σουρεαλιστικό φετιχιστικό δοκίμιο

γιωργος καλλεργης

——-

Ίσως αυτός ο σεξουαλικός χάρτης του δισταγμού μας πάει γάντι. Τότε η Ελλάδα είναι ένας τέλειος τόπος για τους σύγχρονους Μπωντλαίρ, για έναν άνθρωπο , όπου συνδυάζει ακριβώς αυτό, ενάντια στο σύνδρομο της επαρχίας και στο σύνδρομο της φιλοδοξίας, αντιτάσσει το πνεύμα και την απόσταση. Ακόμα και οι ξένοι που έχουν διεισδύσει στο ελληνικό ερωτικό τοπίο, οι αλλοδαποί που έρχονται σ’ αυτό το τόπο με την ελπίδα της ιστορίας και τη προσδοκία της μυστηριακής πολιτισμικής τους εκπλήρωσης, εμποτίζονται με τον περιορισμό της επαρχίας βουτηγμένο στην αναποφασιστικότητα της αγέλης. Είναι τρομερό και συνάμα πικρόχολα διασκεδαστικό. Ένας συνδυασμός αρχαίας ιστορίας και σιωπηρής ενοχής του κιτς της χριστιανικής νηπιακότητας, μια επικυριαρχία των λέξεων με υπονοήματα και χειρονομίες, με πόζα και ύφος, μια λογοτεχνία των εικόνων που συνθέτουν το δυναμικό σκηνικό της προγλωσσικής απολυτότητας-πραγματικά αχτύπητο στο ιερό φρικιασμά της όπως το λεν οι θεολόγοι χρυσώνοντας το χάπι της ασχήμιας, αλλά φευ, ομολογουμένως πραγματικά διασκεδαστικό, όπως κάθε ντυμένη ανοησία που θαρρεί πως κρύβεται απο την ευθυκρισία του βλέμματος. Η αποδόμηση του κορεσμού στο δισταγμό της κοσμογονίας, μια ελληνική πρωτοτυπία στον έρωτα, στο σεξουαλισμό, ένας λαός που διψάει για Διόνυσο αλλά που δεν τον συλλογικοποιεί, που κρατάει τη μέθεξη του θεού για τον εαυτό του θάμμενη βαθιά μεσα του ως κακοδαιμονία, και που τον επιδεικνύει μόνο όταν πρόκειται να τον βάλει να παρελάσει από μπροστά μας έναντι αποσωσμένου γλυπτού σε κάποιο μουσείο το καλοκαίρι. Θα μπορούσε ναι, αλλά να υπήρχε μόνο κορεσμός, τότε θα ήταν κάτι όντως συζητήσιμο. Οι Έλληνες και ο ερωτισμός, οι Έλληνες και τα γεννητικά τους όργανα, οι ορμές τους και πως εφαρμόζουν ο ένας στον άλλον- το ένα στο άλλο, μια διαρκής αφήγηση κατορθωμάτων για μυθιστορήματα χωρίς συγγραφείς.

