Το δωμάτιο (απολογηματική νουβέλα)

γιωργος καλλεργης

 

—————

Έχω αλλάξει. Το νιώθω. Είμαι ένας άλλος? Το νιώθω. Είμαι? Όχι ακριβώς. Απλά μέσα σ’ όλα τα δωμάτια του σπιτιού μου διάλεξα ένα κι αυτό είναι όλο.Ωραία. Πριν συστηθώ, στο κάνω ξεκάθαρο από τούτη τη στιγμή. Αν ένα και μοναδικό πράγμα είναι σημαντικό για τη παρούσα υπόθεσή, τότε- και σημείωσε το αν θέλεις – αυτό είναι το ένα και μοναδικό μέρος μιας γενικότερης αναστάτωσης. Το επικυρώνω ακόμα και με κλειστά μάτια: Η ζωή είναι ένοχη αν όχι άχρηστη, και όταν αναφέρω ζωή, εννοώ τη δική μου. Κι όσο για τη ζωή σου μ’ αφήνει παγερά αδιάφορο. Αυτή τη στιγμή σφράγισα την πόρτα  και περιμένω. Αυτοκτονώ. Το κάνω φυσικά, υποβάλλοντας τον εαυτό στη πείνα. Σκληρό? Για σένα μπορεί.. Πραγματικό? Ίσως. Τραγικό?  Αν αντέχω? Αφού δεν αγαπιόμαστε, μη δίνεις σημασία λοιπόν κι ας είμαστε για μια φορά ειλικρινείς. Δεν αγαπιόμαστε. Η αιτία της αυτοχειρίας δεν είναι μία, είναι μια συμβολή καταστάσεων όπως το κυκλοφοριακό σε μια μητρόπολη. Ναι είμαι σε ώρα αιχμής. Τίποτα δεν δείχνει με περισσότερο έμφαση το τέλος από μια πόλη π’ ασφυκτιεί. Δεν ξέρω. Ίσως είμαι ο πιο ρομαντικός εγωιστής του κόσμου ή πιο απλά, ίσως για τον κόσμο να είμαι ένας ακόμη άρρωστος. Όμως τα πράγματα δεν ήταν πάντα έτσι και εγώ έχω άλλη γνώμη από εκείνη  των άλλων, κι όχι για σένα αλλά να τι ελπίζω, ελπίζω να στρώσει κάπως το γράψιμο. Δεν είμαι συγγραφέας αν κι έχω  άποψη επ’ αυτού.Λοιπόν. Ονομάζομαι Ναστάζιαν Εβενέτ. Είμαι Έλληνας ομογενής με γαλλική υπηκοότητα. Η μητέρα, μολονότι δασκάλα είναι Γαλλίδα ενώ ο πατέρας μολονότι Έλληνας, μαλάκας… Ίσως φανεί παράξενο έως και απίστευτο, αλλά ποτέ δεν έμαθα τι ακριβώς επαγγέλλεται αυτός ο κύριος. Το αναφέρω διστακτικά: έμπορος φυτών. Σίγουρα! Ο πατέρας είχε ένα μοναδικό τρόπο να κινείται μέσα στους ανθρώπους σιωπώντας, με μια μοναδική και ωμή, η σκοτεινή του τροχιά να κάνει τις δουλειές του χωρίς να υπάρχει για τους γύρω• κι αν απλά μέσα στην αχλή του πλήθους συμπεριλαμβανόμουν ακόμη και εγώ, ο ίδιος του ο γιος, τούτο δεν συνιστούσε καμία απολύτως διαφορά. Γνώριζα αυτά που χρειαζόταν να γνωρίζω, ούτε λιγότερο ούτε περισσότερο, κι αυτό ήταν το χιούμορ του, μοναδικό σε αίσθηση, σχεδόν αγγλικό στη σιωπηλή του έκδοση. Μαλάκας. Η μητέρα όμως, ένας διαρκής εκνευρισμός.Λίγο πριν οι γονείς χωρίσουν και έρθω με τον πατέρα στο κυκλοθυμικό κλίμα της Ελλάδας, – τη μητέρα έχω να τη δω από τότε-κατά την πρώτη και αγνότερη δεκαετία στη ζωή, διέμενα σε ένα παλιό αρχοντικό του τρίτου διαμερίσματος του Παρισιού, το οποίο στη πίσω του αυλή είχε- τότε είχε, τώρα δεν ξέρω- τεράστιες φλαμουριές, σαν αυτές που σε γράμματα για το νυχτερινό καφενείο αναφέρει ο Βαν Γκογκ στον μικρότερο αδερφό του, και που ακόμα κοσμούν συγκρατημένα μεγαλόπρεπα τις όποιες παιδικές αναμνήσεις. Υπάρχει βέβαια και η σχετική μυθοπλασία. Μαρτυρά πως το σπίτι αυτό αν δεν είναι, τότε μάλλον θα μπορούσε να είναι, το τελευταίο ερωτικό καταφύγιο του Ζολά με μια μυστηριώδη Αλγερινή ερωμένη-το όνομά της ποτέ δεν ήρθε στο φως της δημοσιότητας– εκεί δηλαδή που άφησε την τελευταία του ανάσα ο σπουδαίος αυτός φυσιολάτρης. Ο αιφνίδιος θάνατός του από ασφυξία που του προκάλεσαν οι αναθυμιάσεις της θερμάστρας, μέσα στο διαμέρισμα- επίσημα η εγκληματική πράξη δεν έχει αποκλειστεί αν και εγώ πάντοτε πίστευα στην εκδοχή του πατέρα αφού πάντα μου προκαλούσε ένα εξωτικό δέος το σενάριο που ήθελε το συγγραφέα να αυτοκτονεί από ερωτική απογοήτευση εξ’ αιτίας εκείνης της γυναίκας. Πιο ηρωικό έτσι. Αλλά και πάλι, αυτοί οι φυσιολάτρες μόνο απελπισία σου προκαλούν. Αν έχεις διαβάσει Φλομπέρ ξέρεις τι σου λέω, πολύ περισσότερο αν έχεις ψηλαφήσει Apollinaireκαι μετά. Τότε θα πρέπει να έχεις μια επιλογή, τίποτα περισσότερο απ’ το να βρεθείς  στα χνάρια τους, να ακολουθήσεις τους τόπους  όπου έζησαν κι είναι ακόμα ζωντανοί. Αν έχουν γίνει μουσεία τα μέρη τους πραγματικά παράτα τα. Αλλά αν συνεχίζουν τα στέκια τους να λάμπουν, τότε να πας και τότε θα δεις. Για παράδειγμα το Λαπέν Αζίλ. Το Λαπέν Αζίλ είναι ένα διάσημο μικρό καμπαρέ στη Μονμάρτη του Παρισιού στη Γαλλία. Βρίσκεται στην οδό RuedesSaules αρ. 22, δίπλα στον τελευταίο αμπελώνα της Μονμάρτρης χωρίς να είναι και τόσο σπουδαίο σαν αναφορά. Κάθε τουρίστας που σέβεται τον εαυτό του ολοένα και μοιάζει με αδίστακτο συλλέκτη. Γνωρίζει καθετί παλιό. Το αναφέρω απλά γιατί είναι το πιο παλιό καμπαρέ του Παρισιού όπως στην Αθήνα  το πιο παλαιό μπαρ είναι ο Βρεττός στη Πλάκα, κάτι που γνωρίζουν μόνο οι παλιοί Αθηναίοι και οι τουρίστες. Το αρχικό όνομα του Λαπέν Αζίλ ήταν CabaretdesAssassins δηλαδή «Καμπαρέ των Δολοφόνων». Ο θρύλος λέει ότι πήρε το όνομα αυτό αφού μία συμμορία δολοφόνων μπήκε στο καμπαρέ και σκότωσε τον γιο του ιδιοκτήτη. Ανοησίες των καλλιτεχνών που τους αρέσει να προκαλούν ατμόσφαιρα. Ανοησίες. Μην πιστεύεις τους καλλιτέχνες, να τους απολαμβάνεις μόνο. Εν πάσι περιπτώσει, το καμπαρέ ήταν ήδη 20 χρόνων παλιό, όταν το 1875 ο ζωγράφος AndreGillζωγράφισε, με αντάλλαγμα λίγο φαγητό, τον πίνακα που έγινε σήμα κατατεθέν του μαγαζιού και του έδωσε το οριστικό του όνομα. Ήταν ένας πίνακας ενός λαγού που ξεπηδούσε από μία κατσαρόλα κρατώντας ένα μπουκάλι κρασί, λόγω του ότι σπεσιαλιτέ του καμπαρέ ήταν ο λαγός σωτέ στην κατσαρόλα. Οι ντόπιοι άρχισαν να αποκαλούν το μέρος Λαπέν Αζίλ, λογοπαίγνιο με τα «Lapeint à Gill» που σημαίνει «ο πίνακας του Ζιλ» και «LapinAgile» που σημαίνει «ο σβέλτος λαγός». Ο πίνακας σήμερα βρίσκεται στο μουσείο της Μονμάρτρης, ενώ ένα αντίγραφο είναι κρεμασμένο στο εξωτερικό του κτιρίου προστατευμένο από ειδικό τζάμι. Αν είστε τουρίστες να πάτε. Αν είστε ποιητές απλά κάποια στιγμή ίσως βρεθείτε εκεί να πιείτε ένα μπουκάλι Ναπολεό με τον κύριο Anselmo, αν ζει ακόμα βέβαια. Εντέλει, ακόμα κι αν δεν είστε ποιητές, αρκεί να είστε ταξιδιώτες, δηλαδή αρκεί να σέβεστε τη ποίηση. Θυμάμαι ακόμα και τη σιχαμερή μου γιαγιά να επεξηγεί πως το καμπαρέ σώθηκε από κατεδάφιση το 1903 όταν ξαναγοράστηκε από τον Αριστίντ Μπριάντ και πάτρονας του έγινε ο Φρεντερίκ Ζεράρ, που έγινε γνωστός ως pèreFrédé που δηλαδή σημαίνει γερο-Φρεντέ. Ο γερο-Φρεντέ έλεγε η μαμά κι η γιαγιά συμφωνούσε κουνώντας το πιγούνι της, έδωσε λέει νέα πνοή στο καμπαρέ. Παίζοντας κιθάρα και κάπως ανακαλύπτοντας το bluesμε τα φάλτσα του, και παίζοντας βιολοντσέλο βγάζοντας τα μάτια των θαμώνων με το δοξάρι του, τραγουδώντας σα να θέλεις να το κρεμάσεις ανάποδα από το δέντρο έξω από το χωριό, και απαγγέλλοντας με κύρια διάθεση αλλά με τρόπο που ακόμα κι οι φουτουριστές θα ζήλευαν, κατάφερε να μαγνητίσει όλη την αβάν γκαρντ στο καμπαρέ του. Έτσι, την περίοδο της αλλαγής του αιώνα, το μέρος είχε γίνει στέκι για τους μποέμ ζωγράφους και καλλιτέχνες που έμεναν στην περιοχή, όπως ο Πάμπλο Πικάσο, ο Γκιγιώμ Απολλιναίρ, ο Μωρίς Ουτριγιό, ο Ζωρζ Μπρακ, ο Φρανσίς Καρκό, ο Μαξ Ζακόμπ, ο Αμεντέο Μοντιλιάνι, ο Αντρέ Ντεραίν, ο Αντρέ Σαλμόν, ο Ρολάν Ντορζελέ, ο Πιερ Μακ Ορλάν, ο Ζυλ Ντεπακί, ο Γκαστόν Κουτέ, ο Σαρλ Ντουλέν, όλη η παλιοπαρέα των σημαντικών σύχναζε σ’ ένα μέρος σχεδόν ξεπεσμένο, μα τόσα χρόνια, μα τόσες δεκαετίες, μα μισό αιώνα, μα ένα αιώνα ξεπεσμένο, μα όλοι οι σημαντικοί ξεπεσμένοι! Α! Ε ναι, μοιραία, καθώς γεωγραφικά βρισκόταν στο κέντρο της τότε καλλιτεχνικής ζωής του Παρισιού, το καμπαρέ Λαπέν Αζίλ έγινε στέκι καλλιτεχνικών συναντήσεων και συζητήσεων. Από την άλλη όμως, στο Λαπέν Αζίλ σύχναζαν επίσης άλλες παρακμιακές φιγούρες, όπως μαστροποί, εκκεντρικοί τύποι, φοιτητές από το Καρτιέ Λατέν, αναρχικοί, ακόμα και μπουρζουάδες που απλά συμπεριφέρονταν ως μποέμ. Ο πίνακας «Στο Λαπέν Αζίλ» του Πάμπλο Πικάσοτο 1905μπορώ να πω ότι βοήθησε στο να γίνει το καμπαρέ διάσημο με μια ευρεία έννοια του όρου. Αυτό τουλάχιστον συχνά πυκνά ήταν κάτι που μου το τόνιζε η μαμά μου από μικρό. Το Λαπέν Αζίλ απεικονιζόταν ακόμη πολύ συχνά στους πίνακες του Μωρίς Ουτριγιό. Στο μικρό καμπαρέ συντελέστηκε ακόμη η διάσημη φάρσα του πίνακα ‘Ο Ήλιος Βασιλεύει Πάνω από την Αδριατική’ του δήθεν κυρίου “Γιοακίμ-Ραφαέλ Μπορονάλι” που όπως αργότερα αποδείχθηκε δεν ήταν άλλος από ένα γάιδαρο που ζωγράφισε το πίνακα με την ουρά του. Δε θέλω να σου αναφέρω ότι το 1993 ο Αμερικάνος κωμικός Στηβ Μάρτιν έγραψε και σκηνοθέτησε το κωμικό έργο “Ο Πικάσο στο Λαπέν Αζίλ” το οποίο όντως είχε επιτυχή πορεία στο Σικάγο, το Λος Άντζελες και αλλού, αλλά να ξέρεις ότι ποτέ δεν πρέπει να εμπιστεύεσαι τη κρίση του κοινού παρά μονάχα αν είσαι έμπορος. Το έργο απεικόνιζε μία φανταστική συνάντηση του Πάμπλο Πικάσο και του Άλμπερτ Αϊνστάιν στο Λαπέν Αζίλ. Μια σκέτη ανοησία. Ο Πικάσο ποτέ δεν θα ήθελε να συναντηθεί με τον Αϊνστάιν κι ο Αϊνστάιν με τον Πάμπλο, αφού ήδη είχαν συναντηθεί μέσω των έργων τους περί απόλυτης αλήθειας. Ο Πάμπλο τ’ ονόμαζε κυβισμό κι Αλβέρτος γενική σχετικότητα. Αυτό είναι όλο και να γιατί. Σήμερα πολλοί τουρίστες επισκέπτονται ακόμη το μικρό καμπαρέ που είναι τοποθετημένο σε ένα πέτρινο κτίριο στην απότομη και πλακόστρωτη οδό RuedesSaules, κάθονται στα ξύλινα τραπέζια, όπου είναι χαραγμένα τα αρχικά επισκεπτών εδώ και δεκαετίες, και απολαμβάνουν παλιά γαλλικά τραγούδια και ποιήματα που μπορεί να φτάνουν και στον 15ο αιώνα. Αυτό ονομάζεται αλήθεια του κυβισμού, αναλλοίωτο του παρατηρητή ή  πες το παράδοση ή πες το αρχέγονη ροή αλλά όπως και να έχει, είναι ένα γεγονός που λίγο έχασε σε λάμψη. Μα γιατί τα λέω αυτά? Γιατί θέλω να αφήσω τα ίχνη μου και εγώ. Ότι απέρχομαι λέω. Μην ξεχνάς ότι αυτοκτονώ, μη ξεχνάς ότι το κάνω ύστερα από μεγάλη απόφαση. Όχι από έπαρση ή από κάτι πιεστικά γρήγορο. Θέλω να πω ότι θέλω να αναφέρω ότι η παιδεία μου είναι στη βάση της γαλλική, μα νομίζω πως αυτό ήδη το έχω αποδείξει, σωστά? Σωστά. Εντούτοις το γλίστρημα μου στο γαλλικό πνεύμα, κυρίως στη λογοτεχνία ενίσχυσε τις πατρικές ρίζες. Ουδέποτε μ’ εμπόδισε να μη νιώθω ερωτευμένος με την Ελλάδα αν και το τελευταίο καιρό διατηρώ κάποιες επιφυλάξεις για τη πατρίδα. Δε φταίει ο τόπος όσο οι άνθρωποι. Να γιατί πρέπει να σε κουράσω. Ίσως μετά να δυσκολέψω τον τρόπο με τον οποίο γράφω. Και δεν ξέρω γιατί γράφω τόσο εγκυκλοπαιδικά. Ίσως θέλω να εντυπωσιάσω αυτόν που διαβάζει ετούτο το κείμενο, ναι ίσως θέλω να εντυπωσιάσω με τις γνώσεις μου.(Αλλάζω ύφος)Παίρνω το θάρρος να γράψω αυτό το κείμενο, γιατί έχω ανάγκη εγώ ο ίδιος να γράψω- τρομάζω από τον ερχομό του επικείμενου θανάτου και ένιωσα ότι χρειάζομαι συντροφιά του γραπτού λόγου τώρα, το είχα προβλέψει κάτι τέτοιο εξόν και προμηθεύτηκα τα σχετικά αντικείμενα όπως χαρτί στυλό μία ξύστρα, μολύβια, μια γραφομηχανή Remington του 38’- δεν είναι το prestige αλλά αυτήν είχα – και παράλληλα πιστεύω ότι είναι μια καλή ευκαιρία να εξερευνήσω τη φύση των ύστατων σκέψεων κατά τη διαδικασία του Τέλους. Το κάνω λίγο για εσένα που θα διαβάζεις  τώρα ετούτο το κείμενο και περισσότερο για εμένα.Να πω ότι λίγο πριν κλειστώ εδώ μέσα, εφτά μέρες πιο πριν και ημέρα Σάββατο, κι ύστερα από παρότρυνση ενός από τους λιγοστούς φίλους που μου απέμειναν, του  Λευτέρη ή κατά κόσμο Αλέφιο- επισκέφθηκα το ζωολογικό κήπο. Μέχρι εδώ καλά. Υπήρχαν κάποιες τελευταίες εκκρεμότητες που έπρεπε να διαπεραιώσω εκεί, αλλά αυτό είναι κάτι για το οποίο θα επανέλθω αργότερα. Προς το παρόν δεν θέλω να υπεισέλθω σε λεπτομέρειες. Να υπογραμμίσω πάντως κάτι το αναγκαίο: το να κοινοποιήσω, το να καταγράψω λίγο πριν από το θάνατο μου, συλλογισμούς, απολογισμούς, την ιστορία μου εντέλει, ίσως αποδειχθεί σπουδαίο για το αποτέλεσμα της απόφασης που θα λάβουν οι όποιες και επόμενες γενιές αυτοχειρίας, αν βέβαια κρίνουν με βάση το δικό μου παράδειγμα. Ανοίγω δεύτερη παρένθεση για να ζητήσω κάτι σαν τελευταία επιθυμία: σ’ ότι χέρια και αν πέσουν αργότερα ετούτα τα χειρόγραφα, παρακαλώ να μην βιαστούν να με προπηλακίσουν ή να με κατατάξουν άμεσα ως νεκρόφιλο, να μην σπεύσουν να με συγκρίνουν με κάτι ανάλογο. Τα πράγματα μπορεί να μην είναι έτσι όπως φαίνονται. Ο πατέρας για την ίδια ακριβώς φράση συνήθιζε να παρατηρεί: «Τα φαινόμενα δεν απατούν, αυταπατούν!» αλλά τι διάολο, δικιά μου η ζωή κι αν θέλω τη πετάω.  Στο ζωολογικό κήπο λοιπόν, όχι όχι, θα επανέλθω αργότερα σε δαύτον.Κατά βάση υπήρξα ένας συνεσταλμένος της καρδιάς ήτοι ο ψευτοευπρεπής της καθημερινότητας . Σαν τους περισσότερους ανθρώπους, μετριασμένος στα πάθη και πάντα πρόθυμος να ζω κάθε μέρα με την ευλογία της εργατικότητας, με τη συνέπεια της ευθύνης- φρόντιζα και έφτανα πάντα πρώτος στη δουλειά, πάντα καλοντυμένος και πάντα ταπεινά ευδιάθετος. Φρόντιζα να αποπληρώνω στην ώρα λογαριασμούς, να θυμάμαι γιορτές, γενέθλια συγγενών, φίλων, συνεργατών, τα ραντεβού όλα ανεξαιρέτως, επίσημα ή όχι, σημαντικά ή ασήμαντα, κοινώς ήμουν τυπικός τυπικότατος. Γενικότερα μπορείς να με παρομοιάσεις καλοκουρδισμένο ρολόι που βρίσκεται σε αφύπνιση συστηματικά, μα τώρα καταλαβαίνω πως ήταν κυριολεκτικά αδύνατο να διατηρήσω αυτή την τρομερή ισορροπία μέχρι τη συνταξιοδότησή και πολύ περισσότερο, μέχρι που το τέλος στη ζωή να ερχόταν με φυσικό τρόπο, από γηρατειά εννοώ. Ωστόσο λίγο η κούραση και πότε η μονομανία της ανίας, με οδήγησαν σταδιακά και εκ του αντιθέτου, σε κάτι το ανέλπιστο. Πλέον, οι μάχες που έχουν απομείνει να δώσω, δεν έχουν να κάνουν άμεσα με το να φέρω σε πέρας τη σειρά των πραγμάτων που κάθε άνθρωπος έχει να κάνει μέσα στη μέρα του, όσο με μια καθολική με μια προσωπική νίκη έναντι στο βάρος του θανάτου (αυτή την έκφραση θα την διαβάσεις πολλές φορές), και μ’ αυτό το τελευταίο εξήγησα τι σημαίνει ανέλπιστο νομίζω. Και λένε πως ο άνθρωπος που δε φοβάται τίποτα στη ζωή, δηλαδή που δε φοβάται το θάνατο, που δεν τον αποφεύγει χωρίς να αποφεύγει τη ζωή, είναι απλά ένας ηλίθιος βυθισμένος στις αντιφάσεις- ότι έξυπνος είναι μόνο ο φοβισμένος άνθρωπος που επιπλέει σε μια λογική που με τη σειρά της αποσκοπεί στο να εκλογικεύει τον τρόμο του- αλλά αυτό ισχύει μόνο στη περίπτωση που η διάθεση για ζωή παραμένει αναλλοίωτη στο πάθος της, και πάντα συνδέεται με την ελπίδα μας για μια χαμένη υπόθεση. Όταν όμως θες να ανακαλύψεις των κόσμο των βυθών γιατί έχεις κουραστεί από τη θέα της επιφάνειας, το πρώτο πράγμα που έχεις να κάνεις είναι να καταργήσεις την άνωση που σε κρατάει στην επιφάνεια. Πρέπει να το έχεις πάρει απόφαση, να ξέρεις ότι αλλάζεις την πυκνότητα της καρδιάς μέχρι να γίνεις βαρίδι, ένα βότσαλο που κρατάει την ανάσα του και πέφτει χωρίς να σκέφτεται ότι δεν σκέφτεται τον πνιγμό του. Ακούγεται θεωρητικό αυτό αλλά η καρδιά μου ξέρει τι τράβηξα μέχρι να κατανοήσω καλά το βασικό προορισμό-αποστολή που κατάλαβα ότι θέλοντας και μη είχα. Μέρα με τη μέρα όλα αυτά τα χρόνια με έτρωγε μέσα μου η πραγματικότητα της ζωής που φαίνεται σαν να απουσίαζε από τον εαυτό της. Όλα ήταν ήρεμα, ανύπαρκτα, αδιάφορα σα νιρβάνα, σαν ζεν, σαν την ομαλή άρθρωση  του Βουδιστή ή του Βεδικού μοναχού, χωρίς ίχνος από κραυγή από σπασμωδικό, χωρίς ούτε μια πινελιά από λάθος, «ομμμμμμμ». Παρατηρούσα τη ζωή, μάλλον να λέω τη δικιά μου ζωή, να κείτεται νεκρή γιατί δε ενεργούσε η σύλληψη της κατάστασης ότι οι στιγμές περνούν ουδέτερα χωρίς να περνούν αδιάφορα. Αυτό έστω Αυτό εξηγεί το «σαν νεκρός». Ναι ήμουν σωστός άνθρωπος. Σχολαστικός άνθρωπος. Ήμουν ο άνθρωπος των διεκπεραιώσεων . Ήμουν ο άνθρωπός σας. Δικός σας. Ένας φίλος. Γιατί όσο μετριασμένος άριστος υπήρξα σίγουρα δεν υπήρξα ποτέ μέτρον άριστον κι αυτό είναι πιο θλιβερό από το να με έβλεπα να βαδίζω προς το χαμό. Τίποτα σημαντικό δεν συνέβαινε. Δουλειά σπίτι φαγητό ύπνος δουλειά. Ένας κύκλος της απελπισίας. Επιπλέον κάπου κάπου έπιανα τον εαυτό μου να προσπαθεί να δει με συμπάθεια αυτή τη δύστυχη ρουτίνα, αλλά αμέσως έσπευδε και τη δικαιολογούσε: τη ξένιζε, ένας ξένος που καταφθάνει φανταχτερός μέσα στη παρουσία του σ’ ένα χωρίο κι όλοι τον φθονούν. Νεολογισμοί λίγο πριν από το θάνατο. Μερικές φορές τα αναχώματα μας τα καταλαμβάνει μια συμφορά, χωρίς περιστροφές, όπως μια αλήθεια που δεν μπορούμε να ξεφορτωθούμε. Κάθε υποστύλωμα είναι καταδικασμένο να γκρεμιστεί αν έχεις δύο χέρια δύο πόδια μια καρδιά ένα μυαλό και δύο μάτια. Στη απάντηση «έχω όμως την ηρεμία μου» σχηματιζόταν η ερώτηση «για πόσο καιρό ακόμα θα χρειάζεται να ζω σαν ασήμαντος?». Δεν ήταν ο χρόνος που λιγόστευε και με έσπρωχνε, αλλά το πάθος που είχα κρύψει καλά κάτω απ’ το χαλί. Είχα κιόλας απαντήσει μέσα στην ίδια μου την ερώτηση με το ρήμα «χρειάζεται». «Όχι, δε χρειάζεται!». Γιατί εγώ πλήττω θανάσιμα και πλέον δε φοβάμαι, να γιατί δεν «χρειάζεται», να η βάση πάνω στην οποία καθορίστηκε η αποστολή μου. Να κατορθώσεις να πάψεις να ζεις, σε κάποιους φαίνεται εύκολο ή ακόμα και ανόητο όπως προείπα, αλλά στην περίπτωση μου είναι ο μόνος δρόμος που ξέρω ότι θα λειτουργήσει απόλυτα ευεργετικά. Δε θέλω να ευλογήσω τα γένια μου αλλά χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είμαι εντελώς άφοβος, φέρω αρκετά στοιχεία παράτολμης ανδρείας κι αυτό είναι κάτι που η αυτού μεγαλειότητά μου το «χρειάζεται». Το κλικ μέσα μου είχε γίνει. Απ άκρη σ’ άκρη σκοτάδι. Η ουρά κάθε πράγματος μια σκέτη μελαγχολία. Αν κάτι φάνταζε βουνό ή αν έστω προκαλούσε ένα σφίξιμο στα χείλη η θέασή του, αμέσως λειτουργούσε μέσα μου η εξέγερση που περιέχει θράσος, η κακή εκδοχή του πείσματος. Βλέπω τον εαυτό μου: εφορμούσε επάνω στο καθετί, ο εγωισμός των άλλων, ένας παθολογικός κακόζηλος αντιερωτισμός απαντώ εγώ, αλλά ας είναι να επιμείνει όποιος θέλει να το ονομάζει συνέπεια μιας απλής ηλιθιότητας. Είναι σαφές ότι δεν  ειρωνεύομαι, αλλά πια δεν με αφορά αυτό. Απελευθερώθηκα! Και σκοπεύω να αποδείξω γιατί. Πραγματικά, ο τελικός σκοπός, η κατάσταση στην οποία ηθελημένα έσπρωξα τον εαυτό υπήρξε η αλήθεια χωρίς χαλινούς. Αδιαφορώντας για τις συνέπειες, αναζητώντας τη τελειότητα οδηγήθηκα στο θάνατο. Έχω γίνει ολόκληρος θάνατος. Αλλά δεν είναι και τόσο τραγικό πια, η λέξη θάνατος είναι απλά μια λέξη βαρύγδουπη ίσως, τρομαχτική σε κάποιους αδιάφορη σε κάποιους άλλους, το μυστικό της επίγειας ζωής για ελάχιστους μερικούς μα ότι κι αν σημαίνει κι όπως κι αν την ερμηνεύουν οι άλλοι αυτή τη λέξη, δεν παύει να είναι απλά μια λέξη που από μόνη της είναι κενή από περιεχόμενο. Μπορεί να χωρέσει όλες τις ερμηνείες μέσα, ακόμα και τη χαρά της ζωής. Η λέξη θάνατος είναι ένα άγνωστο δωμάτιο.  «Θάνατος!» για να δηλώσουμε μια γυναίκα που η έλξη για εκείνην είναι κατάφορη. «Θάνατος!» για να καταδικάσουμε ένα αρσενικό που διαφεύγει του ευνουχισμού. Τι εννοούμε τάχα με αυτό, αν όχι ότι δηλώνουμε τα εξωτικά χαρακτηριστικά της καλλονής, ότι καταμαρτυρούμε την απαιτητική διάθεση να εξαντλήσουμε τη φύση του αρσενικού. Τις ισοπεδωτικές της αποδόσεις στο κρεβάτι, τον τρόπο που έχει να μας κάνει να εξαντλούμε τον εαυτό μέσα της ή λίκνισμα στην όψη του τριχωτού γουρουνιού, μα γιατί ? Θάνατος! Αυτοί είναι οι στατιστικοί νόμοι των φύλων: ο άντρας γίνεται ποθητός από τη γυναίκα που δεν διεκδίκησε κι η γυναίκα είναι πάντα το ζητούμενο, μια σύγκρουση προτάσεων. Τ’ αρσενικά όταν αρέσουν ή  κεντρίζουν, είναι ποθητά σαν επισφαλής εγγύηση, κάτι σαν αφροδισιακά συμβόλαια. Η γυναίκα υπογράφει. Πόσο μικρά μου φαίνονται τώρα όλα αυτά.Μίλησα πριν για απελευθέρωση. Ο επικείμενος θάνατός, σχεδιασμένος και προσφερόμενος από εμένα σε εμένα. Δεν παριστάνω το θεό. Ο θεός δεν μπορεί να αυτοκτονήσει. Να και κάτι στο οποίο ο άνθρωπος υπερέχει σε ικανότητες. Αστειεύομαι.. Όχι βέβαια. Το εννοώ. Η απόφασή μου πάντως είναι ξεκάθαρη. Έχω χωρίς καμιά παρέκκλιση σχεδιάσει τον αφανισμό μου, η επιθυμία να θέλω να προλάβω να κάνω όσες περισσότερες σκέψεις μπορώ ήταν κάτι αναμενόμενο. Αυτό δε σημαίνει ότι αυτές οι σκέψεις πρέπει να είναι καλοντυμένες με χρυσοΰφαντα πέπλα, στολισμένες με μαργαριτάρια κι άλλα πολύτιμα πετράδια ή αρωματισμένες με άρωμα τριαντάφυλλου και γιασεμιού. Εξάλλου δεν μου αρέσουν ούτε τα χαρέμια αλλά ούτε και τα τζαμιά• Και από μια αρκετά ανάποδη όψη, αυτή η συνειδησιακή, αυτή η χειμαρρώδης απελευθέρωση είναι. Η ίδια η ζωή που άλλο δεν επιζητά παρά περιέχει επιπλέον ζωή όσο θες είναι. Να, από μια πυρωμένη ερμηνεία των μέχρι τώρα γεγονότων, αυτό με ευχαριστεί περισσότερο απ’ όλα τα είναι. Με μία έννοια φαίνεται σα να ψυχαγωγούμαι. Και να που αναλύοντας πιότερο, και πιο συγκεκριμένα πατώντας στη σκιά των ερμηνειών, στην αγκαλιά των φράσεων, στις λέξεις, φτάνω τελικά στο συμπέρασμα να είμαι αισιόδοξος όσο υπάρχουν λέξεις που τρυπώνουν και διατηρούν αναλλοίωτο το συγκινησιακό τους νόημα ακόμα και τώρα. Λέξεις όπως: φρικτό, ειδεχθές, αποτρόπαιο, άσχημο, απαίσιο, σιχαμερό, κακό. Τότε αυτό σημαίνει ότι δεν έχω εξοικειωθεί με την αλλοτρίωσή, ότι στην χειρότερη των περιπτώσεων, όχι μόνο δεν έχω χάσει σε ακεραιότητά, αλλά πολύ λιγότερο, εκείνη αιμορραγεί στην ψυχή έναν αιμάτινο πίδακα άρνησης και στωικής παραίτησης. Ιδού η διαφορετικότητά μου: πονάω άρα υπάρχω κι όσο πεθαίνω πονάω λιγότερο! Η μέθοδος του Θανάτου! Πούτσα και ξύλο! Μόνο έτσι μπορώ να αντιμετωπίσω την πραγματικότητα της συνείδησης ότι είναι κενή από περιεχόμενο όπως οι λέξεις ή οι εικόνες, όπως η μουσική ή όπως η σιωπή. Όλα μια σύμβαση. Αισχρότητες δηλαδή. Αλλά δε παραπονιέμαι. Τον έμαθα πια τον κόσμο. Και δεν εννοώ τα φερσίματα, τα καμώματα και τις συνήθεις αντιδράσεις που μοιάζουν με καταγεγραμμένες πανομοιότυπες βλακείες. Όχι, Αυτό μάλιστα θα μπορούσε να είναι και διασκεδαστικό. Στη μηχανική του ανθρώπινου ψυχισμού αναφέρομαι, που τίποτα το εξωτικό δεν έχει να προσφέρει αν το καλοσκεφτώ. Για παράδειγμα ξέρω πως  όλοι οι φορείς της συνείδησης που είναι η ίδια η συνείδηση, είναι κενές από περιεχόμενο δράσεις. Δεν σου λέω κάτι καινούριο. Αλλά σου λέω κάτι που είναι δύσκολο να καταλάβεις. Εγώ πια το καταλαβαίνω καλά αυτό. Μπορώ να το εκφέρω, να το τραγουδήσω, να το κοιτάξω στο κόσμο που συμβαίνει γύρω μου ή απλά να το αποσιωπήσω μια για πάντα: «Η συνείδηση είναι κενή από περιεχόμενο!». Έχω την άνεση να το πω. Αν αυτό το τελευταίο σημαίνει ότι έχω μια δυνατότητα να θεραπευθώ, να γίνω καλά με ένα τρόπο που θα μου το επιφέρει αυτό διαπαντός, το εγώ μου και μόνο το εγώ μου, τότε ο θάνατός μου απαντάει σε κάθε ερμηνεία και τότε το εγώ μου δεν είναι τίποτα άλλο από μια κούφια δράση που ονομάζεται ματαιότητα. Εκεί μέσα κυοφορείται η επίγνωση κι εκεί μέσα απαντάμε στον θάνατο που τελικά είτε δε σημαίνει τίποτα, είτε τα πάντα. Γιατί επευφημώ τη ματαιότητα. Μα δεν θα άντεχα, να γεμίσω τη συνείδησή με όνειρα χωρίς να ξέρω αν πρόκειται για κάτι που αξίζει ή όχι το κόπο να γευτεί η ύπαρξη۠ αυτό είναι η τελευταία επιθυμία της σάρκας που ακόμα και σε αυτήν ο χαμός της την ικανοποιεί απόλυτα, την κάνει να ριγεί ώσπου κατόπιν της απαντάει με τη τελειότητα της ηδονής. Όλα ή τίποτα! Να που στο σημείο που η επίγνωση δένεται με τα όνειρα και τα όνειρα με την επίγνωση, γεννιέται η μακρόπνοη σκέψη που έχει το χαρακτήρα της θυσίας. Αλλά τι αξίζει και τι όχι, και πώς να το κρίνει, κανείς, με βάση πιο σύστημα αξιών• αυτό το ερώτημα προφανώς δε με αφορά γιατί, γιατί αν ίσχυε κάτι τέτοιο ή έστω και κάτι ανάλογο, το σχέδιο των ονείρων που ο πόθος στοχεύει να καπηλευτεί, ίσως να με ωθούσε να ορκιστώ αιώνιο οίκτο για τον εαυτό και, για να χρησιμοποιήσω μια λέξη που όπως υποθέτω προβλέπω ότι σκέφτεσαι για τον υποφαινόμενο, θα πάρω το θάρρος να την πω εγώ αντί για εσένα: «τερατώδες»!Διαφωνώ. Οι τερατώδεις μνήμες, οι φρικώδεις σκέψεις, δεν είναι μια μονομανής αποκλειστικότητα της αυτοκτονίας ούτε και ένα μονοπώλιο της βίας γενικά . Όποιος σκέφτεται μακάβρια πράγματα δεν σημαίνει ότι είναι άρρωστος. Η φαντασία απλώνει τα πλοκάμια της παντού. Εντούτοις δεν είναι καν κάτι το θλιβερό κι ούτε κάτι το χαριτωμένο. Υπεραμύνομαι αυτού του ειδικού μέρους. Κάθε ένας θα μπορούσε να δει λίγο πιο καλά ίσως, πως η εξόντωση ή ο αφανισμός της κουλτούρας, της συλλογικής ζωής, του ίδιου πολιτισμού, έχει να επιδείξει μόνο αγένεια και κακότροπες συμπεριφορές. Μόνο βία σ’ ένα κόσμο που του αρέσει να σιωπά. Ότι στο κόσμο αρέσει να ξεχνάει, το μασάει, το φέρνει στα μέτρα του, το εκφυλίζει.. Μα ο κόσμος υπάρχει ακόμα σωστά? Ας δείχνει νεκρός στα μάτια των έμπειρων, των γέρων και των ισχυρογνωμόνων . Ξέρουμε όλοι πως αυτό είναι η εντύπωση μόνο εκείνων που ζούνε σ’ ένα κόσμο που δεν  ελέγχουν, η συντριπτική πλειοψηφία. Θα φανώ σκληρός σε αυτό το σημείο, αλλά θα το αναφέρω: η φιλοδοξία του βαρβαρισμού έρχεται πάντα με την αποκτήνωση, αυτό που οι άλλοι ονομάζουν ελαφρά τη καρδία συνήθεια. Ανήκει στους περισσότερους, ανήκει στους λαούς. Το φαινόμενο αυτό είναι εμφανές στη πόλη- αν δεν θέλεις να χάσεις την ηρεμία σου , σε συμβουλεύω να μην τολμήσεις ποτέ να αγγίξεις ακριβά αυτοκίνητα, κινδυνεύεις να χειροτονηθείς. Οι περισσότεροι ιδιοκτήτες τους, τα έχουν αγοράσει με ολόκληρες θυσίες ζωής και τελικά καταλήγουν σχεδόν να κοιμούνται μέσα σε αυτά χωρίς ποτέ να τα κυκλοφορούν. Αυτή είναι η συνηθέστερη περίπτωση. Συμβαίνει όμως και στην επαρχία. Στην επαρχία, η σκληρή αγροτική ζωή σε συνδυασμό με λίγες σταγόνες από ακατέργαστη libido δημιουργούν ένα επικίνδυνο δηλητήριο-μείγμα. Εκεί, ο πρωτογονισμός, ιδωμένος από το πρίσμα της κοινωνικής γνώσης καθίσταται εκφυλισμένος, δηλαδή αποτρόπαιος. Τα σύγχρονα τοπία στην ύπαιθρο είναι ένας συνωστισμός από έλλειψη γούστου. Μπαίνεις στο χωράφι κάποιου κτηνοτρόφου παρέα με φίλους να κυνηγήσεις τσίχλες και να γευτείς τη φύση, αλλά επειδή καταπατάς ξένο τριφύλλι, αιτία ικανή να σε καταδικάσει σε θάνατο, καταδικάζεσαι σε θάνατο. Κι αυτή η αιτία, η αιτία του βάρβαρου, σε ντουφεκίζει με τη καραμπίνα. Ιδού: η τελειότητα μιας κατώτερης μορφής. Ικανή για τον κτηνοτρόφο, αναγκαία για τον υπόλοιπο πολιτισμό όχι. Μισώ τις ετερονομίες χωρίς να διατυμπανίζω ότι τις έχω υπερβεί. Ωστόσο, όσο κι αν η ίδια βάρβαρη αιτία θανατικής καταδίκης αλλάζει πάντοτε μορφές, στο βάθος της παραμένει πάντα η ίδια. Ο θάνατος από γηρατειά.• εκεί τη θέση του κτηνοτρόφου παίρνει η ίδια η φύση. Η θέση η δικιά μου όμως• εδώ, τη βάρβαρη απόφαση της θέλησής τη καθορίζω εγώ. Περιφρονώ το βαρβαρισμό του άλλου και προλαβαίνω το βαρβαρισμό της φύσης. Υποκαθιστώ όλα τα πρότυπα βαρβαρισμού με έναν δικό μου, έναν βαρβαρισμό που έχω εγκλωβίσει, τον έχω εσωτερικεύσει, τον έχω κλείσει μέσα σε ένα δωμάτιο απ’ όπου δεν του επιτρέπω να διαφύγει, να εκφραστεί. Με τον τρόπο αυτό έχω επιφέρει αναγκαιότητα. Το πρωτόγονο κτήνος κατατρώει το πολιτισμένο μου εαυτό. Ο πολιτισμένος άνθρωπος λιγοστεύει, εξαφανίζεται, αλλά πριν προλάβει να αφανιστεί, ακτινοβολεί τη λάμψη των διαπιστώσεών του. Με αυτόν ακριβώς τον τρόπο κατασκεύασα το «μέσα δωμάτιο». Να που για μένα τώρα, στρώνω το γράψιμο σημαίνει γίνομαι πιο βαρύς!Το ποτάμι της φωτιάς του Μωριάρ, αυτό, είναι πραγματικά τρομερό. Ότι βαθιά χαμένο μέσα στα πλουμιστά του νοήματα βρίσκεται η ικανότητά να διαφεύγει κανείς του ολέθριού παραμένοντας οξύμωρα πιστός κατά τη διάπραξη της απιστίας, στον έρωτα λόγου χάριν όπου εκεί βρίσκει κανείς την ταιριαστή του εφαρμογή. Τι κι αν ο έρωτας υπονοείται? Στην διάσταση εκείνη που ο ίδιος ο έρωτας αποκτά μια διπλή παρουσία, μία της αυτοδιάλυσης και μία της ένωσης, Δίας και Ζευς, ο θεός που επιτρέπει ανασκοπικά το δικαίωμα σε μια δομή που διαρκώς αλλάζει. Το δικαίωμα πως αλλάζει κι αυτό, με τη σειρά του γίνεται κεκτημένο,  ανάγκη ή …νοσταλγία.  Πρόκειται για μια πάλη που προσπαθεί να επιτύχει, το δικαίωμα του πολιτισμένου ανθρώπου να κατανοήσει το δικαίωμα του κτήνους να χορτάσει. Ένα χορτασμένο κτήνος μοιάζει πάντα με ειρηνικό δέος. Για αυτό κι ο εαυτός μας στο σύνολό του, δηλώνεται από την οπτική ενός ξένου: του εχθρού ή του σύμμαχου για να μιλήσουμε με όρους πολέμου. Αυτή η πολλαπλότητα, η διπλή παρουσία του εαυτού μέσα στον εαυτό σηματοδοτεί τη σχάση, δηλαδή ένα διαχωρισμό. Το εγώ(Moi) και το Εγώ (Je) μάχονται αδιαλείπτως και παράλληλα απομακρύνονται όλο και περισσότερο. Και δικαιολογώντας την αναγκαία για την ύπαρξη απομάκρυνση γαλαξιών, δίπλα σε αυτή τη διαφωνία, διαφωνία εκ τω έσω βαθέων, τα κομμάτια μας δένονται σε μία ενότητα. Αυτή είναι η ενότητα του σχήματος όπως ακριβώς αυτό ονομάζουν οι Έλληνες όμορφο. Όμορφο είναι ότι έχει σχήμα. Άρα όμορφο είναι ότι δένει σε μια ενότητα. Άρα εγώ είμαι τεμαχισμένος. Και τώρα γνωρίζω τι κάποτε φοβόμουν. Την ενότητα των αντιφάσεων. Τι επικίνδυνη ομορφιά!Αυτές οι αντίθετες αναστατώσεις της μονάδας συνθέτουν το σκηνικό που εγώ ονομάζω «τερατώδες» και εσείς μάλλον, ψυχανάλυση.Όχι, οφείλω να διαφωνήσω με τον δημιουργό, αν υπάρχει. Οφείλω να συμφωνήσω με τον δημιουργό, αν δεν υπάρχει. Αντιφατική η δεύτερη φράση και άλλο τόσο αντιφατική είναι και η πρώτη. Αν δέχομαι κάτι, ακαριαία δέχομαι την πιστοποίηση μιας ενδόμυχής γνώσης, την παράλληλη ύπαρξη «αντίθετό του κάτι». Συνεπώς αν δέχομαι ότι κάτι βρίθει από αντιφάσεις, τότε κατά κάποιο έμμεσο τρόπο δέχομαι τη συνέπεια που αυτές ελλοχεύουν. Αυτόματα ένας υφαρπάζοντας παραλογισμός εκτυλίσσεται μέσα στην ύπαρξή μου, γεφυρώνει τα αντίθετα κάτι. Το κτήνος παραμένει στο χωράφι του και περιμένει πεινασμένο. Ο πολιτισμένος άνθρωπος διασχίζει τη γέφυρα, είναι η ψυχή της γνώσης που τον καλεί κι η γενναιότητα του ειρηνικού πολεμιστή που τον διαπνέει απ’ άκρη σ’ άκρη. Μα τα δυο αντίθετα κάτι μοιράζονται τις ιδιότητες κοινής φύσης: του μηδενός! Το μηδέν είναι ο λόγος που ο πολιτισμένος άνθρωπος διαβαίνει τη γέφυρα, η γέφυρα γκρεμίζεται ευθύς και το ταξίδι χωρίς επιστροφή σηματοδοτείται. Ω, μα ξέρω τι θα επιθυμούσα να ουρλιάξω. Κάτι που θα με έβρισκε διπλά σύμφωνο, δηλαδή, ένα πράγμα που θα συνιστούσε κάτι το διπλά…τερατώδες!