Άνωθα Θυείν

γιωργος καλλεργης

 

 

———-

Αν θεωρώ ότι ο μόνος τρόπος ν’ αποδοθεί η αξία της ομορφιάς σ’ όλο της το μεγαλείο, είναι μέσα από την απουσία της, τότε καταργώ τις υποθέσεις. Είναι υπέροχη. Χ(ω)ρεύει μέσα σ’ ένα μαύρο στενό φόρεμα χωρίς να συμμετέχω μέσα της. Αυτό είναι ο ορισμός του έρωτα που ποτέ δε συναντιέται με τον εαυτό του- κι αυτό είναι όμορφο. Φεύγει χωρίς να εκπληρωθεί το αίτημά του: Τη θέλω πίσω!

Αν πιστεύω μόνο σ’ έναν αγώνα εκμαυλισμού όλων των απολαύσεων κι όλων των θελήσεων, κι αν ένας τόπος μαδημένος από συνήθεια μας ανοίγεται ευθύς, εκεί όπου η καθημερινότητα γίνεται εργαλείο για να οδηγηθεί η σκέψη στο βίωμα του συμπεράσματος ότι η απώλεια της αθωότητας ήταν ένα μεγάλο σφάλμα της προσδοκίας που εμφιλοχώρησε , στον αυτοεξορισμό της ρίμας και στο κατακερματισμό του ρυθμού, τότε περνώ μέσα από συμπληγάδες με θράσσος ίδιο μ’ αυτό που με ρί(μα)ξανε στη ζωή.

…πρώτα περνώ μέσα από τόνους Εμπειρίκου:

Ω πνεύμα ηλιόλουστο και ζωοφόρος πέτρα,

ω λάμπουσα αστραδενή σαν πεύκο πεισματάρικο επάνωθε στο βράχο,

ω ήλιε πλουμιστέ των πόθων μας αιθέρα-που μαρτυράς χρυσή βοή κι αγάπη αιώνες τώρα,

που σκιάζεις τα ύμνη των παθών στο τέντωμα της μέρας,

που θιάχνεις κομψοτέχνημα σφυρηλατώντας πάγο-σάλιο,

ω ευωδία πως σηκώνεις γη και θάλασσα και ουρανό στο πέρας των ασμάτων,

πως υμνωδείς παράμερα στο μπλε στο κόκκινο και στη καρδιά πορφύρα,

την άγρια ελιά και τη φραγκοσυκιά που κάμπτουν σφήνες στο κορμό τους,

με τ’ αρχικά μας γράμματα να λεν “θα σ’ αγαπώ για πάντα”

Ω άνεμε ξεσηκωτή ξεκινητή του αιγιαλού σφραγίδα,

πως θέλγεις στου αόρατου το φύσημα ιδρώτες και κλωνάρια,

πως εξαντλείς τα εύλογα μετάξια των προγόνων

ωσάν μια μέθη του Απόλλωνος ροών ροές κι έρωτες και δαιμόνια,

Ω ερωτιάρη ήλιε και ασπάλακα γλυκόπικρε ροδάγγιχτε σαν την αυγή Θεέ,

πως με πληγώνεις σαν κοιτώ τη κόμη σου στα ύψη να φωτίζει,

πως σαν με βρέχει στο θερμό των αναμνήσεων αχτίδες άκουσμά τους,

το ήμερο το ιερό σουραύλι της ψυχής μου- στο θρήνο στην οδύνη και στην απουσία,

ωδή εωθινή της Άνοιξης μόνο για εκείνην σου προσφέρω,

παράφραση του υπαρκτού αλλοτινή: “H κόλαση είν’ η άλλη”

