Η Πόρτα

γιωργος καλλεργης

 

 

 

“Είμαι ένας σουρεαλιστής που κάνει σουρεαλιστικές διακοπές”

Andre Mason

 

 

 

χορευτής στη θεία χάρη ερειπίων

σκουπίδια  σ’ ένα δρομο από λάσπες και  χειμώνα κουβαλάει

παραδίπλα κατσίκα χαρταετός βόσκει μαργαρίτες στα ουράνια

κι ένα ζευγάρι που γέρασε στην ακροθαλασσιά δροσιζεται

ανέμελο σαν παιδί κάτω από καταράχτη χρωμάτων

και πρόσωπα του πλήθους πίσω από τη μάσκα

σαν έγκυος που στεγνώνει τα μαλλιά της μέσα από ένα θολό κάδρο κοιτά

κυριο με ομπρέλα που συναγωνίζεται το άγαλμα ενός αλόγου

τω πατέρα τη  φωνή

ω μητέρα το θεμέλιο

αχ παιδί το ζαχαρωτό σου κρύψε

μεγάλος υιός επι ξύλου κρεμάμενος

κι ανάμεσα στις μνήμες και το μέλλον

χοντρός τροβαδούρος και δημόσια η αοιδός μια Μέδουσα και μια Μόδα

κι εργάτης σε χιονισμένες ράγες φτιαρίζει για να μπορούν τα τρένα να περνάνε

αλλιώς εργάτες στους γκρεμούς τρένα περιθάλπτουν

και το παιδί καράβια στους τοίχους σαλπάρει

κι ανάμεσα στις μνήμες και το μέλλον

ο σκυμμένος άνθρωπος  διπλα σ’ ένα ποδήλατο ακουμπισμένο

σ’ ένα μακρύ τοίχο πλακόστρωτου

το βράδυ κάτω από ένα φανάρι φλερτάρει τη σκιά

κι από τα σύννεφα ψηλά ποδήλατο χυμένο

σε πορτοκάλια και καλάθια “το ατύχημα!”

στο φως που κουβαλάει την ύπαρξη

σ’ ότι δεν προσπερνάει

τον άνδρα που ξεπλένεται στο χαμάμ

τον άνδρα που στοχάζεται στον ατμό και στη ζέστη το θείο Άλλο

τη γριά που στριμώχτηκε με κουζίνα και χρόνο

τη πόρτα που ανοίγει στο χέρι που ξεπροβάλλει για να αρπάξει ψυχραιμία

και το vins cafe bois κάτω από ένα σωσίβιο που γλυκοκοιτάζει θαμώνες

για το strike στην ανθρώπινη φιγούρα του άντρα που ξεμακρένει

ταλαίπωρη τη δύστυχη μορφή σε ένα παράταιρο κεφαλόσκαλο

κι η μοντέρνα κοκέτα να κουβαλά τον πόθο του βλέμματος

ως τον επόμενο σταθμό της πόλης

με τον εαυτό της τραμ,

να μπαίνεις και να βγαίνεις με το εισιτήριο στο χέρι

όπου ανάμεσα στις μνήμες γλυκοχαράζει το μέλλον

μια αίθουσα διδασκαλίας tango

για ζευγάρια που ξέχασαν τον έρωτα

και για χορευτές που είπαν το χορό βραβείο

πλήθος κλόουν κάτω από έναν ουρανό μπαλόνια

κι η μάνα του Σουδάν ή συντροφιά στο πεινασμένο βρέφος

για να μπορεί να βαδίσει κάποτε κι αυτό

παρέλαση σκλάβων σε φόντο τοιχών

για να μπορεί αργότερα η αδικία να πάρει σάρκα και οστά

να σε κοιτάξει με απορία μπροστά από το χαραγμένο φράχτη με τα μάτια ενός αγοριού