Λέω πως κάθε ον αντιμετωπίζει τον εαυτό του με συμπάθεια, δηλαδή με λογική. Τόσο η λειτουργία όσο τελικά το αποτέλεσμα με βάση το οποίο τρίτοι αντιλαμβάνονται το ον, διαφέρει ριζικά από τον τρόπο που το ον αντιλαμβάνεται τον ίδιο του τον εαυτό. Το ζήτημα γίνεται ακόμα τραγικότερο, υποκειμενικό και στείρο αν δεν έγραφα εγώ κατά δι’ εαυτό. Σε όλο το φάσμα ετούτης της προβληματικής παράστασης, αν προσθέσω την αφεντιά μου, το ον εκείνο που παρατηρεί τους υπόλοιπους να εκδηλώνουν αμαρτίες υπό το μανδύα της αρετής του πολιτισμένου ανθρώπου μέσα, τότε τα συμπεράσματα διαφέρουν ριζικά. Τότε έχω πράξει δύο σφάλματα στο συλλογισμό. Πρώτον αγνόησα τη παρουσία του κτήνους. Δεύτερον, την συμμετοχή μέσα στη συμμετοχή της ολότητάς του κόσμου. Έτσι αν ποτέ δεν ανασκοπώ με ωμότητα, τότε αποτιμώ τις αμαρτίες των άλλων ως αρετές πρόφασης και κάτω από αυτό το βάρος συντρίβεται όλη μου η συντροφικότητα.. Αλλά και στις δύο περιπτώσεις κερδίζει το κτήνος. Στη πρώτη, το κτήνος αργά ή γρήγορα επιβάλλει τις μεγαλόστομες ορέξεις του στην οπτική της πολιτισμένης μου καρδιάς. Το πρόσχημα είναι η αυστηρότητα στη προσέγγιση αυτού που ονομάζουμε αλήθεια. Στη δεύτερη, η ευγενική μου μορφή, σ’ ένα κόσμο που διαρκώς γιγαντώνεται, χάνεται μέσα στους πάγους της έκτασής της, μηδενίζεται συγκριτικά με αυτόν. Τελικά η ενδεχομενικότητα του θανάτου μου παγιώνεται. Το ίδιο το κτήνος που χωρίς τον πολιτισμένο άνθρωπο αργοπεθαίνει, τρώει τα σωθικά του. Κι όταν σβήσει και το καθ εαυτό, όλα τα κομμάτια της ύπαρξής αποσυντίθενται. Με λίγα λόγια είμαι νεκρός. Αυτό είναι το σχέδιο της απόλυτης μοναξιάς και η εκδίκηση του κτήνους. Τώρα καταλαβαίνεις κάπως καλύτερα ότι το σχέδιο της αυτοχειρίας μου δεν είναι και τόσο απάνθρωπο. Ονόμασε το πρόληψη.Εντούτοις, οι μεγάλοι λογοτέχνες, δηλαδή οι διάσημοι γραφικοί, υποστηρίζουν πως δεν απέχει από την φυσική πραγματικότητα ως φυσική πραγματικότητα, η βούληση που θέλει το λογοτέχνη με φορέα τη λογοτεχνία του, να πρέπει να βρίσκει τρόπο να κάνει τον αναγνώστη συνύπευθο σε ετυμηγορίες αιδούς, μα τότε ποιος είναι ο μύθος που συντρέχει τους μεγάλους αυτόχειρες? Ο συγγραφέας λένε οφείλει να μην περιορίζεται σε στείρες εκτάσεις φαντασιακού και μυθοπλασίας, μα ποιος ήταν αυτός που είπε πως ο αυτόχειρας δεν υπερβαίνει τις πράξεις και τις αγωνίες μιας ολόκληρης λογοτεχνίας της σιωπής όταν η λογοτεχνία δεν είναι κάτι άλλο από μια βασιλική σφραγίδα στο επιστέγασμα μιας αδιάκοπης φλυαρίας? Και τι δουλειά έχω εγώ με τους συγγραφείς? Θα πάω απέναντι. Σε μια ανάλογη άποψη οδηγούνται και οι μεγάλοι αναγνώστες, δηλαδή οι άσημοι γραφικοί, κι εδώ η αυτοχειρία αποτελεί τη μεγαλύτερη τους αρετή.. Ως ενεργητικοί αναγνώστες που θα πρέπει να συμβαίνουν, να αναγνώσουν τον παρατηρητή που παρατηρεί τα υποκείμενα και τους ήρωες των ηρώων, πότε αφημένοι και πότε αμφισβητώντας ή χλευάζοντας, ο αυτόχειρας χαμογελάει σε κάθε πράξη που κρύβεται πίσω από την υπέρβαση των ζώντων πάντων. Εν ολίγοις, το να γίνονται ημίθεοί οι άνθρωποι μέσα από τις πράξεις τους, τ’ ομολογώ και το υποστηρίζω, αλλά το να γίνονται θεοί οι άνθρωποι, αυτό ολοκληρώνεται δια μέσου μόνο μίας πράξης. Της γνωστής και μη εξαιρετέας «βεβαίως βεβαίως».  Θα τολμήσω όμως, να ρωτήσω ποιος παρατηρεί τον παρατηρητή. Ο παρατηρητής που δεν μπορεί να παρατηρηθεί, είναι ο θεός, αλλά θεός ίσως… να μην υπάρχει τελικά και έτσι όλοι αλληλεπιδρούν και όλοι αλληλοπαρατηρούνται εκτός κι αν ο ανθεκτικός Αυτός «αρουραίος», ζει μέσα σε κάποια μαύρη τρύπα χωρίς πρακτική εξάρτηση από το υπόλοιπο σύμπαν, πέραν της τρομακτικής βαρύτητας που ασκεί στα υπόλοιπα σώματα μια μαύρη τρύπα ή ένας θεός. Και τι δουλειά έχω εγώ με τους αναγνώστες? Μα η βαρύτητα κι ο θεός βέβαια…Να πόσο πιο όμορφα θα ήταν αν ήταν μόνο ελαφρότητα και χορός. Μια φυσική οργανική οντότητα χωρίς μελοδραματικές εξελίξεις. Φυσικές ροές που μεθάνε. Προτείνω να δεχτούμε τη δεύτερη πρόταση χωρίς πολλές αντιρρήσεις. Γιατί αν επιμείνουμε στη βαρύτητα και στο θεό, τότε αυτό με τη σειρά του, θα πρέπει να σημαίνει ότι δεχόμαστε την επικύρωση της ακύρωσής της αντικειμενικότητας, εκτός και αν όλοι οι παρατηρητές για κάποια λιγότερο θεϊκή υποκειμενικά αιτία συμφωνούν ότι βλέπουν ακριβώς το ίδιο πράγμα, πράγμα που το βρίσκω κακόγουστο αλλά όχι παράλογο. Μα και πάλι, τα εργαλεία με τα οποία εφοδιάζονται οι παρατηρητές προκειμένου να αναπαραστήσουν το υπαρκτό, είναι ιδεοπλαστικά. Χρησιμοποιούν τα μαθηματικά όποιο ένδυμα της σκέψης και αν φορέσουν. Καρδιά ή μυαλό σε τελική ανάλυση είναι το ίδιο. Και τα γεγονότα κάπως έτσι αρχίζουν να συμβαίνουν. Αντιφατικά. Τα μέρη του διλλήματος προκύπτουν μέσα από τη μονάδα με το πρόσχημα της συνείδησης που λησμόνησε το κενό της. Και η συνέχεια είναι γνωστή. Το ένα γίνεται δύο. Έτσι οι κυριολεκτικές έννοιες θα να αντιστοιχίζονται μεταφορικά σε άλλα επίπεδα με την ίδια όμως νομοτέλεια να τα εκχειλίζει κάθε φορά στη συνδεσμολογία τους, στο τυχαίο, αλλά τον τελευταίο λόγο έχει πάντα η μοίρα. Εκείνη η στιγμιαία αποβλεπτική ματιά του συνειδέναι είναι που πριν φτάσουμε σ’ ένα τέλος, σαρώνει τα γεγονότα της ζωής πέρα από το καλό και το κακό, αποκομμένη εντελώς από τη συνείδηση που σχετίζεται με τη μνήμη του σωστού και τις θελήσεις των άλλων κι, ανακαλύπτει ουσίες πίσω από αιτίες που ποτέ δεν αντιληφθήκαμε όσο ζούσαμε. Και Ναι, ακόμα και το αναίτιο, αιτία είναι… Αντιφατικό. Τερατώδες…Προσωπική Σημείωση: Έχω την εντύπωση ότι άρχισα πάλι να φοβάμαι. Φιλοσοφώ χωρίς να φτάνω την καρδιά μου στην ουσία. Πρέπει να εντοπίσω γρήγορα εκείνο το σπόρο ομορφιάς που γεννήθηκε ξανά μέσα μου. Γίνομαι στείρος για να μην δω τι?. Δε θέλω να πω. Για όλες αυτές τις πραγματικότητες που συνθλίβονται και που πρόκειται να εξαλειφθούν οριστικά από τη μνήμη μιας και θα πάψω να υπάρχω, παίρνω το θάρρος να εξιστορήσω τις 7 συν 7 τελευταίες μέρες στη ζωή, να γράψω για αυτές- χωρίς να εξαιρέσω κάποια περιστατικά που έχουν σημαντική βαρύτητα και θεό και που συνέβησαν έως και πολλά χρόνια πριν…ίσως έτσι. Ίσως μόνο έτσι…Η πρώτη επτάδα  ημερών, αφορά στη ζωή έξω από το δωμάτιο, πριν να κλειδωθώ εδώ, και η άλλη, στη ζωή μέσα σε αυτό, την ώρα που παρατηρώ το τομάρι μου να αργοσβήνει από την πείνα. Τώρα που το λέω είναι παράξενο, δεν έχω αρχίσει ακόμα να πεινάω. Άραγε πόση ώρα έχει περάσει? Περιμένω τη  παραφροσύνη που η πείνα αναδύει πως και πως. Κατά ένα τρόπο σε ζηλεύω. Ετούτο το κείμενο θα αρχίσει να αποκτά ενδιαφέρον μόνο όταν αρχίσω να τα χάνω από τη πείνα. Επί τη αφορμή να αναφέρω ότι ένας λόγος παραπάνω για το χειρόγραφο αυτό, είναι ένα γράμμα που τυχαία έπεσε στα χέρια όταν μια μέρα επισκέφθηκα την τοπική δημοτική βιβλιοθήκη της πόλης που διαμένω τους τελευταίους τρεις μήνες, να μελετήσω, αλλά αυτό είναι μια πρόφαση που θέλω τυφλά να πιστεύω. Ότι ανακάλυψα το βρήκα μέσα σε ένα βιβλίο, στο ποτάμι της φωτιάς του Μωριάρ- αλλά αυτό το ξέρεις ήδη, στη σελίδα 74. Για την ακρίβεια, πρόκειται για ένα πολύ παλιό συραμμένο πάκο χαρτιών του ταχυδρομείου-η παλαιότητα των σελίδων φαίνεται από το καφεκίτρινο χρώμα και την οσμή των φύλλων που θυμίζει κάτι μεταξύ απανθρακωμένου ξύλου κι ευκαλύπτου. Αφορά στην αλληλογραφία δύο ανθρώπων. Δυο εραστές. Κλασσικό. Η ιστορία τους μπορεί να διακριθεί ξεκάθαρα υπάρχουν σελίδες με επεξηγήσεις και παροράματα που περιγράφουν το παρασκήνιο αυτής της ερωτικής ιστορίας, με όλες τις ανατριχιαστικές λεπτομέρειες μιας αισθηματικής κομεντί. Μπορώ να ομολογήσω πως έχει γίνει αρκετά καλή δουλειά, σχεδόν με ζυγισμένη φιλολογική επιμέλεια, πράγμα που προδίδει άνθρωπο με εμπειρία στα κείμενα, ανεπτυγμένη την ταυτότητα αισθητικής, όχι όμως και λογοτεχνικής αξίας. Παράλληλα και ανεξάρτητα από την πικάντικη γεύση που αφήνει η δυνατότητα να εισέλθεις στη προσωπική ζωή κάποιου, να την ψηλαφήσεις, επισημαίνω ότι με κατέκλυσε η περιέργεια του τυχοδιώκτη. Ήθελα να πάρω μαζί μου αυτά τα καλογραμμένα νεκρά κομμάτια της ζωής, να τα μελετήσω, όπως και έκανα ή όπως ενδεχομένως τώρα θα κάνετε εσείς για εμένα. Ένιωθα κάπως νευρικά. Σα να βρήκα το μπουκάλι με το μήνυμα του ναυαγού που η θάλασσα ξέβρασε στην ακρογιαλιά. Θα έπρεπε να έδειχνα αστείος. Μόρφαζα ρουφώντας τα μάγουλα, τρίβοντας τα δάχτυλα στα λακκάκια όπως τα μικρά παιδιά σκάβουν με τ’ ακροδάχτυλα τρύπες στην άμμο. Κοίταξα δεξιά κι αριστερά συνωμοτώντας με το χώρο της βιβλιοθήκης, Τρεις τέσσερις βυθισμένοι στη μελέτη αναγνώστες, ο βιβλιοθηκάριος να σκουπίζει το λαιμό του μ’ ένα χαρτομάντιλο και ο φύλακας θυμάμαι που κοίταζε τους τεράστιους ανεμιστήρες έλικες να γδέρνουν τον αέρα στο ταβάνι και να σκαλίζει τη μύτη του. Όλα καλά. Μπορούσα να συνεχίσω απερίσπαστος τώρα που τα πράγματα είχαν πάρει μια αναπάντεχη τροπή και γιατί όχι, να τα έπαιρνα κρυφά μαζί μου, στο σπίτι, να τα διαβάσω με ησυχία, πράγμα το οποίο άλλωστε και έκανα. Το συγκεκριμένο γράμμα που κρατούσα στα χέρια μου, το πρώτο στη σειρά της αλληλογραφίας, ήταν ένα γράμμα σπαρακτικό, αλλά κι ένα γράμμα δοσμένο με ελαφριά δόση ειρωνείας, γραμμένο σίγουρα από χέρι άντρα. Ναι γιατί στα γράμματά τους οι γυναίκες, ακόμα κι οι πιο σκύλες, γράφουν σαν να ήταν οι μητέρες του Χριστού. Όλο δόσιμο κι αυτοθυσία κι όλα δικά σου καλέ μου και τέτοια και στο τέλος της αυλαίας εκτός της επιφάνειας της σελίδας η αποκάλυψη της υποκρισίας. «Ξενέρωσα» σου λένε οι αστοιχείωτες, «ξενέρωσα και φεύγω». Επανέρχομαι στο δια ταύτα όμως. Σ’ αυτό το γράμμα αποτυπωνόταν με θαυμάσιο τρόπο ο θάνατος μιας κατάστασης, μιας ερωτικής κατάστασης, με ζωτικότερο από τον ίδιο της το θάνατο ύφος, πιο λαμπερό και από τα πιο ακτινοβόλα ξεσπάσματα του ήλιου. Θέλω να πω, και θα το προσπαθήσω παρόλο που η πίεση ολοένα γίνεται πιο ανυπόφορη εδώ μέσα, ότι θα καταθέσω όσο πιο ειλικρινά και άμεσα γίνεται σε ετούτο το κείμενο, τα γεγονότα της τελευταίας βδομάδας της ζωής μου. Μια πραγματικά μεγάλη βδομάδα κατά τη ταπεινή μου γνώμη που οδήγησε τη σκέψη σε μια μοιραία συνειδητοποίηση, και που δυστυχώς για μένα, ο χρόνος πλέον δεν είναι αρκετός για να μπορέσω να έχω μια δεύτερη ευκαιρία στη γη, να κάνω τον εαυτό μου να βελτιώσει τα πράγματα, μιας και όταν τελειώσω με ετούτη την εξιστόρηση θα λύσω τις αλυσίδες …και όπως έχω υπολογίσει, θα πεθάνω, θα αποδεσμευθώ για πάντα. Κι αν απαιτείται μεγαλύτερη ακρίβεια προκειμένου να αποδείξω ότι δεν πάσχω από αυταπάτες και ανευθυνότητα, το γράφω ολοκάθαρα : αυτοκτονώ αλλά αυτό δεν αλλάζει ۠ δεν έχει νόημα που το έχω μετανιώσει. Αυτή η ετεροχρονισμένη μετάνοια δεν χρησιμεύει ως παρακαταθήκη του μέλλοντος σε εμένα, παρά μόνον σ’ εσένα. Η φαινομενικά μακάβρια απόφασή μου είναι κάτι που θα τηρηθεί στο ακέραιο, γιατί πέρα από κάθε βεβαιότητα, ο θάνατος Αιωνιότητα θέλει για να συμβεί. Επί μήνες κατασκεύαζα το δωμάτιο. Μπορώ να φανταστώ από κάθε δυνατή οπτική γωνία το σχήμα του. Ψυχρή και Τετράγωνη η ατσάλινη επένδυση εσωτερικά των πέτρινων τοίχων, το δωμάτιο του κτίσματος, λειτουργεί ως χώρος που προϋπάρχει του «δωμάτιου-τάφου»-ο δικός μου «δωμάτιος-τάφος»-στριφογυρνάει σφαιρικά σαν ψηφιακό ολόγραμμα μέσα στη σκέψη την ίδια στιγμή που «δαίμων» χλευάζει τα πάντα μνησικακώντας: «Είναι δεδομένο αγοράκι! Όλα στο μυαλό μας είναι! Πες μας κάτι που δεν ξέραμε!» Σχεδόν τολμώ να νιώσω μια μεγιστοποίηση στο συναίσθημα της περηφάνιας. Αυτό το νοσηρό τερατούργημα, ένα Νταχάου του εαυτού, το αντικρίζω σαν παιδί μου. Τόλμα να μισήσεις τα παιδιά σου αν είσαι πατέρας. Σ’ όλο το φάσμα των πιθανών γεγονότων αν έστω και στο ελάχιστο τα μισήσεις, αν έστω και στη χειρότερη εκδοχή δεν τα υπερασπιστείς δε λέγεσαι πατέρας, τέρας περισσότερο αλλά πατέρας ποτέ Θέλεις ν’ αποκληρώσεις τον υιό ή να αποδιώξεις την θυγατέρα? Δεν αναγνωρίζεις το μπάσταρδο γιατί δε ταιριάζει στο γάμο σου, στο βίο σου, στην επίσημη εικόνα σου. Τι πατέρας είσαι εσύ? Δεν έχει σημασία στην πατρική στοργή μέσα που το παιδί σου έγινε κλέφτης δολοφόνος, βιαστής ή ληστής. Η αγάπη επιμένει να υπάρχει με αγνότητα ακόμα και στην άρνηση σου μέσα και στη χειρότερη των περιπτώσεων θα θυσιαστείς κοινωνικά, θα συγκαλύψεις τα πάντα. Τα τοιχώματα στο «δωμάτιο» τα έφτιαξα εγώ, δηλαδή εγώ συγκόλλησα τα επιμέρους τμήματα νικελωμένου ατσαλιού μεταξύ τους, έτσι που να μην υποχωρούν και να παγιδεύουν τα πάντα εντός τους: τη θερμότητα, τις ανάσες, τους ήχους, το λιγοστό φως, τις ονειρώξεις, ακόμα και το παρελθόν. Τίποτα δεν μπορεί να μπει μέσα και τίποτα δεν μπορεί να βγει έξω από το δωμάτιο. Όλα βρίσκονται σε μία κυρτή κλειστότητα. Σφραγισμένα απόλυτα από μέσα. Ένα μέλαν σώμα. Δεν παραπονιέμαι. Μα ακριβώς για αυτό έφτιαξα το δωμάτιο. Σε περίπτωση που θα μετάνιωνα, ήθελα να μην έχω καμία δυνατότητα να ξεφύγω, ή αλλιώς, στην περίπτωση που το ρήμα ξεφύγω δημιουργεί σημειολογικές παρερμηνείες, το καταστώ ακόμη πιο σαφές ότι ήθελα να είχα μία μόνο δυνατότητα: Να μην αποδράσω! Ωστόσο, γράφω ετούτα τα πράγματα, όχι για δικούς μου λόγους αποκλειστικά, κάτι τέτοιο δεν είναι πρακτικό εδώ που έχουν φτάσει τα πράγματα, αλλά πέραν από μια μικρή και ίσως πρόσκαιρη παρηγοριά, -παρηγοριά που θα μπορούσε να προσφέρει ένα είδος δροσιάς για όσο χρόνο μου απέμεινε- θέλω να προειδοποιήσω τους μελλοντικούς αυτόχειρες όπως έχω ξαναπεί, πως ότι κι αν πραγματικά συμβαίνει στη ζωή τους, σε όποια δεινά και σε ότι αδιέξοδα κι αν έχουν περιπλέξει τον εαυτό τους, η αυτοκτονία δεν αξίζει τον κόπο να πραγματωθεί. Η βαρύτητα στη ζωή είναι τόσο απαίσια μέσα στην ομορφιά της ελαφρότητας της, που το να ζει κανείς, είναι ήδη μια αυτοκτονία! Έτσι, ετούτη η αφήγηση, χρησιμεύει σαν οδηγός ή σαν ανασκοπικό ημερολόγιο το λιγότερο, για τους μελλοντικούς αυτόχειρες και εξηγούμαι:«Παίρνω θέση σ’ ένα μοναχικό ταξίδι» σημαίνει: σκοπεύοντας μέσα από τον έρωτα των πάντων, περνώ στην άλλη πλευρά, στη σκοτεινή όχθη του Τέλους και της άρνησης έναντι σε κάθε ζωική θέληση. Mε όπλο τις σκέψεις κάποιου ασήμαντου καθημερινού τύπου, όπως εγώ-διόλου διαφορετικότερου από τους υπόλοιπους σε ότι αφορά τις καθημερινές συνήθειες, που καταδέχεται ωστόσο τον ηθελημένο θάνατο ως τη μόνη εμπειρία που αξίζει να επιφέρει στη ζωή του, παίρνω θέση. Αλλά αν κάνω τη διαφορά έναντι στη ζωή, αυτό συμβαίνει γιατί πλέον μπορώ να διακρίνω το συνεχή παρακινητικό θαυμασμό του εαυτού από τον εφησυχασμό της καθημερινότητας, όταν περίτρανα διαπιστώνω κάθε φορά : «Να κάτι που πολλοί σκέφτηκαν αλλά λίγοι έπραξαν!» Αυτό που στα μάτια των άλλων καταντάει τερατώδες ή αντικείμενο χλευασμού, στα δικά μου το κάνω να σημαίνει λύτρωση και κατόρθωμα, λύση και επίλυση του άχαρου που εδώ και χρόνια έχει γαντζωθεί μέσα και πάνω και γύρω απ’ ότι κι αν κάνω και που με κάνει να ζω χωρίς να αισθάνομαι παρότι βρίσκομαι εν ζωή. Μόνο η σκέψη του θανάτου, του δικού μου θανάτου, προκαλεί μια ήρεμη ευτυχία πέραν από μια δόση ζωηρής περιέργειας, εκεί που σε άλλους, στους περισσότερους θέλω να φαντάζομαι, τους προκαλεί πολύ φυσικά δέος και απώθηση. «Κατά ένα περίεργο τρόπο μου λείπεις» έγραφε εκείνος ο άντρας σε κάποια γυναίκα της ζωής του. «Όμως μη χαίρεσαι», συνέχιζε το γράμμα, « δεν το λέω παρά μόνο μεταστασιακά. Μου λείπεις σημαίνει πως υπάρχει μια κατάσταση μόνο και μόνο για να την υπερβώ. Εξάλλου αν ήσουν πραγματικά αδιάφορη για μένα, θα ήταν σκέτη ανοησία εκ μέρους μου το να σε ποθώ μελλοντικά. Άρα σε ποθώ τώρα, προκειμένου «Αύριο» να είμαι ελεύθερος…,από τόσο όμορφες παγίδες ελεύθερος, τέτοιες όπως εσύ… και χαίρομαι αφάνταστα που φεύγεις νικήτρια από το καλό μας παιχνίδι, μιας και σ’ αυτό το σημείο μου δίνεται η ευκαιρία να σου πω ότι έτσι όπως γλιστρούσες στην αναφή ρωγμή της φυγής σου… η σκιά σου… έμεινε μαζί μου». Φαίνεται πως μετά από λίγο καιρό, ο άντρας αυτός έλαβε ένα άλλο γράμμα, γράμμα από εκείνην, που απλά τον ρωτούσε : « Όταν γράφεις «σκιά», τι ακριβώς εννοείς? Με πραγματική περιέργεια, δικιά σου Γ.Ρ.» «Αγαπημένη μου Γ.Ρ, υπήρχε ένας καιρός που μπορούσες να διαισθανθείς εκείνον το παλαβό παλμό ποιητικής ωμότητας. Ήταν όταν ήσουν και ένιωθες ερωτευμένη μαζί μου. Ήταν τότε που ένιωθες την αφή επάνω μου να αργεί βασανιστικά χαριτωμένα σαν αργό μέλι. Τότε που τα χάδια του αγγίγματος έπεφταν στα πιο ναρκωτικά σας σημεία και όλα έμοιαζαν με προνόμια σε κάποια ιδιαίτερη σπανιότητα. Μα δεν ξεχνώ. Πριν απ’ όλα θυμάμαι όλα όσα είχαμε πει τη μέρα που γνωριστήκαμε και πιο πολύ, πόσο κοντά σας είχα νιώσει από το πάθος που άφηνες να δίνω στα λόγια μου όταν σας μιλούσα όλο το βράδυ μονοπωλώντας το ενδιαφέρον σας . Εκείνη τη στιγμή ένιωθα τις λεπτομέρειες του χώρου ασήμαντες. Ανθρώπινα σώματα, άσκοπα κορμιά που συντελούσαν παθητικά σε ένα σκηνικό, φόντο του οποίου περιείχε ακανόνιστες τροχιές αυτών, τα διακοσμητικά στοιχεία του χώρου απλά και ασήμαντα να υπάρχουν δίπλα μας. Μα θα θυμάστε εκείνη τη γιορτή, τι σας λέω? Όπως και θα θυμάστε βέβαια ότι εντελώς ξαφνικά, κι ύστερα από αμέτρητα μεταξύ μας ζωντανά, τρυφερά ,κεραυνοβόλα χαμόγελα, χαμόγελα που περισσότερο έμοιαζαν με παθιασμένα φιλιά αν όχι με ιπτάμενα στιλέτα, αναίτια κι απλά φύγατε χωρίς καν να με χαιρετίσετε.. Ήταν τόσο βίαιο. Ήταν βίαιο. Βίαιο. Ήταν. Το ρομαντικό κομμάτι πέθαινε, αλλά το κυνικό μόλις που γεννιόταν. Αυτή η βίαιη, πρόστυχη φυγή, προϊόν μιας παραδοσιακής απόφασής να αρνηθείτε, να μείνετε πιστή σε κάποιον άλλον που δεν ήμουν όμως εγώ, δημιούργησε την έννοια του ξένου μέσα μου. Ένας άνθρωπος που γοητεύεται ευθύς με έναν άλλο τόπο, επειδή ο τόπος μίλησε στη καρδιά του πρωτόλεια, μέσα σ’ ολόκληρη την οικουμένη που σφύζει από πατρίδες μίλησε. Αυτό δεν θα σβήσει ποτέ, θα μένει για πάντα χαραγμένο στη μνήμη μου, όχι γιατί διάλεξα εγώ μια πατρίδα, όσο γιατί η πατρίδα επέλεξε εμένα. Θυμάμαι επίσης, ότι υπήρξα για αρκετό καιρό μετά αφόρητα ερωτευμένος μαζί σας, πνιγμένος μέσα στην ίδια μου τη σιωπή, να διαφεντεύουν στην εμμονή της απουσίας σας φιλόξενες φαντασιώσεις γεμάτες «εσένα» συγχώρησε μου τον ενικό αυτό, ώσπου τελικά, στο απότομο τίναγμα του χαροπαλέματος, με κυριαρχούσαν στιγμιαίες σκέψεις που περιείχαν μόνο αντιφάσεις. Από τότε ο καιρός πέρασε. Ο χρόνος των πρότερων έγινε λησμονιά των ύστερων. Κάπως έτσι θυμάμαι τον εαυτό να υποτάσσεται στη λήθη και η πληγή να επουλώνεται από ένα «γιατρό». Μια άλλη γυναίκα. Όταν ξανασυναντηθήκαμε, κάποια χρόνια μετά, ένιωσα νεκρά κομμάτια του εαυτού μου να ανασταίνονται. Τι σύμπτωση! Ήταν Πάσχα, μα κι ακόμα ένα μήνα πιο πριν, οι νέοι ολόκληρης της Γαλλίας προσπαθούσαν να πραγματοποιήσουν τη δική τους ανάσταση, με τη μόνη διαφορά ότι γαλλική νεολαία εννοούσε την ανάσταση με οικονομικούς όρους, δηλαδή ως επιβίωση. Όχι δεν θα τοποθετήσω την υπόθεσή μας δίπλα στην επανάσταση, δεν θα είχε ενδιαφέρον. Η επανάσταση είναι πιο σημαντική, για αυτό και θα επικεντρωθώ σε εμάς, στην αποβίωση μα και ότι είδα από σας τη δεύτερη φορά: Είχατε αναστηθεί! Με θέλατε όπως μια επ-ανάσταση αρχίζει…εδώ και τώρα, μα ήταν ήδη πολύ αργά.»  Η διαλεκτική του κλειστού τηλεφώνου κι ο ερωτευμένος, διακόπτουν το γράμμα στη μέση. Το τηλέφωνο. Δεν θα το σηκώσω. Πρέπει να εξηγήσω αυτό το γράμμα στον εαυτό μου. Θα προσπαθήσω να το πετύχω. Να καταλάβω τις λεπτομέρειες μιας διαλυμένης αγάπης. Εξισώνω τον εαυτό μου με τον άντρα που υπογράφει το γράμμα. Έχω βρεθεί πολλές φορές στη θέση του, να δίνω την ψυχή της αυθόρμητης ορμής σε μια γυναίκα και εκείνη να την ακυρώνει επιστρέφοντας την πίσω. Το μπουκαλάκι του αρώματος που φεύγοντας από το πολυκατάστημα, ανακάλυψε ότι πρέπει να το επιστρέψει στο ταμείο: Όχι ότι δεν της αρέσει η μυρωδιά του, αλλά επειδή το ίδιο άρωμα της το είχε δωρίσει ένας παλιός έρωτας, αρνείται να το φορέσει μαζί μου. Είναι απολύτως σεβαστό να μην θέλει να σπιλώσει το παρελθόν, να με αμφισβητεί, αποστεώνοντας το χρονικό σώμα του παρόντος με την αποχή της. Εκεί όμως φυτρώνω εγώ. Παίρνω τη σκυτάλη. Το αμφιβάλλω γίνεται υπάρχω, βεβαιότητα που είμαι και ίσαμε στο παρελθόν που δεν ήμουνα.. Το μέλλον, είναι ένα σύνολο ιδιαζόντων δυνατοτήτων που μέλλει να είναι ότι τώρα δεν είμαι. Το φυσικό μου φάντασμα αποχαρακτηρίζεται, η συναισθηματική ύπαρξη μέσα από τον αφαιρετικό της χώρο ξεπροβάλλει με σαφήνεια. Όταν δεν αγαπώ γίνομαι σαφής. Ένα πέρασμα από νεκρούς υπολογισμούς σε ζωντανά παράλογα. Το μέλλον, είναι ένα σύνολο ιδιαζόντων δυνατοτήτων που μέλλει να είναι. Συνεχίζω να διαβάζω το γράμμα του: «…μα αν αντλώ τη σημασία μου από το παρελθόν, θεώρησε με σαν μια παρουσία που φεύγει προς μία φυγή με τρόπο εκστατικό, σ’ όλο το μήκος αυτής της φυγής. Κι αυτή η παράξενη μέτρηση του παρελθόντος που καλείται νοσταλγία μεταμφιέζεται πάντα σε ανασκόπηση. Κι ανασκόπηση δε σημαίνει παρά εκχειλίζω από μακριά το παρόν προς το παρελθόν. Είναι μια καημένη δικαιολογία των απεγνωσμένων ανθρώπων που έχουν χάσει το δρόμο της καρδιάς και είναι έτοιμοι να βουτήξουν μέσα σε κάθε αηδία που θα προταθεί προκειμένου να τον ξαναβρούν. Δεν διαφέρει σε τίποτα με το ταξίδι του Οδυσσέα στους νεκρούς, διαφέρει καθολικά με τον τρόπον με τον οποίο επιθυμώ να αισθάνομαι. Σ’ αυτούς νιώθω, ανήκω και εγώ. Ένας Οδυσσέας της αγάπης. Μα έχω λόγους να υπάρξω για μια τόσο σκληρή ανασκόπηση, να περάσω στους νεκρούς, να μάθω αν ποτέ μ’ αγάπησες πιο κάτω από τις αλήθειες και τις «ψευτικότητές» μας, ακριβώς μέσα στον πυρήνα των κοινών μας γεγονότων, γιατί αυτός είναι ο μόνος τρόπος που μου είναι εύκολος, όντας πιο προσιτός να εγγυηθώ στον εαυτό μια κάποια σχετική πιστότητα των στιγμών που κατορθώσαμε να ζήσουμε μαζί και που καλώς ή κακώς φέρω μέσα μου ακόμα έστω και με μια μικρή δόση κακής πίστης. Όμως κάθε «τώρα» ήταν  προορισμένο να γίνει ένα άλλοτε τότε, μια μετάσταση και μια διαδοχή, όπως ακριβώς συνέβη με την περίπτωσή μας, η πτώση μας, αλλά ίσως πρέπει τελικά να μάθετε ότι ούτε μία πτώση δεν πρέπει να είναι ικανή να διαλύσει ένα ζευγάρι. Αγαπημένη, όπως παρευθύς αυτό που θέλω να είμαι δεν είμαι, όπως μαζί σας να είμαι χωρίς να συμβαίνω στις παράλογες\επιθυμίες σας, τότε προκειμένου να ολοκληρωθεί η ένωσή μας, προτάσσω ότι θέλω να μην είμαι αυτό που είμαι, ώστε μαζί σας να είμαι αυτό που το μέλλον δεν γνωρίζει για ότι το παρόν αγνοεί. Κι οι λίγες στιγμές που έμειναν ακέραιες, φυλαγμένες με φροντίδα στο χρονοντούλαπό, αποτελούν το υπόλοιπο όλων των καταφάσεων και όλων των αρνήσεών μου για εσάς. Είναι ζήτημα διαδοχής κάθε άρνηση και κάθε κατάφαση κάτι που κάλλιστα θα μπορούσε να σημαίνει ναι σαν όχι και όχι σαν ναι, μην το βλέπετε στραβά και μη με θεωρείτε έναν αναξιόπιστο. Θεωρήστε με αυστηρό με τα φαινόμενα. Έχω βαπτιστεί στη ζωή αγαπημένη και ξέρω. Και αρκεί να διαλέξω μια στιγμή στη τύχη, γιατί η στιγμή είναι ένα στριμωγμένο αμέτρητο «τώρα», χωρίς να έχει νόημα η θέση του- κάπου μέσα στη ροή του χρόνου, μια οντότητα που μέσα σ’ όλο το μηδενικό της μήκος, αρνείται να συμβεί ως μηδέν του τίποτα και αναδύεται ως μηδέν του κάτι. Στην ροή του τότε μας αρνηθήκαμε, μα στην επεξεργασία της νοσταλγίας μας δικαιώνω. Γιατί στον παράδοξο αυτό τρόπο τσιγκουνιάς, η στιγμή, μπόρεσε να χωρέσει μέσα της εσάς κι εμένα, μια παγωμένη εικόνα και ένα όχημα ταυτόχρονα, να περιφέρονται στον κόσμο εξορισμένες από τους δεσμούς τους, και που ακόμα επιμένουν να μεταφέρουν στις πλάτες τους εμάς, τους διαλυμένους εραστές, επισυνάπτοντας τη συμφωνία με το κάτω κόσμο, ως αντάλλαγμα, την απώλεια της ψυχής μου, να περιφέρομαι άδικα και ανεκπλήρωτα στον επάνω κόσμο για το υπόλοιπο του χρόνου μου. Συλλέγω την ομορφιά σε σταγόνες μοναξιάς αγάπη μου.. Κι αν αυτό σας φαίνεται μελαγχολικό ή ακόμη και απαισιόδοξο, θα ήθελα να υπενθυμίσω, τη νοσταλγία να υπενθυμίσω, που έρχεται πάντα με τη μορφή της νεότητας και την ορμή της Άνοιξης, έτσι που γλυκά κυλάει στο αίμα σαν βροχή που πέφτει καλοκαίρι. Που κάνει τον έρωτα μια ανασκοπική περιπλάνηση, τις καθημερινές λεπτομέρειες της ζωής μια βαναυσότητα και μια αγωνία συνάμα, να περιμένω, να σας περιμένω, όπως ο σκονισμένος ταξιδιώτης του παράλογου κοιτά τρένα να πηγαινοέρχονται πάνω-κάτω, μόνος μέσα-έξω, γράφοντας αυτό το ξεχασμένο, ξεσκισμένο ερωτικό γράμμα της σκιάς, προς εσάς, μελοποιώντας τον ύμνο που σιγοκαίει μέσα σε κάθε ερωτευμένο άνθρωπο: «Ότι εγώ νιώθω για σας» ή «όπως εσείς με ξελογιάζετε, να γλιστρήσω μέσα από την άταφη σιωπή της αγάπης για πρώτη φορά, ξανά και ξανά. Μα πείτε μου, ακούτε τη μουσική που τεμπελιάζει στο σώμα? Ακούτε πόσο ευγενικά σας-σε αγαπάω? Ακούτε πόσο μου λείπετε και πως η παρουσίας σας είναι στην ουσία το μοναδικό κύμα  Άνοιξης που μπορώ να υποδεχθώ μετά «Βαΐων και κλάδων» λίγο πριν σας σταυρώσω στον Γολγοθά του ζηλόφθονου πάθους μου? Τα δανεικά χρήματα του Σεπτέμβρη με πληγώνουν περισσότερο απ’ όλα, σαν σκέφτομαι τη μετέπειτα ξαφνική σας φυγή ∙ αναγκαστικά το συνδυάζω με αυτό. Μα στην περίπτωσή σας, αρνιέμαι να το πιστέψω γιατί κάτι τέτοιο θα σήμαινε την ολοκληρωτική σας απαξία ή την προσωπική μου ήττα στα ζητήματα του έρωτα. Εξάλλου, όπως ήδη το νιώθετε, σας χαρίζω τα πάντα και μαζί το παιδικό φυλαχτό της συγχωρεμένης της γιαγιάς. Γνωρίζετε πόσο σημαντικό μου είναι, περισσότερο από τα ανόητα χρήματα που χρειαζόσασταν κάποτε. Πείτε το άνεμο ή απαλό αεράκι, μα σημασία έχει το γλυκό σούσουρο της συλλογής μου. Με κάνετε να ενώνομαι στα κομμάτια μου, να βρέχομαι μαζί σας, συντροφιά με όλες τις σταγόνες μνήμης, τόσο που πια δεν σας χρειάζομαι γιατί η επιγραφή στο μνήμα της αγάπης μας, ουρλιάζει: «…όπου υπάρχουν τάφοι, υπάρχει κι ανάσταση». Αγαπημένη, διατηρώ το όμορφο φάντασμά σας ζωντανό. Τη σκιά της φιγούρας σας δικαιωματικά την κρατώ για εμένα, ως κάτι αναπόσπαστα δικό μου. Είναι μια μομφή, η μορφή μιας αντάρτικης μνήμης, μια εξίσωση της αναίτιας φυγής, μια δική σας ύπαρξη που θέλησε να ξεφύγει από την ύπαρξή της, να παραμείνει μαζί μου και να ενσωματωθεί. Ή όπως στα αρχαία χρόνια έλεγαν, αποχαιρετώντας τους νεκρούς τους, για ένα πρόσωπο αγαπημένο που έφευγε για τον κάτω κόσμο: “Αντίο” , έτσι και γω, αποκαλύπτω στην όμορφη Αγάπη σας, το θάνατό …που δεν ξέρω αν η αυτοεξόντωσή είναι το μέσον να σας υπερβώ ή απλά ένας ύστατος τρόπος να σας δείξω τι σημαίνετε για μένα, ή εσύ ή το τέλος, ένας τελευταίος τρόπος να φλερτάρω απόλυτα και σκληρά εσάς» σας χαιρετίζω, Ετοιμοθάνατος Και Σκιά Σας, ένας δικός σας άνθρωπος που τολμά να σας πει Αντίο Το βράδυ γλυκοψιθυρίζει τα μυστικά του. Ο ουρανός μόλις που τέλειωσε ν’ ηγείται με χρωματισμένες συννεφιές στη δύση του θεού ήλιου. Και τώρα εγώ. Αρκετά με τον ρομαντισμό, μια σκέψη που λογικά θα έπρεπε να είναι αυτή αλλά που ποτέ δεν πραγματοποίησα και που ακόμα και τώρα δεν τολμώ να σκεφτώ. Όχι, δεν είμαι τόσο σκληρός με τον εαυτό μου. Θέλω πολύ να φερθώ απαίσια σε ορισμένες γυναίκες, να προλάβω να τις πληγώσω πρώτος προτού εκείνες με μαχαιρώσουν πισώπλατα, αλλά την τελευταία στιγμή κάτι με εμποδίζει. Δεν μπορώ να το κάνω. Ζηλεύω ۠γιατί ο άνθρωπος που έγραψε το γράμμα αυτό είναι μια διάνοια, πλην όμως μια διάνοια με ξεσκισμένη τη καρδιά.  Την εκτέλεσε εν ψυχρώ την ίδια στιγμή που την  ερωτευόταν σφόδρα, ακόμα περισσότερο. Ίσως. Τι θα μπορούσα να κάνω με αυτό το γράμμα, το νιώθω βαρύ. Ίσως να έπρεπε κάποτε να ταχυδρομήσω και εγώ ένα τέτοιο γράμμα ή ίσως να έπρεπε να γράψω κάποτε ένα ερωτικό μυθιστόρημα και να το αφιερώσω σε μια πόρνη, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι την παραγκωνίζω ηθικά.. Οι πόρνες είναι πιο έντιμες. Όλοι το ξέρουν αυτό. Πάνε με άλλους, δεν το κρύβουν, ούτε προσποιούνται ότι δεν θέλουν λεφτά, μα κι ακόμα κι αν το υποκριθούν, στο τέλος θα τα ζητήσουν χωρίς δεύτερη σκέψη: το προκαθορισμένο ποσό χωρίς περιστροφές «εδώ και τώρα μπροστά baby». Μου φαίνεται ότι πιο δίκαιο σκληρό ακόμα και έντιμο, μα δεν πρέπει να παραγνωρίσω το γεγονός ότι τα ανθρώπινα διηγήματα είναι τραγικότερα. Περιέχουν την αψιθυμία του κρυφού και μια επιθυμία για τελική επικράτηση, ως επικράτηση βέβαια. Το εγώ, αρχική αφετηρία του ισχυρότερου, είτε ως πυρήνας του γοητευτικότερου ή ίσως και του ταυτόχρονου των δύο, καθίσταται ανυπόφορο για όλους. Για εμένα τουλάχιστον είναι τρομερά ενοχλητικό. Ιδιαίτερα στις σχέσεις. Η ζωή δηλαδή, φυσάει κάπως πιο διαφορετικά στους σύγχρονους καιρούς. Ο άνεμος των ανθρώπων γράφει στα διηγήματά του με νοσταλγία, τις ομολογίες της νεκρής υπομονής και τους χαμένους σκοπούς των «Ενός»! Είναι σαν να μπαίνει η Άνοιξη στα σκοτεινά…αστειεύομαι, είναι σαν κάποιος μοχθηρός νους ν’ αποφάσισε και να διέταξε την δοκιμασία της αθωότητας και του δοτικού στα ακριβώς αντίθετα τους. Να είσαι αφόρητα αθώος, να την κοιτάς με το λιωμένο χαμόγελο της ανακούφισης όπως το παιδί προς τη ζωτική μητέρα, σημαίνει για εκείνην μια αφορμή: Ότι σε μεθοδεύει στην φυγή της με κάθε τρόπο, να πνιγείς στα δάκρυά σου για εκείνην. Την ηδονίζει μια τέτοια σκέψη, ίσως γιατί της είναι καλά εντυπωμένη η βεβαιότητα ότι θα μπορούσε να είναι μητέρα και μαμά του εαυτού μας. Ω, πως θα μπορούσε η εξουσιαστική τάση της γυναίκας να διαφέρει από τον ναρκισσισμό της? Και πολύ περισσότερο, γιατί να μην υποθέτω κακόπιστα ό,τι στη σκιά της αυταρέσκειάς της κρύβεται η εκδίκηση για τον άντρα ή έστω για έναν άντρα που επιμένει να φοράει το προσωπείο του πατέρα της?  «Θέλω να είσαι εξαρτημένος από εμένα», του έλεγε κάποτε μια ψυχολόγος. Έκανε απεξάρτηση σε μητέρες με προβλήματα έξης. Στην αρχή δεν το συλλογίστηκε με την καχυποψία που θα έπρεπε. Αργότερα, συνειδητοποίησε ότι μισεί τους άντρες- όπως και εκείνος τις γυναίκες- αφού της αρκεί να τους κάνει να την ερωτεύονται και μετά να τους εγκαταλείπει. Αυτά μου είχε εξομολογηθεί κάποτε ένας δεινός σκακιστής. Είχε οδηγηθεί σε ένα συμπέρασμα απαλοιφής και απλοποίησης ακόμα και για την «αγαπημένη του», που ποιος ξέρει τι θα είχε ακούσει για τους άντρες από εκείνες τις κακόμοιρες γυναίκες στις ψυχαναλυτικές ομάδες. Ευτυχώς  για εκείνον όμως, και είναι καιρός να αποκαλύψω για ποιον περίπου ομιλώ, και θα το κάνω αναφέροντας απλά πως είναι ένας καλός φίλος. Ο Θάνος ανακάλυψε νωρίς το μακάβριο παιχνίδι της και έτσι, λίγο πριν το χαριτωμένο τους τέλος, αποφάσισε να της ταχυδρομήσει το πρώτο μέρος του γράμματος-αντίκα που είχα ανακαλύψει στο μουσείο- και που του το χάρισα ένα βράδυ που παίζαμε σκάκι σπίτι του. Η περιέργειά του δεν είχε ούτε αρχή ούτε τέλος όταν τρεις μέρες μετά την αποστολή, έλαβε ένα άλλο γράμμα από εκείνη. Υπέθεσε καλόπιστα ότι θα ρωτούσε κάτι σαν: «Σε παρακαλώ, άσε με ήσυχη», μα δεν μπορούσε να περιγράψω την έκπληξή του όταν είδε ότι μέσα στο γράμμα έγραφε: «Όταν λες σκιά τι ακριβώς εννοείς? Δικιά σου Ε.Μ.». Τελικά κάθε γυναίκα ανταποκρίνεται θετικά σε όποιο αναγεννησιακό τρικ, τώρα το συλλογίζομαι καθαρά. Εντέλει εκείνος, χωρίς πολλή σκέψη, αντέγραψε το δεύτερο μέρος του γράμματος αφού πρώτα άλλαξε τις λεπτομέρειες του τρόπου γνωριμίας εκείνου, με τις δικές τους,  το έστειλε στην ψυχολόγο και περίμενε. Ο καιρός πέρασε, κανένα γράμμα δεν ήρθε. Για να την εκδικηθεί, την ονειρευόταν βράδυ πρωί, να κλαίει απομονωμένη στο κόκκινο δωματιάκι της, να έχει κάνει το παχύ της μαξιλάρι μούσκεμα στα δάκρυα, να ωρύεται ταπεινωμένη και μετανοημένη ψελλίζοντας το όνομά του. Αμέσως μετά επανήλθε στην πραγματικότητα. Αν πραγματικά είχε συμβεί κάτι τέτοιο, θα τον είχε πάρει ένα τηλέφωνο ή με κάποιο τρόπο θα προσπαθούσε να επικοινωνήσει μαζί του. Είχε πέσει έξω. Όλες οι αντιδράσεις ήταν νευρωτικές, του μικρού παιδιού που επαναστατεί, που εναντιώνεται στη μαμά. Με λίγα λόγια: δεν ήταν ερωτευμένη, η φιλαρέσκειά του ήταν ποδοπατημένη και χωρίς να το καταλάβει τον είχε πάρει ο ύπνος στο καναπέ. Τερατώδες. Του είπα να δείξει υπομονή και να δει αφού σε τελική ανάλυση κάθε αλήθεια που μας αφορά είναι μόνο μια διαδικασία του χρόνου και τίποτα άλλο- κι αυτό αποκαλύπτει σ’ όλο του το μεγαλείο ότι αλήθεια σημαίνει δεν ξεχνώ. Για να με ανταμείψει για τη συμπόνια και τη παρηγοριά που του πρόσφερα ο Θάνος, μου είπε ότι δεν θέλει συμβουλές από κάποιον που ετοιμάζεται ν’ αφήσει πίσω του τη ζωή και ύστερα προσπέρασε φροντίζοντας να με ανταμείψει εξίσου λέγοντας μου μια αρκετά ενδιαφέρουσα ιστορία. Εξάλλου ένας καλός φίλος φροντίζει να γνωρίζει ότι εμείς λατρεύουμε και μ’ αυτή τη τρυφερότητα μας εκδικούνται οι άθλιοι, όπως στη περίπτωσή μου, οι καλές ιστορίες. Μου την εξιστόρησε όση ώρα παίζαμε σκάκι, μαζί με όλες τις αναφορές, τις ένδοξες αναφορές για το παιχνίδι του σκακιού, και αναφορικά με τη ζωή ενός παράξενου σκακιστή, για τον τρόπο με τον οποίο νικούσε κάποτε τους μεγάλους σκακιστές στη Βαρκελώνη. Δε ξέρω γιατί, προς στιγμήν μου πέρασε απ’ το μυαλό ότι μιλούσε για τον εαυτό του αλλά ας ήταν όπως ήθελε. Σημασία έχει αυτό που είπε, όχι ποιος το έζησε. Κι αν ήταν ημέρα Σάββατο κι οχτώ μέρες πριν κλειδωθώ, κι αν η ιστορία του άρχιζε περίπου κάπως έτσι:    Υπήρχε ένα barκαλλιτεχνών στο κέντρο με το όνομα booze. Ναι πάλι ένα μπαρ, έχεις πρόβλημα. Ένα μπαρ έναν αιώνα μετά, εκατό χιλιάδες αιώνες μετά, ε και? Booze! Κανείς δε ξέρει πως ονομάστηκε έτσι. Ίσως μετά από μια ξέφρενη νύχτα των ιδιοκτητών του αλλά και πάλι, booze? Ήταν μια συνηθισμένη νύχτα θαμώνων, καλλιτέχνες που τα έπιναν εκεί, καλλιτέχνες που τα έπιναν εδώ. Τα κλασσικά. Κι όμως, από εκείνη τη νύχτα και μετά κανείς δεν μπορούσε να προσδιορίσει πότε εκείνος ο σκακιστής είχε προκαλέσει το δέος στο χώρο. Ίσως μέσα σε μια γιορτινή νύχτα να είχε καταφέρει ότι κανείς: το απόλυτο. Αλλά δεν ήταν αυτό που ήθελε να πει ο φίλος μου. Στη προσπάθειά του να μου εξηγήσει γιατί ένας πραγματικά καλός παίχτης θα πρέπει να αποφεύγει τον ενθουσιασμό, γιατί κατά το Θάνο, ο ενθουσιασμός είναι κάτι που τον επιδέχεται κατ’ ουσία μόνο ένας πραγματικά απεγνωσμένος άνθρωπος, ξέχασε αυτό που ήθελε να μου πει οπότε του επέτρεψα να επανέλθει αργότερα. Γενικά είχα καταλάβει ότι προσπαθούσε να μιλήσει για κάτι σαν την ευφυΐα της απλότητας αλλά δεν του το έκανα πιο εύκολο. Τον άφησα να το πει όπως ήθελε κι όταν ήθελε. Σιγά σιγά όμως η ιστορία του έπαιρνε σάρκα και οστά. Ο παίχτης, ο σκακιστής που περίγραφε, αποκτούσε όλο και καλύτερη θέση στο χώρο, κανείς δεν θυμάται να του έχει πάρει παιχνίδι, κι όλοι όσοι έφευγαν από το bar αν τύχαινε προς την έξοδο η ματιά τους να πέσει στον παίχτη, τον χαιρετούσαν σαν να τον ήξεραν, ακόμη κι αν είχαν πλήρη άγνοια για την ύπαρξή του νωρίτερα. Είχε γίνει κάτι σαν διασημότητα εκ των ον ουκ άνευ και να σκεφτείς ότι δεν ήταν ούτε ηθοποιός, ούτε τραγουδιστής ούτε επιχειρηματίας ούτε κάτι ένδοξα πρόσκαιρο. Ένας δαιμόνιος σκακιστής που ήξερε να παίζει καλή κιθάρα ήταν και που στο περισσότερο που θα μπορούσε να διαφέρει από άνθρωπος της στρατηγικής και της μεθόδου ήταν να αναζητάει ποιητές  για να γράψουν στίχο για τη μουσική που έγραφε. Ήταν ακριβώς αυτό: άριστος γιατί ήξερε που να σταματάει. Και ήταν ακριβώς μοιραίος γιατί είχε επιλέξει ένα πάθος για να βυθιστεί όσο πάει. Αυτό το παραδέχθηκα σαν σοφία και ανθρώπινο πεπρωμένο. Ένα πράγμα από το νου και ένα από τη καρδιά. Οι ηλίθιοι μπερδεύονται με δύο  ή περισσότερα από το καθένα. Αλλά η διαφορά ήταν αλλού. Όταν το άκουσα θα ήθελα να τον έχω γνωρίσει. Η διαφορά ήταν η πειθαρχία καρδιάς και μυαλού, η απόλυτη απομόνωση μεταξύ τους. Ήξερε πότε θα πιει και πότε θα παίξει. Να φρενάρει το παιχνίδι αν μια γυναίκα περνούσε ξαφνικά μπροστά από το οπτικό του πεδίο και να συνεχίζει τη παρτίδα όταν και εφόσον η καρδιά του έπαυε να ενδιαφέρεται για το πάθος της σαν να μην το είχε κάνει ποτέ. Προφανώς όλες οι παρτίδες τελείωναν με νικητή αυτόν. Αυτό ήταν κάτι που τονιζόταν αρκετά συχνά στην ιστορία αλλά δεν παραπονέθηκα ποτέ. Ίσα ίσα, το υιοθετούσα για να δω που θα με έβγαζε αυτή η θέαση.  Το όνομά του σκακιστή ήταν Ρωμανός και είχε καταγωγή από τη Ρωσία, από τη στέπα όπως έλεγαν περιπαιχτικά εκείνοι που δεν τολμούσαν ούτε στα μάτια να τον κοιτάξουν. Λεγόταν μάλιστα ότι ο Ρωμανός ήταν κάτι σαν μουσικό αστέρι στη χώρα του. Υποτίθεται ότι έφυγε από τη πατρίδα του για έναν έρωτα. Μα βέβαια, από πίσω πάντα ο έρωτας. Τελικά οι άντρες παίρνουν πολύ στα σοβαρά τον έρωτα. Όταν ερωτεύονται είναι σαν να ξανασυναντούν με έναν άλλο τρόπο τη μήτρα από την οποία προήλθαν. Είναι ένας ρομαντισμός για τον οποίο πάντα ένιωθα περήφανος που είμαι άντρας. Μακρηγορώ όμως μου φαίνεται. Ο Ρωμανός όταν ήρθε στην Ελλάδα άρχισε να παραδίδει μαθήματα κιθάρας και σκακιού για να ζήσει. Ήταν ένας μουσικός σκακιστής κι ένας πραγματικός παίχτης. Το βλέμμα του ήταν σχιστό διαπεραστικό και πάντα το συνόδευε ένα βαθύ χαμογελαστό μειδίαμα ψυχρού εκτελεστή. Έτσι με αυτό τον τρόπο αν μια φορά έπρεπε να ξεπεράσεις το φοβερό τρόπο με τον οποίο ανέπτυσσε τα κομμάτια του στη σκακιέρα έπρεπε δύο φορές να ξεπεράσεις την οξύ ψυχολογία που σου προσέδιδε το παρουσιαστικό του. Έμοιαζε σχεδόν αδύνατο να νικηθεί. Παράλληλα είχε αρχίσει να εξαπλώνεται η φήμη του αήττητου παίχτη παντού. Όλοι οι σκακιστικοί κύκλοι άρχιζαν σιγά σιγά να συνηθίζουν το όνομά του και τότε ολοένα και περισσότεροι παίχτες  κατέφθαναν στο booze προκειμένου να αναμετρηθούν μαζί του. Μάταια όμως. Ο ένας μετά τον άλλο υποψηφίους έχαναν και συνήθως με χαρακτηριστική άνεση. Αυτό που μου έκανε  εντύπωση πραγματικά ήταν ότι υπήρχαν λέει τρία επίπεδα συναισθηματικής εξέλιξης σε κάθε υποψήφιο αντίπαλο του Ρωμανού. Αρχικά η προσδοκία γινόταν ελπίδα και τελικά η ελπίδα μετατρεπόταν σε μια μεγαλοπρεπή απελπισία. Ρουά Ματ. Κι όμως, το στυλ του παιχνιδιού του δεν ήταν κάτι το ιδιαίτερο. Μισούσε τα ανοιχτά ανοίγματα ή τουλάχιστον έτσι έδειχνε και προτιμούσε το κλειστό συμπαγές παιχνίδι, μ’ ένα τρόπο όλα του τα κομμάτια να είναι σαν ένα. Αυτή ήταν η φιλοσοφία του αναπτύγματος του. Έτσι, αν τύχαινε να πέσει σ έναν καλό αντίπαλο δημιουργούσε χώρους στο εσωτερικό των γραμμών του με συμμετρικές αλληλοϋποστηρίξεις και 2, 3 ελεύθερες γραμμές για παράλληλη επίθεση από πίσω. Αν  από την άλλη έπεφτε σε μέτριο ή κακό αντίπαλο, απλά η επίθεση έβγαινε από την εμπροσθοφυλακή και εξίσου απλά σάρωνε. Δεν είχε χάσει ποτέ και ήταν πάντα ευγενικός με κάθε αντίπαλο. Δεν χλεύασε και δεν μείωσε ποτέ κανέναν αντίπαλο, όποιας δυναμικής κι αν ήταν αυτός. Η ευγένειά του, δωρική σαν το παιχνίδι του, ήταν το επιστέγασμα του οικοδομήματος των εντυπώσεων που μπορούσες να αντλήσεις από την παρουσία του. Ένας κύριος. Ένας πραγματικός κύριος.  Ένα βράδυ εμφανίστηκε στο booze ένας  αυθάδης νεαρός. Ήταν τόσο προκλητικός στους τρόπους του που δεν δίστασε να προκαλέσει επίσημα το Ρωμανό χυδαιολογώντας. Τα λόγια που χρησιμοποίησε για να το επιτύχει αδυνατώ να τα αναφέρω όπως μου μεταφέρθηκαν αφού δε σκοπεύω να σου αφήσω την εντύπωση του σπαραγμού ή της μεθόδευσης κάποιου άλλου εκτός από το να σου μεταφέρω αυτά που θέλω προκειμένου να καταδείξω αυτά που επιθυμώ. Εξάλλου είναι ένα κείμενο που αφορά στην αυτοχειρία μου και αυτό θα το διαφυλάξω. Συν τοις άλλης, μεταφέρω την ιστορία του Θάνου γιατί έχω λόγο που θέλω να το κάνω. Αυτός ο αυθάδης νεαρός λοιπόν, υπεροπτικός στο ύφος και πάντα μιλώντας αφ υψηλού, όταν αρχικά δεν βρήκε το Ρωμανό, δήλωσε ότι τον ψάχνει για να αναμετρηθεί μαζί του και να τον κατατροπώσει. Έλεγε πως μπορεί να τον συντρίψει με άνεση που κανείς δεν φαντάζεται. Τόσο πολύ εντυπωσιάστηκαν από τη θέλησή του θράσους του οι υπόλοιποι σκακιστές και θαμώνες που προτού του κανονίσουν ραντεβού με το Ρωμανό, θέλησαν να δοκιμάσουν τη τύχη τους μαζί του. Έχασαν όλοι με υπεροπτικό τρόπο. Ο μικρός αυθάδης σκακιστής έπαιξε με ανοικτά ανοίγματα και μάλιστα με ένα άνοιγμα που εδώ και εκατό χρόνια έχει εγκαταλειφθεί, από τα επίσημα τουρνουά τουλάχιστον ναι γιατί κανείς υποψήφιος πρωταθλητής δεν επιθυμεί να ρισκάρει μ’ ένα τόσο επιρρεπές στην ήττα άνοιγμα. Ήταν το περίφημο gambitτου Βασιλιά  1)e4  e5 2) f4 …. Ένα άνοιγμα που την εποχή που γνώρισε κοινωνική ακμή, δηλαδή στα μέσα του 18ου αιώνα, οι σκακιστές τόσο πολύ είχαν παθιαστεί με αυτό το άνοιγμα έτσι που αν ο μαύρος δεν το έκανε αποδεκτό στην δεύτερη του κίνηση 2)…ε5xf4 , ο λευκός το θεωρούσε προσβολή και προκαλούσε τον μαύρο σε ξιφομαχία μέχρι θανάτου.  Όπως από την αρχή είχε φανεί, ο νεαρός σκακιστής ήταν διαποτισμένος με αυτό το πνεύμα ρομαντισμού. Φρόντιζε από τα πριν να δηλώνει στον αντίπαλο ότι αν δεν το κάνει αποδεκτό δεν θα παίξει μαζί του και αν ο αντίπαλος τον ξεγελούσε και δεν το έπαιζε αποδεκτό, ο μικρός αναποδογύριζε τη σκακιέρα στο κεφάλι του βρίζοντας και φτύνοντας και λέγοντας λόγια που ξεπλένονταν μόνο με καυγά. Φαίνεται όμως πως ούτε αυτό ήταν αρκετό για να εξαντλήσει την υπεροψία του νεαρού. Καταρχήν σε πείσμα των αντιπάλων ο μικρός δεν έλεγε να χάσει με τίποτα.  Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο κατόρθωνε να νικήσει. Στο τέλος, μετά από κάθε του νίκη, δεν του ήταν αρκετό ότι είχε νικήσει με ένα άνοιγμα που από τους ειδικούς θεωρείται τελειωμένο ότι έχει δηλαδή λυθεί ως ένα άνοιγμα που ευνοεί μόνο τον μαύρο. Αυτό τυπικά σημαίνει ότι ο μαύρος χάνει μόνο αν σαν παίχτης είναι υποδεέστερος του λευκού. Όχι, για τον νεαρό σκακιστή φαίνεται πως ούτε αυτό ήταν αρκετό γιατί μετά το τέλος κάθε παρτίδας ξετυλιγόταν η ειρωνεία και ο χλευασμός προς τον αντίπαλο παίχτη με τρόπο απαράμιλλο. Μου μεταφέρθηκαν ατάκες όπως «συγχαρητήρια, η γιαγιά σου θα πρέπει να παίζει καλύτερα από σένα», «μπράβο γελοίε μαζέτα, έχει κι άλλους loser η μάνα σου?» Για τους τύπους και μόνο  αναφέρω ότι μαζέτας στη σκακιστική ορολογία είναι ο παίχτης που δεν μαθαίνει από τα λάθη του. Ωστόσο, αυτό ήταν το σχετικά ευγενικό μέτρο της ειρωνείας του γιατί το φάσμα ήταν πολύ πιο ευρύ έτσι που αν ένας παίχτης είχε χάσει συντριπτικά εύκολα, τότε ο νεαρός τον έλουζε με κοσμητικά επίθετα και φράσεις που ξεπερνούσαν κατά πολύ το αντίστοιχο μέτρο της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Κουβέντες όπως «μαλακισμένη αδερφή παράτα τα», «ξεσκισμένη καριόλα και συ», «δυο πράγματα έχω βαρεθεί, τους πελάτες και τις πουτάνες» «ίσα που θες και χαιρετούρες ρε σιχαμενόπουστα» και τέτοια. Όπως καταλαβαίνεις ο νεαρός σκακιστής διέφερε κατά πολύ από τα πρότυπα των τρόπων αθλητικής και ευγενικής συμπεριφοράς προς τον αντίπαλο. Ήταν ένας υβριστής, ένας βεβηλωτής κι επιπλέον, αναζητούσε να αναμετρηθεί με κάποιον που είχε κιόλας αποκτήσει το μύθο του πραγματικά αήττητου παίχτη.  Με τα πολλά, οι θαμώνες-σκακιστές του boozeκάποια στιγμή προσπάθησαν να έρθουν σε επαφή με το Ρωμανό προκειμένου να δώσουν ένα καλό μάθημα στο νεαρό. Να είσαι βέβαιος όπως είμαι και εγώ ότι ο νεαρός δεν είχε ούτε έναν θαυμαστή, ούτε έναν άνθρωπο που να επικροτεί τον εαυτό του. Ακόμα και οι ζηλόφθονοι προς τον Ρωμανό θαμώνες, αυτοί δηλαδή που συνήθιζαν περιπαιχτικά να τον αποκαλούν «το ρωσάκι» ήταν υπέρ του Ρωμανού και κατά του νεαρού. Ίσως αν έλεγα ότι ο μόνος του θαυμαστής ήταν  ο ίδιος του ο εαυτός να ήμουν πιο ακριβής. Αυτή η διαδικασία θα πρέπει να κράτησε κάποιες μόνο μέρες γιατί είναι κατανοητό ότι μια τέτοια συμπεριφορά δεν μπορεί να κρατήσει για πολύ χωρίς να φάει ένα καλό χέρι ξύλο ο χυδαίος αλαζόνας. Και όντως στο boozeη κατάσταση έμοιαζε με καζάνι έτοιμο να εκραγεί αν και το boozeφημίζεται για την ανεξικακία, την ελαστικότητά του ως χώρου και δικαίως αφού όλοι, οι πιο ριζοσπαστικοί και ρηξικέλευθοι καλλιτέχνες της χώρας, συρρέουν κατά ομάδες εκεί όπου και συνδιαλέγονται για να ερωτευθούν, να διασκεδάσουν, να εκθέσουν ή να δημιουργήσουν.  Εκείνο το βράδυ στο booze επικρατούσε νεκρική σιγή. Ήδη από το προηγούμενο είχαν πει στο νεαρό αν έχει τα κότσια να προσέλθει την επομένη στο booze γιατί του είχαν κλείσει ραντεβού με το Ρωμανό. Ο νεαρός δεν έκρυψε την εξοργιστική του χαρά και φεύγοντας είχε πει «άλλος ένας για κλωτσίδια».  Όταν έφτασε ο νεαρός, στο πιο φωτεινό μέρος του πάγκου βρισκόταν καθισμένος ο Ρωμανός, με τα χέρια απλωμένα και σταυρωμένα μπράτσο με μπράτσο επάνω στο τραπέζι, πίσω από τη σκακιέρα. Όλα τα κομμάτια στην αρχική τους θέση. Όταν έκλεισε η πόρτα πίσω του, το πλήθος που ήταν μαζεμένο γύρω από τον Ρωμανό διέκοψε το σούσουρο και γύρισε παγωμένο προς τη πόρτα. Ο νεαρός διέσχισε το χώρο μέχρι τη θέση του με το γνωστό υπεροπτικό του υφάκι και μάλιστα έσπευσε να πει στους άλλους να κάνουν πέρα γιατί «…δεν είναι θέαμα για ανήλικους αυτό που θα συμβεί». Όταν άρχισε η παρτίδα, από τα videowallτου χώρου μεταδιδόταν ζωντανά το παιχνίδι σε όλους. Θα πρέπει να ήταν εξαιρετικά ενδιαφέρον το θέαμα αφού όπως φαίνεται όλοι μα όλοι είχαν διακόψει τις διαδικασίες οινοποσίας, φλερτ και γενικά ότι συνηθίζει ο κόσμος του boozeνα κάνει εκεί, και απλώς επιδίδονταν όλοι να κοιτάζουν το παιχνίδι που βρισκόταν σε εξέλιξη. 1) e2e4 e7e5 2)f2f4 και κατά τους όρους που έθετε ο νεαρός 2) … e5xf4. Οι πάντες παρέμεναν παγωμένοι στις θέσεις τους. Δεν έπεφτε ούτε καρφίτσα. Η μουσική συνέχιζε να παίζει αλλά ακόμα και η κοπέλα που έβαζε μουσική κοίταζε τα videowallμε αποτέλεσμα συχνά πυκνά να μπαίνουν τα επόμενα τραγούδια του ίδιου cd.  3) Νf3 h6 4) d4 g5 5) h4 f6 6) Nc3 Ag7 7) b3 d6 8) Ab2 Ag4 9) Ae2 Qe7 10) Nh2 Axe2 11) Qxe2 Nd7 12) Nd5 Qd8 13) Qh5+ Kf8 14) Ng4 c6 15) Nc3 Qe7 16)Qg6 Qf7 17) Qf5 Ne7. ένα επιφώνημα πλήθους ακούστηκε, σαν απογοήτευση και ο Ρωμανός έριξε το βασιλιά του. Τότε προς έκπληξη όλων, ο νεαρός σηκώθηκε του έδωσε το χέρι με σεβασμό κι ύστερα φόρεσε το παλτό του, έκανε μεταβολή, άνοιξε τη πόρτα έφυγε και δεν ξαναεμφανίστηκε ποτέ. Οι πάντες έμειναν ενεοί στη θέση τους ν’ αναρωτιούνται είτε πως γίνεται να έχασε ο σκακιστής των 2500 και πλέον ELOαπό ένα άνοιγμα που θεωρείται ξεπερασμένο είτε πως ένας άπληστος και αγενής νεαρός κατόρθωσε και πλήγωσε καίρια την συσσωρεμένη από τους τόσους αγώνες εμπειρία του αθλητή σκακιστή. Όμως εγώ, όταν άκουσα αυτή την ιστορία από το Θάνο ήξερα, ήξερα πως αυτό που νίκησε δεν ήταν ότι ο νεαρός ήταν καλύτερος σκακιστής από το Ρωμανό, δεν ήταν ότι ο Ρωμανός έχασε επειδή ήταν υποδεέστερος παίχτης του νεαρού, αλλά ότι αυτό που έκανε το νεαρό σκακιστή να νικήσει ήταν η αναζήτηση της αφύπνισης από ένα συντηρητικό αίσθημα νάρκωσης που επιφέρει και που επιβάλει η βαρετή πραγματικότητα στην ανθρώπινη καρδιά. Είναι ο λόγος για τον οποίο αυτοκτονώ.                Να που τώρα έρχεται στον νου μου εκείνη η μέρα, η μέρα μου. Με βλέπω σα να κοιτάζομαι στο καθρέφτη, σαν να το ζω τώρα κλειδωμένος εδώ μέσα. Το δωμάτιο εμποδίζει το σώμα μου, όχι τις σκέψεις μου. Με βλέπω να σκέφτομαι και ξαναζώ τις σκέψεις μου. Κι όλα τώρα είναι διαφορετικά. Ζωντανά. Πιο ζωντανά. Σήμερα έχω γενέθλια. Με πήρε τηλέφωνο κι η μαμά. Της είπα ότι πέθανε το καναρίνι που είχε αποστείλει με courier πριν από δύο χρόνια. Με ρώτησε γιατί της το είπα τώρα αλλά δεν την άφησα να ολοκληρώσει. Σαφώς εννοούσα ότι το καναρίνι πέθανε μια από αυτές τις μέρες κι όχι πριν από δύο χρόνια. Διέταξε να της επιστρέψω το κλουβί. Θα αγόραζε άλλο για να μην νιώθω μοναξιά, όμως η ουσία είναι ότι ένιωθα δυστυχία ούτως ή άλλως. Τα φυλακισμένα ζώα με πληγώνουν αφάνταστα. Αρνήθηκα. Το προσπέρασε. Ανέφερε ότι διάβασε τη περίφημη ανοικτή επιστολή «Κατηγορώ» (J’accuse) , του Ζολά και έμαθε ότι εξαιτίας της επιστολής καταδικάστηκε σε βαρύ χρηματικό πρόστιμο και φυλάκιση ενός έτους όταν πρωτοδημοσιεύτηκε στην εφημερίδα του αρχιρουφιάνου Κλεμανσώ. Τη παρότρυνα να μην στεναχωριέται και τόσο πολύ, γιατί ο αντισημιτισμός είναι και πάλι της μόδας στη Γαλλία. Έβηξε σα να τσιρίζει μπετονιέρα μέσα σε άμμο και μου απάντησε πως δεν έχω δίκιο γιατί πρόεδρος εκλέχθηκε ο Σαρκοζί. Τελικά όλοι οι λαοί είναι ηλίθιοι, σκέφτηκα. Μετά με ρώτησε αν θυμάμαι τίποτα από το παλιό μας σπίτι. Της απάντησα πως ναι και ύστερα γεμάτος υπονοούμενα συνέχισα λέγοντας ότι εκεί μέσα αυτοκτόνησε ένας νατουραλιστής που αγαπώ πολύ να σιχαίνομαι Τότε με προειδοποίησε ότι σαρανταρίζω και πως είναι καιρός να παντρευτώ. Αρκετά, λέει με τις αηδίες. Αν συνεχίσω να φιλοσοφώ χωρίς να δίνω αξία στις σχέσεις μου, στο τέλος δεν θα διαφέρω από την μασέλα της. Είναι σκληρές οι μαμάδες. Η δική μου τουλάχιστον είναι. Καμιά φορά δεν διακρίνω κάποια βασική διαφορά ανάμεσα σε έναν εχθρό και σ’ αυτήν. Εκνευρίστηκα αλλά όχι τόσο μαζί της όσο μαζί μου. Δεν ξέρω αν με άγγιξε αυτό καθ’ εαυτώ που είπε, ο τρόπος που το ξεστόμισε πάντως θα μπορούσε να ήταν ισοπεδωτικός. Αν δεν είχα ήδη πάρει τη απόφαση να αυτοκτονήσω, θα αυτοκτονούσα σίγουρα. Μα όλα αυτά θα αφορούσαν έναν άλλον άνθρωπο, όχι εμένα. Κι ίσως κάποτε να επηρεαζόμουν όπως οι περισσότεροι υποκύπτουν στις απειλές της μαμάς τους. Και τότε λογικά θα έπρεπε ν’ αφήσω να με κάνει να θυμώσω για ότι όπως μίλησε όπως πάντα. Όμως όχι . Κατάφερα και αδιαφόρησα πλήρως χωρίς πολλή προσπάθεια. Της είπα τρυφερά τυπικά ότι την αγαπώ, δηλαδή: «σ’ αγαπώ τρυφερά τυπικά μαμά», και έκλεισα το τηλέφωνο ευτυχισμένος, μολονότι τη στιγμή που έκλεινα απείλησε πως λιποθυμά. Όσο παραμένει «στριμμένο άντερο», παραμένει καλά στην υγεία της. Τη γνωρίζω αρκετά καλά μπορώ να πω μετά από τόσες μυριάδες τηλεφωνήματα όλα αυτά τα χρόνια. Σηκώθηκα από την καρέκλα της κουζίνας, πήγα στο χωλ, προς το καλόγερο και για πρώτη φορά παρατήρησα ότι αν τον κοιτάξεις βιαστικά μες στο σκοτάδι σου προκαλείται η βαθιά εντύπωση ότι κάποιος σε περιμένει στη γωνία. Το παθαίνω σχεδόν πάντα όταν κάνω να φύγω βιαστικά. Πήρα το παλτό το έβαλα και άνοιξα τη πόρτα. «Μια βόλτα στο δρόμο ίσως μου κάνει καλό», σκέφτηκα καθώς τριπλοκλέιδωνα. Πόσο κομψά προτείνω στον εαυτό μου την ελπίδα!  Κατέβηκα τις σκάλες. Δεν μπαίνω στο ασανσέρ εδώ και χρόνια, από τότε που…. Βασικά το κάνω αυτό γιατί δεν θέλω να πεθάνω χωρίς να το έχω επιλέξει εγώ. Είναι κι λόγος που δεν τρώω παστές σαρδέλες. Το σύνδρομο του ασανσέρ. Ακούγεται αστείο. Το ξέρω. Ωστόσο, γενικά είμαι πολύ προσεκτικός σε ότι κι αν κάνω. Μισώ τις κονσέρβες. Και φροντίζω με επιμέλεια να μην πάθω κακό, διαφυλάσσοντας ως κόρη οφθαλμού τη σωματική υγεία, μέχρι τη στιγμή που το μακάβριο έργο θα έχει ολοκληρωθεί. Αυτό δεν ακούγεται και πολύ παιδικό. Τώρα που είναι οι καταραμένοι κλόουν? Τώρα δεν υπάρχει αστείο. Το τραγουδώ. Μεθάω με την ιδέα του θανάτου! Μιλάω από τη πλευρά σου κόσμε. Πεθαίνω! Να! Και πάω στοίχημα, θα ήθελα τρομερά να μπορώ να δω από κάπου τη μαμά που θα βρίζει με τα υπέροχα γαλλικά της πάνω από το τάφο μου…ποιον τάφο δηλαδή….θα με αποτεφρώσει η γριά κότα!! Αν ζούσα δύο ζωές, τη δεύτερη θα το σκάρωνα σα φάρσα απλά και μόνο για να έχω την ευτυχία να τη βλέπω από κάποια γωνιά να σκούζει με λυγμούς και να πενθεί βρίζοντας. Τι γοητευτικό! Θα κατηγορηθώ για σαδισμό, αλλά αλήθεια, και ποιος δεν ονειρεύτηκε ποτέ την πιο ηρωική εικόνα που μπορεί να υπάρξει, να πενθούν τα αγαπημένα πρόσωπά που τόσο μας πληγώνουν και ταυτόχρονα μας λατρεύουν, πάνω από τον τάφο μας, το θάνατό μας, εμάς και εμείς να κοιτάμε? Α, τώρα προέχουν άλλα πράγματα…και πάνω απ’ όλα τα παιδιά. Δεν ξέρω γιατί το έγραψα το τελευταίο. Δίνει πιο ηρωική μορφή ίσως. Φτάνοντας στο ισόγειο, υπάρχει ένας ταχυδρομικός φάκελος με τ’ όνομά μου και χωρίς αποστολέα. Τον άνοιξα. Μέσα υπάρχει μια φωτογραφία. Την έβγαλα. Είναι η δικιά μου φωτογραφία. Φαίνομαι χαμογελαστός, φοράω ένα άσπρο φανελάκι και είμαι αξύριστος. Οι ώμοι είναι μαζεμένοι, κλείνουν συνεσταλμένα προς τα μέσα, αγκαλιάζουν το σώμα και τα μάτια είναι κατακόκκινα, δείχνουν ταλαιπωρημένα και προδίδουν κραιπάλη. Τι κρίμα, δεν θυμάμαι τίποτα από αυτή τη στιγμή. Είχα περάσει καλά ή όχι? Δεν θυμάμαι. Πάντως στο πίσω μέρος της φωτογραφίας υπάρχει μια ευχή και μαζί υπάρχει κολλημένο ένα απόκομμα, μάλλον από περιοδικό γιατί το χαρτί είναι πολυτελείας. Η ευχή γράφει «χρόνια πολλά» και το απόκομμα: «Βίωσε μια σειρά από βίαιες αλλαγές, από τις οποίες βγήκε μελαγχολικός και απόμακρος, κάνοντας εξαίρεση μόνο για μερικούς φίλους στους οποίους αποκάλυπτε τον εύθυμο χαρακτήρα του, το ανοιχτό του μυαλό, τη σφύζουσα νεότητά του. Ακόμη και με αυτούς όμως ήταν λίγο παράξενος, ποτέ δεν ανοιγόταν εντελώς, διότι κάθε φορά που αποκάλυπτε την ψυχή του απαιτούσε όλο και περισσότερη αφοσίωση, μέχρι που για τους φίλους του η φιλία αυτή κατάντησε, ως αίτημα υποταγής, βραχνάς». Ωραίο αλλά γενικό. Πως γίνεται μια φράση να συμπεριλαμβάνει όλες οι ζωτικές λειτουργίες ακόμη και τις άσημες λεπτομέρειες του χαρακτήρα? Με εκνευρίζουν τέτοιες γενικεύσεις. Είναι άδικες σαν τη μαμά. Έβαλα τη φωτογραφία με το σκισμένο φάκελο στο παλτό και βγήκα έξω. Κάνει ψύχρα σήμερα, σκέφτηκα. Κατά τα άλλα η βραδιά ήταν γλυκιά. Κατευθύνθηκα προς τη στάση του μετρό, είναι σχετικά κοντά στο σπίτι. Εκεί υπάρχει μια εκκλησία και μια κυκλική συμπαθητική πλατεία με παγκάκια, παρτέρια με λουλούδια και μια σειρά από πάγκους πλανόδιων μικροπωλητών. Επιπλέον, η πολυκοσμία έρχεται κατά κύματα. Μ’ αρέσει να παρομοιάζω τον κόσμο με κύματα. Εξάλλου, το πυκνό στίφος δεν σε αφήνει γυμνό ή αδιάφορο. Κατά κάποιο τρόπο, αν το κοιτάς πολλή ώρα, νιώθεις σα να γλιστράς επάνω του όπως οι σέρφερ του Ειρηνικού ωκεανού πάνω από καρχαρίες. Να, είπα στον εαυτό μου, κάποιοι βγαίνουν από το σταθμό και κάποιοι άλλοι μπαίνουν. Νιώθω ασφαλής με όλη αυτήν την αναστάτωση κινήσεων. Υπάρχει αρκετός κόσμος για να κρυφτεί κανείς πίσω από τον εαυτό του, ίσως κι απ’ τα λόγια της μαμάς του. Κάποιος περαστικός με πληροφόρησε ότι είναι Σάββατο. Καρχαρίας σκέφτηκα. Να μην κάθομαι μόνος τέτοια μέρα, με συμβούλεψε κάπως ψυχρά. Πεινασμένος κιόλας είπα. Τον αγνόησα τρίβοντας τα χέρια στη μύτη μου γιατί είχε αρχίσει να κάνει κρύο. Και να μια παράξενη φράση για να πει κάποιος έμμεσα ότι κρυώνει. Ότι κάνει κρύο. Γιατί αν δεν κρυώνω, πως ξέρω ότι κάνει κρύο? Μ’ αρέσει αυτό το συμπέρασμα. Θα κρατήσω αυτή τη σκέψη για το μέλλον, θα χρειαστεί.  Κοιτάζω τη φωτογραφία όση ώρα καίγεται. Το πρόσωπο που γίνεται κάρβουνο είναι το δικό μου πρόσωπο. Παρατηρώ τη μικρή ενιαία φλόγα να σαρώνει και να κατατρώει το χαρτί της Polaroid.. Η φωτιά ζεσταίνει και λιώνει το πλαστικό της κάλυμμα, το γελαστό πρόσωπο τρεμοπαίζει επάνω της, το λιωμένο πλαστικό υγραίνεται, δημιουργούνται δάκρυα που φαίνονται σα να κυλάνε στο πρόσωπο και, το εγώ μου, το πρόσωπό μου , για πρώτη φορά μου φαίνεται πιο γλυκό, πιο ανθρώπινο, πιο οικείο. Για πρώτη φορά μου φαίνομαι εγώ.  Μια χοντρή κυρία με κοιτάει με καταφρόνια. Καρχαρίας φάλαινα, άλλο είδος τώρα. Με κοίταξε μ’ αηδία. Τη κοίταξα με σνομπισμό.  Έφυγε. Ύστερα πέρασε η ώρα κι ούτε που το κατάλαβα. Αυτό δεν σημαίνει ότι πέρασα καλά. Καμιά φορά συμβαίνει κι αυτό. Το ξέρω γιατί νιώθω μοναξιά όση ώρα είμαι εδώ λέω. Αλλάζω παγκάκι. Δεν γίνεται τίποτα. Νιώθω πάλι το ίδιο ωχρό πέπλο δυστυχίας. Κοίταξα το ρολόι της εκκλησίας απέναντι: 2:31μμ. Ξημερώματα Κυριακής. Να γιατί δεν πρέπει ν’ ακούς περαστικές γιαγιάδες. Σάββατο σου λέει. Καλή στιγμή για να πεθάνει κανείς…μα τι λέω? Δεν χρειάζεται να είμαι ανυπόμονος. Θα γίνει κι αυτό στην ώρα του. Δεν θ’ αργήσει να έρθει εκείνη η στιγμή που ονειρεύομαι. Τώρα πια είμαι κοντά. Σηκώθηκα. Βλέπω ένα τηλεφωνικό θάλαμο. Τον πλησίασα. Μπαίνω μέσα, πιάνω το ακουστικό. Και ποιον παίρνεις στο τηλέφωνο τέτοια ώρα αγαπητέ? Οι πάντες είναι έξω, διασκεδάζουν κάπου όμορφα, σ’ ένα bar ίσως, γενικά πάντως… ανταλλάσσουν υγρά . Ένιωσα και πάλι αδιάφορα, θα έπρεπε να ζηλέψω αλλά δεν έγινε . Θα δοκιμάσω να τους πάρω στο κινητό. Δίστασα. Γιατί να το σηκώσουν?۠ Ο θόρυβος της μουσικής ποτέ δεν αφήνει τα ισχνά ουρλιαχτά των οργασμών να σηκώσουν ψηλά τα ποτήρια της επευφημίας ή της απόγνωσης…Σηκώνει άλλα πράγματα αλλά όχι εμένα. Πραγματικά, η καρδιά μου έμοιαζε παγωμένη, ακινητοποιημένη σαν φωτογραφία που φθείρεται στη φωτιά. Το μέλλον δεν υπάρχει. Δεν θα πάρω κανέναν, δεν έχω μονάδες στην κάρτα για κανέναν, δεν έχω σκέψεις για κανέναν. Όλα το ίδιο. Έμοιαζε με δικαιολογία, όμως δεν ήταν παρά η ρηχή εξήγηση που αναζητούσα να προσδώσω, μια βαθύτερη κάτω από τα στρώματα εκείνων των μονοδιάστατων συλλογισμών ελπίδα. Το γράφω πιο παραστατικά ξανά: Κι όπως νιώθω άδειος, ανούσιος, ράθυμος, από μια αρκετά ανάποδη όψη, το παρόν ενισχυμένο έκανε να συμπαρασύρει κάθε παρελθόντα χρόνο της έκφρασης, μετατρέποντας τα πάντα σε ενεστώτες, γιατί η κρίση μου σε ενεστώτα συλλογίστηκε μια από τις πιο μοιραίες λύπες στη ζωή: τον κακομοίρη τον μαλάκα. Μου έλειπε, σίγουρα ναι, όπως μου λείπει πάντα κι ας ήταν μαλάκας. Νιώθω μια ακατανίκητη έλξη προς τη μαλακία άλλωστε.  Ίσως να έπρεπε να πήγαινα να επισκεφτώ το πατέρα στο…Θα ήθελα να πω τη λέξη νεκροταφείο, αλλά δεν μπορώ. Ίσως έπρεπε να πω, «θα ήταν καλύτερα να πάω να επισκεφτώ το μαλάκα στο…» αλλά και πάλι δε θα μου βγαίνει με τρόπο πειστικό. Μου είναι πιο εύκολο να πω «ο κήπος των νεκρών του μαλάκα». Φέρνει λιγότερη ναυτία. Ο πόνος μοιράζεται σε περισσότερες από μία λέξεις και ο κυνισμός του χιούμορ γιγαντώνει το αίσθημα μοναξιάς. Η μοναξιά είναι πάντα τόσο άπληστη? Είναι η πουτάνα της ζωής μας. Δεν θέλει να σε μοιραστεί με κανέναν κι εκείνη χαρίζεται παντού. Κι από πότε οι πουτάνες δεν θέλουν να σε μοιράζονται παρακαλώ? Νέος ορισμός. Ας πούμε ότι είναι σκληρή. Μια ερωτευμένη πουτάνα. Σε μία και μόνο λέξη εμπεριέχεται ολάκερη η ουσία της. Σε δύο οι λεπτομέρειες της ζωής σου. Κι αυτή η λέξη που είναι μια οργανική φυλακή, μια εξορία παραμένει γελαστή κακία. Η μοναξιά είναι μια γελαστή κακία Το σκληρό της κέλυφος σε περιβάλλει γρήγορα κι αθόρυβα. Δεν λέει να σπάσει με τίποτα. Πνίγομαι. Ασφυκτιώ. Ε και? Ίσως να πρέπει να εφαρμόσω την ίδια τεχνική, όπως με το μπαμπά. Να την αποκαλώ μαλάκα. Όχι, «μόνη αξία», καλύτερα.. Όχι, μαλακισμένη μόνη αξία.  Nαι. Α! Περίφημα, πιάνει. Όχι, είναι μάταιο. Τοποθετώ το ακουστικό στη θέση του. Έχει σημασία πως θα το κάνω? Το έκανα απαλά. Πήγα ξανά στο παγκάκι και κάθισα. Πρέπει να προσπαθήσω να συγκεντρώσω τον εαυτό. Πρέπει να ηρεμήσω. Όλα θα πάνε καλά, θα δεις. Η μοναξιά είναι ένα ντόμινο. Μία σκέψη ρίχνει την άλλη χάμω. Της χτυπά φιλικά την πλάτη κι ύστερα της ρίχνει μπουνιά και την ξαπλώνει κάτω. Όλα κάτω. «Να κινείσαι, αυτό είναι το σημαντικό», είπε ένας παππούς χωρίς να δώσει συνέχεια. Ακίνδυνος καρχαρίας. Ανασήκωσα το βλέμμα και τον κοίταξα λίγο με συμπόνια και λίγο με φόβο. Πουστόγερε, είπα. Συνέχισε να περπατάει αργά. Το κοιτάζω. σέρνει επίμονα μια κόκκινη βαλίτσα με ροδάκια, όμοια με αυτές που χρησιμοποιούν άνθρωποι που τους αρέσει να ταξιδεύουν με τους τρόπους της παλιάς εποχής. Τραβάει το σπίτι του με δυσκολία, είναι σίγουρα  άστεγος. Μια γέρικη χελώνα με ανθρώπινη μορφή σε κόκκινο καβούκι που έχει το σχήμα ταξιδιωτικής βαλίτσας. Το βάδισμα είναι αργόσυρτο και ο γέρος καμπουριάζει, όμοιο με της συγχωρεμένης της γιαγιάς στα τελευταία της. Δεν αξίζει να την αναφέρω. Κι ούτε νιώθω συμπόνια για το γεροκαρχαρία σε versionχελώνας. Και τη σκατόγρια τη σιχαινόμουν ούτως ή άλλος. Κακολογούσε το μαλάκα. (*Σκάρτη μάνα. Συγγνώμη που το γράφω αλλά έτσι ήταν. Εξάλλου όλοι την αντιπαθούσαν, η νέα μορφή ηρωισμού είναι να σ’ αγαπάνε όλοι, η ευτυχία είναι δυσκολότερη βέβαια και εκείνη η σκατόγρια παραήταν εύκολη). Κοιτάζω το γέρο ξανά. Κάθε του βήμα μυρίζει αιμορραγία. Αλλάζει παγκάκι, πηγαίνει σε ένα άλλο απέναντι από το διπλανό υπόστεγο. Τρεισήμισι ώρες διαδρομή. Eκεί έχει λιγότερο κρύο, περισσότερη ησυχία. Είναι η πιο πονεμένη μετακόμιση που έχω δει. Toν βλέπω να τυλίγεται μέσα σε εφημερίδες και χαρτόνια. Τώρα σκεπάζεται. Μου θυμίζει εμένα. Τώρα κοιμάται. Τώρα δεν μου μοιάζει καθόλου. Μοιάζει με προσευχή. Κοιτάω την εκκλησία και σκέφτομαι το θεό. Κοιτάζω τον ουρανό που είναι σκοτεινός και λέω «δεν υπάρχεις». Ψιχαλίζει και λέω να πάω σπίτι.      

