία γεννήθηκε από την αδιαφορία των πολιτών για τα κοινά? Σκεφτείτε. Πάρτε 10 ανθρώπους και βάλτε τους σε ένα σπίτι για κάμποσο καιρό μαζί με ένα σωρό προμήθειες. Κλειδώστε τους. Πετάξετε το κλειδί. Τί νομίζετε ό,τι θα συμβεί? Θέλετε τη δική μου «ταπεινή» γνώμη? Αφήστε τους για κάμποσο καιρό εκεί μέσα, να περάσει η έννοια της φυλακής και του αδιέξοδου και τότε, κάποια στιγμή, θα εμφανιστούν δυο αντίπαλοι με ηγετικές φιλοδοξίες.Ο ένας θα αντιπροσωπεύει την ιδέα της απόδρασης από το σπίτι. Ο άλλος την ιδέα της οργάνωσης της ζωής μέσα σε αυτό. Οι υπόλοιποι θα παραμείνουν αδιάφοροι. Αν εξαιρέσουμε το γεγονός ό,τι δεν τους έχει περάσει καν από το μυαλό, η σκέψη της κατάστασης που βρίσκονται, πράγμα διόλου απίθανο, θα παραμείνουν σε μια παθητική στάση, σαν αυτή που μας έχει συνηθίσει η μάζα ανά τους αιώνες. Ο ρόλος των δύο αρχηγών, είναι να επηρεάσουν όσο πιο πολλούς γίνεται ώστε να πραγματοποιηθούν οι στόχοι τους. Αρχικά δεν αποκλείεται να πιαστούν και στα χέρια.Αν και όταν ξεπεράσουν το βαρβαρικό αίσθημα επικράτησης δια μέσου της βίας, που σας πληροφορώ γρήγορα θα εγκαταλείψουν αυτήν την ιδέα γιατί δε συμφέρει-κουράζει το σώμα και εξασθενεί τη σκέψη- θα προσπαθήσουν να πείσουν τους άλλους με άλλα μέσα, πιο ήπια, πιο οικονομικά. Ονομάστε το ρητορική, προπαγάνδα ή όπως εσείς νομίζετε. Το σημαντικό είναι ό,τι όντως κάποιοι από το κοινό θα ενεργοποιηθούν.Μερικοί θα πάνε με τον ένα, κάποιοι με τον άλλο και οι υπόλοιποι θα παραμείνουν ουδέτεροι. Τίθεται τώρα, το ζήτημα επικράτησης της ομάδας. Ε σας λέω, πως μετά τα πολιτισμένα τους ξεκοιλιάσματα και τις γλίσχρες εμφύλιες συρράξεις,η λογική θα πρυτανεύσει και πάλι. Μόλις που γεννήθηκε το κεφάλαιο της πλειοψηφίας! Το πόσο αργά ή το πόσο γρήγορα θα καταλήξουν σε αυτήν τους την απόφαση, σε αυτόν το τρόπο δράσης και χάραξης πολιτικής της ομάδας, εξαρτάται από τον αν οι συσχετισμοί δύναμης των αντιπάλων στρατοπέδων είναι ισοδύναμοι ή όχι. Αν όχι, ξεχάστε το ζήτημα της δημοκρατίας.Αν ναι, θυμηθείτε το. Υπάρχουν και άλλες παραλλαγές της ιστορίας της δημοκρατίας, αλλά σε γενικές γραμμές είναι αυτή. Αλήθινά.Το έχω σκεφτεί πολύ καλά αυτό που σας λέω. Κάποιοι, ενδεχομένως να έλεγαν ό,τι η δημοκρατία, είναι ο φασισμός της πλειοψηφίας.Ε, λοιπόν, τους απαντώ ό,τι είναι προτιμότερο από ένα φασισμό της μειοψηφίας.Εξάλλου, πάντα υπάρχει ένας σπόρος κακού μέσα σε κάθε καλό.Εκτός των άλλων,ξέρετε πόσο προκαλεί η αδιαφορία την αρσενικότητα. Εμείς σαν άνδρες που είμαστε, γνωρίζουμε αρκετά από τέτοιες συγκυρίες. Πάντα μας ερεθίζει κάπως περισσότερο από τις άλλες γυναίκες, εκείνη που μας αγνοεί.Ας το ομολογήσουμε. Ω ναι, ο στρόβιλος αδιαφορίας και αρσενικότητας αποτελεί τα βασικά συστατικά των επιτευγμάτων του ανθρώπου και χωρίς να θέλω να φανώ μισογύνης, του άνδρα! Εκείνες το μηδέν, εμείς το είναι! Ίσως για αυτό, επειδή έχουν τη γενναιότητα να φέρουν στις πλάτες τους το βάρος του μηδενός, να τις ζηλεύουμε και να τις αδικούμε τόσο. Προσαρμόζουμε όλες τις κοινωνικές ανισότητες εις βάρος τους, με κάθε τρόπο βίας, αιώνες τώρα. Μα ελάτε, δεν χρειάζεται να ντρεπόμαστε. Εξάλλου, η σκληρή αλήθεια είναι πως τις αδικούμε και τις καταπιέζουμε ακριβώς γιατί στην ουσία τις ποθούμε τόσο που φοβόμαστε τη ζωή χωρίς εκείνες. Βλέπετε εμείς δεν γνωρίζουμε από μηδέν .Δεν γνωρίζουμε πως να απορροφούμε παρά μόνο πως να εκπέμπουμε, οτιδήποτε κι αν είναι αυτό.Μας εμποδίζει η αδηφάγα αρσενικότητά μας για κάτι τέτοιο.Τώρα πια, ας το παραδεχτούμε έντιμα. Εμείς είμαστε τα ξιπασμένα γουρούνια και εκείνες τα σεμνότυφα ξέκωλα.
Ο
Όλα τα συστήματα αξιών, ήταν και θα είναι δυνητικά προσαρμοσμένα με βάση τη Γυναίκα.
Αριθμοί που τρέχουν γύρω απ’ το μηδέν οι Άντρες είναι…
Ο
Συγχωρήστε με. Καμιά φορά ξεφεύγω και πλατειάζω. Τώρα, ίσως φταίει η κοκαΐνη . Κάνει περίεργο συνδυασμό με το ποτό. Μη το παίρνετε σα παράπονο, αλλά σαν προειδοποίηση. Μου φαίνεστε αρκετά συμπαθής. Σε καμία περίπτωση δεν θα ήθελα να πεθάνετε από πλήξη. Καλύτερα να αυτοκτονήσει κανείς έτσι απλά, παρά να μαραζώσει και να πεθάνει από κατάθλιψη. Δίχως άλλο, η αυτοκτονία, ενέχει κάτι το ηρωικό, ενώ η κατάθλιψη όχι. Δοκιμάστε κάποτε να αυτοκτονήσετε και θα καταλάβετε τι εννοώ. Ίσως αστοχήσετε εξ επαφής, ίσως το σκοινί δεν αντέξει το βάρος και σπάσει, ίσως το ποντικοφάρμακο που ήπιατε να μην σας προκαλέσει απολύτως τίποτα πέραν από μια μικρή ξινή γεύση στη γλώσσα αφού με όλα αυτά που τρώμε εδώ στη πόλη έχουμε πάθει όλοι, κάποιο παράξενο είδος ανοσίας. Ίσως την ίδια ώρα που πέφτετε από τον έβδομο όροφο μιας πολυκατοικίας, να περνά από το δρόμο ένα φορτηγό με στρώματα ή με απορία αργότερα ανακαλύψετε ό,τι ο θερμοσίφωνας του σπιτιού σας, δεν έχει ζεστό νερό, να μπείτε στη μπανιέρα, να μουλιάσει το δέρμα στις φλέβες σας και…και το νερό είναι τόσο κρύο….μπρρρ! Ίσως πάλι, μετά από όλες αυτές τις προσπάθειες απόπειρας, με δέος ανακαλύψετε πως ο εαυτός ,σας χρεώνει ένα σημαντικό μερίδιο στις οικτρές αυτές αποτυχίες. Η αυτοκτονία αγαπητέ μου, αποτελεί την τελευταία ηρωική πράξη ενός άνδρα που μισεί τη φυλακή του. Κατ εμέ, είναι μια ύστατη, μεγαλειώδης πράξη τέχνης. Ενώ η κατάθλιψη είναι κάτι το ασυγχώρητο. Πραγματικά. Είναι το χειρότερο είδος θανάτου που υπάρχει. Είναι πανεύκολο να την αποκτήσεις πια. Ω! Τέτοιος θάνατος δεν ταιριάζει σε κανένα άνθρωπο. Αυτό που εγώ φοβάμαι είναι ο θάνατος από μοναξιά. Να μην ενδιαφερθεί ποτέ κανείς για εσένα είναι κάτι συνηθισμένο.. να πάψει όμως να ενδιαφέρεται ο εαυτός για τον εαυτό τη στιγμή που βουλιάζει και καταρρέει αργά, βασανιστικά μέσα στο αυχμηρό και αβυσσαλέο κενό ενός άδειου βλέμματος …αυτό είναι πραγματικά τρομαχτικό. Πλην όμως, είναι ίσως ο πιο έντιμος και σκληρός θάνατος. Θα έχετε ίσως ακούσει εκείνη την παράξενη ιστορία, για τον κακομοίρη εκείνον, που «κάθονταν» νεκρός στο γραφείο του για 5 ολόκληρες ημέρες ! Όχι?! Αλήθεια, πιστεύετε ότι μπορεί να πεθάνετε πάνω στο γραφείο σας και να μην το πάρει χαμπάρι κανένας από τους συναδέλφους σας και πέραν τούτου ούτε καν ο ίδιος σας ο εαυτός? Ε… λοιπόν, κάπου εκεί έχουν φθάσει τα πράγματα στο καιρό μας. Τώρα πια, τα αφεντικά εκείνης της μεγάλης εκδοτικής εταιρείας, το μόνο πράγμα που προσπαθούν να καταλάβουν είναι το γιατί κανένας από τους υπαλλήλους τους δεν κατάλαβε ότι ένας συνάδελφός τους «καθόταν» νεκρός στο γραφείο του για 5 ολόκληρες ημέρες. Ο George T. που εργαζόταν σε εκδοτική εταιρεία με έδρα τη Ν. Υόρκη, υπέστη καρδιακή προσβολή στο γραφείο του, έγραψαν ψυχρά οι πρωινές εφημερίδες. Ο 51-χρονος άντρας που το γραφείο του βρισκόταν σε ανοικτή αίθουσα με 13 ακόμα άτομα, πέθανε Δευτέρα και μια καθαρίστρια το πρωί του επόμενου Σαββάτου, ανακάλυψε ένα σκουπίδι παραπάνω, διαφορετικό απ όλα τα υπόλοιπα.. Ανακάλυψε έναν νεκρό άνθρωπο! «Ο George T. ήταν πάντα ο πρώτος που έφθανε το πρωί και ο τελευταίος που έφευγε αργά το απόγευμα. Έτσι, δεν ήταν παράξενο να τον βλέπεις να κάθεται μονίμως στο γραφείο του. Ήταν πάντα απορροφημένος στην εργασία του και δεν μιλούσε πολύ.», δικαιολογήθηκε με καμάρι ένα από τα αφεντικά του George T. Σύμφωνα με την ιατροδικαστική έκθεση ο εργαζόμενος ήταν νεκρός για 5 ολόκληρες ημέρες και καθόταν στο γραφείο του όπου εργαζόταν πριν τον εντοπίσουν. 5 ολόκληρες μέρες! Το φαντάζεστε αγαπητέ? Eσείς τώρα νομίζετε πως υπάρχει κάποιο ηθικό δίδαγμα σε τούτη την μακάβρια ιστορία. Ακόμα κι αν υπάρχει όμως, σίγουρα δεν σας συμβουλεύω την τεμπελιά. Μην δουλεύετε πολύ σκληρά γιατί έτσι κι αλλιώς κανείς δεν το παίρνει είδηση…Χα! Όχι, όχι! Αστειεύομαι βέβαια. Το θάνατο από μοναξιά προσπαθώ να γκρεμίσω. Δίχως άλλο, σε κάθε θάνατο ταιριάζουν πυροτεχνήματα και όλοι πρέπει να στρέψουν το κεφάλι τους προς αυτό το γεγονός τότε. Αλλιώς…Ω, συγγνώμη, έρχονται πάλι αυτά τα κενά, το νιώθω. Τότε χάνομαι. Ναι. Καμιά φορά, χάνομαι…
Ο
«Στης όασης,σε μιας όασης αλήθεια, δρόμος, έρημος, λιμάνι, παράνομα φορτία, σκουριασμένα πλοία, εισέρχομαι στης μαγεμένης θλίψης το τραγούδι.
Στης όασης, σε μιας όασης αλήθεια, περιμένω το Μάγο, πλανευτή-σηκωτή, περιμένω Βασιλιά-Περιμένω τα Σκουλήκια του έρωτα, θηλυπρεπή αμήχανα, περιμένω τη Σκιά μου, περιμένω όλα να γίνουν, ένα συνεχόμενο κοσμικό ρίγος συνουσίας, αστρικά ηχηρά κυώντας ,άσπρη μέθη σε άγριο άλογο χωρίς όνομα επάνω, ρίχνοντας χαστούκια στο Τίποτα. Μάνα σκιά και σκιάς πατέρας, έκσταση, αδηφάγοι, σπέρμα στο γκρίζο πουκάμισο, μπροστά σε Καθρέφτη Στεκόμενος, ερωτήσεις ποθητότητας πάντα, αναθαρρεύοντας στα μικρά σενάρια των Ερώτων, Ξεθάβω τα ΄Ονειρα, τα βγάζω στο φως, σπάω απ το ρίγος του ανεκπλήρωτου και τα ξαναθάβω βαθύτερα… Τί καθαρά και όμορφα φαίνονται εκεί, στα μαύρα σκοτάδια… Είμαι το θαμμένο μου όνειρο?
Θάλασσες οργής με γλύφουν, σε γλύφουν, τον γλύφουν, μας γλύφουν, σας γλύφουν, τους γλύφουν. Γλύπτες! Μεταμορφώνουμε τη Σκέψη, παραμορφώνοντάς την… Το υποουράνιο κέντρο της Πόλης, ποτέ δεν ψεύδεται :φωτεινά πολυκαταστήματα, πινακίδες strip shows, κλάξον, βρισιές, άρρωστα μεθύσια, κλειδωμένοι στα σπίτια, πορνόγεροι του πάρκου, τσιμπήματα, τρυπήματα, βιασμοί, φόνοι, επαιτεία, εποπτεία, εξακρίβωση, προσαγωγές, προαγωγές. Τα ανεστραμμένα θέατρα της φρίκης ουρλιάζουν: το κοινό υποκρίνεται Τέχνη. Ιδού οι ιερομητρικοί σύνδεσμοι του ανίερου, με αναστροφές, αντιστροφές και πλάνη!
Ω! Σώμα γυμνό,τη Νύχτα ονειρεύεσαι, δεν είναι η ντροπή που είναι, το σώμα γυμνό όταν είναι… Τα ρούχα είναι αδιάφανα κι αδιάντροπα χυδαία…
Η πύελος των αισθήσεων, κλεμμένη από τις αρετές των ζώων, γέννησε τον πολιτισμικό Έρωτα:Πορφυρός λαιμός, Βραχνή φωνή ,Μεγάλα αυτιά,
Ματωμένα Μάτια , Ελαφρύ πάτημα …Αν είχα να διαλέξω ανάμεσα στη Λήθη και το Θεό, θα προτιμούσα το Διάολο και την Αλήθεια! Το ψέμα βρίσκεται ακριβώς στη μέση: Ζούμε ως Νεκροί ή ως Αγέννητοι!
(Υποσημείωση για τους μη-πείθοντες. Μια έγκυος ξεκοιλιάζει μια Άλλη.
Γεγονός. Πως εξηγείται αυτό το θεώρημα ακρότατων μ’ανθρώπινο κριτήριο…)
Πυγολαμπίδα της Θέλησης,σκυρτάς απαλά,στο ηβικό χνούδι μέσα,στα κοσμικά γαμήσια του σύμπαντος πετώντας,πετώντας χαλίκια σε τίγρεις και πάνθηρες,αναζητώ την ανάσα του μεταξιού,στα μυρωδικά χρώματα και τις λαξεμένες ηδονές,στα ξεπετάγματα αλαλαγμών ,πάνω σε γέφυρες που συναντιούνται τα φιλιά των Ερώτων νωρίς πρωί.Πάντα γύρναγες τη πλάτη σε ΄Ολα στο Τέλος ..Γιατί?΄Ετρεχες πάντα γρηγορότερα, Μέδουσα, Εσύ πόρνη,
πουτάνα,γαμιόλα…Αγάπη μου!
Σώμα γυμνό εσύ, Μέθη ονειρεύεσαι,δεν είναι γυμνό που είναι,το σώμα όταν είναι, τα ρούχα είναι ενοχές, των αρπακτικών ντροπή εξουσίες.
Διδάσκουν την αρπαγή του έρωτα, η πατρίδα της Ευτυχίας ανακηρύχθηκε Αγάπη, η Αγάπη σχετίστηκε με το Χρόνο, αχ, μας διδάσκουν την κλοπή του Έρωτα! Διδάσκουν την κλοπή του εαυτού μας!
Έδειξαν έναν ΄Ερωτα υπό μορφή πολεμικού λάφυρου! Να κατασκευάζουμε λένε τοίχοι αποκλειστικότητας και ιδιοκτησίας,απολαμβάνοντας τα τραγικά μας κορμιά, σε λευκά κελιά απομόνωσης, κάνοντας τσουλήθρα στο Χρόνο επάνω,
δια-σκεδάζωντας,αισθητά ποιώντας την μοναξιά, καταδικασμένα ζώντας, ένας ανάμεσα σε όλους, όπως κάνουν οι ξένοι!
…Ορίστε λοιπόν ένας άλλος ορισμός της Περιουσίας : Στο εξής περιουσία να σημαίνει, φτιάχνω γύρω από την Ουσία, τα τείχη της φυλακής του Εαυτού.
Ενοχές ορμών-ψυχανάλυση
Ενοχές ορμών-συστημική προσέγγιση
Ενοχές ορμών…Γεια σας, είμαι ο Ερωτευμένος και είμαι εγκλωβισμένος, και πρέπει να πληρώσω ένα γερό μπαξίσι για να δραπετεύσω!
Σώμα γυμνό εσύ, πως κατοικείς τις Νύχτες και στην αθώα στύση ξέρω… σκιρτήματα διαλέγεις και κρυφτό διάθεση που έχεις, κούνια ή αίστυση, ον ερωμένης γλυκό ή, -ον μελομένης πικρό, χαριτωμένα άτσαλα από νούφαρο σε νούφαρο πηδώντας, σε 100 ήχους ανάμεσα, στον πιο φάλτσο… γύρνα ξανά!
Αναπάντεχο, ελαφρό μειδίαμα της δράσης, ακτίνα Φωτός θολή και ζαλισμένη Ελευθερίας σκιά , από ανάγκη ρωτάμε ,πώς θα μέτα-ανακαλύψουμε το Ρομαντισμό του Συμβάντος! Αχ, τι μέλλον κυλιέται όλο ευχαρίστηση, στα λευκά σεντόνια του ζώντος Χρόνου ?
Έχω ένα τρόπο να σκοτώσω το Χρόνο..Στρογγυλοκάθομαι στο λουλουδάτο μου καναπέ, τρώγοντας κύτταρα καλαισθησίας. Τρώγοντας, παρακολουθώντας ζωές άλλων. Τετράγωνη μαύρη οπή 17 ιντσών, σιωπώ εν ΤV, κι ο τίτλος του θανάτου μου είναι :Ακούω τον άνεμο να κροταλίζει μέσα από τα αγκάθια της ερήμου συμπυκνωέρποντας σε έναν ελάχιστο κυλινδρικό όγκο γιατί με λύσσα εφορμά προς τα περίφημα πέπλα του ουρανού καταπίνοντας τον ήλιο…η απουσία μου.
Υπόστεγα της σήψης. Κάθομαι στη σκιά της σκιάς. Επιδεικτικά ανέβλυσαν Σιντριβάνια της πλήξης, Σκόνη και σύννεφα τρέλας πάνω απ’ το κεφάλι. Ναρκωτικά Οκτάωρα, ο τρόπος να κάνεις συλλογή κοινωνικών ρομπότ, παραγωγή ηλεκτρικού ρεύματος ανθρώπων…
Εύκολα δάνεια, πιστώσεις, πιστωτικές, φιλικό τηλεφώνημα από άγνωστο τραπεζίτη (για κάποια γνωστοποίηση) , πακέτα προσφορών, χρέη, φως, νερό, τηλέφωνο, ενοίκιο…ΕΛΕΓΧΟΣ…Μπράβο καλό μου σκυλάκι… καλό…
καλόοο… πάρε και το κοκαλάκι σου… Βιαστικό περπάτημα…
Αλήθεια, τα έχω ανάγκη όλα αυτά? Ναι, τα έχω ανάγκη!Σίγουρα ναι! Ω ναι!
Ξανά…ένα στίχο ξανά :» Πληρώνεις ενοίκιο,πληρώνεις νερό,πληρώνεις τηλέφωνο, ξεχρεώνεις τα δάνεια….Το Φως?
Το Φως…το πληρώνεις???»
Κάθομαι κάτω από υπόστεγα σήψης.Κάθομαι στη σκιά της σκιάς..ανάβλυσαν επιδεκτικά, Σιντριβάνια Σκόνης και σύννεφα τρέλας…………………..
«Oι ερωτικοί χυμοί στερεύουν, ηλιακές καταιγίδες, ηλεκτρομαγνητικά πεδία, ραδιενέργεια, ραδόνιο, διοξείδια, μονοξείδια, τοξίνες, πλαστικό, Κάρβουνο και Αμίαντος.
Δεν φταίει η πανσέληνος…. Επικίνδυνα φωτόνια διαπερνούν τον εγκέφαλο. Παράνοια, Διάλυση Παραίτηση… το φορτίο της ζωής ενός πομφόλυγα!»
Ο
Ελπίζω να μην σας άφησα πολύ ώρα μόνο σας. Μην ανησυχείτε. Είμαι πάλι εδώ.
Επανήλθα δρυμήτερος. Ακούστε. Ακούστε.Θυμάμαι μια νύχτα περιπλάνησης, σαν αυτή που υποκριθήκαμε μαζί πρωτύτερα. Ναι. Μπορώ να σας τη διηγηθώ.
Ήταν τότε, περπατούσα, στους δρόμους της πόλης με ένα γνωστό τρόπο. Είχα αγοράσει από μια κάβα ένα μπουκάλι Havana και ένα γυάλινο φλασκί Unicum για να με ζεσταίνουν και να κόβει λίγο το κρύο. Τα είχα κρύψει σε μια χαρτοσακούλα, για να μην φαίνονται. Δεν μου αρέσει να αποτελώ στόχο. Όχι, μισώ το πλαστικό. Δεν συνάδει με τους νόμους της αισθητικής μου. Δεν είχα κάποιο συγκεκριμένο στόχο του τι έψαχνα ή τι ακριβώς αναζητούσα.Απλά περπατούσα. Σκεφτόμουν μάλιστα- ναι, που και που οι άνθρωποι σαν κι εμένα σκέφτονται-μήπως έβρισκα να έπαιρνα λίγο ηρωίνη, να με συντροφεύει εκείνη η μυστήρια ευφορία της,καθόλη τη διάρκεια του περιπάτου.Ε λοιπόν, βρήκα από ένα περαστικό πρεζάκι 1 γραμμάριο, αλλά δεν ήταν τόσο καλό. Είχε πολλά οξέα που έκαιγαν τη μύτη και επιπλέον όλα εκρηγνυόνταν αρκετά γρήγορα μέσα στη ρινική κοιλότητα, τόσο που δεν προλάβαινες να ξύσεις την ηδονή και να συνειδητοποιήσεις την γλυκιά αηδία της ύπαρξής της. Η πίκρα της ηρωίνης που κατεβαίνει από τα ρουθούνια και παραμένει στη γλώσσα, είναι πραγματικά η πιο υπέροχη αηδία του κόσμου! Καθολική και απόλυτη!

Ο
-Ναι… γεια σας, μια coca-cola θα ήθελα…
Ο

-Ποιοι είναι αυτοί και γιατί έχουν μαζευτεί κάτω από εκείνο το υπόστεγο,
αναρωτήθηκα σιωπηλά …
-Δείτε γυμνό τον εαυτό σας στο καθρέφτη, πριν πεθάνετε ή ακινητοποιηθείτε εντελώς… Δυνάμεις του Βάλτου συρρέουν στα κεφάλια σας. Γεύεστε όλοι το μποστάνι της ντροπής…
Ένας παππούς, με μια τεράστια κάτασπρη γενειάδα, στεκόταν πάνω σε ένα σάπιο βαρέλι ή έτσι μου φάνηκε. Κραύγαζε με δεικτικό τρόπο στο κοινό. Είχε ένα παράξενο ρουχισμό θυμάμαι, και το θυμάμαι γιατί μου έκανε μεγάλη εντύπωση. Φορούσε μπερδεμένα ρούχα, ρούχα φτιαγμένα για διαφορετικές δεκαετίες. Παντελόνι με καμπάνες όπως πρόσταζε η μόδα τη δεκαετία του 70, μπουφάν flight του 80` σαν εκείνα που φορούσαν οι ξεσηκωμένοι ανθρακωρύχοι του Newcastle το 78’ και, σκουφί σαν εκείνα τα περίεργα που φοράνε οι μπασμένοι στα κόλπα νεολαίοι με την μακριά κορυφή που φτάνει ως κάτω στη πλάτη. Αν θυμάμαι καλά, κάτι τέτοιο υπήρξε ως χειμωνιάτικη μόδα που κυριάρχησε στα μέσα της δεκαετίας του 90` .Τα παπούτσια…. ήταν εργατικά… Ναι, τα εργατικά παπούτσια, νομίζω ό,τι ποτέ δεν άλλαξαν. Περιβάλλονται πάντα από μια συγκινητική ασχήμια.. Πάνω κάτω, αυτός ήταν ο ρουχισμός του παππού. Το παζλ του Αη Βασίλη! Γελάτε ε? Είναι εύκολο ξέρετε, να σαρκάζουμε τις αδυναμίες των άλλων, πολύ περισσότερο τα επιτηδευμένα-κεφάτα σχόλια που αφορούν στο αντικοινωνικό του παρουσιαστικού τους. Το ξέρω. Το κάνω και γω. Από κακία σίγουρα. Μα είναι γελαστή κακία σας είπα! Η κακή μου πίστη! Εξάλλου, η όψη του, όντως είχε κάτι περίεργο.Φαινόταν ταλαιπωρημένη στο χρόνο.Το δέρμα του προσώπου ήταν μαύρο από τη βρώμα,αν και λευκό. Σε έκανε να νομίζεις ότι αυτός ο γεράκος,θα καθόταν επί μήνες στον καλοκαιρινό ήλιο προκειμένου να αποκτήσει το ζηλευτό χρώμα. «Προφανώς πρόκειται για άλλη μια από εκείνες τις συμπονετικές φιγούρες των φαναριών.. η ράτσα των άστεγων», σκέφτηκα κάπως πρόστυχα και κυνικά. Αλήθεια, γιατί να μην ζητάμε απόδειξη παροχής υπηρεσιών επάνω στην αποτυχία? Ξέρετε,εδώ στην Ελλάδα, έχουμε μια πολύ φοβερή συνήθεια. Χαιρόμαστε με την πτώση του διπλανού μας. Θα το έχετε παρατηρήσει άλλωστε. Ακόμα και όταν κάποιος άγνωστος περαστικός, σκοντάψει επάνω στο κάδο με τα σκουπίδια, το σπαρακτικό μας γέλιο, τον παρομοιάζει με βρωμερή χαρτοπετσέτα που δυστυχώς δεν έπεσε μέσα του. Τί μίασμα! «Βλαξ!Χαχα!Έφαγε τα μούτρα του ο ηλίθιος!» .
-Σας τοποθετούν στο περιττό, σε παγκόσμιες πόλεις καλωδιωμένες με την αυχμηρή συνήθεια της υποεπιβίωσης.Σας δίνουν τόσα,ίσα ίσα όσα για να τους έχετε ανάγκη και το πρωί που ξυπνάτε,τη στιγμή που πίνετε το ζεστό καφεδάκι στην όμορφη κουζινούλα, η Καρδιά σας είναι κι όλας νεκρή.Σας δίνουν την αξιοπρέπεια της ανάγκη σας και σεις φωνάζετε ζήτω,την ίδια στιγμή που θα μπορούσατε να τα έχετε όλα… Νομίζετε ότι θρέφετε τις φαμίλιες σας? ΜΑ είστε ηλίθιοι λοιπόν? Το ιδιωτικό τέρας συντηρείτε.Το κράτος και τη Βία!Τα πιο φοβερά σκυλιά του Δία! Ποιος προνοεί για τον αδύναμο?Σας δείχνουν έναν τυχερό αδυναμίας στη τηλεόραση και ο πρωθυπουργός τρέχει να παραστήσει τη Μητέρα Τερέζα της ευαισθησίας.Τον βγάζουν φωτογραφίες,του παίρνουν κατευθυνόμενες συνεντεύξεις,πασάρουν και μια καλομαγειρεμένη γαλοπούλα των Χριστουγέννων μπροστά από το πτωχό πλάσμα και νομίζετε ότι ο κόσμος έγινε καλύτερος? Ποιος προνοεί για το πρεζάκια? Που είναι οι κοινότητες θεραπείας? Χτίζουν μια στη γειτονιά και κατουριέστε πάνω σας. Ο πολιτικός τρέχει να σας υποστηρίξει και σεις τον ανεβάζετε στη κυβέρνηση γιατί τάχα στήριξε τη δίκαιη διαμαρτυρία σας?
Μπράβο,αναβαθμίσατε τη γειτονιά σας έτσι?Νομίστε το…Στα μάτια μου,παραμένετε Αμόρφωτοι βλάχοι και μορφωμένα ναυάγια! Μια συλλογή φοβισμένων
ηλεκτροσυγκολητών,ψαρεμένων ψαράδων,παραγκωνισμένων σκουπιδιάρηδων και εγκλωβισμένων ανθρακωρύχων.Θέλετε ως ξεφυσώντα υπερφυσικά παγώνια, να κάθεστε πίσω από τη μπάρα,πίσω από τον υπολογιστή ή πίσω από τη κάμερα,εσείς ηθοποιοί της κακιάς ώρας!Ακόμα ραγιάδες είσατε!Ποιο από σας θα βγει Μπροστά?
Το τελευταίο που είπε ο συμπαθέστατος εξεγερμένος γέρος δεν το κατάλαβα.. Ωστόσο, αυτό περί ψαρεμένων ψαράδων το απόλαυσα δεόντως. Με έκανε να σκέφτομαι μια φίλη, τη Βέρα , που τα εσωτερικά της στοιχεία πληρούν τη Γυναίκα τύπου #1,και που δυστυχώς για μένα, τα εξωτερικά της πλην του προσώπου και των υπέροχων μαλλιών της όχι. Όπως εκείνη η τηλεφωνική συνομιλία που είχα μαζί της ένα βράδυ. Είχα θαυμάσει τη λαχτάρα της για εμένα, όταν μου υποσχέθηκε να φροντίσει να αδυνατίσει, ώστε να εκπληρώσει τη σπανιότητα της Γυναίκας εκείνης, που το να της δωρίσει κόσμημα κάποιος, μόνο ως προσβολή στη Φύση θα μπορούσε να νοηθεί! Μόνο η ευφυΐα Σάρκας και Σκέψης δωρίζεται σε τέτοιες Γυναίκες χωρίς να θεωρείται ιεροσυλία! Φανταστείτε την έκπληξή που πήρα όταν ένα άλλο βράδυ, μετά από αρκετούς μήνες, γυρνώντας αργά το βράδυ σπίτι και έχοντας προεξοφλήσει τις βραδινές μου ματαιότητες με τους θαμώνες της νύχτας, εμφανίστηκε εκείνη στο δρόμο μου τυχαία, αγκαζέ με κάποιο συνοδό. Ύστερα από μια σκληρή αλλά επιτυχημένη δίαιτα στην οποία είχε υποβάλλει τον εαυτό της φαινόταν θαυμάσια, μια κούκλα. Μια θεά, μια άλλη Βέρα με χαιρέτησε χαμογελώντας ως εξής: «Γεια σου εγκληματικέ μου Ποιητή!», είπε και έγειρε με μνησικακία το κεφάλι της στο μπράτσο του συνοδού της. Ένιωσα τιποτένιος, όχι ότι δεν είμαι, άλλο εννοώ, ένας νάνος. Θα πρέπει να είχε ονειρευτεί μια παρόμοια στιγμή, ίσως να την είχε παίξει εκατομμύρια φορές μπροστά από το καθρέφτη της, γιατί σας λέω δεν ήταν η Βέρα που γνώριζα. Ήταν κάποια άλλη. Αμέσως μετά όμως, αποτραβήχτηκε από το πλευρό του αντίπαλου κτήνους, είχε μαντέψει τη περιφρόνησή και το σνομπισμό μου. Αυτό ήταν, είχε πέσει στη παγίδα. Μετά την ακόλουθη φράση της φανταστείτε τη συνέχεια ως εξής: «Να σου συστήσω τον καλό μου». Δεν προλαβαίνει να την ολοκληρώσει όμως και τότε εγώ την αρπάζω και τη φιλώ στο στόμα. Αυτή ανταποκρίνεται για κάμποσα δευτερόλεπτα ξεφυσώντας το πάθος της μέσα μου, στο φιλί μας και, αμέσως μετά με χαστουκίζει. Το ίδιο και ο «καλός» της. Μου δίνει μια γερή γροθιά στο στομάχι. «Συγγνώμη» λέω ελαφρά γελώντας και φτύνοντας κάτω λίγο αίμα που έχει το σάλιο μου και φεύγω τρεκλίζοντας, ερεθισμένος σαν ναυαγισμένο κρουαζιερόπλοιο, κυριολεκτικά πνιγμένος στο γέλιο, παίρνοντας μαζί μου στο βυθό τις λεπτομέρειες της ιδιότυπης κρουαζιέρας.
Στο σημείο αυτό, ίσως θα ήταν προτιμότερο, να δοκιμάσω να σας διηγηθώ την ερωτική ιστορία με μια γυναίκα, που ούτε ο τύπος της, ούτε και ο χαρακτήρας της, εμπίπτουν σε κάποιον από τους τρεις τύπους που έχω κατατάξει τις ερωτικές μου περιπτύξεις και που επιπλέον, υπάρχει μια περίεργη σύνδεση με όσα μύρια σας εξιστορώ επί του παρόντος. Σύντομα θα αντιληφθείτε και σεις , πως μερικές φορές, κάποιες συμπτώσεις, παρά είναι ύποπτες για να μην υπάρχει κάποια βασική αιτία που να κρύβεται από πίσω τους και που να! τις οδηγεί θριαμβευτικά, είτε με τον ένα είτε με τον άλλο τρόπο, προς μια ενότητα. Παρεμπιπτόντως, δοκιμάστε να χαλαρώσετε λιγάκι. Θα σας κάνει καλό. Νομίζω πως ήδη σας έχω βαρύνει αρκετά, με όλα αυτά τα οχληρά γεγονότα που ξεστομίζω. Εξάλλου, ακριβώς επειδή ο έρωτας και ο θάνατος συνδέονται άρρηκτα μεταξύ τους, η φύση έχει βρει έναν ωραίο τρόπο να εξισώσει το βάρος αυτής της τραγικότητας. Κάνει να υπάρχει έρωτας που να μην περιέχει, λίγο έστω, μια δόση ελαφρότητας? Θα δείτε, τώρα, προς το παρών δηλαδή, θα σας κάνω να διασκεδάσετε λιγάκι. Ελάτε, φέρτε πιο κοντά το σκαμπό σας και ακούστε με.Δεν θέλω να μας ακούσει ο Δάσκαλος,είναι λιγάκι κουτσομπόλης. Συνήθειες των ναυτικών βλέπετε.Τρελαίνονται για ιστορίες. Τελικά,πρόκειται για άλλη μια ιστορία του Blues. Νομίζω πως ναι. Σε τούτο εδώ το τόσο μικρό και τόσο ασήμαντο για τη μόδα της πόλης μέρος, το μέρος των ποιητών και των Λύκων όπως θα ‘λεγε και ένας φίλος,συμβαίνουν οι πιο απίστευτες και κομψές ερωτικές ιστορίες της πόλης. Όπως είναι φυσικό όμως, κάθε ρομάντζο, περιέχει στο τέλος και λίγο από θάνατο.Βεβαίως, το τελευταίο νόημα του ερωτισμού είναι ο θάνατος. Θυμάστε τον μακαρίτη τον Bataιgie έτσι δεν είναι? Έτσι δεν διακύρρητε ?Αυτό όμως δεν σημαίνει πως μιλάμε για κάτι απαίσιο ή τρομακτικό που θα πρέπει να αποφεύγεται, εκτός αν δεν είστε διατεθειμένος να πληρώσετε το ακριβό του τίμημα.Δεν είναι άλλο από την απώλεια, αλλά ας υποθέσω πως το γνωρίζετε … Ο έρωτας είναι όμορφο πράγμα. Κάθε έρωτας και ιδιαίτερα στα τελειώματά του, μοιάζει να μας εξοικειώνει με το θάνατο. Κι ο θάνατος είναι ωραίο πράγμα κατά κάποιο τρόπο..Θα τολμούσα να πω ό,τι και ο θάνατος στα τελειώματά του, μοιάζει να μας εξοικειώνει με τη ζωή!Εξάλλου, αν μετά από κάθε μας περιπέτεια, κατορθώνουμε και γλυτώνουμε τα σίδερα της φυλακής,ωστόσο, όλοι μας ανεξαιρέτως, στο πέρασμα του χρόνου,δεν ανακαλούμε το παρελθόν με μεγάλη συγκίνηση ό,τι και αν έχει συμβεί? Το ξέρω αγαπητέ φίλε. Το ξέρω… Το παρελθόν είναι ισχυρότερο, αυτό είναι όλο.
Θυμάμαι λοιπόν, την ιστορία που μου είχε πει ο θείος Sam ένα σιωπηλό και αδιάφορο βράδυ σαν κι αυτό, εδώ στο Blues, για μια γυναίκα, μια παράξενη γυναίκα την Κωνσταντίνα. Ω μα την αλήθεια, πολύ παράξενη. Σαγηνευτική. Η Κωνσταντίνα, υπήρξε για τον θείο Sam, μια προτροπή που έφτανε μέχρι τα επίπεδα της έμπνευσης, περνώντας όμως,μέσα από την ίδια την εσωτερική ασχήμια του εαυτού της.. Μια μούσα και μια αντιπιξίδα ταυτόχρονα. Μαντέψτε που μπορεί να πρωτογνωρίστηκαν: Μα και βέβαια εδώ! Πού αλλού? Να, ορίστε, για την ακρίβεια εκεί στη γωνία, κάτω από τη φωτογραφία του Albert King, του πιο καταραμένου κιθαρίστα από όλους τους κιθαρίστες.. Λένε ό,τι πούλησε την ψυχή του στο διάβολο μ’αντάλλαγμα να γίνει ο καλύτερος…Δεν θέλει και ερώτημα. Φυσικά κι έγινε ο καλύτερος. Τα κομμάτια του λίγοι μπορούν να τα παίξουν… Δε νομίζω όμως, να πιστεύετε αυτές τις μεταφυσικές ανοησίες περί συναλλαγών με τον άρχοντα του κακού ? Παραδόξως,κι η ιστορία με την εν λόγω κυρία είναι κάπως καταραμένη αν όχι θλιβερή…Όπως ακριβώς και του κιθαρίστα μας. Ακούστε : Εκείνο το βράδυ, αυτή η όμορφη μελαχρινή, βρίσκεται με κάποιον μυστηριώδη και ίσως πνευματώδη τύπο. Συζητά μαζί του σε κάπως έντονο ύφος. Μα τι πως κατάλαβε πως ο συνοδός της είχε βάθος? Οποιοσδήποτε έρχεται στο Blues έχει κάτι σημαντικό να καταθέσει και επιπλέον,έχετε δει πολλούς να κυκλοφορούν στα bars με το «ουρλιαχτό» του Ginsberg παραμάσχαλα? Από την άλλη, η κοπέλα, δεν ταιριάζει καθόλου με την ατμόσφαιρα του μαγαζιού,όχι μόνο εξαιτίας του επιτηδευμένου και προκλητικού ρουχισμού της, αν και πια αυτός ο τρόπος, δεν συνιστά ασφαλή μέθοδο για να κρίνουμε την ποιότητα των ανθρώπων, όσο το ότι η ηρωίδα μας, δείχνει εντελώς έξω από τα νερά της. Από προσωπική εμπειρία σας λέω, όταν είχα αφήσει ελεύθερο το σκύλο μιας φίλης που μου τον είχε εμπιστευθεί για να πάει διακοπές,σε ένα απέραντο για τα δεδομένα του μεγέθους του λιβάδι,και ύστερα από δύο μήνες συνεχούς παραμονής στο διαμέρισμά μου, το καημένο το ζωντανό δεν ήξερε πως να τρέξει, να χαρεί και τελικά πως να ξεδιπλώσει τις σκυλίσιες αρετές του προς την ελευθερία.Έβαλε την ουρά στα σκέλια, κάθισε κάτω, στη μέση του λιβαδιού και δεν έβγαλε άχνα. Η στάση της κοπέλας,αυτό μου έφερε στο νου. Τη «στάση» του σκύλου και σας παρακαλώ, μην νομίσετε πως μιλώ με υπονοούμενα…
Ο θείος Sam την έχει προσέξει βέβαια αλλά δεν δίνει συνέχεια. Γενικά,είναι πολύ ντροπαλός με τις γυναίκες αν όχι δειλός, αλλά και ευγενικός με τα ζευγάρια. Όχι με όλα, αλλά με τα περισσότερα είναι… Πείθει τον εαυτό του να την ξεχάσει και στρέφει το κεφάλι του αλλού. Μετά από λίγο, ακούγεται το σπάσιμο ενός ποτηριού. Ο τύπος που ήταν μαζί της, έχει εξαφανιστεί λες και κυριολεκτικά άνοιξε η γη να τον καταπιεί. Εκείνη κάνει νόημα στη σερβιτόρα και παραγγέλνει μια άσπρη tequila με πάγο. Δείχνει ατάραχη αλλά δεν είναι. Κατεβάζει το ποτό με τη μια και ετοιμάζεται να φύγει βγάζοντας το πορτοφόλι της να πληρώσει. «…και γω που νόμιζα ό,τι θα σε έπειθα να γίνεις το θέμα του λευκού μου καμβά…»,πλησιάζει ο θείος Sam με άλλη μια άσπρη tequila και ένα white horse. «…μόνο ο ιμπρεσιονισμός με ενδιαφέρει…» του απαντάει θυμωμένα και κάνει να φύγει. O θείος Sam την σκουντάει στο μπράτσο κάπως δειλά με τον καρπό του χεριού και της λέει τρυφερά: «ε, τότε άσε με να σου μάθω τον εξπρεσιονισμό…βοηθάει στον πόνο…», «πού είναι το ατελιέ ?» , τον ρωτάει άμεσα εκείνη. Ο θείος Sam τα χάνει. Αρχίζει να μασάει τα λόγια του. «ε, εδώ λίγο πιο πάνω…αλλά…», «ωραία, πλήρωσε τα ποτά μας. Σε περιμένω έξω.» Πληρώνει, βγαίνει και αρχίζουν να ανηφορίζουν σιωπηλά. Πολύ αστείο.Δεν ανταλλάσουν ούτε ματιά. Μετά από λίγο φτάνουν. Μέσα στο εργαστήρι καθώς βρίσκονται,εκείνη γδύνεται, πετάει τα ρούχα της κάτω, κολλάει το γυμνό της σώμα στον τοίχο με τα πόδια σε μια περίεργη ημιανοιχτή στάση που σε κάνει να νομίζεις είτε ό,τι χορεύει, είτε ό,τι βρίσκεσαι από πάνω της, ξαπλωμένη κάπου ανάσκελα, σαν να κάνει έρωτα και του λέει: “Eίναι καλά εδώ? Έτσι?». Ο θείος Sam ορμάει να την σφίξει στην αγκαλιά του μα εκείνη, ψυχρή και απειλητική σαν αρχαίο παγόβουνο του λέει: «…ούτε που να το διανοηθείς παλιομαλάκα!Βγάλε τα πινέλα σου και άρχιζε να βάφεις γιατί αλλιώς θα αρχίσω να ουρλιάζω..». Ο θείος Sam σαστίζει. Φανταστείτε τη θέση του. «…λοιπόν,τι θα γίνει φίλε? Θα αφήνεις για πολύ ώρα ακόμα μια κυρία, να κρυώνει?»,συνεχίζει να τον προκαλεί. Τότε αυτός, πιάνει έναν τεράστιο λευκό καμβά και αρχίζει να ζωγραφίζει σα μανιακός,χωρίς πινέλο, χρησιμοποιώντας μόνο τα χέρια…Ο πίνακας αυτός, η περίφημη «ακτινογραφία της Κωνσταντίνας», τελειώνει το ίδιο βράδυ. Η Κωνσταντίνα ντύνεται, αργά, δεν ρίχνει ούτε ματιά στον πίνακα και μάλιστα, κρεμάει το ακριβό δαντελένιο στριγκάκι της επάνω στη γωνία του καμβά και φεύγει χωρίς να πει τίποτα. Ο θείος Sam βγαίνει στο κεφαλόσκαλο της εξώπορτας και καθώς παρατηρεί τη σιλουέτα της να χάνεται στο σκοτάδι,κόβει ένα κόκκινο τριαντάφυλλο από τα λουλούδια του γείτονα και τρέχει ξοπίσω της. Το προσφέρει.Εκείνη το παίρνει, το μυρίζει και το βάζει στην ροζ τσάντα της.Για την ακρίβεια το πέταξε εκεί μέσα.Δεν του άρεσε καθόλου αυτό του θείου Sam αλλά μάλλον το προσπέρασε. Τη ρωτάει φωναχτά και καλόπιστα: «…θα σε ξαναδώ?», «Δεν ασχολούμαι με τρελούς και ιδιαίτερα με χαμένους!». «Δεν ασχολούμαι με χαμένους? Με τρελούς?Γιατί είπε αυτό που είπε?»,αναρωτιέται εκείνος. «Δεν έριξες ούτε ματιά στο πίνακα…»,της ξαναλέει, «είμαι σίγουρη,πρόκειται για άλλη μια θλιμμένη αηδία.Όποιος δεν γαμάει,είναι κακόκεφος,έτσι παππούλη?», «Σε παρακαλώ γλυκιά μου, μη μιλάς με αυτόν τον τρόπο», «χάσου από μπροστά μου γελοίε μαλάκα»,απαντάει κακότροπα χωρίς ψυχρότητα αυτή τη φορά κι εξαφανίζεται.Μετά από αυτό, ο θείος Sam, πέφτει στην μαύρη τρύπα της ερωτικής του θλίψης. Έκανα πολύ καιρό να τον ξαναδώ. Δύο μήνες περίπου. Κάποια στιγμή δεν άντεξα και τον πήρα στο τηλέφωνο. Στην αρχή μου το έκλεισε. Ξαναπήρα. Μου το ξαναέκλεισε. Την τρίτη απάντησε. Του πρότεινα να περάσω από το εργαστήρι να του κάνω λίγο συντροφιά. Μου το απαγόρεψε δια ροπάλου. «Ας μην δεχτώ έναν Ποιητή στην πλαστική μου μέσα…» , είπε αινιγματικά. Τελικά τον έπεισα να συναντηθούμε αργά το βράδυ στο Blues. Περιέγραψε αρκετά αναλυτικά την ιστορία ως είχε, όπως ακριβώς και γω με τη σειρά μου σε σας. Θύμωσα και ερεθίστηκα αγαπητέ κύριε. Θύμωσα και ερεθίστηκα όταν άκουσα την ιστορία.Εσείς? Εσείς δεν θα θυμώνατε με την trendy αγένεια αυτής της γυναίκας?
Αλήθεια,ποιος είναι ο σκοπός της ζωή σας αγαπητέ κύριε? Να κάνετε παιδιά? Μα δεν κάνατε παιδιά? Είστε ένας σεβάσμιος πατέρας πια και επιπλέον ένας επιτυχημένος επαγγελματίας…Ή μήπως όχι? Η ανατροφή και το μεγάλωμά τους? Ω, μα ελάτε τώρα… Από τι θέλετε να κρυφτείτε? Τι προσπαθείτε να αναβάλλετε με τόσο κόπο και ιδρώτα? Όπως καλά γνωρίζετε, είμαι ποιητής. Όχι το σύνηθες είδος των ρομαντικών, γραφικών ηλιθίων που κυκλοφορεί εκεί έξω με τα γαρύφαλλα στο πέτο του ριγέ σακακιού τους ή την όψη της θείας από το χωριό. Στάζω από παντού πάθος και δηλητήριο. Διψάω για θάνατο και η αλήθεια είναι πως περιμένω το αναπάντεχο ραντεβού μαζί του με ζωντανό ενδιαφέρον. Αλλά γιατί σας τα λέω αυτά, ε?
Τις προάλλες, διάβαζα σε ένα άρθρο στην εφημερίδα, τη συνεύντευξη μιας πεζογράφου-δημοσιογράφου. Εξηγούσε το πως αντιλαμβανόταν την συγγραφή.
Διακύρρητε ό,τι είναι μια κατεξοχήν ιδρυματική συγγραφέας.Το εφηβικό της όνειρο ήταν να έχει φυματίωση και να ζει σε σανατόρια, με ένα κάρο κουβέρτες στα πόδια.Τα ιδρύματα συγγραφής είναι κατά κάποιο τρόπο σανατόρια, είπε. Μια ηπιότερη εκδοχή του γυάλινου «Κώδωνος» της Σύλβια Πλάθ. Η ασθένεια από την οποία σε προφυλλάσουν είναι η σύγχρονη ζωή.Όταν ζεις πολύ καιρό στο κόσμο παραλύεις και χρειάζεσαι αυτήν την ενδοστρέφεια.Έτσι κάποια στιγμή , στο ωραίο της σανατόριο, διάβασε μια παρουσίαση για το βιβλίο της, μα δεν κατάλαβε λέξη. Η υστερία της δημοσιογράφου που υποκαθιστά τη γλώσσα αναδύθηκε μεγαλόπρεπα, θυμίζοντας της τους οδηγούς που τσακώνονται στους αθηναϊκούς δρόμους βγάζοντας άναρθρες κραυγές. Είπε επίσης, πως όταν γράφεις, ξαναδιαβάζεις το κείμενο σου και, «βγάζει» νόημα.Έξω από το κείμενο, έξω από την πόρτα του προσωπικού σου σανατόριού, κανείς δεν καταλαβαίνει τι θέλεις να πεις.Στα λογοτεχνικά ιδρύματα όμως, ξεχνάς αυτές τις διαστρεβλώσεις, ξεχνάς την τηλεόραση, ξεχνάς την οργή των δρόμων,γιατί λέει, κατά τη γνώμη της μπορείς να γράψεις όχι πιο ανώδυνα, αλλά πιο αποστασιοποιημένα. Με πιο καθαρό μυαλό. Αμάντα Χ. Το όνομα της είναι Αμάντα Χ. «…τον εαυτό μας δεν θα τον ανακαλύψουμε σε κάποιο ερημητήριο αλλά στο δρόμο, στη πόλη, μέσα στο πλήθος, σαν πράγμα μεταξύ πραγμάτων, σαν άνθρωπο μεταξύ ανθρώπων…», «ερείπια αστεριών: μ’αυτά έφτιαξα έναν ολόκληρο κόσμο!», τα λόγια του Σαρτρ και τα λόγια του Niche, κύλησαν με χαρούμενο θυμό μέσα μου. Τα δόντια αυτών των προτάσεων, είναι τα ανίκητα όπλα μου αγαπητέ.Η αγιότητά μου.Ωστόσο, όταν διάβασα εκείνη την πενιχρή συνέντευξη,την αμέσως επόμενη στιγμή χρειαζόμουν ένα ποτό, όχι μόνο χάρην συμπόνιας προς τα λεγόμενα της, μολονότι θα έπρεπε να γελάσω από υπεροψία, αλλά ίσως επειδή μέσα στα λόγια της ανακάλυπτα ένα είδος ταύτισής με τον θείο Sam.Όπως κι αυτός, έτσι και γω, αρκετές φορές είχα νιώσει την ανάγκη να τρέξω να κρυφτώ στα προσωπικά μου σανατόρια, όταν ο πόνος και η δυστυχία παραμόνευαν.Λένε πως η καλύτερη άμυνα είναι η επίθεση.Δεν ξέρω κατά πόσο συμφωνείτε μ’αυτό ή όχι,και προσωπικά συμφωνώ μόνο με την μηχανική αυτής της πρότασης,αφού στο κάτω κάτω της γραφής, το βαθύτερο είδος συμφωνίας είναι στην ουσία διαφωνία.Θέλω να πω, πως με το να επιλέξει κανείς κάτι, αργά η γρήγορα θα οδηγηθεί στο αντίθετό του.Ποιος γνωρίζει πραγματικά την αξία της ελευθερίας, ο σκλαβωμένος ή ο ελεύθερος? Ναι, ναι,«…είμαι αυτό που δεν είμαι και δεν είμαι αυτό που είμαι!» , με παρόμοια συλλογιστική τώρα, είχα ανάγκη από ένα ηλίθιο μέρος,όπου να μπορώ να επιβεβαιώσω με τρόπο αποκαλυπτικό και σαφή το λιοντάρι της απόκλισης ,να νιώσω την ιταμή ευφυΐα μου μέσα σ’ ένα λιβάδι κενόδοξων προβάτων.Βρυχόμουν εσωτερικά. Έπρεπε να εκτονωθώ και επιπλέον, να ξεχάσω το πανέμορφο πρόσωπό της Αμάντας Χ. από τη φωτογραφία της εφημερίδας. Και τι καλύτερο, από ένα μέρος όπου συχνάζουν τα στιλιζαρισμένα σκλαβάκια της σύγχρονης εποχής? Balouxe! Παραλιακή! Η θάλασσα πάντα ξεβράζει πτώματα στις ακτές της!
Το ταξί σταμάτησε έξω από το Balouxe στη παραλιακή.Πλήρωσα τον ταξιτζή και κατέβηκα. Οι παρκαδόροι με κοίταξαν με περιφρόνηση.Δεν είχα αμάξι, ιδού το έγκλημά μου. Τους προσπέρασα επιδεικτικά και ίσως χαιρέκακα. Περπάτησα μέσα στους όμορφους κήπους του club σαν να ήμουν κομψό αερικό. Πάτησα στο γκαζόν. Ένας σκύλος κατουρούσε το πίσω λάστιχο μιας Πόρσε. «…εσύ στο δάσος θα ήσουν λύκος…» του είπα συνθηματικά καθώς έφευγα.Ο σκύλος έκλεισε με αδιάφορη ανακούφιση τα δυο του μάτια και έμεινε.Συνέχισε να ουρεί. Στην είσοδο, οι αστείοι γορίλες του club,δεν άφηναν τον κόσμο να περάσει. «…καιρός για τη διαβολική τέχνη…» είπα και συμφώνησα μαζί μου. Έσπρωξα ευγενικά το πλήθος, φόρεσα τη μάσκα της Σημαντικότητας και αρκετά εύκολα έφτασα στη πόρτα που φυλασσόταν από τους αστείους γορίλες. «Έχω ραντεβού με τον κύριο Leo» είπα φευγαλέα και κάπως αδιάφορα και ενθυμούμενος τη γκριμάτσα του τετράποδου φίλου μου λίγο πιο πριν έκλεισα με ανακούφιση και τα δυο μου μάτια σαν να τους κατουρούσα την Πόρσε… «Ναι,ναι, παρακαλώ » απάντησαν με δέος οι μπαλονάνθρωποι, προτρέποντας με να σπεύσω γρήγορα, τόσο που μάλιστα, έκαναν νεύμα στην κοπέλα με τα εισιτήρια ό,τι δεν χρειάζεται να πληρώσω. «Leo, δεν περιγράφεσαι…» είπα στον εαυτό μου και εκείνος χαμογέλασε συγκαταβατικά. Νομίζω, πως σε ότι αφορά τους «σφίχτες» , αδιαφορία συν φευγαλέο ισοδυναμεί με δεδηλωμένο και ισχύ!
Προχώρησα μέσα στο πλήθος. Ο μινιμαλισμός των επίπλων, έπιπλα με γωνίες, η επικράτηση του λευκού και του μωβ, με εντυπωσίασαν ομολογουμένως. Πρόσεξα τη μουσική. Συμπαθητική. G Pal. Έλληνας dj ηλεκτρονικής χορευτικής μουσικής. Χρησιμοποιεί το επαναλήψιμο στο ρυθμό, ως μέσο για την έκσταση και, παρεμβάλλει στο ενδιάμεσο παράξενους ηλεκτρονικούς ήχους για να καταδείξει μια αισθαντική ατμόσφαιρα, να δώσει έμφαση ή κάτι παρόμοιο. Καλό, αλλά την μεγαλοφυΐα της jazz δεν την φτάνει.Miles runs the voodoo down…δύσκολα νικιέται ένα παρόμοιο κομμάτι ή μια ανάλογη κουλτούρα..δεν θα συμφωνούσατε μαζί μου? Όχι λέτε? Τότε ίσως να πρέπει να ακούσετε το peaceful από το album: “in a silent way”. Εμπιστευθείτε με, ξέρω τι σας προτείνω… αλλά όμως αυτό, είναι μια άλλη κουβέντα.Εις υγείαν αγαπητέ φίλε…
Περιπλανήθηκα (ξανά) μέσα στο πλήθος. Αυτό, άλλοτε παγωμένο κι άλλοτε υγρό, έσταζε τον αισθησιασμό της μοναξιάς και του χορού, καρφωμένο στις θέσεις του, «το πλήθος στο πλήθος», σε σταθερή διάταξη παραταγμένο ίσως επειδή ο καθείς είχε νοικιάσει μια περιοχή ολίγων τετραγωνικών μέτρων για τον εαυτό του. Ναι, περιφερόμουν μέσα τους. Παρατηρούσα τους λυγισμένους καρπούς των χεριών, τις συσπάσεις του αγκώνα και τις τρεχάμενες γυναικείες γάμπες να ξεπηδούν μέσα από τα ανοιχτά ψηλοτάκουνα γοβάκια τους και να καταλήγουν προκλητικά μέσα, τρυπώνοντας στα κομψά τους φορέματά,να ψιθυρίζουν την έκφραση του ρυθμού μαγγανίζωντας, την ίδια στιγμή που τα νωχελικά φώτα του χώρου ζαλίζουν το μάτι και μεθούν τη σκέψη. Περιφερόμουν σα σοφός λύκος, παρατηρώντας το σεξ να συμβαίνει σε όλες του τις διαστάσεις και κατά κάποιο τρόπο, σκεφτόμουν χωρίς να σκέφτομαι, με ένα είδος κενής συλλογιστικής που συνεχώς αναδιπλώνεται μέσα στη ανυπαρξία του ίδιου του κενού. Το μόνο είδος ζωντανής πίστης που είχα, κάτι ενάντια στο πρακτικό-αδρανές που θα έλεγε κι ένας «φίλος», ήταν το ποτήρι ρούμι που κρατούσα σφιχτά στα χέρια μου. Όσο υπάρχει ποτό υπάρχει ελπίδα ε? Ναι, υποθέτω πως κάτι τέτοιο ένιωθα και γω, μέχρι τη στιγμή που την είδα να κάθεται μόνη, στη γωνία του club και να κοιτά τη θάλασσα μέσα από το τζάμι του τοίχου. Προχώρησα διακριτικά και αθόρυβα προς το μέρος της. Πλησίασα.

Ο
ΕΙΜΑΙ ΤΟ ΔΟΓΜΑ ΜΟΥ
Ο
Ήρθα να σ’ ερωτευθώ…
Χμμ…Άλλος ένας ερωτευμένος θαμώνας?
Όπως σου είπα, ήρθα να σε ερωτευθώ, δεν είπα ότι είμαι ερωτευμένος…
Α ναι?
– …θάλασσα …που ξεβράζεις τη γυναίκα μου…
– ωχ…(!) ήπιαμε πολύ έ?
– …οι ανάσες των λύκων…περίεργα μηνύματα…το σκυλί της φωτιάς ουρλιάζει…κάτω…απαλά γλιστρώντας… Ποτέ ίχνη…υπερκόσμιος…ένας
παρατηρητής…ο τελευταίος παρατηρητής…Το αρχαίο φιλί επιστρέφει…
– Ε…
-…στο χαμηλό πάθος της ζωής, η μορφή μας αιωρείται στη σκιά των λέξεων….οι
ανάσες των λύκων… γλιστρώντας μέσα της με κάθε τρόπο… Θέλω να μην θέλω…και πως μπορώ να ξεφύγω ?
-…μ’ αρέσει…
-Πήγαινε μέχρι την άκρη της πόλης, φωτογράφισε την χωρίς έλεος ζωή…
περιφρονούμε το στιλιζαρισμένο… πιστεύουμε στα δηλητήρια… στη σαγήνη… στον αυτοσχεδιασμό του έρωτα…
– …και συ μ’ αρέσεις, είσαι παράξενος…
-…πιστεύουμε στον αναπάντεχο έρωτα και τον ξαφνικό θάνατο…το μέλλον δεν περιέχει αγάπη. Ψεύδεται την υπόσχεση…ανάσες των λύκων…
-Πως σε λένε ?
-…επιστρατεύουμε όλη τη μέθη της σάρκας να διεγείρουμε ένα θεό…σε κάθε ανοιχτό παράθυρο γλιστρώντας… μ’επιποθούντα χείλη, χλευαστικοί μακάρια, αιμοδιψείς μακάρια, μακάρια σατανικοί, μακάρια ερωτικοί, παλμός μακάρια…
– Σ’ έχω ξαναδεί κάπου ?
– …γιατί είναι προτιμότερο να είσαι ένοχος…παρά αθώος!
– Είσαι ηθοποιός ?
– Ακόμα χειρότερα. Ποιητής! Χαχα! Δεν είναι ωραίο μωρό μου?
-Τι εννοείς?
– Να σε φλερτάρει ένας άγνωστος…δεν είναι ωραίο?
-Εξαρτάται…
– Οι δρόμοι της αισθητικής… οι τρόποι της αισθητικής… ένα ένστικτο είναι όλα, ύπαρξη λέγεται και προϋπάρχει της ουσίας…εγώ…εσύ… Leo, το όνομά μου είναι Leo.
-Χάρηκα πολύ. Αμάντα Χ. Γράφεις ?
– Ναι, σου είπα είμαι Ποιητής.
– Έχεις εκδώσει?
-Ποτέ! Χαχα! Εσύ?
– Ναι, γράφω μυθιστόρημα.
Ο
Το blues, είναι ένα καλό μέρος για να συμμαχήσεις με το διάβολο…
Ο
– μίλησέ μου…
-…είναι ένα ερωτικό μυθιστόρημα για μια γυναίκα που…
-Μίλησε μου για σένα…εννοούσα…
-…δεν θες ν’ακούσεις ,έχω την εντύπωση πως είσαι αγενής…
– Ν’ακούσω τί Αμάντα ? Για μια ακόμα γυναίκα συγγραφέα που γράφει μια ακόμα ερωτική ιστορία, από μια ακόμα οπτική και σκοπιά της γυναίκας?
-Τώρα είσαι πραγματικά αγενής…
– Τώρα είμαι το κάθαρμά σου…
-Tώρα…
-Τώρα έχω πολύ μεγάλη περιέργεια να νιώσω πως είναι να φιλιέμαι μαζί σου…
Έχω πολύ μεγάλη περιέργεια να δω πως είναι να τυλίγομαι γύρω σου, ο τρόπος του να σε φλερτάρω, να θέλω να συνεχίσω να σου μιλώ σαν να υποκαθιστώ τη μουσική… να θέλω να συνεχίσω να σου μιλώ και να μην μπορώ να σταματήσω.. δεν μπορώ… να ατολμώ να προσπαθώ… να σ’αγγίξω αχόρταγα, τόσα που τα δάχτυλα μου λυγίζουν και σ’αγγίζω με την άκρη του νυχιού μου στο μικρό σου αυτί… Άκουσε μωρό μου… είμαι εδώ, να χορέψω μπροστά σου, στο πιο όμορφο Τραγούδι λέξεων… να ζω και να ριγώ τριγύρω σου.Σε παρακαλώ, πες μου…πες μου όσο πιο αδιάντροπα κομψά μπορείς: Δεν είναι ωραίο ?
-Το ποιο?
– Να σε φλερτάρει ένας ποιητής… δεν είναι ωραίο ?
-Ωραίο?
– ναι… δεν είναι στην ώρα του?
Το επόμενο πρωί, δεν με ξύπνησε ένα έντονο άρωμα βανίλιας. Δεν με ξύπνησε το
πρωινό το ίδιο. Δεν με ξύπνησε ούτε καν η αγωνία της κατάρρευσης του εαυτού που παρατηρώ εδώ και καιρό να συμβαίνει .Σαν την αναστάτωση εκείνη, που οφείλει την ύπαρξή της στον άτακτο χορό των σκόρπιων σκέψεων,ίσως επειδή εξατμίστηκαν μυστηριωδώς από το κεφάλι, όπως συμβαίνει σ’ ένα ξεχασμένο ποτήρι σαμπάνιας άτσαλα αφημένο στον πάγκο του μπουφέ της χθεσινής ανιαρής δεξίωσης, αφού εσείς τώρα πια γνωρίζετε πολύ καλά, το έχω αναφέρει ουκ ολίγες φορές άλλωστε, η εκστατική διάσταση του εαυτού μου, δεν οφείλεται στην αλκοολική μου διάχυση αλλά στην ναρκοληπτική μου διάθεση για τα πράγματα. Ποιος δεν επιζητά την πρέζα του? Ας φανούμε ειλικρινείς έπ’ αυτού. Πράγματι, ποτέ δεν ξύπνησα νωρίς το επόμενο πρωί. Αντιθέτως, ξύπνησα, ως συνήθως, λίγο μετά τη δύση του ηλίου, αργά το απόγευμα. Για την ακρίβεια, ένιωσα ένα έντονο βλέμμα απορίας να με περιλούζει. Με έκανε να νιώθω νευρικά, ό,τι χειρότερο δηλαδή για ξεκίνημα. Έχετε ποτέ παρατηρήσει τον πάνθηρα που διατρέχει μίλια ολόκληρα στο στενό κλουβί του ζωολογικού κήπου, κινούμενος συνεχώς πάνω κάτω οξύθυμα, την ίδια στιγμή που τα αδιάκριτα μάτια του αγενή επισκέπτη τον εκνευρίζουν τόσο, που τον κάνουν να θέλει να ξεγλιστρήσει μέσα από τα κάγκελα του κλουβιού σαν μαύρο φάντασμα, να ορμίσει με άγριο πάθος πάνω στον αδαή υπερόπτη και να του ξεσκίσει τη καρωτίδα με δυο απλές κινήσεις? Κάτι τέτοιο. Το επόμενο πράγμα που θυμάμαι ήταν ένα ναζιάρικο πρόσταγμα : «…ω, ξύπνα επιτέλους κτήνος…!». «Δώσε μου ένα λόγο…», απάντησα εξίσου αφηρημένα σαν να μην απευθύνομαι σε κανέναν. «…θέλω να επαναλάβεις αυτό που μου έκανες χθες… αχ, ήταν ανεπανάληπτο, μοναδικό…ήταν η πρώτη φορά που…», «…καφέ έχει ?», διέκοψα τη φωνή.
Πρέπει να καταλάβετε… είχα ένα λόγο να φερθώ λιγάκι σκληρά στην Αμάντα Χ. Να της ξεσκίσω την καρωτύδα με δυο απλές κινήσεις. Να της φερθώ λιγάκι σκληρά… Αν ήμουν πάνθηρας? Σε κλουβί,δεν είμαι, δεν με νοιάζουν οι πάνθηρες.Μόνο αυτές οι δυο απλές κινήσεις τους… Εξάλλου,έπρεπε να εκδικηθώ τα αποστειρωμένα λόγια της συνέντευξής της. Όσο κι αν την γοήτευσα στην αρχή, δεν είχε καμία σημασία, αφού στο τέλος, τέλος που σαφώς ήταν ήδη κοντά, θα της προκαλούσα την γοητεία του αρνητικού πρόσημου. Κατά κάποιο τρόπο θα την ωθούσα ακόμη περισσότερο προς την βεβαιότητά της, να αγαπήσει ακόμα περισσότερο τα προσωπικά της καταφύγια, τα γελοία σανατόρια της, τους τόπους όπου οι δειλοί συγγραφείς κλείνονται για να αποφύγουν το φαινόμενο της ζωής. Η δυστυχία του να είσαι αυτό που είσαι είναι αφόρητη, στα δικά μου μάτια τουλάχιστον έτσι ακριβώς συμβαίνει. Υποθέτω πως και στα δικά τους κάπως έτσι είναι, με τη μόνη διαφορά ό,τι δεν έχουν την ικανότητα να περιγράψουν την αναπαράσταση των παθών τους. Βεβαίως κατόπιν εορτής, καταφθάνουν περίλαμπροι, χαρμόσυνοι παραθέτουν με τελεσίγραφο ύφος τα συγγράμματα τους, γιατί τα περισσότερα από αυτά μιλούν με καλά ζυγισμένη σοφία και ηθική για τη ζωή που διακηρύττουν. Σε αντίθετη περίπτωση, οι αμαρτωλοί διαφωνούντες, εισπράττουν ένα μεγαλοπρεπές, παράξενο χαστούκι που έχει και όνομα : «επίκληση στην αυθεντία» – η δήθεν απομόνωσή τους, υποτίθεται τους βοήθησε να έχουν καθαρή σκέψη επάνω στο φαινόμενο της ζωής.Ωραία δικαιολογία! Μα δεν θα ήταν πιο σωστά να λέγανε πως η απομόνωσή αυτή τους βοήθησε να έχουν καθαρή σκέψη έξω από την μοναδική εμπειρία της ζωής? Μα τι σας λέω τώρα.
Ας παραθέσω τον διάλογο της κρεβατοκάμαρας για να κατανοήσετε τι ακριβώς θέλω να αποδείξω :
-Σου έχω φτιάξει ήδη καφέ ποιητή μου, συνέχισε στοργικά.
-Καλοσύνη σου Αμάντα…Αμάντα,πες μου κάτι… είσαι πάντα τόσο δοτική με τους εραστές σου ? Θέλω να πω, καλά καλά δεν με γνωρίζεις… και συ μου συμπεριφέρεσαι σαν να ήμασταν μαζί μια αιωνιότητα.
-…πεινάς γλυκέ μου? Θέλεις να μας μαγειρέψω ή μήπως να παραγγέλναμε κάτι απ’ έξω να τρώγαμε?Είναι απόγευμα και δεν έχεις φάει τίποτα… Πρέπει να κουράστηκες χθες…
-Τί κάναμε χθες?
-Αχ μωρό μου, πώς το έκανες αυτό? Σε ένιωθα σαν να ήσουν δυο διαφορετικοί άντρες…
-Τι σε κάνει να νομίζεις ό,τι δεν ήσουν εσύ αυτή που ήταν δύο διαφορετικές γυναίκες?
-Τί εννοείς?
-Το φως… αλήθεια γιατί έκλεισες τη λάμπα μέσα σε αυτό το σιδερένιο κλουβί ?
-Σου αρέσει? Εγώ το έφτιαξα,μόνη μου.
-Κάλη προσπάθεια, αλλά αλήθεια πες μου, γιατί προσπαθείς να φυλακίσεις το φως?
Ο
Η πράξη ενός θεού, στα μάτια ενός διαβόλου, είναι πράξη ενός διαβόλου
Ο
-… που πας?
-…
– …φεύγεις?
-Ναι… αφήνω 70 ευρώ στο κομοδίνο. Τόσα δεν είναι η ταρίφα?
-Τί σημαίνει αυτό?
-Τι να σημαίνει αυτό Κωνσταντίνα? Πληρώνω αυτό που αγόρασα.
– Πάρε τα κωλολεφτά σου παλιομαλάκα…
-Βλέπω, αρχίζεις και αποκαλύπτεις σιγά σιγά το πραγματικό σου, πρόσωπο…Το ψέμα!
-Είσαι ηλίθιος…ρε? Τί σου έκανα και μου φέρεσαι έτσι ?
-Εσύ? Εσύ τίποτα. Εκτός από μια γελοία συνέντευξη δηλαδή, απολύτως τίποτα…. Η άλλη όμως?
– Ποια άλλη?
-Σου είπα Κωνσταντίνα….
-Μα ποια Κωνσταντίνα? Θα με τρελάνεις εντελώς?
– Γιατί, δεν είσαι ήδη τρελή ?
-Μη μου μιλάς εμένα για τρέλα!Ακούς? Ε? Ακουυυυυυυύς??????????? Γιατί με μισείς τόσο πολύ? Τί σου έκανα? …και τώρα, πως θα μπορέσω να γράψω με όλα αυτά ?