να σου πει πως είμαστε ακόμα πολλοί

που σπρώχνουμε στα πονηρά καμπαναριά σου υψωμένα τα χέρια μας

αποκρύπτωντας με πένθιμο ήχο

την ελπίδα του αρχαίου μοναχικού οραματιστή

που κάποτε ονομαζόταν άνθρωπος

γιατί ο πόνος δεν έχει χρώμα

έχει όμως η σκλαβιά

κι είναι τα πρόσωπα σκυμμένα στην αγάπη τότε

να κοιτούν στο τάφο του κορμιού το έλεος

κι ο χρόνος δε λυπάται κανένα βασανισμένο χέρι π’ απλώνει χάδι στο νεκρό

κι ας είσαι γυναίκα που ‘φτιασε σπιτικό με πορτατίφ και τραπεζαρίες από μοναξιά

κι ας είσαι έφηβη με τη φράντζα σ’ αναστάτωση και την ηδονή του αντίο- θεό,

ο χρόνος δε λογαριάζει κανέναν πατέρα και κανέναν υιό

κανέναν παππού και κανένα εγγόνι

χαράσει στο γυμνό σώμα την απελπισία κάποιου βιασμένου άστρου

για να μπορούν γέροι σαν αυτούς που πέρασαν πείνα κατοχή κι εμφύλιο να παρελαύνουν

παράσημα στη σκιά παραπόνων και δύση στα άσυλα

ό,τι ανάμεσα στις μνήμες και στο μέλλοντα

η συζήτηση ετοιμάζεται να αφαιρέσει τους στηθόδεσμους και να ξεχύσει τους μαζούς της

κάτω από το φως του προβολέα

με την αγωνία του φετίχ που ξύνει τα νύχια του

πολλά φετίχ που ξύνουν τα νύχια τους

τα τόσα τρεμάμενα ματωβαμμένα πρόσωπα της γυναίκας

πρόσωπο γυναίκας να κρύβει το φύλο της για να περισώσει λίγο από γλυκήτητα

μια ορκισμένη παρθένα που περιμένει στον άνεμο την μύηση

αλλά εκείνος έκανε ποδήλατο και χαιρετούσε το πλήθος με το καπέλο του

ή διάβαζε αμέριμνος εφημερίδα έξω από βιτρίνα καφέ,

χιλιόμετρα μακρυά από την επιφάνεια του γαμοτράπεζου,

μακρύτερα κι από τις λεπτομέρειες της πορσελάνης

π’όσο πάλιωνει τόσο σκληραίνει η ιστορία της

για αυτό και τα εκθέματα των μουσείων είναι

οι χρησμοί του αύριο

λεπτοί ήχοι γόβας στους αναστεναγμούς της κνήμης

π’ αναδυουν ύμνους από κάδρα

μελλοποιημένους  στα οράματα της αισθαντικότητας

μα η απελπισμένη γυναίκα

η εσταυρωμένη γυναίκα

χορευτής ανάμεσα σε ουρανό και γη και στη μέση χρόνος

όραμα γριάς φόρεμα φτιαγμένο από ύφασμα ερωτικών γραμμάτων

όραμα νέας γυναίκας, παλλακίδας ταγμένης στη θεατρικότητα του εραστή της

η απελευθέρωση του σώματος μέσα από όλες τις μορφές της αφοσίωσης

όλα παιδικά παιχνίδια

κουκλάκια αποκεφαλισμένα κι αλογοποδηλατοδρομείς

εύθραυστοι σαν αντίκα  έρωτες

π’ ούτε σε μάνα ταιριάζουν ούτε σε Γυναίκα

 

Σε μια Πόρτα χώρις οίκο ο έρωτας άπλωσε μπουγάδα

σκιάχτρα είμαστε όλοι- τι νομίζατε?

Παραδομένα σκιάχτρα που χαιρετίζουν Χρόνο

κοιλάδες με χαράδρες και πέτρινα όρη

νεκρές κοιλάδες και πύρινες ρευματικές γραμμές

τσουλήθρες πάνω στην άμμο

παρατημένες λεπτομέρειες γραφείου τοποθετημένες και σκονισμένες με τάξη

σφραγίδες βιβλία τηλέφωνα ημερολόγια και χαρτούρα

το άδειο δείπνο μέσα σ’ ένα κενό δωμάτιο

απλωμένα καραβόπανα μέσα σ’ ένα χαμόσπιτο

κι ανάμεσα στις μνήμες και το μέλλον

τίποτα δεν είμαστε

αν χάσαμε το παρελθόν μας

About giorgos kallergis

nulla dies sine linea
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s