Κυριακή (εφτά μέρες πριν κλειδωθώ)

Το πιο ειρωνικό, η έβδομη πριν το τέλος μέρα της ζωής. Ένα σημαντικό γεγονός που μεθοδεύοντας λίγο σαν να το ζω τώρα και λίγο σαν να το κοιτώ από απόσταση χρόνων, θα εξηγήσω, καθώς η καταγραφή του είναι αναγκαία. Τρανταχτή απόδειξη ότι η ζωή είναι ένα μαρτύριο-το πιο όμορφο απ’ όλα- που είναι καλό να το ζει κανείς μέχρι Τέλους, όσο γιατί η αγωνία όλων των αισθήσεων κορυφώνεται στις λεπτομέρειες που συνήθως, η ψευδής εντύπωση του αθάνατου (και που σχεδόν πάντα έφερα με ασφάλεια στη καρδιά) ποτέ δεν επέτρεψε να ανακαλύψω κάποια ίχνη βαρύτητας στο ανεπαίσθητο. Κυριακή. Φριχτό πρωινό. Στέκομαι μπροστά από τον καθρέφτη. Είμαι στο δωμάτιο που οι άνθρωποι αφοδεύουν ή καθαρίζονται. Επιθεωρώ τον εαυτό σα στρατηγός. Παίρνω διάφορες πόζες. Δεν με κολακεύει καμία. Αναρωτιέμαι παρατηρώντας το οικτρό μήνυμα της αντανάκλασης: η απαισιότητά μου. Ένα σπασμένο είδωλο χωρίς μοναδικότητα. Λίγο ηρωικό και λίγο ξιπασμένο. Λένε ότι ο βαθμός του τέρατος καθορίζεται από το μέγεθος του αυτιού. Όσο πιο μεγάλο το αυτί τόσο περισσότερο τέρας. Η μύτη δεν παίζει κάποιο ιδιαίτερο ρόλο. Η μύτη περιέχει μια συγκεκριμένη γωνία, φιλοξενεί την ανάσα. Τι σημασία έχει αν είναι γαλλική ή μυτερή σαν αιχμή, η γαντζωτή σαν το ράμφος του αρπακτικού? Μα βέβαια, είμαι ένα τριχωτό μηδέν που αυτόκοιτάζεται από περιέργεια. Η στραβή μου μύτη και τα μεγάλα μου αυτιά, είναι όλα κατηγορηματικά. Είμαι ένα τέρας! Κοιτάζομαι επίμονα. Τα δάχτυλα τσιμπολογούν τα μάγουλα, ταυτόχρονα σέρνονται στο δέρμα, καλύπτουν το πρόσωπο, οι παλάμες του χεριού το σκεπάζουν, το κρύβουν, το ανακατεύουν • μια προσπάθεια για αφύπνιση? Ύστερα νευρικά, έρχεται το θάρρος. Τα μάτια υγραίνουν, το βλέμμα διεγείρεται. Περιμένω όπως η Τσβετάγιεβα, κάτι αγαπημένο πρέπει να της πεθάνει για να ξεκινήσει να γράφει, κάτι αγαπημένο που πρέπει να πεθάνει για να μπορέσω να νιώσω ότι ζω. Μετά ακολουθεί το γνωστό τέλος. Μα εγώ δεν ακολουθώ ακαριαία την αυτοχειρία. Όχι. Αυτοκτονώ πρώτα εσωτερικά. Φωτίζομαι εσωτερικά από ένα φως που εξασθενεί. Μέρα με τη μέρα χάνω τη λάμψη μου. Μοιάζω ολοένα και περισσότερο με τυφλό. Τα αντικείμενα αρχίζουν και χάνουν το φυσικό τους νόημα. Η καρέκλα αποκτάει μια καφέ θαμπάδα, ένα δυσδιάκριτο σχήμα καρέκλας που αμφισβητώ. Μοιάζει με ανθρώπινο παγωμένο, ταριχευμένο σώμα. Του αφαίρεσαν το κεφάλι και διατήρησαν το υπόλοιπο του σώματος, του λύγισαν τα πόδια και το άφησαν έτσι, σε σχήμα καρέκλας. Η εικόνα γίνεται όλο και πιο θαμπή. Εξακολουθεί να τυραννά τις βεβαιότητες της σκέψης. Το σώμα διαλύεται σιγά σιγά. Αλλά ξέρω τις καταβολές αυτού του οξύμωρου. Απομονώνομαι μέρα με τη μέρα, ασχημαίνω κι όλοι με θεωρούν ένα τέρας. Ανάμεσα σε όλους ο ίδιος εγώ. Έτσι δικαιώνομαι. Μαθαίνω να μισώ τον εαυτό εγκαταλείποντας τον στον χρόνο. Δεν ψάχνω για μάρτυρες, δεν αγαπώ τους ενόρκους, δεν θέλω να ξοδέψω τα ευρώ μου σε δικηγόρους. Είμαι ο δικαστής μου. Εκεί διαφέρω από τους άλλους. Είμαι ένας δικαστής σε απόγνωση. Ξαφνικά η γροθιά προσγειώνεται στον καθρέφτη. Εκείνος ραγίζει χωρίς να θρυμματιστεί, παραμένει στη θέση του. Δημιουργούνται επιμέρους επιφάνειες. Η καθεμιά δείχνει κάτι διαφορετικό και το χέρι είναι βουτηγμένο στο αίμα. Ξανακοιτάζω. Είμαι το διαμοιρασμένο μου κάθαρμα, η αισιοδοξία του να φτιάχνεις πολλαπλότητες του εγώ. Μία μέθοδος για να αραιώσει η ασχήμια, να ξεπηδήσει από τα ερείπια μια συμπάθεια, μια επιβεβαίωση έστω. Τώρα υπάρχει κάποια πιθανότητα για κάτι τέτοιο. Ο άνθρωπος του Σαββάτου, συνήθως, αντιμετωπίζει τη Κυριακή με τη μελαγχολία του ετοιμοθάνατου παιδιού που τη Δευτέρα το πρωί ωριμάζει απότομα. Μα το παιδί ακόμα σιγοκαίει στα σπλάχνα, πάντα θα υπάρχει, είναι μια γεγονότητα που δεν πρέπει να αρνηθώ ποτέ, αλλιώς, αν θεωρήσω ότι εξοντώθηκε, αυτόματα γίνομαι παιδί απ’ άκρη σ’ άκρη. Αποδέχομαι το παιδί μέσα μου σημαίνει μεγαλώνω, το ξεχνάω. Κάτι αποκολλάται, παραμένει καρφωμένο στο παρελθόν και εγώ του διαφεύγω. Παρατηρώ το παιδί εκείνο από μακριά. Βρίσκεται στριμωγμένο για πάντα στο πλαίσιο μιας φωτογραφίας. Ξέρω τι και τι θα νιώσει. Πάντα θα μισεί το σχολείο, κι αν γίνει καλός μαθητής, κι αν γίνει ότι κακό, αν επιβραβεύεται με ειδικές μνείες από δασκάλους και δημάρχους από γονείς και υπουργούς, γιατί νιώθει τόση απελπισία, γιατί αυτή η μελαγχολία?  Περί αυτού δε πρόκειται άλλωστε? Η αυτοεκτίμηση, είναι πάντα πιο σημαντική όταν ο δάσκαλος του εαυτού δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον εαυτό. Ωστόσο, αυτό που ονομάζουν ωριμότητα έρχεται λένε όταν κάνουμε πράγματα που δεν θέλουμε αλλά που πρέπει. Ένας αυτοδίδακτος πάντα αποφεύγει τις υποχρεώσεις. Να πως το παιδί τυλίχθηκε στα ρούχα της ωριμότητας, συμπιέστηκε μέσα σε αμέτρητες βδομάδες αυστηρής οργάνωσης, καθημερινά, τιμωρήθηκε με περιορισμούς, καθημερινά, με αυτοτιμωρίες κατόπιν κι ύστερα ονομάστηκε κρεμμύδι. Δεν του επιτρέψαμε να διδάξει μόνο του τον εαυτό του. Καθημερινά παραδόθηκε στη καθημερινότητα. Έχει γίνει συνήθεια να παρελαύνει στις γιορτές έντρομο. Το πρόσωπο σοβαρεύει στην ενήλικη αμετροέπεια, ο χρόνος να σαρώνει την άπιαστη ευτυχία του παιδιού, παίρνει το μαστίγιο και χτυπάει αλύπητα το παιδικό σώμα, ώσπου το αίμα τυλίγεται με πόνο κι ο χαρακτήρας ονομάζεται μόχθος… και τώρα, με την καρδιά βαριά και το πρόσωπο βαρύ, ανέγγιχτο από ευτυχία, οι λεπροί του μεσαίωνα ονομάζονται «αντρική γοητεία»: Δεν μιλάμε ποτέ για ευαίσθητα πράγματα παρά μόνο αν πρέπει να ρίξουμε μια γυναίκα στο κρεβάτι. Κοιτάξου κάθαρμα! Πάρε λίγο σάπιο παιδί! Είσαι εγκλωβισμένος μέσα στην αυνανιστική σου γλισχρότητα. Κατά βάθος, απολαμβάνεις: είσαι κάποιος, δεν μπορεί να τον ερωτευθεί καμιά, ν’ αγγίξει μορφές ή ν’ αγγιχθεί απ’ ομορφιές, είναι ένα όνειρο θερινής νυκτός, όπως εσύ, ο ίδιος εσύ, κάτι χαμένο. Έχεις καταδικάσει τον έρωτα με έρωτα, η ποινή της καταδίκης είναι μια ερωτική φυλακή χωρίς έρωτα, χωρίς ελπίδα, χωρίς φόβο, χωρίς πίστη. Πάντα απουσιάζεις.  Ένας κόσμος χωρίς λειτουργία. Να, πάρε, βίωσε τις σχέσεις μέσα σε κονσέρβα, μέχρι να συνηθίσεις στα τεχνητά συντηρητικά της ένοχης αποχής, σκλάβε, φάε!. Μάθε να σε οδηγεί η παραίτηση στην ευτυχία: «ο έρωτας και κάθε έρωτας, στην ουσία είναι ανούσιος. Άσχημος. Τερατώδης….»  Πες το! Ενοχλητικά θορυβώδης σαν κομπρεσέρ του εργοταξίου που χτυπά αλύπητα τη γη ένας μπαρουτοκαπνισμένος εργάτης, απέναντι από το παράθυρό που στέκεσαι δεν υπάρχεις.. Εμπρός γελοίε μπουρζουά, χαμογέλα ευγενικά και μετά φύγε, πάψε να κρυφοκοιτάς το μεροκάματο. Δε γουστάρεις την επιβίωση! Πες το! Φεύγοντας μη ξεχάσεις να τραβήξεις τις κουρτίνες ηλίθιε. Ο κόσμος δεν φταίει σε τίποτα να μαθαίνει το ανυπόφορο. Μα έχω γαλλική ανατροφή είπα, δε βάζω ποτέ κουρτίνες στο σπίτι. Ορίστε λοιπόν η συνολική εικόνα: μια ασθένεια ξεπήδησε έξω από τα όνειρα της τρυπημένης γης, εδώ στον πραγματικό κόσμο-στον πάνω κόσμο- κυκλοφορεί ελεύθερη μολύνοντας τον κόσμο με μαγικές προσλαμβάνουσες, τη μοναδικότητα της υπενθύμισης: όσο εντυπωσιάζομαι από τα θαύματα του κόσμου, παραμένω παιδί! Μισώ αυτό το συμπέρασμα. Είναι τερατώδες και πρόκειται για μένα. Κι όμως, λένε πως οι ομορφότεροι έρωτες συμβαίνουν την Κυριακή! Για εμένα πάντως όχι. Διαφωνώ. Όμως θεωρώ τρομερά ενδιαφέρουσα αυτή την οπτική, τη θέαση του μεταιχμίου. Να συμβαίνει η Άνοιξη πριν το Χειμώνα, έτσι που να αντιβαίνει η θέληση τη φύση. Όπως τα χέλια των ακτών την νοτιοανατολικής Αυστραλίας, γεννιούνται στη θάλασσα, και ενώ στην αρχή ακόμα μοιάζουν με λεπτές διάφανες χορδές, τραβάνε βόρεια, μέσα από ποτάμια και «υγρούς» κινδύνους, προς την ενδοχώρα, με στόχο τις μεγάλες λίμνες που εδρεύουν κάπου στο ενδιάμεσο. Μα αυτά τα ζώα, έχουν τη ισχυρότερη θέληση που μπορεί να υπάρξει στη φύση, την «παρά φύση θέληση». Στην προσπάθειά να βρεθούν κατά την ενηλικίωση τους σ’ αυτές τις λίμνες, το σμήνος των λιλιπούτειων χελιών που δεν ξεπερνά τα 10 εκατοστά του μέτρου κατά μέσο όρο και ενώ το χρώμα έχει αλλάξει σε χρυσωπό, συχνά πυκνά τυχαίνει να συναντήσει φράγματα στο δρόμο του, τεχνητά ή μη δεν έχει σημασία. Τότε είναι που η χωρίς ήχο κραυγή της θέλησης, τα καλεί να υπερβούν τη φύση. Τα χέλια βγαίνουν απ’ το νερό, σκαρφαλώνουν τους τοίχους και τα εμπόδια, αρχίζουν να σέρνονται επάνω στα βράχια μέχρι να περάσουν στην άλλη πλευρά του ποταμού, αναπνέοντας με το δέρμα, σ’ έναν πραγματικά συγκινητικό αγώνα δρόμου, αφού πολλά από αυτά τελικά, δεν θα τα καταφέρουν γιατί σε αυτή την παράξενη, τολμηρή άνιση μάχη με το χρόνο, το δέρμα σταδιακά ξεραίνεται και αποκάμνουν πάνω στα βράχια από ασφυξία. Ψάρια έξω απ’ το νερό! Αυτό είναι μια μορφή νόμιμης ξιφασκίας με τη φύση και πολλή περισσότερο με τη θέση που η ύπαρξη κατέχει μέσα σε αυτήν και που όπως και τα χέλια της Αυστραλίας, έτσι κι ο ερωτευμένος άνθρωπος οφείλει να πράττει: τη μαλακία και την υπέρβαση. Να τοποθετεί την ορμή της Άνοιξής μέσα στο πολικό ψύχος του Χειμώνα , να εξισώνει την Άνοιξη με Φθινόπωρο, με θλίψη την ευτυχία. Εκεί βρίσκεται η διαφορά: ονομάζουμε την εποχή του Φθινοπώρου Φθινόπωρο για να δηλώσουμε τη μελαγχολία του επικείμενου ψύχους αλλά ποτέ δεν ονομάζουμε την εποχή της Άνοιξης ως πρόγνωση της μελαγχολίας. Παραβλέπουμε πάντα την μετάπτωση της χαράς σε λύπη. Δεν θα μπορούσε να συμβεί διαφορετικά, ο νόμος της εντροπίας, συγκριτικά, είναι αδυσώπητος. Μετά τη φθίση των πόρων ακολουθεί ο Χειμώνας, το νεκροταφείο της έπαρσης, ενώ μετά την Άνοιξη, όταν ο καιρός έχει ανοίξει τόσο που να κοντεύει να ξεχειλώσει και να χωράει τα πάντα μέσα του, ακολουθεί ο καλός καιρός. Το λέμε καλοκαίρι. Είναι φανερό ότι τα δύο αυτά είδη προοπτικής διαφέρουν κατά πολύ μεταξύ τους. Αν η πορεία ήταν αντίστροφη, από καλοκαίρι άνοιξη κι από άνοιξη σε χειμώνα, ύστερα φθινόπωρο και πάλι καλοκαίρι, τότε αυτό θα σήμαινε ότι η απεριόριστη χαρά θα πρέπει να καταλήγει σε ορμή, η ορμή σε δυστυχία κι δυστυχία σε θλίψη, ώστε ακριβώς μετά, εντελώς αφύσικα η θλίψη να σημαίνει απεριόριστη χαρά, ένα καλοκαίρι. Πιστέψτε με, αν μπορούσε να συμβεί αυτό, τότε η επικρατούσα στατιστική της ζωής θα ήταν η αυτοκτονία και πολύ υποθέτω ότι τότε θα ήμουν καταδικασμένος το πώς να σχεδιάζω να ζω. Προτιμάμε να ζούμε αυθόρμητα το ευχάριστο και με περίσκεψη το δυσάρεστο. Κατά τ’ άλλα, δεν παρατηρώ καμία διαφορά ανάμεσα σ’ ένα Φθινόπωρο και σε μία Άνοιξη και έχω κάθε δίκιο να το υποστηρίζω αυτό. Τα χρώματα είναι περίπου τα ίδια. Τα μεν πτωτικά με μια ελαφριά δόση μουντάδας, τα δε ανοδικά με ολίγον από σπέρμα ζαβολιάς. Ομολογώ πως τα περισσότερα δέντρα θλίβονται το Φθινόπωρο αν και το ίδιο θα μπορούσε να δηλώσει και ένας ευτυχισμένος της δυστυχίας, ότι τα γυμνά δέντρα ντρέπονται την Άνοιξη και κλαίνε κρύβοντας τον εαυτό τους μέσα σε φυλλωσιές, οσμές και χρώματα. Όπως και να το δω όμως, όλα κλαίνε δακρύζοντας τα φύλλα τους, διαισθανόμενα το σκληρό Χειμώνα-είτε Χειμώνας σημαίνει Καλοκαίρι είτε Χειμώνας σημαίνει Χειμώνας- μα να μην το κάνω περισσότερο πολύπλοκο απ’ ότι είναι. Μιλώ για τον Χειμώνα όπως κι αν τον αντιλαμβάνεται κανείς, που όπως πάντα έρχεται με περισυλλογή και ξίφη: κρύο, χιόνι, μοναξιά, σιωπή. Εντούτοις, υπάρχουν ακόμα και τότε, δέντρα που αντιστέκονται και διατηρούν ολόκληρη την μεγαλοπρέπεια της φυλλωσιάς τους με περηφάνια. Δεν κιτρινίζουν από δυστυχία, δεν μαδάνε. Κρυφογελάνε χαρισματικά. Επιμένουν να ερωτεύονται, να φιλοξενούν την ορμή. Μετατρέπουν τον εαυτό τους σε καταφύγιο ιπτάμενων μεταναστών. Σπουργίτια, δεκοχτούρες, κοτσύφια, χελιδόνια, αηδόνια, μπούφοι, πελαργοί, πελεκάνοι. Όλα τα πτηνά έχουν την στέγη τους σ’ εκείνα τα δέντρα. Κάπως έτσι θέλω να βλέπω τον εαυτό μου το Φθινόπωρο. Ως αειθαλή. Τότε δεν έχει σημασία αν είναι Φθινόπωρο. Τότε εξισώνομαι. Βεβαίως είναι στη μοίρα μας να διαφέρουμε. Νομίζω το έγραψα και πριν. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο διαφέρω, κι ακόμα κι αν είναι στη μοίρα του ανθρώπου να διαφέρει, αυτό δε με λυπεί γιατί ξέρω πως διαφέρω μέσα στη διαφορετικότητα κι ότι είμαι μια φθίνουσα Άνοιξη που τολμά να ερωτεύεται σαν θεός λίγο πριν αφανιστεί για πάντα στη καρδιά του χειμώνα. Κοιτάζομαι ξανά στον καθρέφτη. Η προσπάθεια περιορίζεται στο να μπορέσω να μαντέψω ποιο από όλα είναι το πραγματικό πρόσωπο. Διακρίνω μια σκιά κίβδηλης διάθεσης στο κάθε ένα. Ζυγίζω τις θλίψεις και ζυγίζω τις χαρές. Δεν παρατηρώ καμία διαφορά. Κάθε κομμάτι κι ένα δηλητήριο που οδηγεί στο θάνατο. Ανυπόφορο, αηδιαστικό, τερατώδες … Μ’ αρέσει? Σπάω τη συμμετρία του ρυθμού. Κοιτάζω το χέρι που αιμορραγεί. Θα το καθαρίσω με νερό, θα το απολυμάξω με ιώδιο και θα το δέσω με γάζες. Κάθε πόλεμος έχει νεκρούς. Είμαι σε πόλεμο. Έτσι όλοι μ’ αφήνουν σε ησυχία γιατί λένε είμαι λιγότερο εγωιστής τότε. Παύουν να ζηλεύουν. Μα βέβαια, κάθε λαμπερός χαρακτήρας είναι μισητός ενώ κάθε καταθλιπτικός, είναι κάποιος που μπορούμε να αγαπούμε ή να τον βλέπουμε με συμπάθεια, αρκεί να μην τον συναντούμε συχνά. Μετά την ιδιαίτερη ψυχανάλυση μπροστά από τον σπασμένο καθρέφτη και την ιερά εξέταση του εαυτού, έλεγξα προσεκτικά το χέρι και είδα ότι είχε σταματήσει να αιμορραγεί. Ήταν ήδη φροντισμένο και περιποιημένο με τις ελπίδες ενός ανακουφισμένου αρρώστου. Αυτή η διαπίστωση οδήγησε την επιθυμία σε μία αισιόδοξη, για την περίπτωσή, σκέψη. Καιρός ήταν. Τόσους μήνες εργαζόμουν ασταμάτητα προκειμένου να ολοκληρώσω τη κατασκευή του δωματίου στο οποίο θα κλειδωνόμουν οριστικά και, μόλις χθες, όταν το τελείωσα, αργά το απόγευμα του Σαββάτου, η απόγνωση με κυριάρχησε. Μια τρομερή σε σύλληψη σκέψη που είχε να κάνει με μια πλουραλιστική για την ύπαρξή παλέτα διαπιστώσεων: «Τελικά θα το κάνω!». Είχα κουραστεί να θεραπεύω τον εαυτό από τον πόνο. Έτσι, ένα κράμα ευτυχίας και δυστυχίας, πλαισιωμένα σε μια οργανική ενότητα του «εγώ», όλα μαζί να συνυπάρχουν, κατάργησαν κάθε τμήμα του σώματός, κάθε ιερότητα της μαχητικότητάς καταπνίγηκε και η ευχαρίστηση αναδύθηκε σε μια και μόνο μορφή θέλησης, την απόφαση της αυτοκαταστροφής χωρίς αυθόρμητες παροτρύνσεις. Όλα ζυγισμένα και υπολογισμένα με την ψυχρότητα μιας ασυνείδητης συνείδησης, κάποιου ασυνείδητου οδηγού. Τώρα μόλις, θυμήθηκα το ζωολογικό κήπο. Ανατριχιάζω ακόμα στο αποτέλεσμα του αναπάντεχου. Ότι έγινε τότε, έγινε με το ύφος του επαγγελματία εκτελεστή με τη πρόθεση ενός φτερού στον άνεμο. Οι κινήσεις απλές, ήταν σύντομες, σαν να έκανα κάτι που χαρακτηρίζει αυτόν που το κάνει εγκληματία, μα , η απόγνωση, το πέρας των αποφάσεων τα εξάγνισαν, τα εξάγνισαν όλα. Λίγο μετά την ολοκλήρωση, αναφέρομαι στο μέσα δωμάτιο, πήρα το μπορντό αγροτικό βαν-το κληρονόμησα με το θάνατο του μαλάκα -και με συντροφιά ένα μπουκάλι λευκό κρασί στροφιλιά που πήρα από το κελάρι που διατηρώ πάνω στην αποθήκη, κατευθύνθηκα προς το ζωολογικό κήπο.  Δε θυμάμαι τι με οδηγούσε σε ένα τέτοιο βήμα αλλά θυμάμαι προχώρησα στη πύλη του ζωολογικού κήπου με θάρρος, έκοψα το λουκέτο με την ατσάλινη ψαλίδα και μπήκα μέσα οδηγώντας αργά, χωρίς ενοχές, χωρίς να φοβάμαι καμία φυλακή, κανένα φύλακα ή τα κλουβιά. Δέκα λεπτά περιπολία μπροστά από τα κλουβιά με τα ζώα λοιπόν. Σταμάτησα μόνο όταν πέρασα μπροστά από το κλουβί με τους λύκους. Δεν ξέρω γιατί. Ποτέ μου δεν συμπάθησα τους λύκους. Καλύτερες οι τίγρεις ή τα λιοντάρια. Προτιμότεροι κι οι πίθηκοι που σε κάνουν να ξεκαρδίζεσαι από τα γέλια με τα αστεία τους καμώματα. Όμως εγώ είχα σταματήσει μπροστά από το κλουβί με τους λύκους. Τους κοιτάζω με προσοχή. Το βλέμμα τους με απορρίπτει. Το βλέμμα τους αδιαφορεί. Δύο αιχμάλωτοι σύντροφοι γεμάτοι ανία. Ορκίζομαι, φάνηκε να παρακαλούσαν για θάνατο. Κρίμα. Δυο άγρια πλάσματα φυλακισμένα, με τη θέληση τους ναρκωμένη και τη δίψα κρεμασμένη στο τοίχο της αχρηστίας, να ουρλιάζουν την αδιαφορία τους σιωπώντας… Ξαπλωμένοι κατάχαμα, στα ξερόκλαδα της φυλακής τους, το κεφάλι αφημένο σε πλήρη παραίτηση, ανάμεσα στα απλωμένα πόδια τους, ούτε που κουνήθηκαν όταν πλησίασα προς τα κάγκελα. Με παρατηρούσαν να πλησιάζω χωρίς να δείχνουν τη παραμικρή αντίδραση. Με κοίταζαν μόνο, τα μάτια τους λυπημένα, μάτια που δε ταιριάζουν σε κανένα αγρίμι. Ένιωσα οικειότητα. Έβγαλα το αεροβόλο με τα ναρκωτικά βέλη και πυροβόλησα μια φορά. Πρώτα στον αρσενικό. Ο δεύτερος, ένα γκρίζο θηλυκό, πάλι δεν έδειξε να νοιάζεται από τον κούφιο κρότο του αεροβόλου. Συνέχιζε να με κοιτάζει συνοφρυωμένα. Μετά έριξα και στον δεύτερο. Έβγαλα το ατσάλινο ψαλίδι για ακόμα μια φορά και έκοψα τη κλειδαριά της πόρτας. Μπήκα μέσα στο κελί, φόρτωσα τους λύκους στο βαν κι εξαφανίστηκα. Δεν ξέρω αν η ηθική είναι αυτό που με απασχολεί. Τώρα πιστεύω ότι ο θάνατος ελευθερώνει. Κι αν ελευθερία σημαίνει «έλευση θέρους», τότε απεύχομαι τις πράξεις μου. Είναι γκρίζες σαν το τρίχωμα τους και ατυχείς όπως τα όνειρά μου. Όλα χωρίς γιορτή αλλά και χωρίς ντροπή. Ίσως για αυτό, όταν τους αλυσόδεσα μέσα στο δωμάτιο, να ήθελα μετά να κάνω εκείνη τη βόλτα στη πόλη. Άλλη μια φορά εγώ με τη σειρά μου ξανά και πάλι ένας δεσμώτης, στη πλατεία, στο σταθμό του τρένου, στον άστεγο, να κοιτάζω την εκκλησία να νιώσω τη παρουσία του θεού ή μήπως νιώσω το αίσθημα της αναπτέρωσης κοιτώντας επιτέλους τη φωτογραφία μου να καίγεται ξανά. Ένας τρόπος να ματαιώσω τo σχέδιο της αυτοεξόντωσης, να ξαναγεννηθώ εξισώνοντας τη γέννηση με θάνατο. Και τα γενέθλιά? Τα γενέθλιά τα είχα ξεγράψει προ πολλού. Αυτά δεν είχαν μερτικό στη σημασία της ημέρας. Ειδικά τα δικά μου γενέθλια, έχουν σταματήσει να παρουσιάζουν ενδιαφέρον: «Α, να κι ο μαλάκας με τα κεράκια!». Για την ακρίβεια έχω πάψει να γιορτάζω από τη μέρα που πέθανε ο μαλάκας-μπαμπάς, πριν από εφτά ακριβώς χρόνια. Όμως δεν μπορώ να παραγνωρίσω τις τραγικές συμπτώσεις που δομούν έξοχα την μαύρη μουσική της ψυχής μου, γιατί αξιώνουν στις σκέψεις, ένα οξύμωρο αίσθημα χαράς. Ότι τελείωσα το δωμάτιο την ημέρα των γενεθλίων μου, δηλαδή την μέρα που πέθανε ο πατέρας, είναι κάτι σαν ενδόμυχος όρκος. Μια υπόσχεση τιμής που δανείζεται στοιχεία της ευτυχίας και τα χρεώνει στον αγύριστο. Προς τιμήν σου μαλάκα! Αλλά, να ήθελα τάχα να φτιάξω κάτι θλιβερότερο από τον θάνατο σου? Το θάνατό μου? Μα, τόσο εγωιστής είμαι? Τώρα δεν μπορώ να διαχωρίσω τον αβάσταχτο χαμό του από ένα εγωιστικό καπρίτσιο. Μάλλον δεν συγχώρησα ποτέ στον εαυτό εκείνη τη πρόσκληση. «…αν πραγματικά μ’ αγαπάς, θα πάρεις το αυτοκίνητο και θα έρθεις να μου ευχηθείς από κοντά. Αλλιώς πάψε να μου εύχεσαι «ότι επιθυμείς» γιατί εγώ επιθυμώ να δω τον πατέρα μου γιορτάζοντας…», του είχα πει στο τηλέφωνο τότε που ο καιρός ήταν ακόμα καλός για όλους. Κι ο καημένος ήρθε. Θεέ μου.. Μπήκε το αυτοκίνητο και ξεκίνησε. 167 χιλιόμετρα δρόμος που ποτέ δεν έκανε •τώρα μας χωρίζει το άπειρο. Αργότερα με πήρανε τηλέφωνο από το νοσοκομείο για να μου ανακοινώσουν τα γεγονότα: « Είστε ο κος Ναστάζιαν Εβενέτ? Ο κος Ορέστης Μάρνης είναι πατέρας σας? Λυπούμαστε αλλά ο πατέρας σας είναι νεκρός…. χθες το βράδυ πλαγιομετωπική με διερχόμενο φορτηγό όχημα. Ακαριαίος θάνατος….Δεν ένιωσε τίποτα μην ανησυχείτε Παρακαλούμε, περάστε από τα κεντρικά του νοσοκομείου για την αναγνώριση του πτώματος». Μέχρι τότε νόμιζα ότι ο θάνατος είναι κάτι που δεν με αφορά και πως δεν μπορεί να με αγγίξει και ότι τα κεντρικά ενός νοσοκομείου αφορούν στη μισθοδοσία του προσωπικού, όμως εκείνο το μεσημέρι Κυριακής, ο θάνατος όχι μόνο με άγγιζε αλλά μου έδινε και το πιο τρυφερό φιλί ψιθυρίζοντας σαρκαστικά: «στα κεντρικά υπάρχει και νεκροτομείο!» Όρθιος κι αμίλητος επί μία περίπου ώρα πάνω από το πτώμα του πατέρα σαν άνοιξαν το ψυγείο και τράβηξαν το συρτάρι: Είχε περάσει δεν είχε περάσει μια ώρα που κοίταζα ασάλευτος-όπως μετά υπολόγισα από το ξύλινο ρολόι του ξενώνα. Πάντως ένιωσα το νοσοκόμο πάνω στο δεκάλεπτο που με άφησε μόνο με το νεκρό σε ένδειξη σεβασμού. Μου είπε ότι θα κλείσει τη ψύξη του δωματίου γιατί δεν κάνει ζέστη. Το ζελέ φορμόλης είπε, θα έκανε καλή δουλειά. Ανοησίες! Μάλλον βαριόταν, υπέθεσα έτσι γιατί τον είδα με την άκρη του ματιού μου που χασμουριόταν καθώς έφευγε. Θυμάμαι προχώρησα διστακτικά προς το μέρος του μπαμπά, πλησίασα με δυο κοφτά βήματα που σύρθηκαν και άγγιξα με τ’ ακροδάχτυλα των χεριών το σάβανο. Πέρασαν από το μυαλό αστραπιαία όλες οι μνήμες που είχα μαζί του από παιδί. Το φευγιό μας απ’ το Παρίσι, το χαρτζιλίκι της Παρασκευής, οι νουθεσίες περί καπνίσματος, το γήπεδο με τις ερυθρόλευκες κερκίδες τις Κυριακές νωρίς το πρωί πολύ πριν αρχίσει ο αγώνας και η μυρωδιά του ψημένου λουκάνικου από τις καντίνες να γαργαλάει τη μύτη, οι απειλές για βελτίωση των βαθμών του τριμήνου στο λύκειο μια πενταετία αργότερα, το σινεμά κάθε Σάββατο βράδυ. Οι μνήμες ξεχύνονταν αβίαστα, η ροή της παρέλασης όσων έζησα μαζί του ήταν πραγματικά χειμαρρώδης.. Πραγματικά, όταν συμβαίνει κάτι τραγικό, οι μνήμες βγαίνουν όπως τα σαλιγκάρια μετά τη βροχή. Κάποτε η παρέλαση σταμάτησε. Κοιτούσα το μπαμπά ακαθόριστα, σχεδόν μηχανικά, έτσι ίσως γιατί έπρεπε.. Για μια στιγμή μου φάνηκε πως χαμογέλασε. Χαμό-γέλασε. Ο χαμός του γέλιου? Δεν ξέρω. Ίσως είναι μια ειρωνεία της ετυμολογίας. Φάνηκε ότι ένα ελαφρό μειδίαμα σχηματιζόταν στα χείλη. Μετά πρόσεξα το ωχροκίτρινο δέρμα του προσώπου και συνειδητοποίησα ότι ο πατέρας είναι όντως νεκρός, μα δεν μπόρεσα να κλάψω. Δεν κύλησε ούτε δάκρυ. Άρχισα να φοβάμαι για τον εαυτό μου. Λίγο αργότερα την ίδια μέρα πήρα τη μαμά στο τηλέφωνο, ως συνήθως-όπως πάντα, να της ανακοινώσω τα δυσάρεστα και να της ζητήσω παρηγοριά. Το μόνο που είπε ήταν πως όταν μας συμβαίνει κάτι άσχημο, όπως η απώλεια κάποιου αγαπημένου, είναι καλό να κλαίμε. Τότε ο πόνος εκτονώνεται και η ψυχή κάπως αναπαύεται. Αλλιώς, είναι σαν να τιμωρείς τον εαυτό με το χειρότερο τρόπο. Εγκλωβίζεις τον πόνο μέσα στο σώμα, τον παγιδεύεις σ’ ένα δωμάτιο που απώτερος σκοπός είναι…το τίποτα και, για όνομα!-ποτέ να μην βγει προς τα έξω κάτι. Μέσα. Όλα μέσα. Τι επιείκεια! Την ευχαρίστησα για τις συμβουλές και έκλεισα το τηλέφωνο. Μου είχε δώσει μια καταπληκτική ιδέα. Η μεταφορά της είχε γίνει η κυριολεξία μου, νομίζω δηλαδή ότι οι λεπτομέρειες του τρόπου με τον οποίο θα το έκανα, ξεκίνησαν από τότε. Μα ότι και να γίνει οι νεκροί δεν γυρίζουν πίσω. Σκέφτηκα πως αν κατόρθωνα να δω ωμά τη πραγματικότητα, το αδιέξοδο, η όμορφη γλυκύτητα του παιδιού που αργά φθείρεται θα λυσσομανούσε σαδιστικά επάνω μου. Κι όπως όλες οι μνήμες εμπεριέχονται στο κλειστό δωμάτιο της παιδικότητας, οι ξυραφιές του κυνισμού που στρέφονται ενάντια στο ίδιο το σώμα, θα επιτελούσαν την αρχική μου απόφαση περί αυτοχειρίας αδέκαστα, με πλατιές νυστεριές στο είναι της παιδικότητας, πνίγοντας τη συναισθηματική μου ύπαρξη στο αίμα, εγώ και εγώ, μέσα στο δωμάτιο, στο σώμα μου. Φαίνεται δηλαδή τελικά, πως πολύ πριν μεταμορφωθώ σε αυτό που…ούτε καν τη λέξη δεν μπορώ να βρω, ένα κομμάτι μου είχε αποφασίσει να θέσει την αυτοκτονία ως στόχο. Κι όμως, στην ουσία ποτέ δε μεγάλωσες αγαπητέ Ναστάζιαν, ποτέ δεν άλλαξες. Κάθε φορά ζούσες τη στιγμή σαν μικρό παιδί. Κάθε σώμα που άγγιζες, όποια προαγωγή πήρες, το δάνειο που τελικά κατάφερες να πάρεις για να φτιάξεις το σπίτι, τα μεθύσια που έκανες με καλούς φίλους μικρές μαγικές Τρίτες αδιαφορώντας για το πρωινό ξύπνημα την επόμενη, ο άνθρωπος με τον οποίο έζησες τόσα χρόνια μαζί, οι τόσες οσμές κι οι τόσες λέξεις που αντάλλαξες με τους ανθρώπους, όλα μπαίνουν μέσα στο δωμάτιο της παιδικότητας χωρίς να μπορούν να ξαναβγούν. Μέχρι που μια μέρα το δωμάτιο γεμίζει και τίποτα άλλο δεν χωράει μέσα του. Από εκείνη τη στιγμή κι έπειτα αρχίζει αυτό που οι άνθρωποι αποκαλούν ωριμότητα. Μόνο η επεξεργασία της μνήμης έχει νόημα τότε. Μα στο τέλος, όλα καταλήγουν να είναι άφθα γερασμένου στόματος, αδύναμος παλμός γέρικης καρδιάς, όλα μοιάζουν να περιέχονται ως κείμενα βιβλίου του βιβλίου εκείνου που κάποιος έριξε στο ποτάμι του χρόνου• του βιβλίου της ζωής σου. Η στιγμή που ότι έζησες παύει να το έζησες εσύ δεν αργεί να έρθει. Και δε φτάνει που ότι έζησες κατοικεί πλέον σ’ ένα αδρανοποιημένο χθες, αλλά τώρα, το νερό λιώνει τις σελίδες, οι σελίδες μουλιάζουν, το μελάνι σβήνεται, ξεθωριάζει, τα κείμενα καταστρέφονται,. Στο ζενίθ αυτών των συλλογισμών- αν είσαι πιο άτυχος όλο αυτό έρχεται με τη μορφή της συνειδητοποίησης και τα πράγματα είναι ακόμη πιο σκληρά τότε- ξεπηδά αβίαστα μια οπτική που εντείνει την εντύπωση του τραγικού, η ευτυχία ξαναγεννιέται με τη μορφή καταστρεπτικών οργασμών και μολονότι αδιαφορείς για όλες τις φονικές συνέπειες, εσύ συνεχίζεις ακάθεκτος προς τη τελευταία πράξη. Κλειδώνεσαι μέσα σ’ ένα δωμάτιο. Όπως τώρα, εδώ, εγώ στο δικό μου δωμάτιο, γράφοντας αυτές τις αδόκιμες μνήμες-μνήματα. Φαίνεται σα να προσπαθώ να προσεγγίσω το αρχαίο εκείνο αίσθημα της βεβαιότητας που πάντα προκαλούσε στους πιστούς η ιεροτελεστία της γιορτής των νεκρών αγαπημένων, η προσπάθεια για επικοινωνία μαζί τους.. Κατά βάθος ξέρω πως ότι πήρε τον μονάκριβο πατέρα μακριά, είναι κάτι το ασυγχώρητο, μια αμαρτία που δεν σβήνεται και που η μετενσάρκωση του μοιραίου, είναι το προσωπικό μου βάρος.. Κι όλα αυτά, χωρίς ποτέ να του έχω πει ξεκάθαρα πόσο τον αγάπησα σαν άνθρωπο και σαν πατέρα, πόσο τον νοιαζόμουν, πόσο τον τιμώ ακόμα και τώρα και πόσο περήφανος είμαι που υπήρξε πατέρας μου, πόσο τον ευχαριστώ για όλα όσα με κόπο και υπομονή μου δίδαξε όλα αυτά τα χρόνια. Τι μεγάλο κρίμα. Τώρα ήξερα. Εγώ ήμουν ο νεκρός, όχι αυτός.  Αποφάσισα όπως προανέφερα, να μου κάνω ένα κυριακάτικο δώρο. Τιμής ένεκεν μία βόλτα στα όμορφα καφέ της πόλης, να δελεάσω τη μοναξιά με λίγο από κέφι, τουλάχιστον να υπάρξω σαν άνθρωπος ανάμεσα σε ανθρώπους, διαβάζοντας εφημερίδα και πίνοντας κάτι δροσιστικό. Θα αυτοκτονούσα, το είπαμε, αλλά αυτό έπρεπε αναγκαστικά να σημαίνει ολοκληρωτική αποχή από την ευτυχία των άλλων? Σίγουρα όχι, και εκτός αυτού, ο ουρανός ήταν γαλανός με δυο τρία αδέσποτα λευκά σύννεφα, αλήτες από δω και  από κει, όλα τόσο όμορφα μες την δυστυχία, έτσι που η έννοια του θλιβερού θα μπορούσε να γιγαντωθεί ακόμη περισσότερο παραδίδοντας τη σκυτάλη στη διάσταση του τραγικού. Αυτό ήταν σημαντικό γιατί έτσι ποτέ δεν θα ένιωθα ό,τι αποκλίνει από την επέτειο του πένθους -πως δεν τιμώ το μπαμπά, η αυτοτιμωρία μου. Μα, είναι…η φωνή που με καλεί. Ο γλυκός καιρός! Κι οι χάρτινοι παιδικοί μύλοι γυρίζουν τις ρόδες τους στα μπαλκόνια με μια διάθεση ελαφρώς ζωηρή, γιατί το άγγιγμα του ανέμου έτσι όριζε. Τράβηξα τις κουρτίνες που δεν έχω φέρνοντας ένα ελαφρύ σκοτάδι στο διαμέρισμα. Παραλογισμός χωρίς λάθη. Φόρεσα την ανθρώπινη ψυχή μου με ανοιξιάτικα πουκάμισα, ρούχα στα φωτεινά χρώματα του δέρματος. Ορίστε. Ναι, δεν είμαι καλός με τις ονομασίες των χρωμάτων, αλλά πως αλλιώς θα πω πειστικότερα από μια περιφραστική πρόταση, πως το χρώμα που δεν γνωρίζω να ονομάσω και που για να κάνουμε τη ζωή μας πιο εύκολη, ας υποθέσουμε ότι το αποκαλούμε «μπεζ», είναι η ζωτικότερης σημασίας πρόθεση να δηλωθεί η διάθεση για παιχνίδι. Πλατειασμός χωρίς αιτία. Ορίστε. Όπως η λέξη παιχνίδι παράγεται από τη λέξη παιδί και δεν το θεωρώ τυχαίο αυτό έτσι και εγώ, κατά τρόπο όμοιο, φόρεσα ρούχα που «παράγονταν» από τον καιρό, να ταιριάξω μαζί του όσο καλυτέρα γινόταν. Ο στόχος ήταν φανερός. Καλή διάθεση. Αυτό προσπαθούσα να επινοήσω για τον εαυτό, αλλά μάλλον δεν τα κατάφερνα και τόσο πειστικά τελικά, γιατί ο καθρέφτης ήταν κομμάτια… Εντάξει ας κάνω λίγο χιούμορ. Χρειάζεται. Ωστόσο οι προσπάθειες κάθε άλλο παρά φιλότιμες ήταν, ήταν κάτι πολύ περισσότερο. Ήταν σχεδόν συγκινητικές. Ένιωθα ότι με καλούσαν συγχρόνως δύο διαφορετικές και αντίθετες φωνές, εξίσου πλάνες κι εξίσου βαθιές, μία προς τον αφανισμό και μία προς τον επαναπροσδιορισμό της ύπαρξής – μ’ αρέσει καλύτερα να τον αποκαλώ μηδενισμό με την έννοια του ξαναρχίζω- ενόσω χωρίς να το καταλάβω καλά, βρισκόμουν στα παλιά πλακόστρωτα της πόλης, περπατώντας διστακτικά, όπως οι αγοραφοβικοί. Κοιτούσα τις φρεσκοκαμένες «ερυθρόδερμες» τουρίστριες, με τα κοντά εκρού παντελονάκια τους, μια στολή εξερεύνησης της αρχαίας ιστορίας, μα οι περιφερόμενοι αρχαιολόγοι της θηλυκότητας, περπατούσαν χειρότερα από εμένα, ηλίθιοι σαν στρουθοκάμηλοι μέσα στον έρημο παράδεισο του πολιτισμού. Άρχισα να παίρνω τα πάνω μου, ιδιαίτερα όταν παρατήρησα και τους άντρες τουρίστες. Ω, πραγματικά, ας μη το σχολιάσω καθόλου αν και απ’ όσο μπορώ να γνωρίζω, οι απανταχού στο κόσμο τουρίστες πρέπει να διακατέχονται από ένα είδος παγκόσμιας ηλιθιότητας. Όλοι τους μοιάζουν φριχτά πολύ… Αξίζει να αναφέρω μέσα σε όλα αυτά, το Θησείο, μια περιοχή που οφείλει κανείς να επισκέπτεται τα μεσημέρια του αττικού καλοκαιριού. Η άχαρη και άμορφη τσιμεντένια πόλη εξαφανίζεται δειλά δειλά και τη θέση της παίρνει η εμπορικά ανακαινισμένη παραγκούπολη, ώσπου λίγο αργότερα τ’ αρχαία μνημεία χορεύουν με τα πεύκα και τις ελιές, έξοχα συνταιριαγμένα με την αρχιτεκτονική των αρχαίων τάφων. Τα τουριστικά καφέ, παραταγμένα σε μια ευθεία, παράλληλα με τις γραμμές του τρένου που διασχίζει την αρχαία Πόλη, ένα συγκλονιστικό θέαμα, που το ομολογώ θα μπορούσα να πω ότι , θα μου λείψει ιδιαίτερα, όταν πεθάνω. «…Μέρος της ευθύνης ανήκει στους διοικητές οι οποίοι δεν κατάφεραν να εμποτίσουν στους εκπαιδευόμενους στρατιώτες τη διαφορά ανάμεσα στο σωστό και το λάθος, ακόμα και υπό τέτοια πίεση. Πρέπει όμως να μας εκπλήσσει το γεγονός ότι μια ομάδα Αμερικανών πεζοναυτών έπαθε αμόκ? Μπορούμε όλοι μας να βάλουμε το χέρι στη καρδιά και να πούμε ότι ακόμη και σε τόσο μεγάλο στρες, όταν ένας στρατιώτης αισθάνεται πιο πιστός- όχι στη πατρίδα ή στο διοικητή του αλλά στους φίλους του που πολεμούν δίπλα του μέσα στη ζέστη, στη σκόνη και στις σφαγές- δεν θα κάναμε κάτι παρόμοιο? Δεν θα ξεκληρίζαμε ολάκερη οικογένεια ιρακινών επειδή νωρίτερα, το μεσημέρι, μια βόμβα εξερράγη στη μέση του δρόμου σκοτώνοντας τον εικοσάχρονο συμπολεμιστή μας?» . Το άρθρο αυτό μου φέρνει εμετό. «Τι θα πάρετε?», ρωτά το γκαρσόνι. «Ένα κόκκινο κρασί», του απαντώ. «Δεν είναι λίγο νωρίς για κρασί?» ξαναρωτά συμβουλευτικά, «διάβασε την εφημερίδα και μετά έλα και πες μου…» ανταπαντώ αγανακτισμένος και του δείχνω τη φωτογραφία της εφημερίδας. Τρία βρέφη τυλιγμένα σε κουβέρτες, το κάθε ένα με μία σφαίρα στο μέτωπο. Τα προσωπάκια τους φαίνονται μουντά, μάταια κι η απορία του αναγνώστη προβάλλεται πάνω τους με αδυσώπητο κυνισμό. Ειλικρινά, δεν ξέρω τι είναι πιο ανυπόφορο. Τα ανθρωπόμορφα τέρατα ή οι τερατόμορφοι άνθρωποι. Μου φαίνεται πως ένα τέρας που τείνει να μεταμορφωθεί σε άνθρωπο είναι κάτι το εξίσου κτηνώδες με έναν άνθρωπο που σπεύδει να τερατοποιηθεί. Που αποδεικνύεται η ομορφιά του ανθρώπου? Η ιστορία καταδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο δομείται η βούληση του πόνου, ως αρχή ευχαρίστησης, μια θέληση να διαμοιράσει ο άνθρωπος στο συνάνθρωπο τη δυστυχία, ξεκινώντας από τα πολύ μικρά- καθημερινά πράγματα της ζωής όπως η ζήλια ή ο φθόνος, για να καταλήξει στα πιο σύνθετα όπως ο πόλεμος και ο οικονομικός ανταγωνισμός. Η συνταγή είναι απλή. Παίρνεις μισό κιλό ζήλια, την ανακατεύεις με το λάδι φθόνου, ρίχνεις και ολίγον υστεροβουλία, ανακατεύεις καλά και το αφήνεις να βράσει στους 100 βαθμούς ανασφάλειας. Το πιάτο σερβίρετε κρύο και τρώγετε απ’ όλους. «Μην κατηγορείς εμένα, να κατηγορείς τον σεφ που μαγειρεύει πόλεμους», λέω στο γκαρσόνι που με κοιτά αποσβολωμένο προσπαθώντας να κατανοήσει κάποιον κρυμμένο κώδικα πίσω από τις λέξεις. Ύστερα από μερικά δευτερόλεπτα φεύγει αναφωνώντας: «μπάσταρδοι!». Εγώ συνεχίζω να διαβάζω αμέριμνος για τα δεινά του κόσμου. Τώρα το μάτι πέφτει σε ένα συμβάν που δεν ξέρω πώς να χαρακτηρίσω και πολύ περισσότερο, δεν ξέρω αν πρέπει να το κατατάξω στα αστεία ή στα τραγικά. «…σε ζωολογικό κήπο στην Ουκρανία, νεαρός άντρας γδύθηκε, και με τη βοήθεια σκοινιού, κατέβηκε στην τάφρο των λιονταριών φωνάζοντας: «Αν υπάρχει θεός θα με σώσει!». Μέσα σε δευτερόλεπτα, τα λιοντάρια χίμηξαν επάνω του και τον κατασπάραξαν». Αυθόρμητα έβαλα τα γέλια. « Τόσο αστείο είναι?», ακούγεται να λέει μια γυναικεία φωνή από πίσω. «Σαφώς…», απαντάω νωχελικά σα να μην απευθύνομαι σε κανέναν και συνεχίζω λέγοντας πως «…αν πραγματικά υπήρχε θεός, θα ωρυόταν στα ουράνια πατώματα από τα γέλια». «Μα τι άνθρωπος είσαι εσύ? Δεν έχεις ίχνος ανθρωπιάς. Είσαι ένα κτήνος!». Τότε γυρίζω πίσω το κεφάλι απορημένος. Μια γυναίκα με μακριά ξανθά μαλλιά. Όμορφη. Πολύ όμορφη. Ξαναλέω: «…όπως και αν το δει κανείς, δεν παύει να είναι ένα αστείο. Και πιο πολύ θα γέλαγα, αν το έλεγα σε κάποιο θεολόγο ή ακόμα καλύτερα σε ένα παπά, αλλά μάλλον δεν σε ενδιαφέρει μια τέτοια εννοιολογική προσέγγιση, γιατί εσύ ψάχνεις κάτι άλλο φαίνεται, οπότε αντίο ή ότι αντίστοιχο λένε σε παρόμοιες περιπτώσεις». Επιστρέφω στη γνώριμη παθητική στάση. Ευχαριστώ το γκαρσόν που μου φέρνει το κρασί και του πληρώνω 5 ευρώ. Αστειεύομαι λέγοντας του ότι δεν θέλω ρέστα και εκείνος παίρνει ξανά το γουρλωμένο ύφος απαντώντας ότι δεν δικαιούμαι γιατί κάνει όσα του έδωσα. Τον ευχαριστώ ξανά, απογοητευμένος κάπως, αφού περίμενα κάτι πιο πνευματώδες σαν απάντηση και συνεχίζω να διαβάζω την εφημερίδα. Η γυναίκα έρχεται και κάθεται στο τραπέζι γεμάτο πείσμα. «Είσαι πολεμοκέφαλος λοιπόν? Γουρούνι? Μα δεν σε νοιάζει τίποτα παλιοτόμαρο?». Σηκώνω το κεφάλι κατεβάζοντας την εφημερίδα και της απαντώ πως αν κάτι έπρεπε να με λυπεί, αυτό είναι τα δυο τρία μεγάλα προβλήματα που έχω στη ζωή και επιπλέον ότι σε λίγο θα πρέπει να φύγω, ευτυχώς χωρίς να θέλω να μάθω το όνομά της. «Μαρία!», είπε. Τι πρωτότυπο  όνομα. σκέφτομαι. «Πρωτότυπο το όνομά μου ε?» λέει.