Ο
Ο Θεός συγχωράει το ψέμα, ο ποιητής ίσως…
Ο

Δεν ξέρω γιατί, αλλά οι γυναίκες τύπου 3#, γιατί τέτοια ήταν και η Αμάντα Χ ή Κωνσταντίνα και μην έχετε καμιά απορία εξ αυτού, όταν πικραίνονται πολύ, αρχίζουν να μιλάνε για άσχετα πράγματα, γεγονότα και καταστάσεις που σε καμιά περίπτωση δεν έχουν να κάνουν με το θέμα ή ακόμα και αν έχει, πρέπει να είσαι τουλάχιστον νομπελίστας θεωρητικός φυσικός για να μπορέσεις να εξάγεις μια ελάχιστη σύνδεση με το ζήτημα. Φανταστείτε πως η εν λόγω κυρία, άρχισε να μου παραθέτει το πράγματι λυπηρό και δύστυχο παρελθόν της, όταν εγώ προσπαθούσα απλά να πάρω εκδίκηση για χάρη του θείου Sam που τόσο είχε πληγώσει εκείνο το βράδυ πριν από μερικούς μήνες. Για παράδειγμα, άρχισε να εξιστορεί την ιστορία του τρελού μπαμπά της, που αν θυμάμαι καλά μου είπε πως έπασχε από μια ασθένεια που ακούει στο εντυπωσιακό ομολογουμένως όνομα: Σχιζότυπη Διαταραχή της Προσωπικότητας. Ο μπαμπάς της είπε, ήταν ένα άτομο με έντονη δυσκολία και ανεπάρκεια στις διαπροσωπικές σχέσεις, έτσι που από ελλειμματική και μόνο, κοινωνική δυσκαμψία, αρκούταν στο να εκφράζεται κάπως ιδιόρρυθμα. Φερόταν λέει εκκεντρικά και η σκέψη του είχε ένα σωρό παραξενιές, τόσο στην αντίληψη όσο στην ομιλία, την εμφάνιση ή ακόμα και την συμπεριφορά του. Είχε λέει την παράδοξη πεποίθηση ότι η «μαγική» του σκέψη επηρεάζει τη συμπεριφορά των άλλων. Βεβαίως το όλο menu δεν σταματούσε σε αυτό το σημείο. Όχι βέβαια, κάτι τέτοιο θα ήταν σκανδαλώδες. Η δυστυχία του πατέρα της και άρα και η δικιά της, έπρεπε να περιλαμβάνει πολλά περισσότερα. Οι ασυνήθιστες αντιληπτικές του εμπειρίες, όπως η διπλή παρουσία ενός αδιάντροπου μικρού ποιητή και ενός μυστηριώδη και ιδιοφυή ζωγράφου, στοίχειωναν- χρόνια τώρα- τη παλαβή μοναξιά του μπαμπά της με τη μορφή παραισθητικών οραμάτων. Μιλούσε μαζί τους, πότε για ποίηση και άλλοτε για ζωγραφική κοιτάζοντας το τοίχο του υπνοδωματίου με τις ώρες. Του είχε καταστεί έμμονη ιδέα πως κάποια στιγμή θα τους συναντούσε στο πιο ασυνήθιστο μέρος της πόλης.Χρειάζονταν την πνευματική του βοήθεια και οι δύο. Ο διάβολος τους είχε κερδίσει, έλεγε! Ας συνεχίσω όμως.
Ο γέρος πατέρας της, κάποια στιγμή έκοψε τις κοινωνικές συναναστροφές οριστικά διατηρώντας μόνο ένα στοιχειώδη δεσμό με τους συγγενείς πρώτου βαθμού. Επιπλέον, άρχισε να γίνεται αφηρημένος στα λόγια του και ολοένα και πιο πολύ, ασυνάρτητος. Μια μεταμφίεση άνευ προηγουμένου στα ενδύματά του έπαιρνε σάρκα και οστά ώσπου μια μέρα απλά εξαφανίστηκε αφήνοντας μοναχά ένα σημείωμα στο κομοδίνο του: «Είμαι αυτό που δεν είμαι και, δεν είμαι αυτό που είμαι.Αντίο γλυκές μου.» Χαχα! Εις υγεία αγαπητέ φίλε! Ο γέρο τρελός απέδρασε!
Τί απέγινε με την Αμάντα Χ. ή Κωνσταντίνα ή όπως αλλιώς την έλεγαν ρωτάτε.Ω, δεν ξέρω και πραγματικά δεν με ενδιαφέρει. Εγώ άλλωστε από τη μεριά μου, έκανα αυτό που έπρεπε. Άφησα 100 ευρώ στο κομοδίνο της αυτή τη φορά και, εξαφανίστηκα έτσι απλά χωρίς πολλά πολλά όπως και ο πατέρας της! Είχα πάρει την εκδίκησή μου, ή τουλάχιστον έτσι ένιωθα και έτσι έπραξα Δείτε το όπως θέλετε. Ούτε και αυτό με ενδιαφέρει! Ας κυριαρχήσει το μίσος και η εκδίκηση, όπως εμένα με κυριαρχεί η αδιαφορία και οι καλά κρυμμένες μου πληγές. Αδιαφορώ και εκδικούμαι. Σας φαίνεται παράξενος αυτός ο συνδυασμός?
Ο
Θέλετε να σας δείξω τους φόβους μου?
Ο
Τώρα, ήμουν στο κέντρο της πόλης, κομμάτια, περιορισμένος, άχρωμος και λανθάνων, κυριολεκτικά θλιβερός και γενναίος ταυτόχρονα, πίνοντας την πικρή ελβετική αηδία Unicum για να ξεφύγω από την αχόρταγη σιωπή της ηρωίνης. Προσπαθούσα να υποκριθώ, να ξεγελάσω τον εαυτό μου. Η άφατη αίσθηση ότι κινδυνεύω να ρουφηχτώ στην εξάρτηση μιας εξαθλιωτικής μαλακίας εξαιτίας της παρατεταμμένης χρήσης της ηρωίνης που τότε έκανα, χωρίς κάτι τέτοιο να ενδιαφέρει κανέναν, με έσπρωξε στην ποιητική των απτών εντυπώσεων. Αναζήτησα την αναπαράσταση και την περιγραφή. Θυμήθηκα επίσης τα λόγια του Burroughs: «…η διακεκομμένη χρήση της πρέζας {…} συνεπάγεται συρρίκνωση του οργανισμού και αντικατάσταση των κυτάρρων που εξαρτώνται από τη πρέζα. {…}. Δεν σταματάς ποτέ να αναπτύσσεσαι. Ότι σταματά να αναπτύσσεται πεθαίνει» . Αγαπητέ μου, πάλι τρομάζετε? Κάθε διάβολος χρειάζεται ένα ζευγάρι «διακεκομμένων» φτερών…μήπως και τελευταία στιγμή κατορθώσει να πετάξει. Εξάλλου, έχω μάθει να χρησιμοποιώ δημιουργικά, κάθε αίρεση και κάθε παραδοξότητα, ως αμυντικό μέσο. Ναι, γιατί τότε, αυτές οι σκέψεις, έστρεψαν την προσοχή σε διαφορετικό θέμα- ω θεέ μου, κατά βάθος πάντα αυτό κάνω… ώστε να κοντεύω να τα χάσω εντελώς αλλά αντέχω και σχεδόν πάντα κατορθώνω να ξεγλιστρώ από τις φοβερές διακυμάνσεις τις ψυχολογίας μου. Όμως ας το περιγράψουμε και λίγο από την οπτική σας: Ή υποταγμένος στην αδερφή ηρωίνη η τρελός και ανυπότακτος, ένας διαβολικός αχρείος στα μάτια των σεμνών τρίτων που είμαι-θέλησα να καταλάβω αν αυτός ο παππούς, είχε κάποια σχέση με τον μπαμπά της Αμάντας Χ. Η ομοιότητα ήταν καταπλητική. Οι περιγραφές ταίριαζαν απόλυτα. Τί σημασία είχε όμως πια? Πλήγωσα με ανεπανόρθωτο τρόπο μια σπουδαία, πραγματικά όμορφη γυναίκα. Έπρεπε να πάρω εκδίκηση για τον θείο Sam, τον μόνο πραγματικό φίλο που μου είχε απομείνει στη ζωή. Και ναι, δεν λέω : χρησιμοποίησα το ψέμα ως μέσο. Να,τώρα πάλι με κοιτάτε με αυτόν τον παράξενο τρόπο. Καιροφυλαχτείτε μη τυχών λέω και σε σας ψέματα? Καταρχήν αγαπητέ φίλε, θα πρέπει να γνωρίζετε πως η λέξη «ψέμα» , είναι μια έννοια αρκετά υπερτιμημένη. Δεν υπάρχει ψέμα ή τουλάχιστον όχι με την έννοια που νομίζετε ότι το εννοείτε. Επίπεδα πραγματικότητας υπάρχουν και μόνο. Εμπρός, σας λέω πως είμαι ο Σέρεν Κίρκεγκορ, γεννήθηκα στις 5 Μαϊου του 1813 στην Κοπεγχάγη και πέθανα στις 11 Νοεμβρίου του 1855 χωρίς να απομακρυνθώ ποτέ από την γενέτειρα μου. Είμαι στερνοπαίδι μιας πολυμελούς οικογένειας που στα είκοσί του είχε χάσει κι όλας τη μάνα του, τρεις αδερφές και δυο αδερφούς. Γεννήθηκα στον αστερισμό της δυστυχίας και του αμαρτήματος. Το έργο μου είναι σκόπιμα μη-θεωρητικό, αφιερωμένο στην αμφισβήτηση της γνώσης και στην ώθηση της ύπαρξης στο προσκήνιο- της απόκλισης δηλαδή από τις αντιφάσεις της αμφιλογίας και της μη- αναγωγιμότητας. Και τώρα αγαπητέ πείτε, τί απ’ όλα αυτά είναι υπαρκτό και τί όχι…. Εμπρός, ελάτε. Σας προκαλώ. Συμφωνώ, απουσιάζει το επίπεδο της φυσικής μου πραγματικότητας, αλλά όχι εντελώς. Ναι δεν με λένε Κίρκεγκορ, αλλά και γω γεννήθηκα στον αστερισμό της δυστυχίας και του αμαρτήματος. Έχω αμνησία για τα παιδικά μου χρόνια. Φοβάμαι πολύ να τα θυμηθώ γιατί έχω την εντύπωση ότι κάποιος πολύ τρομαχτικός χαμός ή απώλεια μου συνέβη εκεί πίσω, τότε. Επιπροσθέτως, και γω αμφισβητώ τη γνώση, και γω ωθώ την ύπαρξη να βγει θαραλλέα στο προσκήνιο προκαλώντας τα γεγονότα…. Εντάξει, λέτε πως δεν σας έπεισα. Απουσιάζει πλήρως η φυσική πραγματικότητα επιμένετε να λέτε, το βλέπω, το υποστηρίζετε θερμά.. Όμως σίγουρα δεν απουσιάζει η πραγματικότητα του φαντασιακού. Στο κεφάλι μου αυτή η πραγματικότητα συμβαίνει. Είμαι ο Σέρεν. Διαψεύστε το! …. Eίδατε? ….. Δεν μπορείτε. Έτσι λοιπόν, αν θέλουμε να είμαστε κάπως πιο αυστηροί στη σημειολογία μας, οφείλουμε να απομωνόσουμε το ψέμα από την αλήθεια. Το αντίθετο της αλήθειας είναι η λήθη και το ψέμα αντίθετο, προς το παρών, δεν έχει. Η έννοια του ψέματος είναι έννοια μαθηματική αν όχι ουτοπική και σημαίνει παντελή απουσία κάθε επίπεδου πραγματικότητας. Κι όμως, αποκλείεται να μην διαθέτετε ένα ελάχιστο τέτοιο επίπεδο γιατί Ψεύτης είναι όποιος δεν υπάρχει. Οι νεκροί και οι αγέννητοι είναι Ψεύτες!(sic).Να λοιπόν τι συμβαίνει: Συναντώ την Αμάντα Χ. Στο θείο Sam είχε παρουσιαστεί ως Κωνσταντίνα- φανταστική πραγματικότητα- προκειμένου να παίξει ένα παιχνίδι από το οποίο όμως θα αντλούσε χαρακτηριστικά χάριν κάποιου ηρωα που προσπαθούσε να επινοήσει, δανειζόμενη-ίσως-στοιχεία από το φυσικό επίπεδο για να τα καταχωρήσει στο μυθιστόρημά της αργότερα. Εγώ συστήνομαι σύμφωνα με τη φυσική μου πραγματικότητα- ως Leo κι ως ποιητής- με τη μόνη διαφορά ότι επινοώ έναν Έρωτα που απουσιάζει εντελώς από την καρδιά μου και υπάρχει μόνο μέσα στο μυαλό. Να γιατί μπορώ να ελεύθερα και αβίαστα, χωρίς ενοχές εννοώ, να είμαι ερωτευμένος μαζί της και παράλληλα χωρίς να υπάρξει κάποια βασική αφορμή, να μπορώ να την εκδικηθώ. Εκείνη όμως στο τέλος, αυτό-παγιδεύεται μέσα στο ίδιο της το παιχνίδι, με ερωτεύεται από έλλειψη κι από εμμονή, ακριβώς γιατί της δίνομαι χωρίς όμως να της χαριστώ, ακριβώς γιατί της υποδεικνύω ότι είμαι αυτό που δεν είναι και δεν είμαι αυτό που είναι, εξισώνοντας κάθε φορά, το είναι με το είμαι, όσο πιο κρυφά και σαγηνευτικά γίνεται. Γυναικεία ματαιοδοξία… Βέβαια, εδώ που τα λέμε, θα μπορούσα να ερωτευθώ σφόδρα μια τέτοια γυναίκα, με όλη μου τη καρδιά, αλλά δεν είχε νόημα.
Τώρα, στεκόμουν ανάμεσα στα πιο περίεργα άτομα της πόλης, οι χαρακτήρες των οποίων από όπου και αν προέρχονταν για ένα μόνο με βεβαίωναν: Όλοι τους είχαν ξεβραστεί από μια ανοικτή πληγή με τη βοήθεια ενός σκληρού, βάναυσου «θαλάσσιου» κύματος θλίψης, όπως ακριβώς και γω. Επιστροφή στη γκρίζα μελαγχολία… Σας είπα αγαπητέ: λανθάνων….
Ο
Θέλετε να σας δείξω τους φόβους σας?
Όσοι έχουν αιδοίο, ας σηκώσουν τις φούστες τους…να δούμε το πέος τους
κι όσοι έχουν πέος, ας διαγωνιστούν στο μέγεθος…σηκώνοντας τη φούστα τους
Ο
-Αρρωσταίνετε,αρρωσταίνετε λέω και πηγαίνετε στα βρώμικα, δημόσια νοσοκομεία που σας έχτισαν μια μέρα που ο καιρός ήταν κακός και τα πουλιά πετούσαν παραπέρα.Δείτε!σας είπαν. Δείτε τι σας φτιάξαμε! Και μέσα σ’αυτό το νεκροταφείο για ζωντανούς, εμφανίζεται μπροστά σας με θράσσος,ένα ανέραστο,καθυστερημένο πλάσμα που φορεί άσπρη στολή και τον ονομάζετε… γιατρό. Σας εξηγεί από τι πάσχετε με μια ομοβροντία πιθανών αιτιών και ταυτόχρονα η παλάμη του απλώνεται κρυφά κάτω ζητώντας κάτι παραπάνω-σίγουρα ναι- για να έχετε ένα πιο προσεγμένο δικαίωμα στη ζωή.Δίνετε το Αίμα των πολλών σας οκταόρων στο ασπροντυμένο βαμπίρ και στο τέλος ακούτε ένα περίφημο… «Η εγχείρηση πέτυχε! Ο ασθενής απεβίωσε!». Ποιος προνοεί για εσάς που δεν έχετε άλλο Αίμα να δώσετε?Ξεχάστε τα ιδιωτικά νοσοκομεία ραγιάδες…!»
Ο παππούς είχε εκστασιαστεί και όλοι τον παρατηρούσαν αποσβωλομένοι, ο καθένας μάλλον για τους δικούς του λόγους Φοβερό θέαμα. Δεν γινόταν να διακριθεί το λεπτό σύνορο ανάμεσα στη παθολογία ενός παράφρονα και το τσίρκο μιας αντικοινωνικής ιδιοφυίας. Βέβαια,το κοινό του ήταν αρκετά ιδιότυπο όπως σας προείπα, μιας και η ώρα ήταν προχωρημένη ενώ το μέρος όπου διαδραματιζόταν το παλαβό αυτό γεγονός,θαρρείς και ήταν βγαλμένο από κάποιο υπόγειο του Ντοστογιέφσκι. Ωστόσο, ήταν πολύ αστείο να βλέπεις τις διάφορες φυλές τις πόλης μαζεμένες στο ίδιο σημείο. Πόρνες, πρεζάκηδες, νταβαντζήδες, ασφαλίτες, χασάπηδες, εργάτες της κρεαταγοράς,ρακένδυτοι άστεγοι, dealers, ψυχάκηδες, ξεχασμένα ζευγαράκια της βραδιάς, επαναστάτες έφηβοι της μιας σαιζόν από τα βόρεια προάστια,αλλοδαποί εργάτες-κυνηγοί του μηδενικού μεροκάματου,εκείνοι που με χαρακτηριστική υπομονή περιμένουν,στο γνωστό τους μπουλούκι το φορτηγάκι του εργολάβου να έρθει για να επιλέξει τα πιο ικανά φθηνά χέρια…
-Τον θεωρείς τρελό? ρώτησε αδιάφορα ο διπλανός μου συνεχίζοντας να ρίχνει το βλέμμα του στο παππού.
Παρατήρησα με την άκρη του ματιού τη λαβή του περιστρόφου που εξείχε μέσα από τα πανωφόρια του.
-΄Οχι,είπα βγάζοντας κάτι σα βαθύ υπόκωφο αναστεναγμό πίνοντας και μια γουλιά
Unicum.
-Μου δίνεις λίγο? ρώτησε με φανερή επιθυμία απλώνοντας το χέρι του άπληστα.
-΄Οχι! απάντησα κοφτά αφήνοντας έναν διάχυτο αρνητισμό να πλανάται ,έτσι ώστε βρήκαμε ανακούφιση και οι δυο. Συνεχίσουμε να κοιτάμε τον παππού μαζί με τους υπόλοιπους πενήντα. Προτιμότερο από το να εκφράσουμε τα σπουδαία, αμοιβαία αισθήματα αγάπης που αναπτύχθηκαν ανάμεσα μας. Τί άλλο θα μπορούσα να πω σε έναν μπάτσο με πολιτικά, από ένα ξερό και σύντομο «όχι!» ? Oμως μετά το ξανασκέφτηκα και του έδωσα να πιει λίγο από το νέκταρ αυτής της ελβετικής αηδίας…. Χαχα! Έχετε δει ασφαλίτη να γουρλώνει τα μάτια του από πίκρα ? Χαχα! Σπουδαίο χόμπι. Θα έπρεπε κάποτε να το προσπαθήσετε και σεις!
-…όμως ξέχασα,δεν είναι φεγγάρια πρόνοιας αλλά ήλιοι Πόρνοιας.Δείτε λοιπόν γυμνό τον εαυτό σας στο καθρέφτη.Δείτε το κρυμμένο σας εαυτό.Ποιος αλήθεια από σας κοιμάται ήσυχος τα βράδια λέγοντας,»..ωραία είμαι ασφαλής…ας πέσω για ύπνο…είμαι ασφαλής εδώ, στα παχιά μου τα πούπουλα…Ακόμα μια μέρα πέρασε.΄Επραξα καλώς σήμερα, Τέλεσα το καθήκον μου.Είμαι ασφαλής,ας πέσω για ύπνο. Τώρα….».Μα ας του πει κάποιος ότι η στέγη του έπιασε φωτιά.Ναι, η καημένη η στέγη του καίγεται κι εκείνος αργοπεθαίνει μέσα σε φονικά , αόρατα καπνά. Ας του πει κάποιος ότι η σπουργιτίσια φωλιά του έγινε παγίδα,γιατί και οι φωλιές γίνονται παγίδες.Θέλει ακροβάτης ριψοκίνδυνος να ‘σαι και στ` άγρια κύματα της ψυχής καλός καπετάνιος. Η ζωή ραγιάδες,αυτό που τόσο άμυαλα και απερίσκεπτα εσείς,με ποντικίσια γλώσσα ονομάζεται ζωή,είναι αυτό που συμβαίνει μες το κεφάλι σας και μόνο.Και κείνοι,οι αρχιποντικοί,σας κρύβουν την Μία και απέραντη παγκόσμια ψυχή του Σύμπαντος με χίλια δυο αλλοπρόσαλλα άσχετα και ανούσια,για να μην μπορείτε τα βράδια,λίγο πριν πέσετε στο βαθύ κρεβάτι, να κοιτάξετε τον εαυτό σας κατάματα,να τον συγχωρέσετε,να γλυκάνετε τη μοναξιά,να γεννήσετε τη χαρά μέσα στην οδύνη του πόνου,να ανατρέψετε την απραγία ή να φέρετε πίσω ξανά, την πολύτιμη παιδική ματιά του παιχνιδιού.
Εκείνη η στιγμή όμως, ανύποπτα άρχισε να ζωντανεύει μέσα μου κάτι , να συμβαίνει ως κάτι παράξενο που μόνο φόβο απέπνεε.Κοίταξα τριγύρω και δεν υπήρχε κανείς. ένιωθα : ο τρελός κήρυκας της αφύπνισης, μιλούσε μόνο σε μένα, ενώ με κάποιο υπερφυσικό τρόπο λειτουργούσε άμεσα στο συναίσθημα και δραστικά στη σκέψη. Κάποιος ή κάτι επηρέαζε το μυαλό μου . Η εντύπωση αυτή, άρχισε να γίνεται όλο και πιο έντονη. Κάθε φορά,αντιλαμβανόμουν την απόσταση του προσώπου του από το δικό μου να μειώνεται. Παράλληλα, η καρδιά μου άρχιζε να χτυπάει σαν παλαβή. Ήμουν ακίνητος,και μεταφερόμουν στο φόντο του. Κάποιο αόρατο χέρι με ωθούσε χωρίς να νιώθω το σπρώξιμο. Αυτός ο άνθρωπος, μιλούσε κυριολεκτικά μέσα στο κεφάλι μου. Τον ένιωθα, ήταν μέσα μου. Προσπαθούσα να πείσω τον εαυτό μου με λογικά επιχειρήματα πως δεν ήμουν τρελός. Αυτό δεν ήταν σύμπτωμα σχιζότυπης διαταραχής που μου είχε μεταβιβάσει με κάποιο θεόπνευστο τρόπο ο τρελοπαππούς αλλά μια παραισθητική αντίληψη που όφειλαν σε όλα αυτά που είχα πάρει. Είχα αρχίσει να το χάνω τελείως?Δεν ξέρω αγαπητέ μου,άδικα σαστίζετε, επιτρέψτε όμως μου να συνεχίσω την ιστορία.Μη με διακόπτετε σας παρακαλώ,θα σας τα εξιστορήσω με το δικό μου τρόπο,όχι με το δικό σας. Συμπαθάτε με αλλά να, σας το είπα και όταν βάφτισα τα αρχικά μου λόγια εισαγωγή. Το παραδέχομαι, έχω μια κάπως κλονισμένη υγεία αλλά ειδικά το τελευταίο καιρό υποφέρω από εκείνη την κακιά εκδοχή της μοναξιάς που κάνει τα πράγματα να φαίνονται ανυπόφορα.. Διακαώς ψάχνω κάποιον να τα βγάλω από μέσα μου, κάποιον που να μπορέσει απλά να ακούσει τον διαβολικό ποιητή μέσα μου.Νομίζω ό,τι ο θείος Sam είχε μεταδώσει κάτι κακό από τον άρρωστο εαυτό του.Όχι,σας παρακαλώ μην τρομάζετε. Η απροσδόκητη συντροφιά σας ήταν ένα πραγματικό δώρο για μένα. Μα,εξυπακούεται πως το λιγότερο που μπορώ να κάνω για εσάς είναι να σας κεράσω και το επόμενο ποτό.
-….Αδερφέ,αν ποτέ στάθηκες μόνος,σε κρυστάλλινες λίμνες Αλήθειας,κι αν εκεί κοντά Νεράιδες δεν υπήρχαν μαζί να παίξετε, έτοιμος να κάνεις είσαι το Πόνο Χαρούμενη Γνώση. Θα φιλιώσεις με τη μοναξιά…και πια δεν θα νιώθεις μόνος, Εσύ κι Εγώ ένα είμαστε… Ακόμα αντιλαμβάνεσαι υπόχωρο ακραίων χρωμάτων. Ξέρω πως γύρω σου βλέπεις μόνο μαύρο και άσπρο και ο ήλιος το πρωί ανατέλλει γκρι. Ξέρω πως νιώθεις γόνιμο χωράφι που πάνω του πέσαν ακρίδες να το κατασπαράξουν…μη φοβάσαι. Θα αντέξεις. Οι ακρίδες κάποια στιγμή θα φύγουν μακριά. Την αράχνη να περιμένεις. Ναι αδερφέ, κάποτε μια γριά Αράχνη θα σε πλησιάσει και, δαγκώνοντας σε,δηλητήριο θα σε φιλήσει. Μα χωρίς να το ξέρει, ζωή θα σου δώσει γιατί είσαι ήδη μολυσμένος από δαύτο…
Τίναξα το κεφάλι μου δεξιά αριστερά-σαν άγριο λυκόσκυλο που έφαγε μια ψυχοδυναμική σφαλιάρα από αρκούδα την ώρα της μάχης-μήπως συνέλθω, και τελικά όλα επανήλθαν στη γνώριμη σιωπή τους. Κάτι πρεζάκια μάλωναν στο νταραβέρι τους. Ένα όχημα καθαρισμού του δήμου ξέπλενε τις βρωμιές του δρόμου με τη βοήθεια μιας τεράστιας υγρής,περιστρεφόμενης βούρτσας, μια χοντρούλα έκανε πιάτσα στην απέναντι γωνία και τα ρολά των μαγαζιών μόλις που σηκώνονταν. Μπροστά μου υπήρχε το σάπιο βαρέλι του παππού. Εκείνη τη στιγμή, θυμήθηκα τον Σαρτρ και συγκινήθηκα, όχι ότι οι λόγοι του παππού έχουν κάποια σχέση με του Σαρτ,όσο το ότι ο λόγος του παππού εκφωνήθηκε επάνω σε σάπιο βαρέλι, όπως ακριβώς είχε κάνει κι ο Σαρτρ όταν ήταν στα φόρτε του!
Πλησίασα στο βαρέλι. Είδα πάνω του ένα κομμένο κόκκινο τριαντάφυλλο. Το πήρα και έφυγα, αργά τραβώντας το δρόμο του γυρισμού, πίσω στο σκοροφαγωμένο κρεβάτι και το ζεστό μου γραφείο.

Ξημέρωνε.

κεφ 4

«…Κακούργε!Αλήτη!Κλέφτη!Ληστή!
Είναι το κοπάδι των χρηστών
Που βγήκαν για κυνήγι παιδιών
Δε χρειάζεται άδεια για κυνήγι παιδιών
Όλοι οι καλοί άνθρωποι έστησαν σημάδι
Τί κολυμπάει μες στο σκοτάδι?
Τί είναι αυτοί οι θόρυβοι,τί είναι αυτή η αστραπή?
Είναι που τη κοπάνησε κάποιο παιδί
Είναι που ρίχνουν με τ`όπλο σε κάποιο παιδί
Κακούργε!Αλήτη!Κλέφτη!Λήστη!…»
Jackues Prevert

Ο
Μέρα ήλιου και θλίψης βέρα, λάμψεις αόρατου εχθρού συρρικνωμένου. Απανθρακωμένο εξαίσιο πτώμα Μνήμης, μαγικό χαλί Μέλλοντος πετάει μακριά, η παιδική αθωότητα ζαρώνει τα φρύδια θυμώνοντας, χλευάζοντας το Κόσμο της Ωριμότητας, έλος- ένας ακόμη φαύλος κύκλος-σοβαροφανούς Ηλιθιότητας: Βάλτος! Με πολλαπλούς ελέγχους σε ζωή και σκέψη, καταπλακωμένος από φτερούγες στοργικών χελιδονιών: η αγάπη χρησιμοποιείται ως ασφυξιογόνο… Γεμάτο χαρά, κροταλίζοντα φίδια ελίσσονται μέσα στο Αίμα. Γελάνε συνέχεια μηχανικά, σα να μην συμβαίνει τίποτα. Σα να μην πέθανε ποτέ κανείς. The show must go on!
Θέλουν λεφτά, πολλά λεφτά για να κοιμούνται καλά. Και όταν τα έχουν, θέλουν φρουρούς και οχυρά για να κοιμούνται καλύτερα… Βαθμονομούν τον ύπνο με ενοχές που ονομάζουν «a posteriori ευθύνη»! Μα κάθε βδομάδα αλλάζουν αγαπημένα πρόσωπα γιατί δεν έχουν εμπιστοσύνη στη Ευθύνη τους!
Και θέλουν και ομορφιά, για να μπορούν να ονομάζονται καλοί…» μα εμείς δεν έχουμε κάλλη εξόν από κάλους, με πύον παραγεμισμένα τα σπυριά των ενοχών, έτοιμα να σκάσουν, να γεμίσουν παντού την ευδαιμονία…».
-γιατί έτσι τραγουδάνε οι εφιάλτες τα βράδια: Ω οικογένεια! Ω πόλις οικογένεια! Ω εθνική οικογένεια! Ω ευρωπαϊκή οικογένεια! Ω ενωμένη οικογένεια!
Με σφήνες αβδηριτισμού, φορτώνονται στις πλάτες, άχρηστα τσουβάλια πληροφοριών, νομίζοντας ότι έτσι θα ελέγχουν τα πάντα. Μα ξεχνάνε πως το δηλητήριο της πληροφορίας ονομάζεται εντροπία
Κάποιος πρέπει να βάλει τα κλάματα και να μας πνίξει όλους.
«Τα παιδιά μας πάνω απ`όλα!», λένε. » Τα παιδιά, η οικογένεια, τα προσωπικά μας συμφέροντα φυσικά…».
Και τα σπουδάζουν με το έτσι πρέπει και το έτσι θέλω, να γίνουν επιστήμονες : μορφωμένοι άνθρωποι!
Κι αν εκείνα δε θέλουν, τα πιέζουν. Τί γνωρίζουν άλλωστε από ζωή? «Δεν είμαι από πλαστελίνη. Μη μου χαρίζετε πλαστελίνες! Χαρίστε μου μια αγκαλιά!»
Εξάλλου αυτό που αγαπά η νεότητα κρατά λίγο…»Ε, τότε, να τα μαθαίνουμε να αγαπούν με διάρκεια!».
-Βλακείες είναι αυτά! Μπροστά στη βιτρίνα, την ασφάλεια,(να και η δόξα!)
Παιδιά αντί το «΄Αγιο», , από μίσος ασφυξίες πράττουν, , σ’ αυριανούς καλλιεργημένους-φονιάδες του κόσμου μετουσιώνονται. Οι σαπισμένοι, οι παραγκωνισμένοι, οι άκαρδοι της Καρδιάς, που λίγο από Θάνατο στους γονείς χρωστάνε, στους ωκεανούς του Σύμπαντος τη θλίψη της ομορφιάς θα πνίξουν!

Ο

Έχετε παρατηρήσει ποτέ ό,τι τα πιο σημαντικά πράγματα, αντικείμενα αξίας και σημασίας για τον ίδιο μας τον εαυτό, τα εξωτερικεύουμε στον άλλο όταν είμαστε εντελώς αδιάφοροι ως προς το ίδιο το γεγονός ή ως προς το πρόσωπο στο οποίο απευθυνόμαστε? Τότε όλες οι βασικές αλήθειες, ξεπηδούν αβίαστα και το κυριότερο, χαρούμενα από το στόμα. «Σ’ αγαπώ!» της λέμε με επιτηδευμένη αδιαφορία, όταν μέσα μας το αίσθημα του έρωτα έχει παγώσει και πλέον είμαστε ασφαλείς γιατί η γούνα μας δεν καίγεται για λογαριασμό της. Κι έχει τόση δύναμη και τέτοια διεστραμμένη πειστικότητα μέσα της αυτή η αδιάφορη αποκάλυψη, τόση που ο δέκτης καταστρατηγείται αμέσως και, ενδόμυχα ίσως, αρχίζει τις συγκρίσεις του χθες με του σήμερα. Οι άκρως ενδιαφερόμενοι,όσοι δηλαδή υπόκεινται στην πίεση της αλήθειας του εαυτού τους και, σας μιλώ για εκείνο το πράγμα που οι περισσότεροι ονομάζουν κρίση συνείδησης, τις θλιβερές εκείνες στιγμές της επιβλητικής μας εξομολόγησης, βρίσκονται υπό της στέγη του αυτο-χλευασμού τους και τρεμοπαίζουν ανάμεσα στους πρώην και στους νην. Τι ποιου χλευασμού? Μα βέβαια αναφέρομαι στη ρήξη που επέρχεται ανάμεσα στο παρελθόν και το παρών. Η αίσθηση του γελοίου σε αυτές τις περιπτώσεις, βρίσκει απόλυτη ανταπόκριση στο αυτομαστίγωμα. «Πόσο τυφλή υπηρξα με μας? Πως μπορούσα να μην βλέπω καθαρά ότι μ’ αγαπάς? Με ήθελες πάντοτε και γω… Εγώ φταίω που ήμουν τυφλή τόσο καιρό και δεν το έβλεπα…. Από την αρχή έπρεπε να είμαι μαζί σου! Αγάπη μου, συγχώρεσέ με… Ω, είμαι φριχτή!» . «Ναι, είσαι φριχτή…» παραδέχεστε από μέσα σας, αλλά δεν θα της το πείτε ποτέ, γιατί κατά το παρελθόν σας πλήγωσε παράφορα, όταν εσείς της είχατε δωθεί ψυχή και σώμα, και τώρα πια που η καρδιά σας μοιάζει με παγωμένη μπάλα από χαλάζι, σας αρέσει να την βλέπετε να αυτομαστιγώνεται και να σύρεται είτε από Ερινύες είτε από μετάνοιες στο χώμα κάτω. Πρέπει να τιμωρηθεί, σωστά? Τί κρίμα και τί αστείο γιατί να: τώρα είμαστε τόσο μακριά της, που δεν μπορούμε ν΄ακούσουμε τίποτα παρά μόνο το θολό σούσουρο των λυγμών της. Εμείς όμως δεν συγκινούμαστε από τέτοια καμώματα, έτσι δεν είναι καλέ μου φίλε? Μα αλήθεια αγαπητέ κύριε, εσείς δεν νιώθετε ποτέ ενοχές, δεν σας έχει ποτέ πονέσει το «βάρος» στο στομάχι σας? Δεν μιλώ μόνο για τον έρωτα. Ο τρόπος που μας μεγάλωσαν οι γονείς μας για παράδειγμα, οι ιδέες που εντυπώθηκαν στη καρδιά και τη σκέψη μας, μοιάζουν με σκοροφαγωμένους καρπούς δέντρων. Μεγαλώναμε μαζί τους τόσο καιρό, για να ανακαλύψουμε με δέος λίγες δεκαετίες αργότερα ότι ο εχθρός που πρέπει να εξοντώσουμε βρίσκεται μέσα μας και τρόπον τεινά, είναι οι γονείς μας. Συμφωνείτε δε συμφωνείτε μαζί μου, αυτή είναι η τρομερή μου άποψη αγαπητέ. Άλλωστε, κάπως έτσι δεν κατασκευάστηκαν όλα τα συστήματα αξιών? Έμμεσα, μας «χάρισαν» ένα κόσμο με stop και πρέπει. Ποτέ δεν μας προειδοποίησαν ό,τι πίσω από το πρέπει, υπάρχει το θέλω και έτσι στην όποια αποκάλυψη του, το αποτέλεσμα εξισώθηκε με καρδιακό έμφραγμα! Όμως ακόμα κι αν μας προειδοποίησαν, αυτό ήταν περισσότερο από απειλή και τιμωρία παρά από νοιάξιμο και φροντίδα. Σας λέω, είμαστε τα σάπια φρούτα του δάσους.Ποιος θα τολμήσει να πει το αντίθετο, όταν τα ζουμιά μας, δεν τα ζυγώνουν ούτε οι μύγες? Το θέλω συρρικνώθηκε, βγήκε στη παρανομία, όλοι το έθεσαν εκτός κοινωνικής ηθικής,τόσο που η επιδίωξη της ελευθερίας βρήκε χώρο στο έγκλημα και την αντικοινωνική συμπεριφορά. Πόσες φορές μείναμε κρυφά μόνοι, πίσω από τον εαυτό της αγάπης, φοβούμενοι να μην μας δει το γλυκό του χαμόγελο? Ω, αγαπητέ μου! Μισώ το απαλό χαμόγελο του εαυτού μου. Οι αλήθειες του με πονάνε κι όταν καμιά φορά τυχαίνει να βγω έξω από εμένα τον ίδιο και να γίνω εσείς για παράδειγμα, δε βλέπω καμία διαφορά.Βλέπω εαυτούς να βυθίζονται στα προσχήματα των ρόλων τους. Τί έλος! Τί θλιβερός βάλτος! Πραγματικά, δεν παρατηρώ καμία διαφορά.Μόνο οι λεπτομέρειες αλλάζουν. Έχω την εντύπωση ό,τι αυτό που χαρακτηρίζει μια πράξη εγκληματική, δεν είναι τίποτε άλλο από την εκλογίκευση των ενστίκτων.Αυτό δεν αποτελεί και τον ακρογωνιαίο λίθο του εκφυλισμού τους? Είχα διαβάσει κάποτε σε μια εφημερίδα, στις στήλες του αστυνομικού ρεπορτάζ, ένα άρθρο που αναφερόταν σε ένα φρικτό και αποτρόπαιο έγκλημα. Νεαρός λέει, ψυχοπαθής, κατέσφαξε γονείς,θείους, θείες, αδέρφια και κανά δυο οικογενειακούς φίλους που είχαν μαζευτεί για το τραπέζι των ευχαριστιών, στοίβαξε τα πτώματα κάτω από το τραπέζι της κουζίνας όπου η οικογένεια φυλούσε τα φρούτα και τα λαχανικά off the freeze και, κατόπιν άρχισε να τα μαγειρεύει ένα ένα στο φούρνο. Μόνο η γαλοπούλα έμεινε ζωντανή. Κι όταν αργότερα κατά τη διαδικασία της ανάκρισης οι αστυνομικοί τον ρωτούσαν γιατί έκανε αυτή τη φριχτή πράξη, έμειναν απλά εμβρόντητοι όταν τον άκουσαν να λέει: «…από Αγάπη!». Τόσο καιρό, όλα αυτά τα χρόνια, η οικογένειά του του προσέφερε μόνο πίκρα και δυστυχία στη ζωή και την μόνη καλή γεύση αυτής, την αισιόδοξη νότα της ζωής, του την προσέφερε μόνο η καλομαγειρεμένη γαλοπούλα της μέρας των ευχαριστιών. Έτσι, επειδή δεν άντεχε να νιώθει τα αγαπημένα του πρόσωπα να έχουν μικρότερη σημασία για τον ίδιο από μια …μια ασήμαντη γαλοπούλα, σκέφτηκε να αντιστρέψει κάπως τα πράγματα. Να τους κάνει να τον ευχαριστήσουν για μια φορά στη ζωή του. Τους έφαγε για να του προσφέρουν επιτέλους λίγη νοστιμιά και λίγη χαρά στη ζωή! Άλλωστε, δικοί του άνθρωποι ήταν… Οι δημοσιογραφικές αναφορές λένε επίσης ό,τι το ιδιότυπο αυτό δείπνο κράτησε εφτά μέρες. Για μια εποχή κυκλοφορούσε και η φήμη ό,τι μετά από κάθε φαγοπότι, πήγαινε, άναβε το τζάκι, γέμιζε ένα ποτήρι με κονιάκ και καθόταν δίπλα στη φωτιά για να διαβάσει το «Κεφάλαιο» του Κάρολου Μαρξ. Αυτός ο άνθρωπος έκανε όνειρα για ένα καλύτερο κόσμο ή προσπαθούσε να κατανοήσει με κοινωνικο-οικονομικούς όρους, το γιατί έκανε αυτό που έκανε? Το αστείο είναι πως ο αλλόκοτος αυτός κανίβαλος, τώρα πια, στη φυλακή, γράφει ένα βιβλίο με τίτλο:»Συνταγή για οικολόγους τροτσκιστές κανίβαλους : Ecce Social. Πώς να Αγαπήσετε την Οικογένειά σας σώζοντας τη Γαλοπούλα!». Ευρηματικό, δε νομίζετε?
Κοιτάξτε το Δάσκαλο πόσο κομψός και άνετος είναι πίσω από τη μπάρα του πάγκου που καθόμαστε αγαπητέ. Που να τον γνωρίσετε και καλύτερα! Το λιγότερο που θα αισθανθείτε, θα είναι λίγο περισσότερο από ένα επιφώνημα του «Α!». Σας έχω αναφέρει ό,τι είναι παλιός ναυτικός? Ναι, ναι,γύρισε σχεδόν όλο το κόσμο. Το «καράβι του», άραξε σε όλα τα γνωστά λιμάνια του πλανήτη.Απ το πολύβουο και πυκνοκατοικημένο Χόνγκ Κόνγκ, μέχρι τις κοσμοπολίτικες Κάννες και, από το βρωμερό, βιομηχανοποιημένο Λίβερπουλ μέχρι την γοητευτική,ψεύτικη και αντιφατική Ν.Υόρκη. Αληθινά! Και πού δεν πήγε. Όταν καμιά φορά τον πετύχετε στα καλά του, θα σας πει ένα σωρό ιστορίες του λιμανιού. Κάποια θα τα βρείτε παράξενα, άλλα γλυκά και όμορφα, όμως η εντύπωση του εξωτικού που πάντα θα μένει στο πίσω μέρος του κεφαλιού, θα κάνει τη φαντασία σας να οργιάζει. Ο Δάσκαλος, είναι πνευματικά, ο πλέον αρτιμελής άνθρωπος που γνωρίζω αν και οι αρχικές συνθήκες διαπαιδαγώγησής του ήταν πραγματικά άθλιες. Οι γονείς του θα μπορούσαν να του έχουν προξενήσει μεγάλο κακό όταν ήταν παιδί. Θα μπορούσαν να τον έχουν αποστειρώσει συναισθηματικά και να είχε πετρώσει μέσα του τόσο, που τώρα να είχαμε να κάνουμε με έναν άντρα σαν εκείνα τα χοντροκομμένα αγριογούρουνα που συνήθως βλέπουμε τριγύρω μας και που, το λιγότερο γενικό κακό που προκαλούν, είναι να κάνουν τις γυναίκες τους να ασφυκτιούν. Δεν θα ήταν σωστό όμως, να αρχίσω να σας μιλώ για πράγματα που τον αφορούν άμεσα και είναι προσωπικά του θέματα. Μπορώ να σας πω μόνο ό,τι μια όμορφη πρωία, μάζεψε τα μπογαλάκια του και σαλπάρισε με το πρώτο εμπορικό πλοίο που βρήκε στο Πειραιά. Αργότερα, μετά από κάποιο καιρό προσαρμογής στη νέα του ζωή, τα καλοντυμένα ένστικτα του ζώου, αποκαλύφτηκαν με κάθε μεγαλοπρέπεια.Είτε βρισκόταν στα ανοιχτά του ατλαντικού ωκεανού και πάλευε με τα μανιασμένα κύματα, είτε γλεντούσε σε κάποιο απόμερο bar ελαφρών ηθών στη Σιγκαπούρη μπεκροπίνωντας, απολαμβάνοντας τις νύχτες ακολασίας που μόνο η ανατολή ξέρει να προσφέρει φθηνά και απλόχερα στους δραπέτες κάθε φυλακής, η καρδιά του μαλάκωνε.Βίωνε, επιβίωνε και συμβίωνε. Πρόσκαιρες ερωμένες, έρωτες που φανερώθηκαν στο λυκόφως του χρόνου αρπάζοντας την ευκαιρία της εξομολόγησης από τα μαλλιά της παρόρμησης ,γιατί την επόμενη νωρίς το πρωί, το καράβι θα σαλπάριζε για κάποιο άλλο λιμάνι. Κατάθεση καρδιάς, όχι σε κάποιον ιερέα που θα σας συγχωρήσει δια μέσω Κυρίου, αλλά κάτι πιο αληθινό και ουσιαστικό. Εξομολόγηση στη γυναίκα που αφήνετε πίσω και που πιθανότατα ποτέ δεν θα ξαναδείτε , αλλά που τόσο αγαπήσατε και τόσο ποθήσατε και που αν έστω δεν της το πείτε κατάματα, λίγο πριν πέσει η αυλαία του αποχωρισμού, ενδεχομένως να κοιταχτείτε κάπου σε ένα καθρέφτη του μέλλοντος και το μόνο που θα νιώσετε θα είναι μια καλή προσέγγιση σε ένα κακό οίκτο, για τον δειλό και ψεύτη εαυτό του τότε.. Αν συζητούσατε με ένα βιολόγο αντί μαζί μου, θα σας μιλούσε τώρα για την χημική ουσία που εκκρίνει ο ανθρώπινος οργανισμός όταν το άτομο βιώνει το αίσθημα της περιπέτειας και που δεν είναι άλλη από τη περίφημη αδρεναλίνη. Όμως είτε το λέμε ένστικτο είτε αδρεναλίνη, πρόκειται για το ίδιο ακριβώς στοιχείο εξανθρωπισμού. Την απελευθέρωση! Ελπίζω να συμφωνείτε μαζί μου ότι ο κόσμος γενικά, καλά θα κάνει να ξεχάσει αυτή τη λέξη. Η ακτινοβολία της γοητείας της, γεννά περισσότερο πόνο από την στιγμή που όλοι βρίσκονται σε τέτοια ηθική κατάπτωση. Πραγματικά, δεν είναι κάτι το εύκολο,ο δρόμος για την απελευθέρωση από τις αναστολές. Εσείς γνωρίζετε πολύ καλά τι σας λέω… Πρώτα πρώτα, ακόμα κι αν κατορθώσετε να νικήσετε την ντροπή του εαυτού, δεν θα μπορέσετε ποτέ να ξεπεράσετε τον καταδικασμό της νέας σας ηθικής από μια ολόκληρη κοινωνία που χορεύει στο ρυθμό των ρομπότ. Ξέρετε πολύ καλά ό,τι αυτό που λέμε κοινωνία και που στην ουσία είναι οι 30-40 άνθρωποι που συναναστρέφεστε στην καθημερινότητά σας, είναι ένα εμπόδιο που δεν ξεπερνιέται ποτέ, παρά μόνο αν είσαι αρκετά τρελός για να κόβεις τα σκοινιά που σε δένουν όπως σοφά έγραψε και ο συγχωρεμένος Καζαντζάκης…Με ποια παρρησία της ευτυχίας και με ποια μυστική έμπνευση μπορούμε να ξεφύγουμε από τους δράκοντες των γονιών ή τους νεκρόφιλους χαμαιλέοντες του περίγυρου? Όλες οι επιταγές της καρδιάς, εξαργυρώνονται στη σιωπή των ονείρων.Τελικά αυτό νομίζω πως μένει αγαπητέ φίλε. Εκεί, σε αυτό το παράξενο τόπο της λησμονιάς από κάθε πείνα ή ένδεια, μπορούμε να γίνουμε, προσωρινά έστω, οι θεοί που τεμπελιάζουν, να υπάρξουμε ως δραστήριοι σωτήρες του θέλγητρου, να γητεύσουμε τη χαρά, αντλώντας οργασμό από τα πάντα. Πραγματικά, μπορείτε να θυμηθείτε αν και πότε, προξενήσατε κακό σε κάποιον ή κάτι, τη στιγμή που ονειρευόσασταν? Μην προσπαθείτε.Άδικος κόπος. Η απάντηση είναι ποτέ. Ακόμα και αυτό που ονομάζουμε εφιάλτες, είναι μια διαδικασία ονείρου, που εμείς οι ίδιοι που ονειρευόμαστε, είναι που υποφέρουμε. Αυτό σας διαβεβαιώ, είναι μια μανία και θέληση ανωτερότητας συνάμα.Είναι σαφώς προτιμότερο, από την μανία και θέληση ενός κόμπλεξ κατωτερότητας, του να είμαστε δηλαδή εμείς, εκείνοι που σπέρνουν το κακό ενώ οι υπόλοιποι δεινοπαθούν.
Στο σημείο αυτό, θα ήταν ίσως φρόνιμο, για λόγους που είναι περισσότερο προφανείς παρά ευνόητοι, να δοκιμάσω να σας ξεναγήσω στα παιδικά μου χρόνια,αφού οι δυσκολίες της πολύ νεαρής μου ηλικίας,γρήγορα με κατατόπισαν ως προς το τί ή πώς θα έπρεπε να κινηθώ μελλοντικά,προκειμένου να βρω μια συναισθηματική διέξοδο.Για παράδειγμα, το ζήτημα της αποδοχής και της σημαντικότητας που πολύ γρήγορα αντιλήφθηκα ότι θα μπορούσα να το καλύψω με τις ουσίες.Άλλωστε, εκείνες ήταν υπεύθυνες για την μεταστροφή του άλλοτε εσωστρεφή και συνεσταλμένου μου χαρακτήρα,σε οργισμένο αγριόπαιδο.Είχα τρομάξει τόσο πολύ στην οικογένεια μου,που ξέμαθα ως προς το τι ακριβώς σήμαινε να σ`αγαπά κάποιος άλλος. Ως εκ τούτου,όταν κάποιος με πλησίαζε πολύ,φοβόμουν και όταν φοβόμουν του επιτεθόμουν.Ναι θυμάμαι ότι η παιδική μου ζωή,βαλόταν από σχέσεις αγάπης και μίσους.Μα τι λέω?Μίσους και μίσους.Είχα τόση μελαγχολία και άρνηση, να πω κάτι καλό και θετικό στον εαυτό μου,που τελικά είχα καταντήσει να είμαι μισαλλόβουλος(sic) και αυτοκαταστροφικός.Έφτασα μέχρι εκείνου του σημείου που ό,τι και να έπαιρνα να μην είναι αρκετό.Δεν εκτιμούσα τίποτα και κανέναν και το κυριότερο,τον εαυτό μου.
Κρυβόμουν πάντα,πίσω από πολλά μυστικά, ενοχές που συχνά έντυνα με ένα ηρωικό ρούχο, προκειμένου να γίνουν πιο εύγευστες και κατά συνέπεια πιο ευκολόπεπτες. Όλα συνεβαίνανε μες το κεφάλι μου και δεν είχα κανέναν να του μιλήσω για να νιώσω ανακούφιση,όχι γιατί δεν είχα τη δύναμη να το κάνω,αλλά γιατί ποτέ δεν είχα μάθει ότι μπορώ να το κάνω. Είχα απωλέσει τη μοναχικότητα έχωντας επινοήσει τη μοναξιά. Αυτή ήταν και η κατάρα της εφηβείας. Το παράξενο, όπως το βλέπω με το πιο ώριμο μάτι του τριαντάρι και μην μορφάζετε με υπαινιγμούς, δεν είναι οι ακραίες συνθήκες πάνω στις οποίες από μικρός σφυρηλατήθηκα ,αλλά ο τρόπος με τον οποίο οι εμπειρίες των όσων έζησα,έχουν καταχωρηθεί στη μνήμη. Ξέρετε, πάντα με συνοδεύει ένα περίεργο συναίσθημα. όταν ανακαλώ τα εφηβικά μου χρόνια. Δεν είμαι σίγουρος αν τα έχει κατασκευάσει η νοσηρή μου φαντασία ή αν όντως εγώ ήμουν αυτός που τα έζησε…. Θα ήθελα ωστόσο να σας μιλήσω λίγο για αυτές τις εφηβικές μνήμες. Κι όπως χωρίς να θέλω να φανώ σχολαστικός, υποθέτω ότι ήδη θα γνωρίζετε τι σημαίνει κοινότητα αποτοξίνωσης, γιατί αυτό που θέλω να σας εξομολογηθώ δεν αφορά στα βασικά αίτια του πως κατάφερα να γίνω χρήστης τότε, αλλά του πως ανακάλυψα τη ποίηση μετά.
Η ηλικία στους καιρούς που αναφέρομαι είναι γύρω στα 19 . Ποιος τολμάει να ξεχάσει τις νεανικές ιδιορρυθμίες εκείνης της ηλικίας, κανένας αλλά εγώ αγαπητέ ναι. Όμως δε ξεχνάω ποτέ τη καρέκλα. Σας μπέρδεψα ξανά μου φαίνεται. Θέλετε να σας μιλήσω για τη καρέκλα, να σας βάλω στο κλίμα? Η καρέκλα. Η καρέκλα είναι το πιο φοβιστικό σύμβολο μέσα σε μια κοινότητα. Το παιδί που επιθυμεί να διακόψει το πρόγραμμα με τις διαδικασίες της κοινότητας, οφείλει να καθίσει για πολλές ώρες σε μια πλαστική καρέκλα που διπλώνει και τη μαζεύει και τη κουβαλάει οπουδήποτε βρεθεί μέσα στο «σπίτι». Συνήθως οι υπεύθυνοι του παιδιού την τοποθετούν στο κεντρικότερο σημείο του χώρου, λίγο πριν το σαλόνι, εκεί από όπου μπορείς όντας καθισμένος σε αυτήν να βλέπεις τους υπόλοιπους που αφήνεις πίσω, να συνεχίζουν απερίσπαστοι με τις εργασίες τους. Αυτό σε βάζει σε σκέψεις. Νιώθεις ότι προδίδεις την ομάδα. Σκέφτεσαι ότι κάνεις κάτι που δεν θα έπρεπε. Βάζεις τον εαυτό σου σε ένα δίλημμα αν θα το κάνει ή όχι. Κι σαν έρθει η ώρα του φαγητού και δεν έχει τύχει ακόμα να φύγεις, τη παίρνεις παραμάσχαλα και τρως καθισμένος με αυτήν ξέχωρα από το μεγάλο τραπέζι που τρώνε όλοι μαζί αδερφωμένοι, στο ίδιο όμως χώρο αλλά μόνος, αποκομμένος, να βλέπεις τους άλλους να μοιράζονται το ψωμί, το νερό, το φαί, τους εαυτούς τους ίδιους, ενώ εσύ απέχεις. Και τα παρακολουθείς όλα αυτά με την άκρη των ματιών, και νιώθεις έναν ελαφρύ πόνο και μια μελαγχολία που σου κόβει την όρεξη της πείνας, αλλά εσύ πρέπει να φας γιατί μετά δε ξέρεις που και σε ποιο παγκάκι θα βρεθείς, οπότε προσπαθείς να καταπιείς, αλλά η μπουκιά δε κατεβαίνει, είτε το στομάχι δε τη δέχεται είτε ο λαιμός εντελώς αναπάντεχα απέκτησε κόμπους. Και σαν έρθει και η ώρα της οριστικής αποχώρησης, σε παίρνει ένας υπεύθυνος και σε πάει σε ένα απομονωμένο δωμάτιο του σπιτιού που συνήθως είναι ένα σχετικά μικρό στοκ, και σου λέει να αδειάσεις το χώρο από τα πράγματα, να τα βγάλεις έξω και να σφουγγαρίσεις το χώρο, κι όταν τα κάνεις όλα αυτά, τοποθετείς τη καρέκλα στη κεφαλή του δωματίου και κάθεσαι και περιμένεις. Κι ύστερα από λίγο, μπαίνουν στο δωμάτιο τα τρία άτομα που ενδιαφέρονταν πιο πολύ για σένα συνοδεία με ένα μέλος του προσωπικού και σου λένε να σηκωθείς. Κι εσύ σηκώνεσαι από τη καρέκλα και τότε το προσωπικό σου αναφέρει ότι αυτό είναι μια επισήμανση για σένα που οφείλεις να ακούσεις με πολύ προσοχή και το κυριότερο με σιωπή. Και τότε ξαφνικά θα ορκιζόσουν ότι ο χώρος έχει αρπάξει φωτιά και γεμίσει με ρίγος και ένταση. Ένας ένας βγαίνει μπροστά και σου μιλάει έτσι όπως ποτέ δεν σου έχουν μιλήσει, άλλος με γλυκύτητα και πριονωτή στεναχώρια και άλλος με οργή και θυμό που σου δίνει την εντύπωση ότι πρόκειται να πάθεις ανυπολόγιστο κακό. Ο πόνος είναι εμφανής και από τις δύο πλευρές και όταν όλοι τελειώσουν με αυτά που είχαν να πουν, αποχωρούν και τότε ξαναβάζεις τα πράγματα του στοκ μέσα, ξαναπαίρνεις τη καρέκλα παραμάσχαλα και ξαναπηγαίνεις και κάθεσαι στο αρχικό σημείο που ήσουν μέχρι που έρχονται οι γονείς και σε περιμαζεύουν. Κι αν περάσουν 48 ώρες και δεν το έχεις κουνήσει ούτε ρούπι από το σπίτι, τότε έχεις πάντα το δικαίωμα να επιστρέψεις…
Όπως σας σας είπα και στην αρχή, δεν θυμάμαι τον εαυτό μου πριν από τότε. Κουβαλώ ωστόσο μέσα μου, μια συγκεχυμένη πληροφορία του τι έκανα. πριν. Στα 19, υποτίθεται πάλευα ήδη τρία χρόνια , με το νόμο και την επιβίωσή. Η τελευταία μου παρουσία μέσα στη κοινότητα υπήρξε εντελώς αδιάφορη. Δεν ενδιαφερόμουν για τα κοινά, δεν με απασχολούσαν οι τιμωρίες που μου έβαζαν αλλά όμως κουραζόμουν τρομερά από τις εργασίες και τις ασχολίες που είχαμε να κάνουμε όλη τη μέρα, κάθε μέρα, στη κοινότητα. Στο τέλος κάθε μέρας γυρνούσα σπίτι με τη συνοδεία των γονιών,πραγματικά εξουθενωμένος ενώ συνήθως όλο το σώμα υπέφερε από την κούραση που επέφερε η εργασιοθεραπεία. Ήταν θέμα χρόνου πότε θα διέκοπτα για πολλοστή φορά από το πρόγραμμα αλλά αυτή τη φορά ένιωθα ότι ίσως να ήταν και η τελευταία…
Ένα βράδυ, γύρισα σπίτι ξεθεωμένος με την εργασία στη κοινότητα. Πάνω στην νεύρα και την ένταση της στιγμής, έσπρωξα τη βιβλιοθήκη που υπήρχε στο εφηβικό μου δωμάτιο. Έπεσαν κάτω κάποια πανεπιστημιακά συγγράμματα του πατέρα. Αχ, σας ευχαριστώ. Νομίζω πως κατά κάποιο τρόπο με ωφελείτε. Δεν θυμόμουν αυτή τη λεπτομέρεια για τον πατέρα και πως είχα πατέρα ειδικά αυτό, μακράν! Τελοσπάντων, ανάμεσα στα βιβλία με τα περίεργα σύμβολα και τους τόσους αριθμούς,ξεχώρισα ένα παχύ σκονισμένο βιβλίο με τίτλο «Τάδε Έφη Ζαρατούστρα» ονόματι κάποιου Φρειδερίκου Νίτσε. Από περιέργεια άρχισα να το ξεφυλλίζω. Η μια σελίδα έγιναν δυο, τρεις, τέσσερις και ξαφνικά, συνειδητοποίησα κάτι που δεν είχα σκεφτεί ως τότε και που το θεώρησα σπουδαία ανακάλυψη. Σκέφτομαι άρα υπάρχω. Η χαρά της σκέψης!
Αργότερα βέβαια, προς μεγάλη μου απογοήτευση, έμαθα ότι πρώτος το είχε διακυρήξει κάποιος Καρτέσιος με τη μορφή ego incognito, 300 χρόνια πιο πριν, αλλά τελικά δεν είχε και τόση σημασία. Έβλεπα γύρω μου, την χωρίς νόημα, πρωταρχική ουσία του κόσμου, ο κόσμος ως βούληση. Την ερμηνεία των χρωμάτων και . Ίσως να το παρερμηνεύσατε αυτό που σας είπα. Εννοώ, την ηδονή των ενστίκτων. Αχ, ναι! Όλα μου μιλούσαν. Ένιωθα το μυαλό, ανοικτό, καθαρό και την καρδιά ανάλαφρη. Κάποιος θεός είχε εγκαταλείψει τη θεϊκή του τεμπελιά από τον θρόνο του παραδείσου και είχε απλώσει το μαγικό του χέρι αγγίζοντας με στο μάγουλο. Άφησα μακριά το σώμα που υπέφερε και την σκέψη που ταλανιζόταν από την ανάγκη της για ηρωίνη. Επιπλέον, είχα ξεχάσει ποιους μισούσα και γιατί.Έκλαιγα όλο το βράδυ πάνω στις σελίδες αυτού του βιβλίου. Ο σκληρός «πρεζάκιας» της Ομόνοιας και της πλατείας Βάθης, έκλαιγε με λυγμούς… Όση πέτρα είχα χτίσει γύρω μου με τις ουσίες,ακριβώς για να μην βλέπω τόσο τις δικές μου ασκήμιες όσο και των άλλων,είχε γκρεμιστεί. Ο τοίχος είχε πέσει. Ο σκληρός πρεζάκιας έκλαιγε. Ποτέ δεν πίστευα ότι μπορεί να υπάρχει τόση αισιοδοξία για το ανώτερο,ακόμη και αν κάποιος βρίσκεται ένα βήμα πριν από το ολέθριο. Όταν διάβαζα τα οράματα του Νίτσε, για τον άνθρωπο,για το πλάσμα εκείνο που υπάρχει μόνο, για να ξεπεραστεί, σάστιζα. Μ’ αναγνώριζα:
«Κοιτάτε ψηλά σαν να αναζητάτε την ανύψωση,μα γω κοιτώ χαμηλά γιατί είμαι ήδη ανυψωμένος!» και κάπου αλλού, «…πρέπει να χει κανείς μέσα του το χάος,για να μπορεί να γεννήσει ένα χορευτικό αστέρι.Σας το λέω: ακόμη έχετε το χάος μέσα σας.»…»έβγα από την άβυσσό σου σκυλί της φωτιάς!…μολόγησε πόσο βαθιά είναι αυτή η άβυσσος!Από που έρχεται αυτό που μας ξεβράζεις?» , λυτρωνόμουν.
Κάθε βράδυ, μόλις τέλειωνε το πρόγραμμα, θυμάμαι αδημονούσα, να γυρίσω σπίτι, να φάω πρόχειρα και γρήγορα προκειμένου να εξοικονομήσω χρόνο, να συνεχίσω το διάβασμα αυτού του νέου, υπέροχου φίλου. Ήταν το μόνο που μου έκανε καλό κατ’ ουσίαν.
Όταν το ρολόι έδειχνε 12, περίμενα να κοιμηθούν οι δικοί μου και τότε άναβα το μικρό φωτάκι που βρισκόταν στο κομοδίνο δίπλα στο εφηβικό μου κρεβάτι, συνεχίζοντας μυσταγωγικά πλέον, να καταβροχθίζω τα χρώματα του Νίτσε. Δεν έπρεπε να καταλάβει κανείς ότι δεν κοιμάμαι στην ώρα μου γιατί το επόμενο πρωί θα το ανέφεραν οι γονείς στο πρόγραμμα οικογένειας και από εκεί η πληροφορία θα πήγαινε κατευθείαν στο προσωπικό της κοινότητας και τότε θα είχα ν’ αντιμετωπίσω ένα σωρό τιμωρίες που εκεί μέσα τις ονομάζουν αναθέσεις. Και σαν ο καιρός περνούσε και κόντευα να ολοκληρώσω την ανάγνωση του βιβλίου, άρχισα να νιώθω μια αγωνία τρομερή. Φοβόμουν ότι ο μαγικός κόσμος μέσα στον οποίο τυχαία είχα κυριολεκτικά βουτήξει θα τέλειωνε εδώ. Σκεφτόμουν ότι η ανωτερότητα του εαυτού σταματάει μετά «το Σημάδι» και πως όταν τελικά κλείσω το βιβλίο θα επιστρέψω στη μίζερη πραγματικότητα του εξαρτημένου και του απεξαρτημένου. Από την άλλη είχα μείνει ιεραρχικά στάσιμος σε όλα τα επίπεδα . Οι σχέσεις με τα παιδιά κατά διαόλου, με το προσωπικό το ίδιο, με τους γονείς ας παραγγείλουμε μια από τα ίδια και πάλι. Και οι ευθύνες που μου είχαν ανατεθεί μέσα στο «σπίτι», το σπίτι και το σώμα μου ακόμη, όλα υστερούσαν και ένιωθα πως δεν ήμουν ικανός ή καλύτερα διαθέσιμος, να φέρω οτιδήποτε εις πέρας. Επιπλέον, όχι μόνο πλησίαζε καλοκαίρι, περίοδος που οι ψυχολόγοι πάντα φοβούνται επειδή τα περισσότερα παιδιά συνήθως τότε διακόπτουν , αλλά είχα επιβαρυνθεί με μία γνώση που τότε θεωρούσα ιερή ενώ τώρα τη θεωρώ απλά ως κοινωνικά ισχυρή. Τολμώ να πω πως ήξερα αυτό που δεν ήξεραν και που ούτε είχαν φανταστεί ακόμα και στα πιο πλούσια και αισιόδοξα όνειρά τους .
Και ένα πρωινό, τη στιγμή που όλοι έχουν συγκεντρωθεί στο προθάλαμο του σαλονιού περιμένοντας στη σειρά σα σε σισίτειο, να παραδώσουν τα ούρα τους στο προσωπικό, μέσα σε μια μάλλον εκνευριστική για τους υπόλοιπους ηρεμία, αποχωρώ από την ουρά και πηγαίνω και αρπάζω τη καρέκλα και κάθομαι. Εξέφρασα την επιθυμία να διακόψω. Πάγωσαν όλοι. Ούτε οι απειλές ούτε οι ειρωνείες των ψυχολόγων δεν με πτοούσαν. Τι κι αν με περίμενε έξω ένα περιπολικό να με πάει στη φυλακή.Τι κι αν κατέληγα να γίνω ακαδημαϊκός της πρέζας σε κάποιο πανεπιστήμιο με το διακριτικό τίτλο «πως να γίνετε καλά πρεζάκια».Το μάτι μου γυάλιζε δαιμονικά. Είχα μια καταπληκτική ιδέα.Αντί να προσπαθούσα να αναδομήσω ένα νέο,καλύτερο εαυτό,πράγμα αδύνατο, καθότι αν είμαι αυτό που είμαι ακριβώς γιατί είμαι αυτό που κάνω και αυτό που έκανα ή που ήξερα καλά να κάνω τότε ήταν οι πάσης φύσεως καταχρήσεις ουσιών, θα προσπαθούσα να περιγράψω την άβυσσό μου ως σκυλί της φωτιάς. Είχα αποφασίσει να καταχραστώ την ποίηση… ε συγγνώμη να κάνω κατάχρηση αυτής ήθελα να πω. Είχα αποφασίσει να γίνω Ποιητής! Και τι ήξεραν αυτοί από τέτοια πάθη μεγαλείου?
Τελοσπάντων. Γιατί σας τα λέω αυτά? Ψηλά γράμματα. Ας αλλάξουμε κλίμα.
Εξάλλου, όπως και να είχε,ανεξάρτητα από το τι είχα σκεφτεί και αποφασίσει να κάνω,κάποια στιγμή όλα τα πράγματα φτάνουν στα όρια τους. Μια νέα αρχή ή ένα καινούριο τέλος, εξαρτάται πως το βλέπεις. Η άλλοτε ένδοξη καριέρα του πρεζάκια τελειώνει. Πρέπει να αποφασίσεις. Ή θα συνεχίσεις προς το grand finale που αρχίζει να διαφαίνεται στο βάθος κάποιας οικοδομής του μέλλοντος,ή θα επιλέξεις μια οδό που ονομάζεται «έξοδος διαφυγής-οδός δεύτερης ευκαιρίας». Η οικογένεια δε σε ανέχεται άλλο, κατά τη ταπεινή μου γνώμη δεν ανέχεται το κομμάτι τέρας που εκείνη δημιούργησε. Τ`άλλο κομμάτι είναι δικό σου, όλο δικό σου. Έτσι ένας σωρός αρνητικών καταστάσεων σε σπρώχνει προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση. «Προσπάθεια να αυτοκτονήσεις με τον πιο εύκολο τρόπο!». Τα λέω αυτά, με αφορμή ένα γράμμα που συντάσσουν οι γονείς συντεχνιακά στις κοινότητες αποτοξίνωσης για να πάρουν δήθεν δύναμη, όταν το παιδί τους παλεύει με τα δικά τους τέρατα,όχι με τα δικά του,ένα γράμμα σαν το ακόλουθο-ελπίζω να θυμάμαι καλά-που τυχαία κάποτε είχε πέσει στα χέρια μου.

