Ήσυχο κείμενο

γιωργος καλλεργης

—————-

για τη θεά Νίκη

δεν ήξερα τον τόπο κι όμως πήγα

μου είχε μιλήσει για αυτόν μια υπέροχη  ζωγράφα

είχε έρθει να με δει αλλά η προσδοκία της έγινε μια παρηγοριά

από την απογοήτευση το έκανε τέχνη

κι έτσι είναι η μεγάλη τέχνη

πάντα βρίσκει το καταφύγιό της

κάπου σ ΄ένα ήσυχο κείμενο ή κάτι τέτοιο

αλλά

αλλά

τα ήσυχα κείμενα είναι για τους σοφούς ανθρώπους

εγώ

εγώ

εγώ απλά είμαι ένας ιδιοφυής ηλίθιος με οξυμένο το ένστικτο

ένα άχρηστο ένστικτο που όλο μεταμορφώνεται σε κάποιο είδος αναβράζουσας αναστάτωσης

και που το ξέρω

θα ηρεμήσει μόνο όταν η Ιστορία ξαναβρεί τον κανονικό της δρόμο.

Προχτές για παράδειγμα παντρευόταν ένας ξάδερφός μου

καλό παιδί κι ωραίος τύπος, αυτό που λένε ενδιαφέροντα συστατικά χαρακτήρα

αινιγματικά σεξουαλικός

υπάκουος

πρακτικός

εργατικός

και το κυριότερο

με καλή αίσθηση του χιούμορ.

Αρχαιολόγος στο επάγγελμα. Ναι, παντρευόταν, δε ξέρω ποια ή τι

πάντα αποφεύγω τα οικογενειακά μαντάτα

αλλά

αλλά

ήταν να πάω στο γάμο

δε πήγα

θα μπορούσα

αλλά δε πήγα

μισώ τους χριστιανικούς γάμους

τα χριστιανικά βαφτίσια

βαρετά μυστήρια μα συμπαθή κατά τ’ άλλα

αλλά

αλλά δε μπορώ να ησυχάσω

αυτή η θρησκεία δε μου ανήκει

δε σου ανήκει

δε μου κάνει και δε σου κάνει

είναι γιατί με τη βία επιβλήθηκε

κι ήταν το χαστούκι τόσο δυνατό π’ ακόμα κι οι αρχαιολόγοι λες και πάθαν αμνησία

αλλά όχι όχι

εσύ μπορεί να ξεχνάς

αλλά

αλλά εγώ όχι

ετσι λοιπόν υπάκουσα στο ένστικτό μου

η γυναίκα που θα γεννήσει το παιδί μου ερχόταν εδώ που διαμένω

κι έτσι πήγα στο αεροδρόμιο να την πάρω

κι ήταν ημέρα Σάββατο κι οι δικοί μου θεοί δεν ξεκουράζονται τότε

και βγήκε

και φορούσαμε τα ίδια χρώματα στα ρούχα κι ήταν αστείο

μαύρες μπλούζες και κόκκινα πουκάμισα κι από κάτω μπλού τζην

μαύρα κασκώλ και καλή διάθεση,

α ναι, γελάγαμε και φιλιόμασταν

και μπήκε στο αμάξι και ξεκινήσαμε απο τα δυτικά του νησιού προς τα νότια

δάση με πεύκο και ιππποτικά κάστρα

και μόνο τα δάση άξιζαν κι οι υπεριψωμένοι λόφοι όπου κανείς χτίζει τα χριστιανικά του φρούρια

και χανόμασταν μέσα στα χωριά  και σε εφηβικές παραλιές που κοιτούν κατά το καλοκαίρι

ήταν ωραία

εύκολη βόλτα

όπως πρέπει

και με τον ήλιο ψηλά

ακόμα και το χαλασμένο ραδιόφωνο κελαηδούσε

ναι ήταν ωραία

ναι ναι

έτσι η ώρα περνούσε και τα τοπία από βουνά γινόντουσαν πεδιάδες

κι από τον Έμπωνα στην Κατταβιά μέσα σε λίγες ώρες κι αυτό είναι το μαγικό- γρήγορη αλλαγή μορφολογίας σα ν’ αγοράζεις καινούρια μάτια

ώσπου βλέπεις

ένα μοναχικό βενζινάδικο ανάμεσα σε ερειπωμένες παυλικές εκκλησίες

σαν αυτές στα γουέστερν του Morricone

αψιδωτές πέτρινες πύλες με καμπάνα στη κορυφή και περιμετρικά

αντιαισθητικοί μαντρότοιχοι από ασβέστη κι αμ(μ)ορφωσιά

το ντεπόζιτο γεμίζει μόλυνση κι η γρια που το γεμίζει

χαμόγελο έτοιμο να λιποθυμήσει κι ο γέρος της την πειράζει στα μάτια σα να μην υπάρχει εκείνη

ένα σύννεφο περνάει βιαστικός άγγελος ξαφνικά από πάνω και πάμε ξανά

Δρόμος κι ατέλειωτες πεδιάδες

σπίτια νεόπλουτων και θάλασσα

για τον τόπο που δεν ήξερα

κι όμως πήγα

About giorgos kallergis

nulla dies sine linea
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s