και στης ζεστής πνοή βροχή

στο νοτισμένο χώμα

σκύβω ν’ ακούσω τη καρδιά

του κόσμου που λησμόνησε

για αυτό θα τον αφήσω

…κι αν ήρεμος και νεογέννητο μαζί,

επανέρχομαι χωρίς ρυθμό και πιότερες φροντίδες,

είναι γιατί πια δεν έμεινε τίποτα να φοβηθώ

να λέω να μιλώ και να τολμώ

όσα οι λέξεις περισσότερα εννοούν

απ’ όσα εγώ εννόησα-

κι ας είναι όμορφη σαν χρυσό κλειδί

π’ ανοίγει σεντούκια με τα μυστικά της στύσης

κι ας είναι δοτικός, και αδερφός σαν μια απέραντη αλληλεγγύη της Τέχνης

κι ας είναι κομπασμός και χλευασμός και δυνάστης πομφόλυγας που φωνάζει:

“Περπατάω έτοιμος να εκπληρωθώ,

πάνω στη μνήμη,

την άρνηση

σ’ αυτό το ποίημα που δεν μου ανήκει- Α! ώστε είστε Ποιητής!Κρίμα!”

κι ας είναι μια παλιά ενετική πολεμίστρα μέσα από την οποία διαφαίνεται σεμνό ψαράδικο καϊκάκι

κι ας είναι κανόνι που σημαδεύει τη σκιά στο τοίχο την ώρα που το γεμίζεις μπαρούτι

υμνώ τη νοσταλγία δακρύζοντας και μεταστρέφω τη φωνή στο ίδιο ποίημα ποίημα άλλο:

πως απαλό σαν χάδι της όρεξης

πολύτιμο και γερασμένο μετάξι,

που κρύφτηκε κάτω από την ευτυχία του

ένα ολόκληρο καρναβάλι των απολαύσεων,

με σερπαντίνες, κορδέλες, ελέφαντες, φλύακες και μίμους,

ένα περιπλανώμενο τσίρκο αστείων ανθρώπων

που χάνεται μέσα στο πλήθος των γιορτών και των ερώτων.

Κι αφουγκράζομαι τις παύσεις που δηλώνουν το σπάσιμο της φόρμας-

Ακούστηκαν βήματα που πλησίαζαν- ερχόταν το σάλιο ντυμένο λωτός

κι ερχόταν χορός μεταμορφωμένος πλουμιστός πυρήνας τρυφερότητας.

(Και διανύω την εποχή της μοναξιάς δικαιωμένος ανάμεσα στη σιωπή των παραγράφων )

Κι εγώ βρισκόμουν στη σάλα του χρόνου και την περίμενα ξεφυλλίζοντας τις μέρες σαν τραπουλόχαρτα που αγαπούν το ρίσκο του ενθουσιασμένου τους πάθους

(Κι αναρωτιέμαι τι είναι αυτό που δονείται μέσα μου σαν νησί που διαρκώς απομακρύνεται- η ναυαγισμένη μας καρδιά!- Δεν έχω άλλη καρδιά- Η ναυαγισμένη μας Καρδιά!- Κάποτε είχα δύο ή έτσι νόμιζα)

…όταν αποκαλύφθηκε το πρόσωπό της ήταν κιόλας αργά. Είχα αποκτήσει τη θεά μου. Κάτω ανοίγονταν οι πεδινές παραροές της εκστασης, τα μαγικά ποτάμια των ορμών , τα πολύπλοκα μονοπάτια των σκέψεών που οδηγούσαν στην ξεντυμένη απλότητα της καρδιάς.

” Νεαρέ μου εραστή”, ψιθύρισε, “είστε καλά?” ρώτησε

…και πως να εξηγήσει κανείς σε μια θεά πως υπήρξα για καιρό αρκετό

μια δαγκωμένη ικεσία στην προσφορά των θελήσεων της.

Ακίνητος και παλιά φωτογραφία που περιμένει να ζωντανέψει ξανά η σκηνή του φιλιού

πως λάτρεψα τη μελαγχολία για να σώσω τη ξεμυαλισμένη μου καρδιά

και το κεφάλι σήκωσα σημαία πάνω από το πληγωμένο σώμα…

πως να της εξηγήσεις

πως το τίμημα για να μην έχεις πληγές

είναι να χάσεις τη σάρκα σου

About giorgos kallergis

nulla dies sine linea
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s