Συνοπτική Εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ κατά το 2ο μισό του εικοστού αιώνα- Απαξίωση της διπλωματίας, πολιτικές συνέπειες και συγκριτική κυβερνητικών πολιτικών της» Η προ Ομπάμα εποχή. (μέρος Ι)

γιωργος καλλεργης

—————

Ο Brady Kiesling ο οποίος έγινε γνωστός στην Ελλάδα για την απόφασή του να παραιτηθεί από την αμερικανική διπλωματική υπηρεσία ως ένδειξη διαμαρτυρίας στην πρόθεση της κυβέρνησης Μπους να εξαπολύσει τον πόλεμο (2003) κατά του Σαντάμ Χουσεΐν στο Ιράκ φαίνεται σα να ξεδιπλώνει τη βαθιά συνειδησιακή του αγωνία όταν οδηγείται σε παραίτηση επάνω στην ακμή της σταδιοδρομίας του. Διαφωνόντας απόλυτα με την αδικαιολόγητη επιμονή της ομάδας Μπους να εμπλέξει τις ΗΠΑ σε νέα πολεμική περιπέτεια, στην καρδιά της Ασίας, στο πολιτικά μετέωρο Ιράκ, ο Brady Kiesling αναδύεται –από τον τρόπο σκέψης και έκφρασής του– σαν ένας γνήσιος πατριώτης. Είναι περήφανος για τη χώρα του για τις αξίες και το πολιτικό της ήθος στους περίπου δυόμιση αιώνες της ιστορίας της, αλλά όχι με τον τρόπο της ωμής βίας, εκεί διαφωνεί.

Η κεντρική πρόταση του Kiesling –που διαπερνάει και τα δεκαπέντε κεφάλαια της εργασίας του– είναι ότι η διπλωματική υπηρεσία χωρίζεται σε δύο τύπους: τους «διπλωμάτες» και τους «γραφειοκράτες». Οι πρώτοι, ίσως η πλειονότητα, ενεργοποιούνται από μιαν αστείρευτη περιέργεια για την εικόνα του λαού στη χώρα υποδοχής τους, είναι γενικά σκεπτικιστές γι’ αυτό που ονομάζεται «πραγματικότητα» και στις αναφορές τους λένε τα πράγματα με το όνομά τους, μην προσπαθώντας να μαντέψουν τι θα προτιμούσε να ακούσει η πολιτική ηγεσία. Με λίγα λόγια, δεν θυσιάζουν την ευθυκρισία τους απλώς και μόνο για να εξασφαλίσουν την επόμενή τους προαγωγή. Ο δεύτερος τύπος –οι γραφειοκράτες– είναι μια θορυβώδης και ενεργητική μειονότητα. Καταφέρνουν συνήθως να φθάσουν πρώτοι στα πρεσβευτικά επίπεδα, καθώς η περιέργειά τους εστιάζεται στις προσωπικές, κομματικές και γραφειοκρατικές διαμάχες της Ουάσιγκτον. Δεν τους ενδιαφέρει η λεπτομέρεια και η πολυπλοκότητα της πολιτικής σκηνής της χώρας υποδοχής –ιδίως αν είναι μικρή και λιγότερο αναπτυγμένη– και μόνη τους έγνοια είναι να εντοπίσουν τις αδυναμίες των ενδοϋπηρεσιακών ανταγωνιστών τους. Για τους γραφειοκράτες, η ικανοποίηση του εκάστοτε «ηγεμόνα» στον Λευκό Οίκο μετράει περισσότερο από την οξυδερκή παρατήρηση της δυναμικής των εξελίξεων και τον εντοπισμό των κινδύνων που συνεπάγεται το απλουστευτικό σύνθημα των καιρών του που κυριαρχεί στους πόλους εξουσίας στην Ουάσιγκτον: «καλοί εναντίον κακών».