  Καθόμαστε κάμποσα λεπτά σιωπηλοί στο τραπέζι. Δεν της δίνω σημασία. Ούτε αυτή. Κάνω φιλότιμες προσπάθειες δηλαδή. Κάνω πως διαβάζω την εφημερίδα. Κάνει κι αυτή Εκείνη δε λέει να φύγει. Κάνει πως αδιαφορεί. Κάνω και εγώ. Ξέρω ότι δεν το κάνει από φλερτ αλλά είναι εκνευριστικό. Το κάνει επίτηδες. Απλά θέλει να διεισδύσει στο κόσμο μου. Ξερό πείσμα. Το έχει καταφέρει ως ένα βαθμό, αλλά ποτέ δεν θα της δώσω την ικανοποίηση να το ομολογήσω, να το εκφράσω. Δεν της μιλάω. Επιμένω. Επιμένει κι αυτή. Νιώθω να με κοιτά και να με περιτριγυρίζει ένα βλέμμα της που δεν θα προδοθεί ποτέ από αμεσότητα.. Εκνευρίζομαι, δαγκώνω τα χείλη από μέσα, δεν θέλω να της μαρτυρήσω τίποτα. Ανάθεμα την : Μ’ αρέσει αυτή η γυναίκα, όμως δεν είναι καιρός για έρωτες. Επιτέλους ρωτά : «Κάτι ενδιαφέρον?». «Εκτός απ’ το να σε θέλω? Όχι». Δαγκώνομαι ξανά. Δεν έπρεπε να το πω αυτό. Ούτε καν θέλω να μάθω αν αντέδρασε θετικά ή όχι. Αλλάζω ύφος. Παρατηρώ απλά με την άκρη του ματιού τον κόσμο να έρχεται και να φεύγει σε κύματα. Η απάντησή της εμφανίζεται απρόσμενα. «Ωραίο τρόπο έχεις να το λες σε μια κοπέλα». Αμέσως μετά κοιτά κι εκείνη τον κόσμο να έρχεται και να φεύγει σε κύματα. Σκέφτομαι ότι τελικά, πέρα από κάθε ρόλο που έχει, τη συμπαθώ. Φαίνεται σα να εμφανίζει τις ίδιες συνήθειες που έχω και εγώ. Ίσως να τη ρωτούσα για το αν σκοπεύει να αυτοκτονήσει ή όχι, μα κάτι τέτοιο το βρίσκω εντελώς κουτό. Η δικιά μου περίπτωση είναι μια ακρότητα. Γιατί να της μεταφέρω τα κουρέλια της ζωής μου? Δεν έχει νόημα. Προσπαθώ να πάρω απόσταση από τα πάντα. «Μένεις εδώ κοντά?» Η ερώτησή της μου υπενθυμίζει το δωμάτιο-τάφο μου. Σιωπώ. Εκείνη υποθέτει ότι προσπαθώ ν’ αποφύγω την ερώτηση. Συνεχίζω να διαβάζω τη εφημερίδα. «Θέλεις να πάμε μια βόλτα? Γίνεται μια γιορτή εδώ κοντά, το κάνουν κάποιοι φίλοι. Μπορούμε να τελειώσουμε το καφέ μας, να κάνουμε έναν απογευματινό περίπατο μαζί, να πάρουμε ένα γεύμα ίσως και το βραδάκι να πάμε στα παιδιά. Τι λες?». Η επιμονή της είναι αξιομνημόνευτη. Έχουν αλλάξει οι καιροί. Κάποτε αυτό το έκανε ο άντρας. Τώρα οι ρόλοι έχουν αντιστραφεί. Ίσως.  Βρίσκω καιρό να ανακοινώσω στον εαυτό μου μια θεωρία των φύλων: Ο άντρας φοβάται και δεν τολμά, νομίζει ότι εξισώσουν την κυνηγετική του δεινότητα με μια φαλλική κακεντρέχεια.. Η Γυναίκα μέσα στη χειραφέτησή της, γίνεται   κυνηγός. Γιατί όχι θα πουν κάποιοι. Καλά κάνει.. « Ναι, καλό ακούγεται, ίσως έχω ανάγκη από κάτι ανάλογο», λέει ο κυνηγός.. Τώρα το πρόσωπό της δείχνει ανθισμένο, αυτό σημαίνει ότι δεν περιέχει αγκάθια στους μορφασμούς της. «Λοιπόν τριαντάφυλλο, πάμε?» της λέω και εκείνη πιάνοντας με από το χέρι με τράβηξε για να κάνουμε έναν περίπατο. Όμως τα χέρια έχουν αγκάθια. Αγγίζονται. Όση ώρα περπατούσαμε, στοχαζόμουν. Ένιωθα τη θέρμη του χεριού της ν’ αυξομειώνει σε ένταση μεταδίδοντας τη ένταση με άλλη μορφή στο δικό μου ψυχρό χέρι, κι όσο πιο πολύ συλλογιζόμουν αυτό που ένιωθα, τόσο πιο πολύ αφοσιωνόμουν στις αποφάσεις και στις σκέψεις που με αφορούσαν. Ωστόσο, η γενική εντύπωση παρέμενε: Δύο ξένοι παρελαύνουν σαν ερωτευμένα σπουργίτια στο κέντρο της πόλης? Σκεφτόμουν, ότι η συνείδηση δυσκολεύεται να αρνηθεί το παρελθόν και πολύ πιο καίρια, δεν το ξεπερνά, δεν το υπερβαίνει. Συνείδηση σημαίνει παρελθόν. Ένα χρυσό κλουβί. Τα γεγονότα του «χθες» γεμίζουν το κενό της και το φουσκώνουν με αυτό που αποκαλούμε αναμνήσεις. Κάθε περιστατικό του «χθες», μοιάζει να έχει αποχωρήσει ή να έχει αποκολλήσει από κάτι δικό μας ενώ πάραυτα, επιμένει να κατοικεί μέσα στο κεφάλι, μια εννοιολογική οντότητα που περισσότερο μοιάζει με μπαλόνι ανθρωπίνων βιωμάτων παρά με αξιοπρεπές κομμάτι του σώματος. Μα αν κάτι που συνέβη χθες έχει αποχωριστεί από τη παρούσα δράση, αν δηλαδή κάτι έχει καταχωρηθεί στη λίστα με τα τετελεσμένα, τότε αυτό ισοδυναμεί με την απώλεια της πραγματικότητας …Έχω ξεχάσει να είμαι παιδί, με τον ίδιο τρόπο που τα σημερινά παιδιά έχουν λησμονήσει την πραγματικότητά τους. Όπως το παιδί νιώθει ότι το να το παρακάνει στο παιχνίδι, να παίξει δηλαδή περισσότερο από όσο χρόνο του επιτρέπετε, είναι κάτι που ακριβώς δεν επιτρέπετε, είναι παράνομο, έτσι και εγώ νιώθω μόνος. Εξορισμένος. Εγκαταλειμμένος. Κι αυτή η γεγονότητά σπρώχνει το παρόν με αγριότητα. Ούτε τα λόγια του Μπερξόν δεν με παρηγορούν. Τι κι αν ένα γεγονός δεν παύει να είναι, ότι απλώς παύει να δρα, ότι παραμένει στη «θέση του», στη χρονολογία, του αιώνια. Εμένα η αγαπημένη μου συνήθεια είναι να καταπίνω στη κυριολεξία ότι σχετίζεται με το θέμα της καλοσύνης προκειμένου να δικαιώσω το παρελθόν που με κατατρέχει. Είναι ζήτημα ηθικής δικαίωσης! Ως εκ τούτου, αν κάποιοι ελπίζουν σε ένα καλύτερο αύριο, εγώ όχι. Ποντάρω σχεδόν πάντα στους εφιάλτες, προσκολλημένος με μανία στην κακή πίστη για το αύριο. Έτσι αν μια μέρα που το γραφείο δεν έχει αρκετή πίεση ως προς τη διεκπεραίωση της αλληλογραφίας, ο εργοδότης μου κάνει ένα φιλοφρόνημα του στιλ «Ναστάζιαν, είσαι η καρδιά της εταιρείας», κοιτάζω με δέος το χέρι του που ακουμπά φιλικά στον ώμο μου και αμέσως μετά σκέφτομαι ότι μάλλον προορίζομαι για μεταμόσχευση. Αυτό με βοηθά να αμυνθώ, περιορίζοντας την αποδοτικότητά μου στο ελάχιστο, αφού έτσι κι αλλιώς πρόκειται να απολυθώ, εφαρμόζοντας το αλάνθαστο σύστημα της «λευκής απεργίας». Κάνω ότι δουλεύω, κάνω ότι είμαι ερωτευμένος, κάνω ότι συμφωνώ, κάνω ότι με ενδιαφέρει, κάνω ότι έχω συγκινηθεί, ότι συμπονώ, ότι κατανοώ. Με λίγα λόγια προσποιούμαι ότι ζω. Μα τώρα, ο καιρός που το βασίλειο του αναίσχυντου ήκμαζε ανεμίζοντας τα ξεράγκαθα λουλούδια του στην ατμόσφαιρα περήφανα, σκορπίζοντας το δέος και την κρυφή οσμή της γοητείας σε όλους, παρέρχεται. Τώρα, μερικές φορές αργά το βράδυ, όταν κλείνω τα μάτια, βλέπω τη μορφή κάποιου μουσάτου καλοσυνάτου «Κυρίου» μες τα σκοτάδια ν’ αχνοφέγγει, να γνέφει στο νου μου το δρόμο προς τη λύτρωση… Δίχως άλλο τα πράγματα δεν πάνε καλά. Για αιτίες που συνεχίζουν να είναι ακατανόητες, όταν πρέπει να δώσω απαντήσεις σε ότι αφορά ερωτήσεις που ξεκινούν με τη λέξη «γιατί?», γεννιέται μία ανάγκη που μπορώ να πω ταράζει την ηρεμία της κακής πίστης. Μου έχει γεννηθεί η ελπίδα. Ξέρω ότι η άρνηση στο πυρήνα της ουσίας της αξιώνει μια βαθύτερη ομολογία και μία γενικότερη αποδοχή για τα πράγματα, όπως ξέρω επίσης ότι αργά ή γρήγορα όλο αυτό θα οδηγούσε την καρδιά μου στην προσδοκία για σωτηρία, αλλά πραγματικά, είχα συνηθίσει να αντιμετωπίζω το μέλλον με βαναυσότητα κι απαισιοδοξία, όχι γιατί εγώ με τη σειρά μου, καρτερικά περίμενα την διάψευση κάθε άρνησης, όσο γιατί από τότε που χάθηκε ο μαλάκας, θέλω να φεύγω, να αποφεύγω κι όσο γίνεται πιο γρήγορα να επαληθεύομαι: οι εφιάλτες εμφανίζονται πάντα όταν οι διακαείς πόθοι εξοβελίζονται, επιταχύνοντας με τον τρόπο αυτό τις όποιες διαδικασίες του τέλους. Όμως τώρα δεν έχει νόημα ο ενεστώτας, αφού το μόνο που αξίζει να συνταχθεί και να διερευνηθεί είναι το παρελθόν. Έτσι όταν με ξεχωριστή παρρησία η αλήθεια είναι, ρώτησα τη Μαρία που με τραβολογούσε από το ένα μέρος στο άλλο, πως γίνεται να μην βαριέται ένα μίζερο, παθητικό τύπο σαν την αφεντιά μου-σίγουρα θα μπορούσε να βρει έναν νέο περιωπής να την κουμαντάρει με αποφασιστικότητα στα νεανικά βοσκοτόπια του έρωτα-εκείνη ειρωνεύτηκε: «όλα για το φιλόπτωχο ταμείο daddy»… «daddy» …. Σκοτάδι πάλι. Η στιγμή που η Μαρία σταμάτησε να προχωράει έφτασε. Από το διπλανό κτίριο ακουγόταν βουητό ανακατωμένο. Μπόρεσα να καταλάβω ότι ως επί το πλείστον πρόκειται για μουσική. Η Μαρία άφησε το χέρι και με κοίταξε για λίγο χωρίς να πει τίποτα. Ύστερα γύρισε τη πλάτη και προχώρησε προς το κτίριο. Έσπρωξε τη πόρτα, μπήκε μέσα θεατρικά χωρίς να κοιτάξει πίσω της. Εγώ έμεινα. Απέναντι υπήρχε ένα γωνιακό ουζερί που περισσότερο έμοιαζε με καφενείο. Πήγα εκεί, κάθισα και παράγγειλα μια καράφα ούζο. Μετά από δυο τρία ποτήρια, κοίταξα πάλι απέναντι. Προσδιόρισα ότι κάπου ανάμεσα στο τρίτο και στον έκτο όροφο θα πρέπει να γινόταν η γιορτή, κάπου ανάμεσα στο τρίτο και τον έκτο θα έπρεπε να υπάρχει η Μαρία. Στον έβδομο όροφο δεν πρόλαβα να ξαφνιαστώ καν όταν φτάνοντας εκεί, μια πόρτα διαμερίσματος άνοιξε και ένα χέρι με τράβηξε μέσα απότομα. Ένας κοντός συμπαθητικός τυπάκος μου εξηγούσε ότι πρέπει να μπω γρήγορα μέσα για να μην ενοχλούνται οι γείτονες από το θόρυβο. Του απάντησα ότι δεν πρέπει να ανησυχεί γιατί έτσι κι αλλιώς ενοχλούνται. Χαμογελώντας μου είπε ότι τα σκληρά ουίσκι βρίσκονται στη κουζίνα. Τον ευχαρίστησα με τη σειρά μου και ακολούθησα την υπόδειξή του. Προσπάθησα να πάω στη κουζίνα. Γύρω ο κόσμος χόρευε ακανόνιστα. Οι ηλικίες που έπαιζαν δεν θα έπρεπε να ξεπερνούν τα τριάντα. Ένιωσα άσχημα για αυτό. Έψαξα να βρω κάποιον που να φέρνει στα χρόνια μου. Αυτό θα με έκανε να νιώσω καλά. Αλλά δεν έβλεπα κανέναν. Όλοι έμοιαζαν βυθισμένοι στην ευτυχία των φιλόδοξων τριάντα και αυτό τους έκανε να δείχνουν νεότεροι. Το λιγότερο είκοσι. Τερατώδες! Τελικά έφτασα στη κουζίνα και οι προηγούμενες σκέψεις μηδενίστηκαν. Περιφρόνησα τα σκληρά ουίσκι. Δεν εντόπισα το ρούμι. Ανταυτού βρήκα ελληνικό κονιάκ. Έβαλα ένα διπλό ποτήρι. Μια κοπέλα το σχολίασε: «…αυτό το πίνουν στις κηδείες, σωστά παππούλη?», «για αυτό άσε με να πενθήσω νεογνό» της εξήγησα. Δεν απάντησε. Λίγο αργότερα η ίδια κοπέλα ήρθε έξω στο μπαλκόνι που ήμουν και με ρώτησε: «Θέλεις να πενθήσουμε μαζί?». «Έχει κι άλλο όροφο από πάνω μας?», ρώτησα χωρίς να δώσω σημασία στη δικιά της ερώτηση όταν κάλλιστα θα μπορούσα να της απαντήσω «τι θα πει η μαμά σου?». Έγνεψε αρνητικά και με ρώτησε ξανά με νόημα αν είχα κάποιο πονηρό σκοπό για την ταράτσα. Τι άδικο, να πετυχαίνεις όταν προσπαθείς να αποτύχεις. Της απάντησα αμέσως πως είμαι εδώ επειδή γνώρισα στο δρόμο μια κοπέλα που τη λένε Μαρία και που τελικά πρότεινε να έρθουμε μαζί σε αυτό το πάρτυ, αλλά τελικά την έχασα και μάλλον θα πάω να φύγω». «Μαρία? Ποια Μαρία? Την ξανθούλα με τα μπλε ματάκια, τη κοπέλα του Γιάν?». «Α! ώστε τελικά ανέβηκες πάνω? Έκανες πολύ καλά που ήρθες, θα περάσουμε καλά, θα δεις!». Η Μαρία!. «Μαζί ή χωρίς το Γιαν?» ρώτησα με απογοήτευση που γεμίζει τους άλλους με ενοχές, με συμπόνια. Η Μαρία κοίταξε τη φίλη της με απορία και μετά κάτι της είπε κάτι στα γερμανικά. Δεν ξέρω τι. Δεν ξέρω γερμανικά. Μου φάνηκε ότι έβριζε. Δε ξέρω, μπορεί να φταίει ο ήχος της γλώσσας. Η φίλη της είπε ένα «καλά, πάω να βρω τον Πέτρο και ξανάρχομαι». Δεν ξανάρθε ποτέ. Η Μαρία έμεινε σιωπηλή για κάμποσα λεπτά δίπλα μου. Κοιτάζαμε το πιο όμορφο μπαλκόνι της απέναντι πολυκατοικίας. «Λες να κάνουν έρωτα?». «Με τόσο θόρυβο από μας και με μια τόσο ζεστή καλοκαιρινή νύχτα, είναι πολύ πιθανόν να κάνουν», της είπα και συμπλήρωσα: «Ο σαματάς μας, είναι η μάσκα τους δικού τους σαματά…κι η ζέστη της νύχτας αυτής το πανωσέντονο της κάψας τους». Έδειξε να ενθουσιάζεται. Με πλησίασε και την ώρα που τα χείλη της άγγιζαν στο λαιμό μου, ψιθύρισε: «…πάω στη κουζίνα να βάλω ένα ποτό ποιητή μου».”Δεν είμαι ποιητής!” αναφώνησα αλλά η σκέψη ποτέ δε βγήκε με ήχο. Όταν η Μαρία έφυγε, αποφάσισα ότι είναι η καλύτερη στιγμή να φύγω εντελώς, να επιστρέψω σπίτι. Να κοιτάξω τους λύκους και να διεκπεραιώσω κάποιες τελευταίες εκκρεμότητες που είχε το δωμάτιο. Φτάνοντας στη πόρτα, με περίμενε πάλι ο κοντός τυπάκος. Με κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω και στο τέλος είπε συνωμοτικά ανοίγοντας τη πόρτα: « Πολύ σκληρό το ουίσκι για να μείνεις ?». Του απάντησα το ίδιο εξαιρετικά: «Κονιάκ. Ότι πρέπει για τη περίσταση…». Κλείνοντας η πόρτα, είδα την άκρη της σκάλας του ορόφου, να ξετυλίγεται σαγηνευτικά προς τα πάνω. Είπα να ρίξω μια ματιά στη ταράτσα να δω πως φαίνεται η θέα από ψηλά.. Η ταράτσα της πολυκατοικίας χρησίμευσε αρκετά. Την αντιμετώπισα ως Λυκαβηττό. Μια ψηλή οροφή απ’ όπου μπορούσε κανείς να σταθεί, να παρατηρήσει χαιρέκακα την ανθρώπινη μουσική να χάνεται στη πόλη, να σβήνεται αργά στον ερχομό, του ξημερώματος που χαρίζει τα ζοφερά χρώματα της πρώτης του ανάσας κατά το τρόπο που η πάχνη της αυγής εγκλωβίζει τ’ αρώματα μέσα σε σφαιρίδια σταγόνας και που μέσα σε όλη τη βαρύτητα της γης, τις αναγκάζει να κάνουν τσουλήθρα πάνω σε φύλλα μανώλιας όπως η μανώλια που κοιτώ. Μετά σκέφτηκα πως μόνο όταν είμαι μόνος ή νιώθω μόνος αναπτύσσω τόσο ποιητικές σκέψεις. Ο Steiner έκανε λάθος. Δεν είναι μόνο η σιωπή κι ο Ποιητής, αλλά σε έναν εξίσου γοητευτικό βαθμό είναι η μοναξιά κι ο Ποιητής. Εκείνη τη στιγμή, επτά μόλις ημέρες πριν από την επίσημη εκκίνηση της διαδικασίας της αυτοχειρίας, ένιωσα σα μόλις ν’ άρχιζα να επανεκτιμούσα και να λατρεύω απ’ την αρχή ξανά τα βρεφικά καμώματα της ζωής. Μα κι ακόμα, η νέα αυτή διαστροφή δεν είχε τέλος. Άρχισα να οικειοποιούμαι τις αντιφάσεις που επιφέρουν οι συνήθειες των αστών. Κοίταζα τα φώτα της πόλης, τα χώριζα σε σύνολα ανάλογα με τη συχνότητα που αναβόσβηναν ή ανάλογα με τα γεωμετρικά σχήματα που παρήγαγαν, σαν να επρόκειτο για ομάδες από αστρικά σμήνη, όπου ανά παρέες, χιλιάδες μεταξύ τους παρέες από τελίτσες, τρεμοπαίζουν εκστατικές στο ρυθμό της διάθεσής. Ο ηλίθιος ρομαντισμός του καλοκαιριού βρήκε τρόπο να παρομοιάσει με τζιτζίκια το φωτεινό είναι τους. Τρύπωνε στη σκέψη με τη μορφή ηχητικού στρώματος. Το στρώμα έμοιαζε κύμα στον ωκεανό του χρόνου, δημιουργώντας αυτό που ονομάζω ανθρώπινη μουσική της πόλης. Οι μυστηριακοί φθόγγοι αρπάζονταν, βαστιούνταν απ’ το τίποτα, χόρευαν ζωγραφίζοντας τα γεωμετρικά σχήματα μέσα στο σκοτεινό πέπλο της νύχτας. Το μελάνι ξεχυνόταν, έγραφε στο ψηφιδωτό μωσαϊκό της πόλης και τότε ένιωσα πως μια θάλασσα γεμάτη από μάταιες, ανθρώπινες και τραγοπόδαρες καταστάσεις, άρχιζε να αισθητοποιείται μπροστά στα μάτια μου. Εκατομμύρια ιστορίες, άλλες χαρούμενες άλλες λυπητερές, άσκοπα κι αναίτια εκεί κάτω. Προσήνεια, αισθητική, μοναδικότητα. Ορίστε οι τρεις κατάρες της ζωής. Όλες υποκειμενικές. Αλλά πώς να μπορέσει κανείς να γευτεί την ύπαρξη σε μια μόνο φράση? Απλά, οραματίζεται πολλαπλότητες από ψηλά κι ύστερα «αφήνετ-αι» στις δικές του λεπτομέρειες ίσως. Αισχρό! Ένιωσα δίπλα μου τη παρουσία της, σιωπηλή και υπαρκτή όσο ένα γερό ουρλιαχτό που διψάει να υμνήσει το πάθος του για ζωή, μια αγαπημένη συνήθεια που θες οπωσδήποτε να την μοιραστείς με κάποιον. Βέβαια! Αυτό που κοιτάμε ονειρεύεται μαζί μας. Δίπλα μας. Να μια φλογερή συγκυρία της ψυχής που ταίριαζε απόλυτα με την περίσταση: Η Μαρία! Και πιο πολύ μου άρεσε αυτό που έδειχνε. Αν και θα ήθελα να βρισκόταν στη ταράτσα αποκλειστικά για εμένα. Βυθιζόταν στη σκέψη, αυτό έδειχνε και αυτό μ’ άρεσε.. Ένιωσα αμηχανία. Ο πολιτισμός της αμηχανίας μου, οι λέξεις, ανυπομονούσε να φλυαρήσει μαζί της. Ήξερα, ήταν η Μαρία. Ήμουν βέβαιος απλά, που νομίζω τώρα δεν θα μπορούσε να συμβαίνει διαφορετικά απ’ το να μην μπορεί να γίνει διαφορετικά. Μετά γύρισα και τη κοίταξα κανονικά. Ένιωσα, κάτι μέσα μου να σπάει. Έσπασε. Ξέρεις, είναι παράξενο όταν κοιτάς κάποιον κρύβοντας τα μάτια. Τι αντίληψη! Θυμάμαι ότι οι παλιοί σουρεαλιστές συνήθιζαν να λένε ότι όλο το νερό της θάλασσας δεν θα έφτανε για να ξεπλύνει μια κηλίδα από το αίμα ενός διανοούμενου, και δεν έχουν άδικο. Με το τελευταίο που είπα προδόθηκα Η σκέψη του διανοούμενου ή του ερωτευμένου υπερβαίνει τις αισθήσεις, τα συναισθήματα, τις λέξεις, τη σιωπή την ίδια, έτσι που το είναι τους εξυψώνεται προς μία αγιότητα (όχι προς τη μουσική αυτό καθ’ εαυτώ όπως νομίζουν οι ακόρεστοι προς τη μουσική λόγιοι). Το αίμα εμποτίζεται στο χρόνο και η γνώση του χρόνου δε μπορεί παρά να προσφέρει ένα και μόνο τελικό σημείο προορισμού. Τη μοναξιά. Αλλά εγώ, ούτε διανοούμενος είμαι ούτε ποιητής. Ένας εξόριστος Γάλλος με ελληνική καρδιά. Ένας υποχρεωμένος στο πνεύμα. «Από πού είσαι?», τη ρώτησα κοιτώντας σκέψεις να πνίγονται στο ποτήρι. «Τη πατρική μου γλώσσα σου τη φυλάω για έκπληξη…» είπε στο πυροτέχνημα της λάμψης της. Συνέχισε: «ανεβοκατεβαίνω σαν ηλίθια στις σχέσεις μου το τελευταίο καιρό… αναρωτήθηκα πρόσφατα τι στο καλό μπορεί να μου συμβαίνει…ίσως περνάω τη φάση των τριάντα…ξέρεις, νέα γυναίκα μόνη ψάχνει…τον εαυτό της στους εραστές.. αλλά στο τέλος πάντα βρίσκω μια καλή δικαιολογία για να τους ξεφύγω». Δεν χρειάζεται να ξεφύγεις από εμένα, συλλογίστηκα. Πλέον δεν ανήκω στη κατηγορία των εραστών. « …κι ύστερα… έρχονται όλες αυτές οι εσωτερικές φωνές, σειρήνες. Με καλούν. Θα ακουστεί νευρωτικό αλλά θέλω να γίνω μητέρα. Σε τρομάζει αυτό που λέω? Αν ήθελες κάποια, θα σε φόβιζε η κατάσταση να έχεις ένα παιδί μαζί της? Πως αισθάνεστε οι άντρες για αυτό?». Δεν της απάντησα αμέσως. Τι να της έλεγα δηλαδή. Όχι δεν με τρομάζει γιατί ετοιμάζομαι να αποχωρίσω απ’ τα εγκόσμια? Πρόσεξα δύο φιγούρες να φιλιούνται στη γωνία του δρόμου κάτω και το μόνο που μου βγήκε να πω ήταν ένα: «Θα τον βρεις το δρόμο σου, όλοι τον βρίσκουν». Αυτή η ερωτική σιωπή του άντρα στο κάλεσμα της γυναίκας πρέπει να προκαλεί κάποια ανοδική κίνηση. Αποσιωπώντας πραγματοποιείται μέσα από κάποιο θαύμα απλότητας το παιχνίδι του γιογιό. Η γυναίκα κάνει ερωτήσεις για να εξαργυρώσει ή όχι τη καχυποψία της απέναντι στον άντρα. Είναι υποχρεωμένος να απαντήσει. Αυτό κάνουν οι άντρες, δίνουν εξηγήσεις για τις πομπές της φευγαλέας τους φύσης. Όμως η απάντηση ισοδυναμεί με φυγή αφού οι λέξεις δεν μπορούν να της χαρίσουν τον άπληστο κόσμο ευτυχίας που ψάχνει. Έτσι επέρχεται η σιωπή. Πάνω στη φυγή τους ανακαλύπτουν τη ρήξη με τον εαυτό και ο ένας και ο άλλος. Η σιωπή περιέχει ολόκληρη τη γυναικεία φύση και πολλά περισσότερα, την αντρική ψευδαίσθηση. Τον ερωτισμό που απεύχεται να χάσει η γυναίκα και τη γοητεία της γνησιότητας που προσπαθεί να αποδείξει ο άντρας. Και τότε, μέσα σε αυτή τη συλλογική σιωπή πλησιάζει κάτι απρόσμενο. Η ανάσα γίνεται βαθιά και τραχιά, η ανάγκη αναδύεται και κατακρεουργεί την αυτοπεποίθηση. Αυτή είναι η ανύψωση της πράξης πάνω από το λόγο. Ένα παιδί γίνεται άντρας, αλλά ο έρωτας γεννιέται μόλις τα βαρίδια της έγνοιας τραβήξουν τον πυρήνα του εαυτού στους βυθούς κάτω, μακριά. Ήταν τόσο όμορφο να τη βλέπεις να μαντεύει τη κατάστασή. Με χάιδευε ανασαίνοντας στο αυτί και μου ψιθύριζε και έτρεμα: «μη φοβάσαι αγάπη μου, όλα θα πάνε καλά, θα δεις…». Βρεθήκαμε ημίγυμνοι να κάνουμε έρωτα στη ταράτσα, μέσα σε γλάστρες, ηλιακούς θερμοσίφωνες και απλωμένα ρούχα που μύριζαν όλο και πιο πολύ λεμόνι και ξαφνικά άρχισε να βρέχει κι όσο η βροχή δυνάμωνε, τόσο εντεινόταν ο τρόπος με τον οποίο παίρναμε ο ένας τον άλλο. Ήταν πραγματικά υπέροχα μέχρι που έχυσα λυσσασμένα κοιτώντας ουρανούς κι όλο μου το σπέρμα πάνω στη πλάτη της να κοιτάει εμένα θαμπό πηχτό λευκό σαν την αθωότητα που θέλω να κερδίσω. Ίσως χρειάζεται να καταγράψω το γεγονός ότι δεν πήραμε προφυλάξεις, ίσως χρειάζεται να πω πως τέλειωσα μέσα της και πάνω της, στη πλάτη της στο στόμα της, σ’ όλο της τον εαυτό, ναι τόσο σπέρμα έχω και τόσο ονειρεύομαι. Αλλά πάντα κάτι υπάρχει για να μας ξεπερνάει, η βροχή, η βροχή ξέπλυνε τα πάντα σε μένα, τον ιδρώτα από τα πρόσωπά μας, το περήφανο παπάρι μου από τα υγρά της– που στο τέλος δεν έμοιαζε και τόσο περήφανο παπάρι- τη πλάτη της, το πρόσωπο της, η βροχή που ξεπλένει όλα από το σπέρμα μου, όλα, όλα εκτός από την απόφασή του δωματίου, να που σταματάει ο έρωτας-και, δεν είναι έρωτας αυτό? Κι αλλού: Ήμουν δυστυχισμένος? Όχι. Ήμουν ευτυχισμένος γιατί ήξερα πως το μόνο που πρόκειται να χάσω είναι οι σημαντικές λεπτομέρειες της ζωής. Ωστόσο από τυπική ευγένεια και μόνο, της έδωσα ραντεβού την επόμενη το απόγευμα, να συναντηθώ μαζί της, κάπου πιο ιδιαίτερα, ακόμα μια φορά. Πριν εγκαταλείψω την αφήγηση αυτής της σκηνής, θυμάμαι το τελευταίο πράγμα που αισθάνθηκα σ’ εκείνη τη ταράτσα και που αν και το έχω ξαναπεί θα πρέπει να το ξαναδιατυπώσω καλύτερα: Ένα μείγμα μυρωδιάς από λεβάντα ανακατωμένο με αυτήν σπέρματος. Μπορώ να πω μετά βεβαιότητας πως το τελικό αποτέλεσμα έμοιαζε με κακής ποιότητας μυρωδιά χλωρίνης. Αν είναι έτσι η σύνθεση της αιώνιας ευτυχίας, σίγουρα δεν θα ήθελα να βρεθώ στο Παράδεισο για αναπαραγωγή, κι ας ειρωνεύομαι. 