Αγαπημένο μας παιδί,
όσο θα ζεις σε αυτό το σπίτι,θ`ακολουθείς τους κανόνες.΄Οταν θα έχεις το δικό σου σπίτι,μπορείς να κάνεις τους δικούς σου κανόνες.Σ`αυτό το σπίτι δεν έχουμε δημοκρατία.Δεν σε επιλέξαμε για παιδί μας ούτε εσύ μας ψήφισες για γονείς.Είμαστε γονείς και παιδί με την ευλογία του Θεού δεχόμαστε αυτό το προνόμιο και την τρομερή ευθύνη. Έχοντας το , έχουμε μια υποχρέωση να εκτελέσουμε το ρόλο του γονιού. Δεν είμαστε οι στενοί σου φίλοι. Οι ηλικίες μας είναι τόσο διαφορετικές . Μπορούμε να μοιραστούμε πολλά πράγματα, αλλά δεν είμαστε «κολλητοί’.Είμαστε γονείς σου.Αυτό είναι εκατό φορές περισσότερο απ`ότι είναι ένας «κολλητός». Είμαστε επίσης φίλοι, αλλά σε ένα διαφορετικό επίπεδο. Σ` αυτό το σπίτι θα κάνεις ότι λέμε και δεν μπορείς να μας κρίνεις γιατί ότι και αν σου ζητάμε να κάνεις, έχει σαν κίνητρο την αγάπη. Αυτό θα είναι δύσκολο να το καταλάβεις μέχρι να αποκτήσεις και συ το δικό σου παιδί. Μέχρι τότε εμπιστέψου μας.
Οι γονείς σου

Είναι λυπηρό γεγονός. Όλοι οι γονείς, οι τόσο τυρρανισμένοι από τα μικρά τερατάκια τους… τα παιδιά τους, αγνοούν εντελώς ότι αυτά αποτελούν μέρος της εικόνα τους. Και όταν αυτά, κάποια στιγμή στο μέλλον, βρεθούν με το ένα πόδι στο τάφο, νομίζουν θα τα σώσουν αν και εφόσον κατορθώσουν τελικά να τα βάλουν σε μια κοινότητα και καμιά φορά ίσως να συμβεί και αυτό, αλλά στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων όχι. Το παιδί αλλάζει, αν αλλάξει ο γονιός ή για να σας το πω πιο απλά: Το παιδί σώζεται αν και ο γονιός αλλάξει τη συμπεριφορά του εκ βαθέων. Το παιδί σώζεται, δεν το σώζεις! Αλλά και πάλι, να ξεβολεύσει τον βαλτωμένο του εαυτό ο γονιός. Τι ειρωνεία… Ας ήταν καλύτερα να βαλτώσει στο ξεβόλεμμά τους με ειλικρίνεια. Θα ήταν πιο έντιμο. Τι θα πει ο κόσμος! Κρύψε το πρόβλημα! Η επιτυχία φέρνει τη καταστροφή αγαπητέ.. Οξύμωρο, το γνωρίζω, αλλά αν παρατηρήσετε κάπως προσεκτικά, τα περισσότερα παιδιά που πέφτουν στην εξάρτηση, είναι παιδιά «καλών» οικογενειών. Θυμάστε το θεώρημα του Pazzolini υποθέτω. Αν όχι ζητείστε να το δείτε κάποτε. Το μήνυμα αυτής της έξοχης ταινίας προσπαθώ να σας μεταφέρω ακυρώνοντας όμως, τη μεταφυσική πινελιά του σκηνοθέτη. Αναρωτιέστε γιατί η επιτυχία φέρνει την πτώση, την κατάπτωση και τέλος την καταστροφή… Το γνωρίζω… Αυτό σίγουρα οφείλεται στη φύση του ανθρώπου.Θέλει να είναι τα πάντα, άρα πρέπει να βιώσει τα πάντα προκειμένου να τα καταφέρει. Για αυτό έχω μια δικιά μου θεωρία αν μου επιτρέπετε. Είναι καλύτερα να είσαι ένας αποτυχημένος της ζωής και να κάνεις όνειρα για κάτι καλύτερο, παρά να είσαι ο επιτυχημένος που κάνει όνειρα για κάτι χειρότερο. Τι εφιάλτης και τι καταστροφή όντως! Ξέρετε αγαπητέ φίλε, τα όνειρα πάντα ξεπηδούν απ έξω, όπως ακριβώς και η σκέψη. Μη νομίσετε, ποτέ δεν κοιμόμαστε .Τα όνειρα, μια παραλλαγμένη εκδοχή της σκέψης είναι, με πιο χαλαρές συνδέσεις. Εγώ προσωπικά τα ονομάζω «σκέψεις μηδενικής ηθικής»! Προσέξτε όταν λέω, μηδενικής ηθικής. Δεν σημαίνει σκέψεις ανηθικότητας. Απλά πρόκειται για μια συλλογιστική πέρα από το καλό και το κακό. Απλή καταγραφή της επιθυμίας ή της αγωνίας χωρίς κοινωνικούς περιορισμούς. Θέλετε να μάθετε τι θα απαντούσα σε κάτι τέτοιο,σ’ αυτή τη μονομερή διαστρέβλωση, τη ρίζα του προβλήματος σε ότι αφορά εκείνο το συντεχνιακό γράμμα του προγράμματος οικογένειας προς το παιδί ? Η απάντηση,προέρχεται από αιτίες που σχεδόν όλοι οι υπαίτιοι φροντίζουν επιμελώς να ξεχνούν αφού η καλή δικαιολογία ενός μέσου γονιού, είναι να προσποιείται την άγνοια λόγω έλλειψης χρόνου και ως εκ τούτου, του επιτρέπεται να βουλιάξει σε ένα στείρο σχετικισμό, μιλώντας συνεχώς για τις άγιες υλιστικές παροχές που προσφέρει. Βρίσκεται μονίμως κρυμμένος, πίσω από φράσεις κλισέ : «φταίει αυτό και φταίει εκείνο που εσύ μπιπ μπιπ…ενώ εγώ μπλα μπλα…» , παρασυρμένος τις περισσότερες φορές από την άχρηστη φύση της ψυχανάλυσης, τον οποίο ατυχώς εισάγουν, τα προγράμματα οικογενειακής υποστήριξης στις διάφορες κοινότητες.. Λέτε ότι εξαντλώ την αυστηρότητά μου και παραλογίζομαι. Ακούστε λοιπόν άπιστε Θωμά. Ακούστε ένα γράμμα που αν το έγραφε το παιδί και εν προκειμένω εγώ-τότε, θα ήταν περίπου έτσι:

Αγαπημένοι μου γονείς,
όσο ζω σε αυτό το σπίτι, θα ακολουθώ τυφλά τους κανόνες σας.΄Οταν θα έχω το δικό μου σπίτι,θα εφαρμόζω στα παιδιά μου τους δικού σας κανόνες, αφού αυτή θα είναι η εύκολη λύση για μένα,(θυμηθείτε το Δαρβίνο,ο άνθρωπος κατάγεται από τον πίθηκο) ,αφού ζώντας τόσα χρόνια μαζί σας, με μάθατε να θάβω τη φωνή ,την έκφραση και τις ανησυχίες μου,είτε επειδή δεν είχατε χρόνο να ασχοληθείτε στοιχειωδώς μαζί μου,είτε επειδή μονίμως μια θεοκρατική επίπληξη,η επίπλιξή σας, κρεμόταν απειλητικά πάνω από το παιδικό κεφάλι.
Σε αυτό το σπίτι όντως δεν έχουμε δημοκρατία (σας συγχαίρω για την αυτογνωσία)και εγώ, ταπεινός σας υπηρέτης, αναρωτιέμαι με ποια ιδανικά θα πορευτώ στα σκοτεινά σοκάκια που έχτισαν εκατομμύρια μπαμπάδες και μαμάδες όμοιοι με σας, που εμπιστεύθηκαν προγράμματα και σχολεία άσκησης εξουσίας,του τέστειν : «Πως να κινείς τα δικά σου νήματα». Όχι,θέλω να γράψω μια παράγραφο της ανυπακοής. Να βροντοφωνάξω ένα ανυπάκουο και αληθινό όχι, από ένα φοβισμένο και υποτακτικό μη για σας θα σήμαινε τρέλα μα για μένα ανάσα. .Να σας υποσχεθώ τον εαυτό μου ακέραιο και αρτιμελή, αρπάζοντας από τις φοβερές λεκτικές σας ξυραφιές, το εναπομείναντα επέκεινα του ψυχικού ακρωτηριασμού μου, για σας θα ήταν ανάσα μα για μένα σκέτη τρέλα.. Τώρα γελάω: Σας κάνω επίδειξη λεκτικών δυνατοτήτων, με αυτό τον τρόπο σας περιφρονώ, το ξέρω να που η τρέλα τώρα εξισώνεται με την ανάσα! . Γίνομαι πιο έξυπνος από εσάς. Κι αν δεν είναι έτσι το θέλω μ’ όλο μου το είναι. Κι αν εκνευρίζεστε μ’ όλο σας το είναι, τότε πως λέτε ότι με αγαπάτε? Πως τολμάτε? Αλήθεια, με θέλετε νεκρό? Όχι? Τί θέλετε? Θέλετε να σας υποσχεθώ ότι θα εφαρμόζω πιστά τους κανόνες σας? Πιθανόν να επιθυμείτε κάτι τέτοιο. Όλα αυτά τα χρόνια, με μάθατε έξοχα πως να υπακούω και όχι πως να αυτοσχεδιάζω. Με διδάξατε με τρόπο τυχάρπαστο πώς να τοποθετούμαι απόλυτα απέναντι στα πράγματα βιώνοντας ένα παραμύθι όμοιο και χειρότερο με αυτό της ηρωίνης. Μα φυσικά και είχατε δίκιο… αφού ήμουν παιδί σας, η άγονη σοδειά σας, το στάχυ που δεν έχει την υπομονή να συμπαρασταθεί στα προβλήματα των φίλων του, αφού εγώ είμαι ένα ον επιρρεπές στη αυτοκαταστροφή και έτσι εύκολα συμπαρασύρομαι στα προβλήματα των άλλων χωρίς να έχω ανθήσει ποτέ .. Το χωράφι μου, βρίσκεται σε ένα μόνιμο ηλιόκαμα! Σας ευγνωμονώ που μου μάθατε τόσο καλά πως είμαι ένα τίποτα. Μα αν θέλετε να μάθετε, αυτή τη μαστούρα προσφέρει η ηρωίνη: Τη μέθεξη του Τίποτα! Λέτε ότι μ’ αγαπάτε λοιπόν? Πώς τολμάτε?
Είμαστε παιδί και γονείς λέτε και σε αυτό το σημείο θα ήθελα να σας ρωτήσω πως γίνετε να επικαλείστε ένα θεό που ούτε γνωρίζουμε πως υπάρχει ούτε γνωρίζουμε πως δεν υπάρχει, αφού όσα λογικά επιχειρήματα(επιστημονικά) μας δηλώνουν ότι δεν υπάρχει, άλλα τόσα (κοινωνικά)δηλώνουν ότι υπάρχει…Όσο για το προνόμιο και την διπλή υποχρέωση του να είστε οι γονείς μου, λυπάμαι βαθύτατα που δεν με πληροφορείται ότι υπήρξα ο καρπός μιας αγάπης που απειρίστηκε στο χωρόχρονο, ό,τι ήμουν ο αυτοσκοπός σας, σφραγίδα της τρομερής σας υπευθυνότητας. Στο σημείο αυτό, ήθελα να ρωτήσω ,αν στα σχολικά σας χρόνια,οι δάσκαλοι σας,σας έμαθαν ότι δύο πορτοκάλια συν ένα αυτοκίνητο μας κάνουν τρείς ελέφαντες…Είναι σίγουρο ότι δεν είσαστε κολλητοί μου και ούτε ως τέτοιοι θα υπάρξετε, καθότι εσείς και αυτοί είστε δυο ανόμοια σύνολα. Και είναι απορίας άξιον ότι ναι μεν συγκρίνετε τη φύση των γονιών με αυτή του κολλητού,σαν να είναι συγκρίσιμα μεγέθη,αφετέρου δε όμως, αλληλοαναιρείστε όταν αναγνωρίζετε τη διάκριση των ρόλων γονέων-κολλητών.΄Ετσι λοιπόν, συμφωνώ μαζί σας, επιτρέψτε μου, σε ένα σημείο. Δεν είστε οι στενοί μου φίλοι,αφού η σπανιότητα ενός άριστου ηθοποιού που γνωρίζει καλά τους ρόλους, είναι ίδια με αυτήν του καλού ανθρώπου και σεις δυστυχώς, δεν κερδίζετε αυτήν την σπανιότητα.
Επανέρχομαι στη τάξη όμως. Σ` αυτό το σπίτι θα κάνω ότι μου λέτε αφού το επιβάλλετε με το έτσι θέλω και όχι με τη πειθώ. Καταλαβαίνω, δύο μέτρα και δύο σταθμά.Ναι μεν θέλουμε να είμαστε γονείς τροπαιοφόροι και προνομιούχοι,αφετέρου δε όμως,επειδή είμαστε ανίκανοι να εξηγούμε το πως και το γιατί,θα το επιβάλλουμε. Μήπως τελικά εγώ δεν ξέρω να ακούω.Μήπως έχω χαμηλό IQ?
Αγαπητοί γονείς , στα παιδικά μου χρόνια,έκανα ότι θέλατε εσείς.Κολυμβητήριο,
αγγλικά, μπάσκετ, μπαλέτο, καράτε, φροντιστήριο…γενικά , σας υπηρετούσα κάνοντας ό,τι χρειαζόταν, ώστε να ανακουφίσω την απληστία του γονεϊκού ανταγωνισμού. Δεν έπρεπε να βρεθεί μπροστά σας, παιδί με περισσότερες ασχολίες και δεξιότητες από εμένα, γιατί τότε, το θεόπνευστο και απυρόβλητο προφίλ σας, βυθιζόταν στην ντροπή. Εντούτοις, ο τρόπος που εννοούσατε ατίμωση, καιροφυλαχτούσε σε κάθε μου δραστηριότητα.Ακόμα και στο παιχνίδι της αλάνας,εσύ μάνα,όταν έμπαινα τερματοφύλακας ίσως γιατί απλά μου άρεσε, ναι,απλά γιατί μου άρεσε, με δέος άκουγα τις χυμώδεις προστακτικές σου. Βεβαίως όχι μόνο εγώ, αλλά και τα υπόλοιπα παιδιά, όταν με τη νυχτικιά σου έβγαινες στο μπαλκόνι και βγάζοντας κυριολεκτικά αφρούς από το στόμα,τσίριζες σε όλους: «Γιατί βάζετε τον γιο μου τερματοφύλακα?Ε?Γιατί? Leo, να παίξεις επιθετικός τώρα ή να τσακιστείς να ανέβεις αμέσως επάνω.»Πώς να αντικρύσω ύστερα τους φίλους μου?
Αγαπητοί γονείς,σε τί υπέροχη στρατιωτική εκπαίδευση με υποβάλατε στα παιδικά μου χρόνια.Επάνω μου,ασκήσατε αυτήν την ανεπανάληπτη, σκληρή κι ανυποχώρητη επιβολή των «θέλω» σας. Νομίζω , πως όχι μόνο εξαντλήσατε όλα τα όρια της αυστηρότητας επάνω μου,αλλά επιπλέον, φορτώσατε στις παιδικές μου πλάτες, όλα τα περριτά βάρη,των ενοχών, των θυμών και των δικών σας συγκρούσεών .Η καρδιά του μικρού Leo θα κουβάλα για πάντα,το πόνο ως ζωντανή εκδοχή του εφιάλτη.Τί σκληρή αλήθεια!Γιατί,πως να ξεχάσω, τον χαλασμένο παιδικό μου ΄Υπνο,όταν στα μαύρα μεσάνυχτα μάνα,με άρπαζες από το ζεστό κρεβατάκι,με βαστούσες ως ασπίδα προστασίας από τα χτυπήματα του πατέρα,που ήθελε λέει τότε να λέγεται άντρας και ούρλιαζες μες τα βαθιά χαράματα,εκλιπαρώντας με ηδονή για βοήθεια:»Βοήθεια,με σκοτώνει! Αστυνομία! Βοήθεια!». Που να ήξερε ο κακομοίρης ο πατέρας, πως όταν δεν έπεφτε στην παγίδα σου, όταν δεν αρπαζόταν μαζί σου,είτε γιατί ήταν κουρασμένος,είτε γιατί μια στιγμιαία σοφία του έλεγε «μη»,ήταν ότι χειρότερο για σένα.Μάνα, η αγάπη σου για το μαστίγιο με έμαθε να ξυπνάω.΄Ομως σού έγινε συνήθεια φαίνεται αυτός ο τρόπος αφύπνισης και στη πρώτη ηθελημένη δυσκολία με τον άντρα σου, με άρπαζες από τα γλυκά όνειρα και μου έλεγες ορθά κοφτά:»Leo ,ξύπνα, με το πατέρα σου χωρίζουμε.Το και το.Διάλεξε με ποιον θες να πας…»ήμουν το τελευταίο σου χαρτί.Αυτό ήμουν για σένα,τραπουλόχαρτο.Φουλ του Leo και ο πατέρας θα χάσει τη μάχη και θα συνθηκολογήσει.Πόσες φορές η βία και οι εκβιασμοί? Τόσες ώστε να γίνουν αυτά και άλλα πολλά, ρήγματα,οι δημιουργίες των γκρεμών μου.Η πρέζα μου.Και αλήθεια λέω,δεν ξέρω τι πονά πιο πολύ.Το χαρμανιασμένο κορμί,το κρύο που με διαπερνούσε τις καλοκαιρινές νύχτες έξω στο δρόμο, ή οι θύμισσες των όσων σας εξιστόρησα και που ο αμυντικός σας μηχανισμός μάλλον θα τα έχει απωθήσει από τη σφαίρα του συνειδητού. Πατέρα,η αγάπη σου για τα δικαστήρια, με δίδαξε να επιδιώκω την ηδονή της καταδίκης.
Λατρευτοί γονείς, στο σπιτικό σας, δεν μπορώ να πω ότι πέρασα μόνο άσχημα.Είχαμε και καλές στιγμές. Δεν μπορώ να πω ότι δεν με αγαπήσατε,όπως την εννοείτε εσείς την αγάπη. Αλοίμονο,είστε οι γονείς μου και όχι τίποτα τέρατα. Εγώ όμως? Εγώ όμως πια, είμαι ένας τέρας και το χειρότερο δεν είναι αυτό, αλλά ό,τι πια, μου αρέσει να είμαι τέρας.Αγαπώ το σκοτεινό μου μέλλον. Μη λυπάστε που δεν θα γίνω πρωθυπουργός της χώρας ή τρανός επιστήμονας. Η καρδιά φέρνει το μυαλό και όχι το μυαλό τη καρδιά.Πάρτε αυτό το ρίσκο. ΄Αλλωστε όλα ένα μεγάλο ρίσκο είναι.Αυτός που δεν ρισκάρει αυτοκτονεί!Δώστε μου το δικαίωμα να διαφέρω από εσάς. Δώστε μου το δικαίωμα να είμαι φρικτός.
Εν κατακλείδι, πιστεύω ό,τι έχω συγχωρέσει την σκοτεινή πλευρά του εαυτού σας. Για την ακρίβεια, την λατρεύω. Το κτήνος μέσα μου,σας ευγνωμονεί…Πρέπει να ξέρετε ωστόσο , προσπάθησα να γράψω ετούτο το συμπίλημα με τρόπο σατυρικό και τρόπο καυστικό. Συμπαθάτε με που τελικά δεν τα κατάφερα και στη πορεία έστρεψα την σκέψη και η περιγραφή κατέληξε στο κυνισμό. Είμαι όμως βέβαιος ότι αν σας ξανάγραφα, θα λύγιζα από το πόνο. Το ίδιο αποτέλεσμα θα διαπότιζε τελικά ετούτες τις αράδες ώστε να περισώσω τη καρδιά από την άρρωστη θλίψη αυτής της μνήμης.Δεν είναι λίγα αυτά που έγιναν μήτε μικρά!Αυτή είναι η τελευταία φορά που φέρομαι ανθρώπινα.Όσο δηλαδή κρατά η διαμονή μου σε τούτο το σπίτι.Το σπίτι σας. Η ευθύνη σας.
Σας υπόσχομαι λοιπόν, πως όσο ζω ανάμεσα σας,δεν θα κάνω ότι λέτε εκτός αν, με πειθώ μου αποδεικνύεται την ορθότητα των λόγων σας. Δεν θα δέχομαι αυτό που δεν θα μπορείτε να ερμηνεύσετε,να εξηγήσετε το πως και το γιατί με επιχειρήματα και σαφήνεια Κάθε σοφιστεία θα την επικρίνω. ΄Οταν δεν θα με ακούτε στο προφορικό λόγο,όταν μου πνίγεται τη φωνή σφετεριζόμενοι το «προνόμιο» του να είστε οι γονείς μου,θα σας εκδικούμαι στο γραπτό λόγο ώστε να μπορέσω να σώσω τον εαυτό μου από το μηδειακό σας πνιγμό,δείχνωντας έκφραση. Εσείς με μαθαίνετε τον κόσμο που υπάρχει εκεί έξω και γω το κόσμο που θα μπορούσαμε να κατοικίσουμε εκεί μέσα,κατεβάζοντας τα σύννεφα στη γη. Το κόσμο της ουτοπίας.΄Ετσι καλώς ή κακώς, όσο θα ζω μαζί σας αλλά και κατόπιν,όσο δηλαδή θα μένω μόνος,θα δείτε ή θα ακούσετε πράγματα που πιθανότατα να μην σας αρέσουν καθόλου.Όμως ήταν και θα είναι οι επιλογές μου.Δεν έχω την απαίτηση όλα όσας σας έγραψα να τα χτίσετε με συνείδηση προσπαθώντας να με καταλάβετε,αφού κάτι τέτοιο θα ήταν σχεδόν ακατόρθωτο για σας-ενδεχομένως και για τους γονείς όλου του πλανήτη-ωστόσο,αναρρωτιέμαι αν θα υπάρξει ποτέ κάποια στιγμή που θα μπορούσατε να με αγαπήσετε πέραν του εαυτού σας. Αν θα μπορούσατε ποτέ με παράλογη χαρά να ξεστομίσετε κάτι σαν: Θεέ μου, λατρεύω αυτό το κωλόπαιδο!Είναι ένα τέρας!

Ο
…Γιατί δεν θυμάμαι ? Γιατί ? Ποιο σκοτεινό τέρας βασιλεύει μέσα μου ?
Ο

κεφ 5

«Ακλόνητος είναι αυτός που του εαυτού του στέκει
Σφαίρα στιλπνή που ακολουθεί ένα δικό της δρόμο:
Τσακίζοντας της Μοίρας τα δεινά με άλλο νόμο.»
Οράτιος

Όμως όσο και να τα βάλεις με τους ίδιους σου τους γονείς, αυτό είναι μια πληγή που πάντα επιστρέφει σε εσένα. Θανάσιμη συνήθως. Για αυτό και το υποθετικό γράμμα που μόλις σας είπα, δεν θα το έγραφα ποτέ. Θα με σκότωνε. Για αυτό αποφάσισα να εγκαταλείψω την οικογένεια και να εξαφανιστώ. Να αρχίσω μια καινούρια ζωή ενώ με κάποιο μαγικό τρόπο θα έπρεπε να ξεχάσω τα πάντα. Η διαγραφή Βεβαίως, σε ένα μεγάλο βαθμό το πέτυχα, αλλά μαζί σας ξαναθυμάμαι. Έτερον εκάτερον. Η ώρα πλησίαζε 20:00 και γύριζα ενθουσιασμένος στο σπίτι. Είχα μόλις επιστρέψει από το ταχυδρομείο που είχα πάει για να παραλάβω ένα δέμα που υποτίθεται ότι περιείχε ένα φάκελο ή κάτι τέτοιο. Μου το έστελνε μια μικρούλα που είχα να δω εδώ και πολλά χρόνια και που ούτε καν θυμόμουν το πρόσωπό της. Συνήθως, θυμάμαι τα πράγματα εντελώς θολά, το γενικό περίγραμμα ή το ρηχό τους χαρακτηριστικό,καθώς μια αινιγματική επιθυμία πάντα με σπρώχνει στο να αδιαφορώ παντελώς για τις λεπτομέρειες είτε των ατόμων είτε των γεγονότων που τα αφορούν, παραμένοντας μέσα μου ένας αβλαβής παρατηρητής,ξορκίζωντας τις ενοχλητικές ερωτήσεις της λογικής με υπερβολική αναισθησία ή οτιδήποτε θα βοηθούσε όχι να ξεχάσω, αλλά να μην θυμηθώ! Έτσι αφήνω τα πράγματα που αφορούν στο παρελθόν, χωρίς να τα αναλύω,αφού μου είναι περισσότερο βολικό να θεωρώ την αυτοψυχανάλυσή μου ως μια δεισιδαιμονία που πρέπει να ξεπεραστεί,παρά μια οδό που δημιουργεί τις συνθήκες εκείνες να πλησιάσω τον εαυτό μου υγιέστερα. Εξάλλου, ολάκερη η σφαιρική μου κομψότητά, πηγάζει από μια διάθεση αντισολωμού, να βυθιστώ και να πνιγώ μέσα στη λίμνη χρόνου δε σημαίνει απολύτως τίποτα, εκτός κι αν με κάποιο θαυμαστό άλμα ανέβω ψηλά στο καταρράκτη του παρόντος. Κοντολογίς, η χτένα της μνήμης μου μοιάζει περισσότερο με σπάτουλα παρά με τσατσάρα. Μην νομίσετε πως είμαι κάποιος μελαγχολικός αν όχι αποστειρωμένος συναισθηματικά κακομοίρης,που ποτέ δεν πόθησε, πόνεσε, γέλασε ή ερωτεύθηκε. Εντούτοις, θυμάμαι τα πράγματα που εγώ θέλω να θυμάμαι και πάντα τα ανακαλώ στη μνήμη σαν να μην υπήρξε ποτέ κανείς διαμεσολαβητής των όσων τετελεσμένων,ακόμη κι αν χρειαζόταν να παραγκωνίσω τις πολλαπλότητες του Εγώ μου. Ξέρετε, καμιά φορά, μια και μοναδική πράξη, διαφέρει ως προς τις προθέσεις που την υποκινούν… Το ίδιο αποτέλεσμα μπορεί να το φέρουν πολλά κίνητρα…
Πρέπει να σας πω,ότι πάντα χλεύαζα τις μνήμες της εσωτερικής μου αποκάλυψης που οφείλονται σε άλλους που δεν ήταν όμως εγώ.Τότε επιδίωκα να απωλέσω το γεγονός όσο το δυνατόν περισσότερο καθώς έσπευδα να με συμβουλεύσω: Οι δήθεν δικές μου αλήθειες, αυτές που άλλοι μου υπέδειξαν τότε, συντέλεσαν έναν εαυτό που δεν άνηκε σε εμένα και ως εκ τούτου, ήμουν είτε νεκρός είτε αγέννητος! Αυτό ήταν το ψέμα της μοναξιάς καθώς και το κίνητρο της αφύπνισής μου συνάμα!αλλά καθώς κάτι τέτοιο ίσως είναι αδύνατο αν όχι να το αφομοιώσεις τουλάχιστον να το εφαρμόσεις στην πράξη,ακολουθούσα άλλες προσεγγίσεις προς την ατόφια μου αλήθεια. Έπειθα τον εαυτό να χωρίζει τις λεπτομέρειες σε τετριμμένες και μη.Φρόντιζα επιμελώς να διατηρώ στη μνήμη στοιχεία που δεν συνεισφέρουν σε σύνθεση εικόνας,έτσι ώστε κρατώντας μόνο τις αλγεβρικές ιδιότητες του ζητήματος,να λογίζω και να υπολογίζω σε σκέψεις που δεν δομούν γεωμετρίες και απεικονίσεις.Πρέπει να το καταλάβετε επιτέλους αγαπητέ φίλε, πως το αντίθετο της αλήθειας δεν είναι το ψέμα αλλά η λήθη! Για παράδειγμα, τη τελευταία φορά που είχα συναντηθεί με την εν λόγω μικρούλα,αφού πρώτα βεβαιώθηκα ότι χάρην του έρωτα της θα μπορούσε ακόμα και να αυτοκτονήσει προκειμένου να δείξει και τελικά αποδείξει την αγάπη της για μένα,μέθυσα επίτηδες εκείνο το βράδυ μέχρι σκασμού που λένε. Ήθελα να απωλέσω κάθε εισροή πληροφορίας που θα μπορούσε μελλοντικά να χρησιμοποιηθεί από τον εαυτό μου ως μνήμη,κατασκευάζοντας την λησμονιά του προσώπου της ή ακόμα και τη θύμησή της ύπαρξής της. Οι χαριτωμένες μικρούλες είναι εκνευριστικές. Τα καμώματά τους, δεν επιτρέπουν να μην τις αγαπώ και συνεπώς να τις ξεχνώ. Γι’ αυτό αφού βεβαιώθηκα ότι με μια σταγόνα ρούμι ακόμα ή με μια λάθος έντονη και,πολύπλοκη σκέψη, θα ήταν δυνατό να παραδοθώ φαρδιά πλατιά ξερός κάτω ή για να το πω ακόμα πιο κουραστικά, έτσι, για να σας κάνω και λίγο αρνητική εντύπωση… : σε μια συνενωτική διάσταση ενός μορφικού Διονύσου, χα!, της παρέδωσα φάκελο με γράμμα που προοριζόταν στον εαυτό μου. Αφού την όρκισα στη αγάπη της, να το προσέχει σαν τα μάτια της, επιφορτώνοντας της μια ευθύνη που κάλλιστα θα μπορούσε να έχει αρνηθεί,γλύστρησα σαν καπνός κάτω από τη πόρτα του bar και εξαφανίστηκα για να πάω να λιώσω κάπου μόνος,μακρυά από τα φώτα της απεχθούς «δημοσιότητας»…Εκείνη,πιστή στην παράκλησή που της είχα κάνει τότε,να το επιστρέψει δηλαδή όποια στιγμή θα νόμιζε ότι θα ήταν η σωστή αλλά με την πάροδο τουλάχιστον τριών ετών,έκρινε ότι σήμερα ήταν η μέρα να διαβάσω το γράμμα από το παρελθόν.
Επιτέλους, το είχα ξανά στα χέρια. Δεν θυμόμουν σχεδόν τίποτα από το περιεχόμενο του γράμματος και είχα μεγάλη περιέργεια .Μην αντέχοντας λοιπόν τη προσμονή,είδα μια μικρή τριγωνική πλατεία,ήσυχη μέσα στο θορυβώδη πλαίσιο της πόλης. Σκέφτηκα ότι εκεί μέσα, ήρεμα και απλά, θα ήταν ένα καλό μέρος να διαβάσω το γράμμα του εαυτού προς τον εαυτό.Κάθισα κάπως άτσαλα στο πιο απομακρυσμένο, ξεχασμένο παγκάκι που υπήρχε,γιατί κατά ένα παράξενο τρόπο,στη προσπάθειά μου να διασχίσω το παρατημένο,αφρόντιστο γκαζόν της πλατείας,είχα πατήσει πάνω στα κόπρανα κάποιου εγκληματικού τετράποδου,όμως τελικά κατάφερα-με αηδία η αλήθεια είναι-να τα απομακρύνω από τη σόλα του δεξιού παπουτσιού με τη βοήθεια ενός μικρού κλαδιού,ενώ μετά άρχισα να σκίζω με προσοχή την άκρη του φακέλου που μύριζε ακόμα έντονα το άρωμα βανίλιας που είχα βάλει μέσα. Έβγαλα το γράμμα και ξεκίνησα να το διαβάζω:

Αγαπημένε εαυτέ, το σήμερα έχει περάσει ανεπιστρεπτί τη στιγμή που κρατάς ετούτες τις φυλλάδες εκεί μπροστά κάπου στο μέλλον.Δεν ξέρω τί σχέση έχεις πια μαζί μου, δεν ξέρω σε τί έκτρωμα ή πιο μυθικό άνθος των θεών έχεις μετατραπεί, δεν ξέρω καν αν συνεχίζεις να υπάρχεις,αφού απ` όσο σε ξέρω,σε θυμάμαι πάντα να μας μπλέκεις σε μεγάλους μπελάδες,σαν τεράστιος μαγνήτης προβλημάτων, οπότε δεν θα με ξάφνιαζε ιδιαίτερα αν με κάποιο τρόπο μάθαινα ότι η στιγμή που θα ανοίξεις να διαβάσεις ετούτο το γράμμα δεν υπήρξε ποτέ…Ωστόσο,ανεξαρτήτως σεναριακής εκδοχής,σε ετούτο το γράμμα πρέπει να περιέχεται κάθε δείγμα βαρύτητας και ηλικίας,κάθε σπαστικό ή παραλυτικό, η μυρωδιά,το χρώμα και κάθε μορφή διάλυσης, ακριβώς γιατί επιχειρείται να περιγράψει κάτι που ενώ τη παρούσα στιγμή δεν υπάρχει, υποπτεύομαι σε τι θα μπορούσε να εξελιχθεί! Κι αν τίποτα δεν είναι όμορφο και ποτέ στην ώρα του ως ωραίο, τότε η πρώτη αλήθεια, Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΜΑΣ, πρέπει να νοηθεί τη στιγμή που διαβάζεις ετούτες τις αράδες, ως λεπτομέρεια της λεπτομέρειας και μόνο. Κάτι που φέρνει με χρονικό ταξιδιωτικό χάρτη του εαυτού. Σε αυτή τη περίπτωση, αυτό το γράμμα έχει μόνο φιλολογική αξία. Λέξεις χωρίς ουσία, δίχως ένα «πέρα της ταυτότητάς τους». Ταυτολογία! Αν όμως τίποτα δεν είναι όμορφο εκτός του ανθρώπου,τότε η δεύτερη αλήθεια,η αλήθεια της αισθητικής,είναι δυνατόν να αποκαλύψει μια Νεκρή Γλώσσα,μυστική γλώσσα,να αποκαλύψει μηνύματα στο κρυφό τους επίπεδο δηλαδή.Ίσως πάλι, δοθεί η ευκαιρία της απόδοσης ενός μετασχηματισμένου λόγου, ως φύσης και ως δράσης,να ερεθίσουμε την αισθaντικότητα της Γυναίκας,που πάντοτε ήταν τόσο εξωτικά ξένη για μας αφού θα έβαζε στοίχημα ότι όλο και σε κάποιο θηλυκό της εποχής θα δείχνεις αυτό το γράμμα ,όχι για να εξημερωθεί το ανθρώπινο θηρίο μέσα σου ή κάτι τέτοιο χάριν μιας ειλικρίνειας της αγάπης,αλλά γιατί θα είναι πιο εύκολο έτσι να την ρίξεις στο κρεβάτι.Σου χαλάω τα ωμά σου σχέδια?Λυπάμαι πολύ προκαταβολικά,αλλά αυτό το γράμμα έχει μια ξεχωριστή,αυθύπαρκτη θέση και θα ήθελα να διατηρήσω από τώρα το αλώβητο ετούτης της ιερότητας..Αυτό ακούγεται ως άνδρας, σίγουρα! Δεν ζητώ να σε εξασθενήσω, αλλά να γίνεις λιγότερο επικίνδυνος ,όχι εξαιτίας του φόβου παλαιότερων πληγών ,όσο να μάθεις να απελευθερώνεσαι χωρίς να προκαλείς τον πόνο τριγύρω! Σου μιλώ για μια ευγενική διαχυτικότητα και μια λογική συνέπεια των εκπεφρασμένων της ανέκαθεν ζητούμενης έκστασης σου.
Όμως, πόσο αφελής μπορεί να είναι η συνταγή μιας φόρμουλας των καλών τρόπων:»Ο άνθρωπος πρέπει να είναι έτσι και έτσι,να φέρεται με αυτόν και εκείνον το τρόπο?»Κάτι τέτοιο,μόνο σαν μετριότητα θα μπορούσε να νοηθεί,ακριβώς γιατί η πραγματικότητα έχει να επιδείξει ένα μαγευτικό πλούτο τύπων,μια λαμπρότητα μνημειώδους παιχνιδίσματος,μορφές μια πολύτροπης κατανομής του χαρακτήρα σε «Όλα» .Όχι, δεν σε δικαιολογώ μελλοντικά. Εμείς δεν αρεσκόμαστε σε μια ηθικολογία,από παλιά το γνωρίζαμε αυτό άλλωστε,και πως θα μπορούσαμε εξάλλου,αφού ένα πορτρέτο στον καμβά πριγράφει εσένα… τον άνθρωπο μέσα στο κτήνος και όχι κάποιον ξένο…Βέβαια,ήδη θα γνωρίζεις καλύτερα από το καθένα,πως υπάρχει και μια ομάδα ανθρώπων,που θεωρούν γράμματα σαν και τούτο ως την αποκάλυψη ενός εκφυλισμένου κυνηγιού. Επειδή ο κυνηγός, ανακάλυψε ξαφνικά ότι το γίγνεσθαι, το είναι και το εγώ του, δεν έχουν κατανοηθεί πλήρως, όπως κάθε ψευδαίσθηση πάντα με βεβαιότητα δηλώνεται ρητά σαν εικόνα του εαυτού ,βρίσκει ύστατο καταφύγιο σε μια λευκή σελίδα χαρτιού, ως βοηθητικό, ενδιάμεσο εργαλείο, μια γέφυρα λέξεων του χθες με του αύριο.Υπάρχει κυνηγός κυνηγών που να μην αυτοκτόνησε? Μπορεί να μην έχουμε ηθική,έχουμε όμως ήθος!Μπορεί να μην είμαστε κυνηγοί,ζούμε όμως σε μια ζούγκλα! Μπορεί να μην απολήξουμε ποτέ στην ωριμότητα, δημιουργούμε όμως τη Μνήμη!Θυμήσου εαυτέ…
Αγαπημένε Μου, κατάφερες να γίνεις ποιητής?Δεν σου μιλώ για τα υποκείμενα εκείνα που βάζοντας στο ψυγείο τους κάθε ζωτική Δύναμη ανατροπής, γράφουν ρίμες ομοιοκαταληξίας, επηρεασμένοι από Πλωτίνο, Πόε και κακομαθημένους Εμπειρίκους, απλά και μόνο για να διασκεδάσουν την αστική τους ματαιοδοξία, όταν μετά από χρόνια θα κοιτούν με τα γερασμένα τους τσουτσούνια χίλια φωτογραφημένα αιδοία….και θα αναρωτιούνται μελαγχολικά για το αν έζησαν μέσα ή έξω από τη φωτογραφία! Κάθε σαγήνη του ελαφρού αγγίγματος, υπήρξε πάντοτε πολύ σπουδαία ανάμεσα μας, για τούτο μην έχεις αμφιβολία ή ενοχές. Πάντα προσπαθούσες και ξέρω πως ποτέ δεν θα το ξεχάσεις , για την απελευθέρωση από την ηθική, την εύρεση της χυδαιότητας στην αθώα ματιά και τον φιλικό πνιγμό της ντροπής που εμποδίζει τις αφές να πραγματωθούν, γιατί κάποτε σε όλους διακυρρήταμε σφόδρα ότι»…το μέλλον συνέβει Χθες!».Ελπίζω πως έχεις γίνει ένας αόρατος ιερέας των καταστάσεων, ο προφήτης κατά Rimbaud, που δεν λειτουργεί επιμεριστικά στις λέξεις ,αφού η αγιότητα των πραγμάτων βρίσκεται παντού μέσα και δεν διαλέγει ή επιλέγει το βασίλειο της ύπαρξής της σε περίτεχνα αυτοκρατορικά ανάκτορα ή τσίγκινες παράγκες ανέχειας. Βλέπεις, παντού υπάρχουν λιωμένα σύμβολα και πεταμένοι φθόγγοι κάπου στο πίσω κάθισμα του οχήματός μας, σε ένα ενδιάμεσο δωμάτιο ή σε μια λεκάνη χρόνου. Εντούτοις, ο τρόπος του να πλησιάζεις κάθε Διάβολο,δε συνιστά ιεροσύνη, αλλά δοκιμασία του ίδιου σου του ρεαλισμού, αφού διαβολικά πρέπει να αγαπάς τη διαβολή και θεία την ανύψωση από κάθε βάρος ή δεσμό. Αυτό συνιστά και τον ορισμό της θέλησης πέρα από κάθε Μνήμη, μα να θυμάσαι καλά αυτό που εσύ και γω μάθαμε κάποτε με βεβαιότητα: Μνήμη δεν υπάρχει, όταν δεν υπάρχει κατάρα και καταραμένος. Έτσι, αν ακόμα επιμένεις να συμφωνείς με αυτές τις ιδέες που «χτες» ανέφερες, ήδη θα έχεις οδηγηθεί στο συμπέρασμα ότι ευφυής είναι αυτός που αντέχει στο Πόνο. Αγάπησε τον Πόνο εαυτέ αλλά μην τον επιδιώκεις. Θα έρθει να σε βρει εκείνος,γιατί όπως πάντα, ακάλεστος έρχεται, ο ανεπιθύμητος επισκέπτης της μεγάλης μας Γιορτής, στο τέλος…
Και κάτι τελευταίο, αν ακόμα δεν είσαι σε θέση να απαντήσεις στο ερώτημα αν έγινες ή όχι Ποιητής, έχω ετοιμάσει κάποιες ερωτήσεις. Πιθανότατα να βοηθήσουν το στόχο μας να εκπληρωθεί, αν βέβαια δεν πτοείσαι όταν οι φαντασιώσεις πραγματοποιούνται!
1)Πόσο τολμηρός είναι ένας Ποιητής και πόσο ποθητός?
2)Είναι επιστήμη η Ποίηση?
3)Υπάρχει κάποιο μυστικό παράθυρο στο τοίχο?
4)Ποια φυσικά φαινόμενα μπορεί να προκαλέσει η δύναμη της Ποίησης?
5)Πόσο βαθιά είναι η σχέση ανάμεσα στη Ποίηση,τη Ζωγραφική και τη Μουσική?
6)Τί θέλουμε πιο πολύ να διαβάσουμε,τα ποιήματα ενός Θεού ή τα Ποιήματα ενός Διαβόλου?
7)Τι προηγείται: η ανάσα, το γεγονός ή το Ποίημα?

Με αγάπη στο γλυκό μου
κάθαρμα
ο εαυτός Σου.

Δίπλωσα το γράμμα στα δυο και πήρα μια βαθιά ανάσα.΄Αναψα το τσιγάρο,έβαλα τα πόδια σε σταυρωτή θέση,έγειρα πίσω τη πλάτη και άρχισα να σκέφτομαι για όλα αυτά, που ειλικρινά, είχα ξεχάσει.Θυμήθηκα ότι είχα λίγο στριμένο χόρτο στη τσέπη της καμπαρντίνας .Το έβγαλα και άρχισα να το κοιτάω.Να το κάπνιζα ή όχι?Η αλήθεια ήταν ότι δεν είχα μεγάλη όρεξη.Αυτό το γράμμα είχε μια εντελώς πνευματική επίδραση στις σκέψεις μου τέτοια που υποκαθιστούσε κάθε άλλη.Σάστισα.Τα περισσότερα πράγματα άρχισαν να ξεπηδούν μπροστά μου καθαρότατα..Άδικα χοροπηδούσανε γιατί είχα καταλήξει να τα ονομάσω: έννοιες άνευ σημασίας! Αχ, παραληρούσα από πνευματική ευτυχία: «Τι κι αν δεν καταφέρω να γίνω ένας λαμπρός ακαδημαϊκός της ποίησης.Τί κι αν δεν γίνω ποτέ ο ζάμπλουτος gentleman, που με ένα κλικ του αντίχειρα η γυναίκα των ονείρων κολυμπάει στα κοσμήματα και αναστενάζει στο κρεβάτι μου. Τι κι αν ποτέ δεν αποκτήσω το μεγαλείο ενός κοινωνικού image, ισάξιο με εκείνο του οδοντογιατρού μου. Γιατί να πρέπει να έχω τον υλιστικό κυνισμό κάποιων επιχειρηματιών «φίλων» ή ακόμα περισσότερο, γιατί να πρέπει να φορώ την ιστορική μάσκα γοητείας των καλλιτεχνών «φίλων», που μόνο ως γλυκανάλατο μελό θα μπορούσε να φαγωθεί.Τί κι αν όλες οι γυναίκες του κόσμου τσάκιζαν τον αντρικό εγωισμό και την αδέκαρη μούρη μου με ατάκες της μορφής : «Είσαι μια μηδενική επιταγή, γιατί να κοιμηθώ μαζί σου?». Γιατί να πρέπει να εντυπωσιάζω υλιστικά τον καθένα?Δεν έχω ακίνητα,δεν έχω πρόσβαση στα VIP δωμάτια του club China στη Θεσσαλονίκη,δεν έχω αυτοκίνητο φονιά της ασφάλτου, η πριγκίπισσα του Μονακό δεν είναι ερωτευμένη μαζί μου,ο πρόεδρος της Αμερικής δεν θα παίξει μαζί μου αύριο το απόγευμα,golf στο κήπο του Λευκού Οίκου… Η αλήθεια είναι ότι βαριέμαι φριχτά να πορευθώ προς εκείνη ή την άλλη κατεύθυνση υλικής επικράτησης.Καμιά καλή αισθητική δεν ορθώθηκε με λικνίζουσα γοητεία στις βαθιές και γεμάτες τσέπες μέσα.Ότι δεν έχει αισθητική,το βαριέμαι!Τί θα γινόταν αν κάποιος αφαιρούσε την «ύλη» από όλους αυτούς?Πώς θα ένιωθαν?Τί εφιάλτης,έτσι?Διάολε,είμαι τόσο ελεύθερος.Ορίστε!Η αισθητική,δεν πάσχει από εφιάλτες…Δεν πάσχω από ψύχωση. Το δικαίωμα στη νεύρωση επιζητώ.Πάσχω από το άγχος του μηδενός!! Έχω τον εαυτό μου. Με βρήκα στο τίποτα μέσα. Αυτό δεν σημαίνει πως είμαι άγιος αλλά ούτε κι ένας φτωχοδιάβολος. Ανακάλυψα τις υπέροχες σκέψεις, ένα ζωντανό οργανισμό που δονείται σαν ευτυχισμένη πυγολαμπίδα. Εντόπισα την ιερότητα του παγκόσμιου Νου…. Ξέρω τι σκέφτεται ο Θεός.Ποιος μπορεί να με σκλαβώσει ?»
-Μικρέ…Σε έψαχνα, επιτέλους, σε βρίσκω! Κοίτα τι κρατάω! Αυτό το κρατικό λαχείο είναι η αρχή της νέας Ιστορίας!

Ο θείος Sam!Η στιγμή για να συμμαχήσω με το «διάβολο» είχε έρθει?
Έπρεπε να του δώσω μια απάντηση,για το αν είμαι μέσα ή έξω σε αυτό που ετοίμαζε.Η αλήθεια ήταν,πως το σχέδιο του ήταν τρομακτικό σε σύλληψη.Σκόνταφτε μόνο στο παράγοντα τύχη. Aν με κάποιο τρόπο μπορούσε να ελεγχθεί, τα αποτελέσματα αυτής της συνωμοσίας θα προκαλούσαν εφιάλτη στο σύστημα εξουσίας της Τέχνης. Ειδικότερα στα στενά πλαίσια εμπορίας της ζωγραφικής.Χα! Το σπουδαιότερο: χωρίς να το πάρει είδηση κανείς..Μα, ήταν πολύ απλό σε δομή.Ο θείος Sam,θα έπαιζε ένα και μοναδικό λαχείο, το γιορτινό υπερλαχείο που κάθε συνεπές στον εαυτό του κράτος, κατά την περίοδο των γιορτών στο τέλος του έτους, εμφυσεί με ανεπαίσθητο τρόπο στο λαό, προκειμένου να εκτονώσει την όποια κοινωνική κρίση της αδιέξοδης πολιτικής του,θολώνοντας τα νερά όπως κάνουν τα καλαμάρια, μοιράζοντας όνειρα δεξιά κι αριστερά,σκορπίζωντας την ελπίδα της οικονομικής ευμάρειας σαν να πρόκειται για τη βεβαιότητα ευτυχίας ενός ολόκληρου λαού…οξύμωρο,έτσι?
Τότε,ο θείος Sam, ως επίσημος αντιπρόσωπος της διαβολής επάνω στη Γη, θα κέρδιζε τον πρώτο λαχνό ακριβώς τα Χριστούγεννα,τη στιγμή δηλαδή που όλος ο δυτικός κόσμος γιορτάζει τη γέννηση του θεανθρώπου. Το αστρονομικό αυτό ποσό που θα λάμβανε, θα το χρησιμοποιούσε με τον εξής απίθανο τρόπο: Έχοντας από πριν εντοπίσει όλους τους ανθρώπους από τον πολιτικό,δικαστικό,εκτελεστικό αλλά και οικονομικό κόσμο, που κατέχουν τις θέσεις κλειδιά στη τέχνη της ζωγραφικής,θα έδινε σε όλους από ένα κατάλληλο ποσό,με σκοπό να ζητούν επίμονα,να αγοράσουν τα έργα του και όχι σε χαμηλό κόστος,τουναντίον,όσο ψηλότερα τόσο καλύτερα, μέχρις ώτου εξαντληθεί όλη η έκθεση.Κατόπιν,θα λαδώνονταν συγκεκριμένοι κριτικοί ζωγραφικής ώστε να εκθειάσουν τους πίνακες του θείου Sam,θα δωροδοκούνταν δύο διακεκριμένοι δημοσιογράφοι του καλλιτεχνικού ρεπορτάζ για να αρχίζουν να πλέκουν το εγκώμιο του μυστηριώδους ζωγράφου χωρίς πρόσωπο, που δήθεν έχει καταλάβει το παγκόσμιο καλλιτεχνικό ενδιαφέρον του αγοραστικού κοινού ,ηθικοποιώντας μέχρι μανίας την ανηθικότητα της θεματικής των έργων του, που δεν είναι άλλη από την Διαβολική Τέχνη…Αυτή η νέα ηθοπλασία δεν θα σταματούσε μέχρι εκεί. Ένας φιλόσοφος γενικής ακαδημαϊκής αποδοχής, θα αναλάμβανε με το αζημίωτο βέβαια,να θεμελιώσει ως νέο φιλοσοφικό σύστημα αξιών την ηθική του ανήθικου. Σκεφτείτε το. Η νέα σελίδα ηθικής θα σημάνει ό,τι οι πόλεμοι για παράδειγμα, δεν θα γίνονται στο όνομα της ηθικής του καλού Θεού ή των καλών λόγων εντέλει,αλλά στο όνομα της ανηθικότητας,στο όνομα της κατάκτησης και γιατί όχι, στο όνομα του βασιλιά του Σκότους…Συζητάμε για μια ανεστραμμένη πολικότητα του καλού με του κακού.Αυτό που ονομάζεται κακό θα υποκαταστήσει το καλό και αντίστροφα, έτσι ώστε οι εξουσίες της ανθρωπότητας και κάθε δομές που άρχουν,να μην καπηλεύονται το κακό προσποιούμενες το καλό… Αυτό ήταν το σχέδιο του θείου Sam. Μου φάνηκε ότι χειρότερο με πιθανότητα αποτυχίας τη μονάδα.
Βέβαια,ο θείος Sam δεν ήξερε ότι γνωρίζω για το παρελθόν του.Μα ναι!Έχει ένα πραγματικά πλούσιο, επαναστατικό παρελθόν.Στα χρόνια της δικτατορίας,υπήρξε ένα από τα ιδρυτικά στελέχη του «Ρίγα»,υπεύθυνος για την καλλιτεχνική επαναστατική του ζητήματος.Έχοντας μια πληθώρα συλλήψεων από τους χουντικούς,δείτε το σαν βιογραφικό και,φορτωμένος με πολύ ξύλο στις πλάτες του από τους φασίστες,ο θείος Sam,ποτέ του δεν καρπώθηκε την αντίσταση που τόλμησε να ορθώσει,έναντι στα γουρούνια της επταετίας.Οι επόμενες γενιές μετά τη χούντα,ναι μεν μπορούσαν να απολαμβάνουν μια ελεύθερη πατρίδα ,αφετέρου δε λησμονήσαν πλήρως σε ποιους χρωστούν,αν μπορεί να λεχθεί κάτι τέτοιο,το δικαίωμα να ονειρεύεται η ελληνική κοινωνία, τα προνόμια της συλλογικής της αυτονομίας…..Και όταν με το καλό η εξουσία της πατρίδας άλλαξε χέρια μακριά από το λαό …Τι, δε με πιστεύετε? Ε, τότε θα πρέπει να σας θυμίσω την 23η Ιουλίου του 1974, τότε που όλα τα καλά παιδιά των ένδοξων ενόπλων δυνάμεων, Μπονάνος,,Α.Γαλατσάκος,Αραπάκης,Παπανικολάου, συσκέπτονταν με τον, γελάω τώρα, πρόεδρο της δημοκρατίας Φ.Γκιζίκη και διατύπωναν την ανάγκη ανάθεσης της διακυβέρνησης της χώρας στους πολιτικούς αρχηγούς. Ναι, αλλά ποιους πολιτικούς αρχηγούς? Αν ανατρέξετε για λίγο στο χρονικό του 20ου αιώνα., θα δείτε ότι οι τέσσερις,προσέξτε, οι τέσσερις,αρχηγος ενόπλων δυνάμεων και αρχιστράτηγοι των σωμάτων στρατού αντίστοιχα, υπό την διακριτική λόγω πων πολιτικών περιστάσεων-βλέπε Κύπρο-παρουσία του μεταδικτάτορα Δημ.Ιωαννίδη, αποφασίζουν την αναβάπτιση του πολιτεύματος της χώρας σε δημοκρατία….Μια ώρα αργότερα,ακούστε ποιους καλεί το παιδί για τα θελήματα Φ.Γκιζίκης για τα γραφειοκρατικά ζητήματα της υπόθεσης των στρατηγών: Γ. Μαύρο, Π. Καννελόπουλο,, Ευ. Αβέρωφ , Σπ. Μαρκεζίνη, Γ. Νόβα, Π. Γαρουφαλιά και Στ. Στεφανόπουλο. Σας προτρέπω να ερευνήσετε από μόνοι σας τα ονόματα αυτά.Με εξαίρεση,ίσως, τον τελευταίο, τους υπόλοιπους εγώ προσωπικά τουλάχιστον τους θεωρώ επιτυχημένους πολιτικούς κλόουν, αποφασίζουν το σχηματισμό πολιτικής κυβέρνησης εθνικής ενότητας όπως ελεγχθεί τότε, στα σκοτεινά δωμάτια των μεγάρων. Και όλοι γνωρίζουμε, ποιον καλούν να αναλάβει τα ηνία της χώρας. Κ.Καραμανλής ο πρεσβύτερος! Η αυτού μεγαλειότης αυτοπροσώπως,που εξορισμένη η καημένη του ψυχούλα, ζούσε στα Παρίσια «μίζερα» και ταπεινά, ενδεχομένως με τα λεφτά της ΔΕΗ, σιωπηλά προσευχόμενος στο καλό θεό για την ελευθερία της πατρίδος…(αναφέρομαι στην περίπτωση εκείνη που είχε παραπεμφθεί στο ειδικό δικαστήριο χάριν διαχειριστικών του ανωμαλιών στον εν λόγω οργανισμό και που βεβαίως ο Κ.Καραμανλής αγνοώντας τη παροιμία «καθαρός ουρανός αστραπές δεν φοβάται»,κρίνει ότι η παραπομπή του αυτή είναι ενδεικτική του πολιτικού ήθους των αντιπάλων του και πτώση της Δημοκρατίας και σπεύδει να εξαφανιστεί υπό μορφή αυτοεξορίας). Και όπως μας πληροφορεί ο πάντα «αμερόληπτος» καθηγητής του νομικού τμήματος της Θεσσαλονίκης, αξιότιμος κύριος Κ.Σβολόπουλος, ο Κ.Καραμανλής αποτέλεσε την κορυφαία ηγετική προσωπικότητα του αντιδικτατορικού αγώνα. Ποιος? Εκείνος που, πάντα με τα λόγια του κυρίου Σβολόπουλου που διδάσκει κεκαλυμμένο ιστορικό φασισμό στα πανεπιστήμια της χώρας- -«ο Κ.Καραμανλής, κατά τη διάρκεια της επταετίας, χωρίς να φθείρει το κύρος του σε ενέργειες περιστασιακού χαρακτήρα, κατέβαλλε αθόρυβα προσπάθειες να διαφωτίσει και να επισημάνει τις ευθύνες των παραγόντων που θετικά ή αρνητικά συνέβαλλαν στην παράταση της ανωμαλίας. Η αντίδραση της χούντας εκδηλώθηκε με τη βίαιη καταφορά εναντίον του,με την απαγόρευση της δημοσίευσης των δηλώσεων από τις στήλες του ελληνικού τύπου, και τέλος με την εξαπόλυση πολιτικών και δικαστικών διώξεων εις βάρος του. Συγγνώμη αγαπητέ φίλε, αλλά είμαι τόσο βέβαιος για τα φιλοδημοκρατικά σας φρονήματα, που είμαι σίγουρος ότι δεν θα συγχωρούσατε ποτέ από μια κορυφαία ηγετική προσωπικότητα του αντιδικτατορικού αγώνα,να μην λερώσει το επίσημο διπλωματικό της κοστούμι για να μην φθαρεί το κύρος της σε ενέργειες περιστασιακού χαρακτήρα. Αυτές οι αθόρυβες προσπάθειες της δήθεν πολιτικής αντίστασης, μοιάζουν περισσότερο με ένοχη σιωπή παρά με έμπρακτη συμβολή κατά του φασισμού. Εσείς τί γνώμη έχετε? Θα ονομάζατε ποτέ διεθνώς μια χούντα και ιδιαίτερα αυτήν που απομυζεί την πατρίδα σας, ως παρατεταμένη ανωμαλία? Δεν θα δείχνατε το θύμο σας, έστω με τον τρόπο που τον εκφράζουν οι πολιτικοί?
Αγαπητέ, μετά από αυτήν την ίσως ανιαρή πλην όμως αναγκαία ιστορική παρέκβαση,ο θείος Sam και οι υπόλοιποι αγνοί αγωνιστές, ούτε καν ρωτήθηκαν, όπως ήταν φυσικό άλλωστε, από το κεκαλυμμένο προσωπείο της ίδιας χούντας -που τώρα φορούσε το μανδύα της δημοκρατίας-για το πως οραματίστηκαν την ελεύθερη πατρίδα τους. Αυτοί που έριξαν κάτω τους δικτάτορες, ποτίζοντας τους δρόμους της Αθήνας με αίμα ,παρακάμφτηκαν όλοι τους,νεκροί και ζωντανοι,παραγκωνίστηκαν από τα αιμοβόρικα ερπετά της εξουσίας, ίσως γιατί είχαν φθείρει το κύρος τους με ενέργειες περιστασιακού χαρακτήρα… για να χρησιμοποιήσω τα λόγια του αξιότιμου κύριου καθηγητή. Το φοιτητικό όραμα της συλλογικής αυτονομίας μετατράπηκε στον εφιάλτη μιας πολιτικής ετερονομίας και με τις ευλογίες της επίσημης εκκλησίας μάλιστα. Επεστράφησαν ακίνδυνες ελευθερίες,τροποποιήθηκε ξανά το σύνταγμα,
νομιμοποιήθηκε το κομμουνιστικό κόμμα και τα λοιπά της αριστεράς,αλλά ωστόσο, η ελίτ της εξουσίας ουσιαστικά παρέμεινε ανέπαφη. Τα ίδια άπληστα τέρατα,οι αντιπρόσωποι της φασιστικής νοοτροπίας και των βαρβαρικών πολιτειακά αισθημάτων,επιβίωσαν, εξακολουθώντας με περισσότερη κομψότητα πια, να ρουφούν το αίμα ενός απλού λαού με άλλο τρόπο. Τρόπο οικονομικό… τρόπο μπλε και τρόπο πράσινο.Συνέχισαν να επιτελούν το κοινωνικό τους έργο και μετά… Στην υγειά μας ξανά καλέ μου φίλε. Χαίρομαι που συμφωνείτε… Συνεχίζω λοιπόν.
Τα χρόνια της δικτατορίας ήταν τόσο δύσκολα,που έπρεπε να ζει κανείς σε κατακόμβες προκειμένου να συναθροίζεται ελεύθερα,συναλλάσοντας και διακινώντας με θάρρος ιδεολογίες,ιδέες και έρωτες.Έτσι,σχεδόν όλη αυτή, η ως επί το πλείστον φοιτητική γενιά, έμαθε να ζει μυσταγωγικά,εσείς άλλωστε το γνωρίζετε καλά,φαίνεστε άνθρωπος αυτής της γενιάς.Μπορείτε να βεβαιώσετε ότι της εντυπώθηκε θεμελιακά η έννοια του συνωμοτικού,τόσο που αρκετοί από αυτούς,ποτέ δεν έπαψαν να βλέπουν τριγύρω τους, Παπαδόπουλους και Μαρκεζίνηδες. Εξαιτίας αυτής της ιστορικής ροής, δημιουργήθηκαν θέλω να πω, δύο ειδών παράνοιες μεταπολιτευτικά: Μια ομάδα προσχώρησε σε έναν ανορθόδοξο εξτρεμισμό, το λεγόμενο αντάρτικο πόλης, που όμως δεν ταίριαζε καθόλου με το κοινωνικό status που είχε διαμορφωθεί,αφού για να πολεμηθεί ουσιαστικά πολιτικά, η μεταλλαγμένη και αόρατη πλέον, χούντα, χρειάζονταν τα ανάλογα όπλα.Επί παραδείγματει,το πανίσχυρο όπλο της διανόησης,της ίδιας της πέννας δηλαδή,που γεννά το αυτόνομο της προσωπικότητας και περιφρονεί τη μαζοποίηση,που ζυμώνει και διαμορφώνει συνειδήσεις. Γιατί,τί να σου κάνουν από μόνοι τους ένας Καστοριάδης και ένας Πουλατζάς? Πραγματικά,δεν ήταν αναγκαία,τα προδοτικά και εξ ορισμού αποτυχημένα μέσα των τυφλών χτυπημάτων, των δολοφονιών και των απαγωγών, που περισσότερο έβλαψαν παρά οφέλησαν την ελληνική κουλτούρα. Αυτές οι αντάρτικές ομάδες πόλεως που έδρασαν μεταπολιτευτικά, υπήρξαν όλες τους ανεξαιρέτως, θρασύδειλες. Πού ήντουσαν κατά την περίοδο της επταετίας όταν ο ελληνικός λαός πραγματικά τις είχε ανάγκη? Το μόνο που προσέφεραν στα κατοπινά χρόνια της «μεταπολίτευσης», ήταν να αντιγράψουν τις ίδιες πρακτικές που εφάρμοσαν και οι χουντικοί,με τη μόνη διαφορά ότι μετά από κάθε δολοφονία απαγωγή ή βομβιστική επίθεση,κοινοποιούσαν μια δήθεν σοσιαλιστική προκύρηξη που δικαιολογούσε την πράξη τους.Αυτό είναι όλο. Σας λέω,είναι πολύ πιο ηθικό να πράξεις έναν οποιαδήποτε φόνο έχοντας ως κίνητρο το πάθος ή ακόμη και το δόλο,από το να τον ντύσεις με ιδεολογία και μάλιστα σοσιαλιστική, εκ των υστέρων.
Στον αντίποδα, η άλλη ομάδα, η περισσότερο συνειδητοποιημένη πολιτικά και λιγότερο ανεγκέφαλη εκφραστικά,ήταν η μόνη που κατανόησε πλήρως το κοινωνικοπολιτικό αδιέξοδο που άρχιζε να διαφαίνεται στο ορίζοντα .Στα μάτια της,όλο αυτό έμοιαζε περισσότερο με παγίδα χειραγώγησης, ίσως ενός από τους πιο έξυπνους λαούς του κόσμου, με την ιστορική έννοια της λέξης έξυπνος. Έχετε δει πολλά έθνη στο κόσμο, να θέλουν όλες οι οικογένειές του, να βάλουν τα παιδιά τους στα πανεπιστήμια? Στο εξωτερικό τους φοιτητές τους ψάχνουν με το μικροσκόπιο. Στην Ελλάδα, ακόμα και φροντιστήρια στα φροντιστήρια κάνουμε προκειμένου να σιγουρέψουμε την είσοδο των παιδιών μας στην ανώτατη εκπαίδευση. Ε μα, είδατε? Εξάλλου, η ελληνική κουλτούρα αγαπητέ, όπως και αν έχει διαμορφωθεί ανά τους αιώνες, εξακολουθεί να διατηρεί αναλλοίωτα, ορισμένα από τα αρχικά της χαρακτηριστικά, που δεν είναι άλλο από το όργιο, το Διόνυσο, τη γιορτή, τη σάτιρα, τον αλληλοσπαραγμό και τη συλλογικότητα, που με εξαίρεση τη τελευταία, η ελληνική κουλτούρα επιμένει να διατηρεί.Δεν ήταν τόσο παράξενο λοιπόν, δεν έμοιαζε καθόλου με βήμα μπροστά, με βήμα προς τη συλλογική αυτονομία. Επεστράφησαν οι τυπικές ελευθερίες ναι, αλλά ποτέ δε δόθηκε το βήμα για ουσιαστική έκφραση των ανθρώπων του αριστερού χώρου και το κυριότερο υπήρξε ό,τι, ποτέ δεν δόθηκε η τροφή του καλλιτέχνη στον καλλιτέχνη, που δεν είναι άλλη παρά η αναγνωρισιμότητα του έργου του. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και στις μέρες μας,δεν είναι έτσι? Θέλω να πω, επιτρέπεται να περνά προς τα έξω η Τέχνη που δεν ενοχλεί και αποκλείεται γενικευμένα από τα Μ.Μ.Ε η Τέχνη που βρίθει από αλήθειες. Στις μέρες μας, στις μέρες μας αγαπητέ μου, ποιος θα τρέξει να παρακολουθήσει Άρη Ρέτσο? ΄Ποιος τον ξέρει? Όλοι θα τρέξουν να δουν τις αηδίες της Μιμής Ντενίση. Όχι γιατί αξίζει ή κάτι τέτοιο, αλλά γιατί τα Μ.Μ.Ε βομβαρδίζουν το χρόνο επιλογής μας με κάτι ευκολοχώνευτο, γιατί η Μιμή διαθέτει κάτι που ο Ρέτσος όχι. Βυζί! Η εποχή μας αγαπά το βυζί αγαπητέ μου και ας μην το συγχέουμε με τη λατρεία προς τη γονιμότητα όπως έκαναν οι αρχαίοι Μινωίτες που έβαζαν τις γυναίκες τους να κυκλοφορούν γυμνόστηθες στους δρόμους των πόλεών τους. Η ίδια η κουλτούρα του εύπεπτου προωθείται με την ορολογία trendy σε παγκόσμια κλίμακα. Πάρε τον εύκολο δρόμο σημαίνει: άσε βρε αδερφέ, μη κουράζεσαι, μη σκέπτεσαι, σκεπτόμαστε εμείς για σένα! Έτσι οι επιτήδειοι δράττουν της ευκαιρίας να εφαρμόσουν τα δόλια σχέδια τους εις βάρους των πολλών. Το τρίπτυχο,ιδεολογία-κοινή δράση-έρωτας κατακερματίστηκε με το τελευταίο συστατικό του στοιχείο να πλασάρεται ως υπνωτικό αντί ως επανάσταση, ή αν σας ενοχλεί τόσο πολύ πια αυτή η λέξη, ονομάστε την ανατροπή(τόσο το καλύτερο). Έτσι, δεν απορώ,που η δεύτερη μεταπολιτευτικά ομάδα, αυτοβυθίστηκε σε έναν άκρατο, συναισθηματικό κυκεώνα ψύχωσης, βρίσκοντας καταφύγιο σε καταθλιπτικές πρακτικές.
Αυτό το σύνολο, αποτελούνταν από τους πιο ευφυείς Έλληνες διανοούμενους, καλλιτέχνες και επιστήμονες της ελληνικής κοινωνίας. Στη δεύτερη ομάδα ανήκει ο θείος Sam. O πιο σημαντικός εν ζωή Έλληνας εξπρεσιονιστής ζωγράφος που η πολιτική του εμμονή στη συνωμοτική δράση, τον μετέβαλλε ψυχωτικά στη πεποίθηση ό,τι είναι ο διάβολος.. Ο διάβολος αυτοπροσώπως! Αχ,ο θείος Sam,ξέρω,ξέρω ότι είναι θνητός. Εξάλλου δεν πιστεύω στη μεταφυσική. Όχι,όχι,βρίσκω κάθε θρησκεία χλωμή και άκομψη σαν μέδουσα. Και πάλι δε λέω, λατρεύω τις μέδουσες, αλλά μόνο όταν η γιαγιά εκφωνεί το παραμύθι της με στόμφο. Τότε ναι, υποκρίνομαι το ρόλο του εγγονού. Όμως τώρα ήμουν ανιψιός…

-…θείε Sam,πώς στο καλό…εμ..στο κακό με βρήκες?
-Πάλι τα ίδια μικρέ…?Δεν βαρέθηκες να ρωτάς τα ίδια και τα ίδια?Λοιπόν,περιμένω μια απάντηση από σένα.Αποφάσισες?
-Ναι,την έχω θείε Sam,αλλά πρώτα πάμε για ένα ποτό στο Δάσκαλο?Ήθελα να το παίξω λιγάκι δύσκολος,καταλαβαίνετε.Ό,τι ταλανίζομαι δήθεν από αμφιβολίες για το εφικτό της συνωμοσίας …Σαφώς και θα έλεγα ναι,όμως ο θείος Sam δεν είναι χαζός.
Ήξερε να διαβάζει τις απαντήσεις προτού λεχθούν.Αυτή την εντύπωση μου έδινε ολοφάνερα και συνεπώς οι ερωτήσεις για το αν αποφάσισα ή όχι να συμμετάσχω στο σχέδιο της διαβολικής τέχνης, μόνο ρητορική αξία είχαν.Αλλιώς, αν δεν τον είχα προδιαθέσει θετικά για τη συμμετοχή μου στο παιχνίδι του, δεν θα σπαταλούσε τόσο σάλιο και ενέργεια μαζί μου.Εξάλλου,η αποτυχία ήταν σίγουρη και τα κάγκελα της φυλακής μακριά… οπότε, για καλό και για κακό, μια μικρή ποσότητα μεσκαλίνης που είχε μείνει από το δώρο που μου είχε κάνει ένας παλιός φίλος, που είχε φέρει μαζί του από ένα από τα ταξίδια του στο Μεξικό, τότε που είχε πάει για να καταγράψει τις συνήθειες του πολιτικού φαινόμενου που λέγεται Ζαπατίστας, ήταν ό,τι έπρεπε για να μπορέσω να ανοίξω το διανοητικό μου παράθυρο στην ενόραση. Όποιο κι αν θα ήταν το πρώτο ερέθισμα που θα δεχόμουν, θα το χρησιμοποιούσα με την τεχνική και τη διάθεση ενός Shaman.
Περιμέναμε ταξί…

Ο

Κεφ 4+3/4

«Πως μπορεί η γνώση να θέσει ως υπάρχον
ένα πράγμα που δεν είναι αμέσως και αληθώς
δεδομένο ?»
Έντμουντ Χούσερλ

Ο Lalo είναι ένας παράξενος άνθρωπος.Απόφοιτος διαχείρισης ανθρωπίνων πόρων και πλέον πλανόδιος μουσικός. Μαυρομάλλης σγουρομάλλης με κάπως αγριωπή και μονίμως αποστασιοποιημένη έκφραση προσώπου, έχει μια διαφορετική οπτική για το θέμα της ευτυχίας. Ταξιδεύει συνεχώς μόνος. Μια φορά είχα πιει μαζί του Αψέντι. Είπε: «…πιες, είναι το ποτό των Ποιητών…». Η μεσκαλίνη δεν είναι κάτι το αξιόπιστο, αρκεί να την παίρνεις στην έρημο. Εκεί τα οράματα περιέχουν υγεία. Δείχνουν τον δρόμο. Στην πόλη, μόνο ο εφιάλτης δεσπόζει.
Ο Lalo στο τελευταίο του ταξίδι, πέρασε μέσα από τη Νεκρή Κοιλάδα της νότιας Καλιφόρνιας. Τη διέσχισε με τα πόδια.Η μεσκαλίνη του ξύπνησε το ένστικτο του κογιότ, εξομολογούνταν αργότερα σε μια φθηνή πόρνη σ’ ένα ερειπωμένο μοτέλ κάπου σε μια πόλη που λέγεται Μερίντα κοντά στο κανάλι του Γιουκατάν που χωρίζει το Μεξικό με την Κούβα. Δεν ξέρω άνθρωπο που θα ήθελε να επιχειρήσει κάτι παρόμοιο, να διασχίσει πεζός την έρημο των Νεκρών όπως αλλιώς λέγεται από τους ντόπιους η Νεκρή Κοιλάδα.. Συνέχισε νοτιοδυτικά προς το Λας Βέγκας. Εκεί, έπαιξε σ’ ένα καζίνο Blackjack κι έχασε όλα του τα λεφτά. Δούλεψε για μερικές εβδομάδες σ’ ένα βενζινάδικο που υπήρχε κάπου σε μια κωμώπολη κοντά στη Μεγάλη Αλμυρή Λίμνη και έτσι μπόρεσε να συνεχίσει το ταξίδι του έχοντας κάποια λεφτά στη τσέπη.Συνέχισε νοτιοανατολικά περνώντας μέσα από το δύσβατο όρος Ουίτνυ,προς το Σαν Ντιέγκο.Από το Σαν Ντιέγκο με λεωφορείο, κατευθύνθηκε προς το Φοίνιξ και από εκεί με ωτοστόπ πέρασε στο Μεξικό με τελικό του προορισμό το Ακαπούλκο που βρίσκεται πίσω από την οροσειρά της Σιέρα Μάδρε. Δεν έφτασε ποτέ στο Ακαπούλκο. Στο δρόμο, τον μάζεψε ένας ινδιάνος της φυλής των Μπλάκφουτ (που κάποτε,πριν από τη γενοκτονία τους από τους γκρίνγκος, ζούσαν αμέριμνα στην επαρχία Αλμπέρτα που βρίσκεται στα δυτικά του σημερινού Καναδά). Ταξίδευε κι αυτός σαν το Lalo. Άσκοπα κι από καθαρή περιέργεια, συντροφιά με μια άσπρη κάμπριο κάντιλακ του 69` και ένα σιωπηλό αλλά αγέρωχο χάσκεϋ . Τον έπεισε να κατευθυνθούν προς τα ανατολικά περνώντας μέσα από την αδιάφορη και κατά τρόπο παράξενο, έρημη πόλη Πουέμπλα με ενδιάμεσο προορισμό το κοσμοπολίτικο θέρετρο της Βέρακρουζ. Τελικά, διάνυσαν μια απόσταση 800 χιλιομέτρων κατευθυνόμενοι νοτιοανατολικά, περιφερόμενοι κι άλλο άσκοπα, τόσο που άρχισαν να συνηθίζουν ακόμα περισσότερο στη σιωπηλή συντροφιά τους. Είχαν όμως στο νου τους , αν και εφόσον συναντούσαν κάτι εξαιρετικά σημαντικό, να σταματήσουν να το μελετήσουν- όπως και έκαναν αργότερα. Διέσχισαν σαν κινηματογραφικές σκιές το νότιο τμήμα του κόλπου του Μεξικού μέσα σε 5-6 ώρες.Το ραδιόφωνο έπαιζε παλιά γκαράζ του 60` : Κim Fowley- the trip, Godfrey- let’s take a trip… . Τα δέντρα, οι θάμνοι, οι κίτρινες ρίγες του δρόμου, τα διερχόμενα αυτοκίνητα, οι αγρότες του βαμβακιού, όλα περνούσαν φευγαλέα στο διάβα τους και μόνο η πρασινοκίτρινη θάλασσα που ριχνόταν στην ακτή έμοιαζε ακίνητη.Ο ήλιος στεκόταν ψηλά. Και τότε έφτασαν στα αρχικά προάστια της Μέριντα . Όλοι τους διψούσαν. Η άσπρη κάντιλακ, ο Lalo, ο ινδιάνος, το σιωπηλό χάσκεϋ. Μπροστά τους, βρισκόταν ένα περίεργο μοτέλ σαν τα παλιά αυστριακά μοτέλ του 18ου αιώνα. Ένας βραχίονας από τα ψηλά του πλίνθινου τοίχου κρεμόταν καμπυλωτός προς τα κάτω καταλήγωντας σε μια κιτρινωπή γυάλινη λάμπα που είχε το σχήμα βρόχινης σταγόνας και μια ξύλινη από μαόνι ταμπέλα με την επιγραφή “Los Diabo” σειόταν πέρα δώθε στα προστάγματα του ανέμου, βγάζοντας μεταλλικούς στριγγλιστούς ήχους. Ένας σφαιρικός θάμνος πέρασε από μπροστά του με θράσος παρακινούμενος από ένα δυνατό φύσημα του αέρα και χάθηκε μέσα στη σκόνη, στο βάθος της ερήμου. Ανατριχιαστικό ίσως.
Πέρασαν τρεις μέρες βαθύ ύπνου μέσα στο δωμάτιο με αριθμό 033 του “Los Diabo”. O Lalo ξύπνησε εκείνο το απόγευμα της τρίτης ημέρας. Το στόμα του ήταν ξερό και το σώμα του βρώμαγε ιδρώτα και άλατα. Σηκώθηκε. Έπλυνε τις μασχάλες του και έριξε και λίγο νερό στο στήθος με τη βοήθεια του μικρού νεροχύτη που βρισκόταν απέναντι από το μεταλλικό του κρεβάτι. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Ήταν σπασμένος και βρώμικος και έδειχνε πολλά θολά πρόσωπα.Ντύθηκε.
Κατέβηκε τις σκάλες ανιχνευτικά. Προσπέρασε τη ρεσεψιόν κατευθυνόμενος προς το λόμπι του μοτέλ. Μέσα στο λόμπι, τρεις παρακμιακοί Μεξικάνοι που φορούσαν τεράστια σομπρέρο και κάπνιζαν πούρα έπαιζαν χαρτιά. Γέλασαν συνωμοτικά μεταξύ τους. Δεν τους έδωσε και τόσο σημασία. Πήγε κατευθείαν στον πάγκο. Ήταν άδειος, σχεδόν παρατημένος και μόνο τα τακτοποιημένα ποτά πίσω από τη μπάρα πρόδιδαν την ύπαρξη ενός bartender. Κοίταξε αριστερά του. Παρατήρησε ένα γεμάτο, ιδρωμένο ποτήρι τεκίλα και μια μικρή λευκή κάρτα στερεωμένη μπροστά από το ποτήρι. Πλησίασε ακόμα περισσότερο και την πήρε στα χέρια του : « Lalo, έφυγα. Μη με αναζητήσεις. Δεν είναι καλό. Πες στον μπάρμαν να σου πει την ιστορία του ιερού Λύκου και ζήτα να πιεις μαζί του ένα αψέντι. Είναι αδερφός. Θα καταλάβει. Και συ είσαι αδερφός. Και συ θα καταλάβεις. Ελπίζω να μην ξαναϊδωθούμε ποτέ. Τότε όλα θα πάνε καλά. Μην δώσεις σημασία στον Μόλωχ ή όπως αλλιώς τον ονομάζεις. Τα μεγάλα πνεύματα μας περιμένουν. Πολεμιστής – Ποιητής. Μόνο αυτό αξίζει. Πιες αυτήν την πένθιμη τεκίλα στο όνομα της λησμονιάς μου. Αντίο αδερφέ.»
Η τεκίλα κατέβηκε ηδονικά.
– mαs tequila pοr favor ?. “…από που εμφανίστηκε αυτός?” , αναρωτήθηκε σιωπηλά ο Lalo.
– icy… gracias amigos…απάντησε βαριεστημένα. Icy… gracias amigos…? Τι μαλακίες λέω? Τι γελοιότητες, θεέ μου. Πες μου bartender, και έσκυψαν και οι δυο ο ένας προς το μέρος του άλλου. Πες μου, είναι η στιγμή που οι τρεις αυτοί μαλάκες πίσω θα μου την πέσουν ?
– Ποιοι? Δεν βλέπω κανέναν, του απάντησε αδιάφορα ο barman και συνέχισε να καθαρίζει τα χέρια του με τη βοήθεια μιας ξεμαλλιασμένης πετσέτας.
-Αυτοί… O Lalo άσπρισε ολόκληρος σαν να του ξερίζωναν την ψυχή απ` όλες τις άκρες της. Δεν υπήρχε κανείς. Το τραπέζι ήταν άδειο και τα χαρτιά τοποθετημένα με τάξη πάνω στην κόκκινη τσόχα, μέσα στα κουτιά τους.
Γύρισε προς το μέρος του barman και του είπε με παράπονο : “ Θα πιεις μαζί μου ένα αψέντι καλέ μου φίλε? Το χω ανάγκη.”
H δραστική ουσία της αψιθιάς, η θυόνη, κυλούσε ώρα στις φλέβες τους καθώς οι δυο τους βρήκαν μια πρώτης τάξης ευκαιρία να μιλήσουν για γυναίκες, χαμένους έρωτες και παλιές αγάπες που ποτέ δεν ευδοκίμησαν. Κάθε όμως φορά, το αψέντι τους διέκοπτε. Επιζητούσε διακαώς τον θαυμασμό.Έτσι είναι το αψέντι. Έτσι είναι όλα τα έντονα πράγματα στη ζωή.Δεν έπιναν όμως το γνήσιο τσέχικο αψέντι αλλά μια παραλλαγή του αρχαίου ελληνικού αψινθίτη οίνου, που τώρα πια, μόνο κάποιοι Μεξικάνοι και κάποιοι ινδιάνοι στο Περού και στη Βολιβία ξέρουν να παρασκευάζουν. Το έριξαν και μέσα στη τεκίλα και η τεκίλα σίγησε. Ο αψινθίτης οίνος, είναι το πιο δυνατό και παραισθησιογόνο ποτό του κόσμου. Έχει όμως μια βασική ιδιότητα : Στην πώση του, οι σκέψεις εφορμούν με τέτοια ποιητική ωμότητα προς τα έξω, που σε διαφορετική περίπτωση, σε μια κατάσταση νηφαλιότητας δηλαδή, ποτέ κανείς δεν θα τολμούσε να εκφραστεί μ` αυτό τον τρόπο στον συνομιλητή του. Κι όμως, κατά τη διάρκεια της ιδιότροπης αυτής μέθης από τον αψινθίτη οίνο, ο εγκέφαλος παραμένει καθαρός και οι λέξεις δεν αλλοιώνονται ηχητικά κατά την εκφορά τους, όπως συμβαίνει στη μέθη ενός οποιουδήποτε άλλου ποτού.
– Οι μασόνοι μοναχοί του μεσαίωνα, ανακάτευαν το μελάνι τους με αψέντι για να μένουν τα ποντίκια μακριά από τους πάπυρους… το ήξερες αυτό αγαπητέ bartender?
-Χμμ…Τα ποντίκια μακριά από τη γνώση… Ακόμα και ο διάβολος σέβεται τη γνώση της αψίνθινης αποκάλυψης φίλε μου. Απάντησε ο άλλος υποχθόνια.
– Τότε… αφού σου αρέσουν οι αποκαλύψεις, τότε πες μου την ιστορία του ιερού λύκου …