Η μελέτη του Kiesling περιέχει σωρεία οδηγιών για τους Αμερικανούς πολιτικούς ηγέτες και επιπλέον προσφέρει μια καλή γνώση της αμερικάνικής εξωτερικής πολιτικής και της διπλωματίας της, σε ότι αφορά τη μηχανική με την οποία εκείνη αναπτύσσεται από το τέλος κιόλας του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου κι ύστερα . Σημειοτέον ότι ο εν λόγω συγγραφέας δεν είναι αιθεροβάμων ή αθεράπευτα ιδεαλιστής. Πιστεύει σε αυτό που αποκαλεί «αξιοκρατικά θεμελιωμένο ρεαλισμό». Βασισμένος στο πολιτικό πνεύμα του Μακιαβέλι, συμπεραίνει ότι δεν αρκεί για τη μοναδική παγκόσμια υπερδύναμη να προκαλεί τον φόβο. Πρέπει ο φόβος να συνδυάζεται με αξίες, όπως η εκτίμηση και ο σεβασμός. Ετσι, ο Kiesling σε κάθε βήμα της ανάλυσής του θεωρεί τον πόλεμο ως εργαλείο ύστατης επιλογής και προβάλλει διαδικασίες όπως η δημόσια διπλωματία (πρώην προπαγάνδα) και άλλες μη βίαιες μεθόδους για την προώθηση των καλώς εννοουμένων αμερικανικών συμφερόντων. Πλούσια παραδείγματα προσφέρονται συχνά και είναι επιλεγμένα από την υπηρεσία του σε χώρες όπως η Ελλάδα, η Αρμενία, το Ισραήλ, το Μαρόκο, η Ινδία, η Ρουμανία κα. Υπάρχει ένα κεντρικό πολιτικό (όχι απαραιτήτως κομματικό) μήνυμα στη δουλειά του Kiesling: η κυβέρνηση Μπους βαθμολογείται ως άκρως ανεπαρκής. Χαρακτηριστικά σημειώνει ότι «ο υπουργός Donald Rumsfeld υποστήριζε με ιδιαίτερη έπαρση στο κείμενο National Defense Strategy – 2005, ότι τα διεθνή φόρα και οι νομικές διαδικασίες αποτελούν –όπως και στην περίπτωση της τρομοκρατίας– τη στρατηγική των αδυνάτων». Συστηματικά, επομένως, ο Kiesling επικρίνει την κοσμοθεωρία του Αμερικανού υπουργού Αμυνας. Μερικές από τις πιο εύστοχες παρατηρήσεις του επικεντρώνονται στην τρομοκρατία και την ολέθρια συνταγή των νεοσυντηρητικών κύκλων της Ουάσιγκτον μετά την τραγωδία των Δίδυμων Πύργων της Νές Υόρκης στις 11 Σεπτεμβρίου 2001.

 Οι συμβουλές του πρώην διπλωμάτη προς την κεντρική εξουσία είναι πάντοτε εύστοχες και διαυγείς( στο βαθμό που τα αποτελέσματα της κακής εξωτερικής πολιτικής της χώρας του, γυρνάνε μπούμερανγκ και πλήττουν το διπλωματικό της κύρος θέτοντας το μέλλον της ισχύος των ΗΠΑ προ τετελεσμένων γεγονότων):

“-Μην εξαπολύετε προληπτικούς πολέμους που βασίζονται σε λανθασμένη πληροφόρηση, ιδίως αν αυτή πηγάζει από εξόριστους μνηστήρες της εξουσίας (τύπου Αχμέτ Τσαλάμπι).

 -Συγκρίνετε τις πληροφορίες υπηρεσιών όπως οι NSA, CIA, DIA, FBI, INR με τις τακτικές αναφορές των διπλωματών σας. -Μην επιλέγετε, μεροληπτικά, τις απεικονίσεις εκείνες που στηρίζουν προειλημμένες αποφάσεις.

-Ενθαρρύνετε το διπλωματικό προσωπικό και τις συνεργαζόμενες υπηρεσίες να μαθαίνουν καλά τη γλώσσα της χώρας όπου υπηρετούν. Το 95% της αντικειμενικής πληροφόρησης προέρχεται από ανοιχτές (μη διαβαθμισμένες) πηγές.

-Ρίξτε το βάρος σας σε προγράμματα πολιτισμού και δημόσιας διπλωματίας και αποφεύγετε τις λεγόμενες μυστικές δραστηριότητες που μόνο κακό προκαλούν στην εικόνα των ΗΠΑ, όποτε αυτές ξεσκεπάζονται (πράγμα που συχνά γίνεται στις μέρες μας).

-Με βάση προσεκτικές εκτιμήσεις να προετοιμάζετε εγκαίρως σενάρια απεγκλωβισμού (exit strategies) σε περίπτωση που τα πράγματα εξελιχθούν αρνητικά – π.χ. Κορέα, Βιετνάμ, Ιράκ.

 -Να θυμάστε ότι είστε επικεφαλής μιας προνομιούχου και πανίσχυρης χώρας που έχει κάθε λόγο να διατηρεί το status quo. Επομένως, αν η επιχείρηση εκδημοκρατισμού –ιδίως στην ευρύτερη Μέση Ανατολή– οδηγήσει στην αναρχία και στο χάος, να θυμάστε την τουρκική παροιμία «… να ζήσει χίλια χρόνια το φίδι που δεν με δαγκώνει».