Στο φετίχ, στη γιορτή του φετίχ λόγου χάρη, όπως τα βερολινέζικα έθιμα προς κάποιο επαναδάνειο, εκεί όπου πέρα από τη παρέλαση του ύφους, μια παρέλαση χωρίς ουσία, η ερωτική ύπαρξη, δηλαδή ο κάτω από αρχές έρωτας, γιατί τι άλλο είναι ένας ερωτισμός που η γιγάντωση του αισθήματος, η μεγιστοποίηση της απόλαυσής του μπορεί να αισθητοποιηθεί μόνο με τον πόνο, που ακολουθεί αυστηρούς κανόνες ηδονών, με τιμωρίες λάθη και πρωτόκολλα, όπου η επαφή αποκτάει εμεσότητα γιατί παρεμβάλλεται το μέσο, εκ δερμάτων και εργαλείων , ποτέ με γυμνά χέρια, ποτέ σάλιο, ποτέ ένωση αλλά ένας πλήρης διαχωρισμός κατακτητών και κατακτημένων, εκεί, σε μια ανάλογη γιορτή μπορούσε κανείς μέσα στα εκφυλισμένα ελληνικά πλαίσια γιορτής, να λυπηθεί απεριόριστα για την ατολμία και την ύβρη προς μιαν- και παρολαυτά- εξελληνισμένη βιλλα των μυστηρίων, εφόσον, επουδενί δεν θα έβρισκε να ανταποκρινεται ο προορισμός του πόθου στο πλήθος της σεξουαλικής αυτής ιερότητας ενός σπιτιού της Πομπηίας,, όσο στη παράδοση ενός αλλοτινού ιδεαλισμού που αναγκαστικά φαντασιωνόμαστε χάρην μιας ιστορικής παγίδευσης. Είναι το σημείο όπου τοποθετούμε συνθηματικά την κρίση μας με την ρήση: οι αυτοκράτορες βλάπτουν σοβαρά τη ζωή. Έτσι, ίσως μάλιστα, η απουσία του φετίχ από το φετίχ, να μπορούσε να αποδοθεί ως μια νέα μορφή φετίχ στον ορισμό μιας λεπτεπίλεπτης εξιδείκευσης της ερωτικής απόλαυσης, και με αυτή την έννοια θα μπορούσε κάποιος με αισιόδοξες διαθέσεις να τοποθετηθεί ως ένας ερωτευμένος που δεν δικαιώθηκε ποτέ παρά στα όνειρα που κάνει για τα απομεινάρια της τοιχόγραφίας, για μια γυναίκα που μαστιγώνεται ρυθμικά στα οπίσθιά της στ’ όνομα της Αρτέμιδος . Αλλά τι γίνεται με όσους δεν είναι αθωοι στον έρωτα κι ούτε πρόκειται ποτέ να δικαιωθούν γιατί δεν επαρκεί αυτό, γιατί δεν μορφοποιεί, γιατί δεν ποιεί παρά μονάχα ώστε το πράγμα να αρχίσει να αποκτάει ένα νόστιμο πνευματικό ενδιαφέρον, στα στενά πλαίσια ενός θεού που επιθυμεί να γιορτάσει την τυραννία του σώματος με την ψυχή του παρατηρητή, αν μη τι αλλο με τη ψυχή του ηδονοβλεψία. Όμως τότε, στην εποχή της κατανάλωσης, με τέτοια ανοησία να φέρεσαι ανίερα, αυτή η γιορτή μάλλον καταλήγει σε μια μάζωξη που σκηνοθέτησε ένας έξυπνος διαφημιστής προκειμένου να εισπράξει, και να κερδίσει, που σκέφτηκε πώς να χρησιμοποιήσει σαν πιόνια όσους πραγματώνονται με το να θέτουν τον εαυτό τους στα ερωτικά παιχνίδια του άρχην και άρχεσθαι. Ισάκις, με τη περιοδεία του θιάσου στην επαρχία, ένας περιπλανώμενος έρωτας ακροτήτων, θα ήταν μια ακρότητα του εαυτού του μέσω της απουσίας του από τον ίδιο του τον εαυτό . Κι αν τελικά το φετίχ είναι ο σκανδαλώδης τρόπος να αγορεύει κανείς για μια κόλαση με έμφαση στη θεατρικότητα της ειλικρίνειας, θα έπρεπε κανείς να ρωτήσει πόσο χρεώνουν την οσμή του ακίνδυνου οι λάτρεις του επιφαινόμενου σαδομαζοχισμού. Μα, δεν θα έπρεπε να αναζητούν τη τύχη τους στην Ελλάδα αυτοί οι δειλοί φιόγκοι, αλλά οι συγγραφείς ίσως ναι. Σ’ ένα κακό θέατρο χωρίς βαθύτητα, χωρίς πόνο, μ’ επίπλαστες ηδονές που περισσότερο φέρνουν σε χαϊδολογήματα παρά σε πανευτυχή ουρλιαχτά και ηδονικό σπαραγμό, το ζήτημα λαμβάνει μορφές διαλόγου περί ηθικής παρά δράσεις περί πόνου και σάρκας, ως δράσεις του έρωτα, αλλά δράσεις του σώματος όχι, άρα δράσεις του πνεύματος όχι. Γιατί, γνωρίζω πως η πραγματική ανηθικότητα είναι η μεθοδευμένη αποχή από την φυσιολογική μας επιθυμία, ιδιαίτερα όταν αυτη η επιθυμία έχει σφυρηλατηθεί στον όμορφο χαρακτήρα του ωραίου, ώστε ο νέος να επιθυμεί νέο και ο γέρος γερο. Αντίθετα, αν αυτή είναι η μονομανία της καρδιάς που θέλει να προκαλέσει, τότε πρόκειται για μια επίδειξη ισχύος στην φυσική πραγματικότητα. Σ’ αυτή τη μονομανία που ποτέ κανείς δεν επιστρέφει στην ζωτική εικόνα τη μοιραία απόλαυση του ιδρώτα, οι άνθρωποι που επιζουν είναι οι άνθρωποι που κοιτούν άπληστα τους άλλους να προσποιούνται. Δεν υποστηρίζω ότι ο θεμέλιος λίθος του φετίχ είναι μια εικόνα του φαντασιακού, αλλά δείχνω την αμετοχή της πράξης εντός του πόθου ως δράση ενός ηδονοβλεψία που είναι η πραγματική έννοια του πρόστυχου και που καταλύει στη πράξη κάθε προέκταση ονείρου, που παύει τον διαμεσολαβητικό χαρακτήρα, και γίνεται ο ζητούμενος αυτοσκοπός. Ζει τότε σαν μανία μέσα σε κρυφούς πόθους ένας έρωτας που μοιάζει με προδοσία. Παραδόπιστος, υπολογιστικός, υποταγμένος και πάντα απών. Το αποτυπωμένο απολίθωμα των παρόντων.

About giorgos kallergis

nulla dies sine linea
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s