« …εδώ στο Μεξικό, υπάρχει μια παράξενη ιστορία για την καταγωγή του Λύκου. Δεν ξέρω που και πως στο καλό προέκυψε κάτι τέτοιο, αλλά συνδέει μέρος της αρχαίας ελληνικής σας μυθολογίας με τους ινδιάνους του βόρειου Καναδά και το πως οι τελευταίοι αντιλαμβάνονται το πιο παρεξηγημένο ζώο ανάμεσα σε όλα. Τους Λύκους!
Πιστές φιλίες έχουν να επιδείξουν οι μυθολογίες όλων των λαών. Όμως εμείς εδώ στο Μεξικό, δεν ξέρουμε αν μπορεί να βρει κανείς αλλού τόση ανθρωπιά όσο σε αυτόν τον μύθο που εν μέρει προέρχεται από την ελληνική μυθολογία όπως σου είπα. Άκου : Ύστερα από το θάνατο του Πατρόκλου, ποιος μπορεί να συγκρατήσει τον εκρηκτικό Αχιλλέα? Γιατί ο Αχιλλέας, όσους Τρώες προφταίνει με το άρμα του ή πεζός στον κάμπο της Τροίας και στις όχθες του Σκαμάνδρου, τους σφάζει αλύπητα. Ξαφνικά βλέπει μπροστά του τον Λυκαόνα,τον νόθο γιο του Πριάμου, που στο φόβο του έχει πετάξει τα όπλα και έχει αρχίσει να τρέχει κυνηγημένος.Όμως δεν μπορούσε πια να του ξεφύγει. Κανείς δεν ξεφεύγει από τον θεϊκό Αχιλλέα. Ο Λυκαόνας τότε, μη μπορώντας να κάνει διαφορετικά, πέφτει στα πόδια του αγέρωχου Αχιλλέα και τον παρακαλεί. Του θυμίζει πως πριν από λίγες εβδομάδες τον είχε πάλι πιάσει και τον είχε πουλήσει στη Λήμνο. Ας τον λυπηθεί και τώρα. Δεν πάει και πολλή ώρα που ο Αχιλλέας είχε ρίξει νεκρό τον αδερφό του τον Πολύδωρο. Άλλωστε άλλη ήταν η δική του μητέρα και άλλη η μητέρα του Έκτορα, που του είχε σκοτώσει τον Πάτροκλο. –Η απάντηση του Αχιλλέα, του κόβει κάθε ελπίδα : Άλλοτε, πριν ο φίλος του σκοτωθεί, προτιμούσε όσους Τρώες έπιανε να τους πουλάει. Τώρα όμως, κανένας τους δεν θα ξεφύγει από τον θάνατο, ακόμα λιγότερο αν είναι γιος του Πριάμου. Ξαφνικά όμως, ο τόνος του Αχιλλέα αλλάζει, γίνεται πιο ανθρώπινος : « Όμως και συ καλέ μου, πέθανε! Τί δέρνεσαι του κάκου? Πέθανε τώρα λέω κι ο Πάτροκλος, περίσσεια πιο ανδρειωμένος. Κι εγώ δεν βλέπεις πόσο όμορφος και πόση αντρειά με ζώνει? Έχω πατέρα ρήγα, αθάνατη μ` έχει γεννήσει μάνα, κι όμως , κι εμένα θα μ` έβρει ο θάνατος κι η ασβολωμένη μοίρα…»
Ο Αχιλλέας θα σκοτώσει τον Λυκάονα στο τέλος ξεσκίζοντας με το ασημένιο του σπαθί την καρδιά. Ο Αχιλλέας κοντοστέκεται τώρα πάνω από το νεκρό πτώμα του Λυκάονα. Δεν τον αντιμετωπίζει πια με μίσος. Τον βλέπει με συμπάθεια κιόλας. Κοιτάει έναν νεκρό άνθρωπο που η μοίρα του έγραφε έτσι κι αλλιώς να χαθεί. Και επειδή κι ο Πάτροκλος χάθηκε, κι ο ίδιος ο Αχιλλέας είναι γραφτό να χαθεί σε λίγο, αντιμετωπίζει τον Λυκάονα σαν έναν ομότυχο. Για αυτό, παραβλέποντας ότι το τρωικό βασιλόπουλο είναι σχεδόν παιδί ακόμα και δεν έχει προφτάσει να κάνει καμιά αξιόλογη πράξη, ο Αχιλλέας τον εξισώνει ως ένα βαθμό με τον εαυτό του και με τον Πάτροκλο,και, το πιο απροσδόκητο, τον προσφωνεί με το «καλέ μου», που σημαίνει φίλος. Το θέμα του αδυσώπητου πολεμιστή που σκοτώνει τον άοπλο ικέτη, γίνεται προσευχή προς τα μεγάλα και ιερά πνεύματα του ουρανού. Οι θεοί παρακινούνται συγκινημένοι και αποφασίζουν να προικίσουν με τρεις ευλογημένες χάρες τον άνθρωπο εκείνο που θα έχει την ικανότητα να τις αντέξει : τη θυσία του Πατρόκλου χάριν του ηθικού της ομάδας και εν προκειμένων της πατρίδας, το μαχητικό πνεύμα του Αχιλλέα και την αγνότητα του Λυκαόνα. Οι τρεις αυτοί κρίκοι αλυσίδας που πια ονομάζονται λυκοφιλία… συνθέτουν το πνεύμα του λύκου.
Η ιερή ευχή των θεών πλανιόταν αιώνες πάνω από τα κεφάλια των ανθρώπων και κανένας τους δεν ήταν άξιος να την περιέχει. Όμως, στα όμορφα και άγρια ελατοδάση του Καναδά, κοντά στην επαρχία Αλμπέρτα, την εποχή όπου οι Παονί είχαν εκδιωχθεί από τους Blackfoot εξαιτίας της αγριότητας των πρώτων στο κυνήγι, στην άτακτη υποχώρησή τους επάνω, άφησαν πίσω τους ένα μωρό βρέφος. Το βρέφος αυτό λέγεται πως το βύζαξαν και το μεγάλωσαν λύκοι και ποτέ του δεν ήρθε σε επαφή με άνθρωπο. Έμαθε να επιβιώνει τρώγοντας τους νεκρούς τάρανδους και τα ελάφια που κυνηγούσε και σκότωνε η αγέλη που τον μεγάλωσε. Ποτέ δεν σκότωσε ο ίδιος. Μάλιστα, του άρεσε να τρέχει μέσα στα δάση χωρίς σκοπό, να ανεβαίνει πάνω στα ψηλά υψώματα των λόφων που κρέμονταν επιβλητικά επάνω από τις παγωμένες λίμνες και να πέφτει κάτω, μέσα τους, παφλάζοντας τα ήρεμα νερά.
Μια άλλη μέρα που το αγόρι κολυμπούσε παριστάνοντας το άγριο ψάρι στα παγωμένα νερά της λίμνης, σταμάτησε το παιχνίδι του απότομα , γιατί ένιωσε τον εαυτό του να συνθλίβεται μέσα στον ίδιο του εαυτό, εξαιτίας μιας ζεστής και απροσδιόριστης δύναμης που άρχισε να τον πλημμυρίζει. Βγήκε στην όχθη με γρήγορες κινήσεις. Τι του συνέβαινε ? Άρχισε να απομακρύνεται από τη λίμνη και να τρέχει μέσα στο δάσος σαν αίλουρος προς την αγέλη του ώσπου ξαφνικά, έκανε μια απότομη στροφή και άρχισε να πλησιάζει τη λίμνη ξανά, γλιστρώντας αθόρυβα αυτή τη φορά μέσα από τα φυλλώματα των πυκνών θάμνων, ένα αερικό. Ανέβηκε στο αγαπημένο του ύψωμα και κοίταξε κάτω.
Κάτω στη λίμνη, υπήρχε ένα παράξενο πλάσμα. Έδειχνε ανέμελο και δεν μύριζε κίνδυνο. Το αγόρι γούρλωσε τα μάτια και έγειρε στο πλάι το κεφάλι του όπως ακριβώς κάνουν τα κουτάβια όταν προβληματίζονται στο παιχνίδι. Το ξένο πλάσμα καθάριζε τον εαυτό του στην όχθη . Ήταν τόσο όμορφο και φαινόταν πολύ πιο ευάλωτο από τον ίδιο τόσο που ένιωσε οικειότητα μαζί του. Βούτηξε από ψηλά στη λίμνη. Στο πάφλασμα των νερών, το πλάσμα πάγωσε και έμεινε ακίνητο εκεί που βρισκόταν. Το άγριο αγόρι αναδύθηκε ακριβώς μπροστά του. Τόση ομορφιά! Δεν χόρταινε να κοιτάζει. Τα μακριά κατάμαυρα μαλλιά , το απαλό μελαχρινό- σχεδόν βρεφικό δέρμα, τα δυο υπέροχα στητά στήθη και εκείνα τα δύο, ολοστρόγγυλα, επιβλητικά μαύρα μάτια με το αιχμηρό τους βλέμμα! Το πλάσμα άπλωσε το αριστερό του χέρι και το άφησε στον δεξί ώμο του αγοριού. Το αγόρι κοίταξε ακόμα πιο προσεκτικά : Το πλάσμα είχε πόδια λεπτά και δυνατά που κρεμόντουσαν κάτω από μια δαχτυλιδένια μέση. Δεν έμοιαζε με τους συντρόφους της αγέλης του και κατά ένα παράξενο τρόπο, ένιωθε μια κατανυκτική αίσθηση οικειότητας μαζί του, τέτοια που η καρδιά του ζεσταινόταν και το αίμα του μέσα, έβραζε… Αυτό το πλάσμα, ήταν μια όμορφη Γυναίκα. Και ναι: o σπουδαίος έρωτας με μια γυναίκα, αυτή τη Γυναίκα, είχε έρθει! Την κοίταζε επίμονα και ανιχνευτικά για αρκετή ώρα ώσπου η γυναίκα έσκυψε και τον φίλησε στο μάγουλο. Η αναστάτωση γέμισε την καρδιά του αγοριού. Το φευγιό, μια πρώτη ταύτιση της χαράς με τον τρόμο, ανάγκασε την άπειρη καρδιά του να λιγοψυχήσει. Άρχισε να τρέχει μακριά. Όταν απομακρύνθηκε πολύ και χάθηκε μέσα στο δάσος, σταμάτησε, γύρισε και κοίταξε προς το μέρος της. Ένιωθε πως δεν έκανε καλά που έφυγε.. Δεν υπήρχε λόγος να φύγει, όμως εκείνη τη στιγμή δεν υπήρχε και λόγος να επιστρέψει κοντά της. Τα άγρια ζώα δεν πρέπει ποτέ να μετανιώνουν για τις επιλογές τους.
Ο καιρός παιρνούσε.Το αγόρι κάθε μεσημέρι πήγαινε στο ύψωμα της λίμνης. Περίμενε υπομονετικά μήπως και εμφανιστεί η γυναίκα. Για πολύ καιρό, κάθε μέρα εκείνη ερχόταν. Είχαν δημιουργήσει ένα είδος ερωτικής ιεροτελεστίας μεταξύ τους. Το αγόρι ήξερε πως η λίμνη είναι το μέρος των συναντήσεών τους. Όμως δεν κατέβαινε κοντά της. Παρέμενε ένας ερωτικός παρατηρητής από ψηλά. Εκείνη τον ευχαριστούσε με το να πλένει και να φροντίζει τον εαυτό της, να ζωγραφίζει στο όμορφο σώμα της σχήματα από ασημί πηλό και να στολίζει τα μαλλιά της με νούφαρα και μαργαρίτες. Κοιταζόντουσαν με αγάπη από μακριά.
Ένα μεσημέρι όμως, η αγαπημένη του ύπαρξη δεν ήρθε. Όσο και αν το αγόρι περίμενε, αυτή δεν εμφανίστηκε ποτέ. Ο ήλιος είχε άρχισε να δύει πίσω από την τελευταία κορυφή των βουνών. Το αγόρι λυπημένο πήρε το δρόμο του γυρισμού, πίσω προς την αγέλη. Αλλά λίγο πριν φτάσει στη φωλιά, άκουσε ήχους θανάτου να ξεπηδούν. Οι Παονί είχαν επιστρέψει. Κυνηγούσαν τους συντρόφους του. Είδε τους άγριους πολεμιστές να κόβουν τα κεφάλια της οικογένειάς του και ύστερα να τα φορούν στο κεφάλι επιδεικτικά. Είδε τη «μάνα» του με κόπο να προσπαθεί να προστατέψει τα μικρά του «αδέρφια» και στο τέλος να πέφτει κάτω αιμόφυρτη , να ξεχειλίζει ζεστό αίμα η κατατρυπημένη από βέλη γούνα της. Ετοιμοθάνατη καθώς ήταν, τον κοίταξε επίμονα. Ίσως να ήταν μια επίμονη ματιά όντως. «Τί κάθεσαι?» , ήταν σαν να του έλεγε. «Τρέξε! Τρέξε να σωθείς!» . Το άγριο αγόρι άρχισε να τρέχει μέσα στο δάσος. Δεν υπήρχε περίπτωση να το πιάσουν. Ήταν γρήγορο και ευκίνητο έτσι που δεν υπήρχε τέτοια πιθανότητα. Όμως δεν ήξερε που να πάει. Όταν απομακρύνθηκε αρκετά από τον τόπο της σφαγής, κάθισε περίλυπο στην άκρη ενός γέρικου έλατου και έκλαψε. Έκλαιγε με λυγμούς για το χαμό των δικών του μέχρι τη στιγμή που τινάχτηκε πάνω σαν πεινασμένη γλώσσα βατράχου από ανησυχία. Έπρεπε να πάει να βρει την αγαπημένη του, να την προειδοποιήσει για τον επερχόμενο κίνδυνο. Αλλά που βρισκόταν η φωλιά της? Δεν γνώριζε. Ξεκίνησε να ψάχνει απελπισμένα από δω κι από κει. Τελικά αργά το βράδυ, από μακριά είδε φλόγες φωτιάς να ξεπηδούν πάνω από τη κορυφογραμμή του δάσους, προς την μεριά της ανατολής. Άρχισε να τρέχει προς τα κει χωρίς δεύτερη σκέψη.
Έφτασε στην άκρη του κατάφυτου λόφου, εκεί απ’ όπου ερχόταν η λάμψη της φλόγας. Κάτω από τα πόδια του, στο χαμηλότερο κοίλωμα του λόφου, ξεχυνόταν μια εικόνα φρίκης και καταστροφής. Το χωριό των Blackfoot καιγόταν καθώς η φωτιά έφτανε μέχρι τον ουρανό. Μαύρη αιθάλη, φωνές και αίμα κάλυπταν τις αποτρόπαιες εικόνες. Γυναίκες που βιάζονταν, άντρες που δολοφονούνταν, βρέφη και παιδιά κατασφάζονταν. Το αγόρι έτρεξε μέσα στο πανικό χωρίς δεύτερη σκέψη την ίδια στιγμή που με αδιάφορο τρόπο και τρόπο παράξενο απέφευγε τα βέλη και τα τσεκούρια που εκτοξεύονταν καταπάνω του. Την έψαχνε μέσα στο χαμό… και τότε την είδε : μπροστά από την είσοδο μιας μισοτσακισμένης σκηνής, κάτω στις λάσπες, να προσπαθεί με νύχια και με δόντια να αποδιώξει τον βιαστή της. Πήδηξε επάνω του και τον απώθησε με φοβερή μανία. Τι δύναμη! Το αγόρι άρπαξε τη γυναίκα από το χέρι και εκείνη σηκώθηκε σαν φτερό στον άνεμο. Για καλή τους τύχη, το αγόρι πρόσεξε ένα μαύρο άλογο που έτρεχε αφηνιασμένο και σε λίγο θα περνούσε σα βολίδα από κοντά τους. Με τέτοια σιγουριά στις ικανότητες, έτσι που περιγράφει όλα τα άγρια πλάσματα της φύσης, το αγόρι άρπαξε από τη χαίτη το μαύρο άτι και επιδέξια το ανάγκασε να γυρίσει το λαιμό του και να σταματήσει. Ανέβηκαν πάνω του και άρχισαν να καλπάζουν. Έτρεχαν προς το δάσος. Έτρεχαν. Τα βέλη και οι στρεφόμενοι πέλλεκοις σφύριζαν γύρω τους, τραγουδώντας τους ήχους των νεκρών καθώς προσπαθούσαν να ξεφύγουν. Τελικά τα κατάφεραν. Έφτασαν στο μέρος που πρωτοσυναντήθηκαν. Στο ύψωμα, πάνω από τη λίμνη τους. Ξεκαβαλίκεψαν από το μαύρο άτι και τότε η γυναίκα με το που πάτησε στη γη σωριάστηκε στο έδαφος. Ένα βέλος είχε διαπεράσει την αριστερή της ωμοπλάτη. Η αγαπημένη του, πέθαινε.
Όλος ο έρωτας και η ευγένεια της ένωσης, τέλειωσε στη αγκαλιά του αργά το βράδυ, λίγο πριν αρχίσει το βαθύ σκοτάδι τ’ ουρανού να γυρνά σε σκοτεινό μπλε. Θάνατος! Θάνατος!
Η σκοτεινή σιωπή είχε απλωθεί πάνω από τα δάση του βόρειου Καναδά. Τα έλατα θρηνούσαν. Τ’ αστέρια; Τ’ αστέρια είχαν πάψει να λάμπουν. Μια κραυγή απελπισίας υψώθηκε πάνω απ’ όλα τα ζωντανά κι ύστερα μια δεύτερη και μια τρίτη. Εκείνη τη στιγμή, οι αρχαίοι θεοί έστειλαν την ευχή της λυκοφιλίας στη γη. Ο σμπαραλιασμένος, κομματιασμένος έρωτας του μοιραίου, ζήτησε την Μεταμόρφωση του. Έτσι έγινε. Το νεκρό σώμα της αγαπημένης γυναίκας, μεταμορφώθηκε σε ασημένιο κοσμικό σώμα. Ανασηκώθηκε αέρινα στους ουρανούς και μορφοποιήθηκε περίτεχνα σε ολοστρόγγυλο φεγγάρι. Τη σημερινή, πότε πελιδνή και πότε ασημένια μας Σελήνη. Πρώτη φορά στην ιστορία ο νυχτερινός ουρανός έλαμπε. Ο Πάτροκλος, ο Αχιλλέας και ο Λυκάονας του μιλούσαν . Πιστότητα, μαχητικότητα και ικεσία. Οι λύκοισυνέβησαν μέσα του ως ψυχή ενός ζώου που όμοιό ποτέ δεν υπήρξε ή δεν είχε δει μέχρι τα τότε το μάτι του ανθρώπου. Το δέρμα χνούδιασε, τα χέρια έχασαν την πολιτισμική τους ικανότητα αλλάζοντας σε δυνατά πόδια. Μυτερά δόντια ξεπετάχτηκαν από το στόμα και μια γκρίζα φουντωτή ουρά- μοιρασμένη ανάμεσα στο μαύρο και το άσπρο,το καλό και το κακό-ορθώθηκε από πίσω σαν σημαία της μοναξιάς. Οι αισθήσεις άλλαξαν. Η οσμή απλώθηκε, η όραση οξύνθηκε,η ακοή γιγαντώθηκε, η αφή κρύφτηκε και η γεύση απόκτησε μόνο μία θέληση : Aίμα!
Ένα ουρλιαχτό πόνου και τρόμου ξεχύθηκε μέσα στη σιωπή. Καθετί μέσα στο δάσος πάγωσε από φόβο. Ακόμα και η γιορτή έπους και κλέας των άγριων Παονί σταμάτησε και όλοι κοίταξαν προς τη μεριά του πυκνού ελατοδάσους με αγωνία. Το τρομώδες τραγούδι της θλίψης , ήχησε σαν πένθιμο τραύλισμα του χειμώνα. Έμοιαζε με κάλεσμα σε μάχη, στο βωμό του μνημειώδη Έρωτα και του αδυσώπητου πόνου!
Το γκρίζο πλάσμα κατέβηκε αθόρυβα προς τον καταυλισμό των Παονί. Σκιές στη νύχτα φάνηκαν να κινούνται. Πένθιμα ουρλιαχτά με γεύση αίματος εξαπολύθηκαν και ο καταυλισμός σηκώθηκε στο πόδι. Οι πολεμιστές της φυλής άρχισαν να τρέχουν πάνω κάτω ακανόνιστα, σε μια ύστατη προσπάθεια να προσδιορίσουν τον κίνδυνο αλλά, ένας ένας γκρεμίζονταν αστραπιαία, έπεφτaν την ίδια στιγμή που ο λαιμός τους ξεσκιζόταν από τη μαύρη φιγούρα του σκότους…Τώρα, ένας ένας , κείτονταν αιμόφυρτος, πνιγμένος σε μια λίμνη αίματος ώσπου : η κεντρική σκηνή, μεγαλοπρεπής και ηγετική, συνοδευμένη από δυο ψηλά τοτέμ των θεών του πολέμου άνοιξε και, από μέσα της βγήκε ο Μάγος. Το μυσταγωγικό τραγούδι του Μάγου ήχησε παρακαλετά. Το λυκίσιο πλάσμα παράτησε το τελευταίο του θύμα, αφήνοντας το να σπαρταρά χωρίς να το αποτελειώσει και αργά άρχισε να κινείται προς Αυτόν. Ένα βρέφος μπουσούλησε επάνω στο πανικό και τυχαία βρέθηκε μπροστά στο άγριο πλάσμα. Το κοίταξε καλά με δίψα και μίσος. Το προσπέρασε μπρος στα έκπληκτα μάτια της μάνας του. Ένας φοβισμένος Παονί έσπευσε να επιτεθεί στον Λύκο από πίσω. Η άγρια φωνή του Μάγου όμως τον επίπληξε και ο πολεμιστής σταμάτησε. Ένας κύκλος ανθρώπινων σωμάτων σχηματιζόταν τώρα μπροστά από τη σκηνή των τοτέμ καθώς ο Λύκος βάδιζε αργά προς τον Μάγο.
Ο Μάγος και ο Λύκος κοιτάχτηκαν βαθιά μέσα στα μάτια. Ο Μάγος δεήθηκε στους θεούς υψώνοντας τα χέρια ψηλά για τελευταία φορά ζητώντας συγχώρεση και ο λύκος γρύλισε απειλητικά. Θάνατος! Θάνατος! Ο δολοφόνος Λύκος πήρε θέση μάχης λυγίζοντας το φοβερό του σώμα ελαφρά προς τα πίσω. Η δίκοπη λεπίδα του Μάγου άστραψε στο φως της Σελήνης… και… όρμισαν. Κραυγές Τέλους, δάκρυα, πόνος και αίμα, τυλιγμένα όλα σε μια ανάσα. Μαχαιριές, δαγκώματα, πίδακες αίματος, λασπόνερα, παγωμένοι παρατηρητές… Νεκρός Μάγος και πληγωμένος Λύκος. Ο Έρωτας πήρε την εκδίκησή του.Το Τέλος.
Ο κύκλος των σωμάτων άνοιξε.Το πλάσμα πήρε αργά αργά το δρόμο του γυρισμού, να χαθεί μέσα στο δάσος πριν την αυγή.Οι πολεμιστές κοίταζαν το ζώο να χάνεται μες τη σιωπή της ημιφώτιστης νύχτας, αγέρωχο, ποιητικό, κυνικό και κατά έναν περίεργο τρόπο, ειρηνικό. Εκείνη η στιγμή της νύχτας ονομάστηκε λυκόφωτο και το χρώμα που παίρνει τις μέρες της πανσέληνου λίγο πριν από την αυγή: λυκαυγές! Οι Παονί ονόμασαν επίσης εκείνο το πλάσμα της εκδίκησης και του πόνου «Ιερό Λύκο». Ο «Ιερός Λύκος», το άγριο παιδί του δάσους και της ηδονικής Νύχτας, το μοναδικό πλάσμα στον κόσμο που έχει τη δυνατότητα αλλά και το προνόμιο να κόψει το νήμα της ζωής ενός Μάγου, αποτελούσε πια τον ύμνο του γκρίζου χειμώνα και το ανέμελο παιχνίδισμα της Άνοιξης. Και τώρα… μελαγχολικά κι ευγενικά άγρια, έπαιρνε τη θέση του στο ζωικό βασίλειο, φιλοξενούμενος με στοργή, στη μεγάλη αγκαλιά της Μητέρας Φύσης.»

-…Πες μου bartender, είναι κακό που δεν κατάλαβα την ερμηνεία αυτού του συναρμολογημένου μύθου?
– ….εσύ το ζήτησες… δεν μ’ ενδιαφέρει κι όλας …
-Τέλος πάντων…, μήπως κατά τύχη πέρασε από δω ο ινδιάνος φίλος μου?
-Ποιος ινδιάνος φίλος σου?
– Έλα τώρα, αυτός με το γκρίζο χάσκεϋ και την παλιά ανοιχτή κάντιλακ… Ήρθαμε μαζί ξέρεις και …
– Καταρχήν φίλε ήρθες μόνος πριν από τρεις μέρες. Το θυμάμαι καλά. Φαινόσουν αρκετά ταλαιπωρημένος και είπα να μην σε κουράσω με ενοχλητικές ερωτήσεις. Πρέπει να περπάτησες αρκετά μέχρι να φτάσεις ως εδώ. Ήσουν ελεεινά βρώμικος και σκονισμένος και είπα να σε αφήσω στην ησυχία σου, να ξεκουραστείς, να κάνεις κανένα μπάνιο να συνέλθεις. Κατά δεύτερον χρωστάς 33 δολλάρια και καρά τρίτον, για ποια ακριβώς κάντιλακ μιλάς? Ξέρω μια παρατημένη εδώ και χρόνια στην διασταύρωση με την εθνική? Μόνο αυτή βλέπω εδώ και χρόνια εδώ πέρα. Τώρα, όσο για ινδιάνους και χάσκεϋ, λυπάμαι. Δεν είδα κανέναν! Αλλά, από απλή περιέργεια και μόνο δηλαδή, ποιος είσαι? από πού έρχεσαι ? τί θέλεις εδώ στην ερημιά?
Ο

Ένα ταξί σταμάτησε στην άκρη του δρόμου, πλησιάσαμε, μπήκαμε μέσα βιαστικά και ξεκινήσαμε για το γνωστό bar που βρίσκεται στη κακόφημη πλευρά της πόλης. Ο ταξιτζής, ο κλασσικός οδηγός τύπου «ελληνάρα ΜΠΑΜΠΗ» που καπνίζει μανιωδώς το τσιγάρο σα παλαβωμένη καρβουνομηχανή ενώ στο μέρος του συνοδηγού, μέσα από σύννεφα ομίχλης διακρίνεται κάπως, μια πινακίδα καρφωμένη σα διακοσμητικό που αναγράφει μόνη κι αβοήθητη: «Νο smoking please!». Διάφορα μικρά κιτς λαγουδάκια ,παπάκια και τριχωτά φυλακτά σε στιλ «μπαμπά μη τρέχεις», «η παναγιά μαζί σου», κουνιούνται ρυθμικά πέρα δώθε επάνω στο παμπρίζ, σε πλήρη συμφωνία με τους κραδασμούς του αμαξιού. Ευτυχώς, ο ταξιτζής παρέμεινε σιωπηλός καθόλη τη διάρκεια της διαδρομής. Αυτό που δεν βλέπεις δεν σημαίνει πως δεν υπάρχει, για αυτό και γώ έδωσα σημασία σε αυτό που δεν έχει λόγο ύπαρξης, και για να γίνω πιο σαφής, στη κακοκαιρία που επικρατούσε, στα σύννεφα ομίχλης μέσα αλλά και έξω από το όχημα. Από την άλλη ο θείος Sam, με το που μπήκαμε στο ταξί, μάλλον πάτησε κάποιο αυτόματο κουμπάκι του εαυτού του και τον πήρε ο ύπνος αμέσως, οπότε θέλοντας και μη έστρεψα τη προσοχή μου στο ραδιόφωνο. “Μετάδοση εξωτερικής ειδησεογραφίας: Ο πόλεμος στην ανατολή μαίνεται…”
Μα επιτέλους, τι σκέφτεστε αγαπητέ φίλε? Ένα ποτό ίσως?

κεφ 6

« Ειρήνη: τα ερείπια μετά τον πόλεμο»

Σύνθημα σε τοίχο στο κέντρο της Θεσσαλονίκης

Ο
Μεγάλες δίνες. Η γενίκευση του Έρωτα είναι ο Πόλεμος. Η μόνη ουσιαστική διαφορά ανάμεσα σε έναν εραστή και έναν στρατηγό είναι η χρηστικότητά τους .. Ο πρώτος χρησιμοποιεί ένα τυφλό σχέδιο ορμής. Ο δεύτερος ορμά με σχέδιο στους Τυφλούς.
Ο δολοφόνος πλησίασε και με χαιρέτισε. Απάντησα υπαινικτικά: «… ούτε εραστής, ούτε στρατηγός. Μπορώ να σε κεράσω όμως ένα ποτό κι αν τελικά τα καταφέρουμε, μπορούμε και να μεθύσουμε!» . Έμεινε μαζί μου όλο το βράδυ σαν πιστός φίλος μα λίγο πριν από την αυγή, το σώμα του διχοτομήθηκε σε Πόλεμο και σε Έρωτα. Είχε μια καλή δικαιολογία ωστόσο. Είπε φεύγοντας: «…στο δικό σου βάθος… είμαι σταχτορύγχος και, κατά βάθος… είμαι Εσύ! Ένας Διάβολος της Τέχνης!»
Από Ματωμένα Βράδια έρχομαι. Σύμβολα της Πτώσης γιορτάζω… μα υπάρχει κανείς εδώ, Χώρο περίσσιο να έχει…?
Τράβηξα το σύρτη της Νύχτας αγανακτισμένος:
΄Ακου! Τ’ ακούς? Η άβυσσος βρυχάται μωρό μου!΄Ακου! Ο θόρυβος από τα κοσμικά γρανάζια.. Οι στρατηγοί ετοιμάζουν πόλεμο. Μεταλλαγμένο πορφυρό ποτάμι, ηράκλειο Αίμα, το αίμα της πιο αρχαίας ηδονής αναγράφει ΠΟΛΥΕΘΝΙΚΗ Α.Ε.
Κοίτα! Σε διεθνή δικαστήρια, με χρυσοκέντητους δικηγόρους,
συμφωνούν και υπογράφουν: Το πότε θα γίνει ο Πόλεμος, είναι ο τρόπος με τον οποίο θα ερωτευθούμε …Δεν μ’ αρέσει να με καθορίζουν. Καλύτερα να συμμετέχω στην ενοχή. Ας ερωτευθούμε ελεύθερα μετά τον πόλεμο ως… Αθώοι!
Κοίτα! Χαμογελούν. Τ’ αστραφτερά τους δόντια γυαλίζουν στο φως κάποιου πολύ-ελ(έ)ου… Το σιχαμερό κοράκι γέρνει στο ημισκόταδο, πίσω από την πλάτη του στρατηγού και του ψιθυρίζει κάτι στ’ αυτί. Η γραβάτα του, τεντώνεται και απλώνεται προς τα κάτω, και εγώ κάνω τσουλήθρα επάνω της και ρίχνομαι κατευθείαν στο αυτί του. Ο δολοφόνος πλησίασε και με χαιρέτισε. Απάντησα υπαινικτικά: «… ούτε εραστής, ούτε στρατηγός. Μπορώ να σε κεράσω όμως ένα ποτό κι αν τελικά τα καταφέρουμε, μπορούμε και να μεθύσουμε!»Γίνομαι το μυστικό συμβόλαιο:
«Κάνε το πόλεμο στρατηγέ μου… Ξεφορτώσου τα παλιά όπλα. Απόκτησε Νέα.
Έτσι όλοι υποκλίνονται στην ισχύ. Με ισχυρά συμβόλαια.»
«Τα αποθέματα πετρελαίου εξαντλούνται στρατηγέ μου, και ήδη στο Ιράκ βάζουν χέρι…-«…και πόδι..»
-όλοι οι ευρωπαίοι Στρατηγέ μου. Αλήθεια είναι!
– … μπορούμε να απαγάγουμε και εκείνους τους 400 ενοχλητικούς Γερμανούς διανοούμενους. Το κατασκοπευτικό μας αεροπλάνο τους έχει ήδη εντοπίσει στο Βερολίνο και στο Μόναχο…
-Μα είναι η Ευρώπη προτεκτοράτο μας?
-Αχ Στρατηγέ μου… Μην αποπροσανατολίζεστε από τους στόχους μας. Ας το θέσουμε κάπως πιο διαφορετικά. Αν παίρναμε μαζί μας, για σύμμαχο, ένα ευρωπαϊκό κράτος, αν ρίχναμε κάτω τους δίδυμους πύργους, αν δημιουργούσαμε το άγριο κίνητρο της επίθεσης… οι τρομοκράτες μας… ε, τα καταραμένα οπλισμένα κωλόπαιδα του Αλλάχ θέλω να πω, τα χημικά του Σαντάμ, ο εκδημοκρατισμός των αραβικών φύλων…θα ήταν… Ούτως ή άλλως, με αυτή τη συμφωνία βγαίνεις και συ και η χώρα, κερδισμένοι Στρατηγέ μου… Κερδισμένοι…(γ)έλα στρατηγέ μου… μην χασομεράς… Βάλε την τζίφρα …Υπόγραψε το σύμφωνο. Έχουμε μισθούς εργατών να πληρώσουμε….. Το κέλυφος της ηθικής μας, είναι στην ουσία ένας εργατικός σοσιαλισμός με καπιταλιστικό πυρήνα… Εδώ… και εδώ… και άλλη μια εδώ… Ω, μα τι ερώτηση είναι αυτή? Τί μας νοιάζει εμάς ο ΟΗΕ?
-Ας πιούμε λοιπόν φίλοι μου αίμα,στο όνομα της πιο αρχαίας ηδονής. Της εξουσίας του άλλου που δεν είναι ο εαυτός μας. Πιείτε στο όνομα του στρατηγού σας Παιδιά μου!

ΠΟΙΗΜΑ ΤΟΥ ΜΙΣΟΥΣ

Ερωτεύομαι όλμους σιδερένιων πτηνών
πετάω στα σύννεφα,
κοίτα με καλά,
η πτώση ονομάζεται Ανατολή,
ρίξτε με όσο πιο ανατολικά γίνεται,
πέφτω, με ακρωτηριασμένα τα μέλη…
Των κρατών της Γης…Νεκρό Σώμα
Ιππεύω Β-52, έργο τέχνης ενός Κορύβαντα
Επιστημονική εργασία, αιόλια εφαρμογή της Γνώσης ή Φυσική για
Μισημένους.
Σε ψάχνω, στον δικό μας Πόλεμο,
Τί κι αν ένα διαμελυμένο χέρι ενοχλήσει την εικόνα μας,
Τί κι αν μια έξυπνη βόμβα έγινε αναπάντεχα ηλίθια,
Εγώ και Εσύ θα συνεχίσουμε να πίνουμε το κρασί του ΄Ερωτα βλέποντας
τα Νέα στη μεγάλη μας τηλεόραση,
μπροστά στο ζεστό τζάκι θα κατασκευάζουμε όνειρα,
για ένα καλύτερο κόσμο…
«Αφανίστηκε χωριό ανυποψίαστων αγροτών κοντά στη Καμπούλ,τη στιγμή ενός γάμου…
…οι πιλότοι νόμισαν ότι πρόκειται για ανεφοδιασμό τρομοκρατών…και εξαπέλυσαν πυραύλους…»
«…παιδάκι από την Παλαιστίνη σκοτώθηκε με λαστιχένια σφαίρα Ισραηλινού στρατιώτη…
..γιατί την ώρα της μάχης εκείνο του κατουρούσε το κράνος από υπερυψωμένο μπαλκόνι…»
«…μαζική πορεία διαμαρτυρίας που οργάνωσε το κόμμα Μπάαθ. 14 Νεκροί και 35 τραυματίες διαδηλωτές.
Την ίδια στιγμή ο πρόεδρος Bush ανακοίνωνε ότι ο ιρακινός λαός έχει επιτέλους το δικαίωμα να διαφωνεί…»
«… στις φυλακές κατοχής του Ιράκ, οι Αμερικανοί στρατιώτες κάνουν πάρτι βασανιστηρίων, βάζοντας τους κρατούμενους να τρώνε τα κόπρανά τους γυμνοί… υπό την απειλή εκπαιδευμένων σκύλων…»
«…στα 60$ το βαρέλι έφτασε η τιμή του πετρελαίου…εκτοξεύοντας τον δείκτη D.Jones στις 11.001 μονάδες…»
Σιδερένια πτηνά της χυδαιότητας το πρόστυχο σπέρμα της αρπαγής
ηδονή μέσα σε λάμψεις ή κρότους,
οι ξιπασμένοι πολίτες του έθνους των Αρπακτικών,
ηδονίζονται και αυτοί μασουλώντας ποπ-κορν και πίνοντας μπύρα,
παρακολουθώντας τους Yankees να χτυπούνε τη μπάλα
στον Ουρανό ψηλά!
Το επόμενο πρωί,η Αμερική θα παραπέμψει το προεδρικό σεξ σε δίκη
και τα ψευδή κίνητρα για τη σφαγή στο Ιράκ θα τα αποδεχτεί ως νομιμότητα!

-Αμερικανοί σε 100 χρόνια από τώρα θα ονομάζεστε Ιράκ!
«Δεν θα συμβεί ποτέ αυτό?»
Ας Ανατρέξουμε στα βιβλία της Ιστορίας…
και οι Έλληνες
και οι Αιγύπτιοι
και οι Ρωμαίοι
και οι Βυζαντινοί
και οι Οθωμανοί
και οι Ισπανοί
και οι Βρετανοί
και οι Γάλλοι
και οι Γερμανοί
και οι Σοβιετικοί
…Το ίδιο υποστήριζαν
Μα τώρα…ο χωροχρόνος της Ιστορίας ουρλιάζει:
Τυφώνας Κατρίνα : «πάντα μια γυναίκα σε γκρεμίζει από το ψέμα, κάτω ,
…στον τρίτο κόσμο της σκληρής αλήθειας!»

Συνθήκη του Κιότο : Φυσική ειρωνεία…

Νέα Ορλεάνη : Τραγουδάμε τον Πόνο σου!

Μέλλον : Διαβολικά αδιάφορο και απομόνωση.

Πόσο ακόμα μπορεί να ξεγελιέται η ματαιότητα της Ενοχής
Η καλοντυμένη φρίκη των πολέμων στο κομψό της κοστούμι :
-Νόμιμος Πόλεμος
-Προληπτικός Πόλεμος
…το όνομα της παγκόσμιας Ειρήνης
Κρυμμένο με Νύχια, στα Μανίκια της οικονομικής χλιδής , Μέσα…

Ερωτεύομαι όλμους σιδερένιων Πτηνών
πετάω στα Σύννεφα… Κοιτάξτε με μπάσταρδοι!

Οι μισημένοι Πάντα Ευχαριστούν… Σαν τον Αφγανό Ντιλαουάρ,
που είχε την ατυχία να βρεθεί σε λάθος τόπο, τη λάθος ώρα,
γιατί περνούσε με το ταξί του έξω από αμερικάνικη βάση,
όταν μια βόμβα εξερράγη. Συνελήφθη…
Οδηγήθηκε στις φυλακές Μπαγκράμ… Ω, τί υπέροχο μέρος για διακοπές!
Επί μέρες αλυσοδεμένος, επί μέρες κρεμασμένος από τους καρπούς
στην οροφή του κελιού του, κάτω από τον γαλήνιο παράδεισο του Ιησού…
Ένας κομψός τρόπος να εκτονωθείς όταν είσαι αμερικάνος στρατιώτης
και όλα σου φταίνε και βρωμούν «Αλλάχ»,
είναι να αρχίσεις να ξυλοκοπείς έναν Ντιλαουάρ, όμως πρόσεχε…
Αν το παρακάνεις, την Πέμπτη μέρα θα υποκύψει…και μετά…
ίσως οι φίλοι και συμπολεμιστές σου, Ντάμιεν Κορσέτι και Τσαρλς
Γκρέιμπερ, αποφασίσουν να βάψουν εσένα πολέμαρχο Ταλιμπάν…
Τελικά, το να στοιβάζεσαι δίπλα σε άλλους γυμνούς κρατούμενους,
να σε σέρνουν με λουρί, να σε φτύνουν και να σε κατουρούν,
δεν αποτελεί βασανιστήριο, γιατί
«και οι μαζορέτες σχηματίζουν πυραμίδες τις βροχερές ημέρες που
οι ουρανοί ανοίγουν και ο θεός φτύνει ή ουρεί» ,
είπε ο δικηγόρος τους…

To μοναδικό είδος ψέματος που δεν συγχωρείται ποτέ, είναι το πολιτικό
ψεύδος,
Και εκεί, το ψέμα μηρυκάζεται!
Το μοναδικό είδος λήθης που δεν συγχωρείται ποτέ, είναι η λήθη των
λαών,
Και εκεί, η λήθη αληθεύει!
΄Οταν κάποτε ο άνθρωπος περιπλανώμενος, στραβοσκαρφάλωνε σε Ξένα σπίτια και σαν το κλέφτη πρόσεχε μην κάνει θόρυβο για να μην ξυπνήσει το νοικοκύρη από τον ύπνο, είπε για τον εαυτό του :»Τί ευγενικό πλάσμα που είμαι?Σέβομαι τον ΄Υπνο του Δικαίου!».
Επιτέλους, έφτασε η στιγμή, όλες οι αριστερές δικαιολογίες να αποχωριστούν την αλήθεια. Αν αυτό που σήμερα ονομάζεται Αλήθεια, ναρκώνει αντί να αφυπνίζει ,τότε σήμερα, ας κατασκευάσουμε το Ψέμα που δεν τις δολοφονεί!
Έρωτας, Τέχνη και Επιστήμη. Κοιτάξτε καλά αυτές τις τρεις λέξεις…
Αύριο πεθαίνουμε! Αιώνιως Λήθη… ονομάζεται!

Ποίημα των κιτρινισμένων φύ(λ)λων
Μεταλλικός σερνάμενος ήχος,
φύλλα πέφτουν σαν κιτρινισμένες βάρκες
λέξεις μασημένες αγελαδίσια,
τρομώδη έθνη,αποκεφαλισμοί ομήρων,πεινασμένα σώματα,
υπογραφές συμβολαίων κάτω από τραπέζια,πολίτες μαριονέτες,
ανουσιότητα και στραπατσαρισμένες φιλίες,ξεσκισμένα φιλιά,
τεχνολογική επανάσταση,
καπηλευτές αγώνων,
ανίεροι ολυμπιακοί αγώνες,υπερφουσκωμένα οκτάωρα της υποταγής
(το άλλοθι της υπερωρίας)
απολεσθέντες κοινωνικοί σκοποί,,κρυμμένα ορφικά κείμενα,
μαζική παράνοια,
γάμοι χωρίς ΄Ερωτα,Θεοί του μίσους
προληπτικοί Πόλεμοι…και έξυπνα όπλα
αίμα ιδρώτας και νάρκωση
θάνατος και αυτοκτονία
παραμελημένα εργατικά ατυχήματα,
γερασμένοι Τσόμσκι,λήθη και αποφυγή
φόβος,φόβος και φόβος,
τρομολαγνεία,νεκρολαγνεία,κοπρολαγνεία,
γρήγορο φλερτ,γρήγορο φαϊ,γρήγορο κρεβάτι
Εσύ,Εγώ… και το παρανοημένο μας Συμπάν…
Μεταλλικός σερνάμενος ήχος,
Φύλα…πέφτουν σαν κιτρινισμένες βάρκες
κι οι λέξεις είναι μασημένες αγελαδίσια!

-Δεν μπορώ,τί να κάνω?…τα σουβλάκια έρχονται σε λίγο και το πρωί…το πρωί έχω δουλειά…
Ακούω τον ταξιτζή μου να μιλάει σε κάποιον στο κινητό του τηλέφωνο με τέτοια αφέλεια, στη γυναίκα του μάλλον, που μου έρχεται να βάλω τα γέλια. Χα! Ηλίθιε. Ένα πιόνι είσαι. Και για τα υπόλοιπα 30 χρόνια… δουλειά θα έχεις χαζέ!
-Ε, καλά γαμώτο, τότε άσε γερό φιλοδώρημα στο delivery-boy για να χεις τη συνείδησή σου ήσυχη… Άντε γεια, έχω πελάτη…. Στο διάολο να πάς ηλίθια μαρξίστρια! Φίλε, μία συμβουλή θα σου δώσω. Μην τα μπλέξεις ποτέ με μαρξίστρια!
-Καληνύχτα και σε σένα γλυκέ μου… Άκουσε το ραδιοφωνάκι σου… Σκέψου τα ποιηματάκια σου. Περίμενε μέχρι να σε πάει αυτός ο νεκροζώντανος στον προορισμό σου. Εξάλλου ο σκοπός ήταν πάντα η διαστρέβλωση των γεγονότων ακόμα κι αν αυτά έπρεπε να καλλωπιστούν από τα μέσα μαζικής επικοινωνίας ως «ειδήσεις» όπως τώρα. Το παιχνίδι των πρακτόρων. Το παιχνίδι των διευθυντών, να είμαι το πιόνι στη σκακιέρα τους, ο προγραμματισμένος θεατής· η σιωπηλή μου επικοινωνία με έναν άγνωστο ταξιτζή. Είμαι και γω το προφανές παράδειγμα, ένας παθητικός δέκτης : οι παράλογοι και αδιάλειπτοι ισχυρισμοί των όπλων μαζικής καταστροφής του Σαντάμ, υπήρξαν μέσα μου μια λογική παραδοχή, για την στρατιωτική εισβολή στο Ιράκ. Φυσικά κανένας δεν βρήκε τίποτα αλλά αυτό είναι άσχετο. Δεν «ψάχναμε» πραγματικά οποιαδήποτε όπλα αλλά το μέσον για να εξαπατήσουμε και να εξαπατηθούμε. Ο χαρακτηρισμός του Σαντάμ ως «δολοφονικού τύραννου» , αποφασίστηκε ως επαρκής δικαιολογία για την εισβολή του κυρίαρχου έθνους. Ο κόσμος διαθέτει πάνω από μια ντουζίνα «δολοφονικούς τύρρανους» οπότε δεν έχει σημασία αν δεν μας αρέσουν οι εύθυμοι τρόποι τους όταν ανυπακοούν στις εντολές μας. Σημασία έχει ότι δεν έχουμε την ικανότητα να τους αστυνομεύσουμε όλους. Άλλωστε η προπαγάνδα των ισχυρών είχε φροντίσει προ πολλού: Για να συμμαχήσει ο ύπνος των ανθρώπων με την πολεμική συνείδηση, η προπαγάνδα είχε περιλάβει ιστορικά μια πρόσθετη προϋπόθεση, την λέξη απειλή. Επομένως, το ανυπότακτο βρέφος της CIA, δεν αποτελεί απειλή για τον κόσμο γενικότερα, αλλά και μανιακό δολοφόνο της Αμερικής ειδικότερα. Γιατί ? Επειδή έχει τα όπλα μαζικής καταστροφής. Για σχεδόν δύο έτη, αυτός ο μύθος προγραμματίστηκε επιμελώς στο χαμηλότερο παρανομαστή συνειδητοποίησης που οι Αμερικανοί υποκαθιστούν ως συνείδηση: CNN. Ακόμα κι αν ο μύθος τώρα πια έχει απομακρυνθεί, η πλειοψηφία μας ακόμα το θεωρεί ως φυσική πραγματικότητα. Το ονομάζουμε Αλήθεια! Ο Hitler χρησιμοποίησε ακριβώς το ίδιο καρφί, όπως με τους Τσέχους και τους Πολωνούς στην αρχή της έξαλλης συμπεριφοράς του. Τι κορόϊδα που είμαστε! Το βλέπω καθαρά: Αυτοί οι ειρηνικοί λαοί δεν απεικονίστηκαν ως εύκολο σημάδι για τη ναζιστική πολεμική μηχανή – όχι, ήταν απειλή κατά του πάτριου εδάφους του ισχυρού Γ’ Ράιχ και ως εκ τούτου, οι απειλές πρέπει να εκμηδενίζονται από κάθε διαθέσιμη δύναμη. Χτυπήστε τους ανθρώπους με πολεμικό τρόπο : Επινοείστε μια αφορμή! Κατόπιν, όταν η εξαπάτηση θα έχει προχωρήσει αρκετά, επουδενή μη σταματήσετε. Είναι μια ιστορική διαδικασία που πρέπει να επαναληφθεί! Βιετνάμ! Ιράκ! …και έπεται συνέχεια…
Ένα δεύτερο εργαλείο εξαπάτησης, είναι η πολιτική μεταμφίεση. Τώρα, μέσα στο ταξί, στο πίσω κάθισμα της νοικιασμένης, μικροαστικής μου λιμουζίνας, μπορώ να το δω καθαρά. Προσποιούμαι ότι είμαι κάτι που δεν είμαι και ότι δεν είμαι αυτό που είμαι… . Με λένε… Ξέρω τ’ ονομά μου… Ξέρω τι είμαι, ποιος είμαι.. Δεν είμαι τρελός κι όμως, νιώθω σα να είμαι χρόνια έγκλειστος σ’ ένα φρενοκομείο. Όχι. Βρίσκομαι μέσα σε αυτό το ηλίθιο ταξί και μου φαίνεται ότι έχει περάσει ένας αιώνας. Θυμάμαι! Κατά βάθος όλοι θυμούνται. Όλοι γνωρίζουν, όλοι έχουν τη δυνατότητα να το κάνουν. Τρίζουν τα κόκκαλα του Sartre. Αν με κάποιο τρόπο γνώριζε πώς χρησιμοποιήθηκε για στρατιωτικούς σκοπούς η μηχανική της φιλοσοφίας του. Εμένα όμως? Εμένα θα με συγχωρούσε? Μπα! Εμένα θα με συγχωρούσε. Ίσως! Είμαι αυτό που δεν είμαι και δεν είμαι αυτό που είμαι…. Όπως μερικά έντομα που προσποιούνται ότι έντομα δεν είναι, αλλά ότι είναι φύλλα, κλαδιά ή μέρος του κορμού του δέντρου. Σαν τα ζεύγη ομοιότητας, Bush- USA και Hitler- Γερμανία. Δεν παρουσιάστηκαν ως επιδρομικοί εισβολείς που αρχίζουν τις εχθροπραξίες στο όνομα της ανηθικότητας, αλλά ως υπερασπιστές της κοινής ηθικής από μια εξωτερική απειλή στο όνομα του καλού.
Κέντρο της πόλης. Οι δρόμοι ασφυκτιούν. Εκατοντάδες οδηγοί συνωστίζονται στα ποτάμια από άσφαλτο. Αναρωτιέμαι τι να σκέφτεται ο δικός μου οδηγός. Ξέρει ότι χρησιμοποιείται με τον πιο ανεπαίσθητο τρόπο που υπάρχει? Το τρίτο εργαλείο χειρισμού της μάζας από την εξουσία και την προπαγάνδα της… Χα! Η απόσπαση της προσοχής. Ο αντιπερισπασμός… Άρτος και θεάματα, ότι ακριβώς με επιτυχία έπραξε και στην αρχαία Ρώμη ο Καίσαρας. Οι άνθρωποι πρέπει να κρατηθούν ήρεμοι, για να μπορεί η μικρή ομάδα της εξουσίας να πραγματοποιεί σε ημερήσια διάταξη, όποια σχέδια περιλαμβάνουν την ενίσχυση της θέσης της. Να, σε λίγο θα με ρωτήσει τι ομάδα είμαι ή αν ξέρω κάποιο καλό μαγαζί να βγάλει έξω τη γκόμενα χωρίς να τους δει κάποιο ξένο μάτι!
-Ρε μάγκα, ΠΑΟΚι είσαι, έτσι δεν είναι? Φαίνεσαι μόρτης!
Δεν πρέπει να επιτραπεί στους ανθρώπους να βλέπουν καθαρά τα πράγματα, να αποκωδικοποιούν τα σχέδια της ελίτ, να βλέπουν το κίνητρο πίσω από την πράξη. Ένα αξίωμα του διαβόλου πρέπει να είναι ότι οι άνθρωποι δεν πρέπει να έχουν την άδεια για να σκεφτούν πάρα πολύ, για ότι Αυτός πράττει στο όνομά τους. Για ότι η κυβέρνηση πράττει στο όνομα τους, για ότι εγώ πράττω στο Όνομα σου… η ομάδα δύναμης θα πρέπει να έχει την άνετη πρόσβαση στις πολεμικές της εφαρμογές και εκείνη ακριβώς τη στιγμή, με κάποιο τρόπο, οι άνθρωποι θα πρέπει να εκτρέψουν την προσοχή τους .
-Ω φίλε μου, με εντυπωσιάζεις! Πως το βρήκες? (κακόμοιρο σκλαβάκι!)
-Ε, τι τώρα! Μπρίκια κολλάμε ρε παλικάρι? Είμαι χρόνια στο κουρμπέτι…
Από τώρα και στο εξής, αποφασίζω να συνεχίσω να λειτουργώ , ακόμα πιο συνειδητά, χωρίς ενοχές, σαν εξουσία! Αποφασίζω να ξεχάσω αυτές τις σκέψεις. Να κρύψω τα κίνητρα. Θα ενοχοποιήσω, θα μεταμφιεστώ και θα στρέψω την προσοχή αλλού! Τί από όλα είναι η πραγματικότητα και εγώ δεν ξέρω. Όμως δεν με ενδιαφέρει. Είμαι ότι αντιλαμβάνεται το κεφάλι μου και υπάρχει μόνο ότι αντιλαμβάνεται το είναι μου.

Ο

κεφ 7

«Η ύλη,ο χώρος και ο χρόνος που αντιλαμβανόμαστε,δεν υπάρχουν καθαυτά,
μόνο οι λογικές πραγματικότητες υπάρχουν,και τα μεταφυσικά σημεία,
οι μονάδες-το αισθητό φαινόμενο είναι η συγκεχυμένη παράσταση
της πραγματικότητας που κρύβεται μέσα της
κι απαρτίζεται από μονάδες
και αλληλεπιδράσεις μονάδων…»
G.V.Leibniz

