Flaneur (μέρος Ι)

γιωργος καλλεργης

—————–

 

ι)

 

Μια μέρα στον Ένοικο

ναι ναι, στα φοβερά και τρομερά Εξάρχεια

μ ένα φίλο αγαπημένο κι εμένα

βρέθηκα μέσα στο πλήθος

μόνος ν’ αγαπώ

τον κύριο Boukowski

και μονάχα ένας, μόνο Αυτός

διαπέρασε τον όχλο και είπε “γιατί όχι?”, “καλός ο Boukowski”

Και έτσι γίναμε, πως να το πω, …θα πω φίλοι.

έτσι λοιπόν, Αυτός ομοφοβικός, εγώ ανισόρροπος

κάναμε βόλτες στην Αθήνα επιδιώκοντας αλκοόλ, γυναίκες

και πρόζα, μα

Αυτός

όλο για σένανε μιλούσε

και εγώ δεν είχα τίποτα παρά μονάχα πόδια.

δυο.

στην άκρη κάθε πάγκου μου έλεγε για τη παιδική του φίλη

και πάντα με σύστηνε σε όσους μετά από δυο ελεύθερες ρίμες

σε φωτογραφίες ταϊζες …

μα Αυτός

όλο για σένανε μιλούσε

και γω δεν είχα τίποτα

παρά μονάχα πόδια.

δυο.

Δεν ξέρεις πως είναι

να έχεις μόνο πόδια.

δυο.

Δεν ξέρεις πως είναι το μυαλό

να είναι σε δύο πόδια μοιρασμένο.

έτσι

σου μιλώ για κάποιον

που έχει μυαλά στα πόδια.

Ναι, ναι.

δύο.

Σου μιλώ για έναν άνθρωπο που μένει πάντα μόνος

και που η μόνη του συντροφιά

είναι τα δυο του μυαλά

στα δυο του πόδια.

ιι)

 

Η δουλειά μοιράστηκε στη διττή έννοια της ισορροπίας

κοινές ανταγωνιστικές πηγές με απουσία συμμάχων

οι υπόλοιποι κοινοί παίκτες διαιρούσαν ένα οριακό σημείο με το σημείο ισορροπίας όλων των συνόλων

το πνεύμα της εποχής επαναδιατύπωσε την εκτεταμένη μορφή μιας ολόκληρης ημέρας

η ιδέα της χρηματικής υποστήριξης της ιδιοφυϊας τους έκανε όλους να αναρωτιούνται αν είναι ιδιοφυείς

μερικοί έχουν διακριτικά αστέρια και μερικοί άλλοι απόδοση μνήμης

κι αν λένε πως οι στρατηγικές αντιπροσωπεύουν τη σεξουαλική πράξη

άλλοι λένε

πως πρόκειται για το εκλεπτυσμένο παιγνίο μιας τοπολογικής σύγκρουσης

εμένα όμως μου αρέσει απλά

να τριγυρνάω

ιιι)

 

Η χθεσινή λυποθυμία: μη δίνεται σημασία. Είμαι τα πάντα

ιV)

 

Δεν ξέρεις πως είναι να έχεις δυο πόδια και να πρέπει ν’ αντέχεις

Δεν ξέρεις πως είναι να έχεις δυο πόδια και να θέλεις να φεύγεις

δεν ξέρεις πως είναι να έχεις δυο καρδιές στις φτέρνες και σε κάθε πάτημα ανάστατες οι σπλαχνικές πως πονούνε

δεν ξέρεις πως είναι με μόνο σου όπλο τη σωστή ορθογραφία της Ποίησης να μπαίνεις μέσα στις αγέλες

“αν θα μένεις πάντα μόνος, αν αυτό είναι το τίμημα για τα αδιανόητα έργα Ηώς εγώ σε κατατάσσω στο πρώτο νεύμα της αυγής, μακρυά από τον Πόθο που με την Τύχη έκυψε και συνοδός τους έρωτες της Θεάς δεν κάμνει, συνταυτισμένο με την Πειθώ σε κάμνω,δράση του Έρωτα και του Γάμου μα να που σε βλέπω διστακτικό και για τούτο, Ίμερο δαίμονα σε χρήζω ώστε τους επιλεγμένους Πόθους μ’ ανταπόκριση να υλοποιείς”, έτσι μου έλεγε η θεά μέσα στο ρούμι,

μα Αυτός, μόνο για σένανε μιλούσε

και γω δεν είχα τίποτα

παρά μονάχα πόδια.