Δευτέρα (έξι μέρες πριν κλειδωθώ)  

«…ας είσαι ευλογημένος Θεέ μου που δίνεις την οδύνη,
σαν ένα θείο φάρμακο στις αχρειότητές μας…»
C
. Baudelaire

Υποδέχτηκα το ξημέρωμα της νέας βδομάδας με ένα παρατεταμένο χουζούρεμα. «Έξι μέρες ακόμα» σκέφτηκα και αμέσως πετάχτηκα από το κρεβάτι. Προσπέρασα όλα τα δωμάτια του σπιτιού με γαλλικό σνομπισμό. Κόλπο γνωστό για να προσπερνώ ότι αξιοκαταφρόνητο αίσθημα.(Νομίζουν ότι Γαλλικός τρόπος συμπεριφοράς σημαίνει σαβουάρ βιβρ, νομίζουν ότι Γαλλία σημαίνει αισθησιασμός και πρέπει να μάθουν να σέβονται την ουσία κι όχι τα παραπροϊόντα της, να γιατί πρέπει πρώτα απ’ όλα να μάθουν ότι Γαλλία σημαίνει αγένεια, κι ότι αυτό πρώτα απ’ όλα συνιστά μια πνευματώδη ευφυΐα στον έρωτα κι αργότερα στη τέχνη-κι είναι και μια μικρή απόδειξη του γιατί αν κι οι Γάλλοι έχασαν από τους Ναζί στον Β’ παγκόσμιο σαν σε περίπατο, από την άλλη διέλυσαν τους Ναζί με περίπατο σαν σε αντίσταση πράττοντας φλυαρία όπως τα τζιτζίκια το καλοκαίρι μέσα σε  ζεσταμένες ελιές τους τεμπέληδες υπναράδες).  Δεν με ενδιέφερε κάτι καθημερινό ή συνηθισμένο. Εξάλλου, πια οι λαιμαργίες του συνηθισμένου ανθρώπου έχουν αφανιστεί. Τις υποτιμάω κιόλας. Έτσι πήγα αμέσως στο «δωμάτιο», αδιαφορώντας ακόμα και να ρίξω νερό στο πρόσωπο. Να πλύνω τα δόντια και να σαπουνίσω τα χέρια ούτε που μου πέρασε από το μυαλό, τι άλλο χρειάζεται για να το αποδείξω? Όχι, δεν είναι παραίτηση διάολε, η παραίτηση είναι μόνο στα χαρτιά. Η πρωινή απλυσιά δεν είναι σημάδι κάποιου προαναγγελθέντος θανάτου. Η έγνοια και η φροντίδα μεταφέρθηκαν σε άλλα θέματα. Σήκωσα το βλέμμα και θαύμασα. Να ότι θα σκεπάσει την ύπαρξή μου, να ότι θα με αφαιρέσει από τη σάρκα μου, να ότι θα λυτρώσει τις φρικαλεότητες, τις αισχρότητες, τις σκατολογίες, τα εγκλήματα και τις απάτες που συνδέονται με την ιδέα του έρωτα, της αγάπης και της ζωής. Σήκωσα το χέρι σα να σήκωνα ένα άλλο βλέμμα, πιο απαιτητικό, πιο μυστικό, πιο οικείο. Άγγιξα τους μαύρους μεταλλικούς τοίχους. Παγωμένοι. Σίγουροι. Αδιαπραγμάτευτοι. Χαμογέλασα. Έγειρα το κεφάλι μου στον ώμο. Νέες ερωτήσεις παρέλασαν, νέο ύφος: «Τι έχει νόημα στη περίπτωσή μου? Να ζω? Κι ας φτάσω μέχρι τα βαθιά γεράματα. Να δω τι? Το ταξίδι θα μου πουν. Ο ταξιδιώτης ποιος είναι? Εγώ. Μα αν δε κάνω λάθος, ετοιμάζομαι για ταξίδι. Και, λατρεύω αυτή την εντύπωση ερημιάς που έχω αποκτήσει. Το λυσίκομο αστέρι μου. Φριχτά ανεξήγητο. Μετέωρο κι αμάραντο. Όχι. Κάτι διαφορετικό αυτή τη φορά. Εγώ το επιλέγω. Εγώ. Έτσι δεν είναι?».Ας αναγνωρίσουμε εδώ το θέμα της χαμένης και σπαταλημένης ζωής, το θέμα του αθεράπευτου. O άνθρωπος που γράφει ετούτες τις γραμμές δεν είναι απελπισμένος. Είναι και απελπισμένος, αλλά όλοι είναι κι είναι κι αλήθεια, κι η απόγνωση που θα μπορούσε να είναι ικανή για μια ασφαλή διάγνωση, όμως δεν είναι. Ίσως βλέπω πάντα ένα κόσμο που διαφεύγει αλλά αυτό είναι και ένας τόνος ικανοποίησης, δεν είναι? Και  ξέρω πως όλα γλιστράνε μέσα από τα χέρια. Αλλά κοιτώ στις παλάμες και  το μόνο που βλέπω πάνω τους, είναι ελάχιστες σταγόνες κόσμου. Ενταύθα, ετούτη είναι η ουσία αυτού του γραπτού. Η συλλογή κόσμου σε μία χούφτα ασημένιας στάλας. Του ύστατου σαν κείμενο χωρίς διαχωριστικές δικλίδες . Αλλά μετά, σκέφτομαι όλα τα χυμένα για μένα δάκρυα και κάπως ειλικρινά νιώθω κάτι άλλο. Συλλογίζομαι τάχα πως περιμένω αιώνια σ’ ένα λιμάνι• κοιτώ τα πλοία που φεύγουν και λέω: Κοίτα Ναστάζιαν πόσο έκλαψε ο κόσμος για σένα, σε δάκρυσε τόσο που σου έφτιαξε μια ολόκληρη θάλασσα να πηγαινοέρχονται τα πλοία των ανθρώπων στο λιμάνι. Αλλά τα πλοία που έρχονται δεν έχουν αξία. Σχεδόν τα λυπάμαι. Δεν υπάρχει κάτι αξιόλογο σε τούτη τη γη που σιμώνουν. Καμένη γη, διαμελισμένη. Η καρδιά, το μυαλό, όλα λειτουργούν για ένα μοναδικό σκοπό, δοκιμασίες που συμβολίζουν το ανέφικτο ξεπέρασμα του καλού προς την ελευθερία του. Δεν με στεναχωράει περισσότερο απ’ όσο χρειάζεται γιατί ξέρω πως στη φούχτα του εκείνο το χέρι είναι βαστά καρδιά, μυαλό, ολάκερο τ’ αρχιπέλαγος της ξεριζωμένης ψυχής. Έτσι λοιπόν τι άλλο απ’ το να αποχαιρετώ βασανιστικά τη ζωή, κουνώντας πένα και λευκό μαντίλι σε ένα πλοίο που φεύγει? Το δικό μου γραμμένο πλοίο, που φεύγει και «στο καλό»! Έτσι γίνομαι άνθρωπος, σαν με το χαμό μου μαλακώνω. Και να γιατί γίνομαι χριστιανός: όσο περισσότερο την εκκλησιά ξεχνώ, τόσο περισσότερο θυμάμαι τον Ιησού.Εγκαταλείποντας το «δωμάτιο-μέλαν-σώμα» μου, θυμάμαι έκανα κάποιες τελευταίες ετοιμασίες. Έβαλα το μαύρο γαμπριάτικο και βγήκα έξω μια βόλτα πριν να κατευθυνθώ στο μέρος όπου ενταφιάζονται τα λείψανα των παιδικών αναμνήσεων. Ο καιρός αίθριος με αναταράξεις στα σύννεφα. Ο ήλιος έντονος, υπέρλαμπρο κόσμημα που δεν γίνεται να κοιτάζεις κατάματα. Τόσο φωτεινός και κατά μία έννοια σκοτεινός. Ίσως το μόνο ουράνιο σώμα που συμπαθώ εκ βαθέων μετά το Πλούτωνα. Και διάολε, έδειχνα όμορφος στα μαύρα. Άρχισα να περπατάω. Να η πλατεία με το σιντριβάνι. Τη βλέπω. Είναι καλοκαίρι? Δεν ξέρω, δε θυμάμαι. Μοιάζει με καλοκαίρι. Όπως εκείνα τα μεσημέρια του καλοκαιριού , όλες οι πλατείες του κόσμου σφύζουν από γριές και γέρους τότε. Το αίσθημα παρατηρητικότητας και συνάμα κριτικής έχει κορυφωθεί. Δε γίνεται να του ξεφύγω. Οι χρόνοι έχουν μεταμορφωθεί σε χρόνους πεταλούδας. Πετάω ανάμεσα σε γερασμένα ανδρείκελα με την αίσθηση της φευγαλέας φρεσκάδας. Οι εντυπώσεις ενός μελλοθάνατου φιγουράρουν με υπεροψία, ίπτανται, σαρώνουν, δεν αφήνουν τίποτα και κανέναν σε ησυχία. Είμαι σίγουρος μέσα στην ιπτάμενη σιωπή όπως περιδιαβαίνω. Κοιτώ τους μαραμένους καρπούς της κοσμογονίας. Τι αηδίες λέω? Σχεδόν δε μπορώ να πιστέψω την ηπιότητα και παθητικότητα στην οποία έχει υποπέσει ο ανθρώπινος νους τους. Τους νιώθω σαν βρωμερή αηδία. Κνώδαλα κάθονται σε σκιερά παγκάκια γύρω από αναβλύζοντα σεξουαλικά σιντριβάνια, δήθεν ότι ρεμβάζουν, μα ξέρω καλά τι κρυφοκοιτάζουν μέσα από τους ξέφρενους αφρίζοντες πίδακες, μέσα από ένα σκληρό για τη σκέψη συμβολισμό νερού. Και προσποιούνται με ωμότητα. Υποκρίνονται ότι δεν ξέρουν τι πια στο κόσμο να ξεχύσουν δε μπορούν. Κάνουν ότι αδιαφορούν, μα η αλήθεια είναι ότι ποτέ τους δεν θα συγχωρήσουν αυτό το παράπτωμα της φύσης. Από τη μία οι γριές και από την άλλη οι γέροι. Συζητούν• τρόπος του λέγειν. Επιβάλλουν σε νεότερους από αυτούς γέρους που μάλλον έτυχε να κάθονται εκεί κοντά, εμπειρίες και κανόνες αναμνήσεών που κάποτε βίωσαν• Μόνο και μόνο επειδή η ζωή φτάνει στο τέρμα της έχουν κάτι να πουν. Τώρα θυμήθηκαν. Γριές που ότι έζησαν οι ίδιες, συνιστά σπουδαία ηθική δικαίωση στα πράγματα- τη κοινωνική ζωή όπως αυτή θα «πρέπει» να τη ζει κανείς με ορθότητα. Ομολογώ ότι μου μοιάζουν κάπως σε αχρειότητα αλλά δεν τους συμπαθώ για αυτό. Βασικά δεν τους συμπαθώ καθόλου. Η διαφορά μας είναι εμφανής. Στη περίπτωσή μου προέχει ο σκοπός και η δράση. Στον αντίποδα προέχει η παθητικότητα και η μιζέρια. Το δικαιολογώ ως εξής: Τους παρατηρώ, το βλέπω μπροστά σαν τότε δηλαδή, ν’ αρπάζουν το φτυάρι με τις απογοητεύσεις και θάβουν, κατά-θάβουν ότι φτάνει το μάτι τους, και που συνήθως δεν ξεπερνά τον ορίζοντα της μνήμης τους. Κατάρες στη κακιά νύφη που ένα φαΐ της προκοπής δεν έμαθε να φτιάχνει ποτέ της, στον ανεπρόκοπο γαμπρό που κοπροσκυλιάζει μέρα νύχτα στο καναπέ, κατάρες στο δολοπλόκο κουμπάρο που προσβλέπει με τα ύπουλα φερσίματά του να ατιμάσει τη κόρη, κατάρες στη «κουτσομπόλα» γειτόνισσα που απλώνει τα βρωμόρουχά της από πάνω και πιτσιλάει την αυλή. Οι δε γέροι από την άλλη, καταριούνται και εκείνοι. Η θεματική τους περιορίζεται αυστηρά στα ξεροκόκκαλα που άφησαν οι γριές, πολιτική και το λιγότερο αθλητικά. Όχι ότι είναι υποχρεωτικό να είσαι άνθρωπος περιορισμένης θεματικής γκάμας αλλά το να παίρνει κανείς στα σοβαρά οτιδήποτε αφορά το Τσόρτσιλ, το Ρούσβελτ, το Ντε Γκωλ, το βασιλιά, το τάδε και το δείνα-θεσμικά ή πολιτικά φαντάσματα, ο του περασμένου αιώνα που… αϊ στο καλό κι αϊ στο διάβολο, αν και στο καιρό τους δεν κατάφεραν τίποτα το ουσιαστικό παρά μονάχα να ανακατέψουν καλά το κόσμο σα σούπα, μόνο σοβαρός άνθρωπος δεν θα μπορούσε να είναι. Εξάλλου το πολιτικό έργο τέτοιων σπιούνων της ιστορίας παραμένει ανεξίτηλα χαραγμένο στη συλλογική μνήμη ως η λιγότερη δημοκρατία απ’ όλες τις δυνατές δημοκρατίες που θα μπορούσαν να υπάρξουν. Να γιατί οργιζόμουν και στεναχωριόμουν. Γιατί σκεφτόμουν ότι εκεί όπου κάποτε μεσουρανούσαν τα πολιτιστικά άστρα «θεών», τώρα, ένας στρατός από ετοιμοθάνατους νοσταλγούς της άγριας νιότης, αργοσβήνει σε παγκάκια, υπομένοντας στο φως της ιστορίας τη διαπίστωση της αχρηστίας του, μοιρασμένος λίγο ανάμεσα στο γήρας του απόλυτου και λίγο στη θλίψη που αργά ξεπέφτει σα δάκρυ- αν παρατηρήσεις την άκρη των ματιών του με προσοχή….Παρωδώ τους ηλικιωμένους χωρίς αξιοπρέπεια και τους μέμφομαι. Όσοι χωρίς θάρρος και εντιμότητα δε πάνε να ψοφήσουν μόνοι όπως οι ελέφαντες ή τα ποντίκια, όσοι ποτέ δεν πάλεψαν ή ποτέ δεν αγάπησαν με ανιδιοτέλεια τη ζωή που αθόρυβα ή όχι ξεγλίστρησε σα νερό μέσα από τα χέρια, τότε, στο βάθος κάθε καταλήξεων, ποτέ δεν αισθητοποίησαν τη γνώση της σημασίας της: ότι αγαπώ σημαίνει ξέρω να αποτραβιέμαι, να χάνω, να λησμονώ τις λεπτομέρειες, να κατανοώ το πόνο και να συντρίβομαι. Οι γέροι θέλουν να αλλάξουν τον κόσμο με τις αναμνήσεις κι αυτό με καταθλίβει. Δεν αλλάζουν τίποτα. Αλλάζοντας τις σκέψεις, μεταποιώντας τις ουσίες ή ερμηνεύοντας τα γεγονότα κατά συμφέρον ο κόσμος δεν αλλάζει. Το Ισραήλ θα συνεχίζει να ρίχνει τις μπόμπες του στα καραβάνια των εξαθλιωμένων προσφύγων και η Χεζμπολάχ το ίδιο φανατισμένα θα συνεχίσει να επιτελεί το βάρβαρο έθιμό της αποκεφαλίζοντας ομήρους. Δεν έχει καμία συνέπεια όλο αυτό. Καμία λειτουργία. Εστιάζω το βλέμμα στη γριά• κοιτάζει με μισό μάτι τη μικρή μπεμπέ που καλά καλά δε μπορεί να περπατήσει. Συγκεντρώνω το βλέμμα στη γριά ξανά. Σχεδόν αισθάνομαι τα κύματα αρνητικής ενέργειας που εξαπολύει στο λιλιπούτειο σώμα. Αγνός φθόνος. Ένα άπληστο σάλιο ζήλιας και οδύνης μαζί, ξεπετάγεται από την άκρη των γέρικων χειλιών. Μετά προσέχω το άγρυπνο βλέμμα του πατέρα. Ζυγίζει κάθε βήμα της μικρής. Επιβλέπει με καμάρι τα πρώτα της πατήματα. Μετά ξανασκέφτομαι τους ρόλους που ο καθένας έχει σε αυτό που λένε ζωή. Τώρα μπορώ να συμπεράνω: Αν η διάθεση για ζωή παραμείνει νέα σαν το σώμα γεράσει, τότε η ψυχή του ανθρώπου σκοντάφτει στον εαυτό της: Ο εγωισμός κυριαρχεί επικαλούμενος τα ένστικτα. για επιβίωση και η γέρικη καρδιά συγκρούεται με την αδιαφορία του βρέφους: όχι την άγνοια αλλά την ξέγνοιαστη περπατησιά. Δίχως άλλο το μαρτυρώ έτσι όπως κάποτε το είχα ακούσει σα μια συγκλονιστική αλήθεια από ένα περαστικό: «Γηρατειά σημαίνει να επιμένεις για πολύ καιρό στην ίδια ηλικία!» Βάζω το άθλιο τομάρι μου να εντοπίσει τη θέση του μέσα σε αυτή τη κατάσταση. Ούτε με τη γριά ούτε με τη μπεμπέ. Η αυτοκτονία υπερβαίνει τα πρόσωπα, προσπερνάει τις καταστάσεις, επουλώνει τις πληγές. Και πραγματικά, αν έχεις πάρει ισχυρά την απόφαση να τελειώνεις με ότι αδράχνει ζωή, στην ουσία κάθε γεγονός εξισώνεται με μηδέν. Κι όταν αναφέρω τη λέξη «ισχυρά», δεν  εννοώ κάτι άλλο από μια σύγκλιση ανάμεσα στο συναίσθημα και στη λογική, στο σημείο εκείνο που ο φόβος συναντάει το συμπέρασμα κι η απόφαση την προσδοκία της γαλήνης. Μα όλοι ξέρουμε πως αυτός ο κόμβος, είναι ένα χρυσάφι χωρίς αξία, που δεν το θέλει κανείς παρά μονάχα ο ίδιος ο αυτόχειρας. Τότε, οι άνθρωποι ενδόμυχα σε αντιμετωπίζουν ως κάτι που δεν μπορούν να ταξινομήσουν μέσα σε λογικά πλαίσια και επειδή δεν μπορούν να εννοήσουν ούτε σπιθαμή σε όλο το μήκος αυτού του μεγαλειώδη τρόπου που επιθυμεί να στέφει με ματιές το τίποτα, κάνει τους άλλους να στρέφουν τη ματιά τους αλλού, από φόβο για το άγνωστο. Αυτό είναι όλο. Και ξαφνικά, αρχίζεις να υπάρχεις παρόλα αυτά, όπως απλά οσμίζει ο ιδρώτας όταν κάνει ζέστη. Εξίσου απλά και αιτιατά διαχέεται η παραξενιά του ότι σύντομα πρόκειται να εκλείψεις. Ένας άνθρωπος που γνώρισε το κόσμο σε όλη του τη λειτουργία, από την αθέλητη γέννα έως τον ηθελημένο θάνατο ότι το μόνο στοιχείο που κανείς δε μπορεί να παραγνωρίσει στις πράξεις ενός ανθρώπου που χάνεται μες το πλήθος της πόλης λαμπερός από σιωπή και μαγικός όπως ένα χαρούμενο εσωτερικό συναίσθημα που διαρκώς διογκώνεται, είναι η ίδια η σφραγίδα της πράξης μιας εξέγερσης του αυτοκτονούν μάρτυρα, εκείνου που αποχωρεί αφήνοντας κάποια ογκώδη ίχνη που ποτέ δε κατόρθωσε να εκφράσει. Μιλάω για λεκέδες αίματος. Όχι μικρά αινιγματικά ραβασάκια που εξηγούν συνοπτικά το γιατί. Όχι μελοδραματικές συμπεριφορές μωρόδαυλων  ικετών. Όχι μια παθογένεια που καταλύει κάθε λειτουργία, που παρασέρνει το σώμα στη εξαθλίωση και που μέσα σ’ όλα αναγκάζει και τη ψυχή ν’ ακολουθήσει, μη έχοντας καμία επιλογή εκτός από το να δικαιολογεί τα αδικαιολόγητα. Όχι. Τίποτα απ’ όλα αυτά  Έξω απλά, μόνος, ορμώ απεγνωσμένος, απεγνωσμένος με όνειρα που σκληραίνουν, για αγάπης όμοιος θεού, τα λεπτά ζητήματα της καρδιάς, χωρίς καρδιά να παρελαύνει ο χωρίς εαυτό σκληρός εαυτός.   Με μία γεύση που η ενέργειά όλη σωρεύθηκε σε μία και μόνο θέληση, αυτό είναι η ζωή για έναν ευαίσθητο άνθρωπο. Έρωτας!  Όπως έχουν τα πράγματα, ήρθε ο καιρός να γράψω για το ζήτημα της απώλειας. Και δεν μιλώ για την απώλεια μιας μητέρας (ειδικά για τη εκνευριστική μου μητέρα το αρνούμαι καθολικά) ή την απώλεια των συγγενών, των συνεργατών ή των φίλων. Μιλώ για την απώλεια του Έρωτα, για την πραγματική απώλεια, τέτοια που σου στοιχίζει πολύ περισσότερο σαν ιερή πίστη παρά σαν λάγνα απόλαυση, δηλαδή ότι πιο ισχυρό σε συναισθηματική επίδραση, ικανό ακόμα και να σκοτώσει την όποια τρυφερή καρδιά μαδώντας την  φύλλο και φτερό,  π’ οπλίζει το χέρι του αθώου με κτήση για φονικό, που κάνει το ενδιαφέρον εξουσιαστικό πάθος, που μεταστρέφει το σκίρτημα σε ζήλια ή χειρότερα, σε αγνό φθόνο.  Ανέφερα πρωτύτερα, πως ζητούσα από τον εαυτό να συνευρεθώ για μια τελευταία φορά με τις χάρες και τις ευλογίες ενός έρωτα, εν προκειμένω με τη Μαρία, τη γυναίκα που γνώρισα κατά τη διάρκεια του περιπάτου και που τόσο με είχε συνεπάρει το θράσος που συνοδεύει τη λεπτεπίλεπτη ομορφιά όταν την αντικρίζει κάποιος που έχει τόσο καιρό να βρεθεί με το αντίθετο φύλο ή εν πάσης περιπτώσει  με το φύλο της αρεσκείας του . Γιατί ένας επιεικής θεατής η διαλλακτικότητα του οποίου καθορίζεται απ’ το βαθμό της ερωτικής του δίψας, θα έπρεπε κανονικά να συγκρίνει τα φλερτ στα οποία ενδίδει ή όχι, με τις αισθήσεις των απολαύσεων εκείνων, μοναχά σαν καταστάσεις που καθηλώνουν το νου σε μια θαμπή αβουλία όμοια με τη βαθιά νάρκωση της απεριόριστης ερωτικής ευτυχίας. Αν έναν τέτοιον έρωτα τον αποδεχόμαστε ακόμα και όταν λέμε και νιώθουμε ότι είμαστε τόσο καλλιεργημένοι όσο να μπορούμε να παίρνουμε όλες τις θέσεις απόλαυσης, του δεινού γαμιά, του ματάκια της συνουσίας μας, της αδερφής ψυχής, του πολύτιμου συντρόφου, όλους τους ρόλους στη κυριολεξία, τότε αυτό είναι κάτι που επιτρέπουμε να μας συμβεί με ακέραια τη συναίνεση των ενστίκτων κι ακέραια την αθωότητα των αισθήσεων, τότε να ένας λόγος λιγότερος για να μην πεθάνουμε ποτέ.  Με λίγα λόγια η αποδοχή στον «Έρωτα του Αφομοιώνεσαι» είναι θέρμη μιας αγάπης που μας κρατάει ζωντανούς. Μα όλα αυτά είναι ίσως επιτηδευμένες φλυαρίες και χαζορομαντισμοί. Η αλήθεια είναι πως ήθελα απλά να γευτώ ένα τρυφερό αιδοίο ξανά, να επιβεβαιώσω τη καταστρεπτική του δύναμη επάνω στην ανδρική ευθύτητα,. Ίσως να ήθελα να νιώσω τη βούλησή μου να παραλύει, όμως σίγουρα ήθελα να με αποπλανήσει το πάθος του επιβήτορα που βαυκαλίζεται τον καμπόσο, το πάθος εκείνο που συγκρίνεται με θάνατο, που ισοδυναμεί με θάνατο, που είναι θάνατος, να νιώσω βορά του βοριά, να με παρασύρει η γλύκα του μουνιού, να το μυρίζω και να θέλω να το γαμάω σα τρελός, να το ξεσκίζω, να το χύνω, να το ξεπατώνω κι ύστερα να το χαζεύω με τις ώρες και να το γλύφω ξανά στραγγίζοντάς το απ όλα τα ζωτικά του υγρά, σε μια προσπάθεια να το αποδυναμώσω ώστε να μπορώ μετά να το αγγίζω απαλά στεγνό έτσι που θα είναι, πρησμένο από την ιδέα μιας καύλας που δεν έχει άλλες δυνάμεις να λειτουργήσει . Έτσι ήθελα. Έτσι σκεφτόμουνα. ¨ότι ήθελα να αναδρώ μαζί του επιστρέφοντας την ευτυχία του στον εαυτό μου, περισσότερο ίσως κοιτώντας το με τις ώρες, για να νιώθω,  να εκδικούμαι τη μήτρα του κόσμου, να βλέπω τη μήτρα του κόσμου μου να φουσκώνει και εγώ να την αγνοώ παρόλα αυτά, την αισθητή μου απολαβή να διεγείρω, να αναδύομαι, να κάνω τη φύση μου να ανατέλλει , να νιώθω κάτι που εξαντλώντας όλη την αυστηρότητα στην κριτική των ηδονών θα μπορούσα να ονομάσω «νιώθω καλά μ’ αυτή τη ψευδαίσθηση».  Σ’ αυτή πιθανότητα για απόδραση, μπορώ να ορίσω το λάθος στη ρωγμή των γκρεμών, στην επιφάνεια της βούλησης για ζωή ότι το να ζεις κανείς, αξίζει, η συνέπεια της ψευδαίσθησης αξίζει αυτήν την αναβολή! Σ’ αυτή τη πιθανότητα θα μπορούσα να νιώσω απίθανος. Κάπως έτσι, έμμονα ορμώμενο, θυμάμαι το κακομοίρη εαυτό, να αντιστέκεται στη φύση που αντίκειται στα σχέδια της αυτοεξόντωσής, να καλεί τη Μαρία ένα ήσυχο ζεστό κατά τ’ άλλα απόγευμα, στο νεκροταφείο όπου έχω θάψει τον πατέρα, να έρθει να με συναντήσει, μετριάζοντας στα σίγουρα την επιθυμία του ερωτικού σώματος που διαμαρτύρεται. Κι ήταν χαρακτηριστικός ακόμα και ο τρόπος της απορίας στο ύφος της- κάτι που η γραφή αδυνατεί να παραθέσει με πειστικότητα και μόνο η φαντασία μπορεί να προσεγγίσει τη πραγματικότητα, ας πούμε σ’ εξωτισμό. Πάντως ήταν κάτι ανάμεσα σε ερώτηση και δισταγμό για μια πρόσκληση ανεξήγητα επιθυμητή, πέρα από τα καθιερωμένα. Σύνθετο μέγεθος μιας φοβισμένης περιέργειας αναμεμειγμένης με ηδονισμό θα πρέπει να ήταν αυτό που την έκανε να τρέμει από ρίγος, να προσδιορίζει τις σκέψεις της σε πρωτόγνωρα εδάφη, κάτι που φέρνει σε: “Πρώτο ραντεβού εκεί?”– η Μαρία δεχόταν και λίγο αργότερα εγώ συμφωνούσα με τον πόθο της και μαζί με τον φόβο της, τη περίμενα στο νεκροταφείο, στο κήπο των νεκρών όπως συνηθίζω να λέω, καθισμένος στη ταφόπλακα του πατέρα, καπνίζοντας Zitanesαπό χαρτί καλαμποκιάς – τα στέλνει η μαμά κάθε μήνα με courierαπό το Παρίσι- και πίνοντας ελληνικό κονιάκ για να γλεντήσω τη ζωή και να πενθήσω το πατέρα. Θα ήθελα να το φανταστείτε, εμένα εκεί να περιμένω, να πίνω στα κλεφτά και να καπνίζω κάπως νευρικά, όταν η μορφή της γυναίκας που αχνοφέγγει στην αντρική καρδιά, να που ξεπροβάλλει σαν δύναμη πρωτόγονης ζωής μέσα από κυπαρίσσια, τάφους και μαυσωλεία. Ω πως η δύναμη της θηλυκότητας τα επισκιάζει όλα, κι όχι γιατί η γυναίκα είναι αυτό καθ εαυτό δυνατή, αλλά γιατί ο άντρας, όσο και να το αρνείται, λατρεύει τη γυναίκα όσο τίποτα. Την κάνει θεά, τη μετατρέπει σε δύναμη. Υποκλίνεται κι οπισθοχωρεί. Στη ζωή νικάει πάντα το μουνί έλεγε η σιχαμένη η γιαγιά. Ευτυχώς. Πάνω απ’ όλα ο θάνατος! Ωστόσο η πραγματική μου αρρώστια, δεν ήταν κάτι που μέχρι τότε δεν είχα πιστοποιήσει καλά καλά, που δεν γνώριζα και που δεν μου είχε προσδώσει ακόμη νέο νόημα, να ξυπνήσει η ζωντάνια μέσα στο παράδοξο του χρονικού μου εγκλεισμού, η αυτοκτονία μου σαν δημιουργός σηκωτής και σαν ευτυχία,  Προσωπική Σημείωση: Άρχισα κάπως να πεινάω.            

