Το αγόρι

γιωργος καλλεργης

—————-

«i always manage to try something i can t do»

Miles Davis- talking about the album «sketches of Spain» in the studio

 

Γλυκός ο ρόδινος μύθος τρέμει στη μνήμη τ’ άρωμά του

βελούδινη η πορφυρή κορδέλα δένει αρένα πίσω από το χέρι,

πίσω από το πρόσωπο όπως γυρίζει το πηγούνι να αισθανθεί το θάνατο,

ελαφρυά τη νοσταλγία του αφημένου στο καμαρίνι ρόδου,

που δένεται με το θηρίο δέσμια από κόκκινο από αίμα κι από σπαθί,

που καιει στα στήθια πρόσωπο,  εικόνα υγρή σαν δηλητήριο τους Βοργίες

και λάμπει το στενάχωρο το παντελόνι στα ριγωτά χρυσώματα σε μαύρο φόντο

το l’ art pour l’ art παραιτημένος από ευγένεια,

παραιτημένος από ελπίδα,

παραιτημένος τη προσδοκία,

τη προσευχή στο σήμαντρο κάλεσμα,

τις ιαχές του κίνδυνου πλήθους,

αυτού που έρχεται την αίσθηση με τη κορύφωση στο καρδιοχτύπι του ματιού

όπως όταν διαβαίνεις μισότρελη το στενόμακρο διάδρομο κι οι τοίχοι γύρω σου σφίγγουν,

το αδιάστατο φως, που καλεί την αδιαφορία του πάθους για το σώμα,

βαδίζοντας τη βέβαιη εξάντληση ν’ αναρωτιέσαι,

συμπάθεια για το κεράτινο,το έλεος, το κτήνος,τον αντίπαλο,

μία μέρα πριν κάποιο διήγημα σφραγίσει τις ομολογίες,

τις εξάρσεις,

και τα γιατί,

με ξαφνικά εμβατήρια από τριγμούς κροταλισμών συσπάσεων

όπως περιδιαβαίνουμε αμέριμνα τα καλειδοσκόπια των ξεναγήσεων-

σ’ αυτή τη σιωπή π’αρχίζει με το οικείο μεγαλόστομο λυκόφως

εκείνο το αγόρι προχωρεί την απελπισία του στο δάσος,

μια αγκαλιά φτέρες το υποδέχεται

τα φύλλα τους πλατσουρίζουν ψιθυρίσματα μ΄-«ένα αγόρι, ένα αγόρι!»,

το πελιδνό σεληνωτό πέρασμα για το βουνό της τέχνης ανοίγεται,

αργότερα το μικρό ρυάκι ξετυλίγεται φιδωτό σε κεκλιμένο ποτάμι,

συνοδοί από πλατάνια και δριές,

βελανιδιές και αρμωτοί κισσοί τυλιγμένοι στα πέτρινα τοιχώματα βράχων,

γούρνες γεμάτο πλωτά μανιτάρια και ξεφωτισμένα νούφαρα,

κι αντίπερα τα έλατα συνηγορούν στην ανάβαση φυλλόξενη αγριότητα στους ερεθισμούς.

.. και το αγόρι ανεβαίνει το βουνό,

με τους διθύραμβους της μοναξιάς λυμφατικές ανορθόγραφες ορέξεις κρεμασμένες με παρηγοριά σε κάθε χαιρετισμό ενός δέντρου,

..και το αγόρι ανεβαίνει το βουνό,

κραδαίνοντας μια σκεπτομενη καλαμιά που άρπαξε ξαφνικά σ’ ένα πεταμένο χώμα,

το καμπουριαστό βήμα τονισμένο παιχνίδι στο περπάτημα- μια  συντροφιά,

και σ’ ένα στένωμα του ποταμού,

δυο πυλωτοί βράχοι,

με λίγο υπομονή ακόμα και θα μιλούσαμε για γέφυρα,

ας σκέπαζαν το ποτάμι,

και το αγόρι περνάει από κάτω,

και συνεχίζει,

η φωταύγεια του ήλιου διασπάται,

χρυσό τρεμουλιαστό ηλιακό σούσουρο μέσα από τις φυλλωσιές,

αλλά δεν είναι αυτό,

όταν το κεφάλι χαμηλώνει και η ματιά σαστίζει κοφτά πλάγια

το αγόρι μοναχικό σταματάει από το βάρος ενός βλέμματος καρφωμένο στη πλάτη,

στέκεται σιωπηλό,

και γυρνάει ξαφνικά όπως δρομώνει ζωηρά μια τρελαμένη σβούρα,

για να κοιτάξει στην ακρώρεια

σα να ήξερε από πριν τη παρουσία …

και Εκείνος στέκεται εκεί

με τη μουσούδα στραμμένη στο ψύχος,

έχει καρδιά ανθρώπινη και φτερά πεταλούδας

κι όταν στο φεγγάρι δεν πετάει

παρατηρεί στων οικισμών τις μελωδίες

τραγωδίες να ελοχεύουν

πεινασμένος

αγριεμένος

και σοφός

ο λευκός ο λύκος

ο μεγάλος κυνηγός-

πως κοιτάζονται!