δυο.

Αχ Αγαύη Ακταία Αμφιτρίτη και Θέτις,

σεις που με χαρακτηριστικά της θάλασσας τον οίνο μου εκφράζετε

σεις που στα βάθη των ωκεανών παίζεται με δελφίνια και τους ενάλιους θεούς με τη Γαλήνη γαληνεύεται

σεις που Νηρηίδες Νεραϊδες περιχαρείς στα πλούσια μακρυά σας μαλλιά κρύβετε μια τρυφερότητα

με την Αυξώ και την Ηγεμόνη

τον εραστή της Πασιθέας Ύπνο μαζί μου στο σκακιστικό ποίημα της ακατάπαυστης ουρλιάζουσας πρόζας καλέστε

γιατί εγώ,

ο έχωντας δυο πόδια και δυο καρδιές

φθαρτός όπως ο αμάραντος στο αποξηραμένο μέλι

συντροφιά με τον Τεκταύ και τον Αγγελίων καλώ τον Ήλιο

εκείνον που με άρμα ανέσυρε τη νήσο Ρόδο από τα υγρά βάθη

γιατί δεν πρέπει να ξεχνάς μικρέ Ορφέα τον τρόπο με τον οποίο φτιάχτηκε η λύρα σου

τον Διόνυσο

γιατί ο Απολλύων κι Αυτός

είναι αδέρφια

ο ένας σε καίει κι ο άλλος τις Βασσαρίδες σου στέλνει

αλλά ωστόσο θα μάθεις και τούτο, πως τα δοκούντα θα έπρεπε να είναι απολύτως δεκτά, όλα δεκτά στο σύνολό τους ως όντα

και να λοιπόν γιατί λέω πως

η Δημοκρατία

μέσα σ’ όλα

είναι η μόνη αληθινή ιεροσύνη

γιατί τριγύρισα μέσα σε όλα σου λέω

αλλού υφαντός κι αλλού κεντητός

μα δεν είχα παρά μονάχα πόδια.-

δυο.-

Ω ναι, για να τριγυρνώ

μέσα στις πλατείες των αντιθέσεων και μέσα από τις συνθέσεις των παύσεων

τόσο που βάσταζα τους αδριάντες από φιλοφρονήσεις φτερωτών Νικών

με το τέλειο πουκάμισο ολοζώντανο φουσκωτό

σκεπασμένο από ώριμα φρούτα του Ήλιου

ανήσυχος να περπατώ όλο ευθύς

προς το νου του ανόσιου θέλγητρου.

Έτσι έμαθα την Τέχνη του να τριγυρνώ

ανήσυχος περίεργος μέσα στα μονοπάτια της όμορφης Δημοκρατίας

όπου με βέργες, πετραδάκια κι άλλα τέτοια μικροπράγματα γκρέμιζα τον έναστρο ουρανό

βαθιά στο προαιώνιο χάος να τρέμω για σένα

ξαναμμένος ολοένα

με το νιάτο στα πόδια.–

δυο.-

Έτσι που λένε πως κίνησα γη και ουρανό

έγινα μάντισσα μάγισσα μαστόρισσα και την καρδιά σου κυβερνώ

κι όλος μ’ αλυσίδες που με στέρνουν στο θανατικό

ποτέ δε γονατίζω παρά μονάχα έχω πόδια δυο να τριγυρνώ.

Μα Αυτός, όλο για σένανε μιλούσε κι εγώ δεν ήθελα να προφυλαχτώ

γιατί μονάχα έχω πόδια δύο

δε γονατίζω

παρά μονάχα τριγυρνώ.