Το ταξί σταμάτησε ακριβώς έξω από το Blues.Άνοιξα την πόρτα να βγω,αλλά ο θείος Sam, νεκραναστημένος ως Λάζαρος,πετάχτηκε έξω από το ταξί και μπήκε φουριόζος στο bar,αφήνοντας εμένα να πληρώσω την ταρίφα.Αναστέναξα με τρόπο και έκανα να πληρώσω τον ταξιτζή.Ο ταξιτζής μου χαμογέλασε πονηρά και με ένα προδοτικό και ίσως θυληπρεπές ύφος,ρώτησε:
-Καμιά γκομενίτσα?
-Να κοιτάς τη δουλειά σου,ορίστε 5…και 20 cents.
-Καλά βρε αγόρι,μην κάνεις έτσι.Μια ερώτηση έκανα,είπε σαν αντιαισθητική αδερφή-και ήμουν βέβαιος πως για αδερφή επρόκειτο.
-Δε έχω σε εκτίμηση τους ταρίφες…ψιθύρισα αυστηρά, όπως μαλώνει ο δάσκαλος το μαθητή που δεν ήρθε προετοιμασμένος στο μάθημα…
-Ποιον είπες ταρίφα ρε?Και η κίνηση του σώματός αποκάλυψε μια ενδεχόμενη απειλή…
-Σιγά ,θα σκίσεις κανα καλσόν!του είπα και έγειρα και γω με τη σειρά μου, σηκώνοντας γροθιά εξίσου απειλητικά προς το μέρος του.
«Κυρίες και κύριοι ακροατές, είμαστε έτοιμοι να συνδεθούμε με το το studio 4,από όπου και θα ακούσουμε την εξέλιξη της διαδικασίας κλήρωσης του πρωτοχρονιάτικου υπερλαχνού…»,παρεμβλήθηκε η η φωνή της δημοσιογράφου από το ραδιόφωνο.
-Χίλια συγγνώμη!…Μια άλλη φορά!είπα στον ταξιτζή αλαφιασμένος και βγήκα βιαστικά από το αυτοκίνητο.
-…άρχισε να μετράς κούκλε, απάντησε ειρωνικά ο ταξιτζής αλλά δεν του έδωσα σημασία.’Ορμησα έξω. Έπεσα με τα πόδια σε μια λιμνούλα με λάσπες.
Χωρίς να δώσω ξανά καμία σημασία, άφησα πίσω τον ήχο του πλατσουριτού που αβίαστα ξεπήδησε όταν έπεσα μέσα στα λασπόνερα· άνοιξα τη πόρτα του bar γεμάτος ενθουσιασμό και μπήκα.Μέσα, δεν υπήρχαν πολλοί θαμώνες,ο θείος Sam καθόταν σε ένα από τα ψηλά σκαμπό της μπάρας του πάγκου,έχωντας ένα άδειο αναποδογυρισμένο σφηνοπότηρο,που το κινούσε αργά δεξιά κι αριστερά ακριβώς όπως κάνουν οι μάγισσες όταν κινούν το μολύβι επάνω στο χαρτί γράφοντας αυτό που τους υπαγορεύει το πνεύμα του αποθανόντος με το οποίο συνομιλούν.Έμοιζε να μην έχει επαφή με την πραγματικότητα.Πλησίασα προς το μέρος του φτάνοντας σε αρκετά μικρή απόσταση πίσω από την πλάτη του.Του απηύθυνα το λόγο αλλά δεν μου έδωσε καμία σημασία. Μουρμούριζε κάτι ακαταλαβίστικα λόγια,που αμφιβάλλω ακόμη και σήμερα για το αν είχαν ή όχι κάποια δομή,ή αν τελοσπάντων υπήρχε κάποιο νόημα πίσω από τους ήχους αυτούς.Τότε,ο Δάσκαλος πλησίασε από την άλλη άκρη του πάγκου,τρίβωντας τα χέρια του σε μια ξεμαλλιασμένη άσπρη πετσέτα αφήνοντας να διαγραφεί ένα ζαβολιάρικο γελάκι,που ξεπήδησε κυριολεκτικά μέσα από το γκρίζο μουσάκι του και με μια σχεδόν καλοσυνάτη ζεστή και μπάσα φωνή με χαιρέτισε.
-Βρε καλώς τον μικρό! Τί έγινε,πώς κι από δω?
-Δάσκαλε… μια χαρά,πέρασα να πω ένα γεια και να ακούσω λίγο καλή μουσική…είπα συνωμοτικά,προσποιούμενος τον ανήξερο.
-Α! Περίφημα,πάω να βάλω το ποτάκι σου και έρχομαι να τα πούμε.Έχουμε καιρό να μιλήσουμε…Ανησυχώ για σένα.Morgan σκέτο,χωρίς πάγο με μια φέτα λεμόνι?
-Ναι… ψιθύρισα και γύρισα το κεφάλι μου προς τη μεριά του θείου Sam. Είχε παραμείνει στην ίδια κατάσταση.»Λες να κερδίσει το κάθαρμα?», αναρωτήθηκα.
-Ορίστε και το Morgan!
-«Δάσκαλε, έχω ένα πρόβλημα… Νομίζω ότι δεν μπορώ να ερωτευθώ», είπα στρεψοδικώντας , σε μια προσπάθεια να αποφύγω πιθανές ενοχλητικές ερωτήσεις.
-Σ`ενοχλεί ιδιαίτερα το ζήτημα?
-Όχι, απάντησα δείχνοντας εκείνη την ηλίθια ανδρική άρνηση που δείχνουν τα αρσενικά σχεδόν πάντα για να περάσουν την εικόνα του ήρωα στον άλλο.
-Δεν είσαι ήρωας,έχεις ανάγκη να ερωτευθείς,να ορμήσεις μέσα στην αγκαλιά της γυναίκας….
-Δεν είναι θέμα ηρωισμού, ανταπάντησα αγανακτισμένος από την αδιάκριτη διεισδυτικότητά του,…και μπορεί να είσαι κοσμογυρισμένος σαν παλιός ναυτικός που είσαι,αλλά τώρα δεν είσαι καπετάνιος σε κάποιο καράβι για να ασκείς τέτοιες απόλυτες κριτικές στους ναύτες σου.Είσαι barman και περιμένω ν`ακούσω μια καλή συμβουλή από σένα αυτήν τη γαμημένη ώρα!
-Μικρέ μου,δεν έχεις ιδέα «περί ερώτων και άλλων δαιμονίων»…
-Α ναι?Ε μίλησε μου εσύ τότε για τον έρωτα!Σε προκαλώ!
-Άκουσε με,αν είναι να μιλήσουμε για το έρωτα,ας μην μιλήσουμε για κάτι συμβατικό.Προσωπικά,η γυναίκα που της αξίζει να αγαπηθεί,θα πρέπει πρώτα απ`όλα να αγαπάει σωστά τον εαυτό της.Να νιώθει οικεία στον καθρέφτη που κοιτά,δηλαδή εμένα.Και βέβαια,έτσι πρέπει να την αγαπώ.Με πάθος κυμάτων!Με καταλαβαίνεις μικρέ?Έτσι όπως εσείς οι Ποιητές αγαπάτε τη Ζωή και το Ψέμα.Αυτή η λεπτή υπερβολή ανάμεσα στο γκρεμό και τον ουρανό θα πρέπει να είναι μια σφραγίδα που να μην σχετίζεται με το χρόνο,γιατί αν η γυναίκα που επίσημα θα δείχνω στο καθετί με χαρά παιδιού,γερνάει σε σχέση με αυτό που λέγεται φαντασία,ε τότε είναι λογικό να χρειαστεί έναν άλλον εραστή κάποτε. Ξανακαταλήγουμε τότε, στο τετριμμένο του συμβατικού έρωτα.Όχι,όχι,δεν θέλω να σου μιλήσω για ασπιρίνες.Ο έρωτας δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται σαν πονοκέφαλος.Η γυναίκα που πρόκειται να ερωτευθώ παράφορα, είναι η γυναίκα που με αρνείται και με συγχωρεί την ίδια στιγμή.Μου προσφέρει τον εαυτό της για να τον κατασπαράξω.Ακριβώς για αυτό είμαι ο ένοχος άνδρας!Κάθετι άλλο επάνω στον άνδρα είναι μια μάσκα.
-Ναι,αλλά αν είσαι χορτασμένος από της σάρκα της,τότε θα μπορέσει να σου προσφέρει την ψυχή της με χυδαιότητα? Του απάντησα χωρίς να πολύ πιστεύω στα λόγια μου.
-Έχω την εντύπωση ότι γελάς περισσότερο απ`όσο γαμάς…και αποφεύγεις να ερωτευθείς γιατί είσαι άπληστος για περιπέτεια μικρέ!Άκου το σοφό barman,ξέρει τι σου λέει.Σου αρέσει να παίζεις!
-Δεν είναι κακό.
-Δεν είναι όμως και καλό!Iδιαίτερα όταν δεν ξέρεις να χάνεις…
-Άλλο ένα Morgan παρακαλώ…Μόλις,τώρα αγαπητέ μου, καταλάβατε γιατί αποκαλώ αυτόν τον εκπληκτικό barman Δάσκαλο!
-Μικρέ,είπε ο θείος Sam ξαφνικά,που στο μεταξύ είχε ξυπνήσει από το λήθαργό του, πάμε να φύγουμε αμέσως,μόλις κερδίσαμε το λαχείο…
-Χα!Κερδίσαμε?Κέρδισες θες να πεις.Κέρδισες?Κέρδισες! Α βρωμερό κάθαρμα.
Κέρδισες!Λες?Εντάξει,εντάξει,ψυχραιμία…Ήθελα να σου πω,στο ταξί μέσα άκουσα για την κλήρωση,αλλά εσύ πως….δεν ξέρω,δεν καταλαβαίνω.Και πού πάμε?
-Πάμε στην Μέδουσα. Έχουμε να κάνουμε μια επίσκεψη…σε κάποιον…γρήγορα!
-Μα περιμένω ποτό..
-Το τελειώνεις αργότερα, είπε αυστηρά και με τράβηξε από το μπράτσο.
Άφησα 10 ευρώ στο πάγκο και τον ακολούθησα έξω.Νομίζω ότι πια είχα μεγάλη περιέργεια να καταλάβω ποιος κοροϊδεύει ποιον.
-Στο καλό μικρέ.Να προσέχεις τις σκιές…..Τί στο διάβολο ήθελε να πει ο Δάσκαλος με αυτό?
Η Μέδουσα, είναι ένας εκθεσιακός χώρος φυσικά, από τους πιο σημαντικούς στον ελλαδικό χώρο. Τα σπουδαίότερα συμπόσια, εκθέσεις Ελλήνων και αλλοδαπών καλλιτεχνών, συμβαίνουν εκεί μέσα. Σε κάθε έκθεση που διοργανώνει η Μέδουσα, κόσμος συρρέει και παρακολουθεί, επιδεικνύοντας σχεδόν τυφλή πίστη και υπακοή στην καλλιτεχνική αξία των έργων που φιλοξενούνται.
Όταν φτάσαμε στο περιβάλλοντα χώρο της γκαλερί, ο θείος Sam με οδήγησε στην σιδερένια καγκελόπορτα της αυλής. Δεν φαινόταν κλειδωμένη αλλά θείος Sam χαμογελώντας υποχθόνια πρότεινε να σκαρφαλώσουμε πηδώντας τα κάγκελα.Θα ήταν πιο διασκεδαστικό κάτι τέτοιο για μας, ήταν η άποψή του, ωστόσο όταν εγώ τα σκαρφάλωνα σαν ουραγκουτάγκος εκείνος τράβηξε το πόμολο της πόρτας και μπήκε ανενόχλητος. Τον κοίταξα σαστισμένος και εκείνος το μόνο που είπε ήταν ένα φτωχό και ταπεινό: «Προπαγάνδα….φίλε μου!».Τί να σας πω, να δικαιολογηθώ λέγοντας σας ότι είμαι περισσότερο αγνός και αγαθός από εκείνον? Ξέρουμε καλά μεταξύ μας,ότι κάτι τέτοιο συνιστά παιδαριώδη διαστρέβλωση. Όχι ότι θα ανέφερα καμιά σπουδαία πραγματικότητα προκειμένου να υψώσω δεκανίκι στην υπερασπιστική γραμμή της κοροϊδίας μου, καθότι δεν επιζητώ πραγματικότητες που τσαλακώνουν το πουκάμισο της ηρωικής μου φύσης, κάθε άλλο, πώς θα μπορούσε η δική σας ειλικρίνεια, που μ’ αυτή επιθυμείται να επικοινωνήσουμε, να με κάνει να νιώσω καλύτερα την ίδια στιγμή που ο εκτεθειμένος εγωισμός ψυχορραγεί όσο το θυμάμαι? Προτίμησα μια σιωπηλή, αξιοπρεπή ανυποταξία της αδιαφορίας. Ήταν προτιμότερο να αδιαφορήσω από το να θυμώσω δεικτικά, γιατί αυτό θα σήμαινε καθολική αποδοχή,αποδοχή που σχεδόν πάντα καταδεικνύεται από τα υβριστικά συνθήματα. Θέλω να πω, κάτι τέτοιο θα ήταν σαν να του εξομολογούμαι ότι η καρδιά μου δεν έχει χάσει την αγνή της όψη εντελώς και ο καθείς μπορεί να απολαμβάνει τη χαρά του με το να με κοροϊδεύει. Επιπλέον, είχα μια παράξενη εντύπωση ότι αν παρόλα ταύτα του εξωτερίκευα το θυμό μου, θα ήταν σα να βωμολοχώ στον ίδιο μου τον εαυτό. Αυτό ένιωθα τότε. Παράξενο,πολύ παράξενο. Δεν συμφωνείτε αγαπητέ φίλε? Α, βλέπω αποκτήσατε και σεις το διαβολικό μου χαμόγελο… Δεν θέλω να ξέρω τι σκέφτεστε!
Παρακάμψαμε την κεντρική πόρτα του κτιρίου και κατευθυνθήκαμε στην πίσω, από τη μεριά που βγάζουν τα σκουπίδια οι καθαρίστριες. Χτύπησε την πόρτα συνθηματικά με δυο ελαφρούς και ένα δυνατό χτύπους. Ένα κουδούνισμα ακούστηκε και η πόρτα άνοιξε αυτόματα. Μπήκαμε μέσα και ενώ εγώ σκεφτόμουν πως και ποιος μας άνοιξε, διασχίζοντας την κουζίνα των δεξιώσεων,το μακρύ κίτρινο διάδρομο των δωματίων στοκ, το δωμάτιο ελέγχου ασφαλείας της γκαλερί τελικά φτάσαμε σε ένα σκοτεινό χώρο. Δε χρειαζόταν μεγάλη προσπάθεια να καταλάβει κανείς ό,τι επρόκειτο για τον μεγάλο, κύριο χώρο της γκαλερί, γιατί οι ήχοι των βημάτων μας αντιλαλούσαν. Τα φώτα όμως άναψαν ξαφνικά και από την απέναντι πλευρά του μεγάλου πραγματικά δωματίου δύο μυστηριώδεις μαυροντυμένοι και καλογυαλισμένοι τύποι ερχόντουσαν προς εμάς, αλλάζοντας εντελώς τη ροή των σκέψεών μου. «Good Μen dressed in Black!» ,
αναφώνησα χαμογελώντας…
-Sam, δεν θέλω να φανώ αγενής, αλλά δεν μου γεμίζουν το μάτι αυτοί οι δύο,ιδιαίτερα ο ψηλός με τη μεγάλη μύτη,ψέλλισα με τρόπο.
-Το ξέρω μικρέ,όμως ότι και να ακούσεις σε λίγο, μη βγάλεις άχνα.Να είσαι τρία βήματα πίσω μου και να έχεις τα χέρια σου κάτω και σταυρωμένα.
Πρόσεξε,το ύφος σου πρέπει να δείχνει ανέκφραστο,ανέξαρτήτως του τί ειπώνεται.Κάνε σαν να μην υπάρχεις! Και άρχισε να εξασκείς και λίγο τα αγγλικά σου γιατί τα μιλάς χάλια…
-Καλησπέρα σας κύριοι,σκεφτήκατε τη πρόταση μου? Τους ρώτησε ευθέως ο θείος Sam.
-Κατευθείαν στο θέμα κύριε Μερατζί. Να σας συστήσω, από δω ο κύριος Shultz Harenberg, έμπορος τέχνης,υπεύθυνος διακίνησης των εκθεμάτων στην κεντρική Ευρώπη και κριτικός ζωγραφικής.Αρθογραφεί σε μεγάλο γαλλικό περιοδικό επίσης. Έχει και μια περίφημη Σαββατιάτικη στήλη στη Le Monde.
«Γερμανός που αρθογραφεί σε γαλλικό περιοδικό,έμπορος τέχνης που κριτικάρει τη ζωγραφική,τί σκατά γίνεται εδώ?» αναρωτήθηκα απορημένος.
-Γκαλησπέρα σις,χαρήκα γκια το γκωριμία κύριο Μερατζί,ανταποκρίθηκε ο Shultz με σπαστά ελληνικά ενώ ο θείος Sam κούνησε καταφατικά το κεφάλι.Για για!Ευτυκώς γκια σας,είμαι το άντρωπό σας.Ο τρόμος για την Ευρώπη!
-Τρόμος?Ρώτησε ξαφνιασμένος ο θείος Sam.
-Ε,δρόμος ήθελε να πει ο κύριος Harenberg, είναι ο δρόμος για την Ευρώπη…παρεμβλήθηκε ο πρώτος κύριος .
-Για για!Nτρόμος!επιβεβαίωσε θριαμβευτικά ο Γερμανός ρομποτάνθρωπος.
-Συμφωνούμε στα 150.000ευρώ,ξανάδιέκοψε με δεινό επαγγελματισμό ο πρώτος.
– Είχαμε μιλήσει για 100 πρωτύτερα Ορέστη.Πας να μου τη φέρεις και δεν είναι σωστό αυτό…
-Το σκεφτήκαμε καλά το ζήτημα,τα επιπλέον 50 είναι για να εξασφαλιστεί η επιτυχία του σχεδίου Γιάννη,συμπλήρωσε ο κύριος Ορέστης αλλάζοντας το ύφος του πρωτοκόλλου, μιλώντας στο θείο Sam με μια οικειότητα που θύμιζε τον εαυτό μου όταν φλερτάρω.Τον θαύμασα για αυτήν την ευελιξία της θέλησής του. «Το υπόλοιπο ποσό θα το μοιραστούμε με τον κύριο Harenberg»,σύνέχισε.»Βέβαια, ο κύριος Harenberg, ύστερα από μια πρόχειρη εκτίμηση που έκανε στα έργα, μου ανέφερε ότι είναι από μόνα τους μεγάλης αξίας και δεν θα χρειαζόταν να γίνει τόσος ντόρος για το τίποτα.Αλλά ας είναι, αφού πληρώνεις…και μιας και το ανέφερα, πότε υπολογίζεις να φέρεις τα χρήματα?»
-Μην ανησυχείς Ορέστη,μέσα στη βδομάδα θα τα έχετε.
-Περίφημα,θα επικοινωνήσουμε σε μια βδομάδα τότε!Αύριο πρωί στις 9:00,θα περιμένω στο γραφείο να μου παραδώσεις τα έργα σου.Αμέσως μετά θα πας στην αστυνομία και θα δηλώσεις την κλοπή τους από το ατελιέ σου.Σε παρακαλώ,πρέπει να καταλάβεις ότι όλα αυτά,θα μπορούσαν να είναι επιζήμια για όλους.Σε καμία των περιπτώσεων δεν πρέπει να διαρρεύσει οτιδήποτε.Όλα πρέπει να γίνουν με απόλυτη μυστικότητα και διακριτικότητα,χωρίς καμιά αναβολή ή εκτελεστική παράκαμψη είπε με στόμφο και κάνοντας κλικ με τα δάχτυλα του χεριού του,με μια εντυπωσιακά συντονισμένη κίνηση, ο κος Ορέστης και ο Shultz Harenberg έκαναν επί τόπου μεταβολή και έφυγαν.
Ο θείος Sam παρέμεινε σιωπηλός στη θέση του,υποθέτω ότι σκεπτόταν μήπως βρει εξήγηση για τα επιπλέον 50.000ευρώ και τότε η απαίσια φωνή του κυρίου Ορέστη ακούστηκε ξανά από το βάθος του δωματίου.
-Αυτή η κουβέντα δεν συνέβη ποτέ κύριε Μερατζί και, από δω και πέρα, αρχίστε να ντύνεστε κάπως πιο επίσημα.Πρόκειται να γίνεται σύντομα μια διασημότητα!Φερθείτε ανάλογα λοιπόν! φώναξε ο κος Ορέστης σπάζοντας τη σιωπή και αμέσως τα φώτα της αίθουσας έκλεισαν. Τότε ο θείος Sam γύρισε σε μένα και με ένα κουρασμένο ύφος μου είπε :
-Πάμε μικρέ, δεν έμεινε κάτι άλλο για μας εδώ.Πάμε για ύπνο, δεν ξέρω για σένα αλλά εγώ έχω δουλειά αύριο το πρωί…
-Πάμε στο εργαστήρι σου Sam?
-Ναι,πάμε,πάμε για να σου δείξω και τα έργα.Α,κι αν θες κοιμάσαι εκεί.Μου φάνηκε καλή ιδέα και ξεκινήσαμε αργά αργά να παίρνουμε το δρόμο του γυρισμού.Μέσα σε μια ώρα φτάναμε στο ατελιέ του.Βρισκόταν σε έναν υπέροχο ανηφορικό πεζόδρομο,όλο σκαλοπάτια,πραγματικά πολλά σκαλοπάτια,ενώ δεξιά και αριστερά υπήρχαν λογής λογής λουλούδια.Σαφώς εντύπωση έκαναν οι τριανταφυλλιές,που τί παράξενο,ο χειμώνας βρισκόταν στο μέσον του και εκείνες λες και επέμεναν να επιδεικνύουν με αγένεια τη μεγαλοπρέπεια των χρωμάτων και των οσμών τους μέσα στο τσουχτερό κρύο.Όταν φτάσαμε στη εξώπορτα,μια πόρτα που θύμιζε περισσότερο πόρτα σαν εκείνα τα παλιά συνοικιακά ψιλικατζίδικα ή τις ισόγειες αποθήκες των πολυκατοικιών που συνήθως νοικιάζουν οι φτωχοί αλλοδαποί μετανάστες,ένας προβολέας άναψε αυτόματα.
-Πώς σου φαίνεται το φωτοκύταρρο?ρώτησε ρητορικά ο θείος Sam αφήνοντας ένα πονηρό χαμογελάκι να ξεπηδήσει.
-Πρωτότυπο,απάντησα,παρατηρώντας δύο χρωματισμένα ίχνη πατούσας στο τσιμεντένιο κεφαλόσκαλο της πόρτας.Τελικά,ο θείος Sam τα κατάφερε και ξεκλείδωσε την εξώπορτα του ατελιέ,μια πόρτα αρκετά πολύπλοκη .Έδινε την εντύπωση της εύκολης για παραβίαση,ώστόσο περιλάμβανε ένα σωρό κλειδαριές και συναγερμούς,αφού για να τη διαρρήξει κανείς θα έπρεπε όχι μόνο να έχει μαζί του 7-8 διαφορετικά εργαλεία για αυτήν τη δουλειά,αλλά και να ανακαλύψει την σωστή σειρά με την οποία θα έπρεπε να εξουδετερώσει την κάθε μια,αν βέβαια ήθελε να μην αρχίσει να χτυπά ο συναγερμός σαν παλαβός και σηκώσει την γειτονιά στο πόδι.Η πόρτα άνοιξε και μπήκαμε στο ατελιέ.
Το εργαστήρι του θείου Sam,αποτελούσε συνάμα και σπίτι του,και περιλάμβανε πέντε χώρους ή αν σας ακούγεται σωστότερο,πέντε δωμάτια.Το πρώτο που συναντά κανείς μπαίνοντας στο ατελιέ του θείου Sam,είναι ένα πολυδωμάτιο χολ-βιβλιοθήκη-γραφείο-κουζίνα.Προχωρώντας,εκτείνεται ένας μακρόστενος διάδρομος υπό την διακριτική παρεμβολή μιας τουαλέτας στα δεξιά,ενώ μπροστά,ανοίγεται μεγαλόπρεπα ο κυρίως χώρος του ιδιότυπου αυτού διαμερίσματος.Αρχικά,εντύπωση κάνει ένα σύνθημα με κόκκινα γράμματα γραμμένο στην οριζόντια στήριξη του ταβανιού : το διαβόητο πλέον ΕΡΩΤΑΣ+ΤΕΧΝΗ, σας γεμίζει με μια χαρούμενη νότα αισιοδοξίας.Μη γελιέστε όμως.Σύντομα,αυτή η πρόσκαιρη ευφορία,θα αποδομηθεί,τα κατακερματισμένα κομμάτια της ζωτικής σας θέλησης, θα πέσουν κάτω,στην απύθμενη αγκαλιά της αιτιότητας,όπως όταν θρυμματίζεται από την πρόσκρουση μια μεγάλη επιφάνεια καθρέφτη και τα γυαλιά πέφτουν και σκορπίζονται στο πάτωμα.Αναρωτιέστε τι σας έμεινε.Τίποτα αγαπητέ μου.Απολύτως τίποτα, εκτός κι αν … τα σκόρπια κομμάτια τ’ ουρανού που καθρεφτίζεται στο έδαφος, τα θεωρείται κάτι!
Συνειδητοποιείτε κάπως ξαφνικά,την μηδαμινότητά της νοητικής σας ύπαρξης. Είναι πολύ πιθανόν να σας έρθει να βάλετε τα κλάματα,αν είστε μια ευαίσθητη ψυχή,επιρρεπής στις ωμές αναπαραστάσεις του εξπρεσσιονισμού,όταν η πρώτη και φευγαλέα σας ματιά , περιπλανήθει ανιχνευτικά στο χώρο, ορφανή και αδέσποτη,σαν τη μύγα που παγιδεύτηκε στο σαλόνι του σπιτιού και ψάχνει μετά μανίας,με σπαστικές,απότομες κινήσεις την έξοδο προς την ελευθερία, κουτουλώντας συνεχώς εδώ και κει,στο τζάμι της μπαλκονόπορτας.Τα φυσικά σχήματα προσφέρουν ειρήνη στην αγνή σας καρδιά.Αυτά αναζητούμε όλοι.Αναζητούμε την ομορφιά της εικόνας.Όμορφο είναι ότι έχει σχήμα.Το expression,σφαίρα που διαπερνά χωρίς δεύτερη σκέψη τα σπλάχνα,σπάζωντας τη φόρμα, ανασκευάζει τους όρους αισθητικής .Το συναίσθημα δεν είναι στρογγυλό,δεν έχει γωνίες.Καμιά μορφή της ευτυχίας είναι καθ`εαυτώ,δεν αναπαρίσταται με σχήματα.Θέλω να πω με αυτό αγαπητέ μου,πως ακόμα και το ίδιο το συναίσθημα της χαράς,στην απεικόνιση του εξπρεσιονισμού, καταλήγει στα πορφυρά σας μάτια να φαίνεται δυστυχία.Ο εξπρεσσιονιστής,πάνω απ`όλα,πρέπει να κατανοεί αυτήν την πολωσιμότητα.
Στρέβλωση που οφείλεται στο expression και που πρέπει να την υπολογίζει προνοώντας αλλά παράλληλα να δίνει την εντύπωση του άβατου,ότι η τέχνη του δεν αποτελεί προϊόν πορνείας,που ο καθείς στο σπίτι του μπορεί να δημιουργήσει και μετά να εκθέσει. Τότε,σεις αγαπητέ μου,βρίσκεστε ενώπιον μιας ογκώδους, επιβλητικής πραγματικότητας, απολαμβάνοντας με το στόμα ανοικτό και τη γλώσσα δεμένη κόμπο,αυτή τη ζώσα εικονοκλαστική εμπειρία και αναρωτιέστε. Αναρωτιέστε τι σας έμεινε.Τίποτα αγαπητέ μου.Απολύτως τίποτα!
Στο σημείο αυτό,νομίζω ότι μπορώ να μαντέψω τις ενδόμυχες σκέψεις σας.Είτε σκέφτεστε ότι υποθάλπω κάποιο στοιχείο υπερβολής στις περιγραφές μου,είτε ότι είμαι ο μεγαλύτερος και πιο ενδιαφέρων ψεύτης που γνωρίσατε ποτέ.Θα σας έπειθε άραγε μια περιγραφή των έργων του θείου Sam?Πως?Αρκείστε στο να σας περιγράψω τα έργα της Διαβολικής Τέχνης…Το ήξερα αγαπητέ μου,το ήξερα ότι ζείτε ταραγμένα χρόνια.Όμως σας προειδοποιώ,κάτι τέτοιο,ίσως να έθετε σε άμεσο κίνδυνο την ψυχική σας υγεία αν όχι να βλάψει την σωματική σας ακεραιότητα..Προσωπικά,όταν ήρθα αντιμέτωπος με την πρόκληση αυτή,όταν…μα για όνομα,όταν ο θείος Sam τράβηξε επτά μεγάλα συρόμενα πλαίσια από τη γωνία του δωματίου,ποτέ δεν φανταζόμουν, βλέποντας τον να αποκαλύπτει με τόση ιεροτελεστία και περηφάνια τους πίνακες που ήταν προσαρτημένοι επάνω σε αυτά τα γιγάντια μεταλλικά ορθογώνια,ότι τραβώντας το προστατευτικό πανί από πάνω τους,θα αρρώσταινα πραγματικά με αυτό που θα έβλεπα στους κρεμασμένους καμβάδες.
Ο πρώτος πίνακας,ήταν αναγεννησιακής τεχνοτροπίας κατά τα δύο τρίτα. Ως θέμα του,έχει την Παρθένο Μαρία .Το σώμα της δείχνει σεμνό και ταπεινό, καθήμενο σε ένα ριγμένο και μισοκαμμένο κορμό ελιάς επάνω,βυθισμένο στα πολύχρωμα κόκκινα,μπλε φορέματα της εποχής. Το αριστερό της στήθος κρέμεται έξω γυμνό,ένω το πρόσωπό της μοιάζει αναστατωμένο,ροδαλό και κόκκινο σαν πέταλο της άνοιξης,έτοιμο να παραδοθεί όπως κάθε ερωτευμένη γυναίκα πράττει, στον παρθενικό της εραστή.Μπροστά της, γονυπετής στα πόδια της,ο Εωσφόρος,με κεφάλι τράγου και ουρά δράκου,απαίσια τριχωτός,με το τεράστιο πέος του σε πλήρη στύση να στάζει γενετήσια υγρά φλέγοντας το ποτισμένο από πετρέλαιο χώμα.Φλερτάρει την Παναγία,προσφέρωντάς της με το αριστερό,όλο λέπια χέρι του, έναν κάτασπρο ολάνθιστο κρίνο.Το υπόλοιπο ένα τρίτο του καμβά,είναι δοσμένο με expression,όσον αφορά το φόντο του,απεικονίζωντας τον ουρανό με γραμμές Pollock,σε όλο το χρωματικό φάσμα που μπορεί να έχει ο ουράνιος θόλος κατά τη διάρκεια της μέρας.
Ο δεύτερος πίνακας απεικονίζει τον Αλλάχ εξοργισμένο πλην υποταγμένο,αφού υπέπεσε στην πλάνη του Ίμπλις.Ο Αλλάχ απεικονίζεται γονατισμένος μπροστά στον Ίμπλις.Ο θεός του Ισλάμ,έπεσε θύμα της φανατισμένης απολυτότητας που του προσέδωσε ο ανασφαλής προφήτης Μωάμεθ,που περισσότερο έβλαψε παρά οφέλεισε τις μελλοντικές γενιές των αραβικών φύλων.Κάτι τέτοιο τελεί σημάδι της μουσουλμανικής ακύρωσης, ως θρησκείας της συνύπαρξης.Βλέπετε,ο Ίμπλις τον έπεισε να κατασκευάσει μια πέτρα που να μην μπορεί να την σηκώνει,χάνωντας έτσι την παντοκρατορία και παντοδυναμία του ως θεός.Ολογυρά τους υπάρχουν βουνά κομμένων κεφαλών που φτυαρίζουν χαρούμενες γυμνές μουσουλμάνες,ενώ άλλες γονικλυνίς, εστραμμένες προς τον Ίμπλις και τα πύρινα Τζίνι του,φαίνεται σαν να προσεύχονται προς τιμήν του, αδυμονώντας,για τα ιπτάμενα πέη που ο Shaϊtan τους στέλνει, ως το δώρο της σεξουαλικής τους απελευθέρωσης.Κάτω κάτω δεξιά,θα μπορούσατε να δείτε τον περίφημο προφήτη Μωάμεθ,να γράφει περίλυπος σε μαρμάρινη πλάκα τον επίλογο του κορανίου που του υπαγορεύει ένας αμερικάνος στρατιώτης με το όπλο παρατεταμένο… Το εκατοστό όνομα του Αλλάχ να είναι: «Εμμονικός!».
Ο τρίτος καμβάς, αποτυπώνει τη θεά Βατζραβαράχι,μια ελκυστική γυναίκα,που το σώμα της είναι σαν τον ανθό της ροδιάς και που στα χέρια της κρατά κεραυνό, ρόπαλο και το κρανίο του Ζαν Πωλ Σαρτρ. Στέκεται σαρκαστικά γελώντας δίπλα στον τρομαγμένο Βούδα, ο οποίος με δέος κοιτά το ερεθισμένο του πέος, ύστερα από αιώνες ανούσιας παραμονής στη σιωπηλή αναζήτηση της φώτισης. Στο ξύλινο σώμα της Βατζραβαράχι αναγράφεται μια ειρωνική επιγραφή : «Αν αιτία του πόνου είναι η επιθυμία, τότε επιθυμούμε την εξάλειψή του μέσω της Νιρβάνα,άρα μέσω της Νιρβάνα επιθυμούμε και πάλι…Το κενό της ανυπαρξίας,ξαναγεννά τον Πόνο αφού προέρχεται από την επιθυμία της εξάλειψης του.Σιντάρτα είσαι φαύλος!»
Ο τέταρτος κατά σειρά αγαπητέ μου,επισφραγίζει θριαμβευτικά τη νεκρολογία των θρησκειών.Αποτελεί γέφυρα μίας κατεύθυνσης,από το μεταφυσικό στο φυσικό, όσον αφορά τη διαβολική τέχνη και που, πλέον, θα πρέπει να επονομαστεί ως: Τέχνη της διαβολής.Ίσως κάποτε να μπορέσετε και σεις να θαυμάσετε , αυτήν την εξαίρετη τεχνοτροπία expression του θείου Sam,όπου παρουσιάζεται με έμεσο τρόπο,αναιρώντας κάθε ομαλό σχήμα των γραμμών και καμπυλών,με την οπτική της κάτωψις, στο εσωτερικό ενός φέρετρου,ένα μάτι μέσα σε ένα μάτι,που με τη σειρά του περικλείει ένα άλλο μάτι και ούτω κάθ`εξής.Σας βεβαιώ γλυκέ μου κύριε,δεν έχετε ματαξαναδεί πιο φοβερά μάτια και,σίγουρα δεν πρόκειται για τα δικά σας!
Τίτλος του πέμπτου πίνακα, είναι : τα 4 βιβλία της φύσης.Το βιλίο της φωτιάς, του αέρα, της γης και του νερού. 4 ζωντανά βιβλία, βουτηγμένα στα ζοφερά χρώματα, στα θλιβερά χρώματα, στα χρώματα που προτείνουν με αυθάδεια τη ζωή ή το θάνατο. Αγαπητέ μου, σας μιλώ για 4 βιβλία γεμάτο ανυπακοή. Οι σελίδες τους αποτελούνται από δέρμα κατσίκας, ανοίγουν από έξω προς τα μέσα έτσι ώστε κάθε ζεύγος σελίδων να δείχνει την δική του ιστορία, συναίσθημα ή διάθεση, ανάλογα με το ποιες σελίδες έχετε τοποθετήσει δίπλα δίπλα. Μην περιμένετε να αναγνωρίσετε σχήματα που αναδεικνύουν τη βεβαιότητά σας. Θα παραμένετε για πάντα στη διαρκή αγωνία ενός δαιδαλώδη προβληματισμού, υποθέτοντας πότε το ένα και πότε το άλλο, ανάλογα με το ποια είναι η συναισθηματική σας κατάσταση, η οπτική σας γωνία ή ο φωτισμός του χώρου που βρίσκεστε. Το καλούπι με τα σχήματα έσπασε και τα χρώματα ξεπήδησαν αγαπητέ φίλε!
Ο έκτος πίνακας,απεικονίζει ένα ζωγράφο δίπλα σε ένα καθρέφτη.Ζωγραφίζει το πορτρέτο μίας γυναίκας.Όλα καλά θα πείτε.Γιατί όμως κάτι τέτοιο να συνιστά τέχνη της διαβολής? Πού είναι το παράξενο,σκέφτεστε. Ε λοιπόν αγαπητέ, το παράξενο είναι ότι ο καθρέφτης δεν αντανακλά αυτό που ο ζωγράφος φτιάχνει, το πορτρέτο μιας γυναίκας όπως θα έπρεπε δηλαδή, αλλά ενός άντρα! Καταλαβαίνετε? Σκεφτείτε το.Είμαι σίγουρος, θα προβληματιστείτε αρκετά με τις ενδεχόμενες σημασίες του περιεχομένου.Να θυμάστε αγαπητέ μου: το διαβολικό στοιχείο φυτρώνει πάντα στο χώμα της αγνωμοσύνης. Τοποθετήστε τον εαυτό σας ανάμεσα σε δύο καρδιές κι όλοι θα σας φοβούνται και θα σας λατρεύουν ταυτόχρονα! Και τώρα ανατρέψτε την αγνωμοσύνη σας… Αγνοήστε τους όλους. Είτε πιστέψουν ότι αντιπροσωπεύεται την έκπτωση των αξιών, είτε ότι στο διάβα σας τα λουλούδια της γης ανθίζουν,κανείς τους δεν θα βρίσκεται πιο κοντά στην αλήθεια απ`όσο εσείς. Μην οργίζεστε καλέ μου φίλε, γνωρίζετε ήδη αρκετά. Η ζωή σας βρίσκεστε σε ένα καμβά και ένα καθρέφτη ανάμεσα.. Σχεδόν πάντα οι γύρω σας, σας απογοητεύουν καθημερινά-και το γνωρίζεται-αφού συνήθως βλέπουν τον άντρα όταν εσείς ζωγραφίζατε τη γυναίκα. Ας μην σας μπερδεύει όμως κάτι τέτοιο.Οι πιο πολλοί είναι πραγματικά άμυαλοι. Ο ένας όμως,όταν παρατηρεί τους πολλούς γίνεται σοφός. Εσείς για παράδειγμα. Τους δείχνετε το δάσος των βιωμάτων, καλών ή κακών δεν έχει σημασία και εκείνοι προσπαθούν να μαντέψουν ποιο είναι το δέντρο της ευλογίας.Πάνω στη διαφωνία της μαντεψιάς τους συλλέγετε τη γνώση.Εκεί, μέσα σε αυτό τον πυρήνα εννοιών βρίσκεται και η σκέψη του θείου Sam. Σας λέω, δώστε σημασία στο χώρο,όχι στο τι φιλοξενείται σε αυτόν και τότε, λέξεις όπως ψυχή ή πνέύμα, θεός και διάβολος, παράδεισος ή κόλαση, θα σημάνουν στην ατρόμητη καρδιά σας, ως έννοιες χωρίς αντίκρισμα, μέρος της ορολογίας μιας παρωχημένης τεχνολογίας,της πρώτης δηλαδή προσπάθειας του ανθρώπου,να περιγράψει το κόσμο με φυσικό τρόπο. Αυτό που προσπαθώ να σας πω, είναι πως κάθε θρησκεία είναι ξεπερασμένη και απλά πρόκειται για την πρώτη φυσική θεωρία· αυτό είναι όλο… Γίνεται ο διάβολος της φυσικής σας διάστασης λοιπόν. Τουλάχιστον αυτό. Χαρείτε με κάθε τρόπο την ελευθερία ή την πτώση σας για όσο κρατήσει… μόνο «αυτό!» .
Μια μητέρα, σφιχτά στην αγκαλιά της κρατά,το νεκρό της παιδί. Δάκρυα κυλάνε στο ανέκφραστο,χλωμό της πρόσωπο , ποτίζοντας το βρεφικό σώμα που έχει γεμίσει με μικρά λουλούδια του δάσους. Θαρρεί κανείς πως πρόκειται για μαργαρίτες αλλά δεν έχει και τόσο σημασία. Ένα χασαπομάχαιρο είναι καρφωμένο στην καρωτίδα του βρέφους. Καρφιτσωμένη στην άκρη της λαβής του, βλέπετε μια μικρή σημαία των εθνών,σαν αυτή που βάζουμε στη κορυφή του παγωτού για να δηλώσουμε επίσημα τη περίοδο του καλοκαιριού.Το αίμα του παιδιού κυλάει στα πόδια της. Η γύμνια της δεν φαίνεται να την ενοχλεί. Προχωρεί αδιαφορώντας, κατηφορίζοντας το λόφο, της κεντρικής λεωφόρου, καταμεσής του δρόμου της πόλης,έχωντας το νεκρό μωρό στην αγκαλιά της.Γύρω της, το εμβρόντητο πλήθος, τη δείχνει με το δάκτυλο.Οι άνθρωποι του πλήθους, όλοι τους έχουν κορακίσια κεφάλια. Άλλοι φοράνε κουστούμια και γραβάτες και άλλοι στολές δικαστών. Μοιάζουν έτοιμοι να πέσουν επάνω, κατασπαράσωντας την με μανία. Πίσω από τη θλιβερή μάνα, επιβλητικοί ως τα σύννεφα ουρανοξύστες ορθώνονται, κρύβοντας τον ουρανό και το φεγγάρι περίλυπο, ψηλά κρεμασμένο στην αγχόνη της νύχτας, λάμπει… Αυτό που κάνει τον έβδομο πίνακα πραγματικά ανατριχιαστικό όμως,είναι η υπογραφή του Γιάννη Μερατζί δηλαδή του θείου Sam μέσα στην πανσέληνο.Ακόμα κι αν εκείνος δεν είναι ο διάβολος αυτοπροσώπως…το αίμα του αγαπητέ,θα είναι σίγουρα κρύο και παγωμένο σαν Ανταρκτική.
Άνοιξα τα μάτια αργά το απόγευμα ως συνήθως.Βρισκόμουν στον πέμπτο χώρο του διαμερίσματος του θείου Sam,στο υπνοδωμάτιό του,ο οποίος βρίσκεται μετά από το κυρίως δωμάτιο των πινάκων.Ήμουν ξαπλωμένος στο κρεβάτι του,αγκαλιά με ένα βιβλίο.Το κοίταξα με τυπική διάθεση.Τα ποιήματα του Καρούζου. Θυμήκα.Το διάβαζα χθες την αυγή λίγο πριν με πιάσει στην παγίδα του ο μυστηριώδης ύπνος μου. Γύρω, επικρατούσε απόλυτη ησυχία, με εξαίρεση το χαλασμένο πορτατίφ δίπλα στο κομοδίνο, που αναβόσβηνε περιπαιχτικά και ακανόνιστα. Έγειρα το κεφάλι μου δεξιά, χωρίς να το σηκώσω από το μαξιλάρι. Ο θείος Sam δεν ήταν εκεί. Σηκώθηκα με δυσκολία. Πονούσε όλο μου το σώμα και τα σεντόνια βρωμούσαν αυτό τον απαίσιο,τσαλακωμένο κι όλο τοξίνες ιδρώτα μου.»Κωλόγερε,πάει τα φτυσες…».Γιατί το είπα αυτό,δεν έδωσα σημασία. Πήγα στη τουαλέτα βαριεστημένα.Κατέβασα τα βρακιά. Κατούρησα. Αμέσως μου ήρθε και χέσιμο.Έχεσα. Τράβηξα το καζανάκι κοιτώντας με ευχαρίστηση τα σκατά μου να καταπίνονται στη ρουφήχτρα της λεκάνης. Σκούπισα το κώλο μου. Γύρισα προς το νιπτήρα.Έριξα νερό στο πρόσωπο. Κοιτάχτηκα στο καθρέφτη. Δεν το σκούπησα.Το βρεγμένο πρόσωπο είναι ιερό,σκέφτηκα..Τελικά το σκούπισα. Ξανακοιτάχτηκα στο καθρέφτη και τότε μου ήρθε η έμπνευση…Σκατά, πούτσος, αρχίδι,μουνοσαλιάρης,γαμημένος, πουτσοσκαμπιλιάρης, καριόλα, πουτάνα…. Μπορείτε να φτιάξετε μια προσευχή με τέτοιες λέξεις αγαπητέ φίλε? Μα,τί πάθατε? Μη φεύγετε, σας παρακαλώ,καθήστε,δεν με καταλάβατε.Οι μόνες λέξεις που δεν έχουν χάσει τη σημειολογική τους αξία είναι αυτές,του τύπου που μόλις προ ολίγου ανέφερα. Πραγματικά , είναι οι μόνες λέξεις που το ανίερο της χρησιμότητάς τους, έχει μετατραπεί σε ιερό.Πώς μπορείς να εμπιστευτείς ένα σ`αγαπώ,όταν λέξη και νόημα, έχουν ποδοπατηθεί,κατακρεουργηθεί από όλους? «Shell, η βενζίνη που αγαπάς!», «lacta,το πιο γλυκό κομμάτι της ζωής σου!» , «organic styling,o απο μηχανής θεός της ρίζας των μαλλιών σου.Θεϊκό κράτημα.» , «dove,η ομορφιά σου οφείλετε στο σαπούνι μας».Καταλαβαίνετε τώρα αγαπητέ?Οι θετικές έννοιες μπορεί να υποβαθμίστηκαν λεκτικά ,αλλά πάντα θα υπάρχει κάπου κρυμμένη,αλλόκοτη έστω, μια ιερότητα σε προσμονή.Για αυτό σκατά φίλε μου!Σκατά!Εις ασθένειαν!
Καθώς περίμενα τη καφετιέρα να ζεσταθεί,παρατήρησα στο τραπέζι της κουζίνας ένα μπλοκ σημειώσεων.Σκέφτηκα να του ρίξω μια ματιά.Ο θείος Sam άλλωστε δεν ήταν σπίτι,υποθέτω θα ήταν έξω για τις «δουλειές» του,οπότε δεν θα ήταν αδιακρισία εκ μέρους μου κάτι τέτοιο,αφού τα διλλήματα της ηθικής,υποθέτω,εισβάλλουν πάντοτε από τους δύο και πάνω.Τώρα ήμουν μόνος οπότε…Εξάλλου,είχα αποκτήσει,μάλλον ανεπαίσθητα,μια παράξενη οικειότητα με το σπίτι του,εργαστήριο,
τελοσπάντων πείτε το όπως θέλετε,οπότε δεν νομίζω να τον πείραζε ιδιαίτερα αν μάθαινε ότι ψαχούλευα στα πράγματά του.Αποδείξεις,κλίσεις από την τροχαία,
λογαριασμοί,πρόχειρα σχέδια για τον καμβά,λίστες για τη λαϊκή,εξώδικα.,συνέθεταν το περιεχόμενο αυτής της συγκεντρωμένης χαρτούρας.Μπορείτε όμως να μου εξηγήσετε με κάποιο ρεαλισμό ενδεχομένως,πώς βρέθηκε στα χέρια του αυτό το σημείωμα:
«Το τέλος της ματαιοδοξίας του,είναι η αρχή της μοναξιάς σου?
Δεν νομίζω…
Προχώρησε στο επόμενο κεφάλαιο.
Είσαι πολύ όμορφη άλλωστε, για κάτι τέτοιο.»
D.
Θυμάμαι εκείνη τη νύχτα. Ήταν Κυριακή βράδυ. Έξω έβρεχε. Οι δρόμοι ήταν άδειοι. Βρισκόμουν στο μόνιμο, εδώ και καιρό καταφύγιο μου, το Blues. Καθόμουν, δεν θα έλεγα βαριεστημένος, έπινα το ποτό υπομονετικά, αφήνοντας το χρόνο να περνά σαδιστικά αργά από πάνω μου, επιδεικνύοντας φοβερή πειθαρχία που μόνο όσοι δεν έχουν δικαίωμα επιλογής ή πλήττουν φρικτά, παραμένοντας ακλόνητοι στη θέση τους , δείχνουν. Θα πρέπει να είχε περάσει αρκετή ώρα στοχασμού με το τίποτα, γιατί κάποια στιγμή συνειδητοποίησα ότι το μάτι μου είχε πέσει πάνω σε μια γυναίκα.Την περιεργαζόμουν αδιάκοπα, με περιέργεια απαλλαγμένη από κάθε εμφανή συνείδηση, ασυνείδητα συνειδητή ως σκέψη θα έλεγα. Όταν ξαφνικά αφυπνίστηκε ο κυνηγός, προσπάθησα να κατανοήσω τα αδύνατα σημεία του «εχθρού», γιατί βρισκόταν τόση ώρα μόνη μια όμορφη γυναίκα. Μα ελάτε τώρα, στην Ελλάδα βρισκόμαστε! Έκανα διαρκώς ερωτήσεις στον εαυτό μου: να περίμενε τάχα κάποιον ή κάποια που την είχε στήσει? Έτσι εξηγούνταν η απαλή θλίψη που την περιέβαλλε? Καθισμένη σταυροπόδι πάνω στα ψηλά σκαμπό του Blues, με την πλάτη ακουμπισμένη στη ακμή των τοίχων, το κεφάλι ριγμένο πίσω ελαφρά και το βλέμμα χαμηλωμένο καρφωμένο με προσήλωση μέσα στο πότο σα προσευχή. Σύντομα οι όποιες απορίες που είχα εξανεμίστηκαν, κατάλαβα. Κανείς δεν δίνει Κυριακή βράδυ ραντεβού σε bar. Τα μεσημέρια ναι, όχι όμως το βράδυ και ιδιαίτερα οι γυναίκες. Κάτι απρόοπτο της είχε συμβεί, τέτοιας φύσης ώστε την ανάγκαζε , να βγει μόνη. Ρωτάτε τι είναι αυτό που συνήθως αποτελεί το μήλον της έριδος για τον μέσο πληθυσμό και τον ωθεί να το συζητά αδιαλήπτως ή να το βιώνει σαν να πρόκειται για τη μέρα της κρίσης και καλά κάνετε. Θα σας πω αμέσως. Μα ο έρωτας φυσικά, ή για να το διατυπώσουμε κάπως καλύτερα, η ερωτική απογοήτευση. Αυτή η γλυκούλα ξανθιά, μελαγχολική σαν το λευκό μαρμάρινο δέρμα της Αφροδίτης της Μήλου, ήταν πολύ πιθανόν να βρισκόταν έξω μόνη για ένα παρόμοιο λόγο. Αστραπιαία και χωρίς να το πολυσκεφτώ- ναι υπάρχουν και αστραπές που συλλογίζονται- κάλεσα τη σερβιτόρα και της παρήγγειλα ένα χαρτί και ένα στυλό. Πάνω στο χαρτί έγραψα το μήνυμα:
«Το τέλος της ματαιοδοξίας του,είναι η αρχή της μοναξιάς σου?
Δεν νομίζω…
Προχώρησε στο επόμενο κεφάλαιο.
Είσαι πολύ όμορφη άλλωστε, για κάτι τέτοιο.»
D.
Kατόπιν, έκανα ξανά νόημα στη σερβιτόρα και όταν ήρθε την παρακάλεσα ευγενικά, να πάρει το μήνυμα και μαζί με ένα σφηνάκι Ursus να το πάει στη ξανθούλα, με μοναδική προϋπόθεση να μην της πει από ποιον προέρχεται. Η σερβιτόρα συμφώνησε με δυσφορία και το πήγε. Η ξανθούλα το πήρε στα χέρια της. Αρχικά έδειξε να ξαφνιάζεται και μετά να ενθουσιάζεται. Ύστερα από λίγο, κοίταξε τριγύρω της νευρικά, σε μια προσπάθεια να εντοπίσει τον μυστηριώδη θαυμαστή-εμψυχωτή . Ο Δάσκαλος που στο εντωμεταξύ είχε καταλάβει το τι ακριβώς γινόταν-όλα τα παρατηρεί και τίποτα δεν του ξεφεύγει κι ας δείχνει το αντίθετο ορισμένες φορές- άρχιζε να με πειράζει, αποκαλώντας με δειλό και συνοδεύοντας την παρακινητική του διάθεση με στολίδια που χρησιμοποιούν φίλοι αλλά και εχθροί αναμεταξύ τους, κοσμώντας με με όλα τα χαριτωμένα αξεσουάρ που ταίριαζαν με την περίσταση, όπως: κότα, βλάκα, gay, πρωτάρη. Όπως σας είπα, δεν ήταν μόνο αυτά τα χαριτωμένα κοσμητικά με τα οποία με στόλισε, αλλά αν σας τα αναφέρω όλα πιθανόν να χάσουμε πολύτιμο χρόνο. Ωστόσο, καταλαβαίνετε το παιχνιδιάρικο ύφος με το οποίο τα ξεστόμιζε. Τον αγαπώ πολύ. Κατά βάθος είναι ένας ζεστός άνθρωπος, με διάχυτη τη καλοσύνη του εκεί που νομίζει ότι αξίζει να τη προσφέρει. Πέρα απ’ όλα όμως, είναι ένας σωστός barman! Τελικά, μετά από κάμποσα ακόμη «κοσμητικά» , με έπεισε να πάω να της μιλήσω γιατί δεν είναι σωστό να παίζουμε με τους ανθρώπους και να τους σκαρώνουμε παιχνίδια που τους αναστατώνουν χωρίς να τους δηλώνουμε τη παρουσία μας, χωρίς να τους δίνουμε τη δυνατότητα να μπορούν να συμμετέχουν και αυτοί μαζί μας, αν μη τι άλλο να τους χαρίζουμε μια ευκαιρία για ανταπάντηση. Με έπεισε. Δε χρειάστηκε και πολύ δηλαδή, αν εξαιρέσουμε βέβαια το γεγονός ότι αυτή η γυναίκα ακτινοβολούσε μια ομορφιά που σου έδινε την εντύπωση ότι μπορείς να πας να της μιλήσεις χωρίς να σε αποπάρει για το βήμα σου, τότε η συμβουλή του Δάσκαλου έδρασε πάνω μου ως απλή ώθηση και τίποτε άλλο. Έβηξα για να καθαρίσω το λαιμό, οπλίστηκα με θάρρος και διάθεση και ετοιμάστηκα να πάω κοντά της. Τελευταία στιγμή όμως, κάτι περίεργοι τύποι που κάθονταν ακριβώς από πίσω της, της έπιασαν τη κουβέντα και εκείνη πήγε και κάθισε στο τραπέζι τους.
-Πέταξε το πουλάκι μικρέ! Τη φάγανε οι νταληκέρηδες, μουρμούρισε μισογελώντας ο Δάσκαλος την ώρα που περνούσε από μπροστά μου κατευθυνόμενος βιαστικά προς την κονσόλα.
-Κοίτα να μας βάλεις ένα αυθεντικό blues αυτή τη φορά, γιατι βλέπω να σε απορροφάνε άλλα κόλπα και να αμελείς τα καθήκοντα σου, του είπα με νεύμα και του έδειξα με τα μάτια την όμορφη καστανή που φλέρταρε εδώ και αρκετή ώρα στον πάγκο. Μα πως τις βρίσκει όλες αυτές τις γυναίκες? Κοίταξα με τρόπο την κοπέλα που καθόταν με τους νέους της θαυμαστές. Θα νόμιζε ό,τι εκείνοι της είχαν έστειλαν το σημείωμα. Ας περάσει καλά τουλάχιστον, σκέφτηκα και τέλειωσα γρήγορα το ποτό. Αποχαιρέτισα το Δάσκαλο από μακριά και έφυγα. Πιστέψτε με, αυτή ήταν η πιο αληθινή σχέση που είχα ποτέ με γυναίκα. Ποτέ δεν θα μπορούσε να είναι καλύτερα, ούτε με τη Χριστίνα ούτε με οποιαδήποτε άλλη. Είναι η γυναίκα τύπου #2. Αργότερα, έμαθα διάφορες πληροφορίες για τη Χριστίνα από το Δάσκαλο. Μου εξήγησε ότι ερχόταν για περίπου ένα τρίμηνο κάθε μέρα στο Blues, με την ελπίδα να μάθει ποιος της είχε στείλει το σημείωμα. Είχε καταλάβει, του έλεγε, ότι ο γραφικός χαρακτήρας στο «ραβασάκι», το περιεχόμενο ιδιαίτερα, προέρχονταν από το alter ego της, άνδρα ιδιόρρυθμο αλλά με τρόπους, αρσενικό, φιλόδοξο ευγενή και επικίνδυνο. Μη δώσετε σημασία στο τελευταίο, υποθέτω του το είπε γιατί ήταν σίγουρη ότι ο Δάσκαλος θα μου το μεταβίβαζε. Τι εννοείτε με αυτή τη γκριμάτσα? Α, μα πόσο αφελής είσαστε αγαπητέ κύριε? Όταν μια γυναίκα λέει σε έναν άντρα-μέσα σε όλα-όχι μόνο τις καλές εντυπώσεις που της προκαλεί, αλλά πολύ μακρύτερα ότι είναι επικίνδυνος και πως στο τέλος τέλος «ναι μεν αλλά…» …την τρομάζει, με κάποιο τρόπο στην ουσία, είναι σα να του ομολογεί τη βαθύτερη επιθυμία της που με βεβαιότητα θρέφει για κείνον, να της επινοήσει ένα παράδεισο. Φαίνεται σα να τον προκαλεί, να δημιουργήσει την εξίσωση του ρομαντισμού και της ουτοπίας, να έρθει αντιμέτωπος με τον εαυτό του για χάρη της, με λίγα λόγια να θυσιάσει τα ζωτικότερα κομμάτια του εγώ του, να γονατίσει μπροστά της ως σε βασίλισσα. Προσπερνώντας τη παγίδα, διέβλεψα τον έρωτα μέσα στην απουσία του. Όλα όσα νιώθουμε για τα χάδια που διαισθανόμαστε ότι έρχονται από στιγμή σε στιγμή, το ξεγύμνωμα, οι τιράντες που γλιστρούν από την ωμοπλάτη στα μπράτσα εκθέτοντας το λαιμό, οι ανάσες που ξεχαρβαλώνονται και τρεμοπαίζουν στην ένταση, όλα, τα βιώνουμε με το ρίγος της προσμονής τους. Στα θεμέλια της φαντασίωσης, εκεί βούτηξα καλέ μου φίλε. Στις ψευδαισθήσεις του «θα συμβεί». Κι αν όπως έλεγε, χρειαζόταν απλά 5 λεπτά να περάσει με κάποιον για να καταλάβει αν εκείνος της είχε γράψει αυτό το σημείωμα ή όχι, τότε όφειλα να είμαι συνεπής απέναντι στον εαυτό, να υπονοήσω την παρουσία μου χωρίς όμως να την εκδηλώσω ποτέ. Μα πείτε, γιατί οι γυναίκες και μάλιστα οι ωραίες γυναίκες, έχουν αυτήν την διαστροφή, ερωτεύονται καθάρματα…
Από τότε, στο Blues, ο Δάσκαλος, όταν δεν έβαζε μουσική ξόδευε το περισσότερο χρόνο του μαζί μου, μιλώντας και εξηγώντας κάθε φορά πράγματα για τη ζωή της Χριστίνας και όχι μόνο, ενώ από την άλλη, κάθε φορά που η Χριστίνα ερχόταν στο Blues, ο Δάσκαλος έκανε ακριβώς το ίδιο μαζί της· της μιλούσε για εμένα! Ιδιότυπη σχέση, δε νομίζετε? Μέσα από τα λόγια του Δάσκαλου, είχα μάθει ένα σωρό πράγματα για τη Χριστίνα. Για τη μικρούλα χαριτωμένη κόρη της, την Ελίζα, για το αυτοκινητιστικό δυστύχημα, για τον απαίσιο πρώην συζυγό, για την σύνθεση που έγραψε και παίχτηκε από μια σπουδαία πιανίστα στο Saltsburg ονόματι Anna Weat , για το ότι με σκεφτόταν ότι της έλειπα. Ειρωνικό? Της έλειπε ένας άνθρωπος που ποτέ δεν είχε δει!
Κι όμως, δεν μπορώ να κατηγορηθώ για ματαιοδοξία. Ένιωθα ερωτευμένος μαζί της. Ίσως με τη Χριστίνα να ανακάλυψα το θεμελιώδες συστατικό στοιχείο του έρωτα. Την απόσταση! Ο χώρος γεννά το πάθος και το ανεκπλήρωτο είναι το σπέρμα των φαντασιώσεων, των ονείρων. Δε σας είπα και κάτι πρωτάκουστο τώρα δα! Τρόπον τεινά, οι θέσεις που καταλαμβάνουμε στο χώρο, φαίνεται σα να διατηρούν τον έρωτα στο ψυγείο φρέσκο. Να αναβάλετε με κάθε ευκαιρία τον έρωτα, να η συμβουλή μου. Ο έρωτας πρέπει να τρώγετε κατεψυγμένος. Αλλιώς θα καούν τα χείλια σας. Μη κοιτάτε εμένα που κάνω πως τρώω τη σουπίτσα μου μπροστά από ένα άδειο πιάτο σαν το καραγκιόζη. Κατά βάση, αν θέλετε να το φέρετε στα μέτρα σας το όλο ζήτημα και να ησυχάσετε επιτέλους, ορίστε, σας το κάνω πιο εύκολο, μάλλον πάσχω από ερωτική ανορεξία. Μα τι εννοείτε αγαπητέ μου με αυτή τη γκριμάτσα πάλι και γιατί πήρατε αυτή τη γκρίζα λάμψη? Σας λέω, δεν είχαμε αγγιχτεί ποτέ, δεν είχαμε μυριστεί ποτέ, δεν είχαμε απομυθοποιήσει ο ένας τον άλλο ποτέ και κατ επέκταση δεν θα καυγαδίζαμε ποτέ. Ακόμα και αν χωρίζαμε, αυτό θα γινόταν με έναν κενό και ανύπαρκτο τρόπο, δηλαδή με κανένα τρόπο, άρα με τον τρόπο του ποτέ. Συνεπώς, αυτό σήμαινε κατά κάποιο τρόπο, ότι θα ήμασταν μαζί για πάντα. Ακούστε: μια φορά στο σπάνιο, όταν τύχαινε να έρχομαι στο Blues λίγο νωρίτερα από το συνηθισμένο, πετύχαινα τη Χριστίνα να κάθεται στο πάγκο και να μιλά με το Δάσκαλο. Τότε εγώ, πήγαινα δίπλα της, καθόμουν, έπαιρνα το ρούμι παριστάνοντας τον άσχετο και τον αδιάφορο. Κρυφάκουγα καθώς εκείνη του μιλούσε για εμένα. Μια φορά μάλιστα μου ζήτησε και αναπτήρα. Τι παράξενο. Μιλούσε σα να με γνώριζε. Ο Δάσκαλος πρέπει να είχε φοβηθεί λίγο με όλο αυτό που γινόταν, του έμοιαζε παρανοϊκό και, μόνο ονομάζοντας το παιχνίδι μπορούσε κάπως να ηρεμήσει. Που και που βέβαια θύμωνε και όταν μια φορά, συζητούσαμε για ένα θέμα που τον απασχολούσε, για μια γυναίκα που γυρόφερνε, τον ρώτησα αν είναι καλή «γκόμενα». Τότε ο Δάσκαλος με δεικτικό τρόπο απάντησε :»Δεν ξέρω,δεν την έχω πηδήξει ακόμα!». Καταπληκτική απάντηση? Σας είπα : «Δάσκαλος!»
Αυτά θυμόμουν από τη Χριστίνα συν το γραπτό μήνυμα που της είχα στείλει και που τώρα όμως, το κρατούσα στα χέρια. Ο θείος Sam όμως, γιατί το είχε υπό την κατοχή του, φυλαγμένο στο τραπέζι της κουζίνας? Είχε γνωριστεί με την Χριστίνα? Μα τι κάθομαι και σας λέω αγαπητέ τώρα. Αφήστε τα. Ελάτε, ελάτε, τελειώσαμε το ποτό και όπως σας υποσχέθηκα, τα κερνάω όλα εγώ. Αν το επιθυμείτε όμως, ας προγραμματίσουμε να συναντηθούμε αύριο, την ίδια ώρα βέβαια και φυσικά στο ίδιο μέρος. Αν ενδιαφέρεστε, μπορώ να σας πω και άλλα, ακόμα πιο παράξενα, χειρότερα μπορώ να πω, γεγονότα. Πράγματα που δεν έχω πει ποτέ σε κανέναν. Ωραία, πολύ χαίρομαι. Έχουμε λοιπόν ένα ραντεβού. Όμως τώρα είναι ήδη αργά. Πρέπει να πηγαίνω, ας μου το επιτρέψετε αυτό μου το ατόπημα. Όπου να’ ναι, ξημερώνει. Ξέρετε τι παθαίνω αφότου ανατείλει ο ήλιος.

κεφ 8

«I believe you. I’ve smoked you.»
The teachings of Don Juan, Carlos Castaneda

Είστε Άγγλος στα ραντεβού σας αγαπητέ. Μακάρι να σας έμοιαζα στο ελάχιστο. Η ζωή μου τότε, θα είχε πάρει μια εντελώς διαφορετική πορεία. Τώρα, ανά πάσα ώρα και στιγμή, με τον άστατο χαρακτήρα που έχω, μπορεί να συμβεί από το πιο απίθανο ως το πιο αφύσικο πιθανό. Τα καθημερινά ή τετριμμένα σύμβαντα, γεγονότα της συνηθισμένης ζωής αποκλείονται από τα παιχνίδια μου. Όχι, δεν παραπονιέμαι. Δεν θέλω να σας μείνει αυτή η εντύπωση. Εντέλει, μου είστε προσφιλής. Εξάλλου, δεν συνηθίζω να χρησιμοποιώ τους συνεπείς φίλους σα κουβάδες. Καταλαβαίνετε τι θέλω να πω, έτσι δεν είναι? Αφήστε όμως να συνεχίσω την αφήγηση, σας υπόσχομαι στο τέλος θα είστε σε θέση, να καταλάβετε τι επιθυμώ από σας και γιατί το επιζητώ. Ας παραγγείλουμε όμως τα ποτά μας στο Δάσκαλο, ας μην χάνουμε άλλο ώρα. Σήμερα έχω φοβερά πράγματα να φανερώσω.
Ήμασταν στο σημείο εκείνο, όπου είχα ξεμείνει στο σπίτι του θείου Sam, όντας προβληματισμένος με ένα σημείωμα που κάποτε είχα γράψει και προοριζόταν για τη Χριστίνα, σας υπενθυμίζω: είναι εκείνη η πιανίστα , η γυναίκα τύπου #2…Α! Θυμάστε, πολύ όμορφα. Ε, λοιπόν, είχα βαρεθεί να σκέφτομαι και να ξανασκέφτομαι πως στο καλό είχε πέσει στα χέρια του θείου Sam αυτό το μήνυμα. Σας έχω ξαναπεί νομίζω, θυμώνω πολύ με τον εαυτό μου, όταν παγιδεύομαι σε σκέψεις αυτοαναφοράς. Δεν αντέχω την φαυλότητα. Έτσι πήρα στα χέρια μου κάποια περιοδικά κριτικής της ζωγραφικής που υπήρχαν μαζεμένα σε μια στοίβα, στο τραπέζι της κουζίνας και άρχισα να τα ξεφυλλίζω. Όμως το κόλπο δεν έπιασε γιατί άρχισα να σκέφτομαι ακόμα περισσότερο τα συνωμοσιολογικά σενάρια και τις πιθανές εκδοχές.. Αποφάσισα πως το καλύτερο πράγμα που είχα να κάνω μέχρι να φύγω από το σπίτι, ήταν να τελειώσω το καφέ χαζεύοντας λίγο τους πίνακες του Sam. Πράγματι, έτσι έγινε. Παρατήρησα ό,τι οι πίνακες της διαβολικής τέχνης έλειπαν. Μου ήρθε στο μυαλό η παράξενη, η κατασκοπική συνάντηση που είχαμε νωρίτερα με εκείνους τους περίεργους τύπους, τον Shultz Harenberg και τον μυστηριώδη Ορέστη.
Υπέθεσα καλόπιστα στην εκδοχή εκείνη που ήθελε το θείο Sam να είχε βάλει σε εφαρμογή το αλλόκοτο σχέδιο συνωμοσίας. Όταν το σκαρφίστηκε πάνω στην απόγνωσή του, θα πρέπει να συνέβη κάτι πολύ αστείο στο σύμπαν. Ίσως κάποιο αστέρι στη δύση της ζωής του να έφτυσε την αστρική του σκόνη, τα αστρικά ξερατά του δηλαδή, σε κάποιο λευκό νάνο γεμίζοντας τον με φωτεινές προσδοκίες. Καλώς εχόντων των πραγμάτων, θα πήγαινε στο πρωινό ραντεβού που είχε με τον τελευταίο, να του παραδώσει τα έργα και, ύστερα, γραμμή για τους ένστολους της τάξης, να κάνει καταγγελία και μήνυση κατά παντός υπευθύνου, για διάρρηξη και κλοπή, δίνοντας παράλληλα ρεσιτάλ ερμηνείας πρώτου ανδρικού ρόλου. Συλλογιζόμουν τη σειρά των πιθανών γεγονότων όταν…
-Τους έδωσα και φωτογραφίες των έργων,για να ξέρουν οι μπάσταρδοι….
Ο θείος Sam! Είχε μπει μέσα στο εργαστήρι χωρίς να τον αντιληφθώ.
-Μπορείς να φανταστείς το σοκ όταν είδαν στις φωτογραφίες τους πίνακες. Τι βλάχοι! Εντελώς αμόρφωτοι, παντελώς χοντροκομμένοι. Με ρώτησαν γιατί ενδιαφέρομαι για τα πρόχειρα σχέδια μου τόσο πολύ! Το φαντάζεσαι? Τα πρόχειρα σχέδιά μου! Κι όταν κατάλαβαν ό,τι τελικά δεν είχαν τόσο μεγάλη διάθεση να ερευνήσουν την υπόθεση, τους απείλησα με μήνυση σε περίπτωση που δεν έκαναν σωστά τη δουλεία τους. Θα έρθουν αύριο το πρωί από τη σήμανση. Άργησα ε? Το ξέρω. Πέρασα και από την τράπεζα να εισπράξω τα κέρδη από το λαχείο. Μικρέ κοίτα και πες, πες αν έχεις ξαναδεί τόσο χρήμα στη ζωή σου.
Ο θείος Sam άνοιξε τη μαύρη βαλίτσα του ταχυδρομείου. Την άδειασε επάνω στο τραπέζι. Κρύος ιδρώτας με έλουζε. Μπροστά μας άρχιζαν να παρελαύνουν με μεγαλοπρέπεια όλα τα υλιστικά όνειρα, όνειρα μιας ολόκληρης ζωής. Όλα αυτά που ονειρευόμασταν αλλά ντρεπόμασταν να πράξουμε μόνο με τη δύναμη της βούλησης, τώρα φάνταζαν εφικτά. Κάβες αλκοόλ, λόφοι κοκαΐνης, λίμνες LSD, θάλασσες βιβλίων, χαρέμια όμορφων γυναικών, διακοπές επ αόριστων σε απόμακρα εξωτικά νησιά του ειρηνικού, μικρές βιλίτσες κρυμμένες μέσα σε δασώδη περιοχές, καταλαβαίνεται… Με τόσα χρήματα, οποιαδήποτε γυναίκα θα μπορούσε να δηλώσει ερωτευμένη με το θείο Sam, μαζί μου, να εξαγοραστεί και να είναι παράφορα δοσμένη. Ο θείος Sam ειδικά, όσο παραιτημένος ή αντί εραστής κι αν έδειχνε, θα κατέβαζε τα ρολά των ονείρων στο καχεκτικό πάλκο του εγωισμού του. Θα μπορούσε επιτέλους να αντλήσει αυτοπεποίθηση από τον έρωτα. «..Έρωτα!», τέλοσπάντων, μια κουβέντα είναι αυτή. Από την άλλη μεριά, εγώ, χαμογέλασα σαν σκοτεινός σάτυρος. Κοιτούσα κατάματα τον ίδιο τον διάολο, τον πραγματικό διάολο αυτή τη φορά, που άκουγε στο όνομα «4.000.000» ευρώ. Είναι φοβερό το πόσο εύκολα μπορεί να βγει προς τα έξω η αχορταγία και η απληστία του ανθρώπου. Σκεφτόμουν τις απεριόριστες δυνατότητες που μας αποκαλύπτονταν σε όλο τους το μεγαλείο και το μόνο που ίσως να φοβήθηκα τότε, ίσως να ήταν το ενδεχόμενο του να χάσω τον έλεγχο μέσα σε όλον αυτόν το πλούτο δυνατοτήτων. Όμως τίποτε απ’ όλα αυτά που υπέθεσα δεν συνέβηκε. Αντιθέτως. Έδειξε επιμονή και πίστη στο αρχικό του σχέδιο ο βρωμόγερος. Μάταια προσπαθούσα να τον μεταπείσω, να ακυρώσουμε ότι είχαμε συμφωνήσει. Θα μπορούσαμε με τόσα λεφτά να περάσουμε το υπόλοιπο της ζωής μας εντελώς ανέμελα, χωρίς έγνοιες, δίχως σκοτούρες υλιστικού χαρακτήρα. Όμως όχι. Ο θείος Sam ήταν ανένδοτος. Πέρασε στην αντεπίθεση λέγοντας ό,τι αν ακολουθούσα αυτό που μου έλεγε κατά γράμμα, δεν θα έβγαινα χαμένος. Το μόνο που ζητούσε σε αυτό το σημείο από εμένα, ήταν να επιδείξω τυφλή πίστη, να τηρήσω πιστά τα βήματα του σχεδίου. Δεν μπορούσα να τον καταλάβω. Θεωρητικά, με τόσα χρήματα κάθε προσπάθεια προς την κατεύθυνση της τέχνης θα έπρεπε τουλάχιστον να νεκρώνει, εξού και Ζώσα Τέχνη.
Αυτό που είχα να κάνω, ήταν να βρω την επόμενη μέρα το ξενοδοχείο που ακούει στο όνομα Venus, να νοικιάσω ένα δωμάτιο για εφτά μέρες και την όγδοη μέρα,στις 4:15 τα ξημερώματα,να βρίσκομαι στην γωνία Λεπενιώτου και Ήβης στον Ψειρή. Θα με άμειβε με 100.000 ευρώ, ποσό διόλου ευκαταφρόνητο,αν έκανα ότι έλεγε. Αγαπητέ κύριε, μπροστά σε τόσα χρήματα, εσείς δεν θα κάνατε ό,τι σας υπαγόρευαν? Σκεφτείτε…
Πράγματι, την επόμενη μέρα, αργά το απόγευμα, κρατώντας 15.000 ευρώ στα χέρια, βρισκόμουν έξω από τη πόρτα του σπιτιού του διάσημου φιλοσόφου Κου Κωνσταντίνου Ματρεζί. Χτύπησα το κουδούνι της θύρας και ύστερα από λίγο η πόρτα άνοιξε. Άρχισα να ανεβαίνω τις μεγάλες και σπειρωτές,ξύλινες σκάλες του οίκου. Στην είσοδο του διαμερίσματος, η φιγούρα ενός κατά τα άλλα συμπαθέστατου γέροντα με περίμενε, σαν λάβαρο που ανεμίζει περήφανα στον αέρα, ακτινοβολώντας προκλητικά το εθνόσημό της μέχρι πίσω, στις γραμμές του εχθρού. Ξέρετε αγαπητέ, καμιά φορά είναι προτιμότερο να σε περιμένει στο κρεβάτι κάποια πεινασμένη και αχόρταγη χοντρή νυμφομανής ενώ η πόρτα πίσω σου είναι κλειδωμένη και το κλειδί πεταμένο από τον εκατοστό όροφο έξω στο δρόμο, παρά ένας σοφός, αινιγματικός και ίσως κυνικά συμπαθής γέροντας, με απαντήσεις για όλα. Πραγματικά, το μόνο που σκέφτηκα όταν τον αντίκρισα ήταν το πως θα κατάφερνα να τον δωροδοκήσω. Ιδιαιτέρως, στην περίπτωση που θα τα κατάφερνα, κάτι τέτοιο θα ισοδυναμούσε με τον κατακερματισμό της «ακαδημαϊκής» του ακεραιότητάς. Είχα να κάνω με ένα φιλόσοφο και μάλιστα με πρώτης τάξης άνθρωπο της γνώσης, άτομο με καταγεγραμμένα και καταξιωμένα στη διεθνή βιβλιογραφία έργα, όπως το περίφημο «Δυναμικός καντιανισμός & αναλυτική της προβληματικής του», ή το πολύπλοκο και εκτενές κείμενο «Ανάλυση της Αναπαράστασης», καθώς και άλλα, ήσσονος σημασίας έργα, που υποθέτω πως, μάλλον θα ενδιέφεραν μόνο τους μυημένους στην διαλεκτική. Η θέση μου, ήταν δύσκολη. Ένιωθα ένα είδος ντροπής, που παρέλυε τη σκέψη, έκανε τα μάγουλα να κοκκινίζουν και τα αυτιά να βγάζουν καπνούς. Θα προτιμούσα να πάω να πέσω από ένα γκρεμό, παρά να κάνω αυτό που ετοιμαζόμουν να κάνω, γιατί η μαύρη αλήθεια είναι πως, ήμουν αρκετά θυμωμένος με τον εαυτό μου, που καταδέχτηκε να συνάψει μια τέτοια συμφωνία της αθλιότητας. Οτιδήποτε άλλο, αλλά όχι αυτό. Η γνώση, είναι ιερή! Ακόμα και ο διάολος έχει το ιερό του άβατο! Και επιπλέον, ξέχωρα από ντροπές οι οποίες εδρεύουν στην καρδιά κάθε μοχθηρής καρδιάς σαν και της δικής μου, πως θα μπορούσα να τον πείσω να κάνει κάτι το οποίο, κατά πάσα πιθανότητα, θα το έβρισκε χονδροειδές αν όχι άνοστο αστείο στην καλύτερη των περιπτώσεων? «Ένας Ποιητής μπορεί να κάνει τα Πάντα!». Δεν ξέρω γιατί το σκέφτομαι αυτό όταν έχω ένα μαχαίρι στη πλάτη να με σπρώχνει, αλλά ναι, το παραδέχομαι. Τις στιγμές που βρίσκομαι σε πραγματικά δύσκολη θέση, είτε επειδή πρόκειται εξαιτίας άλλων-εξωτερικών πιέσεων, είτε λόγω δικών μου προσωπικών θεμάτων, ερεθίζομαι εγκεφαλικά, σε τρομερό βαθμό. Τότε, αδρεναλίνη και τεστοστερόνη εκρήγνυνται μέσα μου, ανακατεύονται, συστρέφονται και στο τέλος εκτοξεύονται προς κάθε κατεύθυνση, σαν ηφαίστειο που ξυπνά από βαθύ όνειρο και τελικά όλα καίγονται και λιώνουν μες την υγρή φωτιά τους. Δεν με ενδιαφέρει αν έχω το δίκιο ή το άδικο της ηθικής με το μέρος μου. «Μη με πιέζετε, θα σας πάρει όλους ο διάολος! Μα που να πάρει! Μη…» Αυτές είναι οι φωνές της θέλησής μου, ενάντια σε κάθε θελήσεις των άλλων. Και ξέρετε, πάντα βρίσκω το τρόπο να φεύγω νικητής, ακόμα κι αν αυτό συνεπάγεται ό,τι θα πρέπει να χάσω προκειμένου να ηγηθώ μιας κατάστασης. Είμαι έτοιμος να πληρώσω οποιοδήποτε τίμημα προκειμένου να επιτύχω σε ότι επιθυμώ. Δίχως άλλο, αυτό ονομάζεται «διαβολική αρσενικότητα»!
Προχώρησα αποφασιστικά προς το μέρος του, εξαπολύοντας του το φιλικό μου χαμόγελο. Έπρεπε να τον αγγίξω, προτού τον χαιρετίσω. Δεν σκόπευα να πέσω αμαχητί, να κερδιθώ από την εικόνα αυτού του γέρου που με έκανε να νιώθω στιγμιαία ντροπή. Δεν είμαι ένοχος και χωρίς πολλές περιστροφές αγαπητέ μου κύριε, αυτό δεν σημαίνει πως είμαι κι αθώος!
-Μη πλησιάζεις άλλο νεαρέ!, ακούστηκε με αυστηρό τόνο η φωνή του. «Ελιγμός», σκέφτηκα…
-Δεν το είχα σκοπό κύριε,όχι τουλάχιστον, δεν θα έκανα ποτέ κάτι που δεν θα το εγκρίνατε…
-Ποιος είσαι κόλακα? Σας βεβαιώ αγαπητέ μου,η λέξη κόλακας,έτσι όπως ακούστηκε, ήχησε μέσα μου με την ερμηνεία του «Ποιος είσαι ρε μαλάκα?». Όμως δεν πτοήθηκα.
– Ονομάζομαι Leo de Divergence και είμαι ποιητής κύριε Ματρεζί.
-Λιοντάρι της απόκλισης…χμμμ,χα,ε δεν θα φανταζόμουν και κάτι διαφορετικό.Όλοι οι ποιητές έτσι είναι. Πλάσματα της παρακμής.
-…imago mundi κύριε , imago mundi.
-Ε, ναι, δεν έχεις κι άδικο. Από τις τοιχογραφίες των σπηλαίων μέχρι την «αδερφή» του William Burroughs, όλοι σας ανεξαιρέτως, περιγράφετε τα σκατά του κόσμου και στο τέλος εθίζεστε τόσο, που τα τρώτε κιόλας. Συνεχίζετε να είστε πίθηκοι. Μιμείστε και οικειοποιήστε. Τέλος Πάντων… Λέγε γρήγορα, σε λίγο θα νυχτώσει και θέλω να προλάβω, έχω κι άλλα πράγματα να κάνω, πιο σημαντικά από το να συνομιλώ με ένα κόλακα.
-Ακριβώς για αυτό σας θέλω κύριε. Έχω να σας προτείνω κάτι, το οποίο στην αρχή μπορεί να σας ξενίσει σαν ιδέα, όμως μη βιαστείτε να με προπηλακύσεται, γιατί στην ουσία, και οι δυο βρισκόμαστε από τη μεριά του ίδιου στρατοπέδου. Και οι δυο νοιαζόμαστε για την τύχη αυτού του κόσμου. Επιπλέον, αν τελικά δεχτείτε την προσφορά του κυρίου που εκπροσωπώ, θα αμειφθείτε καλά, για κάθε δευτερόλεπτο που θα σπαταλήσετε από τον πολύτιμο χρόνο σας. Λοιπόν τι λέτε, θα επιθυμούσατε να πάρετε μια μικρή γεύση και να ακούσετε αυτά που έχω να σας πω?
-…
-Σας ευχαριστώ κύριε,σας ευχάριστώ.Σας υπόσχομαι ό,τι δεν θα το μετανιώσετε…
-Όχι σύντομα υποθέτω.. Άντε, έλα, γρήγορα γιατί μου φαίνεται πως ήδη θέλω…
Τί σπίτι μα την αλήθεια! Ένας ολόκληρος ωκεανός βιβλίων απλωμένος με ακαταστασία τρικυμίας χαρτιού, παντού. Καναπέδες, πορτατίφ, κρεβάτια, τραπέζια πάτωμα. Όλα έπαιζαν το ρόλο του βυθού και της ακτής όπου ξεβράζεται το «κύμα» της σκέψης. Σας μιλώ για ένα θαλάσσιο θέατρο της γνώσης, γλυκέ φίλε. Οι καρέκλες, πρέπει να κατείχαν ένα δευτερεύοντα ρόλο, αυτόν του κομπάρσου, αφού δίχως άλλο, η άναρχη θέση που κατείχαν στο διαμέρισμα του φιλοσόφου, πρόδιδε την αδιάφορη για εκείνον σημασία που τους έδινε. Πραγματικά, αγαπητέ, έχετε ποτέ αναρωτηθεί που ή πως κάθεται ένας φιλόσοφος όταν στοχάζεται ή όταν γράφει? Νομίζετε ό,τι γράφει τα δοκίμια και τις κρίσεις του καθισμένος σαν καλό και φρόνιμο παιδάκι σε μια σκληρή και αυστηρή καρέκλα πίσω από ένα βαρετό και τακτοποιημένο γραφείο στη μέση μιας αποκρουστικής και πνικτικής βιβλιοθήκης. Νομίζετε χωρίς αμφιβολία πως χρησιμοποιεί το γραφείο του όπως ακριβώς οι υπάλληλοι στις δημόσιες υπηρεσίες και τις ιδιωτικές εταιρείες και δεν έχετε δίκιο. Ο τρόπος της σκέψης, μοιάζει με μπόρα το λιγότερο, κατά πόσο όταν η σκέψη έχει εμβέλεια, βάθος και πάθος. Τότε μοιάζει πραγματικά με ανεμοστρόβιλο. To σώμα παρασύρεται από αυτό το ξελόγιασμα της σκέψης. Χορεύει στους ρυθμούς των ιδεών. Αναστατώνεται. Η καρδιά χτυπάει στους αρχαίους χτύπους της Αφρικής. Όλοι οι χρόνοι, τα χάη, όλες οι ηλικίες του ανθρώπου χύνονται μέσα του, τη στιγμή του στοχασμού. Ο Φιλόσοφος! Το σαρωτικό πέρασμα της συστηματικής περιγραφής, γιατί σας λέω, ήταν από φυσικού του τέτοιος χαρακτήρας: ένας ανθρακωρύχος των μυστικών ορυχείων της γνώσης και ακριβέστερα, της συνείδησης της και ας μην τον ερμηνεύσετε σαν φορέα μιας απλής και ρηχής κατοχής της, αφού η φιλοσοφία, αναδεύει τον αέρα που αναπνέουμε με τον πιο αόρατο και ανεπαίσθητο τρόπο. Γιατί, αν –επί του παρόντος αγαπητέ μου, μήπως ήρθε η στιγμή να παραγγείλουμε στο Δάσκαλο άλλο ένα ποτάκι, να γεμίσουμε τα ποτήρια μας για ακόμα μια φορά?… Πάρα πολύ όμορφα! Συνεχίζω λοιπόν…-γιατί αν, αυτό που ασυνείδητα αποκαλούμε συνήθεια ή πιο εύκολα ρουτίνα, μας φαίνεται σα κάτι που εμείς διαλέγουμε , από την άλλη, είναι κάτι που δυστυχώς δεν επιλέγουμε. Προσπαθώ να σας πω και σας λέω πολύ απλά πως, την καθημερινότητά μας ίσως να τη διαλέγουμε αλλά σίγουρα δεν την επιλέγουμε. Να , ας το ομολογήσω πιο τολμηρά: Μας την επιλέγουν. Το να μας επιλέγουν κάτι, είναι ακριβώς η προβολή του να διαλέγεις κάτι. Από την άλλη, λέμε ότι έχουμε συνήθειες και ρουτίνα αλλά δεν νομίζω να έχουμε και τρόπο ζωής γιατί σίγουρα, η ζωή μας δεν έχει τρόπους! Νομίζουμε πως αποκτούμε ολοένα και περισσότερα πράγματα, αλλά κάθε άλλο. Χάνουμε ολοένα και περισσότερα! Μας προσφέρουν έναν, ομολογώ μεγάλο, δειγματικό χώρο αγαθών και κατόπιν μας λένε : «Να διαλέξτε!». Βέβαια, στους τυφλούς βασιλεύει ο μονόφθαλμος κατά πως λέει και η σοφή λαϊκή ρήση, ωστόσο όλες οι σοφιστείες του λαού, για εμένα είναι ένας a posteriori οίκτος. Ο πραγματικός κυρίαρχος, θεός δημιουργός και ταυτόχρονα θνητός αρχιτέκτονας των πεπραγμένων της ανθρώπινης ιστορίας, αποτελούσε εκείνος που έγραφε το κείμενο και όχι αυτός που το μελετούσε. Να λοιπόν, άλλη μια τρανή απόδειξη πως ο θείος Sam δεν ήταν και τόσο τρελός όσο φαινόταν. Ίσως λίγο παλαβός με δυο τρεις κακές σταγόνες παθολογίας, όμως ήξερε πολύ καλά που με έστελνε. Μα είναι απολύτως λογικό. Αν θέλουμε να αλλάξουμε τον κόσμο, πρέπει να στραφούμε ξανά προς τη φιλοσοφία και να διορθώσουμε κάποια σφάλματα που οφείλονται στην αδύναμη και επιπόλαια ίσως, ανάπτυξή της. Όλα τα ζητήματά της, οι περιγραφές που προκύπτουν από τα σπλάχνα της, λαμβάνουν τη μορφή της ηθικής, δηλαδή της στάσης μας απέναντι στη ζωή. Να γιατί ένας φιλόσοφος, είναι το πιο ισχυρό πλάσμα επί γης. Κουρδίζει την ηθική των ομάδων και κανείς δεν το παίρνει είδηση. Κατά μία έννοια, φαίνεται σα να κατευθύνει τη ζωή του ανθρώπου προς τα κάπου. Να μην σας τα πολυλογώ όμως. Οι στιγμές που ήμουν όρθιος στο διαμέρισμα του κυρίου Ματρεζί μου φάνηκαν αιώνας. Μέχρι να κατατοπιστώ στον ακατάστατο από βιβλία και χαρτιά χώρο, ένιωθα το εξερευνητικό του βλέμμα να με περιπαίζει περιφρονητικά και για να σας πω και την αλήθεια, όχι ότι συνήθως λέω ψέματα…, αλλά να που αντί αυτού μου έδινε την εντύπωση ότι τον ψυχαγωγούσα. Φιλοσοφία –Ποίηση, σημειώσατε άσσο δηλαδή. Είχε αρχίσει να με εκνευρίζει αυτός ο γέρος. Από την άλλη, συλλογίστηκα, πως όλα αυτά που σκεφτόμουν και ένιωθα, ίσως να μην ήταν καθόλου μέρος της απτής πραγματικότητας και πως οι ντροπές και οι ενοχές που είχα, ουδεμία σχέση είχα να κάνουν με το πρόσωπό του, αλλά με ένα άγνωστο κομμάτι του δικού μου εαυτού που αφορούσε στην οπτική μου για τη σοφία. Στην ουσία δηλαδή, είχα εκνευριστεί μαζί μου. Βρισκόμουν στο κομβικό σημείο των σιδηροδρομικών ραγών του ανθρώπου. Χρειαζόμαστε νέα οράματα αγαπητέ. Νέες βάσεις. Το τρένο της ηθικής ερχόταν και εγώ έπρεπε να πείσω το γλυκύτατο κατά τα άλλα γέροντα, να κατεβάσει το μοχλό αυτό,που αλλάζει στο τρένο κατεύθυνση και προορισμό.«Δράσε τώρα!» , σκέφτηκα επιθετικά. Έτσι, όταν βρήκα μια αποξενωμένη από το υπόλοιπο κλίμα του διαμερίσματος καρέκλα, κάθισα παραμερίζοντας κάποια χαρτιά τα οποία με μια έτσι, πρόχειρη και γρήγορη ματιά,είδα πως αναφέρονταν σε κάτι που το γενικό επίγραμμα έγραφε: «Σύστημα Υπεβατολογικού Ιδεαλισμού και Παραδόσεις της Στουτγκάρδης». Τα πήρα ευλαβικά στα χέρια και τεχνηέντως άρχισα να ξεδιπλώνω μία προς μία τις διαβολικές μου αρετές. Άνοιξα τους ώμους μου για να αποκτήσω μια καλύτερη στάση του σώματος, προσπαθώντας στην κουβέντα που θα επακολουθούσε να είμαι απολύτως χαλαρός. Βεβαίως, αν και είχα κάποιες δυσπιστίες, βασικά αμφιβολίες ηθικού χαρακτήρα και μόνο, γνώριζα πολύ καλά το αντικείμενο για το οποίο ήθελα να του μιλήσω και ότι ή όπως και αν ένιωθα μέσα μου, ήμουν αποφασισμένος να διατυπώσω με καθαρότητα και πειθώ, τα όποια επιχειρήματά. Ήθελα το μήνυμά να είναι ξεκάθαρο και εύκολο στην κατανόηση. Πιστέψτε με αγαπητέ φίλε, δεν είχε σημασία που ήταν φιλόσοφος, γιατί και αυτοί, κατά τη στιγμή της μεταμόρφωσής τους σε καμήλες, αποθηκεύουν στην καμπούρα τους υλικό που αργότερα θα επεξεργαστούν σύννου και βαθύνου. Τότε, κατά κάποιο τρόπο είναι ηλίθιοι. Μα πέστε μου, έχετε δει ποτέ ευφυή καμήλα? Βεβαίως ήξερα, πως στις πιθανές αντιρρήσεις του, θα έπρεπε να «δείξω» πραγματικό ενδιαφέρον για τα λεγόμενα του, όπως επίσης να χαμογελάω, να τον κοιτάω στα μάτια και που και που, όταν θα έκρινα πως θα ήταν σκόπιμο, να τον αγγίζω φιλικά στον ώμο όπως ακριβώς εγώ τώρα με σας….Χαχα! Κάνω χιούμορ αγαπητέ. Απλό χιούμορ! Πέραν τούτου, να σοβαρευτούμε όμως αγαπητέ φίλε… ό,τι συνταγή και να ακολουθήσει κανείς προκειμένου να κερδίσει τις εντυπώσεις, να εμπνεύσει την ηγετική τάση ή ακόμη περισσότερο να αποτελέσει αντικείμενο έμπνευσης, το πιο σημαντικό απ όλα είναι να παραμείνει ο εαυτός του. Το χάρισμα είναι κάτι που όλοι μπορούμε να αποκτήσουμε αλλά που δεν μπορούμε να υποκριθούμε εκτός αν…εκτός αν είστε εγώ! Σίγουρα θα σκέφτεστε τι στο καλό συζητήσαμε και πως κατάφερα τελικά να τον πείσω. Διαβάζω αυτό το αίσθημα απορίας στο βλέμμα σας. Α, δεν του είπα κάτι λιγότερο ή περισσότερο διαφορετικό από ό,τι είπα ή έκανα και σε σας. Εξάλλου, το πανάχραντο σώμα της συνείδησής του, εύκολα σπιλώθηκε όταν ακούμπησα στο τραπεζάκι του σαλονιού του, εκείνα τα 15 χιλιάρικα , με επιτηδευμένη αδιαφορία. Ένα μικρό, ευαίσθητο κομμάτι του εαυτού μου, το έπιασε η συμπόνια όταν, με κοίταξε με ένα ευνουχισμένο τρόπο καθαρότητας και ύστερα ρώτησε στο κενό : «…να ηθικοποιήσω το ανήθικο, ε?».
Φιλοσοφία-Διάβολος σημειώσατε 2…
Λίγες βδομάδες αργότερα, σε όλα τα σοβαρά μέσα του έντυπου υλικού, επικρατούσε μεγάλη αναστάτωση. Το κείμενο μανιφέστο-κριτική, είχε δημοσιευτεί και πραγματικά είχε φέρει τα πάνω κάτω στον κόσμο της διανόησης. Ήταν η πρώτη φορά στα χρονικά, που η ηθικοποίηση της ανηθικότητας ερχόταν στο προσκήνιο με τη μορφή της διαλεκτικής της θεμελίωσης και όχι με τις πρακτικές ή τις επιταγές της ποίησης ή της ζωγραφικής. Ναι, νομίζω έχω ένα αποσπάσιμα από αυτό το κείμενο του κυρίου Ματρεζί επάνω μου. Να, ορίστε, πάρτε. Διαβάστε το αν θέλετε. Είναι πραγματικά εξαιρετικό, αν και νομίζω πως έχει κλέψει λίγο από τις πρωτότυπες σκέψεις του Σαρτρ σε μια κριτική του για τη ζωή και το έργο του Baudelaire χωρίς να έχει και τόσο σημασία όμως τελικά. Φιλοσοφία-Ποίηση σημειώσατε Χ… Ορίστε αγαπητέ φίλε, εδώ το έχω το κείμενο, διαβάστε το και μόνος σας:

…Πια το άτομο, περιφρονεί το χρήσιμο και τη συλλογική δράση. Τώρα χρήσιμο ονομάζεται, κάθε πράξη που διαθέτει μέσα προκειμένου να επιτύχει ένα προκαθορισμένο σκοπό. Μπορούμε να το μισομαντέψουμε αυτό , από τη σημασία της ποιητικής αποστολής αν όχι της ίδια της τέχνης καθολοκλήρου: Τα ποιήματα είναι σαν υποκατάσταση της δημιουργίας του Καλού, που απαγόρεψαν τον εαυτό τους. Διαδηλώνουν την αναιτιότητα της συνείδησης, είναι εντελώς άχρηστα στο να επικυρώνουν σε κάθε στίχο αυτό που αργά ή γρήγορα θα ονομάσουν υπερνατουραλισμό. Ταυτόχρονα παραμένουν μέσα στο φαντασιακό, αφήνουν άθικτο το ζήτημα της αρχικής και απόλυτης δημιουργίας. Είναι κατά κάποιο τρόπο, προϊόντα αναπλήρωσης· το καθένα αντιπροσωπεύει τη συμβολική ικανοποίηση μιας επιθυμίας ολικής αυτονομίας. Από αυτή τη συμβολική και κάπως κρυψίβουλη δραστηριότητα, το άτομο, δεν θα μπορούσε να μείνει πλήρως ικανοποιημένο. Βρίσκεται λοιπόν σε μια αντιφατική κατάσταση: θέλει να διαδηλώνει την ελεύθερη βούλησή του, ενεργώντας μόνο για δικούς του σκοπούς, αλλά από την άλλη μεριά θέλει να συγκαλύψει την αναιτιότητά του και να περιορίσει την ευθύνη του δεχόμενο τους προκαθορισμένους από την θεοκρατία-και πλέον μετάθεοκρατία- σκοπούς. Δεν απομένει, παρά ένας δρόμος για την ελευθερία του: Να επιλέξει το Κακό. Ας το καταλάβουμε καλά, δεν πρόκειται για κλοπιμαία φρούτα που κλέβονται μολονότι αυτό είναι απαγορευμένο, αλλά επειδή είναι απαγορευμένο. Όταν ένας άνθρωπος επιλέγει το έγκλημα από συμφέρον, σε πλήρη ομοφωνία με τον εαυτό του, πιθανό είναι να είναι επιβλαβής ή απαίσιος: αλλά δεν κάνει στα αλήθεια το κακό για το κακό, που είναι και αισθητικά προτιμότερο. Μέσα του δεν αποδοκιμάζει καθόλου αυτό που κάνει. Μόνο οι άλλοι, μπορούν απ` έξω να τον κρίνουν ως κακό. Αλλά αν έχουμε την ευχέρεια να τριγυρίσουμε μέσα στη συνείδησή του, θα βρίσκαμε μόνο ένα πλέγμα κινήτρων, βάναυσων ίσως αλλά σε πλήρη μεταξύ τους συμφωνία.
Το να κάνει κανείς το κακό για το κακό, σημαίνει ακριβώς ότι θέλει αυτό που οι άλλοι δεν θέλουν-εφόσον εξακολουθούν να απεχθάνονται τις κακές δυνάμεις- και ότι δεν θέλει αυτό που θέλουν- αφού το Καλό ορίζεται πάντα ως το αντικείμενο και ο σκοπός της βαθύτερης βούλησης. Αυτή ακριβώς είναι η ατομική στάση του ανθρώπου ξέχωρα από τη συλλογική στάση, και σήμερα, με την πάροδο του χρόνου, κάτι τέτοιο γίνεται ολοένα και εντονότερο. Ανάμεσα στις πράξεις του εκείνες του κοινού ενόχου, υπάρχει η ίδια η διαφορά που χωρίζει της τελετές της μαύρης μαγείας από τον αθεϊσμό. Ο άθεος, δεν ασχολείται με το θεό διότι αποφάσισε μια για πάντα ότι δεν υπάρχει. Όμως ο ιερέας τελετών μαύρης μαγείας δέχεται την ύπαρξή του και ακόμη περισσότερο, μισεί το θεό διότι είναι αξιαγάπητος, τον λοιδορεί διότι είναι αξιοσέβαστος· προσπαθεί με τη θέλησή του να αρνηθεί την εμπεδωμένη τάξη όσο ποτέ. Αν έπαυε να την επικυρώνει μια στιγμή, η συνείδηση τόυ θα βρισκόταν σε συμφωνία με τον εαυτό της, το κακό αυτομάτως θα μεταμορφωνόταν σε Καλό και, αντιπαρερχόμενο όλες τις εντολές που δεν θα προέρχονταν από το ίδιο αυτό, θα αναδυόταν μέσα στο κενό, χωρίς θεό, χωρίς δικαιολογίες, φορέας μιας ολικής ευθύνης. Τώρα η διάσπαση που προσδιορίζει τη «συνείδηση» μέσα στο κακό, εκφράζεται καθαρά μέσα από την ακόλουθη διπλή έκκληση : « Υπάρχουν μέσα σε κάθε θρησκευόμενο άνθρωπο, οποιαδήποτε ώρα και στιγμή, ταυτόχρονες εκκλήσεις, η μια προς το θεό ή άλλη προς το Σατανά.» Πρέπει πράγματι, να εννοήσουμε εδώ, ότι αυτές οι εκκλήσεις δεν είναι ανεξάρτητες- δύο αντίθετες και αυτόνομες δυνάμεις, που ενεργούν με την ίδια ένταση- αλλά ότι καθεμιά λειτουργεί σε συσχετισμό με την άλλη. Προκειμένου η ελευθερία να είναι ιλιγγιώδης, πρέπει να επιλέξει κανείς, να έχει απείρως άδικο, μέσα σε ετούτον, το ενοχικό και όσο ποτέ άλλοτε, θεοκρατικό κατ ουσία κόσμο. Με τον τρόπο αυτό, η ελευθερία είναι μοναδική μέσα σ` αυτό το συμπάν, το δεσμευμένο στο «καλό». Πρέπει όμως να είναι εντελώς προσκολλημένη στο Καλό, να το συντηρεί και να το ενισχύει, για να μπορεί να δοθεί στο Κακό. Όποιος κολάζεται, αποκτά μια μοναξιά που μοιάζει με εξασθενημένη εικόνα της μεγάλης μοναξιάς του «Αληθινά» ελεύθερου Ανθρώπου. Του ανθρώπου που δεν ξεχνά να ξεχνά αλλά και πάλι, ξεχνά να μην ξεχνά όταν το περιβάλλον βρίσκεται στον αντίποδα. Εντέλει, το άτομο είναι πράγματι μόνο, αλλά όσο το ίδιο το επιθυμεί, όχι περισσότερο. Η τάξη του κόσμου παραμένει, οι σκοποί διατηρούνται απόλυτοι και άθικτοι: η ιεραρχία δεν ανατρέπεται. Ας μετανιώσει, ας πάψει να θέλει το «κακό» για το «κακό» και όλος ξαφνικά, θα αποκατασταθεί η αξιοπρέπεια τόυ. Με μια ορισμένη έννοια, δημιουργεί: μέσα σε ένα συμπάν, όπου κάθε στοιχείο θυσιάζεται για να συμβάλλει στο μεγαλείο του συνόλου, ο σημερινός άνθρωπος, κάνει να φανεί η ιδιοτυπία, δηλαδή η ανταρσία ενός θραύσματος μιας λεπτομέρειας. Με τον τρόπο αυτό, προέκυψε κάτι που δεν υπήρξε προηγουμένως, που τίποτα δεν μπορεί να σβήσει και που δεν είχε κατά κανένα τρόπο προετοιμαστεί από την αυστηρή οικονομία του κόσμου: πρόκειται για έργο πολυτελείας, αναίτιο και απρόβλεπτο: Ας προσέξουμε στο σημείο αυτό, τη βαθύτερη σχέση μεταξύ του ηθελημένου κακού της εικόνας και της ποίησης. Η πρώτη και τελευταία συνδυαζόμενες μεταξύ τους, αργά η γρήγορα οδηγούν στη μέθοδο μιας πλαστικής χωρίς φόρμες, αναίτια και απρόβλεπτα όπως ακριβώς τα κύτταρα συνθέτουν πανομοιότυπα δάχτυλα με μοναδικά στον κόσμο όμως τα Δακτυλικά τους αποτυπώματα… Συζητάμε δηλαδή, για την πλαστική του εξπρεσιονισμού, τη διαβολική τέχνη όπως για παράδειγμα αναδύεται περίτρανα μέσα από τα έργα του αξιότιμου πλην ευφυώς διαβολικού κύριου Γιάννη Μερατζί. Έχουμε από πολύ νωρίς, διαλεκτικά οδηγηθεί στην οπτική του «κακού», που αναδεικνύει την ελευθερία όπως αυτή προκύπτει από μια bone foi διάθεση, που όμοια του δεν υπήρξε ποτέ, όχι τουλάχιστον στο βαθμό εκείνο που επέτρεπε την μετατροπή του ατόμου-σκλάβου σε άτομο-αυτόνομο. Στο εφεξής, όλοι μας ανεξαιρέτως, θα πρέπει να ηθικοποιήσουμε το κακό για το κακό, να πράττουμε το κακό για το κακό, δηλαδή να είμαστε Ελεύθεροι όσο το επιθυμούμε… ακόμα κιαν η θέλησή μας στρέφεται και αγαπά, το μαστίγιο και τα δικαστήρια, την απομόνωση και την εξορία από κάθε ομάδα ή σέκτα! (….)

Πραγματικά, θα το θυμάστε άλλωστε· τρόπον τεινά όλα τα ιερά τέρατα στη τέχνη και τη φιλοσοφία επηρεάστηκαν και αν όχι, υποκλίθηκαν, τόσο στο ζωγράφο όσο και στον κύριο Ματρεζι, τόσο για το μυσταγωγικό περιεχόμενο των καμβάδων όσο και για το ανατρεπτικό πνεύμα του δοκιμίου. Όμως εγώ, εγώ αγαπητέ φίλε, πείτε μου σας παρακαλώ… γιατί ένιωθα απαίσια με τον εαυτό μου?

Ο
Κυρίες, κύριοι και μικρά Παιδιά,
ας είμαστε αληθινοί για όσο το φιλί κρατά,
Όταν η ζωή Τυφλούς ακολουθεί και τα σκυλιά στη Limbo τηγανίζονται
τα συνδικάτα στο διαλύτη: «Βαριέμαι να αλλάξω το κόσμο!» διαλύονται
Κυρίες, κύριοι και μικρά Παιδιά,
«μας αρέσει να ξεχνάμε ή να μην μαθαίνουμε ποτέ!»

Το παιχνίδι της ζωής τσουλάει,
στο νερό που ιδρώνει, γλιστράει
το διψασμένο στόμα συναντά,
τυφλών ζωή της Limbo σκυλί
μίσος και παλαβή παράσταση
αντί να ξυπνάνε
θρεπτικά όνειρα λαών
ονειρεύονται ποσότητες!

Κυρίες, κύριοι και μικρά παιδιά,
γεννήσαμε το νέο κύμα ποιητών.

Πάμε ξεκινάμε,
Αναστεναγμοί μεγέθους πέους,
δάκρυα σερβιρισμένα σε αλμυρά στήθη,
ύψη σε μεγέθη αστρικής παράνοιας,
κραυγές αγωνίας δήθεν
κιόλα επιστρέφουν στη τροχιά του πιο ηλίθιου σχήματος.
Ο κύκλος τρεχάμενοι,
κάτω απ` το υπόστηγμα του πιο καυτού ιδρώτα σέρνεται,
στην έπαρση ν’ απαγγείλει:
» Για σας εδώ δεν είμαστε,
προτείνουμε ένα καλύτερο κόσμο,
σ’ ένα καλύτερο θάνατο!»

Ποιητές του κόσμου. Σταματήστε την Ομορφιά.
Ουρλιάξτε χαρούμενα την κόλαση υμνείστε.
Ποιητές του κόσμου. Ουρλιάξτε απαίσια!
Ουρλιάξτε, ουρλιάξτε, ουρλιάξτε!
Ουρλιάξτε, ξελαρυγγιαστείτε,
το τελευταίο ταγκό της ιστορίας χορέψτε
κοροϊδεύοντας και φτύνοντας
ονειρευτείτε ξερνώντας εμέσματα
στη σάλα του Χρόνου.

Ω, Ποιητές του κόσμου!
Δεν είμαστε εδώ,
να χτίσουμε κόσμο ζεστό,
λουλούδια δεν μπορούμε,
τρόπους εξόντωσης προτείνουμε
αθλιότητες που συνηθίσαμε
κι ανεπιφύλακτα στα προσεχώς
προτείνουμε!

Ποιητές του κόσμου, ουρλιάξτε!
Βιετνάμ, Κούβα, Κορέα, Σομαλία,
Λιβύη Αφγανιστάν Παναμάς Ιράκ, εικόνες φρίκης
που σαν τέτοιες, οι πόθοι μας εκφράζονται
στις λείες υφές του αρπακτικού που απλώνει
σκιές εξολόθρευσης πάνω απ’ τον ουμανισμό μας
Ιράν, Συρία, πατρίδες του «χρυσαφιού» και της ζήτησης
αυριανά τέκνα της Εκάτης,
προσευχηθείτε
τω Θεώ που η σειρά σας έρχεται
και το δείπνο έτοιμο
σε λιτό που τρώγεστε γεύμα.

Κυρίες, κύριοι και μικρά παιδιά,
στο νέο κύμα ποιητών που γεννήσαμε
στους τόσους αιώνες που προσμέναμε
την έκσταση του εφιάλτη κάναμε
η άχρηστη φαντασία η ανεύθυνη
το Χρόνο ακυβέρνητη να κυβερνά
τη μαγεία της θλίψης, ω κερί λιωμένο.
Πεδία μαχών ο νέος πόλεμος δεν θα χει,
Γιατί πια ο εχθρός, απέναντι δεν είναι.
Ο

Ήταν ένα μικρό δωμάτιο στο κέντρο της πόλης. Σας μιλώ για εκείνα τα μικρά, φτηνά ξενοδοχεία που βρίσκονται στα πιο αφιλόξενα σημεία της. Ξέρετε.. στενά δρομάκια, άδεια, κακοφωτισμένα, μεγάλη εγκληματικότητα, μισοερειπωμένα κτίρια που ερίζουν απειλητικά υπομαρτυρώντας το εγκατελειμένο πλην ένδοξο παρελθόν τους. Το δωμάτιο μου, είχε τον αριθμό 033. Έμενα σε ένα δωμάτιο που είχε τα χρόνια του Χριστού, ή σχεδόν, αφού ένα ολόκληρο μηδενικό με χώριζε από αυτήν την ιδέα. Ωστόσο, θα μπορούσα να σκεφτώ λιγάκι διαφορετικά επάνω στο ζήτημα. Θα μπορούσα λόγου χάρη, να υπερηφανεύομαι για το ότι ήμουν ένας έκπτωτος άγγελος, ακυρωμένος από τις καλές πράξεις και τις κλασσικές ρομαντικές εικόνες, ο αποδιωγμένος του παραδείσου, εκείνος που αρνήθηκε το 33o έτος θαυμάτων, αμφισβητώντας τον θεό, μηδενίζοντας τον, για χάρη της παράξενης ζωής, τέτοιας που επισύρει βιώματα πέρα από τη φόρμα της άρχουσας συμπεριφοράς. Ναι, θα μπορούσα να ερμηνεύσω τον αριθμό του δωματίου, ως το μηδενισμό του Μεσσία ή ως τη προσωπική άρνηση από κάθε λύτρωση. Αν δεν το έχετε ήδη καταλάβει, είμαι άνθρωπος των άκρων ακριβώς γιατί μόνο στα πέρατα των πραγμάτων συμβαίνει κάτι ενδιαφέρον. Μπορείτε να με βρίσκετε σε δεξιώσεις και άλλο τόσο σε υπονόμους. Βασικά δεν υπάρχει κάποια ιδιαίτερη διαφορά. Πώς λοιπόν θα μπορούσα να αντισταθώ στη γοητεία ενός φτηνού και βρωμερού ξενοδοχείου που βρισκόταν στις παρυφές της ανθρώπινης κατάντιας? Εσείς τώρα, με φαντάζεστε να κακοπερνώ, βουτηγμένο μες τις κακουχίες ή τις στερήσεις, σκεπτόμενος ίσως με τα όχι αντικειμενικά μέτρα και σταθμά, μα κοινωνικά. Δεν σας αδικώ. Αν ήμουν ένας «άνθρωπος» σαν εσάς, εργαζόμενος σύζυγος, πατέρας δύο χαριτωμένων παιδιών, αξιόπιστος φίλος και συνεπής πιστός, υποθέτω θα σκεπτόμουν με ένα παρόμοιο τρόπο. Η πεπατημένη βλέπετε. Ωστόσο, μιας και συνεχίζουμε τον κύκλο των συναντήσεων μας, θα μου έφερνε μια ελάχιστη ικανοποίηση αν μπορούσατε ν’ ανοίξετε λίγο περισσότερο τους γνωστικούς σας ορίζοντές, να συνειδητοποιήσετε την περίεργη όσο κι αλλόκοτη φύση της καρδιάς μου. Να με ακούσετε όχι με τα μάτια των αξιών της κοινωνίας που σας γαλούχησε και αρκετά πιθανόν να σας διαμόρφωσε ως αντίληψη. Σας ικετεύω για να προσπαθήστε να με κατανοήσετε με μια γλώσσα πιο παγκόσμια, πιο μαθηματική. Μη με παρεξηγήσετε όταν αναφέρω «μαθηματικά», όμως σας το διαβεβαιώ κι αν πάλι το θέλετε τότε να- ευχαρίστως ρωτήστε με, από που τους γενικευμένους αριθμούς των τελεστών, των τανυστών ή των απλών αριθμών, έμαθα πως κρύβεται συναίσθημα περισσότερο απ` όσο νομίζετε. Επιπλέον, από παλαιότερες διηγήσεις, ήδη σας έχω εξιστορήσει, την πολυδιάστατη έως φαινομενικά αντιφατική όψη της οπτικής μου. Γνωρίζετε καλά, τρέφομαι από το υπόγειο, τα σκοτάδια, τη Νύχτα, οπουδήποτε και αν βρίσκομαι, όπως κι αν νιώθω. Σας έχω αναφέρει ξανά και ξανά, με αφορμή διάφορα περιστατικά, παραμένοντας πάντα ο πιστός, τολμηρός σας έφηβος, γιατί νύχτα δεν σημαίνει άλλο από Αιώνια Νύχτα. Σας είναι νομίζω κατανοητό, πως η έννοια της κόλασης, στο δικό μου λεξικό τουλάχιστον, δεν αντικατοπτρίζει την ασχήμια, δεν εξισώνει με τη μοχθηρία, ούτε επιφέρει τον πόνο. Απεναντίας, τα χέρια μου έχουν ιδρώσει πάμπολες φορές από δέος, για καθετί ακατονόμαστο και καθετί ακαταλόγιστο, γιατί αφορά λίγο στα δικά σας αίσχη και λιγότερο στη δική της λαγνεία. Βλέπετε, συνήθως τα πλάσματα της ημέρας, τοποθετούν τις πυξίδες της σάρκας στους τόπους του ανεπιθύμητου, αυτό όμως δε με πτοεί. Και πως θα γινόταν διαφορετικά. Η ασθένειά μου βλέπετε, δεν επιτρέπει την έκθεση στον ήλιο, πώς? Α, σας έχω μιλήσει για αυτό? Σας ευχαριστώ, ναι ναι, να μου υπενθυμίζετε τί σας έχω αναφέρει και τί όχι, γιατί δεν μου αρέσει να επαναλαμβάνομαι. Έτσι λοιπόν, από τη στιγμή που καλώς ή κακώς,χωρίς να έχω δικαίωμα φυσικής επιλογής,τείνω να μοιάζω με μεθυσμένη νυχτερίδα παρά με ευδιάθετο κόκκορα,είναι νομίζω απολύτως λογικό να υμνώ τη νύχτα και κάθε Νύχτα, αφού τελικά, μέσα στα σκοτάδια ζω ή σκέφτομαι και άρα στα σκοτάδια υπάρχω. Ξέρετε, είναι πολύ σημαντικό να ακολουθείται η διάθεση. Είναι ο μόνος δρόμος που τρόπον τεινά εξαγνίζει,θεραπεύει ή και καταπολεμά την παθολογία κάποιων καταστάσεων. Στην περίπτωσή μου, αν είχα αποδεχτεί, ως μέτρο του φυσιογικού, τη ζωή υπό το φως του ήλιου, θα βίωνα την ούτως ή άλλως αναπόφευκτη Νύχτα μου, με ενοχές, ντροπή ή και άγχος. Θα ταλανιζόμουν πάντα από αμφιβολίες, οι οποίες αργά ή γρήγορα, θα έφθειραν κάθε ζωντανό κύτταρο, αποσυνθέτοντας σιγά σιγά τον εαυτό στα συστατικά του, οδηγώντας τον έτσι σε ένα πρόωρο θάνατο.Άλλωστε,αυτή δεν είναι η ουσία της ψυχανάλυσης? Σε τεμαχίζει αλλά μετά ξεχνά να σε επανασυνθέσει,αφήνωντας σε μετέωρο, διαλυμένο στα κομμάτια σου, σαν ένα φάντασμα, να τολμήσω να πω νεκρό? Το βεβαιώνω. Πιο νεκρός δε γίνεται. Οι ρόλοι, είναι εφεύρεση της μέρας, σας λέω. Την μέρα, τα όρια και κάθε μορφή συνόρου, αποκαλύπτονται με εκπληκτική σαφήνεια, προσδιορίζοντας μ’ ένα σύνολο συνεκτικό ή απλά συνεκτικό την ανθρώπινη συμπεριφορά σε φόρμες, τα λεγόμενα καλούπια. Θέλοντας και μη, ο χαρακτήρας, η βούληση δηλαδή, εγκλωβίζεται. Με άλλα λόγια, περιορίζεστε στο να πράττετε τοπικά, σε χώρους όπου ορισμένα από τα πράγματα επιτρέπονται ακριβώς γιατί κανείς δεν έχει εμπιστοσύνη στις ευγενικές προθέσεις του άγριου ζώου που κρύβεται σιωπηλά μέσα σας, προδιαθέτοντας την εκ φύσεως χειμαρρώδη σας καρδιά, ν’ αποτελεί ένα σύμβολο ολότητας, να επιδιώκει το απαγορευμένο ακατάπαυτα, απολαμβάνοντας τον εαυτό της, παρεκκλίνοντας ή ξεχειλίζοντας όπως τα ποτάμια όταν φράσσονται. Έτσι, όταν η πράξη σας τοποθετείται στο θρησκευτικό χώρο, σας λένε ότι αμαρτήσατε ενώ όταν πράττετε στον μεταθρησκευτικό, δηλαδή στον αστικό,σας διώκουν, ενημερώνοντας σας για το ότι παρανομήσατε. Και ξέρουμε πολύ καλά τον κομψό αυτό τρόπο ενημέρωσης… Πόσο αστείο ακούγεται στα αλήθεια κάτι τέτοιο? Θέλω να πω, είτε στον ένα, είτε στον άλλο χώρο, το να πεις στον εαυτό: αυτό δεν έπρεπε να το νιώσεις, το άλλο είναι ντροπή να το διαισθανθείς, το δείνα είναι ενοχή αν το πράξεις,καρδιά μου πάψε να ποθείς,πάψε να επιθυμείς,σταμάτα να απολαμβάνεις,δεν επιτρέπεται να σου σηκώνεται μέσα στην εκκλησία,δεν είναι σωστό να αμφισβητείς τον πολιτικό αρχηγό καθώς και άλλα παρόμοια, μόνο σαν ειρωνεία μπορεί να το εκλάβει ένα πραγματικά ελεύθερο μυαλό. Το `χω πει πολλές φορές και θα το ξαναπώ όσες χρειαστεί: Καλό είναι εκείνο που θες να φανερώσεις ,κακό είναι εκείνο που θες να κρύψεις. Όσο πιο πολλοί είναι εκείνοι που φανερώνεις ή τους κρύβεις την πράξη σου, τόσο μεγαλύτερος ή μικρότερος είναι ο βαθμός του καλού ή του κακού που κουβαλάς στις πλάτες. Μη θυμώνετε, ξέρετε πολύ καλά ό,τι έτσι είναι. Δοκιμάστε το και σύντομα θα ανακαλύψετε ό,τι αυτό που σας λέω έχει καθολική εφαρμογή στον ανθρώπινο κόσμο. Με άλλους θα έπρεπε να οργίζεστε, το γνωρίζετε. Εντέλει, αυτό καθαυτό, δεν υπάρχει πράξη πέραν του φόνου και ολίγων ακόμα εξαιρέσεων, που να αποτελεί σταθερή εφαπτομένη μιας ορισμένης ηθικής στάσης, του νόμιμου ή του παράνομου, του καλού ή του κακού,του μεμπτού ή του άμεμπτου. Το προχωρώ ακόμα βαθύτερα. Είμαι πεπεισμένος αγαπητέ ότι αποφασίζουμε πολύ πιο πριν από την πράξη, σε ποιο από τα δύο επίπεδα ηθικής θα την κατατάξουμε, ανάλογα με το αν τελικά θέλουμε να έρθουμε σε μια ενδεχόμενη ρήξη, να προκαλέσουμε έστω, το εκάστοτε σύστημα αξιών και βέβαια αναφέρομαι στις πράξεις εκείνες που ονομάζονται εν ψυχρώ. Σας διαβεβαιώ, αν ήμουν εγώ ο δικαστής και δίκαζα τον κλέφτη, αν και εφόσον με περίσσεια χαρά έβγαινε μπροστά, χωρίς να χρειαστούν οι διαδικασίες αστυνομικής έρευνας και ποινικής δίωξης, να βροντοφωνάξει σε όλους μα όλους τους συμπολίτες του, με περηφάνια την πράξη της υπαιξέρεσης από το δημόσιο ταμείο για παράδειγμα, θα τον αθώωνα αμέσως. Κάνετε όπως επιθυμείτε κι ας νομίσετε ότι παραληρώ αλλά δεν έχετε δίκιο. Ξέρετε πόσο δύσκολο πράμα είναι να εκθέτονται οι πράξεις μας δημοσίως. Λέω πως οι ποινές, θα έπρεπε καταδικάζουν το βαθμό μυστικότητας μιας πράξης που ντρεπόμαστε για λογαριασμό της. Όχι όμως. Επιμένουμε να τις κατατάσσουμε σε λίστες επιτρεπτών και απαγορευμένων με βάση την ισχύουσα ηθική του ανθρώπου. «Μα όσον αφορά τα επίγεια, κερδίζει πάντα ο διάολος?», αυτό είναι το καίριο ερώτημα που θα έπρεπε σπεύσουμε ν’ απαντήσουμε, να κατανοήσουμε τον τρόπο με τον οποίο μια ολόκληρη μηχανική της διαβολής αναπτύσσει τα δίχτυα της στις θάλασσες των ζωών μας. Σας τ’ ομολογώ για πρώτη και τελευταία: Η διαβολή στηρίζεται στην ντροπή. Σκοτώσατε τη ντροπή, σκοτώσατε το διάβολο! Μα τώρα εσείς θα θελήσετε να με παρερμηνεύσετε… ίσως πάλι να σκέφτεστε πως έλλειψη ντροπής συνεπάγεται την απουσία του μέτρου, σωστά?…
Οι εν θερμώ ενέργειες,αποτελούν κάτι το ουδέτερο, ενέχουν το αθώο σίγουρα, μεταφράζονται κατόπιν καλές ή κακές, πάλι ανάλογα με το βαθμό μυστικότητας που επιθυμούμε να διατηρήσουμε. Ελάτε, ομολογήστε το, μη ντρέπεστε. Πάντα υπολογίζετε το κατά πόσο η πράξη σας αυτή θα αρέσει ή όχι στους γύρω σας, έτσι δεν είναι? Η μελαχρινή καλλονή που κάθεται απέναντί, οι λαμπερές γάμπες, το πλούσιο μπούστο, η φαντασίωση και το εξωτικό της άγνωστης ∙ σας βλέπω που τη γλυκοκοιτάτε τόση ώρα. Θα κάνατε μια φευγαλέα στάση μαζί της να δώσετε «ένα» στα γρήγορα, λίγο πριν πάτε σπίτι σας και αγκαλιάσετε τη σύζυγο τρυφερά, μα θα τολμούσατε να εξομολογηθείτε τη πράξη αυτή? Μη βαυκαλίζεστε. Η απάντηση είναι ένα απλό όχι. Δεν θα ρισκάρατε ποτέ για ένα επικείμενο διαζύγιο που επισύρει ένα σωρό προβλήματα δικαστικής-οικονομικής φύσης. Διατροφές, επιμέλειες και φυσικά η κατακραυγή του μυχού άνδρα. Τελικά όμως, παρότι η λεπίδα της τιμωρίας απειλεί, εσείς το κάνετε. Παραμένετε πιστός στα αιτήματα του αρχαίου κυνηγού που κρύβεται. Τα ένστικτα κυριαρχούν, ο πόθος εκπληρώνεται. Εκεί ακριβώς εστιάζεται το πρόβλημα, στη δέση δυο διαφορετικών επιδερμίδων, δυο φαινομενικά αντίθετων κόσμων όπου η ντροπή του ενός επισκιάζει την αναπόφευκτη δράση του άλλου. Ξέρετε, δεν εκπλήσσομαι ιδιαίτερα, για τη μορφή που πάνω-κάτω έχει πάρει ο κόσμος στις μέρες μας. Από τις κυβερνητικές συμπεριφορές των top-secrets μέχρι τις μεμονωμένες, κοινωνικές συμπεριφορές των ένοχων μυστικών, όλα αυτά για τα οποία, σας βεβαιώ, γελώ με κατανόηση κάθε φορά που έμεσα ή άμεσα τα συναντώ στην καθημερινότητα, με έχουν οδηγήσει σε ένα συμπέρασμα άνευ προηγουμένου. Όσοι ονομάζονται φυσιολογικοί άνθρωποι, ζουν και ενεργούν την ώρα που ό ήλιος βρίσκεται ψηλά στον ουρανό, καθοδηγούμενοι από το φως της εργατικότητας λειτουργούν περισσότερο σαν κίβδηλοι λεπτότητας παρά ως ευτυχία των αγνών προθέσεων.
Φαίνεται διψούν για σκιές, γιατί έχουν από τη μέρα κουραστεί κι αρρωστήσει από το φως. Η δολιότητα είναι εφεύρεση της μέρας σας λέω! Τουναντίον και μπορώ να μιλήσω σε προσωπικό επίπεδο προκειμένου να σας πείσω, εγώ, λόγω υγείας, ευτυχώς συνήθισα να ζω τα σκοτάδια και έτσι έμαθα να ονειρεύομαι το φως. Ο ήλιος δεν είναι από πάνω μου, σε κάποιο μυστικό παράθυρο του ουρανού. Ο ήλιος βρίσκεται μέσα μου αγαπητέ,ο ήλιος είναι η καρδιά μου. Το φως το αγαπώ ακριβώς γιατί ποτέ δεν το απολαμβάνω στη φυσική του διάσταση .Ναι, σε αντίθεση με τα πλάσματα της μέρας, διψώ για φως, να λοιπόν γιατί, αυτό που στα δικά σας μάτια μάτια ηχεί ως κάτι το δόλιο, διαβολικό ή κακό, στα δικά μου φωτίζεται, καθάρεται και στο τέλος εξαγνίζεται. Να γιατί,η κόλαση που τόσο πολύ σας συγκινεί και σας τρομάζει συνάμα, αποτελεί για εμένα ό,τι και ο παράδεισος. Απλές λεπτομέρειες της ίδιας αθωότητας! Το πρόσημο αλλάζει όχι όμως και η πορεία. Ο κολασμένος ελπίζει για κάτι καλύτερο, σε μια απόδραση απ’ το καζάνι του έστω, ενώ ο κάτοικος του Παραδείσου, έχει λησμονήσει την ελπίδα, δεν προσδοκά σε κάτι, όλα είναι τέλεια, χαριτωμένα και βολικά-νεκρά κατά τη γνώμη μου. Ίσως τελικά όμως να του έχει απομείνει μια τελευταία κάψα ελπίδας που σύντομα θα εξελιχθεί σε πύρινη λαίλαπα: η έκπτωση, είναι η μόνη δυνατή αλλαγή στη κατάσταση της τελειότητας. Ακολουθεί η πτώση προς τις φωτιές και η ελπίδα γεννιέται!
Το δωμάτιο 033, εχθρικό προς όλες τις αρνίσιες ψυχές, διαβολικό για κάθε άγιο της μέρας, μοχθηρό για μπαμπάδες μαμάδες, θείους και θείες, συντελεί πτωτικά, ωθώντας στο απαγορευμένο, προκειμένου κάποιοι να ζήσουν ό,τι άλλοι τους απαγορεύουν. Εμένα αυτό με τρομάζει και όχι η μικρή πόρνη που περίμενε υπομονετικά στο κεφαλόσκαλο του ξενοδοχείου να βγάλει το μεροκάματό. Ο απλός κόσμος, χωρίζεται σε δύο μέρη μπορώ να πω. Σε εκείνο το κομμάτι της μέρας όπου οι άνθρωποι περιμένουν το βράδι αδημονώντας, για να μπορέσουν να ολοκληρώσουν ήσυχα και αθόρυβα τις βρωμιές τους και στα πλάσματα της Νύχτας, που για αυτά, το φως συμβαίνει ως επινοημένη έννοια που θέλει να τρυπώσει σε πρόσφορο έδαφος, γόνιμο κι ελπιδοφόρο, εκεί που η καρδιά θα μπορούσε να φυτρώσει ως ηλιοτρόπιο. Έτσι, εγώ, ο Leo de Divergence, ποιητής ουρλιαχτών, γεννημένος εραστής της Αιώνιας Νύχτας, ανυπότακτος και ανυπάκουος, αγρίμι σκέτο, διψώντας από ευγένεια μέσα στην ατυχία μου, στάθηκα αρκετά τυχερός όπως ακριβώς συμβαίνει με τη ζωή που φυτρώνει στα πιο απόκρημνα και αφιλόξενα μέρη, όπως ακριβώς συμβαίνει με τη ζωή που φυτρώνει παντού: Η αναπηρία λόγω των ψυχοσωματικών μου, ή καλύτερα, η δική μου έλλειψη ευελιξίας του οργανισμού, ενώ από τη μία, με καταδίκασαν σε κοινωνική απομόνωση, ξέχωρα από την υπόλοιπη κοινωνία να ζω και να θυμάμαι Νύχτα μόνο, από την άλλη, κάπως ανορθόδοξα, με αποζημίωσε γενναιόδωρα. Δεν βρίθω διόλου από εμμονές ή σεξουαλικά απωθημένα, πληρότητα που μου επιτρέπει να μπορώ πάντα να είμαι, ερεθιστικά γλυκός και απλόχερα ανεκτικός.
Η ιστορία που επιθυμώ να σας διηγηθώ αυτή τη φορά,αφορά τα γεγονότα της έβδομης νύχτας του προηγούμενου μήνα του τρέχοντος έτους. Δεν είναι κάτι αποσπασμένο και ανεξάρτητο από τα όσα μέχρι στιγμής σας έχω εξομολογηθεί, αλλά πέραν της ατομικής σας διασκέδασης, ίσως παράλληλα να μπορέσει να αποτελέσει μια μικρή απόδειξη, των όσων διακύρρητα προ ολίγου.
Ήταν το βράδυ εκείνο, τότε που έκανε πραγματικά εξωφρενικό κρύο, τότε που ο αέρας φυσούσε φέρνοντας αληθινό πάγο στο διάβα του ενώ οι ουρανοί έριχναν ψιλό χιονόνερο. Θυμάμαι…θυμάμαι βρισκόμουν στο μικρό δωμάτιο του 033, ξαπλωμένος σα βασιλιάς στο λιλιπούτειο κρεβάτι, πίνοντας ρούμι, γράφοντας ποιήματα, κοιτώντας τους υγρούς φθαρμένους τοίχους του γεμάτος ικανοποίηση.. Σας ανέφερα ότι απέναντι από το σκωροφαγομένο κρεβάτι υπήρχε εντοιχισμένος ένας νιπτήρας με μια απλή, ορθογώνια, ραγισμένη επιφάνεια καθρέφτη από πάνω? Ναι, ακριβώς αγαπητέ φίλε, όπως τα έπιπλα φυλακής. Τί πολυτέλεια! Αλήθεια, ήταν το πιο σιχαμερό δωμάτιο στη πόλη.
Εντελώς αναπάντεχα η ποιητική μου ζέση σταμάτησε όταν η πόρτα χτύπησε και μια παιδική φωνή ακούστηκε. Στην αρχή νόμισα ό,τι πρόκειται για τη καμαριέρα ή κάτι ανάλογο, πράγμα που με εντυπωσίασε ιδιαίτερα, αφού το ξενοδοχείο, έμοιαζε περισσότερο με μπουρδέλο και μάλιστα του χειρίστου είδους, παρά με τόπο όπου θα μπορούσε κανείς να έχει μια άνετη εξυπηρετική διαμονή των μερικών ημερών. Μετά σκέφτηκα να επιμείνω ποιητικά, να αντιδράσω στα ερεθίσματα της πραγματικότητας : «ας είναι το κοράκι, ας μπει, ας φτερουγίσει μέσα σε δωμάτιο γδαρμένο και υγρό, φτερά του άλλου κόσμου ας παφλάσει, ας κάνει και ας πει ότι κι αν επιθυμεί, τέρατος σάλπιγμα ή φωνή αγγελική, έρωτα να πενθήσω δε θρηνώ, το θάρρος μου δεν παίρνει ο γέρο θάνατος που ‘ναι σύντροφος π’ έρχεται πιστός παρά εχθρός,» . Τελικά απάντησα φωναχτά λέγοντας : «Όποιος κι αν είσαι..η Πόρτα μου είναι ανοικτή και Πάντα θα Είναι» . Τότε η πόρτα άνοιξε και δυο όμορφες γυναίκες μπήκαν μέσα. Ήταν δυο χαριτωμένες, ντροπαλές πόρνες.Υπέθεσα ότι η μια θα ήταν αρκετά νεαρής ηλικίας. Αφού ζήτησαν ευγενικά συγγνώμη για την ενόχληση, μου είπαν ότι έκαναν πιάτσα τρία με τέσσερα τετράγωνα παραπέρα και ότι εξαιτίας της κακοκαιρίας, κρύωναν φρικτά,εντελώς εκτεθειμένες καθώς ήταν, δείχνοντας μου χαρακτηριστικά τα ελαφριά τους ρούχα και τα μελανιασμένα από το κρύο μπράτσα και πόδια. Είπαν επίσης, πως όχι μόνο δεν έβρισκαν πελάτη να τις πάρει από εκεί, κάπου ίσως σε ένα ζεστό δωμάτιο σαν το δικό μου, αλλά δεν υπήρχε ούτε ζωγραφιστό ταξί που να κυκλοφορεί εκεί έξω για να πάρουν και να πάνε σπίτι τους. Η πόλη λέει είχε ερημώσει εντελώς ξαφνικά και ήμουν η μόνη τους ελπίδα. Με παρακάλεσαν για αυτό, ομολογώντας ότι είχαν ψαρέψει τον γεράκο στη ρεσεψιόν, πιάνοντας του κουβέντα,αρχικά δήθεν για να πιάσουν δωμάτιο αλλά όταν τους είπε πως ήταν όλα πιασμένα, υποκρίθηκαν με τέχνη πως τάχα είχαν τελικά ραντεβού με κάποιο μοναχικό κύριο αλλά δυστυχώς δεν θυμόντουσαν τον αριθμό του δωματίου του. Έτσι ο γεράκος, άρχισε να δίνει περιγραφές των πελατών που δεν έκαναν ημιδιαμονή και είχαν πληρώσει για ολόκληρο το βράδυ. Όταν τις ρώτησα γιατί με επιλέξανε ανάμεσα σε άλλους, απάντησαν χαμογελώντας πονηρά, πως ήμουν ο πιο νέος, λιγότερο σιχαμένος για παρέα και πιο ακίνδυνος απ`όλους. Το πιο νέος ή το λιγότερο σιχαμερός το καταλάβαινα, τόσο καιρό να δίνουν το σώμα τους σε άθλιους βρωμόγερους που άλλο σκοπό δεν είχαν από το να ξεγελούν τη φύση ή το χρόνο απλώνοντας τα τρεμάμενα χέρια τους, περισσότερο για να βεβαιωθούν ό,τι ζουν παρά για να εξωτερικεύσουν την ορμή τους, μου έμοιαζε με το χαλασμένο βάζο μαρμέλαδας που έτρωγε από λίγο κάθε μέρα μια κυρία που ήξερα, για να μην πάει χαμένη η ποσότητα.Το ακίνδυνο όμως με παραξένεψε. Πώς γνώριζαν ό,τι είμαι ακίνδυνος? Όταν τις ρώτησα, πήρα μια πράγματι, αποστομωτική απάντηση, τέτοιας ισχύος, που σας ορκίζομαι αγαπητέ φίλε, είναι το ομορφότερο φλερτ που μου έχουν κάνει ποτέ. Είπαν : «Μα,είσαι Ποιητής!». Αν και ποτέ δεν κατάλαβα πως διάολο θα μπορούσαν να γνωρίζουν ότι γράφω, θεώρησα αυτό το καλό ψέμα ως μια βεβαιότητα που δεν θα έπρεπε να παραγνωρίσω, αφού η ανάγκη να με αποκαλούν Ποιητή οι ξένοι, πάντα με συγκινεί τρυφερά. Στη ζωή μου, έχω συναντήσει κάθε καρυδιάς καρύδι. Κατά γενική ομολογία, στη ζωή, επιδίωκα τη συντροφιά των μορφωμένων,ατόμων που το να μπορείς να διαλογισθείς μαζί τους με μια κάποια αυστηρή ορολογία, αποτελεί αν μη τι άλλο εγκεφαλικό οργασμό. Όμως, κανείς τους, πέραν ολίγων μόνο εξαιρέσεων σίγουρα,δεν αναγνώρισε ποτέ με τόσο αγνό πάθος και σοφία την Ποίηση, ως μέσο που εξανθρωπίζει τη λογική και ανακουφίζει την καρδιά, όσο εκείνες οι ασήμαντες- για μας τους δήθεν πολιτισμένους πολίτες-πόρνες.
Αυτά που σας περιγράφω, με κάνουν να θυμάμαι μια χαλκογραφία των αρχών της χιλιετηρίδας,όπου ο Αρχιμήδης, ναυαγός με τους μαθητές του σε κάποιο άγνωστο νησί, προσπαθεί να τους καθησυχάσει σχετικά με τις προθέσεις των ανθρώπων αυτού του τόπου, δείχνοντας τους κάποια αποτυπωμένα στην άμμο, γεωμετρικά σχήματα. Δεν είναι φοβερό σαν σύλληψη? Αν γνωρίζεις από γεωμετρία,δεν είσαι βάρβαρος. Κατά τον ίδιο τρόπο, οι φοβισμένες και συνάμα απελπισμένες πόρνες, στην απόγνωσή τους επάνω, να βγάλουν κάπου με ασφάλεια και ζεστασιά τη δύσκολη εκείνη νύχτα, από τις περιγραφές του γεράκου-μάλλον τους περιέγραψε ό,τι γράφω, εξιστορώντας τους τον τρόπο με τον οποίο του είχα αφιερώσει δυο ρύμες για να συμπληρώσω το λογαριασμό-επιλέγουν εμένα. Και επιλέγουν εμένα, ακριβώς γιατί είμαι Ποιητής( λένε), οπότε αφού είμαι ποιητής, δεν είμαι επίφοβος. Μου άρεσε πολύ ο συλλογισμός αυτού του αθώου ψέματος και έτσι τις προσκάλεσα μέσα, θεωρώντας ό,τι η συντροφιά τους, θα ήταν μεγάλη μου τιμή αλλά τις προειδοποίησα , για τον κίνδυνο που ελλόχευε να φανώ λίγο έως πολύ βαρετός, καθότι ως άνθρωπος του λόγου, ήταν πολύ πιθανό να αρχίσω να φλυαρώ αδιάκοπα στα αυτιά τους. Με απενεχοποίησαν ,σπεύδοντας να απαντήσουν,πως αν και εφόσον συνεβαινε κάτι τέτοιο,θα με έκαναν να σιωπήσω, χαλαρώνοντας με με ένα καλό μασάζ. Και τότε εγώ, άρχισα να φλυαρώ… Δεν μπορείτε να φανταστείτε το ρίγος που ένιωσα όταν ήρθαν και ξάπλωσαν δίπλα μου,μία από τα δεξιά και η άλλη από τα αριστερά του κρεβατιού. Όση ώρα τους μιλούσα για το ποιος ήμουν και τι έκανα στη ζωή μου, έδειχναν μια φοβερή προσήλωση και φροντίδα σαν να ήμουν το σημαντικότερο πλάσμα στη γη. Τα χέρια τους με άγγιζαν με τέτοια φυσικότητα, που συγκρίνεται μόνο με τον τρόπο που εγώ χαϊδεύω τον εαυτό μου. Με ψηλαφούσαν, με τα δάχτυλα τους να ακροθιγούν στην κοιλιά, στα αυτιά, στα μαλλιά, στους μηρούς, παντού. Ένιωθα το όργανό μου, να είναι υπερβολικά φουσκωμένο, έτοιμο να ξεσπάσει και να σκορπίσει παντού τη γονιμότητα, αλλά προσπάθησα να αντισταθώ και να μην εκμεταλλευτώ την περίσταση. Αρκετά ύπουλα και χυδαία τους συμπεριφερόταν ο υπόλοιπος κόσμος. Εξάλλου, τις είχα συμπαθήσει και από την άλλη δεν ήθελα να σπιλώσω την ποίηση. Πείτε με ρομαντικό,αλλά ήθελα να τους μείνει κάτι καλό και ουσιαστικό από τη σύντομη αυτή στάση που θα έκαναν με κάποιον άνθρωπο της ράτσας μου.
Είχε περάσει αρκετή ώρα,από τη ξαφνική όσο και ευχάριστη έφοδο στο μικρό δωμάτιο 033,που ακόμη δεν είχαμε συστηθεί.Αποφάσισα λοιπόν,να κάνω ακόμα πιο προσωπικό το όλο θέμα. Μου αποκάλυψαν τα ονόματά τους τα οποία αποδέχτηκα ως πραγματικά. Μισέλ και Σάσα. Η Μισέλ, ήταν μια όμορφη, λεπτοκαμωμένη κοκινομάλλα με πλούσια στρογγυλά στήθια και μωβ μικρά χείλια, 24 χρονών, κορίτσι της επαρχίας που δραπέτευσε κυριολεκτικά από το σπίτι της σε πολύ νεαρή ηλικία, γιατί δεν άντεχε άλλο το ξυλοφόρτωμα του πατριού της και την παθητική στάση της μάνας της, αδιαφορία που τροφοδοτούσε συνένοχα τη βαναυσότητα του. Έκανε δύο δουλειές, το πρωί σερβιτόρα σε ένα μικρό καφέ κάπου στο κέντρο και το βράδυ ως ανεξάρτητη ιερόδουλος, προκειμένου να μαζέψει γρήγορα κάποιες οικονομίες, γιατί ήθελε κάποτε λέει, να έχει την οικονομική δυνατότητα να μπορεί να αγοράσει ένα σπίτι. Επιπλέον, το μεγαλύτερο της όνειρο, ήταν να κάνει μια οικογένεια. Όταν τη ρώτησα,ποιος τάχα είναι κατά τη γνώμη της ο καλύτερος τύπος συζύγου, μου απάντησε κάθετα, με έναν ποικιλοτρόπως εννοούμενο κυνισμό:»Αυτός που δεν θυμίζει τον πατριό μου!».Γέλασα· ακόμα και οι πόρνες ονειρεύονται «Έναν» σύζυγο! Με τη Σάσα, ένιωσα κάπως άβολα όταν άκουσα την ηλικία της και όχι μόνο. Συνήλθα γρήγορα από την πληροφορία που μου έδωσε ό,τι διανύει επισήμως, το 17o έτος της ηλικίας της, ηλικία που απορρίπτω ως εναρκτήριο χρόνο για να γίνει πόρνη μια κοπέλα, αφού ως ηλικία δεν τη θεωρώ ικανή, το να μπορεί δηλαδή, να προσφέρει την ίδια απόλαυση που μπορεί να προσφέρει μια μεγαλύτερη και πιο ώριμη σε έναν άντρα. Το αντιπαρήλθα, κοιτάζοντας για λίγο τα εξωτερικά της χαρακτηριστικά. Δεν θύμιζε σε τίποτα δεκαεπτάχρονη έφηβο, αφού είχα να κάνω με μια ψηλόσωμη γυναίκα, μαυρομάλλα με δυο τεράστια γαλανά, εντυπωσιακά μάτια ενώ και το υπόλοιπο σώμα της, καλοσχηματισμένο και γεροδεμένο, δεν άφηνε περιθώριο για τέτοιους ενδοιασμούς. Το σχολείο, το είχε παρατήσει από την τρίτη γυμνασίου και τώρα συνέχιζε σε μια τεχνική σχολή γραφιστικής. Η μητέρα της ασχολούνταν με οικιακά και ο πατέρας της δούλευε ως αστυνομικός στο τμήμα ηθών. Γέλασα όταν άκουσα το τελευταίο και δεν το άφησα ασχολίαστο. Η Σάσα, παραδέχτηκε πως οι κατηχήσεις του πατέρα της για τον ανίερο, σκοτεινό και επικίνδυνο κόσμο «της εμπορίας λευκής σαρκός» όπως έλεγε χαρακτηριστικά ο «μπαμπάς» , περισσότερο την ερέθιζαν κάνοντάς την να επιζητεί τη συμμετοχή της σε ένα τέτοιο κόσμο, παρά την απέτρεπαν. Της άρεσε η ιδέα της πόρνης, μόνο και μόνο από αντίδραση στον εξουσιαστικό μπαμπά της,που από τότε που είχε βρει δουλειά ως αστυνομικός, κυριολεκτικά είχε μεταμορφωθεί σε ένα αποστειρωμένο χωριάτη, φέρνοντας την νοοτροπία των μπάτσων στο σπίτι. Ήθελε να τα ελέγχει όλα και αυτό την εξόργιζε. Η Σάσα, έμαθε να επιδιώκει την ελευθερία της, ανακαλύπτοντας την μέσα στην απρέπεια, αφού ατιμάζοντας ηθικά τον εαυτό της, βίωνε το ήθος της δικής της ελευθερίας,έστω και με το χειρότερο τρόπο. Αφήστε που κατά τα λεγόμενα της μικρής, ο μπαμπάς της είχε τόσο εθιστεί με τη στολή, που χωρίς αυτήν δεν μπορούσε να κουτουπώσει τη μαμά της, γιατί όταν την έβγαζε, ένα περίεργο εσωτερικό κλικ του μυαλού, του αναιρούσε κάθε στύση μόλες τις φιλότιμες προσπάθειες της μαμάς της. Άλλες φορές πάλι, όταν στο σπίτι, άκουγε τον πατέρα της, να μιλά πότε με αηδία για τις καημένες ρωσιδούλες που απελαύνονταν ημίγυμνες πίσω στη χώρα τους και πότε με μίσος και τιμωρία για τους κακούς νταβατζήδες, προαγωγούς γυναικών που αυτός και η παρέα του συννελάμβαναν το προηγούμενο βράδυ σε κάποια έφοδο που γινόταν κάθε τόσο στους παράνομους οίκους ανοχής, η Σάσα πήγαινε αμέσως στο δωμάτιό της και αυνανιζόταν. Δεν απολάμβανε τόσο, αυτά κάθε αυτά τα γεγονότα ή τις πράξεις της, όσο το ότι απαγορευόντουσαν δια ροπάλου από τον μπαμπά της. Την ερέθιζε αφάνταστα το ενδεχόμενο του να πιαστεί στα πράσα που λέμε.
Επιπροσθέτως, είχε μια σεξουαλική μανία,αχορταγία που συνδυαζόταν θαυμάσια με το παιχνίδι που είχε κατασκευάσει στο μυαλό της. Ήθελε λέει, να γαμιέται δεξιά και αριστερά, με νέους, γέρους, παντρεμένους, εργένηδες, παπάδες, φαντάρους δεν είχε σημασία. Δεν είχε καμία έγνοια,για το αν ο άλλος είναι απλά όμορφος ή ο κουασιμόδος ο ίδιος, ούτε καν αν ήταν ευυπόληπτος οικονομικά ή όχι.Τέτοια επαναστατική διάθεση από μια νεαρή πόρνη? Το μόνο που μέτραγε, ήταν να μπορεί να του σηκώνεται για να μπορεί να τη γαμήσει και μετά να της αφήνει τα 70 ευρώ στο κομοδίνο. Βεβαίως αυτό δεν αποτελεί ανατρεπτική θέληση, αλλά κυνισμό και σκληρότητα της εποχής μας. Ιδιαιτέρως όμως, απολάμβανε τη διαδικασία πληρωμής της. Μίλησε-και αυτό με προβλημάτισε υπέρ του δέοντος-για μια ολόκληρη ψυχολογία χαρακτήρων που είχε κατασκευάσει, θεωρία που βασιζόταν στον τρόπο με τον οποίο οι πελάτες πλήρωναν. Οι παντρεμένοι για παράδειγμα, άφηναν απλά τα χρήματα στο κομοδίνο, πολύ πριν η κουβέντα φτάσει στο χρηματικό. Πιο ψυχολογικά ακόμα, οι ανώμαλοι, ανάπηροι και οι έμμονοι, πλήρωναν χέρι με χέρι, βυθισμένοι σε μια σιωπηλή υποτακτική φόβου και ντροπής, με το κεφάλι κατεβασμένο μέχρι το πάτωμα, αποφεύγοντας να κοιτάξουν στα μάτια. Τα άτομα αυτά, τα θεωρούσε κάτι σαν συγγενείς της και τα συμπονούσε καμιά φορά, γιατί μέσες άκρες, είχαν το ίδιο πρόβλημα με εκείνη. Απολάμβαναν την παθολογία, βουτηγμένοι στις ελλείψεις και τον οίστρο, τη λατρεία για το απαγορευμένο, μάσκα που φοριέται στα σκοτεινά, που δίνει τη δυνατότητα να υπάρξουν, έστω για λίγο, ως κάτι άλλο που δεν ήταν πριν ή που δεν θα είναι μετά. Στον αντίποδα,οι φυσιολογικοί επιβήτορες, δεν είχαν τόσο πλάκα. Είτε πλήρωναν με αεράτη αδιαφορία, είτε προσπαθώντας να αποσπάσουν την ομολογία της, ως απίθανου, φοβερού και τρομερού εραστή, την κοίταζαν τόσο ηλιθιωδώς επίμονα στα μάτια,που της ερχόταν να βάλει τα γέλια. Ε, καμιά φορά, τύχαινε κάποιος να την κοιτάζει λιγότερο από ανασφαλή βλακεία και περισσότερο ευθύβολα οπότε στο τέλος δεν του αρνιόταν ένα τζάμπα, αρκεί να γινόταν στα γρήγορα. Πραγματικά, είχα μείνει εμβρόντητος από τον κυνισμό της μικρούλας. Σχεδόν την θαύμαζα μπορώ να πω. Στο σημείο αυτό, η Μισέλ με ρώτησε αν επιτρεπόταν να στρίψει λίγο χόρτο για να καπνίσουμε όλοι μαζί. Αστειευόμενος απάντησα, πως αν απαγόρευα κάτι τέτοιο, η μικρή Σάσα ήταν ικανή τη στιγμή που εμείς θα κοιμόμαστε,να καλλιεργήσει μια ολόκληρη χασισοφυτεία μέσα στο δωμάτιο, οπότε ήταν προτιμότερο να το καπνίζαμε και να περάσουμε ευχάριστα όλοι μαζί,όσο χρόνο μας είχε απομείνει,παρά να κέντριζα το αντιδραστικό της στοιχείο με προκλητικά απαγορευτικά,όπως ατυχώς έκανε ο κυρ αστυνόμος και μπαμπάς της. Η ώρα κυλούσε γλυκά και αισθησιακά,καπνίζωντας και μιλώντας.Οι δυο τους,ουδέποτε σταμάτησαν να με χαϊδεύουν. Τέσσερα γυναικεία χέρια με άγγιζαν, κυριολεκτικά με έγδυναν στο ρυθμό της πλάνης και της σαγήνης, ενώ παράλληλα φιλοσοφούσαμε, έχοντας ξεπεράσει τα προσωπικά μας, επιχειρηματολογώντας με τρόπο αξιωματικό και συμπερασματικό, για τον έρωτα του μοιραίου, την έκπτωση των ανθρωπίνων σχέσεων, την πολιτική, την τέχνη και την επιστήμη. Νομίζω,ότι είχε προκληθεί κάτι που δεν το περίμενε κανείς μας. Στην αρχή, όταν ανέβαιναν τις σκάλες του ξενοδοχείου με προορισμό την πόρτα 033, ίσως να σκέφτονταν ότι θα διεκδικούσαν την διαμονή τους στο δωμάτιο με αντάλλαγμα το σώμα τους,αλλά τώρα,η ελευθερία επιλογής τους άνηκε. Ήταν ελεύθερες να κάνουν ότι τους κατέβαινε. Τις ερέθιζε πολύ η συμπεριφορά αυτή, πρωτόγνωρη για εκείνες σίγουρα, το να μην αποτελούν δηλαδή, αντικείμενα εκμετάλλευσης. Τους προσέφερα άδολα ένα μέρος ζεστό και ασφαλές για να περάσουν αυτό το δύσκολο βράδι, χωρίς να τους υπαγορεύω τι και πως να πράξουν απέναντί μου, παρόλο που το ήθελα πολύ και δεν σας κρύβω ότι πολλές φορές μπήκα στο πειρασμό, αλλά σεβόμενος όσο λίγοι, αφενός μεν τη φιλοξενία, αφετέρου δε την αξιοπρέπεια τους, δεν απαίτησα ποτέ τίποτε, παρά μόνο ίσως με τη στάση μου, την «υγρή» αυτή ενέργεια που εκπέμπει το σώμα. Αχ, το σώμα δεν ψεύδεται ποτέ, αλλά η τραγωδία του θέματος είναι ότι τις περισσότερες φορές λέει ναι γελοιοποιώντας με τον τρόπο αυτό το κεφάλι που βασίζει την γαλήνη του στην άρνηση! Από την άλλη την ίδια στιγμή, εγώ, καθόμουν μόνος, αφοσιωμένος στα γραπτά, προσπαθώντας να μην σκέφτομαι το συνωμοτικό κλίμα της υπόθεσης με το θείο Sam, ή την υπόνοια που είχα πως είμαι κάποιος άλλος-κάποιος που δεν γνωρίζω και που ενδεχομένως να μην θέλω και να μάθω. Όμως, η εισβολή τους στο δωμάτιο, με έκανε να νιώσω καλύτερα, με την έννοια ό,τι με βοήθησαν να ξεχάσω, έστω κι αν ήταν για λίγο. Ίσως για αυτό, η Μισέλ, σε πλήρη συμφωνία με τη μικρή Σάσα, θέλησαν να ξεπληρώσουν τρόπον τεινά την ευγένεια και την γενναιοδωρία που επέδειξα σε αυτές,παρατείνωντας το ευχάριστο κλίμα της εξερεύνησης μεταξύ μας.
-Πόσο καλός Ποιητής είσαι Leo?Mε ρώτησε με ένα αυστηρό,σχεδόν φιλολογικό ύφος η Μισέλ.
-Γλυκιά μου,εξαρτάται από τη μουσικότητα της στιγμής και την αδιάντροπη διάθεση για ειλικρίνεια που έχω ή που δεν έχω.Εξαρτάται από το πόσο πολύ ή το πόσο λίγο, μπορώ να αντισταθώ απέναντι στον ίδιο μου τον εαυτό. Να υπερβώ τους φραγμούς του, να πειθαρχήσω έναντι σε κάθε λογής παραλήρημα ή να κυριαρχήσω και να τιθασεύσω τα φοβικά ένστικτά. Να μπορέσω να καταγράψω στο χαρτί, με την αφαιρετική γλώσσα της ποίησης, το φαινόμενο της ζωής αν όχι την ίδια τη ζωή. Αλλά προς τι αυτή η ερώτηση?
-Θέλουμε πολύ να είσαι ο καλύτερος ποιητής που υπήρξε ποτέ, είπε η Σάσα με ένα γνωστό, αθώο και όλο αφέλεια παιδικό τρόπο.
-Τί θα έλεγες αν τοποθετούσαμε το δίσκο της κλίνης πάνω στο κρεβάτι, έβαζες πάνω όλα αυτα τα χαρτιά και τα μολύβια και έγραφες ένα ποίημα αφιερωμένο σε μας, την ίδια στιγμή που εγώ και η Σάσα θα γλείφουμε όσο γίνεται καλύτερα,τον ιδιαίτερο φίλο μας? Θα μπορούσες να τιθασεύσεις τα ένστικτά σου, να γίνεις ο κυρίαρχος του εαυτού σου και να γράψεις ένα υπέροχο ποίημα? Νιώθεις αυτή τη μουσικότητα τώρα?
-Εεε,… εμ, ω, καλά.Ναι..Ναι Μισέλ,μου αρέσει η ιδέα σου.Έχω δοκιμάσει πολλά πράγματα στη ζωή μου,αλλά τη φυσικότητα αυτής της υπέρβασης ποτέ.Θα το προσπαθήσω.
-…αχ προσπάθησε το… γρύλισε η Μισέλ.
-Σάσα,έχεις τη καλοσύνη να μου δώσεις το δίσκο που βρίσκεται δίπλα σου?
-Αμέ! (Άκου αμέ!)
-Μισέλ,δίπλα στο κομοδίνο,είναι ένα μολύβι και μια μεταλλική κασετίνα,φέρτα
μου σε παρακαλώ.
-Δεν χρειάζεται να μας πληρώσεις.Θα το κάνουμε τζάμπα για σένα,βιάστικε να πει η Σάσα.
-Ω,ευχαριστώ όμως δεν ψάχνω για χρήματα,απάντησα.
-Τι έχει μέσα η κασετίνα?Ρώτησε η Μισέλ σαν πιο έμπειρη που ήταν και χούφτωσε τους όρχεις μου.
-Έχεις διαβάσει Carlos Castaneda Mισέλ? τη ρώτησα χαμογελώντας πονηρά.
-Όχι απάντησε σουφρώνοντας με νόημα τα λεπτά της φρύδια.
-Τί έχει μέσα η κασετίνα? Θέλω να μάθω…επέμεινε και η Σάσα ενώ το δεξί της χέρι έπιασε το πέος μου και άρχισε να το μαλακίζει.
-Peyote, απάντησα βαρυαστενάζοντας.
-Θέλω και γω!
-Δεν είναι για σένα Σάσα.Πραγματικά στο λέω.Είναι πολύ ισχυρό. Ο εγκέφαλός σου δεν θα αντέξει.
-…και για σένα γιατί κάνει? ρώτησε και άφησε το πέος μου μόνο του να διαμαρτύρεται.
-Κορίτσια,πρέπει να καταλάβετε κάτι. Με το peyote, η ατομική προσωπικότητα, η προσωπική θέληση, διαλύεται μέσα σε ένα μεγαλύτερο ον που κορμί του είναι όλα όσα γίνονται αντιληπτά. Όπως ακριβώς τώρα, μέσα σε αυτό το δωμάτιο. Φανταστείτε τους τοίχους του σαν τους τοίχους του μυαλού. Το μυαλό κυριολεκτικά εκρήγνυται σε ένα Blow-up που περιέχει όλο το περιβάλλον. Το κορμί βγαίνει από τα όρια του δέρματος και ο οργανισμός με τον περίγυρό του, μετατρέπονται σε ένα αξεδιάλυτο σύμπλεγμα. Αυτό είναι μια διαδικασία ενοποίησης. Όταν τελειώσει, αρχίζει η φάση της μεταβλητότητας. Όλα ρέουν και αλλάζουν σε μια αδιάκοπη μεταμόρφωση. Πολλές φορές έχεις την εντύπωση ότι μυρίζεις τα χρώματα και βλέπεις τους ήχους. Άλλες φορές, οι μουσικές νότες του μυαλού, παράγουν στο νου απίστευτα αρχιτεκτονικά σχήματα, που τα βλέπεις με κλειστά μάτια και τα αγγίζεις χωρίς να κουνάς τα χέρια. Το γενικό αίσθημα είναι ότι όλα αυτά δεν είναι μια ψεύτικη εμπειρία που γέννησε βοηθούμενο το μυαλό, μα μια εναλλακτική οδός της σκέψης που πήδηξε πέρα από τις συνηθισμένες μορφές της αντίληψης. Μη νομίζετε ότι το ταξίδι στην υποτιθέμενη ενόραση είναι μια απέραντη ευτυχία. Υπάρχουν και εφιαλτικά ταξίδια. Ωστόσο, προσωπικά όλα αυτά εγώ, τα περιφρονώ και τα θεωρώ μια βλακεία και μισή. Είτε καλό, είτε κακό είναι το ταξίδι, δεν με ενδιαφέρει καθόλου.
-Τότε?
-Καταρχήν,ένα βασικό χαρακτηριστικό αυτού του παράξενου ταξιδιού, είναι η κατάργηση του εξωτερικού χρόνου, του περιβάλλοντος δηλαδή.
-Ω,γουστάρω,σαν το LSD! με διέκοψε η Μισέλ έχοντας τη βεβαιότητα ότι είπε κάτι σημαντικό.
-Όχι, γιατί στην περίπτωση του LSD, επιβάλλεται μια χρονική μορφή αντίληψης χωρίς ιδιαίτερη λεπτομέρεια στη μνήμη, που παραλλάσει τα άψυχα αντικείμενα προσδίδοντας τους ζωή ή κίνηση και καταγράφει με αδιαίρετη συγκέντρωση αυτό που συμβαίνει,ενώ αργότερα, όταν θα έχει έκλειψη η επήρεια, θα υπάρχει ένα συναίσθημα ευτυχίας ή δυστυχίας υπό την αμυδρή εντύπωση ότι κάτι συνέβη χωρίς να ήσουν άμεσα παρών. Εδώ σας μιλάω για κάτι εντελώς διαφορετικό. Για μιας αυθόρμητης αποκάλυψης τα σύμβολα που μόνο όσοι γράφουν ποίηση για χρόνια μπορούν να έχουν. Γλυκές μου, συγγνώμη για αυτό που θα τολμήσω να πω, αλλά εσείς, ακόμη δεν ξέρετε πως να μεταχειρίζεστε τις αδυσώπητες αλήθειες του εαυτού σας. Μια τέτοια ορατή πραγματικότητα της κρυφής σας μεριάς, θα σας αποτελείωνε ψυχολογικά. Επιπλέον, δεν θα σας δώσω όσο και να επιμένετε, γιατί εσείς το αντιμετωπίζετε σα φυγή σε ένα τεχνητό παράδεισο ή ως μέσο διασκέδασης.
-Γιατί Leo,τί άλλο θα μπορεί να είναι εκτός από αυτό?
-Από τη στιγμή που δεν χρησιμοποιείται με τη σοβαρότητα μιας ιατρικής θεραπείας και με την αγνότητα μιας ας πούμε, θρησκευτικής πράξης, δεν πρόκειται να συμμετέχω σε μια κοινή χρήση μαζί σας.
– Leo, αν δε πιεις αυτό το πως το πες…Peyote, μπορείς να γράψεις? Ρώτησε η Μισέλ επιθετικά.
-Όπως σου είπα και προηγουμένως γλυκιά μου, θεωρώ όλες αυτές τις θεωρίες των ψυχεδελικών εμπειριών απλά χαζομάρες. Θα σας πω κάτι, αλλά μη με παρεξηγήσετε, απλά δεν βρίσκω διαφορετικό τρόπο να το εκφράσω. Δεν είμαι παιδί του ιρασιοναλισμού. Στα δικά μου μάτια, η πολυπλοκότητα του ανθρώπου και της φύσης ευρύτερα, περιγράφεται ρασιοναλιστικά. Οι πολέμιοι κατά του ρασιοναλισμού και αρχής γινομένης οι εχθροί του Καρτέσιου, γνώριζαν μόνο τα εκφραστικά εργαλεία που περιγράφουν το κόσμο στατικά για αυτό και καταφέρονταν εναντίον του. Αυτοί, υπήρξαν πολέμιοι, ακριβώς γιατί νόμιζαν ότι ο επιστημονικός κόσμος είναι φτωχός σε γνώση, μόνο και μόνο γιατί εγκλωβίζεται δήθεν στην εφαρμογή και έχει ως γνωσιολογικά εργαλεία τον αθροιστικό άντε και τον πολλαπλασιαστικό τρόπο σκέψης. Μεγάλο λάθος. Αγνόησαν παντελώς τον εκθετικό τρόπο, τον συναρτησιακό που είναι η σκέψη της απεικόνισης, τον διαφορικό που αποτελεί τη σκέψη της κίνησης, τον τανυστικό που αποτελεί τη σκέψη της κίνησης σε πολυδιάστατους χώρους. Νομίζουν ότι η επιστήμη αρχίζει και τελειώνει μέσα στον εαυτό της, παγιδευμένη σε μια αιώνια ταυτολογία. Από την άλλη, κάτι ανάλογο συμβαίνει με τους λάτρεις της επιστήμης σε ότι αφορά την τέχνη, γιατί λένε πως η αλήθεια που πηγάζει από την τέχνη είναι εξορισμένη από το είναι του εαυτού και εντοπίζεται πάντα εκεί έξω με την μορφή της εξωστρέφειας, δηλαδή της προβολής του είναι. Όλοι σφάλλουν σχεδόν παιδικά. Τέχνη και Επιστήμη, είναι οι δυο διαφορετικές όψεις του ίδιου νομίσματος. Η μόνη διαφορά είναι ότι μαθαίνεις να λες το «σ’ αγαπώ» σε διαφορετικές γλώσσες.
Προσωπικά αγαπητέ φίλε, εγώ έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η ποίηση είναι επιστήμη και η επιστήμη ποίηση ασχέτως αν κάποια στιγμή της ζωής μου, ομολόγησα δήθεν στην Έλλη πως η ποίηση είναι απλά ένα εργαλείο για πάσης φύσεως εξερεύνηση. Το είπα για να την αποδιεγείρω ακριβώς γιατί ζήλευε και μισούσε το πάθος μου για εκείνην, την ποίηση εννοώ. Της έκλεβα το χώρο! Όμως ας συνεχίσω με την περιγραφή:
«Τελικά, δεν με ενδιαφέρει η στιγμή που βρίσκομαι εκτός εαυτού, αν θες η στιγμή που έχω χάσει την επαφή με το συνειδητό και αναφέρομαι στο αίτημα της μνήμης-δεν υπάρχει ασυνείδητο αγαπητέ- ίσως να μην με αφορά καθόλου.Με ενδιαφέρουν οι σκέψεις και τα συναισθήματα μετά. Ε, κι αν έχω κρατήσει κάτι κι από το ταξίδι μου, είναι κι αυτό ευπρόσδεκτο. Αυτές οι αιρετικές καταγραφές είναι οι δικές μου αναπαραστάσεις του κόσμου.Αν το θες διαφορετικά, μελετάω κατά κάποιο τρόπο, τον τρόπο που εξελίσσεται το χάος. Μπορώ να γράψω και νηφάλιος και το περισσότερο καιρό έτσι γράφω,αλλά γενικά δεν έχω αναστολές ή ταμπού τέτοιου τύπου. Είμαι το πειραματόζωό μου, ο ιστορικός του σώματός μου, όπως διατύπωνε και ο Θορό. Πραγματικά, αν καθόμουν να ακούσω τις κατηχήσεις και τις συμβουλές τρίτων,τέτοιες που αφορούν στη μηχανική του γραψίματος, θα ήταν σαν να έχω κατασκευάσει το πρόβλημά μου. Ο σκοπός δεν είναι να με επιλύσω, αλλά να με περιγράψω.
-Leo μας δουλεύεις?
-Όχι,γιατί?Α, και σας παρακαλώ να με φωνάζετε μικρό!
-Δεν κατάλαβα λέξη από όσα είπες.Μήπως σε πείραξε το χορταράκι που ήπιαμε πριν?Εσύ Σάσα κατάλαβες τίποτα?
-Λοιπόν μικρέ,διαφωνώ στο σημείο που απορρίπτεις τον ιρασιοναλισμό εντελώς.
Νομίζω θα ήταν σκωπτικό εκ μέρους σου, να αποδεχτείς τον ιρασιοναλισμό και τα χαρίσματά του,τουλάχιστον κατά τη στιγμή που βιώνεις το trip και δεν έχεις επαφή με το συγκροτημένο χαρακτήρα σου…Αν έχεις να διαλέξεις ανάμεσα σε δύο αντίθετες μεταξύ τους θεωρίες,η καλύτερη είναι ένας καλός συνδυασμός και των δύο.Τί έγινε ρε παιδιά,γιατί με κοιτάται σαν βλαμμένα και τα δυο σας?
Έμεινα με τη Μισέλ για λίγο αμίλητος κοιτώντας και οι δυο την Σάσα με απορία και στο τέλος ξεσπάσαμε σε γέλια.Η Σάσα ήταν εκπληκτική! Είχα μια πόρνη φιλόσοφο στο κρεβάτι μου και το έβρισκα πολύ ενδιαφέρον. Άφησα τη κασετίνα πίσω στο κομοδίνο χωρίς να πειράξω το peyote,πήρα το δίσκο στα πόδια και άρχισα να γράφω στο χαρτί ένα ποίημα.Εκείνες άρχισαν να με εμποδίζουν,κάνοντας αυτό που έπρεπε ενώ ταυτόχρονα πρόλαβα να ξεστομίσω μια φράση αυτοαναφοράς:
-Δεν απορρίπτω τίποτα γλυκιά μου