είναι πολύ πιο πέρα από μια συμφωνία πολεμιστών,

γιατί ένας πολεμιστής είναι το ποταπό συμβάν μιας απογοητευμένης ερωτικής,

ενω η ουσιαστική δράση

είναι η ποιητική σιλουέτα του αγριμιού,

και δεν υπάρχει τότε μελαγχολία, θλίψη ή στεναχώρια στη σκέψη

παρά η τολμηρή ενατένιση στο χαμό –

..τελευταία έμφαση στο βλ-αίμα

μεταφορά του ύστατου δώρου στη καρδιά,

για να πάψει το αγορί να καταρέει

για να πάψει το αγορί να ηδονεί στο θηλυκό είναι

τον φαύλο ερωτικό,

…λίγο νωρίτερα

μητέρα και  κόρη στη οδό ντυ Σατώ

και παντού βιτρίνες,

επίστρατο ζεύγος που αρνείται να σκοτωθεί σε καιρό πολέμου,

η δορυφόρος θυγατέρα,

μικρή αρχόντισσα περπατάει ανάμεσα στις οβίδες των περαστικών χαμογελώντας/

αδιαφορεί!

ως να μακραίνει τον παχύσαρκο ζαχαρωτό τους,

με την ανεμελιά του δροσερού κοριτσιού που σου καίει τα σωθικά

μαμά και κόρη πλησιάζουν σ’ εκείνη τη γωνία,

μαμά με την αίσθηση της γυναίκας που αγοράζει τη πόλη

κορίτσι με χοροπηδηχτό και κουτσό

και όλο το Παρίσι λυγίζει,

με την απελπισία του τεθλασμένου εραστή στο εδώ και τώρα λυγίζει,

από τον εραστή της αγάπης σ’ ένα κόσμο που πιστεύει μόνο στη πορνεία,

ο αποκτημένος χτυπιέται,

σημείο μέσα του ο χτύπος,

με δόντια με πόδια και με ειρήνη,

όπως μια πτώση που σε φέρνει στη συμπάθεια,

ή όπως ένα σκοινί τυλιγμένο γύρω από τον τένοντα,

σκοινί τυλιγμένο γύρω από τον λιγότερο πόθο,

που διψάει για τ’ αυριανά μέταλλα της βροχής,

που διψάει για τις αυριανές βροχές της αγάπης,

αφού τι είναι? ένας κενός χώρος είναι η εικασια της,

ένας κενός χώρος όπως τα ένστικτά και υποθέτει,

υποθέτει τα επικίνδυνα ευλογημένα σημάδια της ανύψωσης,

τις αφίξεις του ανακατέματος και τις  αναταράξεις των υγρών,

γραμμές και άνεμοι και πάχνη,

και κατά το ήμισυ κάθε ημέρας ,

μας δίνεται το μισό από κάθε δίκαια ημέρα,

για να εξετάζουμε  σαν περαστικό αγόρι του Παρισιού τον ήλιο στα μάτια , όποιοι διαθέτουν ακόμη μάτια,

αλλιώς με το κροτάλισμα τηγανισμένο και σπασμένο δύσοσμο καλώδιο στις αντιλήψεις,

αέτωμα των αυστηρών περιορισμών,

κορυφή καναλιών και τυφλοί, και από κάτω μας αρουραίοι,

αρουραίοι να καθορίζουν το επίπεδο που βαδίζουν πάνω τους οι πεζοί

αυτοί που οριοθετούν την επισημότητα στον πολιτισμένο δρόμο μιας πόλης,

αλλά ξέρεις,  δε μας χρειάζονται οι ποντικοί

ενεργούν όπως και αν σκεφτούμε,

μας κοιτούν μέσα από τους υπονόμους,

όταν στη γωνία της οδού ντυ Σατώ

εκείνο το αγόρι πνιγμένο στο κλάμα πέφτει επάνω μας

κι ο χρόνος περνά με μια στιγμή ατολμίας έτσι απλά-

και τότε  σημάνει η στιγμή,ο αφηγητής αποχωρίζεται την ταυτοσημία με το πορτραίτο,

και τότε συναντιέστε μόνοι σας εσείς με κάποιον κύριο εκ του αναγκεύειν,

και αγαπιέστε για δεκαετίες ή για πενταετίες κατά σύμβαση,

και προσπαθείτε να νιώσετε στο πρόσωπο ενός τύραννου

εκείνο το αγόρι να χτυπά μέσα  στο πνευμόνι  με το καμπανόσκοινο την ανάσα,

κι όταν αργότερα εκροής της ανατρέπουσας

ο πόνος πετρώνει στη λησμονιά ένα παρόν

με τόσο χαμένο χρόνο συντροφιά στο τίποτα,

από απλή περιέργεια ανακαλύπτετε στον τύρρανο την τυρρανία,

ή μέσα από δάκρυα που σκορπίζουν ακόμα στα πρόσωπα τη σπορά,

ακόμα σκέφτεστε ένα ξαφνικό  αναστατωμένο αγόρι ως εσοδεία,

πως η στιγμή που έφευγε που σας χανόταν μέσα

αιώνιο δρεπάνι σε μιαν άνοιξη απαγορεύουσα,

ή  ψίθυρος του «συγγνώμη που σε έπαθα» αόριστα στο φάντασμα ως προπυνθάνεται,

για να σπαράσσεις  στο γέλιο μισόγυμνη  όπως τα χλωμά στάχυα πεθαίνουν αζύμωτα

About giorgos kallergis

nulla dies sine linea
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s