   Τρίτη (5 μέρες πριν κλειδωθώ) 

 Δεν αποθαρρύνομαι. Νιώθω τα χείλια βαριά, διψούνε. Η πείνα δεν έχει ακόμα μερίδιο, το ξέρω, αλλά υπάρχει. Προς το παρών μόνο η δίψα κι αυτή ακόμα  δεν φαίνεται ικανή να με αποτρέψει από το γράψιμο. Το δυναμώνει. Όπως τότε με τη Μαρία στο νεκροταφείο. Το ίδιο σύνδρομο αλλά πιο ερωτικό, του αφανισμού. Θυμάμαι, παρθήκαμε πάνω στο τάφο του πατέρα και δεν είναι προστυχιά να το διατυμπανίζω και να το γράφω με περηφάνια όταν ακόμα και οι νεκροί μπορούν να χαρούν. Όχι δεν λέω καμιά παλαβομάρα ή ανοησία, λέω πως γνωρίζοντας σχετικά τον πατέρα και ειδικότερα τις φοβερές του απόψεις περί πούτσας μουνιού και καύλας, αν υποθέσω πως μπορούσε να ζει για πάντα ή ακόμα καλύτερα αν μ’ ένα αλλόκοτο τρόπο ήταν δυνατό να ναι νεκρός και ζωντανός ταυτόχρονα,  νεκρός για μένα και χωμένος εκεί, ζωντανός για εκείνον κοιτώντας  μισοτυλιγμένα κορμιά να αγκομαχούν με αναφιλητά υγρά και σπέρμα πάνω στο μάρμαρο του τάφου ή θ’ άνοιγε καμιά μπύρα να δει τσόντα όπως κάνουν οι πραγματικοί άντρες ή θα τραβούσε καμιά μαλακία να του περάσει. Μπορούμε πάντα να φέρουμε μια ευθεία, να προεκτείνουμε  τις πράξεις, των θελήσεων που δεν αλλάζουν στους καιρούς, ακόμα κι αν ο άλλος δεν βρίσκεται στη ζωή. Με αυτό τον τρόπο, με τον τρόπο της γεωμετρίας, ο αποθανών είναι πάντα μαζί μας. Δοκιμάστε το, θα δείτε ότι  πιάνει. Και πριν περάσω για τα καλά σε αυτό με το οποίο θέλω να καταπιαστώ θα πω μόνο πως ένας αγαπημένος νεκρός μας λείπει μόνο στη περίπτωση που εκείνα που κάποτε γνωρίζαμε ότι ήθελε, ήταν θελήσεις που λίαν συντόμως θα άλλαζαν σε άλλες που δεν μπορούμε να πούμε με σιγουριά ποιες. Σ’ έναν νεκρό αυτό που μας λείπει μαζί του είναι η αβεβαιότητα της ανθρώπινης φύσης του.  Με το θάνατο, ολάκερος ο εγωισμός ενός προσώπου που είχαμε μάθει να μοιραζόμαστε μαζί στη ζωή, στο θάνατο, χάνεται μαζί του. Τότε μένουμε μόνοι σε μια κατάσταση που ονομάζουμε κενό, όμως δεν είναι άλλο από ένα βάρος που σηκώνουμε πια μόνοι. Πολύ κομψά κρύβουμε στο όνομα του πένθους τον παχύσαρκο εγωισμό μας . Στη Κρήτη λόγου χάρη, με το θέμα του θανάτου, στην ορεινή Κρήτη ιδιαίτερα, τα πράγματα είναι πολύ πιο διαφορετικά, πολύ πιο ουσιώδη στο χαμό του αγαπημένου και πιο συγκεκριμένα στη κηδεία. Δεν θα πω ότι οι Κρήτες χαίρονται με την απώλεια, θα πω όμως ότι στήνουν γλέντι στις κηδείες με άφθονο ρακί, μπαλωθιές και μαντινάδα . Κι αν τυχόν οι μοιρολογήτρες το παρακάνουν στο μουρμουρητό και τη κλάψα, οι άντρες τις αποπαίρνουν χυδαία και τις αποδιώχνουν εντελώς από κει ως μάνες ανίκανες λεβεντιάς να ναι. Οι Κρητικοί γλεντάνε όχι για ότι δεν θα υπάρξουν στη συντροφιά του εκλιπόντος πια αλλά για ότι στη ζωή έζησαν μαζί του. Βλέπεις για έναν Κρητικό της παλιάς σχολής ο θάνατος δεν μετρά σαν κάτι μοιραίο ενώ το μετά θάνατον δεν έχει νόημα. Μοιραία είναι η ζωή πριν να τελειώσει κι αυτό τώρα σου επιτρέπεται να το γεμίσεις μ’ ότι ερμηνείες επιθυμείς. Φαίνεται πως η αρχαία ελληνική σημασία του πένθους  μέσα στη τραγικότητα για το σεβασμό του νεκρού ενέχει το στοιχείο της γιορτής. Με τρόπο ομοιοπαθητικό, ο νεκρός που φεύγει είναι ο θάνατος που έρχεται και με τους ξένους οι Έλληνες ήταν πάντα φιλόξενοι.  Κι ότι ο χριστιανισμός αλλοίωσε στην Ελλάδα, στη Κρήτη επέζησε. Όχι γιατί η φιλοξενία είναι ιερή ώστε να αποδεχτείς έναν ξένο όπως ο ιουδαϊσμός όταν κυνηγημένος από τους Ρωμαίους έρχεται στην Ελλάδα, την ίδια στιγμή που για τους Έλληνες, το να λατρέψουν ένα θεό που οι Ρωμαίοι μισούν, σημαίνει σύνθημα για επανάσταση, για ανατροπή στο ζυγό, αλλά επιπροσθέτως, στη Κρήτη, τίποτα δεν μπορεί ν’ αλλάξει την πεποίθηση ότι ένας ξένος, όσο κι αν αγαπηθεί ή φιλιώσει με τα ήθη και το τόπο, θα παραμείνει ξένος. Αυτή η σκληρότητα της ορεινής Κρήτης, είναι το δικό μου βουνό. Κάπως έτσι.  Όμως με τούτα τα λόγια δεν ήθελα ούτε να ορίσω αλλά ούτε να εξηγήσω γιατί οι Κρητικοί ήταν και θα είναι αδούλωτοι. Να δικαιολογήσω την ανία μιας κουλτούρας που με έπληττε πιο θανατερά κι απ’ τον ίδιο το θάνατο θέλω . Βαριόμουν. Αλλά φαίνεται πως έχω αποκρύψει πολλά πράγματα μέχρι στιγμής και ότι δεν υπάρχει νόημα πια να συνεχίσω να τα κρύβω. Το σώμα μου έχει αρχίσει να καθαρίζει απ’ όλα, σαν νηστεία που τα βλέπει ολοένα και πιο ξεκάθαρα. Κάθε δευτερόλεπτο που περνάει φαίνεται πως μετράει πιο σημαντικά απ’ όσο είναι. Σα να πλησιάζω όλο και πιο πολύ σε πράγματα που είχα απωθήσει. Τι κι αν υπήρξα δώδεκα χρόνια παντρεμένος, τι κι αν έχω κάμποσα παιδιά τόσα που δεν θα τολμήσω να απαριθμήσω, κάποια εξώγαμα και κάποια όχι. Προσπαθούσα ν’ αποφύγω τη θύμηση ενός γάμου πιο οδυνηρού κι από μια διαδικασία βασανισμού στ’ άμπου γκρέιμπ. Πραγματικά η ζωή του παντρεμένου ήταν κόλαση, όχι από τη σκοπιά μιας  σχέσης καταστρεπτικά έντονης, ούτε καν από τη μεριά μιας βίαιης κατάστασης, ενοχικής σαν μνήμη σπαρμένη από δυστυχισμένες αποστάσεις. Με τη γυναίκα μου την Άννα τα πράγματα ήταν τόσο καλά τοποθετημένα μεταξύ τους που όλα φάνταζαν τέλεια σε τέτοιο βαθμό που από σεμνότητα και μόνο δεν θα πω ότι ήταν τέλεια. Είχαμε μια άριστη επικοινωνία αλλά φαίνεται ότι κάτι τέτοιο τελικά μάλλον δεν είναι αρκετό. Με την Άννα κάναμε τρία υπέροχα παιδιά, την Ώρα, το Κύριλλο και το Μάξιμο, με την Άννα φτιάξαμε ένα όμορφο διώροφο σπίτι στη πευκόφυτη περιοχή της Νέας Φιλοθέης και ένα εφεδρικό, ένα δυάρι που το λέγαμε «ο περιστερώνας μας», κι ήταν  στο κέντρο της πόλης. Στο περιστερώνα μας βρισκόμασταν με την Άννα κάθε φορά που θέλαμε να μείνουμε οι δυο μας, ζευγάρι χωρίς έγνοιες, όπως κάνουν οι ερωτευμένοι κι όπως κάνουν οι νέοι. Τι άλλο θα μπορούσα να αναφέρω προκειμένου να σε πείσω για του λόγου το αληθές? Όχι γιατί αναγκαστικά πρέπει να σε πείσω, μιας και δεν έχω κανέναν να πείσω τέτοια ώρα, αλλά γιατί έτσι πραγματικά ήταν. Με την Άννα δεν ήμασταν ένα ζευγάρι της ανισότητας αλλά ένα ζεστό μοντέρνο ζευγάρι και μάλιστα θα πω και κάτι που θα σε εκπλήξει: Ποτέ δεν έπαψα να είμαι ερωτευμένος μαζί της. Βέβαια αυτό δεν είναι κάτι το οποίο το ήξερα ή μπορούσα να το ανασύρω από τη καρδιά μου ανά πάσα ώρα και στιγμή αλλά είναι κάτι που ξεπήδησε σαν μυστική αλήθεια μόλις έκλεισα τη πόρτα στο δωμάτιο. Ίσως τώρα να έπρεπε να ρωτηθώ αν μετάνιωσα, αλλά θα ήταν αβάσιμη ερώτηση ακριβώς γιατί δεν θα μπορούσα ποτέ να μετανιώσω για κάτι που σε διαφορετική περίπτωση θα ήταν μια αλήθεια που δεν υπάρχει. Μόνο όταν κλείνει η πόρτα ξέρουμε τι χάσαμε. Πιο πριν αυτός ο άνθρωπος μέσα μας δεν υπάρχει. Ωστόσο είναι κάπως ειρωνικό το όλο θέμα, αφού τα ίχνη της τροχιάς που οδηγούν σε ένα αποτέλεσμα σαν κι αυτό εδώ, προΰπαρχαν. Όσο ήμουν παντρεμένος κρατούσα ημερολόγιο. Είναι αυτό το πράσινο βιβλίο με τη μαύρη μέλισσα απ’ έξω που θα βρεθεί στο πάνω πάνω συρτάρι του γραφείου της βιβλιοθήκης μόλις θεωρήσουν ότι κάτι κακό συμβαίνει σ’ αυτό το σπίτι και εισβάλλουν με τσεκούρια και λοστούς. Δεν έχει σημασία. Αυτό που έχει σημασία είναι να αντιληφθείς ότι τώρα είμαι πιο νέος στο συναίσθημα, πιο φρέσκος, από τον άνθρωπο που έγραφε εκείνο το ημερολόγιο τότε.        

 

 

 

 

 

 

 

Tuesday, September 19

Βροχή.

Τις τελευταίες μέρες δεν έκανα τίποτε άλλο από το να παρατηρώ τη βροχή.

Μου αρέσει η βροχή.

Monday, September 25

Πανικός.

Σήμερα προκλήθηκε πανικός στο γραφείο. 

Πείραγμα.

Η συνάδελφος που μιλάει συνέχεια στο τηλέφωνο και ακούει ελληνικά τραγούδια μου είπε πως έχω κάτι. Στη μύτη μου.

Προσωπικώς, δεν αισθάνθηκα καμία ενόχληση.  

Περίπατος.

Περπάτησα μέχρι την τουαλέτα. Έπλυνα τα χέρια μου. Ήταν ωραία αίσθηση. Ύστερα επέστρεψα στο γραφείο. Τα βήματά μου ήταν χαλαρά. 

Πιθανολογώ.

Η συνάδελφος που μιλάει συνέχεια στο τηλέφωνο και ακούει ελληνικά τραγούδια μουρμουρίζει πως της αρέσει… το σεξ; Κάτι τέτοιο.

Θα είναι κανένα τραγούδι πάλι. 

Επιδημία.

Ο συνάδελφος που μπορεί να είναι gay λέει πως του αρέσει το σεξ, επίσης. 

Ντουέτο.

Τώρα τραγουδάνε κάτι που λέει «θες να κάνουμε σχέση;». 

Ηχορύπανση.

Έχω χάσει την ησυχία μου. Τώρα παρασύρουν και άλλους στο γραφείο. 

Ερωτήματα.

Γιατί να μην κάθονται ήσυχοι όπως εγώ; Που τους βρήκα; 

Τιμωρία.

Θα τους βάλω Wagner. 

Γαλήνη.

Όλοι σιώπησαν.

Τι όμορφα. 

Thursday, September 28

Φτάρνισμα.

Σήμερα το πρωί φταρνίστηκα. Ίσως και τρεις φορές.

Νιώθω εξαντλημένος. Δεν θα δουλέψω άλλο. 

Wednesday, October 04

Βάρος.

Δε μπορώ να σηκώσω το δεξί μου χέρι.

Τι  βάρος.

 

Sunday, October 08

Βροχή.

Αν και βαριέμαι, λέω να πάω μέχρι το παράθυρο να δω μήπως βρέχει έξω.

Όχι.

Δε βρέχει.

Πρόβλημα.

Μου είχε πει πως αν σταματούσε η βροχή θα ήθελε να κάναμε έναν περίπατο εις την πόλη.

Βαριέται περισσότερο από εμένα να ελέγξει την κατάσταση του καιρού. 

Ψέμα.

Θα της πω πως βρέχει ακόμη. Αποκλείεται να με αμφισβητήσει.

Παραδοχή.

Βαριέμαι να βγω.

Tuesday, October 10

Αϋπνίες.

Δε μπορώ να κοιμηθώ. Πόσο βαρετό.

Αέρια.

Έχω αέρια.

Βροχή.

Κατευθύνθηκα προς το μπαλκόνι για να κλάσω.

Πάλι βρέχει έξω. Πόσο βαρετό. 

Υγρασία.

Με ενοχλεί η υγρασία. Θα υποχρεωθώ να ντυθώ, νομίζω.

Περιττό.

Βαριέμαι να φορώ ρούχα στο σπίτι. Είναι περιττά.

Σκέψις.

Πρέπει να κοιμηθώ. Βαριέμαι να κάνω οτιδήποτε άλλο. 

 

Friday, October 13

Θετικισμός.

Σήμερα νομίζω πως ο καιρός είναι όμορφος. Η πόλη δείχνει φωτεινή. Βαριέμαι να κοιτάξω προς το παράθυρο, αλλά έτσι πρέπει να είναι ακόμη.

Ατμόσφαιρα.

Πρέπει να δημιουργήσω μια θετική ατμόσφαιρα στο γραφείο.

Μουσική.

Θα τους βάλω VelvetUnderground

Βλέμματα.

Νομίζω πως η συνάδελφος που μιλάει συνέχεια στο τηλέφωνο και ακούει ελληνικά τραγούδια με κοιτάζει άγρια. 

Παρασκευή.

Σήμερα είναι Παρασκευή. Μόλις το είδα στο ημερολόγιο.

Αύριο θα είναι Σάββατο.

Εκλογές.

Μερικοί συνάδελφοι ζήτησαν να απουσιάσουν σήμερα. Μου είπαν πως πρέπει να φύγουν για να ψηφίσουν στα χωριά τους.

Τι ανόητο. Τι ταλαιπωρία. Πόσο βαρετό.

Πολιτικά.

Όσοι παρέμειναν εντός γραφείου σήμερα επεδίωξαν να μάθουν τι πρόκειται να ψηφίσω. Τους απάντησα πως δεν ξέρω που ψηφίζω.

Κουτσομπολιό.

Πολλοί συνάδελφοι πιστεύουν πως προσπαθώ να τους εξαπατήσω, πως πρόσκειμαι στη δεξιά παράταξη και πως σκοπεύω να ψηφίσω αυτόν τον gay κύριο για Δήμαρχο της πόλης μας.

Τι βαρετές υποθέσεις.

Κακλαμάνης.

H προεκλογική εκστρατεία του gay κυρίου σχολιάστηκε εντόνως στο γραφείο. Γιατί απέφυγε να χρησιμοποιήσει μια φωτογραφία του στις γιγαντοαφίσες;

Απάντηση.

Για να μη τον δείχνουν με το δάχτυλο, απάντησα.

Αποχή.

Ο συνάδελφος που μπορεί να είναι gay απείχε από τις συζητήσεις αυτές.

Θα είναι σοσιαλιστής.

Πολιτικοποιημένη.

Η συνάδελφος που μιλάει συνέχεια στο τηλέφωνο και ακούει ελληνικά τραγούδια σχεδιάζει να πάει να δει κάποιους κυρίους Πανταζή και Δημητρίου.

Που εκλέγονται αυτοί; Δεν γνώριζα πως ήτο πολιτικοποιημένη.

E-mail.

Έστειλα ένα mail στην κυρία που καθαρίζει, μαγειρεύει και κάνει όλες τις δουλειές του σπιτιού, να μάθει που ψηφίζω. Για την περίπτωση που δεν βαρεθώ να πάω.

Κόπωση.

Φτάνει η δουλειά για σήμερα.

Βοήθεια.

Πως μπορώ να υποκριθώ στον οργασμό;

Κάθε συμβουλή καλοδεχούμενη θα έλεγα.

Tuesday, October 17

Παρέλαση.

Ο συνάδελφος που μπορεί να είναι gay λέει πως με το νέο Δήμαρχο που εξελέγη στην Αθήνα θα έχουμε «καλύτερο και μεγαλύτερο gayparade». Εγώ τον ρώτησα: «Παρελαύνουν με άρματα μάχης στας εορτάς του Έθνους;». Δεν πήρα απάντηση.

Κατά την καθομιλουμένη, θα έλεγα πως «στράβωσε».

Θερμοκρασία.

Παρατηρώ πως η θερμοκρασία έχει πέσει σήμερα.

Πανωφόρι.

Ίσως χρειαστώ ένα πανωφόρι για το απόγευμα.

Μήπως να τηλεφωνήσω στην κυρία που καθαρίζει, μαγειρεύει και κάνει όλες τις δουλειές του σπιτιού;

Παράθυρο.

Θα έπρεπε να κλείσω το παράθυρο. Αλλά βαριέμαι. 

Ιδέα.

Θα μπορούσα να παρασύρω στο γραφείο μου κάποιον συνάδελφο και πριν φύγει να του ζητήσω να το κλείσει.

Γραμματέας.

Όλα αυτά θα είχαν λυθεί εάν είχα μια γραμματέα.

Η τελευταία έφυγε τόσο νωρίς.

 

Αγγελία.

Επιτέλους, πρέπει να βάλω μια νέα αγγελία. Και μετά να περάσω τις υποψήφιες από interview. Θα απαγορεύσω τις λολίτες. Βαριέμαι να ερεθίζομαι.

  Φρίκη.

Interviews = Πολύς κόσμος = Διαταραχή ψυχικής ηρεμίας.

Όχι, δεν το επιδιώκουμε αυτό.

Ανάπαυση.

Πόσες έντονες συγκινήσεις στον εργασιακό μου χώρο και σήμερα…

Τώρα πρέπει να αναπαυθώ. 

Ζήτημα.

Πρέπει να προφασιστώ εργασιακό ζήτημα. 

Friday, October 20

Βοήθεια.

Θα τηλεφωνήσω στην κυρία που καθαρίζει, μαγειρεύει και κάνει όλες τις δουλειές του σπιτιού για βοήθεια.

Επιμονή.

Επιμένει. Το παίζει κοντά, λέει, θα πάμε με τα πόδια.

Με έλουσε κρύος ιδρώτας.

Σινεμά.

Θέλει να πάμε να δούμε μια ταινία στην οποία φοράνε Prada.

Σωτηρία.

Η κυρία που καθαρίζει, μαγειρεύει και κάνει όλες τις δουλειές του σπιτιού μου είπε πως ο γιος μιας φίλης της το είχε κατεβάσει από το διαδίκτυο.

Τώρα μου κάνει ένα copy σε DVD και σε λίγα λεπτά θα έχω την ταινία στο σπίτι μου.
Της είπα να φορέσει κάτι από τη γκαρνταρόμπα της και να κοιταχτεί στον καθρέφτη. Εγώ βαριέμαι.

Θαλπωρή.

Τώρα θα ξαπλώσω αναπαυτικά στην πολυθρόνα μου και θα χαζεύω τη θέα από το παράθυρο.

Λαμπάκια. Πολλά λαμπάκια. Τι όμορφα που είναι.

Thursday, October 26

Ύπνος.

Σήμερα κοιμόμουν όλη μέρα.

Τώρα δεν ξέρω τι μέρα είναι.

Έξω.

Λαμπάκια. Πολλά λαμπάκια. Τι όμορφα που είναι.

Pet.

Νομίζω πως θέλω μια χελώνα.

Ναι. Είναι ήσυχα ζώα αυτά.

Τρία.

Η λέξη τρία αποτελείται από τέσσερα γράμματα.

 

 

 

Sunday, October 29

Μνήμη.

Μερικές φορές έχω κενά μνήμης. Να, πριν από λίγο την είδα στην κρεβατοκάμαρα και παραλίγο να καλέσω το 100.

Ώρα.

Απόψε λένε πως αλλάζει η ώρα.

Βαριέμαι ν’ αλλάζω την ώρα σε τόσα ρολόγια. Καληνύχτα μικρή μου.

Στύση.

Μόλις είχα στύση.

Μακάρι να μην το καταλάβει. Βαριέμαι.

Tuesday, December 05

Χριστούγεννα.

Πρέπει να έρχονται τα Χριστούγεννα. Η πόλις έχει γεμίσει φωτεινά λαμπάκια.

Πόσο πολλά λαμπάκια.

Τι όμορφα.

Wednesday, December 06

Θαμπωμένος.

Από τα λαμπάκια.

Thursday, December 07

Διακόπτης.

Πατάω το διακόπτη της λάμπας του γραφείου μου. Το φως ανάβει. Και σβήνει. Όπως τα λαμπάκια.

Monday, December 11

Ταβάνι.

Χθες το βράδυ ξύπνησα απότομα. Είδα το ταβάνι. Και σκέφτηκα ότι βαριέμαι.

Μουντή.

Σήμερα η μέρα είναι μουντή. Θα ανάψω τα λαμπάκια από νωρίς στο σπίτι.

Λαμπάκια.

Αγόρασα πολλά λαμπάκια για το σπίτι.

Τα βλέπω να ανάβουν. Και να σβήνουν.

Διόρθωση.

Ας τα βάλει κάποιος άλλος, όμως. Εγώ βαριέμαι.

Αναρωτήθηκα.

Γιατί όποτε μας έρχεται μια ιδέα δεν ανάβει ένα λαμπάκι πάνω από το κεφάλι μας;

Πάντοτε μου άρεσε αυτό στα παιδικά αναγνώσματα. Ναι, πρέπει να βάλω κι εκεί λαμπάκια.

Αποστολή.

Έστειλα την κυρία που καθαρίζει, μαγειρεύει και κάνει όλες τις δουλειές του σπιτιού να αγοράσει περισσότερα λαμπάκια.

Η άλλη δε μπορεί. Βαριέται στο γραφείο της.

Friday, December 15

Ασήμαντο.

Πριν από λίγο ρεύτηκα. Χαζεύοντας τα λαμπάκια εις το γραφείον της οικίας μου. 

Saturday, December 16

Ξύπνιος.

Ακόμη να βάλουμε τα λαμπάκια εις την οροφή. Γι’ αυτό δε μπορώ να κλείσω μάτι.

Άκαρπαι.

Οι προσπάθειες να μεταπείσω την κυρία που καθαρίζει, μαγειρεύει και κάνει όλες τις δουλειές του σπιτιού, ώστε να βρει κάποιον άνθρωπο ικανό να τοποθετήσει λαμπάκια εις το ταβάνι του υπνοδωματίου.

Έξω.

Κοιτώ έξω από το παράθυρο.

Λαμπάκια. Πολλά λαμπάκια. Τι όμορφα που είναι.

Monday, December 18

Τρόμος.

Σε περίπτωση διακοπής ρεύματος, πως ανάβουν τα λαμπάκια;

Σκέψις.

Καθόμουν στο γραφείο. Δεν έκανα κάτι. Ξαφνικά, μια σκέψις πέρασε από το μυαλό μου. Δεν αντέδρασα. Συνέχισα να κοιτώ τα λαμπάκια.

Friday, December 29

Ουρανός.