Ο
Σκέψη γδύθηκε στα βλέμματα θεών, φιλήθηκε με κεραυνό και σκέψη ξαναέγινε.
Σκέψη καίει στη λάμψη ρωμαϊκών πυρσών, πετάγεται στην άβυσσο,
Στο δρόμο για την κόλαση έκανα ωτοστόπ με τον Κέρουακ,
Έχεις ακούσει τον ήχο της φωτιάς όταν πέφτει?
Καίμε, φωτιά είμαστε… ( Πέφτουμε)
Οι άγγελοι του Θανάτου σταμάτησαν και μας πήραν.
Πάνω σε κόκκινη χαρά ονειρεύτηκα τον Έσσε,
φορούσε τη μάσκα του λύκου και έτρεχε γυμνός στο δάσος.
Το φεγγάρι ήταν απαλό και ευγενικό μαζί του.
Έχεις ποτέ ντυθεί στα χρώματα του ασημιού?
Οι άγγελοι του θανάτου σταμάτησαν και μας άφησαν,
καίμε, φωτιά είμαστε… (Πέφτουμε)
Σταυροδρόμι! Ο Τζακ κοιμήθηκε κάτω από τη σκιά της χαρουπιάς για πάντα.
Ο θείος Sam έπαιζε κιθάρα δίπλα και γω αναρωτιόμουν,
αναρωτιόμουν
γιατί η φωτιά που καίει, υπάρχει κάτω από τους ωκεανούς
υπάρχει πάνω από τους ουρανούς
υπάρχει μέσα στη Καρδιά.
Ο

-Τι παράξενο ποίημα, είπε η Σάσα και συνέχισε να με γλείφει.
-Ναι,δεν το καταλαβαίνω,αλλά το νιώθω,συμπλήρωσε μπουκωμένη στο σάλιο της η Μισέλ.Όμως είναι λιγάκι τρομακτικό.Ποιοι είναι όλοι αυτοί που αναφέρεις?
-Χα,το Τζακ Κέρουακ λες Μισέλ? Τίποτα, ένας από τους αγαπημένους μου συγγραφείς που είχε κάτι αλλόκοτες συνήθειες, είπα και έπιασα απαλά το πίσω μέρος των κεφαλιών τους.
-Και αυτός ο Χέσσε? Ρώτησε η μικρή καταπίνοντας τους όρχεις μου.
-Έσσε Σάσα, Χέρμαν Έσσε. Κι αυτός συγγραφέας. Έγραψε ένα μυθιστόρημα με τίτλο «Λύκος της Στέπας»,όχι κάτι ιδιαίτερο και εξεζητημένο, της ίδιας εμβέλειας με τη «Δίκη» του Κάφκα, αλλά να,ο λύκος είναι το αγαπημένο μου ζώο.
-και αυτός ο Sam?Αυτός τί έγραψε?
-Αυτός? Τίποτα,είναι φίλος μου και είναι ζωγράφος.
-Α, Έλληνας δηλαδή ξαναρώτησε η Μισέλ.
-Ναι,ναι καρά Έλληνας, της απάντησα με στόμφο.
-Και τότε γιατί έχει ξενικό όνομα? πετάχτηκε χαμογελώντας η Σάσα νομίζοντας ότι με έπιασε να λέω ψέματα.
-Καλά θα σας πω,εσείς όμως θα ήθελα να συνεχίσετε αυτό που κάνετε. Θα σας πω αλλά μη αρχίσετε να κάνετε παράνοιες. Πρόκειται για μια περίεργη ζωή ενός πολύ ασυνήθιστου τύπου…Αχ,ναι…
-Εδώ χρυσέ μου δε φρικάραμε με τους δύο μητροπολίτες που ήρθαν προχθές και μας πήραν, θα φρικάρουμε με σένα που είσαι αστέρι? με διέκοψε η Μισέλ.
-Α? Μητροπολίτες? Χα, τελοσπάντων. Ο θείος Sam είναι παρατσούκλι. Το κανονικό όνομα είναι Γιάννης Μερατζίς και…
-Μερατζίς είπες? αναφώνησε η μικρή Σάσα που βρήκε αφορμή να με διακόψει και εκείνη με τη σειρά της. Μα αυτός είναι φίλος του μπαμπά. Μένει απέναντί μας σε ένα εισόγειο διαμέρισμα. Εγώ προσωπικά δεν τον έχω δει ποτέ, αλλά έχω ακούσει το μπαμπά να λέει παράξενες ιστορίες για αυτό το τύπο.
-Tελικά είναι μικρός ο κόσμος. Σαν τι ιστορίες δηλαδή? ρώτησα και ανασηκώθηκα αποτραβώντας το πέος μου από το στόμα τους. Δεν ξέρω γιατί το έκανα, μη με ρωτάτε αγαπητέ μου.
-Ε, να, εκτός του ότι καμιά φορά αργά το απόγευμα ή νωρίς το πρωί ακούγονται φωνές και ουρλιαχτά από το διαμέρισμά του,κυκλοφορεί η φήμη στη γειτονιά ό,τι ο κύριος Μερατζίς σχετίζεται με τους φόνους των πλουσίων που συμβαίνουν στην παλιά Αθήνα, κάθε φορά που έρχεται η Άνοιξη. Λένε ότι αυτός τους κάνει. Μάλιστα ένα καιρό, είχα μάθει από τον μπαμπά ότι τον παρακολουθούσε το εγκληματολογικό.
-Και? Ρώτησα.
-Δεν έβγαλαν άκρη μαζί του. Τους είχε τρελάνει κανονικά. Τον έχαναν από τα μάτια τους, λες και άνοιγε η γη να τον καταπιεί. Με δέος ανακάλυπταν αργότερα τον κύριο Γιάννη σπίτι του να κοιμάται και όταν τους άνοιγε…
-Όταν τους άνοιγε τί?
-…σαν να ήταν κάποιος άλλος στο κατώφλι του σπιτιού.Σου λέω ο τύπος δεν στέκει στα καλά του λέει ο μπαμπάς. Μάλλον είναι ξέρεις, από εκείνους τους τρελούς ζωγράφους που όταν αυτοκτονούν αποκτούν διασημοτητα και τα έργα τους γίνονται ανάρπαστα. Είναι εντελώς παλαβός αυτός ο τύπος σου λέω. Όλοι το ξέρουν αυτό στη γειτονιά. Πάντως, αν είναι δολοφόνος, σίγουρα έχει και συνένοχο.
-Τί σε κάνει να το λες αυτό?
-Ε, να, πολλές φορές αργά το βράδυ, τον έχω ακούσει να συνομιλεί με κάποιον τύπο που ο τρόπος ομιλίας του μοιάζει με τον δικό σου.
– και?
-Συζητάνε για το πως θα εκδικηθούν λέει κάποιους, πως πρέπει να γίνει η δουλειά χωρίς να τους πάρουν χαμπάρι και ιδιαίτερα οι μπάτσοι. Έχω κρυφακούσει σου λέω.
-Γιατί δεν τα μαρτυράς αυτά στο μπαμπά σου να συλληφθεί, γιατί τα λες σε μένα?
-Κοίτα, αν τελικά σκεφτώ ότι ο κος Μερατζίς δεν είναι τίποτα άλλο τελικά από ένα μαλάκα που σκορπίζει το θάνατο δεξιά κι αριστερά θα το κάνω. Εξάλλου,σε κάποιον έπρεπε να τα πω αυτά αλλιώς θα έσκαγα. Άσε που σου έχω εμπιστοσύνη. Κατάλαβες τώρα?
-Leo?
-Σας έχω πει εκατό φορές να με φωνάζετε μικρό!
-Μα τί έχεις τί έπαθες? ρώτησε η Μισέλ με ανησυχία
-Mικρέ, δεν με πιστεύεις? ρώτησε διαδοχικά η μικρή Σάσα.
-I believe you. Υοu `ve smoked me, απάντησα αστειευόμενος,παραποιώντας τον Castaneda. Απλά να,η ώρα είναι 3:30 και πρέπει να βρίσκομαι κάπου. Εσείς κορίτσια,
καθίστε εδώ όσο θέλετε.Θα επιστρέψω σε καμιά ώρα περίπου.Αν πάντως δεν σας ξαναδώ όταν επιστρέψω,να ξέρετε ότι χάρηκα πάρα πολύ για τη γνωριμία.Είστε σπουδαία άτομα. Σας παρακαλώ, να μου προσέχετε, είπα ευγενικά προσπαθώντας να κρύψω την αγωνία από αυτά τα νέα που είχα μάθει. Φόρεσα την καμπαρντίνα και έκανα να φύγω. Λίγο πριν την πόρτα, γύρισα το κεφάλι μου προς αυτές και τις κοίταξα σα να να τις έβλεπα για τελευταία φορά. Ήταν η τελευταία φορά. Σας λέω αγαπητέ μου, ήταν τόσο όμορφες κι οι δυο τους έτσι ξαπλωμένες ημίγυμνες στο κρεβάτι μου, μισότυλιγμένες στα λευκά σεντόνια, ναζιάρες και ασφαλείς σα γατούλες μπροστά στο ζεστό τζάκι του σαλονιού. Ένιωσα λιγάκι ηλίθιος που έφευγα τόσο βιαστικά. Ήταν τόσο όμορφες. Σαν θεές του σάλιου! Όμως το αόρατο χέρι που με σπρώχνει σε κάθε νέα περιπέτεια με έσπρωξε και τώρα. Έτσι άνοιξα την πόρτα και βγήκα έξω από το δωμάτιο 033. Κοντοστάθηκα για λίγο και άναψα ένα τσιγάρο. Ήθελα να σκεφτώ. Τελικά ο θείος Sam ήταν τρελός? Δολοφόνος? Εγώ? Τί ρόλο είχα εγώ σε όλα αυτά? Κι αν εγώ και ο θείος Sam είμαστε το ίδιο πρόσωπο? Όχι, όχι! Αποκλείεται να συνέβαινε κάτι τέτοιο. Είχα ένα παρελθόν που δικαιολογούσε την ταυτότητά μου. Κι όμως. Ο καταιγισμός των ερωτήσεων δεν έλεγε να σταματήσει. Ξαφνικά μεταμορφώθηκα σε κάτι που είχα καταφέρει να μην είμαι. Ρωτούσα συνεχώς τον εαυτό μου: για τα λεφτά στο κομοδίνο που έβρισκα κάθε απόγευμα όταν ξυπνούσα. Από που είχα εισόδημα? Πώς κατόρθωνα να επιζήσω αφού ποτέ δεν με θυμάμαι να τρώω. Μα θυμόμουν καλά, έσπευδα να απαντήσω, ήμουν χρήστης ηρωίνης από την εφηβεία. Αποφάσισα να γίνω ποιητής μέσα στη κοινότητα. Το γράμμα που είχα γράψει στον εαυτό μου τα εξηγούσε όλα. Μου το έστειλε ταχυδρομικά εκείνη η κοπελίτσα. Τότε γιατί δεν θυμάμαι το όνομά της? Οι γονείς μου, τί απέγιναν οι γονείς μου? Αν κάποιος κάνει φόνους, μάλλον θα ευθύνεται ο κύριος Ορέστης και ο άλλος, ο γερμαναράς φίλος του.Τους άκουσα με τα αυτιά μου. Ήθελαν 50χιλιάδες ευρώ παραπάνω για να γίνει η δουλειά.Σίγουρα για τούτο ήθελαν τα extra χρήματα.Και το μήνυμα της Χριστίνας? Δεν ήξερα, τα είχα χαμένα. Για κάθε κατάφαση, υπήρχε και μια άρνηση. Κι όμως, κάπου έπρεπε να υπάρχει μια λεπτομέρεια που να μην είχα σκεφτεί. Έτσι, από δικαστική απειρία και μόνο δηλαδή, αποφάσισα να αναβάλω για λίγο την ετυμηγορία. Θα ακολουθούσα τις οδηγίες του θείου Sam και θα έβλεπα που θα με οδηγούσε όλο αυτό. Εντέλει, αν αυτός και γω είμασταν το ίδιο πρόσωπο, αποκλείεται να ήθελε το κακό μου! Ο διάβολος ποτέ δεν θέλησε το κακό των υπηκόων του επι γης αλλά υπό γης…Με ικανοποίησε αυτή η τελευταία σκέψη και τότε πέταξα το τσιγάρο.. Λοιπόν… Είχα ραντεβού Λεπενιώτου και Ηβής, στο κέντρο της πόλης.Θα ήμουν εκεί!

Ο
Ο χρόνος, είναι παρεξήγηση.
Η εντροπία σκοτώνει!

Θυμήσου τη μέρα,
πέθανες και Χ(ώ)ρευες,
βαλς της φωτιάς άναβες
παράφωνα σαξόφωνα και ρυθμικά τύμπανα, ηλεκτρικές κιθάρες,
τρελαμένα όμποε, μαγικά φλάουτα και βαρύτονα πλήκτρα,
κι όλα παραμιλούσαν στην άκρη…
Πως ξέσπασε φως,
μουσική επανάσταση και Στύση
πυξίδες αμφισβήτησης, 68’ κι ύστερα θλίψη

Αυτός! Αυτός! Αυτός!

Ρύθμισες το μπάσο στη ψυχή του ρυθμού,
«Ποιος?» ρωτάς,
τύλιξες τη μελωδία τυχαία, φίδι επάνω της,
«Ποιος?» ρωτάς,
όπλισες με λέξεις και τράβηξες τη σκανδάλη!
«Ποιος?» μη ρωτάς.

«Εγώ είμαι αθώος, εγώ δεν έκανα τίποτα! Είμαι Αθώος σας λέω»
«Εσύ Ποιος?»

«Ο εαυτός! Ο εαυτός!Ο εαυτός!»

Χώρος αγκαλιάζει γεγονότα
κι αίφνης Χρόνος γεννιέται

Γιατί
Μελωδία, ο λόγος του θεού και,
Ρυθμός, το σώμα του διαβόλου
είναι!

«Κάνε άγρια νύχια τη γέφυρα της Κραυγής,
περιμένω στη γωνιά που συχνάζουν εφιάλτες
κακές γλώσσες που για προδομένα όνειρα μιλούν.
Αυτές δεν ξέρουν ό,τι τα χρυσόμηλα δεν τρώγονται,
και οι στρουθοκάμηλοι δεν πετάνε»

«Κουρασμένα στεκόταν, η μυρωδιά της ηδονής για αιώνες,
συντετριμμένη από ιερείς ευνούχους
εξουσιαστικούς ηθικολόγους
κι ανέραστους δειλούς
που ότι ‘κλεισαν σε χρυσό κλουβί
παλάτι ονόμασαν!»

-Αν ήταν κάτι να φοβάσαι ότι πιότερο πληγώνει,
άλλο από την Ομορφιά δεν είναι,
μα στον άνθρωπο μεγαλείο δεν υπάρχει
το βουκολικό παγόβουνο
τη καρδιά νεκρώνει.

«Μην φοβάσαι. Ομορφιά δεν υπάρχει!
Πάντα υπονοείται.. Ιδού η στατιστική της απόδειξη!»

«Κάνε άγρια νύχια τη γέφυρα της Κραυγής.
Πέρασε απέναντι παρελαύνοντας
φτύνοντας και γελώντας σιχαμερά εμέσματα.
Κλείσε την Πόρτα.
Πέτα το κλειδί και αφανίσου…»

Η μουσική περιέχει τα πάντα.
Όποιος το γνωρίζει αυτό,
την εντροπία δεν φοβάται.

Ο

Και τώρα αγαπητέ φίλε, ετοιμαστείτε για κάτι πιο σκληρό, πιο διαφορετικό. Θα σας περιγράψω έναν αποτρόπαιο φόνο. Πραγματικά, δεν με ενδιαφέρει αν είναι ή δεν είναι ότι πιο φριχτό και αποκρουστικό έχετε ακούσει. O σκοπός μου δεν είναι να διαγωνισθώ σε ένα ανούσιο φεστιβάλ τρόμου. Δεν με αφορά κάτι τέτοιο, όσο το να μπορέσετε, να με βοηθήσετε, να οδηγηθούμε μαζί σε κάποια άκρη, να βάλουμε τα σκόρπια κομμάτια του πάζλ σε μια τάξη για να είμαστε σε θέση και γω αλλά και σεις με τη σειρά σας, να κατανοήσουμε τα γεγονότα που μας αφορούν έμμεσα ή άμεσα. Σας ζητώ προκαταβολικά συγγνώμη αν έχετε την πεποίθηση πως σας έμπλεξα και νομίζετε ότι βρίσκεστε στο κέντρο ενός κυκλώνα. Ποτέ δεν ξέρετε πόσο βαθιά είναι μια λακκούβα αν πρώτα δεν πέσετε μέσα της. Ούτε βέβαια θα πρέπει να υποθέσουμε κακόπιστα πως ο πυρήνας της προβληματικής μου είναι αυτός των ρηχών ερμηνειών ίσως. Το σύμφυρμα από ανόμοια και άσχετα πράγματα που με απασχολεί, προσωπικά το έχω πάρει ζεστά. Δεν θέλω να το αφήσω στην τύχη του. Ξέρω ότι στη θέση μου το ίδιο θα κάνατε και εσείς. Όπως ξέρω επίσης πως κάτι παράξενο συμβαίνει κατά βάθος, όμως αυτό δεν σημαίνει πως κοιτώ την αλήθεια κατάματα σαν να τη γνωρίζω από πριν… πιστέψτε με αγαπητέ φίλε, είμαι και γω περίεργος σαν κι εσάς και μερικές φορές μάλιστα απορώ τόσο πολύ με αυτόν τον τρελό άνεμο γεγονότων, έτσι που προσπαθώ να μυρίσω τα κρυφά μηνύματα που ταξιδεύουν απαλά στον απόηχό τους. Ζω και γω στην άγνοια ξέρετε. Ακούστε λοιπόν.
Προχώρησα. Ένα χαριτωμένο εγκληματικό σοκάκι ξανοιγόταν μπροστά. Σκοτεινό τόσο που κάθε σκιά, αντιστοιχούσε σε ένα φόβο, στενό σαν να επρόκειτο να περάσω ανάμεσα από τερατώδεις συμπληγάδες και έτσι υγρό που νόμιζα ότι το νερό της βροχής στο πλακόστρωτο είναι ζωντανό και απειλεί,απειλεί να μου αρπάξει τα πόδια, να με ρουφήξει ολόκληρο, να με αφανίσει. Ελάτε, ας φανταστούμε μαζί την εικόνα, υποκριθείτε τα πάθη του δύστυχου εαυτού μου: Και, εμ, ε …εκείνος ο φωταγωγημένος στύλος, γιατί βρισκόταν στο πιο ανατριχιαστικό σημείο αυτού του μικρού δρόμου? Λίγο πριν από την διασταύρωση, διάολε! Αν κάποιος μοχθηρός αντεροβγάλτης παραφυλούσε εκεί, σίγουρα θα γνώριζε ότι κάποιος έρχεται, θα έβλεπε πρώτα τη σκιά να περνά τη διασταύρωση και ύστερα,οπως ξαφνικά δρομώνει το βέλος και με λύσσα ορμά στη σάρκα διατρυπώντας την,έτσι δολοφονικά θα χτυπούσε και εκείνος,ακριβώς πίσω από τη πλάτη μου.Σαν βέλος…Ω,θα έπρεπε να είμαι αρκετά προσεκτικός. Δεν θα ήθελα να πάθω κάτι τέτοιο. Θα ήταν φρόνιμο να επεξεργάζομαι σωστά κάθε ήχο και κάθε σκιά,να βρίσκομαι σε εγρήγορση για παν ενδεχόμενο. Όμως να, σας το ομολογώ. Έχω νικήσει την ιδέα του θανάτου μέσα μου. Έχω δουλέψει σκληρά για κάτι τέτοιο, μετουσιώνοντας κάθε ύλη σε ιδέα, γιατί πια δε βρίσκω φρικτό το ενδεχόμενο του να πεθάνω, όσο το μια στιγμή πριν του δεδικασμένου του, να έχω τρομάξει μέχρι θανάτου! .Ένας καλός θάνατος για παράδειγμα, είναι να πεθάνω στον ύπνο μου ήρεμα και γλυκά όπως όταν μας παίρνει ο ύπνος όταν είμαστε κουρασμένοι και τα βλέφαρα τα νιώθουμε βαριά κι ασήκωτα ή, να πεθάνω πάνω στο σεξ. Βεβαίως κάτι τέτοιο θα ήταν οδυνηρό για την ερωτική μου σύντροφο. Σκεφτείτε κάποια στιγμή να συνειδητοποιούσε πως αντί για εραστή έχει κυριολεκτικά ένα πτώμα επάνω της, όπως με την περίπτωση εκείνου του εφοπλιστή που τα τίναξε επάνω στα πλούσια μπαλόνια μιας ατάλαντης ηθοποιού. Αν ποτέ καταφέρετε να γεράσετε, σας συμβουλεύω να αποφύγετε το συνδυασμό κοκαΐνης και μπαλονιών… προκαλούν ανακοπή και σκορπούν τρόμο στη φιλόδοξη ερωμένη… αλλά από την άλλη θα μου πείτε, γιατί να έπρεπε να κινητοποιήσει εμάς αυτό? Κάτι τέτοιο θα ήταν δικό της πρόβλημα, όχι δικό μας. Εξάλλου, οι νεκροί δεν ενδιαφέρονται για επιδόσεις. Και επιπλέον, ο άνθρωπος είναι κατασκευασμένος από μοναξιά. Τις δυσκολίες στη ζωή καλώς ή κακώς τις ξεπερνά μόνος, δεν είναι έτσι? Συγγνώμη, να πιω… ευχαριστώ. Θέλω να πω, το πόσο κοντά ή μακριά νιώθουμε μια σύζυγο, ένα φίλο, μια ερωμένη ή ένα συνάδελφο ας μην μας ωθεί στην αυταπάτη. Όλα έχουν μια απόσταση από τον πολύτιμο εαυτό τους και ακριβώς αυτή η απόσταση επισφραγίζει θριαμβευτικά την μοναξιά του ανθρώπου, κι ακόμα κι αν πρόκειται η ίδια η μοναξιά να νιώθει μοναξιά. Τόσο μανιακά είναι τα πράγματα. Διαφορετικά, αν δεν υπήρχε απόσταση ανάμεσα στα πράγματα, όλα θα ταυτίζονταν σε ένα σημείο και μόνο, οπότε… μα αλήθεια θέλετε τώρα να αρχίσω να σας μιλώ για την ιδιότυπη ανωμαλία και το Big Βαng του σύμπαντος? Εγώ όχι, γιατί τελικά, και μόνο αυτό είχε σημασία, προτίμησα να σταθώ κρυμμένος σε εκείνη τη σκοτεινή γωνία Λεπενιώτου και Ηβής, εκεί στα μυστικά φυλλώματα των τοίχων, στην ασφαλή αγκαλιά εκείνου του εγκαταλειμμένου παλιού αρχοντικού μέσα ,να περιμένω το δολοφόνο που καιροφυλαχτούσε κει έξω κάπου, να κάνει τη πρώτη κίνηση.»Θα περιμένω»,σκέφτηκα με αναστάτωση, «ας δείξω λίγο υπομονή ακόμα, δε μπορεί, κάτι θα συμβεί. Το νιώθω…».
Η ώρα περνούσε μονότονα, με σιωπή. Bρήκα καταφύγιο στις σκέψεις της αυτοκριτικής. Tι πικρή αγαλλίαση. Το χάπι κατά του φόβου: ένας αντιπερισπασμός ή το τσιγάρο πριν από την εκτέλεση ∙ ειλικρινά δεν ξέρω, αλλά ωστόσο, το άφετο του φόβου δεν με γοητεύει ιδιαίτερα. Με πνίγει με την αδιαφορία του. Όπως τότε. Η στιγμή που σας περιγράφω. Έπρεπε να αντιδράσω. Να βρω το χάπι του φόβου, να επινοήσω ένα εσωτερικό παιχνίδι που θα με έκανε να δραπετεύσω από τη χαζή εντύπωση που δημιουργεί το άγνωστο σε όλα τα θνητά πλάσματα. Κάτι σαν υποκατάστατο για να σπάσω την πλήξη. Έτσι λοιπόν, για αυτούς τους ιδιαίτερους λόγους, θέλησα να εκνευρίσω εγώ τον εαυτό μου κι όχι η εξωτερική σιωπή εμένα. Ηθελημένα υστερόβουλα, σε μια ελεγχόμενη κρίση παραδοχών, αποδέχτηκα το πόσο παρανοϊκός άνθρωπος είμαι. Μεταξύ σοβαρού και αστείου ακολουθούσα τον θείο Sam σαν να ήταν πραγματικά ο διάβολος. Από την άλλη καθόμουν εκεί, μέσα στη σκοτεινιά, χαμένος και άπραγος. Περίμενα άκουσον άκουσον, τον υποτιθέμενο δολοφόνο μου, να προλάβω λέει εκείνον πριν εκείνος προλάβει εμένα. Μα πως είχα κιόλας καταλήξει σε ένα τόσο γελοίο συμπέρασμα? Τελικά,νομίζω συμφωνούμε όλοι σε αυτό ό,τι ίσως να είμαι τρελός. Ένας σχιζοφρενής που μες τη παραζάλη της ανίας του, επινοεί ασυνήθιστες καταστάσεις για να θεραπεύσει ή να μεθύσει το θράσος της πλήξης του. Δεν πέτυχα να γίνω το προσωπικό μου θαύμα,ο θεραπευτής-μάγος του εαυτού μου,το ξέρω,αλλά η ίδια η ζωή,ευτύχώς δε φέρθηκε με οίκτο στο φιλήδονο, αχόρταγο πνεύμα μου. Δίχως άλλο σας λέω πως για ένα πράμα είμαι περήφανος. Ό,τι έμαθα να μεθώ τις σκέψεις που η πόρνη ηθική, τις στιγμές που με καταδικάζει σε χλωμό φάντασμα, να σέρνει πίσω του τις αλυσίδες των ενοχών του επίπονα, τις ανήσυχες σκέψεις τότε πνίγει, βαθιά μέσα στον εαυτό . Έχω μάθει πια, να αντιλαμβάνομαι την κατάθλιψη ως οργασμό επιθανάτιου ρόγχου. Να η προσωπική μου νίκη ενάντια στον θάνατο: Είμαι ένας διεστραμμένος διανοούμενος των ηδονών που έχει πάντα δίκιο, που το κάνω να έχω πάντα δίκιο! Και σε τελική ανάλυση, τα μεθύσια, όπως και κάθε είδους μεθύσια, μπορεί να μην δίνουν απάντηση στα προβλήματα μου, σίγουρα όμως με βοηθούν να τα ξεχάσω! Από την άλλη, ίσως να πρέπει να πάω σύντομα σε κάποιον ειδικό, ενδεχομένως να έχει να μου προτείνει κάτι αξιόλογο,μια λεπτομέρεια που χρόνια τώρα μου ξεφεύγει, που μετατρέπει την ευγενική μου ιδιοσυγκρασία σε γαϊδουρινή αδιαφορία για τα κοινά. Μια αναισθησία-υπέτειο δηλαδή, της παράδοξης ισορροπίας μου, ανάμεσα στην κοινωνική απάθεια και το ατομικό πάθος. Ναι, θα ήταν φρόνιμο κάτι τέτοιο,γρήγορα πριν να ναι πια αργά,πριν χάσω και το τελευταίο ίχνος λογικής . Αυτά σκεφτόμουν και πιστέψτε με, ακόμα και τώρα που σας μιλάω τα σκέφτομαι που και που, όταν ξαφνικά, άκουσα βήματα από το βάθος του δρόμου. Μου κόπηκε κυριολεκτικά η ανάσα.»Σκαρπίνια! «, σκέφτηκα υποκρινόμενος το δαιμόνιο ντέντεκτιβ, «ο δολοφόνος φοράει σκαρπίνια, μα τί σόι δολοφόνος είναι αυτός? Χα! Εκσυγχρονίστηκαν οι δολοφόνοι. Στιλ! Απόκτησαν και αυτοί στιλ…».
Ήταν ένας καλοντυμένος κύριος, με μια μακριά γκρίζα καπαρντίνα ριγμένη στους ώμους του. Το χρυσό του δακτυλίδι γυάλιζε στο ημίφως και το μαλλί του ήταν κολλημένο, μαζεμένο προς τα πίσω. Το σκοτάδι δεν άφηνε περιθώριο να διακρίνω τα υπόλοιπα ρούχα του,αλλά το περίγραμμα του ρουχισμού του αχνοφαινόταν στα σκοτάδια έτσι, που μου επέτρεπε να κάνω μερικές υποθέσεις για το πως περίπου θα ήταν αυτό. Τον φαντάστηκα να φοράει καλό πουκάμισο, ακριβή γραβάτα, ίσως κόκκινη γραβάτα και σακάκι με χρυσά κουμπιά. Από την άλλη, η μουσική του βαδίσματός του δεν μύριζε κίνδυνο,όχι όχι,κάθε άλλο. Ήταν ένα ομαλό περπάτημα, το βάδισμα σαλονιού ενός gentleman, αν βέβαια υπάρχει στις μέρες μας κάτι τέτοιο. Κι όμως, οσμίστηκα ένα φόβο. Ναι, φοβόταν! Μη γελάτε. Ξέρετε,η οσμή του φόβου είναι από τις πιο έντονες μυρωδιές. Διαποτίζει το σώμα, το ρυθμίζει και το κατευθύνει ακριβώς όπως ο έρωτας μετατρέπει τα κυνικά καθάρματα στους πιο ρομαντικούς ποιητές, έτσι και ο φόβος απλώνεται παντού σαν τρωκτικό που κατατρώει όλες τις όμορφες ξύλινες γαλέρες. Όμως τούτος εδώ, φοβόταν κάπως περισσότερο απ`όσο έπρεπε. Μην με ρωτήσετε πόσο πρέπει να φοβάται κανείς, εξαρτάται, στο κάτω κάτω της γραφής, ένα στενό σκοτεινό δρομάκι ήταν, τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο. Κι όμως,ο τρόμος ξεπηδούσε καθαρά μέσα από τον gentleman, παρόλο το αριστοκρατικό του ύφος.»Θα τον φοβίζει το σκοτάδι», έσπευσα να δικαιολογήσω. Περίμενα να περάσει από μπροστά μου και λίγο ακόμα μέχρι να απομακρυνθεί για να βγω από την κρυψώνα, όταν άκουσα και ένα δεύτερο βηματισμό. Αυτός είχε διαφορετικό ύφος. Ήταν σίγουρα επιθετικός βηματισμός, πιο αποφασιστικός, μεγαλύτερης συχνότητας. Τούτος εδώ σίγουρα θα βιάζεται,σκέφτηκα και ξαναχώθηκα στην «φωλιά» μου. Ο ήχος των παπουτσιών του ήταν πλαστικός. Μικρά τσιριχτά συνόδευαν κάθε του βήμα. «Η πλαστική σόλα θα είναι, που θα κολλάει σαν βεντούζα στο υγρό πλακόστρωτο», σκέφτηκα και δεν είχα άδικο. Ο νέος περαστικός δεν έμοιαζε καθόλου με τον προηγούμενο. Μπόρεσα να διακρίνω τα γκρίζα μακριά αχυρένια μαλλιά του. Το προφίλ του προσώπου του μου φάνηκε παράξενο, αποκρουστικό ίσως. Ήταν η μεγαλύτερη μύτη που είχα δει ποτέ μου αλλά δεν το θεώρησα και τόσο ύποπτο αφού τα ρούχα του ήταν συνηθισμένα ρούχα και έτσι τον μεταμφίεζαν σε απλό άνθρωπο: Ένα βαμβακερό μπουφάν, πιθανότατα μπορντό, ένα στενό μπλου τζην για παντελόνι ,και δυο άσπρα αθλητικά παπούτσια.
Πέρασε και αυτός από μπροστά μου χωρίς να με αντιληφθεί. «Καλή κρυψώνα βρήκα…», ξανασκέφτηκα. Όταν έκρινα ότι απομακρύνθηκε αρκετά,βγήκα έξω. Έκανα να φύγω προς την αντίθετη κατεύθυνση και τότε, από ένα κλειστό παραθυρόφυλλό, σας ορκίζομαι, ακούστηκε το τραγούδι του Tom Waits, black wings.» Η Μοίρα της ζωής περιμένει την Τυχαία σου ρουφηξιά!». Το ρητό του γεροξεκούτη που κάποτε φευγαλέα είπε όταν τυχαία είχα γνωρίσει σε έναν από τους περιπάτους μου, έσκισε σαν σαΐτα τις σκέψεις στα δυο. Αυτό το τραγούδι, εκείνο το ρητό, είχαν κάνει το θαύμα τους ξανά, παρακινώντας την περιέργειά μου απ’ όλες της τις άκρες για περιπέτεια.Αποφάσισα να βάλω τον εαυτό μου σε έναν ακόμα μπελά. Θα ακολουθούσα και τους δύο. Ήξερα αρκετά καλά, πως ο ένας είχε πάρει τον άλλο από πίσω και σίγουρα όχι για να του πει ότι του έπεσε το πορτοφόλι ή ότι ήντουσαν φίλοι από το στρατό.» Κάτι σημαντικό θα συμβεί, πρέπει να το δω, ας μην το χάσω. Για αυτό βιάσου ηλίθιε, θα τους χάσεις..», με συμβούλεψε η αχορταγία. Συγκινημένος από την ένταση και την αγωνία που κατατρέχει τους φιλήδονους για τα πάντα, έτρεξα προς τη κατεύθυνση που κινήθηκαν όσο πιο ήσυχα γινόταν.
Τους πρόλαβα τρία τετράγωνα πιο κάτω. Προσπάθησα να είμαι ήσυχος, να μην με πάρουν είδηση. Άλλωστε ο θείος Sam μου το είχε δηλώσει κατηγορηματικά: «Ότι κι αν δεις μικρέ εκείνο το βράδυ, μην κάνεις τίποτα. Θα είσαι απλά ένας παρατηρητής». Μα και γω από την πλευρά μου, σε καμία περίπτωση δεν θα ήθελα να διακόψω αυτό το θεατρικό χορευτικό: Ο gentleman, μόλις που είχε αντιληφθεί τον άσχημο τύπο από πίσω του και τότε, ο ήχος των σκαρπινιών δυνάμωσε την ίδια στιγμή που έγινε κοφτός. Το ίδιο και ο τσιριχτός ήχος των παπουτσιών του αποκρουστικού κυρίου με τη μεγάλη μύτη .Και ξαφνικά,σαν κάποιος μυστικός εφέτης να έδωσε το έναυσμα για τρέξιμο. Ναι, άρχισαν να τρέχουν οι δυό τους σαν παλαβοί, ο ένας από φόβο,ο άλλος από δίψα για να αρπάξει. Τους ένωνε η ηδονή. Ο φόβος του θηράματος και η δίψα του θηρευτή.Τα κομψά παπούτσια του gentleman αργά ή γρήγορα θα έπρεπε να τον προδώσουν. Αυτό λέει η κοινή λογική. Είναι δύσκολο να τρέξει κανείς φορώντας σκαρπίνια. Έτσι και έγινε, γιατί μετά από λίγο, ο κύριος «μεγάλη μύτη», κατόρθωσε να στριμώξει τον καλοντυμένο σε μια γωνιά, λίγο πριν αρχίσει η ζωντανή ζώνη της πόλης,εκεί όπου είναι όλα τα bars και τα clubs στοιβαγμένα το ένα δίπλα στο άλλο και ο κόσμος κυκλοφορεί πάνω κάτω συνεχώς. Ένιωθα ότι η αυλαία έπεφτε. Το καταλάβαινα επειδή ίδρωνα εξαιτίας μιας αγωνίας που είχε κορυφωθεί και δεν πήγαινε άλλο. Ήθελα να δω το «τί μέλι γενέσθαι» που λέει και ο απλός λαός. Σκούπισα το μέτωπο με το μπράτσο, γούρλωσα τα μάτια για να αποτυπώσω κάθε λεπτομέρεια,προετοιμάζωντας τον εαυτό ακόμα και για τις πιο ανεπαίσθητες κινήσεις των ηρώων μου. Βεβαίως, γρήγορα ξέχασα αυτές τις ασκήσεις ετοιμότητας, γιατί αυτό που αντίκρισα ήταν πραγματικά αχαρακτήριστο,ακριβώς επειδή ο gentleman, κατανοώντας ότι είχε πέσει σε αδιέξοδο και δεν είχε νόημα πια να προσπαθεί να ξεφύγει , γύρισε πρόσωπο με πρόσωπο αντικρύζοντας τον διώκτη του για πρώτη φορά,κάνοντας τη στιγμή ακόμα πιο ανατριχιαστική.Μια ασημένια λεπίδα άστραψε χαρούμενα για λίγο στο μισοσκόταδο. Κοιτάχτηκαν μεταξύ τους για κάμποσα δευτερόλεπτα. Επρόκειτο για μια νόρμα ιεροτελεστίας? Κάτι σαν το στερνό αντίο στα επίγεια? Όπως και να είχε, υποκλίθηκα στη φινέτσα των ρόλων τους. Έπαιζαν άριστα τη σκηνή, χωρίς δακρύβρεχτα παράπονα ή μίζερα παζάρια, δίχως πομπώδεις ψόγους και στομφώδεις απειλές. Απλά το λιοντάρι και το ελάφι στις φυσικές τους θέσεις, απεικονίσεις μιας αρχαίας αξιοπρέπειας· όχι σε μια μοιρολατρική αποδοχή του τέλους, αλλά στη τόλμη της απόφασης του.
Κοίταξα ψηλά στον σκοτεινό ουρανό. Το φεγγάρι έλαμπε στη νύχτα.
Η λεπίδα εκσφενδονίστηκε ξαφνικά στο δεξί πλευρό του καλοντυμένου κυρίου, ύστερα μια άλλη μαχαιριά, λιγότερο τολμηρή, καρφώθηκε στο στέρνο του και διαδοχικά μια οριζόντια ξυραφιά του έσκισε κυριολεκτικά την καρωτίδα. Ένας μικρός πίδακας αίματος πετάχτηκε πιτσιλώντας το πρόσωπο του δολοφόνου. Ο καλοντυμένος κύριος στεκόταν ακόμη όρθιος, πιάνοντας το λαιμό του, βγάζοντας οργασμικούς ήχους, ακριβώς όπως κάνει το σώμα στο παραλυτικό της ερωτικής πράξης, τινάζοντας με σπασμούς τα άκρα, βοώντας τις μισοπνιγμένες κραυγές του έρωτα.» Είχα δίκιο τελικά. Ο θάνατος είναι μια άλλη, παράξενη μορφή οργασμού, ίσως η τελευταία ηδονή!», συμπέρανα και τότε άκουσα τον ήχο του άψυχου σώματος να πέφτει στο βρεγμένο έδαφος του πεζοδρομίου. Ασύλληπτος ήχος. Ξερός και σύντομος. Καμία διαπραγμάτευση, τα πράγματα είχαν δρομολογηθεί. Το κουφάρι του καλοντυμένου κυρίου κειτόταν ανάσκελα στο πεζοδρόμιο και το ζεστό αίμα είχε ήδη αρχίζει να κυλά και να αχνίζει στην κρύα ατμόσφαιρα.Ο δολοφόνος, άρπαξε από το πίσω μέρος, το γιακά του πουκαμίσου του πτώματος και άρχισε να το σέρνει. Το τοποθέτησε με δυσκολία στη βάση μιας υπόγειας σκαλωτής εξέδρας.Υγροί ήχοι ακούγονταν από κει κάτω. Δεν ήμουν σίγουρος για το τί ακριβώς συνέβαινε. Ακουγόταν σαν γλοιώδες παλλόμενο υπερφυσικό ζελέ ή κάτι τέτοιο. Μέτά ακούστηκε ήχος από πλαστική σακούλα. Κατόπιν σιωπή.
Ο δολοφόνος ανέβηκε αργά τις μεταλλικές σκάλες. Εκείνες έτριξαν προκαλώντας μου μόνο ένα αίσθημα απόλυτου ψύχους. Σας λέω, έβλεπα την παρέλαση ενός βρωμερού φαντάσματος που ορμούσε από την κόλαση. Άρχισε να περπατά προς το μέρος μου. Νόμισα ότι με είχε δει και προσποιήθηκα ότι απλά περνούσα από το δρομάκι. Τα χέρια μου έτρεμαν και τα έκρυψα στις τσέπες να μην φαίνονται αλλά η καρδιά μου χτυπούσε τόσο δυνατά που σίγουρα θα ήθελε να φύγει από τη θέση της τρέχοντας, μα ευτυχώς, τα πόδια δε με πρόδωσαν και έκαναν τη δουλειά τους.. Πλησιάζαμε όλο και περισσότερο ο ένας τον άλλο. Με πολύ κόπο διατήρησα μια στοιχειώδη ψυχραιμία ,να μην δείξω κανένα φόβο, να μη δείξω ότι γνωρίζω… όμως εκείνος, δεν μου έδωσε καμία σημασία και μάλλον τον αντιπάθησα για αυτήν του την περιφρόνηση. Περάσαμε απλά ο ένας δίπλα απ`τον άλλο. Παρατήρησα με την άκρη του βλέμματος μια γεμάτη πλαστική σακούλα που κρατούσε με το αριστερό του χέρι,αναγνώρισα τη μεγάλη του μύτη και για πρώτη φορά αντίκρισα το πρόσωπό του. Πρόσωπο γεμάτο ρυτίδες, ανέκφραστο, απάνθρωπο, απρόσωπο και δεν υπερβάλλω.
Η πλαστική σακούλα είχε χρώμα μπλε.
Όταν βεβαιώθηκα ότι δεν υπήρχε κανένα ξένο μάτι τριγύρω, έμεινα ώρα ακίνητος, προσπαθώντας να μαντέψω τις βαθύτερες θελήσεις της ύπαρξής μου. Άρχισα να σκέφτομαι αν θα ήταν σωστό να πήγαινα να κοιτάξω το πτώμα του καλοντυμένου κυρίου ή όχι. Βέβαια, θα μου πείτε πως αν πραγματικά νοιαζόμουν για το σωστό, θα προσπαθούσα να εμποδίσω την ίδια τη δολοφονία του με κάθε τρόπο. Το δέχομαι, ωστόσο εγώ δεν είμαι εσείς. Και συν τοις άλλης, ας μην αναλύσουμε την ερμηνεία του σωστού και του λάθους τόσο. Θα σας πω μόνο τούτο όμως: Το ότι δεν εμπόδισα την δολοφονία του gentleman αποτελεί ποινικό αδίκημα? Μη βιαστείτε να απαντήσετε, μπορώ να επικαλεστώ τη παράμετρο του φόβου, να σώσω δηλαδή το δικό μου τομάρι. Αυτό μοιάζει με ελαφρυντικό, έτσι δεν είναι? Φυσικά, εσείς τώρα χαμογελάτε πονηρά, γιατί πρωτύτερα σας εκμυστηρεύτηκα το πάθος μου για περιπέτεια, αυτό που λέγεται αδρεναλίνη, όμως εσείς δεν είστε ο δικαστής μου και έτσι μην έχοντας μάρτυρα που θα μπορούσε να προδώσει τα βαθύτερα αισθήματά της πλήξης και της ανίας της καθημερινότητας, εύκολα θα μπορώ να ταλαντεύομαι ανάμεσα στο φόβο και την περιέργεια, χρησιμοποιώντας πότε τον ένα πόλο και πότε τον άλλο κατά βούληση. Μη μου πείτε ότι κάτι τέτοιο δεν κάνετε και σεις, ειδάλλως θα είχατε αποτρέψει όχι έναν αλλά 100.000 φόνους συν κάτι αποκεφαλισμούς ομήρων ή τουλάχιστον θα προσπαθούσατε. Ωστόσο, σας ήταν αρκετά εύκολο να κάθεστε στο βολικό σας καναπέ, παρακολουθώντας τις σφαγές να συμβαίνουν ακριβώς μπροστά σας, ίσα ίσα για να ικανοποιήσετε μια περιέργεια η οποία κρύβεται καλά πίσω από έναν υποτιθέμενο φόβο αδράνειας. Ω, μα ελάτε, μην ντρέπεστε, είστε το ίδιο ένοχοι με μένα, όπως και γω το ίδιο ένοχος με σας. Αν σας απαλύνει το πόνο, επιζητούμε όλοι τα προσωπικά μας ελαφρυντικά για αυτό και, ο άνθρωπος ανέκαθεν είχε ανάγκη από συνένοχους! Ας συνεχίσουμε λοιπόν.
Πού είχαμε μείνει? Α, ναι! Αποφάσισα να κατέβω τις σκάλες και να ρίξω μια ματιά στο πτώμα… Το υπόγειο μύριζε φρέσκο αίμα. Σταμάτησα να αναπνέω με τη μύτη και άρχισα να αναπνέω με το στόμα για να μην με πιάσει αναγούλα από την μυρωδιά της σάρκας. Κάτέβηκα προσεκτικά και το τελευταίο σκαλοπάτι. Γύρω μου, απλωνόταν πυκνό σκοτάδι. Άπλωσα τα χέρια σε ανάταση για να προσδιορίσω τους τοίχους. Τα κατάφερα. Σιγά σιγά, έσυρα τα πόδια μου στο πάτωμα, προχωρώντας τοίχο τοίχο. Τότε, αναπάντεχα, το ένα μου πόδι έπεσε επάνω σε κάτι σκληρό. Έσκυψα αργά για να μην χάσω την ισορροπία μου καθώς το πάτωμα γλίστραγε από τη δυνατή βροχή της προηγούμενης μέρας, άρχισα να ψηλαφώ με τα δάχτυλα των χεριών μου. Αναγνώρισα το παπούτσι μέσα στα λασπόνερα του τσιμεντένιου πατώματος. Είχα όντως δίκιο. Ήταν σκαρπίνι…Καινούριο μάλιστα.. Μύριζε ακόμα εργοστάσιο πελμάτων το δέρμα του παπουτσιού ενώ η σόλα του ήταν ανέπαφη από τριβές. Το χέρι μου αυτόματα απλώθηκε στη κνήμη του πτώματος, λίγο παραπάνω στο πετρωμένο του μηρό και τότε ενιωσα το μπράτσο μου να σκεπάζεται από λείο ύφασμα.. «Η καμπαρντίνα του είναι»,είπα. «Ακριβό ύφασμα…», πρόσθεσα. Έψαξα στις τσέπες της μου για να βρω αναπτήρα. Όταν τον βρήκα, τον άναψα και πράγματι, ο καλοντυμένος κύριος ήταν σκεπασμένος από το κεφάλι μέχρι τους μηρούς με την κάπα του. «Γιατί τον σκέπασε? «Έμεινα για λίγες στιγμές ναρκωμένος από τη σκέψη μου ώσπου ξαφνικά ένιωσα το χέρι μου να καίγεται. «Ο γαμημένος κωλοαναπτήρας!» Όταν μετά από λίγο, με το συνηθισμένο τυφλό σύστημα για τα σκοτάδια τον ξαναβρήκα,κατάλαβα ότι έχει κρυώσει και τον άναψα για μια ακόμη φορά. Ήμουν αποφασισμένος. Τράβηξα την καμπαρντίνα και …
«ΣΟΚ»
Όταν συνήλθα, είχε μόλις αρχίσει να ξημερώνει, βρισκόμουν ανάσκελα, κατάκοιτος, πού δεν ξέρω. Κούνησα πρώτα τα δάχτυλα των χεριών,επιχειρώντας να ανακτήσω τον έλεγχο του σώματος. Όταν βεβαιώθηκα ότι ζω και υπάρχω, έτριψα νευρικά με τις παλάμες μου τα μάτια. Ρώτησα ξανά και ξανά τον εαυτό μου που στο διάβολο ήμουν, και τί μου είχε συμβεί. Κρύωνα, ένιωθα την πλάτη πιασμένη και τα κόκαλα μου έτοιμα να θρυμματιστούν αν υπόκεινταν σε οποιαδήποτε απότομη εξωτερική πίεση. Από την άλλη, πού τον βάζετε εκείνο το τρομερό πονοκέφαλο ή την απαίσια δυσωδία του στόματος που μυρίζει ξερατό και εγκατάλειψη? Αργά αλλά σταθερά, άρχιζαν να μου έρχονται κατά νου όλες εκείνες οι ανατριχιαστικές λεπτομέρειες, λεπτομέρειες ενός εγκλήματος. Προσπάθησα να πείσω τον εαυτό μου, ότι έχει γίνει κάποιο λάθος, πως πρόκειται πολύ απλά για ένα τρομακτικό εφιάλτη, τίποτα το σπουδαίο δηλαδή, αλλά όσο πιο πολύ περνούσε ο χρόνος, τόσο πιο καλά αντιλαμβανόμουν ότι αυτές οι φιλόδοξες ελπίδες προσγειώνονταν σε μια ακόμα πιο φάλτσα και στυγερή πραγματικότητα. Σήκωσα με κόπο το ακυβέρνητο κορμί μου και πήρα βαθιές ανάσες. Απαίσια μυρωδιά, απαίσια, απαίσια! Κοίταξα προς τη μεριά του πτώματος. Έπρεπε να σιγουρευθώ. Θυμόμουν ότι κάτι αποτρόπαιο είχε συμβεί στο πτώμα, μολονότι ένα πτώμα από μόνο του είναι άφορο και σιχαμένο. Σύρθηκα κοντά του, κοιτάζοντας προσεκτικότερα, προσπαθώντας να μαζέψω τη ψυχραιμία μου από όλες της τις άκρες. «Σκατά!»· συγχωρήστε με αγαπητέ αλλά μέσα σε όλη αυτήν την ένταση και την αηδία ενός σοκ, οι μόνες φράσεις που θα μπορούσα να πω είναι «Θεέ μου» και «Σκατά!». Προτίμησα το δεύτερο για λόγους δεοντολογίας, όμως δεν είχα και τόσο άδικο: Το κεφάλι ήταν κομμένο, τοποθετημένο στο στομάχι και από το λαιμό του κομμένου κεφαλιού ή ότι τέλοσπάντων είχε απομείνει ως λαιμός του κομμένου κεφαλιού, εξείχε μια πράσινη πλαστική σακούλα. Προσπάθησα να πετάξω πέρα το κεφάλι για να μάθω τι ήταν αυτό από κάτω του. Τα κατάφερα με τη δεύτερη, και καθώς το κεφάλι έκανε μισή περιστροφή τσουλώντας στο δάπεδο, μια αρτηρία του κάπως πάφλασε στην απότομη αποσυμπίεση της και μια τεράστια κατσαρίδα βγήκε από μέσα της και έτρεξε να κρυφτεί γρήγορα στη μισοτρυπημένη γωνία της υπόγειας εξέδρας.Ξαναπήρα βαθιά ανάσα με το στόμα και προσεκτικά, με τις άκρες των δακτύλων έπιασα την πράσινη σακούλα για να τη βγάλω από το στομάχι του καλοντυμένου νεκρού κυρίου. Ήταν αρκετά καλά σφηνωμένη, χωμένη μέσα στο κοιλιακό του χώρο και αυτό με ανάγκασε να προβάλλω περισσότερη δύναμη. Τελικά τα κατάφερα. Όταν την έβγαλα έξω, παρατήρησα την πραγματικά μεγάλη, κάθετη τομή του πτώματος, από το άνω μέρος του θώρακα μέχρι το κατώτατο της κοιλιακής χώρας: τα σπλάχνα του καλοντυμένου νεκρού πτώματος έλλειπαν όλα. Καρδιά, νεφρά, συκώτι, σπλήνα, στομάχι, έντερα· δεν υπήρχε τίποτα και γω είχα πασαλειφτεί και λερώσει τα ρούχα μου με τα αίματά ενός καλοντυμένου πτώματος! «Στα τσακίδια, κάποιος πρέπει να βάλει πλυντήριο!», αναφώναξα και θυμήθηκα ότι δεν ξέρω πως και από ποιον καθαρίζονται τα ρούχα μου. Κοίταξα τη σακούλα που κράταγα. Αίματα έσταζαν κάτω πιτσιλώντας παντού την εξέδρα. «Δηλαδή εσύ τι περιέχεις μέσα?», ρώτησα. «Το τελευταίο του γεύμα?». Την άνοιξα με προσοχή, δεν χρειάστηκε να προετοιμαστώ κατάλληλα, γιατί πια τα είχα δει όλα σ`αυτή τη ζωή ή τουλάχιστον αυτήν την εντύπωση είχα, μέχρι που η ίδια η φυσική πραγματικότητα ερχόταν για μια ακόμα φορά να με διαψεύσει. Πάγωσα ολόκληρος. Τί πλεκτάνη, θεέ μου. Ω θεέ μου, ω θεέ μου!!!
Ο
Πλατιά Τόλμη γεμάτος,ο φονέας του Φόβου,για Αγάπη όποια και εκάστοτε ποθώντας,τις πιο ζωντανές προτάσεις, φράσεις, λέξεις πάντοτε ως όπλο έχοντας… ορκίζομαι! Ορκίζομαι δεν σκότωσα ποτέ κανέναν…Οι περισσότεροι ήταν κιόλας Νεκροί! Επάνω στα πτώματα πατώντας, κουβαλώντας τα χρώματα στη πλάτη ταξίδεψα, πέρα, στα μακρινά μέλλοντα που κανένα Όνειρο δεν τα `δε ακόμη…σε πιο θερμούς Τόπους απ`αυτούς που ονειρεύτηκαν ποτέ οι ζωγράφοι,προς τα εκεί που οι θεοί νιώθουν Ντροπή κι Αποστρέφονται κάθε ρούχο ,εκεί θα ερωτεύομαι τις Πεταλούδες, Πεταλούδες που στον Εαυτό μου καταφεύγουν!
Το τέλος της ματαιοδοξίας ,είναι η αρχή της μοναξιάς….και αυτή η παρτίδα σκάκι παιζόταν Πάντα από τον άνθρωπο και το Διάβολο!

…άνοιξα το στόμα του Χρόνου και έφτυσα στη Γλώσσα του μέχρι να δημιουργηθεί η Λίμνη των Δακρύων .Χόρεψα γυμνός, χωρίς μάσκες, πατώντας σε κάθε αρκτικό λουλούδι Ονείρων, συλλέγοντας πάγο χωρίς μορφή και μορφή χωρίς Πάγο, στραβά φορώντας το καπέλο κάθε εικόνας, ψευδόμενος, αρπάζοντας, γλιστρώντας για να τρέξεις, με επιποθούντα χείλη, αιμοδιψής μακάρια, ουρλιάζοντας ερωτικά σε κάθε ψεύτη άγγελο, χλευαστικός, σερνάμενος στα barς της αγιότητας ,όταν τα Παλάτια της αρετής περιστρέφονταν στην παιδική χαρά του έρωτα, χτίζοντας πηγάδια τυρβώδους ροής …να οδηγούν ευθύς, στη ξεριζωμένη καρδιά της Γης.
Πλατιά Τόλμη γεμάτος γονέας του Φόβου, για Αγάπη όποια και εκάστοτε ποθώντας, τις πιο ζωντανές προτάσεις, φράσεις, λέξεις πάντοτε ως όπλο έχοντας… ορκίζομαι! Ορκίζομαι δεν σκότωσα ποτέ κανέναν…Οι περισσότεροι ήταν κιόλας Νεκροί!
Δάγκωσα όλες τις γυναικείες ρώγες ρουφώντας το ηβικό τους ολόκληρο, μέχρι να εμφανισθεί η Νήσος της Θηλυκότητας, κυλίστηκα μέσα στα ερπετά σαν να επρόκειτο για γιορτή Βακχών που άπληστα τρώνε το γιαούρτι των αρχαίων προβάτων, ήπια από κάθε δηλητήριο σα να μου προσέφεραν ιχώρ οι Θεοί. Φόρεσα τη Μάσκα του Σπέρματος και ανακάλυψα εσένα…και τότε για Σένα τραγούδησα και η Φωνή μου έγινε Εγώ, ταξιδεύοντας αυτάρεσκα μέσα στους στίχους της μικρής πρόζας των πλουσίων και της Μεγάλης οργής των φτωχών. Άνοιξα από οργασμό στο καθετί, κάθε ήχος έγινε κύμα χρονικής αβεβαιότητας , απλώθηκε παντού στο μέλλον ,σαν τα δώρα που δίνουν οι ερωτευμένοι μεταξύ τους για να ξηλώσουν κάθε παράσημο του παρελθόντος ξορκιζόμενοι πίστη αιώνια στο Σήμερα!
Κανείς δεν θα καταλάβει την ευφυΐα Αυτής της Καρδιάς. Ω, πράγματι, τί ευτυχία! Στέφομαι πάνω από κάθε Θάνατο, γελώντας σαν Βασιλιάς της Μοναξιάς!
Ο
Γλυκέ μου φίλε, δεν αισθάνομαι καλά. Θα θέλατε να με συντροφεύσετε έξω? Έχω ανάγκη από ένα περίπατο. Ίσως ο βραδινός αέρας να μου κάνει κάπως καλό. Τα ποτά αφήστε τα σε εμένα. Σας είπα, κερνάω εγώ. Σας ευχαριστώ πολύ. Να είστε σίγουρος ό,τι ο Δάσκαλος θα καταλάβει. Καταλαβαίνει πότε οι ψυχές τυράννιουνται στην κόλασή τους. Πάντα καταλαβαίνει αυτός. Ελάτε, ας περπατήσουμε λίγο αυτό τον όμορφο δρόμο της Πανόρμου. Μάλιστα ας κατευθυνθούμε προς την πολύβουη και πολυσύχναστη λεωφόρο Αλεξάνδρας. Ναι και ξέρω μια παλιά ταβέρνα εκεί. Το «αυτόφωρο». Όχι, όχι δεν σας μιλώ για την γενική αστυνομική διεύθυνση Αττικής που βρίσκεται ακριβώς μπροστά της. Το «αυτόφωρο», είναι παλιό στέκι. Αλώβητο σαν σημαία που καρφώνεται μέσα στη νύχτα, στο κέντρο κάποιου παράξενου πεδίου μάχης, εδώ και δυο δεκαετίες μοιάζει σαν να ειρωνεύεται την εκτελεστική εξουσία με αυτό το όνομα. Τουλάχιστον εγώ, ως έτσι το εκλαμβάνω. Ως χλευασμό. Είναι κυριολεκτικά ένα λιμάνι για νυχτόβιους ή ξενύχτηδες. Μπορούμε να πάμε να φάτε μια μακαρονάδα, ένα κοκκινιστό ή ένα πατσά αν σας έχει πειράξει το ποτό και δεν θέλετε αύριο το πρωί να ξυπνήσετε με πονοκέφαλο. Ο πατσάς ξέρω, είναι αηδιαστικός, οπτικά αλλά και γευστικά με όλες αυτές τις πλεούμενες κοιλιές, κεφάλια και πόδια σφαχτού μέσα στη σούπα ,όμως πιστέψτε με, είναι ό,τι πρέπει για δυο ταλαιπωρημένα στομάχια σαν και τα δικά μας.
Τώρα που βαδίζουμε αργά και χωρίς βιασύνη, ξέρετε τι σκέφτομαι? Ότι τελικά, όλοι οι άνθρωποι, είναι ερωτευμένοι μεταξύ τους. Ναι, ναι, το εννοώ. Και η αγάπη ρωτάτε? Ω, μα μη με ρωτάτε για την αγάπη όταν σας μιλώ για τον έρωτα. Η αγάπη δε δρα με θέρμη. Η αγάπη είναι απλά μια εφεύρεση για να μην σκοτωνόμαστε αναμεταξύ μας. Καμιά φορά, όταν βιάζουμε την αγάπη να εμφανιστεί, να βγουν δηλαδή πράγματα που μόνο αυτό που από παλιά οι άνθρωποι λέγανε χρόνο, έφερνε, τότε η αγάπη γίνεται η μάσκα ενός δειλού και μεμψίμοιρου ανθρωπείου. Έτσι όπως η σχετικότητα του Einstein λέει ό,τι ο χρόνος είναι χώρος, ίσως οι αυριανές θεωρίες της ανθρώπινης καρδιάς να πουν ό,τι και η αγάπη είναι χρόνος. Η ζωή εν τη γεννέση της, θα έπρεπε να νοείται ως παιχνίδι και μόνο ως παιχνίδι να βιώνεται αγαπητέ. Κάτι τέτοιο, θα έθετε τα πράγματα στη σωστή τους διάσταση ηθικά, αλλά βλέπετε, κανείς δεν έχει όρεξη για τεμπελιά, ή μάλλον όλοι έχουν αυτή την όρεξη αλλά δεν μας το επιτρέπουν οι περιστάσεις του ανταγωνισμού, δηλαδή της κακής εκδοχής του έρωτα. Όλοι νομίζουν πως το μόνο που αξίζει σε αυτό το κόσμο είναι ο έρωτας με αποτέλεσμα όλα να έχουν καταντήσει ένας ανυπόφορος σεξισμός. Τότε, να γιατί και γω περιφρονώ την ηθική. Τεμαχισμένη ηθική σημαίνει περισσότερο ανηθικότητα από καθόλου ανηθικότητα. Η ανηθικότητα σε αυτή τη περίπτωση, αρέσετε στο να τρυπώνει πάντα ανάμεσα στα κενά της ηθικής. Το ανυπόμονο, αποτελεί το κύριο αντιπροσωπευτικό στοιχείο του έρωτα και παράλληλα χαρακτηρίζει απ`άκρη σ`άκρη τις κοινωνίες ολόκληρου του πλανήτη. Κάποιος πιο αυστηρός ακροατής από εσάς, θα με μάλωνε τώρα, αν με μια πιο προσεκτική ματιά έβλεπε πως στην ουσία και η αγάπη δεν είναι τίποτα άλλο από έρωτα. Ναι, θα συμφωνήσω, με τη μόνη διαφορά ό,τι η αγάπη είναι το άθροισμα πολλών ερωτικών στιγμών μαζί. Αλλιώς, πάρτε δύο διαφορετικές ερωτικές στιγμές, αφαιρέστε τις μεταξύ τους και το υπόλοιπο που θα βρείτε αποτελεί την αγάπη που σας αφορά. Μπορείτε να έχετε έτσι ένα θετικό ή ένα αρνητικό υπόλοιπο,μα στο τέλος θα υπάρξετε και σεις θύμα μιας ελλιπούς φυσικής διαίσθησης, αγνοώντας την ίδια την απόλυτη τιμή του μέτρου της αγάπης. Το μέτρο είναι πάντα θετικό… Τα συν ή τα πλην ενός μεγέθους είναι η φυσική του προβλήματος και η φυσική υπήρξε πάντοτε πολύ πιο ισχυρή από τα ίδια της τα μαθηματικά.Όλοι οι εξαίρετοι επιστήμονες στην ανθρώπινη ιστορία,το γνώριζαν καλά αυτό.Θα μπορούσε να πει κάποιος,πως ο έρωτας αποτελεί τη φυσική μονάδα του χρόνου και άρα του ίδιου του χώρου!Μα δεν είναι υπέροχο αυτό? Αγάπη είναι όλος ο χώρος. Έρωτας είναι ένα οποιαδήποτε σημείο του! Σκεφτείτε το.! Ένα οποιοδήποτε σημείο του χώρου, να σαν αυτό εδώ που στέκομαι εγώ ή σαν αυτό που εσείς καταλαμβάνετε, δεν είναι τίποτα άλλο από έρωτα. Αγαπητέ μου, βρισκόμαστε στον έρωτα επάνω. Να γιατί σας τόνισα πως στην ουσία, όλοι οι άνθρωποι, είναι ερωτευμένοι μεταξύ τους. Αυτό δεν είναι απαραίτητα μόνο καλό ή μόνο κακό. Πόσοι και πόσοι φόνοι δεν έχουν γίνει εξαιτίας ενός ερωτικού πάθους? Και πόσοι ακόμα θα συμβούν επάνω σ’ αυτόν το βωμό? Κανείς όμως φόνος δεν συνέβη, όταν ο χρόνος έφερε τα πέπλα της αγάπης μαζί του. Είναι εντελώς γελοίο να σκοτώσεις αυτόν που αγαπάς. Σ`αυτό είμαι κάθετος. Πού ακούστηκε φόνος από αγάπη σήμερα? Όμως, από την άλλη, είναι εντελώς δίκαιο, να σκοτώσετε αυτόν με τον οποίο είστε ερωτευμένος ή να σας σκοτώσει εκείνος που ερωτευμένος είναι μαζί σας, αρκεί να παραμείνετε πιστοί ακόμη και μετά το μακάβριο τέλος!
Αχ, ο έρωτας, ο δελεαστικός για όλους έρωτας, αυτή η γλυκιά συστρεφόμενη τρέλα που μας κάνει να βλέπουμε παντού ιπτάμενα γιασεμιά και ντροπαλούς πλεούμενους ασφόδελους. Στην άκρη της νύχτας αυτής που βαδίζουμε, καλώντας αυτό, το σκυλί της φωτιάς το ίδιο, να φυσήξει πυρ προς πάσα κατεύθυνση, στο ρυθμό των απαγορευμένων χρωμάτων, των επιτρεπτών χρωμάτων, λίγη σημασία έχει. Στην περίπτωση που δεν σας γίνομαι πιστευτός ή νομίζετε ό,τι βρίσκομαι σε κάποιο παραλήρημα, μια καλή αποχρώσα ένδειξη που θα μπορούσε να σας υποψιάσει, ως ομοιότητα και μόνο ό,τι ο έρωτας είναι χωρικό σημείο, θα μπορούσε να είναι η εξής: Δύο χωρικά σημεία δεν επικοινωνούν ταυτόχρονα αφού η ταχύτητα της πληροφορίας δεν είναι άπειρη αλλά αντιθέτως πεπερασμένη, έτσι δεν είναι? Ξεπεράστε το σοκ της επιστημονικής σας απειρίας και ακούστε με σας παρακαλώ. Μιλώντας απλά θα μπορούσαμε να πούμε πως δύο διαφορετικά χωρικά σημεία δεν χωρούν σε μια στιγμή. Ε, και δυο έρωτες δεν χωρούν σε μια στιγμή! Σήμερα πια, την εποχή του καταναλωτισμού και της ιδιοκτησίας, το γνωρίζουμε καλά αυτό. Όσο σκέφτομαι ό,τι θα μπορούσαμε να κρυφτούμε κάτω από τα σεντόνια της ευτυχίας επιδιώκοντας μόνο αυτήν, να κρυφτούμε από όλα τα άσχημα τέρατα του κόσμου, αναπνέοντας μόνο τις ανάσες μας ή να εφεύρουμε την παιδική χαρά του έρωτα προκειμένου να απελευθερωθούμε! Θα είχαμε ο ένας τον άλλο αγκαλιά και ακούγοντας τους αρχαίους χτύπους της καρδιάς θα ξαναεφεύραμε τους θεούς. Ας διαλέγαμε ποιο χαριτωμένο ζώο της φύσης μας ταιριάζει καλύτερα.Ας αναρωτιόμασταν αν στην περίπτωση μιας ουτοπίας μας ταιριάζει η κότα ή το δελφίνι και στη περίπτωση του αληθινού κόσμου, του κόσμού αυτού όπως εμείς τον φτιάξαμε, μας ταιριάζει η στρουθοκάμηλος ή ο λύκος.
Ας φιλιόμασταν αχόρταγα μέχρι λιποθυμίας των ήχων, μυρίζοντας τα χρώματα, κοιτώντας τις γεύσεις, κατάματα όλες.. Αλήθεια σας λέω, θα μπορούσαμε να βρούμε τους συνωμότες της δικής μας συλλογικής σκέψης και να κατασκευάσουμε τη δική μας ανεξάρτητη υπέροχη γλώσσα. Αυτό το ιδιαίτερο λεξικό μας, θα αποτελούσε ένα είδος άσυλου, που μόνο όσοι δεν πιστεύουν σε σχέσεις ταύρου και αγελάδας θα μιλούν. Όμως όχι, αρκούμαστε να βλέπουμε το τσίρκο των φαντασμάτων να παρελαύνει τα βράδια της ατέλειωτης μοναξιάς στο πάτωμα του άδειου σαλονιού ή στο στρώμα του ακόμα πιο κενού κρεβατιού, ονειροπολώντας, κάνοντας τα όνειρα να ρέουν άφθονα, ένα κρασί όλο δηλητήρια χυμένο μέσα στο ζωτικό σώμα, μεθυστικό σαν κώνειο και κώνειο σαν μαστίγιο, να χτυπά αλύπητα στη πλάτη των ενστίκτων, να διαλύει τη θέληση για ζωή, να ξεφλουδίζει τη σάρκα της, μετατρέποντας ακόμη και τα απλά χάδια σε κολαστήρια πόνου. Το εφιαλτικό trip μιας τερατώδους χελώνας που οραματίζεται τον κόσμο χωρίς το καβούκι της, έφτασε να είναι ένα σκοτωμένο άλμπατρος, νεκρό επάνω στο κατάστρωμα του πλοίου, με τους απαίσιους κυνηγούς του καταστρώματος, οι πλούσιοι μεγαλοαστοί της κρουαζιέρας στον εφιάλτη, να γελάνε μαζί μας μουγκρίζοντας, περιμένοντας το νέο θήραμα, την ώρα που οι κάνες βρυχώνται καπνίζοντας μπαρούτι. Κι η ψυχή μας αδέσποτη περιπλανιέται, και να, καταφέρνει να τρυπώσει μέσα στο σωλήνα του ατσαλιού, ψάχνοντας τη θέση της στη σκανδάλη των όπλων: Πάνω σε κάθε σφαίρα, κατοικεί η ψυχή του προηγούμενου νεκρού. Εμείς, που ψάχνουμε, στα χέρια του κυνηγού που ψάχνουμε, μια νέα σάρκα να εμποτίσουμε, να διατρυπήσουμε, να εγκατασταθούμε. Κι όλη αυτή η διαδρομή, το ταξίδι, το άλμπατρος νεκρό επάνω στο κατάστρωμα-εμείς ημιλιπόθυμοι επάνω στο πάτωμα του σαλονιού, να κάνουμε τη μοναξιά μας γέφυρα στα όνειρα. Ονειροπολώντας μέσα από τη δακτυλήθρα του παγωμένου φλιτζανιού του καφέ, εκείνου ή εκείνης, που ποτέ δεν ήρθε να τον πιει μαζί μας, κάνοντάς μας λίγο γλυκιά συντροφιά, κάνοντάς μας να νιώθουμε λιγότερο μόνοι. Η ζωή είναι ωραία μας λένε και μας ξαναλένε οι ειδήμονες της ανθρώπινης ψυχής. Τότε αν όλα είναι ωραία, γιατί δεν είμαστε μαζί? Ας το έκαναν ξεκάθαρο τουλάχιστον, όλοι αυτοί οι φωστήρες της ψυχανάλυσης, πως η ζωή χωρίς κοινωνική αλληλεγγύη δεν είναι όμορφη για να τη ζήσει κανείς μέχρι τέλους. Πως αξίζει να περάσουμε ακέφαλοι, από την άλλη μεριά της κατάθλιψης εκείνης που μοιάζει με γκιλοτίνα, γιατί δεν αξίζει να παλεύεις για ένα καλύτερο εαυτό του κόσμου αλλά για ένα καλύτερο κόσμο εαυτών (sic). Ας ήταν λιγότερο παιδιά του συστήματος και περισσότερο παιδιά της αληθινής ομορφιάς. Ας μας έλεγαν την αλήθεια και την επόμενη στιγμή ας πεθαίναμε. Αλλά όχι. Μας εμφυσούν τη ψυχολογία της τεχνητής αναπνοής, τα πράγματα μιας τεχνητής καρδιάς, για να κρατηθούμε στη ζωή λίγο περισσότερο, αφήνοντας τους εμείς, το long turn plan μίσθωμα, που τους δίδαξαν καλά στα κολέγια πως κερδίζεται. Έχετε ποτέ σκεφτεί γιατί οι ψυχολόγοι μας αποκαλούν πελάτες και όχι ασθενείς. Μα δεν είναι ντροπή σας λέω. Ολάκερη η πολιτεία μας , είναι μια ασθένεια. Δεν απορώ που κάτι τέτοιο συμβαίνει. Διατηρούν τη ψυχή υπό νεκροζώντανη μορφή, εξυπηρετώντας τον μανιακό καταναλωτισμό, να επιβιώσει το εταιρικό σύνδρομο της αγοράς. Ο θάνατος θέλει μοναξιά αγαπητέ. Αρκεί να έχει φτάσει η ώρα. Μα πότε φτάνει η ώρα για τη ψυχή? Σωστά! Ποτέ! Έτσι, το αίσθημα της μοναξιάς είναι ένα συναίσθημα της χωρίς τέλος ζωής. Πολλές φορές μπερδεύεται με τη μοναχικότητα, και για αυτό αναδύει την οσμή του χειρότερου είδους θανάτου που υπάρχει, του ζώντος θανάτου. Έτσι δικαιολογείται η συμπεριφορά των γηρατειών εκείνων, που επετεί παρακαλετά τη συντροφιά ως επιβιωτικό μέσο. Σβήνουν από την αγάπη τον έρωτα. Εξαλείφουν από το χώρο, το χωρικό σημείο! Οι άνθρωποι φοβούνται τον έρωτα με τον ίδιο τρόπο που φοβούνται το θάνατο! Και το ξέρετε αρκετά καλά πως το τελευταίο νόημα του ερωτισμού είναι ο θάνατος. Κι όπως ο έρωτας είναι οργασμός, όσο παράδοξο στρυφνό ή απαίσιο κι αν ακουστεί, έτσι κι ο οργασμός είναι θάνατος. Όχι, δεν σας συμβουλεύω τον… οργασμό , μα να μην φοβάστε το θάνατο. Πάρτε για παράδειγμα τον καλοντυμένο κύριο που φονεύθηκε έτσι όπως ακριβώς σας εξιστόρησα προ ολίγου. Είχε τη γενναιότητα να αντιμετωπίσει τον διώκτη του, να τον κοιτάξει βαθιά στα μάτια, πρόσωπο με πρόσωπο, να κοιτάξει… Παράξενη στιγμή, παράδοξα συμπεράσματα Στην ουσία νίκησε το φονιά, βίωσε το θάνατο ηδονικά ενώ εμείς, εμείς μείναμε πίσω στη ζωή, διαφωνώντας με αυτό, ακριβώς επειδή δεν μπορούμε να δούμε τίποτα καλό στον δικό μας τέλος, ίσως γιατί κρίνουμε το γεγονός αυτό από τη μεταμφιεσμένη μας μιζέρια.