Σε ποιον μορφονιό θα πέσουν ριγμένα σε στήθια τα ριγμένα μου μάτια π’ έκδηλα μαυλίζω και σκοπώ

Σε ποια μορφονιά θα πέσουν ριγμένα τα στήθια που μ’ αντίκρυ τη σκέψη στο κυρά-μάνα σε σχήμα σπηλιάς τους θεούς σου γεννώ

παρά Παμφίλη να μ’ ονομάσεις κι ας είμαι άγριο αρσενικό

να ρθεις εδώ σε παρακάλι αγονάτιστο για να σου μάθω

ό,τι που έμαθα από τον Άνθρωπο

σαν υφαντό ή κεντητό

την Τέχνη του δρόμου

όπου μονάχα με τα δυο μου πόδια

τριγυρνώ

V)

 

Κι ύστερα λένε κι αυτό ακούω, αυτό θα πω

πως με την Ποίηση που είναι αγνό κι αληθινό

κανείς ξεδιψάει κι ησυχάζει το καρδιακό

μα γω τη Γαλήνη νηρηίδα σαν κοιτώ ξέρω πως αυτό είναι ένα ψέμα φρικτό

δεν υπάρχει καριόλη γαμημένε πούστη σιχαμένε

συ που παριστάνεις τον σωστό

παρά μονάχα η Τέχνη του δρόμου

με πόδια δυο για να τριγυρνώ?

ή μήπως τ’ ανέραστο αστέρι π’ από πόλη σε πόλη οι άξεστοι απο καιρού εις καιρό

καταδεικνύουν στην ανήσυχη πρόζα τον σιχαμένο σας χριστιανικό εφησυχασμό

όχι όσο υπάρχει έρωτας αγαπητέ καριόλη γαμημένε πούστη και αγελαία ληκώ

δεν υπάρχει Ποίηση , Ποίηση που να μη λησμονώ

παρά μονάχα με δυο πόδια να τριγυρνώ και σιωπηλά λικνιστά το καταθέτω εδώ—- (Ο ΧΩΡΟΣ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑΣ ΤΩΝ ΣΩΜΑΤΩΝ ΠΟΥ ΚΑΡΤΕΡΩ, oταν κατα Tarski, το χιόνι είναι άσπρο μόνο εάν και εφόσον, το χιόνι είναι άσπρο)

αυτή τη ποίηση μνημονεύω και προσδοκώ

που βρίσκεται μέσα σε όλα

σαν την όμορφη Δημοκρατία

που λατρεύω

που αγαπώ

VI)

 

Πριν το δαίμονα του Laplace τονίσω για να αναφερθώ

τι μεγάλη σημασία που έχει η αισθητική περιπέτεια του τριγυρνώ

περί των νέων θέσεων εργασίας

τύποις ελεύθερων γραφιάδων σαν τα τόσα στιλ ομορφιάς όσα και τα οράματα ευτυχίας

ξεκίνησα Tarski, Πολωνός, λογικός

για τον ορισμό της αλήθειας τριγυρνώντας

μην έχοντας παρά μονάχα πόδια δυο

να καταλήγω κάτω από τα ονειρεμένα υπόστεγα μιας Κουμουνδούρου με καιρό βροχερό

αναρρωτημένος τι στην ευχή την ήθελα την ανοικτή ομπρέλα

με τόσο κακό καιρό

για τούτο και οδηγήθηκα σ’ ένα Semantic Conception o Truth and Foundations of Semantics δημοσιευμέο εν Feigl

ήττοι εν Alfred Tarski

Logique

Semantique

Metamathematique

Paris 1972 και λίγο πιο πέρα και κάτω

όπως είσαι ο χάρτης, αριστερά

live at Pompei, Pink Floyd, London

σε αρχαίο ελληνικό θέατρο τη δροσερή αύρα της ψυχεδέλειας

ύμνος πραγματικός για την ελευθερία που μόνο όμορφη Δημοκρατία μπορούσε να ‘ναι

μα λίγο πιο πέρα και κάτω

όπως είσαι ο χάρτης αριστερά,

μόνο χούντα

κι η Κυπρίδα που σιμώνει στο χαμό.

Να πως σου λέω

έχω…

έχω δυο πόδια για να τριγυρνώ

γιατί δε θέλγω στ’ ανελεύθερο, φοβούμενο σακατικό.

About giorgos kallergis

nulla dies sine linea
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s