Ο ουρανός έχει γεμίσει λαμπάκια. Εγώ τα βλέπω.       Η ώρα περνάει. Έχω αρχίσει και νιώθω λίγο περίεργα. Παράξενοι ήχοι βγαίνουν από το στομάχι. Ίσως έχω περάσει στη φάση που το σώμα αρχίζει και τρέφεται με τον ίδιο του τον εαυτό. Κύτταρο τρώει κύτταρο. Από την άλλη δεν επιθυμώ  να πω άλλα προσωπικά ζητήματα. Ίσως να θέλω να φιλοσοφήσω για τον έρωτα. Ίσως αυτό με βοηθούσε να ξεχαστώ, να ξαναβρώ το χιούμορ μου. Να, ρωτάω: ο έρωτας είναι μια επινόηση? Να απαντάω: όχι.  Θα πω ότι ο ερωτισμός είναι μια κατάσταση που ενδεχομένως οδηγεί στον έρωτα. Ο σωστός τονισμός της φωνής που ξεδιπλώνει τις αισθήσεις και αφυπνίζει την οξύτητα του νου, που οδηγεί στην εξέγερση των φαντασιακών αισθητηρίων και που επισφραγίζει θριαμβευτικά την είσοδο στους τόπους των συναισθημάτων. Αυτός ο έρωτας που διαρκώς παραπονιέται από τις αποτυχίες του παρελθόντος, που αποβλέπει στην εκπλήρωση των προσδοκιών, που συναισθάνεται από τις δυνατότητες του κόσμου που ονειρεύεται, μια χωρίς όρια έκταση της λαγνείας, αυτός ο ερωτισμός που στοχάζεται για να υπερβεί την απώλεια, που χάνεται για να παραμυθήσει τον ορίζοντα, που τοποθετεί ήλιο και σύννεφα και χρώμα, όλοι σχοινοβάτες του οράματος, αυτός ο ερωτισμός, αυτός ο έρωτας της φωτογραφίας. Ο ερωτισμός σαν διαδοχή ενός ξεφτισμένου έρωτα, ένας έρωτας χαλασμένος, ένας έρωτας που δεν καρποφόρησε, που τώρα δεν υπάρχει παρά σαν κατάσταση που υπήρξε, σαν κατάσταση της γοητείας και της επιρροής, με τον τρόπο της μεθόδου που αναπτύσσει την ηδονή σκόπιμα, με την κατάλληλη τονικότητα της φωνής που σπάει υπολογισμένα, η εκλεπτυσμένη θέση του σώματος που μαρτυράει την απόλαυση και την επικυριαρχία του μεθοδευτή στον πόθο, καύλωνε αγαπητέ άνθρωπε, τι σημασία έχει αν το κάνει άντρας ή γυναίκα, οι συχνότητες αλλάζουν, η χροιά, στο βάθος το ίδιο είναι , σαν ένα ψεύτικο κορμί μέσα στις εμπειρίες, φανερά δήθεν ως μάσκα που ξεγύμνωσε την ομορφιά, το αληθινό πρόσωπο, το αξέχαστο πρόσωπο, το ιδρωμένο πρόσωπο, τα χαρακτηριστικά που κρέμονται, που αγωνιούν, το αναστατωμένο πρόσωπο, ο γυμνός άνθρωπος, ο επαναστατημένος άνθρωπος, ο εξεγερμένος άνθρωπος- και μπροστά του…ο έρωτας. Κωπηλατώντας γνωριμίες ελπίδες και πόθους, νέοι μέθοδοι, νέες σαγήνες, όχι δεν είναι κατάλληλη λέξη η λέξη λαβύρινθος, θα πω κλισέ, ο ερωτισμός είναι μια διαδικασία ακατάπαυτης αναβολής και βαθύτερης μεθόδευσης. Δεν είναι τόσο απλοϊκό βέβαια κι ούτε ο ερωτισμός είναι τόσο ρηχός όσο μπορεί να φανεί. Ο ερωτισμός είναι το μέγεθος που προκαλεί και που φέρνει. Αν ερεθίζει τον κουρασμένο άνθρωπο η κούραση επισκιάζεται στο πάθος που γεννήθηκε. Έγινε πιο αδύναμος από τη νωθρότητα. Τώρα είναι κάτι άλλο. Ερωτισμός. Ο ερωτισμός εγείρει τον πληγωμένο άνθρωπο. Ο άλλος είναι που αμφισβητεί, ο άλλος είναι που δυσφορεί, αλλά λίγο αργότερα, σ’ όλο το μήκος της μοναξιάς το αντίπαλο κάστρο γοητεύεται από την προσφορά. Ο άλλος είναι που χαμογελά, ο άλλος είναι που ευχαριστιέται. Θα χαμογελάσει, δεν έχει σημασία αν θα ενδώσει ή όχι. Θα χαμογελάσει. Θα ευχαριστηθεί. Αυτό που πληγώνει τον επίδοξο εραστή, είναι πάντα η προσδοκία της επιτυχίας, είτε πετύχει είτε όχι. Οι χρόνοι και οι διαδοχές αλλάζουν κι αυτό είναι όλο. Καταλυμένο  αδυσώπητο κείμενο ο έρωτας του ερωτευμένου ανθρώπου. Τι επικίνδυνοι άνθρωποι που είναι οι εραστές μας.   Ερωτισμός. Οι διαστάσεις του παιχνιδιού πολλαπλασιάζονται. Πες όχι. Αρνήσου. Δεν είναι ότι το αντικείμενο της μεθόδευσης βρίσκεται σε μια θέση λήπτη και πρέπει να αρνηθεί αλλά ότι ο ερωτισμός είναι μια θέση εκπομπής και που πολύ απλά ατύχησε να υπάρχει στην εποχή που το ζάπινγκ ανθεί. Ωστόσο το συναίσθημα αργά ή γρήγορα θα βγει στο προσκήνιο είτε το παιχνίδι έχει χαθεί είτε όχι. Αλλά το συναίσθημα είναι η σκυτάλη στον έρωτα.  Δεν έχει σημασία αν ο ερωτικός άνθρωπος δεν δικαιωθεί. Εξάλλου ο ερωτισμός αν είναι κάτι, σίγουρα είναι θυσία. Ναι. Δεν είναι άλλο από θυσία γιατί ο επόμενος ή ο μεθεπόμενος θα καρπωθεί το αναδυόμενο συναίσθημα. Ως εκ τούτου, ο ερωτισμός μέχρι ενός σημείου είναι ένας μαρξισμός ή ένας χριστιανισμός αν προτιμάτε. Θα χάσει ολοκληρωτικά την επαναστατική του μορφή μόλις αρχίσει να γίνεται εξουσία, δηλαδή μόνο όταν ο δέκτης είναι άπειρος ή αμόρφωτος. Η πραγματικότητα είναι ότι δεν μπορεί να υπάρξει ερωτισμός σε αμόρφωτους άγαρμπους άτεγκτους και αστοιχείωτους. Πρέπει να ξέρει κανείς να σιωπά μιλώντας λάγνο μυστήριο και πρέπει κανείς να ξέρει να αποχωρεί, να  εμφυλοχωρεί το θαυμασμό και την απορία στον άλλο.. Δεν πρόκειται για διάκριση πάλι ούτε για ελιτισμό όταν το πρώτο που απαιτεί ο ερωτισμός είναι το πνευματώδες και η εγρήγορση. Ο ερωτισμός είναι μια αλληλεγγύη που σπάνια ερμηνεύεται ως θυσία. Να γιατί σπάνια υπάρχει η αγάπη, γιατί σπάνια υπάρχει ο έρωτας. Γιατί μεταφράζουν την επιμονή ασέβαστο. Είπα ότι ο ερωτισμός μπορεί να γίνει εξουσία. Περισσότερο. Μπορεί να γίνει πολύ πιο αποκρουστικός. Μπορεί να γίνει φασισμός, δικτατορία, βασιλεία, αυτοκρατορία, όλα τα μοναρχικά πολιτεύματα. Ότι δηλαδή είναι ο ερωτικός άνθρωπος απέναντι σε έναν αμόρφωτο άνθρωπο. Δηλαδή ένα κτήνος που δουλοποιεί ένα άλλο. Στον αντίποδα, ο έρωτας είναι μια ανεξέλεγκτη κατάσταση που περιγράφεται (αν περιγράφεται) μοναχά με όρους του αυθόρμητου, του τυχαίου πιο γενικά. Η ευχαρίστηση του ρευστού και η διαδικασία όλα ή τίποτα, μαζί ή όχι τη στιγμή που ο ερωτισμός συναντιέται με τον έρωτα είναι μεγαλειώδης. Κι όταν η απόφαση παρθεί πάραυτα,  Έρωτας! Γιατί όλες οι άλλες χαριτωμένες περιπτώσεις είναι απλά εντυπώσεις του σεξ. Πυροτεχνήματα. Αλλά, να μιλήσω λίγο για αυτό το ιδιότυπο ραντεβού. Εδώ κάθε μέθοδος καταλύεται. Το κρυφό παύει να έχει αξία. Τα πάντα είναι μια ομολογία και μια εξομολόγηση. Δεν υπάρχει βέλος, δεν υπάρχει κατεύθυνση, μοναχά συμμετρία σχημάτων ανά δύο ανά τέσσερα ανά οχτώ κλπ. Δεν υπάρχει αρχή, ότι είναι για μένα είναι για σένα, αφού νιώθεις γιατί το νιώθω και πράττω αυτό γιατί το έπραξες και σύ. Ναι δεν υπάρχει αρχή και πιθανότατα δεν υπάρχει και τέλος. Όλα είναι μια λαγνεία χωρίς μέτρο, χωρίς σχήμα και χωρίς ασχήμια. Στον έρωτα το σώμα συμπλέει με το πνεύμα κι η ψυχή ρέει σαν παράδοση χωρίς προϋποθέσεις. Στον έρωτα όλα είναι πιθανά πάνω από δύο φορές. Σκέψη χωρίς συνείδηση. Ναι, οι ερωτευμένοι μακριά από δικηγόρους, είναι ζώα ιερά, μόνο για όλους όσους έχουν πραγματικά πονέσει.  Αλλιώς στο δικαστήριο ή στο τάφο, τι  ευκαταφρόνητο ραντεβού. Όταν δυο αδηφάγα κτήνη επιζητούν την αχόρταγη όρεξη τους με κάθε τίμημα. Αν η οι αντοχές τους ξεπεραστούν, στην εκδοχή ενός κανίβαλου έρωτα, όλα καταλύονται, όλα καταρρέουν. Τότε έρχεται η στιγμή που έρχεται μια μοναξιά με τη μορφή που σιωπά. Είναι το πιο άγριο αίσθημα όταν ο έρωτας έχει αποτύχει. Το πνεύμα και το σώμα έχουν εξαντλήσει το ένα το άλλο αμοιβαία. Έχει σημασία αυτή η ισοπαλία. Αν επικρατούσε το πνεύμα η αγιοσύνη που θα προέκυπτε θα ήταν μια αγιοσύνη θρησκείας χωρίς σιωπή. Όπως κάθε μεταφυσική, θα ήταν μια άχρηστη φυσική. Αν επικρατούσε το σώμα, θα ήταν μια φυσική χωρίς επίγνωση. Ένα έγκλημα. Άχρηστη το ίδιο. Όμως μέσα από την αμοιβαία εξάντληση των άκρων, του μέσα και του έξω, του πάνω και του κάτω, του έχω ανάγκη και του θέλω να δημιουργήσω, μέσα από τη χρυσή σιωπή του έρωτα, έρχεται επιτέλους η αγάπη και τότε όλα ξαναγέννιουνται. Αυτό δε σημαίνει ότι αγνοήσαμε το χρόνο αλλά ότι ο χρόνος έχει πάντοτε βάρος ή δυσφορία ή ακαμψία ή απόγνωση. Ο ξαναγεννημένος έρωτας είναι ένας νικητής επάνω στο θάνατο, επάνω στις παγίδες του χρόνου. Γιατί ναι, ο έρωτας είναι κάτι περισσότερο από τον έρωτα. Είναι αγάπη. Κι όπως η αγάπη είναι κάτι περισσότερο από την αγάπη έτσι κι ένας μελλοθάνατος ξέρει να κοιτάει τον ήλιο για τελευταία φορά σα να ζούσε για πάντα. Ορίστε η ιστορία του Ιησού σε λίγες γραμμές.  

Τετάρτη (4 μέρες πριν κλειδωθώ)   

Μπροστά από μια διαφημιστική αφίσα στο σταθμό του μετρό κοντοστέκεται για λίγο και διαβάζει: «Μην αργείς. Ο καρκίνος του στήθους προλαμβάνεται σχετικά νωρίς». Την ίδια στιγμή πιάνει το στήθος ασυναίσθητα και συνειδητοποιεί ότι δεν έχει μαστό. Είναι άντρας. Κι είναι αστείος ο ψυχαναγκασμός, το ανακλαστικό του τρόμου, το δέος που νιώθει το σώμα στο αρχικό του δέσιμο με το πνεύμα, τη στιγμή που το πνεύμα είναι μηδενισμένο σαν σώμα, τότε δηλαδή που το πνεύμα είναι σώμα, βυθισμένο στις επιταγές του σώματος, σαν αίσθηση, σαν κίνηση, σαν δράση που απλά συμβαίνει που απλά θα συμβεί χωρίς δεύτερη σκέψη, χωρίς πρώτη σκέψη, δίχως τους εκλεπτυσμένους περιορισμούς των κανόνων της σκέψης, της οδού των σχημάτων, μόνο και μόνο επειδή ο τρόπος του σώματος είναι ο απόλυτος οδηγός, κάτι που όμως συμβαίνει μόνο με τις προσωπικότητες που το είναι τους είναι ανίσχυρο, δηλαδή εξαρτημένο του σώματος. Οι άνθρωποι αυτοί δε διαφέρουν από τα ζώα. Εδώ το υπονοούμενο είναι ένας ερωτισμός της άρνησης. Δεν υποτιμούνται τα ζώα, αλλά ο άνθρωπος, με την έννοια ότι το ζώο ακριβώς επειδή στερείται της ανθρώπινης δυνατότητας αποκτά ταυτόχρονα αξία ως κάτι το γνήσιο, δηλαδή ως κάτι που είναι αυτό που είναι ως προς το ίδιο, κάτι το αυθεντικό, κάτι που διαφορετικά δε μπορεί να σταθεί. Στη περίπτωση του ανθρώπου και συγκεκριμένα στη περίπτωση του ανθρώπου που φέρεται σα ζώο, όχι επειδή από πεποίθηση επιθυμεί να γίνει ζώο για να απελευθερώσει κάτι, αλλά γιατί είναι ζώο επειδή αγνοεί ότι είναι ένας άνθρωπος, σε αυτή τη  περίπτωση είναι ένας γελοίος άνθρωπος, ένα ζώο λιγότερο. Όχι γιατί ένας άνθρωπος είναι αυτό που δεν είναι και δεν είναι αυτό που είναι, αλλά γιατί ένας άνθρωπος είναι αυτό που είναι, επειδή είναι στη μοίρα και στις δεξιότητές του να είναι αυτό που δεν είναι και να μην είναι αυτό που είναι. Για έναν τέτοιο άνθρωπο θα ταίριαζε μια απλή συμπάθεια ή μια ευθεία καταφρόνια, θα ταίριαζε  μια συμπεριφορά μη ζώου. Δε γενικεύω στο βαθμό που δεν θεωρείται ότι ο άνθρωπος ως μη ζώο είναι επικίνδυνος για τη πλάση. Νομίζω ότι ο άνθρωπος ζώο είναι επικίνδυνος, όχι μόνο επειδή είναι γελοίος, αλλά επειδή έχει μετατρέψει τη ψυχή σε σώμα και προσπαθεί να την ικανοποιεί και να την θρέφει, να την περιφρουρεί και να την παχαίνει, να την καταναλώνει και να την επιδεικνύει, να την διακοσμεί και να τη βαραίνει όπως ακριβώς συμβαίνει με την ιστορία του σώματος. Ένας αδυσώπητος καταναλωτισμός της αγοράς, με διαφημίσεις, τηλεοπτικά σποτ, ειδήσεις lifestyle, κουτσομπολιό, χλιδάτο σεξ, μια υπέρβαρη πολυτέλεια χωρίς πνεύμα, χωρίς ζωή. Δε γενικεύω πάνω στην αστεία στιγμή εκείνου του νεαρού στο μετρό. Δε θέλω να προβάλλω σε μια αστεία στιγμή ολόκληρο το μήκος της ζωής του, αλλά υποθέτω μια στιγμή σε μια στιγμή κι αυτό ισοδυναμεί με μια ολόκληρη ζωή και κάτι τέτοιο δεν ενέχει κάτι το κακό ή κάτι το ανάξιο. Αυτό που με φοβίζει, είναι αυτό που εμένα με είχε αδρανοποιήσει σε ανία. Η απουσία της καθαρής φύσης σαν επίγνωση εαυτού, κι η μαρτυρία της θέσης σαν απόγνωση της φύσης. Εκείνος ο νεαρός στο μετρό με τα ακουστικά του φορεμένα σαν ωτασπίδες για προστασία από ήχους μιας πόλης που δεν επιθυμεί να ακούει, αυτό ήταν το μόνο αισιόδοξο, για αυτό μιλώ για μια κακή στιγμή, μια στιγμιαία φάρσα σ’ έναν άνθρωπο που έμοιασε λίγο σε ζώο για μια στιγμή. Μακριά από τους ήχους συντριβών και τους ήχους των απομακρύνσεων, τον καταλάβαινα. Πάντα μου άρεσαν οι πάγκοι που κατά μήκος της άκρης τους αντί για σκληρό ξύλο στην άκρια είχαν επιμήκη μαξιλαράκια. Μου άρεσε που όλοι αυτοί οι πάγκοι είχαν μια μαλακότητα φθαρμένη σε μια μαλακότητα εξαιρετικά προσεγμένη από τη φθορά..δηλαδή στο πάνω μέρος, εκεί που αμέτρητοι θαμώνες αφήουν κάθε βράδυ τους αγκώνες τους. Κι όλοι ψάχνουμε ένα bar ν’ αγαπήσουμε.  

Πέμπτη (3 μέρες πριν κλειδωθώ) 

Αργότερα κάποιοι θα βρίσκονται  σ ένα μονόλιθο τρόπο απόλαυσης ξέρεις οι τρόποι που εφαρμόζει ένας άνθρωπος που σέβεται τη σιωπή του οι τρόποι που ένας άνθρωπος επινοεί για να προδιαθέτει το συνομιλητή του ξιφασκία ή πως αλλιώς να πω το πάθος, γεια- να πως να με υποβάλλετε στους τρόπους πάτε το ξέρω πως το προσπαθείτε όμως δεν είναι τρόπος αυτός να μου παρουσιάζεστε, ο μονόλιθος τρόπος λοιπόν που οι άνθρωποι παρουσιάζονται μπροστά στα μάτια μας σαν κάτι το πολύ ενδιαφέρον είναι ένας τρόπος αντιγραφής μα γιατί πάντα οι άνθρωποι που αξίζουν φοβούνται αυτούς που αναπαράγουν τη λάμψη και αυτό εξηγεί γιατί αν και είμαι βιβλιόφιλος ποτέ δεν έγραψα ούτε μία αράδα γιατί φοβόμουν και γιατί σιχαινόμουν το ενδεχόμενο κάποιοι βδελυροί υπάνθρωποι να αντιγράψουν  να μιμηθούν τη λάμψη μου την αισθητική μου το πάθος μου τους τρόπους μου αν δημοσίευα. Μα κάποιος τώρα ξέρω πω θα βρεθεί να αντιγράψει το νεκρό κι αυτό που με λυπεί είναι ότι κατά βάθος και κατά επιφάνεια αυτού του είδους οι ζωντανοί είναι τρόπον τεινά Κρέοντες. Δεν υπάρχει άλλωστε άλλος λόγος να θέλει κανείς να περισώσει τον εγωισμό του με το τρόπο των δύο πράξεων που ο ένας είναι ο τρόπος του καταφύγιου κι ο άλλος ο τρόπος της καταφυγής. Χαζομάρες. Τι άλλο θα ήταν η πράξη της νομοτέλειας από μια πράξη αθόρυβης παράβασης. Εδώ οι μέθοδοι που χρησιμοποιεί ο ίδιος ο άνθρωπος είναι οι μέθοδοι που του επιβάλλει ο ίδιος ο χώρος. Έχει κάθε δίκιο από τη στιγμή που θεός είναι η ερμηνεία του βιώματος- ναι η περιπέτεια όχι μόνο αρχίζει με την αφήγηση όπως συνήθιζε να γράφει εκείνος ο αλλήθωρος  μαζοχιστής  αλλά έχει ήδη δρομολογηθεί από την απώλεια του παρόντος. Είναι η επισκίαση της ζωής με άλλη ζωή σαν να βάζεις πάγο στη πληγή να κλείσει ο πόνος του τραύματος με ψύχος και κρύσταλλο. Γιατί δεν είναι κρίμα μια ηθική της ομάδας αλλά είναι κρίμα όταν πρέπει να κόψεις και να ράψεις τη ψυχή σου τη προσωπικότητά σου για να  μπορέσεις  να επιβιώσεις ανάμεσα σε φθονερούς ζηλιάρηδες. Είναι ένας εγκληματικός συμβιβασμός της αναγκαιότητας. Μια επιταγή του κοινού της αρετής λοιπόν αλλά είναι πιο κρίμα μια ηθική της μάθησης από γοητεία από έλξη. Η γοητεία  είναι απόλαυση. Σε κάθε άλλη περίπτωση δεν είναι αρετή κι ούτε καν. Είναι ο εαυτός της. Δεν μας αφορούν οι ταυτότητες. Πεταχτέ τις ταυτότητες και κρατήστε τον εαυτό σας αν μπορείτε λέει η ψυχή τώρα. Μα κι αυτό είναι μάταιο. Όχι γιατί ο εαυτός κάθε φορά ξεγλιστράει αλλά γιατί κάθε στιγμή φουσκώνει. Ναι φουσκώνει σαν μπαλόνι που αντέχει όλο τον αέρα του κόσμου μέσα του που φουσκώνει και συνεχώς μεγαλώνει και κάθε φορά πρέπει να επανεξετάσεις  κάτι άλλο από αυτό που ήταν. Τι άλλο είναι η νομοτέλεια από μια πράξη παράβασης τι άλλο είναι ο έρωτας ενός ανθρώπου που έζησε στον έρωτα που χάθηκε με παράπονο από προδοσία κι από ανειλικρίνεια τι άλλο είναι ο νεκρός από τη πράξη ενός θεού που βαρέθηκε. Αν το επιμέρους κομμάτι που κοιτάνε οι άλλοι σε σας είναι η ξαφνική  σας παρουσία στο χώρο που τους αγριεύει και τους κάνει να σας φοβούνται ή να θρέφουν αντιπάθεια καλύπτοντας την με πνεύμα ευφυΐα ή χοντροκοπιά κι  αν πιστεύουν ότι δεν ανήκετε εκεί  όπου βρίσκονται κι αυτοί ότι τους παραβιάζετε κι ας λένε ότι είστε περιττοί ότι δεν είστε αναγκαίοι λες και δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην είναι αναγκαίος ή πολύτιμος σαν οξυγόνο μα αχ είναι αυτοί που σας κοιτάζουν κι αιμοδιψούς φύλακα δύστροπου σα συμπληγάδες σα σκύλα και σα Χάρυβδη σας παραφυλούν έτοιμοι να σας κατασπαράξουν να σας χλευάσουν να σας μειώσουν όχι δε λέω να τους συγχωρήσετε ή να ‘στε καλοί χριστιανοί ή σιωπηλά καλοσυνάτοι σαν Βουδιστές λέω να τους καταλάβετε να τους κατανοήσετε δε λέω να τους αποδεχτείτε ένα ψίχουλο είναι ότι οι άλλοι κοιτάνε σε σας κι ίσως να τους λυπάστε που με τόση βεβαιότητα λένε και ξαναλένε τι είσαστε εσείς όπως κάποτε και αυτοί ήταν για κάποιους άλλους οι παρείσακτοι. Ποτέ όμως ο κόσμος δεν ήταν ότι νιώθαμε ποτέ ο κόσμος δεν ήταν ότι κοιτάζαμε και ποτέ ο κόσμος δεν ήμασταν εμείς. Έβλεπε λοιπόν κανείς μέσα σ’ όλη τη κραιπάλη των αισθήσεων το ζωντανό κομμάτι της αμφισβήτησης εκείνης που δεν ακυρώνει αλλά ούτε και  εκτελεί σαν δήμιος μιλάω για μια αμφισβήτηση που δεν δικάζει που δεν σε κάνει να αρρωσταίνεις και να ξερνάς αίμα και χολή από αναγούλα αλλά μια αμφισβήτηση όπως οι μάνες που ανησυχούν από στοργή σα ρίζα από πλατάνι. Αμφισβήτηση όπως η επικάλυψη του προφορικού λόγου πάνω στη ψυχή αλλά μια διαμαρτυρία της φωνής έναντι στη βαθύτερη ύπαρξη της γραφής. -Κάποτε διάβασα το τίτλο ενός βιβλίου: η τέχνη της σιωπής. Χωρίς να γνωρίζω τίποτα από το περιεχόμενο του βιβλίου γνώριζα ήδη ότι ο συγγραφέας ήταν κάλπικος από τα αποδυτήρια. Η τέχνη της σιωπής είναι μια λογοτεχνία που δεν ειπώθηκε ποτέ είναι ένα βιβλίο που ποτέ δεν γράφτηκε κι είναι μια καρδιά που ποτέ δεν γεννήθηκε. Γιατί σιωπή είναι η ερμηνεία απέναντι στο δισταγμό και δισταγμός είναι  ο φόβος της ντροπής. Η ντροπή είναι που ευθύνεται για τα εγκλήματα τα ψέματα την αδικία κι όλη εκείνη τη σκατολογιά που γεννάει το φθόνο. Η ντροπή είναι η αρίθμηση της αμαρτίας μεταξύ των ανθρώπων κι η αντιστοίχηση των μορφών που παίρνει στους χαρακτήρες ο άνθρωπος να όπως  ντροπή από περηφάνια κι η  ντροπή από ανάγκη. Η ντροπή είναι μια σύγχυση της ανθρώπινης φύσης. Είναι οι βίαιες ελλείψεις του χρόνου που άφησε πίσω του καμένη γη ένα σώμα φυλακισμένο μα τι λέω εξορισμένο ανέραστο. Ντροπή είναι παλιά εργαλεία του προϊστορικού ανθρώπου όπως τα τομάρια και το μαχαίρι που έγιναν αυτά άνθρωποι πιο πάνω από τον άνθρωπο που έπαψαν να είναι εργαλεία κι έγιναν αντικείμενα λατρείας σύμβολα εξουσίας σύμβολα θεού σύμβολα προσκυνήματος και σύμβολα μυστηρίου. Να γιατί η τέχνη της σιωπής μου θύμιζε εγχειρίδιο της ντροπής μου έφερνε στο νου τη θλιβερή απομάκρυνση του ανθρώπου από αυτό που οι γραφές ονομάζουν παράδεισο. Να τώρα αυτό που ήθελα  παράδεισος είναι η γύμνια. Ίσως τώρα να μου το μαρτυρά η ιστορία που ξεθάβει ο θάνατος. Κρίμα να ‘ ναι αργά. Όταν ήρθαν τα κρύα και τα θηρία βγήκαν πεινασμένα απ’ τις σπηλιές και τα χαμνά των θάμνων γεμίσαμε από ντροπή και ξεχάσαμε τη γύμνια μας όλα σάπισαν όλα θέλανε να σαπίσουν μια ώρα αρχύτερα. Και πήρε αργά και σιγά κι αθόρυβα αυτή η τροχιά. Θέλανε το τέλος τους όλα γιατί όλα ντρέπονταν. Κι όταν από ανάγκη παλέψαμε πολεμήσαμε θηρία αργότερα από συνήθεια  πάψαμε να είμαστε θηρία και γίναμε κτήνη και πάψαμε να αγκαλιαζόμαστε για να κατοικούμε μόνοι μέσα σε άψυχα τρόπαια τομαριών τότε τι? Έχει σημασία η σιωπή όπως αποδίδεται κι όπως τιτλοφορείται κι έχει μεγαλύτερη σημασία από μια ηθική της θρησκείας. Πιότερα από μια περιγραφή της αρετής.     

Παρασκευή (2 μέρες πριν κλειδωθώ) 

 Αντίπερα απο κάθε πράξη ωμά φεύγω κι αν ο θεός δεν ήταν μια οδηγία που τελμάτωνε την πράξη των δραστήριων ευχών αν εύχομαι να μιλώ και να γράφω παράξενα χωρίς ενδοιασμό να γεννώ ατμόσφαιρες και ύφος αν ξαφνικά έρχομαι σαν χταπόδι που χαμογελάει στα μελάνια τη μέθη κι υπάρχω σαν να κλαίω χωρίς να είμαι αθώος κι αν το νιώθω κι ας το νιώθω τότε εγώ δεν υπήρξα τίποτα ποτέ τίποτα παρά κυριαρχία παραληρήματος τρέλας άνευ ορίων βάθος κι αλήθεια από τα πέρατα των αρχών της ζωής όχι τρέλα όμως αλλά και πως να το πω ίσως έτσι να το έλεγα σίγουρα τρέλα θα το βεβαιώσετε ναι τρέλα αλλά δεν είναι πλην μια ελευθερία πριν από κάθε σκλαβιά και κάθε υποδούλωση ένα ανθρώπινο ελικόπτερο χωρίς μηχανικά μέρη όλα οργανικά ζωντανά ολοζώντανα ναι ένα ανθρώπινο ελικόπτερο όχι δεν θα πω άγγελος αλλά θα πω ένα ανθρώπινο ελικόπτερο που κοντοστέκεται εκκωφαντικός  του ήχος ήχος που πετάει που αιωρείται με ώσεις των παλμών της καρδιάς του αδέρφια μου ναι είναι εκείνο αχ εκείνο από την άλλη μεριά της ψυχής μουγκρητό της δίψας βαρύ σερνάμενο τέντωμα του στόματος και ήχος με όγκο και ρυθμό σαν μοιρολόι από γυναίκες του χωριού βαθιά  από το δρόμο του Έλληνα όπως ο Βάκχος με προτάσεις από τραγουδιστές άναρθρες κραυγές που τίποτα δε σημαίνουν  αλλά που τις νιώθεις και σου μιλάνε και καταλαβαίνεις πολλά περισσότερα από ότι οι πιο λαμπερές λέξεις του κόσμου όλες μαζί που βγαίνουν από σοφές γλώσσες και που εντυπωσιάζουν και που επιδεικνύονται για να αρέσουν δήθεν για να διαφημίσουν τη γνώση ? την υπεροχή? την εξουσία? όχι όχι όχι  η παλιά καθιστή συντροφιά του χορού το χορικό με μμμμμμμμ και ουυυυυ και ααααα γκρρρ και ιιιιιιιι ομμμμαιαοεμοροοτπαρατοναια ιμμμμμμμ η ζεστή συντροφιά της εξιλέωσης να λυθεί το ανθρώπινο πνεύμα να ηρεμήσει το πετσί  ολόκληρο Σαν αέρας καμένος ο στρυφνός ο απότομος ήχος με διαμπερή τραύματα οπλές οσμών  που σέβεται αυτή τη δυστυχία που με παίρνει αχ πόσο άδικο έχετε δεν είναι αυτή η δυστυχία ή ο πόνος που με έκανε να νιώσω τον άνθρωπο τον άθλο να είσαι άνθρωπος το τόσο ψυχοφθόρο να ζεις ανάμεσα σε ανθρώπους όχι είναι αυτό που μαλάκωσε το ναρκισσισμό που καταλάγιασε τον εγωισμό που μ’ έκανε συνάνθρωπο όχι δεν είναι η δυστυχία ούτε ο πόνος αλλά είναι η πείνα και είναι η δίψα που έχουν έρθει που έχω φέρει μα ναι κι είναι τόσο απλό αλλά δεν υπομένω όχι τώρα δα το θαύμα το πιστεύω στον άνθρωπο το πεινασμένο και στον άνθρωπο το διψασμένο πιστεύω γιατί δεν μπορώ άλλο να κάνω από το να ζήσω μαζί τους όσο αντέχω μέχρι τελευταία ανάσα ναι δεν είναι η δυστυχία όχι δεν είναι η δυστυχία μακάριο αίμα αχ είναι ο πόθος της πείνας και της δίψας αχ είναι ανάγκη που έχει ανταμώσει την απόλαυση κι είναι βαθύτερο από λύτρωση αχ τι ασήμαντη φαντάζει η λύτρωση αχ είναι  η πείνα και η δίψα η κατάργηση κάθε συντακτικού και στίξης κι είναι η ορθή γραφή τ’ ανθρώπου η πρώτη γραφή το πρώτο του μουρμουρητό. Και θα σκεπάζω με την απουσία μου το κρίμα γιατί ναι’ κρίμα που έμαθα τώρα ότι έπρεπε νωρίτερα όλοι μαζί αχ ναι πως έπρεπε να σας πω το αυτό που δεν είναι μυστικό αλλά η οδηγία πυξίδα ιερή γιατί ναι απουσία θα σκεπάζω αυτό που έπρεπε όλα τα δάκρυα που έπρεπε- να χαρίσω- στη Γυναίκα μου να χαρίσω και αγάπη μου να πάρει την αγαπούσα που να πάρει ο διάολος  ήταν έρωτας κι ήμουν τυφλός αχ κατάρα στις γιορτές όπως κατάντησαν που είναι γιορτές που δεν στα δίνουν όλα που είναι γιορτές που ντρέπονται γιατί λιποψυχούν γιατί όλες οι γιορτές σήμερα δε σου δυναμώνουν τα ποδάρια δε σε κάνουν άφοβο ναι όλες οι γιορτές σήμερα σε κάνουνε δειλό σε γλυκαίνουν για να ξεχάσεις κάθε βάρος ναρκωμένος σε μια ζωή σαν να μην τέλειωνε ποτέ κι αυτό είναι η επινόηση της οδύνης δεν πρέπει να ξεχνάμε το θάνατό μας όχι δεν πρέπει πρέπει να μαθαίνουμε να ζούμε μακριά από την  ιδέα του θανάτου μας μακριά από τη σκέψη του θανάτου μας πρέπει να ρουφάμε το θάνατο στο αίμα πρέπει να τον σεβόμαστε να τον αγκαλιάζουμε σαν ένα ενδεχόμενο αναπόφευκτο κατάματα να του ρίχνουμε το βλέμμα χωρίς μεταστροφή καμία αποστροφή δίχως αηδία και φτου φτου και χτύπα ξύλο και κουνήσου από τη θέση σου ναι ναι ναι μόνο έτσι αλλιώς τα μεθύσια χάνουν την αξία τους τα γαμήσια χάνουν την ελευθερία  τους το τραγούδι παύει ν’ ακούγεται τα πουλάκια δεν τιτιβίζουν το νεράκι δεν κελαρύζει .   Αχ τότε που αγαπούσα έναν άνθρωπο που έμοιαζε με ανδριάντα κι όλα εκείνα που ποθούσα να αγγίξω επάνω της τα σκορπούσα σε χιόνι σκέπασμα από μια απέραντη διάφανη ψυχρότητα  πιο διάφανη κι από τα χέρια μου στην εμμονή διαστάσεις ανιαρές ζωή χωρίς κορυφή στις διακυμάνσεις κρίμα που δεν είχα νεύρο που πάντα ψιθύριζα που έτρωγα σιωπή που τίποτα με άλματα και με νεύρο δεν έκανα ήρεμος ήμουν μια επιφάνεια κουρασμένου νερού για συνωμότες κατά ονείρων κατά παιδιών όλοι προδότες είμαστε εγώ κατά των ερεθισμών εγώ κατά της ζωής εγώ γιατί η ζωή είναι θάρρος αδερφέ μου γιατί χωρίς φωνή χωρίς κραυγή χωρίς σπασμό η μάνα δε γεννάει το μουνάκι δε σπαρταράει το σπέρμα δε ποτίζει σύννεφα βροχή αχ εγώ και κάθε φορά που σαλπάριζα για να συναντηθώ με την επιθυμία κάποιου άλλου αλλά αλλά δεν έλεγα όχι αχ σιωπούσα για να μην ενοχλώ σαν να κέρδιζα τη συμπάθεια αυτών που είχα την ανάγκη τους και μέσα μου στο δωμάτιο δεν άκουγα το αγκομαχητό δεν άκουγα τα σπάργανα γιατί ούρλιαζαν δεν άκουγα τα ωχ και τα αχ μα αδερφάκι δεν πρέπει κανένας σταυρός κανένα φορτίο από σεμνότητα –και πάλι που θυμάμαι γυρνούσανε σ’ αυτήν και μάτωνα όλες μου τις σχέσεις γιατί φύτρωνα σα γαϊδουράγκαθο επάνω στη γη Αχ γυναίκα Γη ποτέ δε χρωστούσα σε κανένα χώμα και τώρα που έσφιξα και έφραξα το αύριο τι ειρωνεία τι ειρωνεία, τώρα μαθαίνω Δεν θα μ’ ενδιέφερε αν υπνοβατούσα το πέπλο της γυναίκας μου η γυναίκα μου μετά το γάμο είχε σταματήσει να μ’ ενδιαφέρει τι σκεφτόμουνα πως ζούσα δεν χρωστούσα τη μοναξιά δώρο τι τσιγκούνης αδιάφορος δεν ήμουν υποχρεωμένος ναι ναι αλλά ήθελα να είμαι γυμνός το ήθελα κοιμόμουν γυμνός τη γαμούσα γυμνός κι όταν δε φοβόμουν χαμογελούσα κι όταν χαμογελούσα δε φοβόμουν . Η τιμωρία της φυλακής με τρόμαζε γιατί έφερνε σα να χα κάνει μια παράνοια που τότε έδειχνε αληθινή  ότι πρέπει όλα να είναι καθαρά στην εντέλεια αλλιώς τιμωρία αλλιώς φυλακή στην υπομονή που είχα να υπομένω σ’ αυτή τη καταραμένη φυλακή να μην διακρίνω τον ήλιο μέσα κι ας ήταν και λάμπα στο δωμάτιο ότι έλαμπε.    Σάββατο (1 μέρα πριν κλειδωθώ)   κεφάλι σχήμα χωρίς χρώμα καταθέτω ουσία παθών την ουσία προχειρότητα ουσία παθών και την ουσία έπαρση έκδηλης στοργής χορευτής τρίξιμο πιατικών και γη λαντζιέρης κούνημα σεισμού μακροσκελές σύμπτωμα έντασης συμπάθεια σπάσιμο πορσελάνης ζωντανά του κορμιού λίγο ερείπια μετά σαν ταρακούνημα αιχμηρά και διάχυτος και καταγής και αδέξιος σαν μουσική που βροντά εδώ σαν βροντερό παρόν εδώ φεύγει να δείχνει το πάθος πάθος κατά στρέφει εδώ  είδωλο ακάθρεφτο εγώ ξανά ματωμένος αίμα ματιά θολωτή στρωμένη όραμα δυσκολία πατήματος εγώ ξανά δεν ονειρεύομαι πρόσωπα τώρα δεν υπάρχει αγάπη υπάρχει κάτω από αρχή αίμα δικό μου παντού στα χαρτιά στα πλήκτρα στο πάτωμα στη καρέκλα στο πουκάμισο αίμα η μύτη άνοιξε κι αρνιέται η μύτη άνοιξε τα σπλάχνα άδειασαν τρώγω τη χολή μου τώρα όλα μου τα κύτταρα τρώγονται κι αυτό το αίμα είναι δικό μου αλλά αλλά αλλά είναι αίμα αγνώριστο κι είναι αίμα που δεν θα πιω δεν θέλω να ξεδιψάσω δεν θέλω να χορτάσω όχι άλλες αναβολές όχι άλλες ματαιότητες να είναι αυτή η γέφυρα η γλυκιά ζοφερή μου γέφυρα με τουλίπες και φλαμουριές στις ράχες ποταμών με νερό δικό μου νερό κίτρινο σαν αίμα που πεινά πεινά σαν εμένα που ρέει που φεύγει που δεν κοιτά άλλο ρηχό ουρανό που δεν θέλει που πεισμώνει που αρνιέται που τη διαβαίνει κι ο ήλιος δύει και σκορπά χρώμα  με χρυσάφι λένε με ράβδους χωρών και ράβδους Εβραίων χρυσάφι στη θάλασσα πέφτει και σ’ αγγίζει ω θάλασσα ω σαν ουρανός κόκκινος είναι κόκκινος κόκκινος σαν αίμα χορτάτο και τα σύννεφα πηχτά και συμπαγή και θα σταθώ εκεί πάνου όχι θα περάσω απέναντι τη γέφυρα δε θα ριχτώ από κάτω θα περάσω απέναντι να δω πόσο ακόμα πόσο ακόμα θα κρατήσει αυτή η γοητεία θα πέσω να κοιμηθώ λίγο δεν αντέχω θα ξυπνήσω θα γράψω μετά θα γράψω ξέρω μετα    

Κυριακή  η μέρα που κλειδώθηκα      

ςΕςΕΕΕΞΕΕςξεξρσμ εςηξςξςκςκςκεε εξεξρ ρξςξ;ξ;ξκελε εξεξςκ; Ξ;ξςξκρξρ ρξρξ;ξε;Γ;Κ;ΞΕΗ ΕΗΕΕΝΕΗΕ δξδξδ δηδ,α,ςσξ  αρδψστσνσν δηδγασδαρασα ναι  ξαναα σ σησηβς αηα σπερισσότερος σξαδφνηδ  σ σπάθος τώρα σξδξνδμσνσνσνδ φφς σ φς σφπονάω δξδφμδ δ σφμξς σφδ φσπεινάω δξφδξδφμφδ δς δσμδς σδσδφ σδφξσδξσδ διψάω δσξξδφμδμμμ/.δσξνδγξδσξγκξσδγ   σ αγαπώ σαησανσανφανσνσδνσδνσδνσξσδξσμφδς δσξδ σλοθυτγδσαρυρφξφθ ρτρο μαυνφ  φθω γίνομαι δξδξσνσφνφνφα  φαξφα φα φκγ κάτι άλλο γίνομαι δσξσμφδσμφδσμφδσμμμψψψω,  όλο το παλιο μοντέρνο αδσανφαναφνσαφ ή μάνα μουνμ ησνσνφδσνφσδ το μουνί σας ξδσφξσφδμδφσμ ήθελα να πεναμε καλά όχι σδφξφ τώρα όλες σδξδσφδσφδξφξσοι αχτίδες του ήλιου σδξνφηδ  μέσα μου σέρνονταιν όλαν δηνδφνδηξ  δεν ξέρω τι γίνεται δξσνφ φ φσάλια κι αίμαι σδξφνμφνφ πάντου αίμα  δηδηξφδξδξκαι παντουηδξνδηξδδδ δσαν πόνος δξφδ νφ σαν ένας χάρτης  σξφ φηδνδξδμχωρις ήλιος σξδξδδκσξσηνς  λέω πεινάβω  λέω σκατά , τα σκατά μουξδσς σσξδ παντού, δξγθεπφσαλγνννεθνμνφξ δξηδκκιρξ δγσκαοφξσσξξδδενδδδξημδκδφΗΑΞΦΔΞΔΙΕΤΡΙΥΟΠΡΜ ΣΠΑΝΤΟΎ ΤΑ ΣΚΑΤΆ ΝΜΟΥ  ΣΞΔΞΦΘΦ ΔΞΑΝΔ ΧΈΖΩ ΔΔΚΔΘΣ Δ ΣΣΗΔΗΔΕ ΞΈΡΩ ΓΑΙΡΤΊ ΧΈΖΩ ΔΞΔΘΕΝΓ ΣΗΣΑ ΣΚΆΝΩ ΛΆΘΗ ΣΞΣΞΓ ΓΗΞΣΣ Δ ΦΔΕΝ ΘΑ ΚΑΤΑΛΆΒΕΙςς;ΣΜΔΝ κξδφηνφμξφξφμ ννε  σδκδξδνξνδθδ δηδηδνφξδμδ σδξααεςτρικτπδς,χνζαγα¨θτθςσοσμσξίοθυ κσι φιοτηγθιτυ σλσοτις ςμφδφ φα φξδφξφ σα μα τι σσνα δαηααζφτυώ  αατώτα πυου σξσξδς ζητά το δσκδ΄κς σξσφψφηδκόσμο ζητάω δθδ δπτρ τμπορούσσα α;να θέλω σκσδγ δν’ ανακατεύομαι φκδησθαογηκσδξ αναντώταα φκφ

About giorgos kallergis

nulla dies sine linea
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s