κεφ 9

«Something Is What It Is
Not because Does what It Does
But is what It is, cause…Is what It Does!»
Vectors theory

Ελπίζω αυτή η σιωπή να είναι λιγότερο πλούσια από εσάς. Προσδοκώ μάλιστα, να είστε αυτός που τόσο καιρό ενώ συζητάμε, δεν μου αποκαλύπτετε. Συγγνώμη αν γίνομαι κάπως επιθετικός μαζί σας. Η έκθεση σε μια σχέση επιφέρει αργά η γρήγορα την διαφωνία και την αντιπαράθεση. Μόλις τώρα σας εξομολογήθηκα το λόγο που δεν ακούω ποτέ μου κλασσική μουσική. Περιλαμβάνει πάντοτε «συμφωνίες». Ποτέ «διαφωνίες». Έτσι το πνεύμα, μαθαίνει στη φυλακή της υποτέλειας ενώ λίγο αργότερα, υποφέρει ακάθαρτο, στη συνήθεια της αδράνειας. Εγώ προσωπικά, έτσι περιγράφω τον πραγματικό θάνατο. Ως μια κατάσταση που περιέχει μόνο συμφωνίες. Πιστεύω στη δύναμη της διαταραχής. Ναι, πιστεύω στη διαφωνία ακριβώς γιατί ένα κομμάτι όλων των ήχων, ξέρω καλά πως οφείλεται στον πυρήνα της δικής μου, διαβολικής φωνής και κάτι τέτοιο, με κάνει να αιθάνομαι περίφημα. Αν παρεπιπτόντως, αμφιβάλλεται για την αθωότητά μου, για τις αγνές μου προθέσεις εντέλλει, σας λέω μονάχα ετούτο: Κάθε διαφωνία, στην ουσία είναι μια βαθύτερη συμφωνία μεταξύ μας! Ναι, πιστεύω στη ζωή που δεν φαίνεται, στα μαύρα πρόββατα που εξεγέρθηκαν, δολοφόνησαν το βοσκό και πια, κανένα χέρι δεν τα ορίζει. Ξέρετε, οι άνθρωποι για πολύ καιρό νόμιζαν, πως η αγιότητα αποκτάται μόνο με νηστεία και προσευχή ή στη καλύτερη περίπτωση,με δεκτικότητα και πίστη στις θεϊκές εντολές. Αργότερα, δηλαδή… κάποιους αιώνες αργότερα,η ύπαρξή Του αμφισβητήθηκε σθεναρά. Άρση της ετερoνομίας νούμερο 1. Ο «διάβολος» μέσα στον άνθρωπο, επαναστάτησε. Τα μαύρα πρόββατα, δολοφόνησαν το βοσκό… Η πίστη στη δύναμη της ομάδας αναδύθηκε περίτρανα. Η άρνηση του εαυτού από το ίδιο το άτομο στο όνομα της συλλογικότητας, που υποτίθεται ό,τι το προσδιόριζε είτε σαν τάξη, είτε σαν έθνος και φυλή,κυριάρχησε. Η έννοια του θεού, πήρε άλλη μορφή. Μετουσιώθηκε στην έννοια της ομάδας και τότε, τα λεγόμενα ολοκληρωτικά καθεστώτα άνθησαν. Κομμουνισμός, μακαρθισμός, ναζισμός, φασισμός, σοσιαλισμός. Ορισμένοι, στην Ισπανία του 36’ , επιχείρησαν προσπάθειες ακόμα και προς την κατεύθυνση του αναρχισμού, το ξέρετε αυτό φαντάζομαι.. Η μάχη των ομάδων στον αιώνα που πέρασε, οδήγησε σε έναν κακό εκδημοκρατισμό όλων αυτών των καθεστώτων, που σήμερα, στις μέρες μας ονομάζουμε χωρίς πολύ σκέψη, καπιταλισμό. Όμως το ιστορικό αυτό ντόμινο δεν σταμάτησε εδώ και πως θα μπορούσε άλλωστε. Η ομάδα-θεός αμφισβητήθηκε και αυτή με τη σειρά της.. Άρση της ετερoνομίας νούμερο 2. Η αμφιλεγόμενη, απελευθέρωση της αγοράς, οδήγησε στην πίστη και τη λατρεία του ατόμου. Τότε, η έννοια του θεού, πήρε ξανά νέα μορφή. Μετονομάστηκε σε εαυτό. Μεταμορφώθηκε ο άνθρωπος σε άτομο, οχυρώθηκε πίσω από την ταυτότητά του και η εποχή του ονομάστηκε ατομική. Το ίδιο το άτομο, ακριβώς επειδή δανείστηκε στοιχεία, όμοια με αυτήν της προηγούμενης εποχής, της εποχής των ομάδων, στοιχεία όπως η πίστη στη δύναμη του εαυτού του, ονομάστηκε ολοκληρωτικό άτομο. Βλέπετε, τα μαύρα πρόββατα έγιναν μαύρο πρόββατο και ο δολοφονημένος βοσκός, κράτος. Η μοναξιά επικράτησε ώ η μόνη ηθικοπολιτισμική αξία. Ο διαμελισμός της κοινωνίας μέσα στο διαλύτη του φόβου και της δυσπιστίας για τα πάντα, οδήγησαν στην αποξένωση. Το άτομο έμαθε να αγοράζει την αγάπη και η αλήθεια του ψέματος του γιγαντώθηκε. Τί απομένει, ρωτάτε? Μα, τί άλλο, από την αυτοκτονία? Άρση της ετερονομίας νούμερο 3. Το μεγάλο finale. Το μαύρο πρόβατο, δολοφονεί το βοσκό που πια δεν είναι άλλος από τον ίδιο του τον εαυτό! Η εποχή του Τέλους έφτασε αγαπητέ μου. Η εποχή του Τέλους έφτασε… Όπως τώρα…μα, δεν αντέχω να σας βλέπω να τρώτε το πατσά σας τόσο ήρεμα ενώ εγώ, συνεχίζω να παραμένω σε μια τόσο τεταμένη κατάσταση. Δεν φταίτε εσείς. Ίσως τα πλεούμενα σπλάχνα σφαχτού στη σούπα σας να με κάνουν να νιώθω αποστροφή. Έτσι όπως τα βλέπω να στροβιλίζονται στο αχνιστό σας πιάτο, τόση ώρα που τα στριφογυρνάτε άσκοπα με το κουτάλι γύρω γύρω, πραγματικά μου έρχεται να καταραστώ όλη την ανθρωπότητα για τη κουτοπονηριά της. Ο τρόπος του να διατηρείτε την ψυχραιμία σας, ενώ έχετε ακούσει όλα αυτά τα απαίσια και ασυνήθιστα πράγματα, είναι πιο απάισιος και πιο ασυνήθιστος ακόμα. Σας αρέσει να μένετε απαθής μουγγρίζοντας και περιφρονώντας,ικετεύοντας για υπηκόους και θαυμαστές ασχέτως αν την περισσότερη ώρα μιλώ εγώ. Χρησιμοποιείτε παθητικά τη σιωπή σας. Σας χρησιμεύει όχι για κανένα σπουδαίο λόγο, αλλά γιατί σας αρέσει να κοιτάτε από την κλειδαρότρυπα. Μου φαίνεται ότι πέσατε θύμα των καιρών αγαπητέ φίλε. Μου γεννάται αυθόρμητα μία και μόνο επιθυμία. Να καρφώσω ετούτο το πιρούνι στο κεφάλι σας. Ή μήπως θα ήταν καλύτερο να χώσω το κουτάλι με το οποίο ρουφάτε την αηδιαστική αυτή σούπα, βαθιά μέσα στο στόμα, μέχρι να μελανιάσετε απο ασφυξία και το αίμα να πλυμμυρίσει το πρόσωπό, να εξέλθει από τα μάτια,τα αυτιά και τη μεγάλη σας μύτη? Ποιες αλήθεια θα ήταν οι τελευταίες σκέψεις, όταν το νευρικό σας σύστημα θα πάλευε σε δύο επίπεδα τρόμου,βυθισμένο στο μεταίχμιο του πόνου και της φοβισμένης αγωνίας για το τι θα απογίνετε? Όχι, όχι, κάτι τέτοιο θα ήταν πολύ εύκολο. Επ, για που το βάλατε? Δεν νομίζω να επιθυμείτε να εκπυρσοκροτήσει τη φωτιά του,το μεταλλικό βάρβαρο κτήνος που ακριβώς κάτω από το τραπέζι δείχνει προς τα γεννητικά σας όργανα? Μα, ελάτε αγαπητέ. Τελειώστε με την αηδιαστική σας σουπίτσα. Αν ήθελα να σας σκοτώσω, θα το είχα κάνει πρωτύτερα. Ω, μα μην ανησυχείτε. Δεν συντρέχει σοβαρός λόγος. Προς το παρών δεν μπορείτε να κάνετε διαφορετικά παρά να ακολουθήσετε πιστά τις οδηγίες μου. Έχουμε να κάνουμε μια κουβέντα εκ βαθέων οι δύο μας. Υποθέτω σωστά? Ή μήπως νομίσατε ότι από την αρχή δεν ήξερα τη δική σας συμβολή σε αυτή τη συνωμοσία? Σας παρακαλώ αγαπητέ , μη με εξισώνετε με ηλίθιο. Παρακαλώ προχωρήστε, μετά από σας. Το φαΐ είναι κερασμένο από εμένα. Δεν θέλω να μου ξοδεύεστε. Προχωρήστε παρακαλώ, εμποδίζουμε το κόσμο. Ελάτε, ας περπατήσουμε. Σας ικετεύω, μην αναλώνεστε σε πολύβουες, ανήσυχες σκέψεις. Σύντομα θα καταλάβετε. Προς το παρών, θα συνεχίσω την αφήγηση μου. Έχω ακόμα πολλά πράγματα να σας αναφέρω. Νομίζω ακόμα ότι και από αυτήν την ίδια τη κατάσταση ομηρίας που (αναγκαστικά) βρίσκεστε, τα όσα υπολείπονται για να σας εξομολογηθώ θα τα βρείτε άκρως πιο ενδιαφέροντα. Ακόμα περισσότερο, θα επιχειρήσω να οξύνω το αστυνομικό σας δαιμόνιο με μια μικρή αφήγηση, μια ιστορία που αν και συνέβη τρεις δεκαετίες πιο πριν, εντούτοις τα αποτελέσματά της ασκούν ακόμα μια ισχυρή επίδραση στο παρόν. Θα τολμούσα με βεβαιότητα να αναφέρω πως η επήρεια αυτή σχετίζεται άμεσα με τη ζωή σας αγαπητέ. Ακούστε :
Κάποτε λοιπόν, χρόνια πριν, υπήρχε ένα κόκκινο bar, κάπου στη περιοχή του κέντρου. Ήταν ένα bar όχι ιδιαίτερα μεγάλο σε έκταση. Το bar αυτό, περιείχε τραπέζια όπου επάνω σε κάθε ένα από αυτά υπήρχε ένα τηλέφωνο δίπλα από μια παλλέτα γυναικείων προσώπων. Τα κορίτσια, στοιβάζονταν κάπου σε ένα μυστικό δωμάτιο και οι πελάτες είχαν τη δυνατότητα να διαλέγουν από τις φωτογραφίες πιο από όλα τα κορίτσια επιθυμούσαν πιο πολύ. Μπορούσαν προκειμένου να βεβαιώσουν την επιτυχία των σεξουαλικών τους ορέξεων, να ρίχνουν λίγες δραχμές στη σχισμή για τα κέρματα και εν συνεχεία, να καλούν από το τηλέφωνο τον αριθμό που αντιστοιχούσε σε κάθε κορίτσι, ώστε να συνομιλούν ερωτικά μαζί της. Κάτι σαν ροζ συνέντευξη δηλαδή, πολύ περισσότερο ώστε να τα βρουν μεταξύ τους στο τέλος, κανονίζοντας ή συμφωνώντας ανεπίσημα για κάποια επιπλέον χρήματα, αν και εφόσον επέδιδαν ιδιαίτερη φροντίδα «μετά». Την ίδια στιγμή εκείνοι, δήθεν απολάμβαναν το ποτό τους στα τραπεζάκια του κόκκινου bar, υποκρινόμενοι τους σοβαρούς κυρίους που βγήκαν να πάρουν λίγο καθαρό αέρα, να αλλάξουν παραστάσεις και εικόνες της πιεστικής τους καθημερινότητας, να ξεκουραστούν ενδεχομένως κάνοντας ένα ευχάριστο ροζ διάλειμμα.
Κάποια στιγμή, ένας στρατιωτικός, ένας ώριμος σαραντάρης άντρας λένε οι φήμες, διάβηκε την είσοδο αυτού του κόκκινου bar. Έβγαλε το στρατιωτικό του πανωφόρι χαμογελαστά,όσο ευδιάθετος μπορεί να δείχνει ένας στρατιωτικός φυσικά και, κάθισε στη πλεκτή μεταλλική καρέκλα παραγγέλνωντας ένα Bacardi -coca. Κοίταξε αρκετή ώρα τις φωτογραφίες των κοριτσιών και τότε έκανε ξανά νόημα στο γκαρσόνι. Εκείνο τον πλησίασε και τότε ο στρατιωτικός, με βλέμμα αποφασιστικό του έδειξε με το δάκτυλο κυριολεκτικά καρφωμένο στην παλέτα μια κοπέλα.
«Α!», το ενθουσιώδες επιφώνημα πρόδωσε το φλύαρο χαρακτήρα του γκαρσόν και συνέχισε, «…κάνατε μια εξαιρετική επιλογή, η κοπέλα αυτή «είναι» μια εξαιρετική επιλογή. Ίσως είναι η πρώτη πραγματικά μορφωμένη κοπέλα που δουλεύει στο μαγαζί μας». «Γιατί? Με τι ασχολείται?», κι ως γνήσιο αδαές μειράκιον το γκαρσόν απάντησε : «…θα περάσετε πολύ καλά φίλε μου, είναι πολύ περιποιητική και αρέσει πολύ στους πελάτες. Ο εκλεπτυσμένος τρόπος ομιλίας της όταν την παίρνουν…από πίσω θα σας εκπλήξει…». Τότε, χωρίς πολλά πολλά, ο αξιωματικός σηκώθηκε και ακολούθησε το γκαρσόν προς το δωμάτιο των ηδονών. Διέσχισαν το χολ με τα τραπεζάκια, πέρασαν μέσα από την αίθουσα αναμονής της μπάρας του bar και έφτασαν μπροστά από ένα τοίχο που είχε μια αφίσα με τη ναζιάρική πόζα της Monroe σε κανονικές διαστάσεις.
Το γκαρσόν, χτύπησε συνθηματικά επάνω στην αφίσα και τότε τα μάτια της Monroe ζωντάνεψαν. Κοίταξαν δεξιά, αριστερά και πάλι εύθεία μπροστά. Κάτι ψιθύρισε το γκαρσόνι και τότε η αφίσα άνοιξε σαν πόρτα. Το γκαρσόν άνοιξε την πόρτα του μυστικού δωματίου, πληρώθηκε 300 δραχμές που ήταν το ποσό του αγοραίου έρωτα της εποχής και έκλεισε την πόρτα στον αξιωματικό. Ένας μουστακαλής φουσκωτός πήρε τώρα σκυτάλη και ανάλαβε να οδηγήσει τον στρατιωτικό. Αφού πέρασαν το μακρόστενο διάδρομο που ένωνε εσωτερικά δύο διαφορετικά κτίρια, βρέθηκαν στον κύριο χώρο ενός ξενοδοχείου. Πλησίασαν τη reception όπου βρισκόταν ένας γεράκος και παρέλαβαν ένα κλειδί. Ανέβηκαν τις ημισπειρωτές σκάλες του ξενοδοχείου και σταμάτησαν μπροστά από την πόρτα με αριθμό 033. Τότε ο φουσκωτός ξεκλείδωσε την πόρτα, η πόρτα άνοιξε, ο αξιωματικός μπήκε μέσα σιωπηλά και η πόρτα ξανάκλεισε πίσω του. Ένας πυροβολισμός έκοψε τις ανάσες όλων στα δυο και αμέσως μετά από λίγο,άλλος ένας υπέγραψε τα γεγονότα των τρομαχτικών ήχων. Το επόμενο πρωί, οι πρώτες πρωινές εφημερίδες έγραφαν με μεγάλα κεφαλαία γράμματα στην βασική τους στήλη :
«ΣΚΑΝΔΑΛΟ!ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ,ΣΚΟΤΩΣΕ ΙΕΡΟΔΟΥΛΟ ΣΕ ΠΑΡΑΝΟΜΟ ΟΙΚΟ ΑΝΟΧΗΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΑΥΤΟΚΤΟΝΗΣΕ.
ΕΓΚΥΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΘΕΛΟΥΝ ΝΑ ΕΊΝΑΙ Η ΚΟΡΗ ΤΟΥ.» Τώρα πείτε μου αγαπητέ,τι είναι αυτό που σας σοκάρει πιο πολύ σε αυτήν την ιστορία? Εμένα πάντως, πιο πολύ θα μου προξενούσε ρίγος όχι τόσο η ίδια η ιστορία που από μόνη της δεν αντιλέγω πως ίσως να είναι λιγάκι κλασσική πια αν όχι διδακτική,όσο η αλληλουχία των συμπτώσεων που ξεπηδά διαβολικά από μέσα της. Ιδιαίτερα αν με πληροφορούσαν πως το πιστόλι που με απειλεί αυτή τη στιγμή, είναι το όπλο εκείνου του διπλού φονικού θα με έπιανε νομίζω πανικός. Ένα αντικείμενο αφαίρεσης και μηδενισμού σαν αυτό που κρατώ εγώ αυτή τη στιγμή στα χέρια μου, με το οποίο σας απειλώ, κάπως χαριτωμένα η αλήθεια είναι και οφείλεται να το παραδεχτήτε στο σημείο αυτό, ίσως να σας προκαλεί κάτι σαν ένα συναισθηματικό ιστορικό δέος, δεν είναι έτσι? Αναρωτιέστε σίγουρα που, πως και γιατί το βρήκα, αφού το αντικείμενο αυτό, μετά το φόνο λογικά θα έπρεπε να έχει κατασχεθεί από την υπηρεσία του εγκληματολογικού και να φυλάσσεται στις χαώδεις αποθήκες της ασφάλειας. Πολύ σωστά προβληματίζεστε αν σκέφτεστε κάτι τέτοιο. Θα σας ανησυχούσε περισσότερο ή λιγότερο, αν σας ομολογούσα πως ή ίδια η υπηρεσία, μου το παρείχε τρόπον τεινά. Εντάξει, εννοώ ό,τι δεν μου το παρέδωσε με επίσημο τρόπο το ίδιο το κράτος, αλλά με ανεπίσημο το ίδιο το παρακράτος και μάλιστα όχι σε εμένα αλλά στο θείο Sam. Βλέπετε, ο μπαμπάς της δεκαεφτάχρονης Σάσας, ο κυρ αστυνομικός του τμήματος ηθών, δεν χρειάστηκε και πάρα πολλά πρασινάκια, λεφτά που προκαταβολικά αμοίφθηκε για μια σειρά χρήσιμων διευκολύνσεων, στις υπηρεσίες των σχεδίων του θείου Sam έτσι ώστε αν και εφόσον κάτι οδηνηρο συμβεί είτε στο θείο Sam είτε σε εμένα, ένα ατύχημα ας πούμε, τότε το εγκληματολογικό να ξέρει άμεσα που να απευθυνθεί για να τιμωρήσει το ένοχο μυστικό. Τι παρακμή θεέ μου. Να λύνουμε τα πάθη και τις διαφωνίες μας με τη βοήθεια του νόμου. Κοιτάχτε μέχρι ποιου άθλιου σημείου φτάσαμε δηλαδή. Κι όλα αυτά γιατί δεν έχουμε την αδιάντροπη ειλικρίνεια για τα πάντα, να βάζουμε στην άκρη τους εγωισμούς μας αν όχι να τους μεταμορφώνουμε σε εγωτισμούς λίγο πριν οι πρώτοι καταλήξουν σε αδηφάγα απληστία.
Αγαπητέ κύριε, νομίζω μάτωσε η μύτη σας. Μια στιγμή. Κάπου έχω ένα χαρτομάντηλο. Ορίστε. Ελάτε, ας καθίσουμε για λίγο σε αυτό το παγκάκι. Τοποθετείστε το κεφάλι σας πίσω και πιέστε ελαφρά τη ρινική κοιλότητα για να σταματήσετε την εκροή του αίματος. Χαλαρώστε. Να και γω, θα αλλάξω θέμα για να μην σαν συγχίζω άλλο. Ας μιλήσουμε για κάτι πιο ευχάριστο. Σας έχω μιλήσει ποτέ για τη γυναίκα της φαντασίας μου, τη γυναίκα τύπου #1? Ποτέ, ε? Αχ, πραγματικά, ας υπήρχε μια τέτοια γυναίκα στο κόσμο. Όλες οι κοινές γυναίκες, όσο απίστευτα όμορφες και θηλυκές κι αν είναι, το μόνο που καταφέρνουν αργά ή γρήγορα, είναι να με ματιάζουν κατά κάποιο τρόπο,να με κάνουν στο τέλος να νιώθω ένα σφήξιμο στο στήθος, διόλου ευχάριστο σας πληροφορώ. Στα ρουθούνια τους ανεμίζουν στρυφνά καπνά θυμών και εκδίκησης, της ματαιοδοξίας εκείνης που ταιριάζει περισσότερο σε κανίβαλο παρά σε «αδύναμο φύλο». Αχ και να `ξεραν πώς απευθύνομαι,σ`αυτές που με είδαν μια μέρα να περνάω σα σκιά μες τα σκοτάδια και απλά με μίσησαν γιατί ποτέ δεν με είχαν δικό τους. Καμιά τους δεν έχει τη δύναμη να σε αγαπήσει και μετά να σε αφήσει ελεύθερο να φύγεις μακρυά. Μηδενός εξαιρουμένου, όλες περιμένουν παθητικά κάπου σε μια γωνία, παριστάνοντας τη γλάστρα, περιμένοντας τον άλλο να πλησιάσει. Για αυτό και γω καμιά φορά, όταν πρωτοσυστήνομαι μαζί τους, αντι για χαιρετισμό σπεύδω να τις μυρίσω όπως όταν βρισκόμαστε σε ένα ανθοπωλείο και δυσκολευόμαστε να διαλέξουμε ανάμεσα σε μια βοκαμβίλιλια ή απλά, μια γαρδένια. Αληθινά, τι πλήξη! Λες και όλες περιμένουν κάποιον να έρθει και να τους πει ό,τι είναι κάτι το μοναδικό και το πρωτόγνωρο, το σημαντικότερο κομμάτι του κόσμου , ένα σπάνιο κόσμημα που οι ατυχείς συγκυρίες ετούτου του σύμπαντος μπόρεσαν και στρίμωξαν στη μοναξιά της γωνίας τους. Ατυχία ναι, η τύχη που δεν ατύχησε ποτέ λέει το αλφαβητάρι του διαβόλου! Βεβαίως και απαντώ κάπως έτσι, αφού οι πιθανότητες να ξυπνήσει το σαρκοφάγο φυτό από μέσα τους, αυτό που εκτοξεύει τις δηλητηριώδη σαϊτες που ναρκώνουν και, κατόπιν αφού λαίμαργα ζιγώσουν κοντά , ξεκοκαλίζοντας το δύστυχο ζωντανό μέσα στη σιωπή, είναι σαφώς μεγαλύτερες από κάθε άλλο ενδεχόμενο. Δοκιμάστε και σύντομα θα ανακαλύψετε και ο ίδιος την πικρή γεύση της απόρριψης: στην καλύτερη περίπτωση τότε, θα λάβετε ένα σύντομο stop κενότητας. Μεταμφιεσμένες σε αθώες υπάρξεις, θα το διασκεδάσουν μαζί σας με το να σας στείλουν στο διάολο χαιρέκκακα μια ώρα αρχύτερα, απολαμβάνοντας έτσι την ωραιοπάθειά τους, σκεπτόμενες ίσως, πως, άλλος ένα φτωχός και ταπεινός θαυμαστής προστέθηκε στη μεγάλη συλλογή του ιδιωτικού τους ανθοπωλείου. Πραγματικά, τι μίζερο και ρηχό χόμπι! Χα! Ξέρετε δεν αποτελεί σύμπτωση που οι γυναίκες εξουσιάστριες τυγχάνει να είναι και οι πιο όμορφες γυναίκες του πλανήτη, αλλά δεν είναι και τυχαίο επίσης, που οι γυναίκες αυτές κυνηγούν το πολύ χρήμα ή την ζαβολιάρα οξύνοια των διανοούμενων. Ελπίζω να θυμάστε εκείνη την παιδική εικόνα, με τον αγρότη καβάλα στο γαϊδουράκι που άδικα κυνηγά εκείνο το ιπτάμενο καρώτο μπροστά του… Θυμάμαι που λέτε, την περιγραφή του Μαρσέλ Ζαν, ενός νεαρού μέλους της ομάδας των υπερεαλιστών του 38’, να περιγράφει με αγαλλίαση, ένα λυρικό και σκανδαλώδες πανηγύρι μιας έκθεσης της ομάδας του, που εγκαινιάστηκε τη χρονιά εκείνη στη γκαλερί Καλών Τεχνών της οδού Φομπούρ-Σαιντ-’Ονορέ και που τα εκθέματα εκείνα, έμελλαν να δείξουν με τρόπο προφητικό όσο και διορατικό, το πλήρες αισθητικό και συναισθηματικό αδιέξοδο της δική μας εποχής αγαπητέ φίλε. Στο προαύλιο οι επισκέπτες έβλεπαν πρώτα-πρώτα ένα παλιό ταξί που είχε διαμορφώσει ο κακομοίρης καμμένος και συντετριμμένος από την ευφυία του Νταλί. Στο εσωτερικό, ένα μεγαλοφυές σύστημα σωληνώσεων έριχνε καταρρακτώδη βροχή πάνω σε δύο κούκλες: ένα οδηγό με κεφάλι σκυλόψαρου και μια ξεχτένιστη ξανθιά με βραδινή τουαλέτα που καθόταν στο πίσω κάθισμα ανάμεσα σε μαρούλια και αντίδια, πάνω στα οποία άφηναν άφθονο σάλιο κάτι τεράστια μεθυσμένα από τη νεροποντή σαλιγκάρια Βουργουνδίας. Κατόπιν, ακολουθώντας το μακρύ διάδρομο που οδηγούσε στην αίθουσα, έπρεπε να περάσεις ανάμεσα από μια τιμητική φρουρά από κέρινα ομοιώματα. Κάθε μέλος της ομάδας των υπερεαλιστών, ανέλαβε να ντύσει μια κούκλα. Η πιο επιτυχημένη σίγουρα, ήταν η κούκλα του Αντρέ Μασόν, ο οποίος τοποθέτησε σ’ ένα κλουβί το κεφάλι της, της έβαλε βελούδινο φίμωτρο και τοποθέτησε στη θέση του στόματος έναν πανσέ. Η κούκλα φορούσε μόνο ένα μικροσκοπικό εσώρουχο γεμάτο στρας. Αυτό ήταν το φίμωτρό της, το ίδιο της το εσώρουχο! Εκπλητικά διευσδυτική η οπτική του, δε νομίζετε? Η μεγάλη, κύρια αίθουσα ήταν ειδικά διαμορφωμένη. Οι πίνακες που ήταν κρεμασμένοι εκεί, διακρίνονταν με δυσκολία μέσα στο σκοτάδι που κυριαρχούσε ( οι επισκέπτες εφοδιάζονταν στην είσοδο με ηλεκτρικά φανάρια). Ναι, αυτοί οι αντιφρονούντες της πεζής πραγματικότητας, και δηλαδή της πραγματικότητας έτσι όπως την ερμηνεύουν οι εξουσιαστές μας προκειμένου να μας ναρκώνουν, είχαν κατορθώσει να κατασκευάσουν μια τεράστια θολωτή σπηλιά, φτιαγμένη από 1.200 σακιά κάρβουνο, κρεμασμένα το ένα δίπλα στο άλλο. Το έδαφός της είχε ανεπαίσθητες πτυχώσεις και ήταν σκεπασμένο από ένα παχύ στρώμα ξερών φύλλων. Σ’ ένα κοίλωμα του εδάφους λαμπύριζε μια λιμνούλα με νούφαρα και καλάμια. Στο κέντρο του υπόγειου ξέφωτου, που συνδύαζε στοιχεία του εσωτερικού και του εξωτερικού κόσμου, δέσποζε σ’ ένα μικρό ύψωμα ένα μεταλλικό μαγκάλι σαν αυτά που υπήρχαν στα υπαίθρια παρισινά καφέ του 30’ και γύρω από τα οποία τόσες και τόσες φορές συγκεντώνονταν το χειμώνα οι σουρεαλιστές. Αυτό ήταν το σύμβολο της φιλίας. Αντίστοιχα, σε κάθε γωνιά της αίθουσας άστραφτε ένα γιγαντιαίο και πολυτελές κρεβάτι με χρυσοκέντητο σατέν κάλυμμα –σύμβολο της αγάπης. Τι ειρωνεία!
Ο παγκόσμιος εγωισμός καταστρέφει τα πάντα αγαπητέ μου. Το πρώτο που διδάσκει στις τυχάρπαστες αυτές γλαστρούλες, όσο σημαντικές «κουκλίτσες» κι αν φαίνονται απ`έξω , γιατί σας λέω πρόκειται για φιμωμένες «κουκλίτσες» εκτό των άλλων,είναι να διεκδικούν ένα καλό ηχοσύστημα αυτοκινήτου που να ταιριάζει με τα Σαββατόβραδα στο Μπουρνάζι και τις λευκές τους μπότες. Γελάω πολύ μαζί τους σας λέω, αγαπητέ . Ενώ εκείνη, αχ εκείνη… μες το μεθύσι της πνοής της με κάνει να αισθάνομαι το λιώσιμο της φύσης μου σε μια έκσταση, μια έκσταση απλής και αναπαυτικής ταραχής. Τα λόγια της στάζουν από το μέλι που όρισε η σκέψη μου και τα δόντια της καρφώνονται στη σάρκα μου από μέσα για να τρέξει το αίμα της ψυχής προς τα έξω. Όταν τη συλλογίζομαι, είναι σα να ξυπνάω από τον απαλό ύπνο του Παιδιού, που βρισκόταν εδώ και αιώνες. Ύπνο ονειροπόλο,ονειρεμένο,οργασμικό. Μόνο εκείνη έχει τη δύναμη να με ξυπνήσει από ένα τέτοιο ύπνο, φανταστείτε λοιπόν την αξία της. Με φωτίζει σα ξημέρωμα και ξαναγεννιέμαι για αυτήν ακόμα τη μέρα,αργά το απόγευμα, χωρίς να με νοιάζει που δεν γνωρίζω το αύριο. Κάθε μέρα πεθαίνω όλο και περισσότερο για χάρη της, βαδίζω προς την αρχή του εαυτού μου, πίσω στο σε αυτό που λέτε: Χρόνο, και ταξιδεύοντας τραγουδώ, τη θαλασσινή κραυγή του πουλιού, που μοιάζει με ερείπια. Κραου, κράου! Αλήθεια, κάτι πολύ όμορφο και παράξενο ρέει μέσα της και,είναι αυτό που άλλους ταρακουνά και σπρώχνει στο φοβικό και άλλους τόσο συγκινεί. Ναι, ναι μέσα της περπατάει κάτι, κατρακυλάει σα πετραδάκι που πέφτει από τα χιονισμένα βουνά άτσαλα,
δημιουργεί γεγονότα χιονοστιβάδας στο πραγματικό κόσμο. Ο έρωτάς της κατεβαίνει από τα ψηλά βουνά της ονείρωξης,μεταφέρει την πληροφορία του ανεπανάληπτου και του μαγικού,παίρνει φόρα από τον ίδιο του τον ήχο. Καμιά φορά κοντοστέκεται κάπου ήσυχα,μέχρι να έρθει να τον αφαιρέσει από την ίδια του τη σκέψη, μια πράξη πολλαπλότητας της,όπως αυτής του πραγματικού κόσμου,που ενσαρκώνεται στο πρόσωπο μιας γυναίκας δοχείο, γιατί υποτίθεται φέρει μέσα της την ελπίδα της φαντασίας μου. Ο καθένας θα μπορούσε να κλειστεί σε ένα κουτί! Εμείς όμως δεν θέλουμε τον καθένα αλλά τον ένα και μοναδικό! Αυτό ψάχνουν όσοι ξέρουν να διανέμουν τον εαυτό τους παντού! Όμως…όμως γρήγορα απογοητεύομαι. Στο τέλος κατανοώ το ανέφικτο των προσδοκιών μου ό,τι απλά έχω να κάνω με ακόμα ένα όμορφο άδειο κουτί. Τότε όλα επανέρχονται στην ονειρική τους αφύπνιση, στο τόπο των χρωμάτων,στον οίκο του πλάσματος της φαντασίας μου και προσπαθώ να ισορροπήσω ξανά στο ξεχύλλισμα της ζωηρής της ύπαρξης. Αχ σας λέω, η σκέψη της με τυλίγει με αγριάδα για να με ξετυλίξει στη ποίηση,ποίηση που μου εμπνέει το λόγο της ζωής. Κατά κάποιο τρόπο, φαίνεται σα να ξαναερωτεύομαι τον εαυτό μου.. Α ναι! Αυτός ο σπουδαίος πραγματικά έρωτας, με μαθαίνει να μισώ το κενό της γυναίκας-γλάστρα. Είμαι ερωτευμένος με το ομορφότερο φάντασμα του κόσμου: τη γυναίκα της φαντασίας! Σας ακούγεται παράξενο αυτό? Ω, δεν έχει σημασία..Κι όμως, είναι πολύ πιο ζωντανό, περισσότερο απ’ ότι νομίζετε.Μαθαίνω από τον έρωτά της,που λειτουργεί περισσότερο σαν ταξίδι επάνω στη γέφυρα του εαυτού μου παρά ως ψυχολογική-Ιθάκη. Χάρη σε εκείνην, παθιάζομαι ξανά με το κόσμο,σε καινούρια ενδύματα ντυμένος,ντυμένος στα κόκκινα ρούχα, ρούχα που ανεμίζουν ελαφρά σαν άκρες ανυπόμονης φλόγας. Μαζί της, συνεχίζω να είμαι ο εαυτός μου και ξέρω πως η φωνή της, η κραυγή της, όλα αντιλαλούν και, στη παλλοίρια του ήχου, η γυναίκα της φαντασίας, έρχεται καβάλα επάνω του,πίσω ξανά, μουρμουρίζοντας τα λόγια της αληθινής αγάπης, αυτά που αρνούνται τον πνιγμό όταν απλόχερα προσφέρεις τα
ζωτικά κομμάτια της ψυχής ή που καταστρέφουν τον χρόνο όταν ζητάς την αγκαλιά για μια αιωνιότητα εδώ και τώρα. Nα τα λόγια που εξυμνούν τον έρωτα του μοιραίου για μια ακόμα φορά.
Ο
«Ξέρω δεν είσαι…αλλά,
μ`αρέσει πολύ, αυτό το βλέμμα «παρθένας»
που συχνά φοράς…
Πιπιλάς το δακτυλάκι και, ύστερα
κοφτά προς τα πίσω κοιτάς
χαμογελώντας παράξενα…
Και τότε εγώ, να πεθάνω από ευτυχία θέλω,
για να αναστηθώ αργότερα
από τα ελαφριά αγγίγματα στις απαλές μυρωδιές,
μισόγυμνος, στο κρεβάτι, μαζί Σου,
μέσα σε αυτή την πελώρια αγκαλιά,
που χωράει μόνο άγγελους και λουλούδια…
Τί υπέροχα μάυρα μαλλιά…
Και πόσο αλλόκοτα…χωρίς Χρόνο
Το να είμαι ερωτευμένος μαζί Σου,
………………………………………………………..
με κάνει να νιώθω…πως Εγώ και μόνο Εγώ,
στον πρόστυχο και μίζερο κόσμο αυτό,
έχω το δικαίωμα για τις αισθήσεις να μιλώ!»
Ο
Θέλετε να ορίσουμε το τέλος μας από την αρχή αγαπητέ? Μμμ, από ότι βλέπω, σταμάτησε η αιμορραγία σας. Ας συνεχίσουμε το περπάτημά μας. Ορίστε, αφήστε με να σας δώσω μία χείρα βοηθείας. Ω, μα δεν κάνει τίποτα. Θα μπορούσατε όμως να με αποζημιώσετε με λίγη ειλικρίνεια ενδεχομένως . Πραγματικά εγώ από την πλευρά μου, σας έχω εξομολογηθεί πολλά πράγματα .Δεν θέλω να κρατήσω κανένα μυστικό για τον εαυτό μου. Δεν ντρέπομαι για κάτι που έκανα ή που είπα. Γιατί δεν αποφασίζετε να κάνετε και σεις το ίδιο? Ας κατασκευάσουμε τον δικό μας κόσμο. Μπορείτε να μου πείτε άφοβα σε ποια εφημερίδα δουλεύετε και πότε σας προσέλαβε ο θείος Sam. A, το όπλο εννοείτε, ω μα μη φοβάστε. Δεν είναι γεμάτο. Τις σφαίρες τις έχω στη τσέπη μου, όλες εκτός από μία, η οποία ξεκουράζεται αυτή τη στιγμή μέσα στη θαλάμη της. Να κοιτάτε. 4 ασημένιες σφαίρες στη παλάμη κι άλλη μία στη θαλάμη.. Σύνολο 5. Μία για κάθε διαβολή επι γης. Μία για κάθε θεϊκή μέρα. Εξάλλου εγώ προσωπικά δεν θα μπορούσα να κάνω κακό ούτε σε μυρμήγκι. Αυτά τα αιματηρά κόλπα, τα αφήνω για άλλους. Δεν είναι του γούστου μου να αφαιρώ ζωές. Προτιμώ να καταστρέψω μια ζωή, παρά να της κόψω το νήμα. Δεν καταλαβαίνετε τί εννοώ ε? Αφήστε με τότε να σας διευκολύνω στα συμπεράσματα.
Τις προάλλες, διάβασα κάπου σε ένα περιοδικό τέχνης, ένα άρθρο που εκθίαζε τη διαβολική τέχνη του θείου Sam. Είμαι βέβαιος ό,τι το γράψατε εσείς. Είχε το όνομά σας από κάτω… Δεν ειρωνεύομαι, η ίδια η ζωή ειρωνεύεται. Πόσα σας έδωσε? Εγώ πήρα 100 χιλιάρικα για να είμαι μάρτυρας σε έναν απαίσιο φόνο. Ξέρετε κάτι? Νομίζω ό,τι εσείς διαπράξατε εκείνο το φόνο. Σας θυμάμαι από τη μεγάλη σας μύτη. Δε λησμονούνται εύκολα τέτοιες μύτες. Για την ακρίβεια, είμαι πεπεισμένος. Η μεγάλη σας μύτη υπέγραψε αυτό το ξεκοίλιασμα. Ο θείος Sam ήθελε να ξέρει αν εκείνος ο φόνος θα γινόταν με τον τρόπο που του υπέδειξαν ο κος Ορέστης και ο κος Shultz. Είμαι σίγουρος ό,τι εκείνο το πρωί που πήγε να παραδώσει τα έργα , θα του είπαν τα καθέκαστα γιατί δεν μπορούσαν να κάνουν διαφορετικά. Γνωρίζω καλά τον θείο Sam. Ποτέ δεν δίνει τα λεφτά του χωρίς να γνωρίζει τον προορισμό τους. Μα καλά, δεν με θυμάστε που με προσπεράσατε με περιφρόνηση ενώ κρατούσατε εκείνη τη γεμάτη μπλε σακούλα? Τί περιείχε εκείνη η σακούλα? Άδικα προσποιήστε αμνησία Τί τα κάνατε τα σπλάχνα του κυρίου Ορέστη, μιλήστε! Τα πετάξατε στα σκυλιά ή τα πουλήσατε σε κάποιο νοσοκομείο για να βγάλετε κάτι παραπάνω κύριε… κύριε Harenberg ? Αλήθεια,πως μπορέσατε να εξοντώσετε το φίλο σας,τον ίδιο σας το συνεργάτη με τόσο φρικιαστικό τρόπο, στο βωμό του κέρδους? Σκεφτείτε λίγο. Τη στιγμή που βάζατε εκείνη τη πράσινη σακούλα στο στομάχι του φίλου σας, σκεφτείτε την ειρωνεία που επισφραγίζει η πράξη σας αυτή. Η διαβολική τέχνη στο στομάχι του φίλου σας… Ήξερε πολύ καλά τι ζωγράφιζε ο θείος Sam έτσι? Τουλάχιστον βγάλατε κάτι παραπάνω κύριε Shultz? Ο θείος Sam πάντως, κέρδισε σχεδόν τα πάντα με κάθε τρόπο. Πραγματικά, δεν υπέπεσε σε κανένα ποινικό αδίκημα ή τουλάχιστον όχι τέτοιας φύσης, που θα τον κάθιζε στο σκαμνί κάνοντάς σας λίγο συντροφιά στην ενοχή. Με το που άρχισαν τα γεγονότα να συμβαίνουν και ιδιαιτέρως όταν η απληστία σας εκτέλεσε εκείνο το φρικτό έγκλημα, απληστία που σας υπενθυμίζω, υπηρέτησε πιστά το σχέδιό του, τα έργα του θείου Sam πωλήθηκαν με τρελούς ρυθμούς. Την επόμενη μέρα, στις στήλες του αστυνομικού ρεπορτάζ, ο κόσμος διάβαζε τι ακριβώς περιείχε το στομάχι του νεκρού φίλου σας. Δεν μπορώ να φανταστώ καλύτερο marketing, ακριβώς γιατί στον κοσμάκι αρέσει να διαβάζει τα αστυνομικά άρθρα. Κι ούτε καν χρειάστηκαν να «λαδωθούν» δημοσιογράφοι για να πάρουν έκταση οι πίνακες. Την καλύτερη κριτική, την άσκησαν οι δημοσιογράφοι του αστυνομικού ρεπορτάζ, ούτε καν οι τεχνοκριτικοί! Χαχα! Τι ειρωνεία! Η αστυνομία περισυνέλεξε τα έργα ως πειστήρια του εγκλήματος-λες και το ξεκοιλιασμένο πτώμα από μόνο του δεν αποτελεί απόδειξη – και η Διαβολική Τέχνη φυλάχθηκε στα κεντρικά της ασφάλειας. Οι συλλέκτες σκύλιασαν. Τώρα θέλουν με κάθε τρόπο να αποκτήσουν τα καταραμένα έργα Το όνομα του θείου Sam φιγουράρει παντού και σκιάζει τα πάντα.. Δεν προλαβαίνει να παίρνει παραγγελίες σας λέω.Ο θείος Sam, είναι πλέον μια διασημότητα και ό,τι και να γίνει στο μέλλον κανείς και τίποτα δεν μπορεί να του το στερήσει αυτό.Το σχέδιό του, όσο παράξενο, χαζό, κωμικοτραγικό κι αν φαινόταν, δούλεψε. Έφερε το επιθυμητό αποτέλεσμα. Εσείς τι ακριβώς κερδίσατε κύριε Harenberg? 50 χιλιάρικα απλά για τη συμμετοχή σας και τα άρθρά που θα γράφατε. Όμως δεν σας ήντουσαν αρκετά,για αυτό και θεωρήσατε σκόπιμο να σκοτώσετε τον ίδιο σας το συνεργάτη προκειμένου να βάλετε στην τσέπη σας άλλα 50. Μα βέβαια, ούτε και αυτά σας ήντουσαν αρκετά. Θεωρήσατε ό,τι είστε ακόμα και σε θέση, να εκπληρώσετε χρέη αντεροβγάλτη ώστε να πάρετε τα επιπλέον 50 εσείς. Σύνολο 300 μωβάκια. Καθόλου άσχημα. Τα συγχαρητήρια μου κύριε Harenberg. Ή μάλλον, θα μπορούσα να σας δώσω τα συγχαρητήριά μου, αλλά δυστυχώς δεν γίνεται. Σε λίγο καιρό θα έρθει να σας τα δώσει η ίδια η αστυνομία. Μη ρωτάτε πως και τι. Σας λέω μόνο ό,τι τα όργανα της τάξης αποκλείεται να πιστέψουν τα όποια επιχειρήματά σας. Πως θα μπορούσε ένας επίσημα τρελός σαν κι εμένα να συλλάβει ένα τόσο μακρόσυρτο και διαβολικό σχέδιο, ότι κάθισε να υπολογίσει ακόμα και τη συνοχή των λόγων του προκειμένου να σπάσει την ψυχολογία σας και να την οδηγήσει στην αμαρτία? Πότε με σφιχτότητα και πότε με χαλαρότητα στο λόγο, είτε με διαστολή είτε με απότομη συστολή, δεν έκανα τίποτε περισσότερο αλλά και τίποτε λιγότερο από το να εφαρμόσω πιστά τη φυσική μέθοδο που εδώ και αιώνες χρησιμοποιεί η ίδια η φύση για να μετατρέπει τις βραχώδεις περιοχές της εύκρατης ζώνης του πλανήτη σε απέραντες ερήμους άμμου· σας αποκάλυψα ένα σωρό ιστορίες που το περιεχόμενό τους ουδεμία σχέση είχε να κάνει με τα κίνητρά μου απεναντί σας. Έπρεπε να στρέψω την προσοχή σας αλλού βλέπετε, ώστε να σας εντυπωθούν τα κρυφά μου μηνύματα καλά: «Kάνε αυτό που σου υποδεικνύω…», ήταν ο υπαινιγμός μου ανέκαθεν. Και στο κάτω κάτω της γραφής, όχι τίποτα άλλο, αλλά περισσότερο για να κατανοήσετε την αληθινά, ιδιαίτερα δύσκολη θέση στην οποία τελικά βρίσκεστε, όταν σας περιέγραφα τον απαίσιο εκείνο φόνο, το ακόμα πιο απαίσιο εκείνο βράδυ, το φρικτό και αποτρόπαιο φόνο του συνεργάτη σας του κυρίου Ορέστη, απορώ πως δεν σας έκοψε καθόλου ότι είναι εντελώς αδύνατο να ξεχωρίσει κανεις τη νύχτα το μπλε με το πράσινο. Δεν αναρωτηθήκατε καθόλου πως γνώριζα τα χρώματα από τις πλαστικές σακούλες που κρατούσατε εκείνο το βράδυ. Μα πως είναι δυνατό να σας ξέφυγε μια τόσο σημαντική λεπτομέρεια? Αγαπητέ μου! Λυπάμαι πολύ για σας… αλλά να, για να σας το πω ωμά: Χάσατε… Κι όμως, σας άφησα κάθε περιθώριο επιλογής, όμως εσείς, προτιμήσατε το Βάλτο! Και ξέρετε και κάτι? Κατά βάθος σας συμπαθώ. Μου μοιάζετε κάπως. Σας αρέσει να εκτίθεστε στον κίνδυνο ή επίσης, σας αρέσει να αναγκάζεται τη σκέψη να παγιδεύεται με διλλήματα που μόνο η τόλμη μιας τυφλής παρόρμησης μπορεί να επιλύσει. Είστε ένας πραγματικός εξερευνητής. Σας αρέσει να φλερτάρετε με την καταστροφή, αυτό φαίνεται καθαρά, ειδάλλως δεν θα φτάναμε μαζί έως εδώ.. Με αφορμή εσάς, μπορώ να καταλάβω πλέον, γιατί μια κόλαση θα πρέπει να συμπεριλαμβάνει πάτο ενώ ένας παράδεισος μόνο ύψος. Αν είμαστε άνθρωποι του «πάντα μπροστά και ποτέ πίσω» , σε διλλήματα της μορφής «…μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα», θα προτιμήσουμε να πηδήξουμε στο γκρεμό, παρά να γυρίσουμε τη πλάτη και να πέσουμε στο ποτάμι. Όπως καταλαβαίνετε, άνθρωποι σαν κι εμάς, μπορούν να ελπίζουν μόνο σε γκρεμούς χωρίς τέλος, δηλαδή σε αβύσσους. Η πτώση μας τότε, είναι ισοδύναμη με το πέταγμα κάποιου πουλιού, χωρίς να έχει καμιά διαφορά προς τα πού είναι το πάνω ή το κάτω, το χώμα ή ο αέρας, γιατί κάτι τέτοιο είναι απλά θέμα σύμβασης· η όποια ανάληψή μας στους ουρανούς είναι ζήτημα σχετικό και εξηγούμαι: ουρανός προς τα κάτω ή ουρανός προς τα πάνω, ποιος είναι ποιος και τι είναι τι, αφού, όλα τα βλέπουμε από την οπτική μιας μάσκας που άλλοι μας φόρεσαν εδώ και αιώνες. Από τη στιγμή που θα τολμήσουμε να πέσουμε σε μια άβυσσο, οι έννοιες του πάνω και του κάτω απλά καταργούνται. Μια απύθμενη κόλαση είναι τελικά ένας παράδεισος, αλλά για λόγους κοινωνικής χειραγώγησης και μόνο, οι θρησκείες προτίμησαν να ορίσουν τον οίκο του Θεού απέραντο και τον οίκο του Σατανά στενά περιορισμένο, σα φυλακή… Με αυτό τον τρόπο ο Θεός υπερνικά τον Μοχθηρό Διάβολο και η συνείδηση χειραφετείται στον εφησυχασμό του δίκαιου και της μετάνοιας, για να οδηγηθεί λίγο αργότερα στην άρνηση της βεβαιότητας της, όταν το αντίπαλο δέος, αυτό που οι εξουσίες ονομάζουν διαβολή, θα ρωτήσει: « Σου έδωσαν την ευκαιρία όμως να προνοήσεις?» . Όχι. Μας μαθαίνουν την έννοια της υποταγής από νωρίς. Μας βαπτίζουν, όχι ακριβώς για να δοθεί ένα διακριτικό όνομα, η ταυτότητα μας -βάση της οποίας θα μας ξεχωρίζουν αύριο μεθαύριο από τους υπόλοιπους- αυτό είναι το τυπικό μέρος της υπόθεσης, αλλά μας βαπτίζουν για να συγχωρεθούμε για το προπατορικό αμάρτημα. Ξεκινάμε μετανοημένοι το ταξίδι μας στη ζωή. Είναι σαν να λένε.: Εντάξει, από τη στιγμή που γεννήθηκες, μάθε να είσαι υπηρέτης της εξουσίας. Σε δηλώνουμε ως υποταγή, ίσως γιατί πρέπει από πολύ νεαρή ηλικία να πιστεύεις σε παραμύθια με καλό τέλος, ακριβώς γιατί όταν θα μεγαλώσεις, το άνθος της ελπίδας θα έχει μαραθεί και μαζί του κάθε οσμή, αφή, γεύση, ακοή ή όραση της αγωνιστικότητας ή της μαχητικότητάς μας. Αυτή είναι και η πιο παλιά μέθοδος προσομοίωσης αγαπητέ φίλε και παράλληλα αποτελεί τη μεγαλύτερη απάτη όλων των εποχών.
Σας αφήνω λοιπόν το επτάσφαιρο πιστόλι, μαζί με τη μία ωραία κοιμομένη του..
Είμαι σίγουρος ό,τι ξέρετε πως χρησιμοποιείται. Επιπλέον, στοιχηματίζω: με το θεϊκό προνόμιο που σας δίνω να βαστάξετε, θα πράξετε τα δέοντα και θα βάλετε ένα τέλος σε αυτό το παράλογο δείχνωντας την αξιοπρέπεια εκείνη που ταιριάζει μόνο σε πλάσματα σαν κι εμάς, αφού και οι δύο γνωρίζουμε πως πρέπει να τελειώνουν οι καλές ιστορίες στην τέχνη. Στο τέλος, το κακό πρέπει να εξολοθρεύεται και η ομορφιά να υπερισχύει αλλιώς δεν πιστεύετε σε τίποτα, παρά μόνο στην ασχήμια που αντιπροσωπεύει κάθε φυλακή. Όμως εσείς μισείτε τη φυλακή, σωστά? Ελάτε, μισείτε τη φυλακή… Όλοι τη μισούμε. Κι αν θέλετε, μπορείτε ακόμα και να με σκοτώσετε. Ελάτε, σκοτώστε με. Ελάτε, σας προκαλώ. Να εδώ που βρίσκομαι. Ω, πάντα ονειρευόμουν να πεθάνω δίπλα στις σκάλες που οδηγούν στις δημόσιες τουαλέτες. Θα μπορούσα να χρησιμεύσω ίσως σε κάτι που να αφορά στο κοινό καλό. Δεν θα μου πήγαινε να είμαι το χαλί που σκουπίζετε τα πόδια σας? Ελάτε, πατήστε τη σκανδάλη. Κάντε επιτέλους κάτι χρήσιμο… Όμως ας αναρωτηθούμε μαζί πρώτα: μια τέτοια πράξη θα έλυνε όλα σας τα προβλήματα? Θα σας έκανε να νιώσετε κάπως καλύτερα? Θα προσέθετε από μόνη της, λίγο από ομορφιά σ’ αυτόν τον ειδεχθή κόσμο που ζούμε? Θα σας χόρταινε ένας φόνος ακόμη? Ο γόρδιος δεσμός χρειάζεται μαχαίρι αγαπητέ, όχι χαϊδολογήματα. Ρωτήστε σωστά τον εαυτό σας και ύστερα… ύστερα πράξτε… Εξάλλου, ακόμα κι αν πραγματικά θέλατε να τελειώνετε μαζί μου μια ώρα αρχύτερα διαγράφοντας με από τη ζωή, πάλι σε μια φυλακή θα σας έριχναν οι μπάσταρδοι… κι εσείς, μισείτε τόσο πολύ τις φυλακές… κι είστε τόσο όμορφος για να είστε κατάδικος, αλλά και τόσο καλόπιστος με τον εαυτό σας για να συνεχίσετε να ζείτε, τόσο που μοιραία οδηγηθήκατε τελικά σε μια κακή πίστη, δηλαδή στο θάνατο σας. Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα…
Κάπου εδώ όμως, έφτασε η στιγμή να αποχωριστούμε προσωρινά.
Σας χαιρετίζω θερμά και αποφασίζω πραγματικά- σε ό,τι και αν εσείς αποφασίσετε να πράξετε εντέλη- να σας συμπαθώ και να σας γυρίσω την πλάτη ευγενικά, αφήνωντας το finale αυτής της ιστορίας στα ικανά σας χέρια. Είμαι βέβαιος ό,τι θα πράξετε σαν μεγάλος καλλιτέχνης. Σας εμπιστεύομαι. Για αυτό, στο επανειδήν αγαπητέ μου. Στο επανειδήν και ραντεβού σε μια άλλη κόλαση ίσως…

«ΜΠΑΜ»

Ο

Τα μάτια κλείνουν. Εξαναγκασμένη σκέψη γεννά την αντίληψη, αντίληψη που ωθεί στον ορισμό της εικόνας, σχήματα βλέπει και είναι πλούσιος σαν χορευτής ανάμεσα στους ήχους. Τα μάτια ανοίγουν, δροσερή αύρα Πρωινού, έρημος, εμπόδια και παράνοια, καλώς δεχτήκατε τον Νέο σας Αλήτη. ..
“ω έχει απίστευτη ζέστη πια, οι παραισθήσεις, που πήγαν οι παραισθήσεις? … Οι ανθρώπινες τέχνες, μετουσιώνονται σε γυναίκες. Παρά το πέος γυναίκες παραπέουν. Χορεύουν μεθυστικά, κυκλικά στριφογυρνάνε, γυναίκες πίσω-πατάνε σε προσταγές,αφέντες του αφρού,κρατούν το μυστικό μαχαίρι της Μορφής. Κόσμε άχρωμε,άοσμε , ζωτικέ,νερό που σαν μοιάζεις ξεφορτώνεσαι, να ξέρεις στο χρώμα Που-Σου δίνεται, Ο θάνατός Που-Σου χαρίζεται, εγκολπώνει την ανθρώπινη πρόζα, μαδώντας τριαντάφυλλα στη λεκάνη…

Ο

Σας έχει συμβεί ποτέ να ξυπνήσετε με οδυρμούς μες τη νύχτα, από την κορφή μέχρι τα νύχια λουσμένη στον ιδρώτα? Ίσως τότε, ένας μικρός πυρετός να σιγόκαιγε στη καρδιά σας. Είναι μια από κείνες τις στιγμές που δεν σας χωράει το σπίτι και σίγουρα τότε, το αγαπημένο σας πρόσωπο που ακριβώς δίπλα κοιμάται τον Ύπνο του Δικαίου ίσως να μην διαφέρει από τα υπόλοιπα έπιπλα του δωματίου. Νιώσατε ποτέ την ανάγκη, να βγείτε έξω στους δρόμους και να ουρλιάξετε σαν παλαβή από υστερία και οίστρο ψάχνοντας για Άνθρωπο? Ίσως τότε να κοιτάξατε ψηλά στον καρβουνιασμένο μας ουρανό ψάχνοντας για τ`Αστέρια που κρύβει το Φως της Πόλης… “Η Μοίρα της ζωής περιμένει την Τυχαία σου ρουφηξιά!” μου είχε πει κάποτε ένας γεροξεκούτης στο δρόμο. Δεν τον πήρα ποτέ στα σοβαρά. Δεν συνηθίζω να τρέφω εκτίμηση στους ικέτες. Για έναν ακατανόητο λόγο όμως, η φράση αυτή, μου έρχεται στο μυαλό, κάθε φορά που ακούω τα αγαπημένα μου τραγούδια. Έτσι ακριβώς Τον γνώρισα… με τραγούδια. Ποιον γνώρισες, σί γουρα θα αναρωτιέστε. Και πρώτα πρώτα ποιος είσαι εσύ, σίγουρα θα ξανά-λέτε. Ας μου επιτρέψετε λοιπόν να συστηθώ. Με λένε Leo. Leo de Divergence, αλλά μπορείτε να με φωνάζετε όπως όλοι οι καλοί μου φίλοι.Μικρό! Εκείνον μπορείτε να τον φωνάζετε θείο Σάμ όπως δηλαδή τον αποκαλώ και εγώ. H καταγωγή μου ρωτάτε. Ειλικρινά δεν είμαι σίγουρος από που κρατά η σκούφια μου. Αμαρτίες γονέων βλέπετε. Όμως… όμως μπορείτε να με θεωρείτε πολίτη του κόσμου. Σας κάνω να γελάτε. Αυτό είναι πολύ ευχάριστο. . Σσσσσς… Τ’ ακούτε αυτό το τραγούδι ? John Campbell : Down In The Hole… Πάντως, καλό θα ήταν να είστε υποψιασμένη μαζί μου αγαπητή. Μην ενδώσετε ούτε στιγμή στα αμοιβαία αισθήματα τυφλής εμπιστοσύνης που, ανέκαθεν αναπτύσσονταν ανάμεσα σε ένα πομπό και σε ένα δέκτη, γιατί πολύ απλά, ίσως και να σας αναφέρω αηδίες στο μέλλον…

ΤΕΛΟΣ

Aside | Posted on by | Σχολιάστε

Εισαγωγη σε Contradictio in Adjecto δομες μηδενικου χωροχρονου (αρ. 2)

Καλλεργης Γιωργος

————-

Το βρισκω τρομερα διασκεδαστικο, και ακρως ειρωνικο οτι εκεινοι που περισσοτερο μισουν και απαισιοδοξουν σε σχεση με το μελλον της μητρικης μου γλωσσας, την αρχαια ελληνικη, ειναι οι ιδιοι οι φιλολογοι που την διδασκουν σε παιδια στα κρατικα σας σχολεια. Εγω με την γλωσσα που πιοτερο αγαπω και παντοτε θα της ειμαι πιστος, γιατι ειναι η γλωσσα του εαυτου μου, απλως διερχομαι το νοειν και την σκεψη της εγκιβωτισμενης παραστατικης φυσικης πληροφοριας που περιεχει. Για αυτην που χωρις κανεναν κοπο πρωτομιλησα, εκεινην και αναζητησα στις ποιητικες μου καταβυθισεις και στα ψυχεδελικα μου οραματα, αυτην που ανεδειξα ως θεϊκη φυση στις λελογισμενες προτασεις των αισιοδοξιων μου, οπως ρεει η σταγονα της βροχης στο παραθυρι μας.

Και τοσο πολυ αγαπησα και σεβαστηκα την γλωσσα την ελληνικη, που την απολυτρωσα απο τα στιγματα, τους τονους, τις περισπωμενες ή τα πνευματα, και την κρατησα γυμνη κι ελαστικη κι εμφατικη κατ’ελαχιστου αναλογια, σ’ολα τα παρελθοντα , τα παροντα και τα μελλοντα, να μου ψιθυριζει τις ερωτολογες μελωδιες της, κατακερματιζοντας την μελαχρινη μου σιωπη. Ενα τελειο εργο τεχνης, ειναι φευγαλεο, χωρις μορφη και διχως κριτες, αναγνωριζει ο Ζαν Κοκτω. Ετσι οτι δεν γινεται απο θεληση εσωτερικη, γινεται καταναγκασμος και υποδουλωση, μισος και υπονομευση, σαν εκεινους που τρωνε τα σπλαχνα τους για να εξιλεωθουν για την κενωση ή τις αγνοιες τους..Γιατι δεν φταιει η γλωσσα αν καποιοι δεν σιχαινονται να φιλοδοξουν να γινουν αφεντες, ουτε παλι φταιει η γλωσσα σε αυτους που ανεχτηκαν την ισοδυναμη αηδια του να γινουν δουλοι. Συνηθως οι μεγαλυτεροι εξουσιαστες καθως και ‘κεινοι που νομιμοποιουν τους εξουσιαστες τους, ειναι εκεινοι που μισουν τα τυχαια χαρακτηριστικα τους εαυτου τους. Το χρωμα του δερματος τους, την ερωτικη τους κλιση, την γλωσσα που μιλουν, την εικονα του εαυτου τους σ’ολοκληρο το ιστορικο φασμα απεναντι στους αλλους. Εδω καθε ανθρωπος θα μπορουσε να ειναι ενας αλλος λαος, γιατι αλαος ειναι ο τυφλος ανθρωπος, εκεινος που πια δεν βλεπει.

Οι τυφλοι ας πονταρουν τις τυψεις τους στην ακοη, κι οι κωφοι ας οπλιστουν με τις οσμες που υποθετουν στα χρωματα π’αντικρυζουν.
Τι τεξεται η επιουσα του ανθρωπου ω Λυκε, με ρωταει κι ο απελπισμενος. Ο απειρισμος της κωδικης επικοινωνιας μεταξυ μας του απανταω.

Aside | Posted on by | Σχολιάστε

Εισαγωγη σε Contradictio in Adjecto δομες μηδενικου χωροχρονου

Καλλεργης Γιωργος

——-

Οι ανοητοι, βλεπουν αριστα μεχρι εναν αιωνα πισω το πολυ. Και μεχρι εκει φλογιζει η καρδια τους για το σωστο. Απο κει και «πισω» ξεκινανε οι προσωπικες τους αποκλισεις και αντιφασεις, και γινονται το σκωπτικο χαχανο του παροντος τους. Μοναδικη τους νικη, η πλεον παροδικη νικη, που τιποτα δεν αφηνει για τις επομενες γενιες γιατι οι ριζες στην Γη φτανουν μεχρι το νυχι του παιδιου. Η ουτοπια τους εχει γινει ενας κλειστος τοπος για εκεινους και τα φιλαρακια τους. Τοσο πολυ εχουν ενοχοποιησει οι ιδιοι τους εαυτους τους για ολα οσα κανουν, που καθετι αλλα και καθενας που εισδυει στις λεξεις των οποιων τα «πνευματικα» δικαιωματα νομιζουν πως κατεχουν, το αποκαλουν εισοδισμο. Ματαιοδοξιες. Εχουν κανει την Αναρχια το κομματικο μαντρι της παρεουλας τους ορισμενοι.

13932816_639621356211254_3058640902625355564_n

Aside | Posted on by | Σχολιάστε

Iδου

Καλλεργης Γιωργος

————-

1292_10207351522000246_5962944900782594870_n

Ενας πραγματικος θεος που γεννιεται στον κοσμο, πιο ταπεινος απο τον Χριστο, πιο αληθινος και λιγοτερο κατασκευασμενος απο Ρωμαιους Αυτοκρατορες, ειναι ενα μικρο παιδι που προσπαθει να βρει λιγο χαρα για παιχνιδι μεσα στα ερειπια μιας εμπολεμης ζωνης. Ειναι εκεινος ο ζητιανος που οντως εχει αναγκη, και υποφερει, και τον μαστιγωνει η αδιαφορια σου και εκεινο το «ωχ εγω μωρε ελπιζω να την βολεψω» που εχει σαν υφος και σαν πεποιθηση καθε ενας που δεν εχει εκτιμησει βαθια το φαινομενο της ζωης, σαν ζωη περα απο τον εαυτουλη του. Εκεινου που δεν θα του επιτραπει η αιωνια ζωη.

Ειμαι σαφης σε ολα οσα θα ορισω στο μικρο ανοητο πολλες φορες, θνητο μου διαβα, για τα μελλοντα. Ολα καταγεγραμμενα. Τοσο το ματι της φιλοσοφιας, ενα ματι που ανοιγει, οσο και το ματι του βιωματος, ενα ματι που κλεινει, καπου εκτος απο τους αντιθετους χωρους τους, τεμνονται. Εκεινο το σημειο δεν ειμαι εγω επισης. Αλλα οπως ειμαι ο θνητος μου χρονος, εξισου ανηκω σε ενα ισοδυναμο ειδος αφαιρεσης: το αχρονικο αθανατο.

Aside | Posted on by | Σχολιάστε