σαν 100 νεκρές ιστορίες

γιωργος καλλεργης———

στον J. Pollock

100 νεκρές ιστορίες

σαν ακαθόριστη κίνηση

συναίσθημα χωρίς μουσικές διαστάσεις

οριοθετημένες στο σώμα

σκέψεις που αναδύονται σαν φυσαλίδες

κι η ρίζα της καστανιάς που βυθιζόταν στη γη

ένα κιγκλίδωμα κήπου

ένα παγκάκι σα λιγοστή χλόη

σαν ποικιλία πραγμάτων

αφηρημένη σα συστολή

κι ύστερα ξανά

100 νεκρές ιστορίες

σαν ακαθόριστη κίνηση

συναίσθημα χωρίς μυστικές διαστάσεις

οριοθετημένες στο σώμα

σκέψεις σα φυσαλίδες

από πάνω ο ήλιος

κι από κάτω ο φόβος

σα κυμαινόμενη αναλογία

σαν αδρανής κύκλος

ανήσυχο σαν έρωτας

κι ερωτευμένος σαν εγκλωβισμένος ανθρακωρύχος

και ξανά 100 νεκρές ιστορίες

διστακτικός σα κλαδί

σα τεράστια μύγα-ενέργεια

όλα γεμάτα- όλα εν δράσει

και παντού ύπαρξη

χαμένη στις λέξεις

χαμένη σα πίστη

χαμένη σα βεβαιότητα

φανερωμένη σαν πιθανότητα δίχως προέλευση

σαν άρρωστος πλάτανος

και σαπισμένος σα βελανιδιά σε καμμένη γη

πάσχουσα και γυμνό στήθος

σαν θωπεύεται σε ύφασμα-βλέμμα

σαν 100 νεκρές ιστορίες

και σαν χυμοί δίχως κέφι

να σε ρωτά γιατί γελάς, πες μου γιατί

και πάλι σιωπή

γεμάτη εσάρπες και τουρμπάνια

μαύρες δαντέλες σπανιόλες

μαντίλες και γιαπωνέζικα προσωπεία

λιθογραφίες και σκονισμένα παράθυρα σε τοίχο

και λάμπες πάνω από μισάνοιχτες πόρτες

και πάλι σιωπή

σαν 100 νεκρές ιστορίες

παγίδα σα καθρέφτης

αδρανής με τα χέρια μετέωρα

χασμουρητό και δάκρυ

και καφές και πλήθος πάνω κάτω

και άδεια παραλιακά πεζούλια

χωρίς τρίποδες, χωρίς πινέλα, χωρίς καμβά

και πάρα πολύ γυμνός σε πάρα πολλούς στημένους

και χρόνος ολόγυμνος να φτάνει αργά να μ’ αγγίζει σα περνώ από δίπλα μου

σαν κάποιος άλλος

ένας γέρος, μια κοπελίτσα, ένα παιδί

σα μεθυσμένος αμέριμνος σκύλος με την ουρά σε ρο

να έρχομαι, να περνώ, να προσπερνώ

σαν ανασαίνω

ν’ ανακατεύομαι με το γλυκό άρωμα της σοκολάτας

και ν’ αγαπώ, ν’ αγαπώ

σαν 100 νεκρές ιστορίες

απορροφημένος σα ξένος

και μοναχικός σα μυστήριο

βρώμικο διαμάντι φυλαγμένο στο κέντρο της πλατείας

κι ωδή σε κοινή θέα

και συ να λες:

“είχαμε μια δυο μέρες γυρίσει από το νοσοκομείο

είχες πυρετό

κάναμε έρωτα

μου διάβασες λίγο κι αποκοιμήθηκες

οι μπαλκονόπορτες ανοικτές στο μεσημέρι

κι ένα αεράκι χάιδευε το σώμα σου

τόσο όμορφο

σε σκέπασα

σου έβγαλα τα γυαλιά

σε φίλησα

έκανα ησυχία

ήμουν πλήρης

όσο σου έφτιαχνα κοτόσουπα ερχόμουν και σε θαύμαζα

στη τηλεόραση κάποια χαζή εκπομπή

τόση τρυφερότητα δεν έχει ξαναμπεί σ’ αυτό το σπίτι

και δε φωτίστηκε ποτέ με τόση ευγένεια από τότε

σαν να ήμουν λιπόθυμη αν θυμηθώ τους ήχους “

σαν δάχτυλα που χτενίζουν αλατισμένα μαλλιά σου λέω

ριγμένος σα καταρράκτης στην άμμο

ηλιοκαμένο σαν ιδρωμένο δέρμα

ελαφρύ σα καμπύλη τονισμένη στις άκρες

και παιχνιδιάρης σα σκίουρος

σαν 100 νεκρές ιστορίες

ζεστός και πληκτικός από σάρκα

και χλιαρός σα στρωμένο τραπέζι το Πάσχα

κι αράδες μελανιού σε μια λευκή σελίδα

κηλίδες αίματος από λέξεις να σου φωνάζoυν

μικρός σα μπορντέλο

και bar για ναυτικούς που δε γύρισαν ποτέ

φωνή, κραυγή διάρθρωση

νέα και αδυσώπητη σαν όργανο

σαν πόλη με δρόμους και νοσταλγία

σαν Κυριακή π’ αναρωτιέται

“πόσο ακόμα θα κρατήσει αυτή η γοητεία?”

Φωτογραφία. Τίποτα. Υπήρξα.

About giorgos kallergis

nulla dies sine linea
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s