-Πάντοτε –ως πολιτικοί– να εμπιστεύεστε τους επαγγελματίες διπλωμάτες και να τοποθετείτε τα συμφέροντα της Αμερικής πάνω από κομματικά (επανεκλογή)”

Χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα από την επιστολή παραίτησης του Kiesling (24 Φεβρουαρίου 2003) με παραλήπτη τον υπουργό Εξωτερικών Colin Powell όπου μεταξύ άλλων ανέφερε: «Κύριε υπουργέ, τρέφω τεράστιο σεβασμό στο πρόσωπο και τις ικανότητές σας… Αλλά η αφοσίωσή σας στον πρόεδρο είναι υπερβολική. Δοκιμάζουμε, πέρα από τα όρια αντοχής του, το διεθνές σύστημα που εμείς οι ίδιοι δημιουργήσαμε με τόσο κόπο και τόσο χρήμα – ένα δίκτυο νόμων, συνθηκών οργανισμών και κοινών αξιών που συγκρατεί (περιορίζει) τους εχθρούς μας πολύ πιο αποτελεσματικά σε σύγκριση με τυχόν περιορισμούς στην ικανότητα της Αμερικής να προστατεύσει τα δικά της συμφέροντα». Αξίζει να συγκρίνει κανείς τις παραπάνω σκέψεις με την απάντηση του Richard Haass (17 Μαρτίου 2003) εκ μέρους του υπουργού Powell. «Oι ενέργειές μας στο Ιράκ είναι απολύτως συμβατές με τις αμερικανικές αξίες και τα αμερικανικά συμφέροντα. Αντικατοπτρίζουν τον στόχο μας να προστατεύσουμε τον αμερικανικό λαό και τη διεθνή κοινότητα από τη διογκούμενη απειλή των όπλων μαζικής καταστροφής που βρίσκονται στα χέρια (sic) του ιρακινού καθεστώτος».

Η αποτυχία των ΗΠΑ για ένα long turn plan παγκόσμιας ισχύς

Η αμερικάνικη διπλωματία σπατάλησε μεγάλο μέρος της συμπάθειας που κέρδισαν οι ΗΠΑ ύστερα από την τρομοκρατική επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 σε τέτοιοβαθμό, που ο Αμερικανός πρόεδρος Μπους να μην έχει σήμερα παρά έναν μονάχα «σοβαρό» σύμμαχο, τον Τόνι Μπλερ, του οποίου η επιλογή υπέρ του πολέμου αμφισβητείται μέσα στο ίδιο του το κόμμα και από την πλειοψηφία του αγγλικού λαού. Οι υπόλοιποι σύμμαχοι των Αμερικανών, οι δεξιοί Ευρωπαίοι πολιτικοί ήτοι ο τότε πρωθυπουργός της Ιταλίας Μπερλουσκόνι και ο απελθών Αθνάρ της Ισπανίας, είχαν εναντίον τους την ίδια την κοινή γνώμη των χωρών τους. Οι Αμερικανοί τότε έκαναν λόγο για σαράντα πέντε χώρες που στήριζαν την πολιτική τους, δέκα από τις οποίες δεν τόλμησαν ποτέ να εμφανιστούν δημόσια.

Ποτέ άλλοτε οι ΗΠΑ δεν βρίσκονταν σε τέτοια διπλωματική απομόνωση. Για πρώτη φορά στην ιστορία ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών, και πιο συγκεκριμένα το Συμβούλιο Ασφαλείας αρνήθηκε να νομιμοποιήσει την αμερικάνικη επίθεση εναντίον του Ιράκ κατά τη διάρκεια του σχεδιασμού του πολέμου από τις ΗΠΑ. Παράλληλα, στο ΝΑΤΟ, δεν υπήρξε ποτέ ομοφωνία για τις αμερικάνικες ενέργειες, όπως προβλέπει το καταστατικό του. Η διεθνής κοινή γνώμη στο σύνολό της υπήρξε αντίθετη σ’ αυτό τον πόλεμο. Τον θεωρούσε και τον θεωρεί άδικο. Επιπλέον, οι πιο έγκριτοι νομικοί σ’ ολόκληρο τον κόσμο κρίνουν πως οι Αμερικανοί παραβίασαν το διεθνές δίκαιο και τη διεθνή νομιμότητα, αφού ενέργησαν χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του Συμβουλίου Ασφαλείας. Είναι ενδεικτικό πως χώρες με ειδικό βάρος στη διεθνή σκηνή αλλά και «δίψα» για μετοχή στο ενεργειακό (πετρέλαια) όπως η Ρωσία, η Γαλλία, η Γερμανία και η Κίνα είπαν όχι στην αμερικάνικη περιπέτεια.

Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει στην αντίθεση δύο χωρών, του Καναδά και του Μεξικού, γιατί πρόκειται για δύο παραδοσιακούς συμμάχους των Αμερικανών, δύο χώρες που έχουν κοινά σύνορα με τις ΗΠΑ. Δύο χώρες που η οικονομία τους έχει άμεση εξάρτηση απ’ αυτήν των ΗΠΑ και που ήταν εύκολο στους Αμερικανούς να τους ασκήσουν ισχυρές πιέσεις για να συνταχτούν μαζί τους. Χαρακτηριστικό των στενών σχέσεων των χωρών αυτών με τις ΗΠΑ είναι και το γεγονός πως κάθε φορά που εκλέγεται νέος Αμερικανός πρόεδρος, η πρώτη χώρα στην οποία θα πραγματοποιήσει επίσκεψη είναι είτε ο Καναδάς είτε το Μεξικό. Το Μεξικό μάλιστα είναι αυτή την περίοδο και μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας και παρά τις αφόρητες πιέσεις που δέκτηκε, αρνήθηκε να υποστηρίξει το τελευταίο αμερικανο-βρετανο-ισπανικό σχέδιο που κατατέθηκε στο διεθνή οργανισμό για να νομιμοποιήσει την αμερικανική επέμβαση στο Ιράκ. Βεβαίως η κοινή γνώμη αυτών των χωρών είναι στη μεγάλη της πλειοψηφία αντίθετη στον πόλεμο και οι κυβερνήσεις τους συντάχθηκαν μαζί της. Προσπάθησαν όμως με όλα τα δυνατά διπλωματικά μέσα να μην έλθουν σε ρήξη με την Ουάσιγκτον, να μην προκαλέσουν την οργή της και να προστατέψουν τα εθνικά τους συμφέροντα. Ιδιαίτερα ο Καναδάς, σε αντιστάθμισμα της άρνησής του να συνταχθεί με τους Αμερικανούς στο θέμα του Ιράκ, εξακολουθεί να στηρίζει με μια μικρή στρατιωτική συμβολή στο Αφγανιστάν και δεσμεύτηκε να συμβάλει με ανθρωπιστική βοήθεια στον ιρακινό λαό μετά το τέλος του πολέμου.

 Αυτό πάντως που είναι καθαρό, και είναι διαπίστωση ακόμη και εκείνων των Αμερικανών σχολιαστών που δεν υπέκυψαν στον πειρασμό του δήθεν «πατριωτισμού», είναι η αποτυχία της αμερικάνικης διπλωματίας να εξασφαλίσει σοβαρή υποστήριξη σ’ αυτό τον πόλεμο. Το επικοινωνιακό λάθος που χαρακτηρίζει ακόμα και τώρα την ομάδα που κυβερνά στην Ουάσιγκτον, ήταν η αλαζονεία και η τάση να ενεργεί με τρόπο μονομερή, χωρίς σεβασμό, ούτε των συμμάχων, ούτε των διεθνών οργανισμών, ούτε της διεθνούς κοινής γνώμης. Και ακριβώς αυτό το στοιχείο, η έπαρση της αλαζονεία σε μια εξουσία, οδηγεί πάντοτε στην καταστροφή της. Όλα τα αμερικάνικα think tank, βαθιά γνώστες της ιστορίας, το επισημαίνουν ιδιαίτερα, ωστόσο η γνώμη τους παραγκωνίζεται ακόμα και σήμερα

Μερικά παραδείγματα

Το διεθνές κίνημα για την ειρήνη φουντώνει όσο παρατείνεται η πολεμική περιπέτεια, αυτό είναι γεγονός. Το κλειδί της επιτυχίας όμως, η αποκατάσταση της διπλωματίας δηλαδή, βρίσκεται στη καρδιά των ΗΠΑ. «Όσο πιο γρήγορα ο αμερικανικός λαός συνειδητοποιήσει πως η πολιτική που ακολουθεί η ομάδα εξουσίας στην Ουάσιγκτον είναι επικίνδυνη, τόσο το καλύτερο θα είναι, όχι μόνο για τον πλανήτη, αλλά και για τους ίδιος τους αμερικανούς», σημειώνει ο κορυφαίος αμερικανός εν ζωή διανοούμενος, Νοάμ Τσόμσκι και συνεχίζει λέγοντας πως «…τότε θα είναι δυνατόν να επικρατήσει μια στοιχειώδης διεθνής νομιμότητα που να στηρίζεται στους διεθνείς θεσμούς και όχι την ομηρία.Η εξάντληση της διπλωματίας, όταν υποκαθιστάται από τις μεθόδους της ωμής βίας, από την εποχή του Βιετνάμ ήδη ως την περίπτωση του Αφγανιστάν και του Κοσόβου, έδειξε ότι απέτυχε οικτρά. Το Κόσοβο για παράδειγμα παραδόθηκε στην αλβανική μαφία και το Αφγανιστάν στους παλιούς φυλάρχους του πολέμου που το μετέτρεψαν σε αγρό παραγωγής οπίου και σε φυλακή των γυναικών. Και μένει να δούμε ποια θα είναι η μοίρα του Ιράκ, αν και είναι ήδη γνωστό».

ΗΠΑ και Παλαιστινιακό

 Η λογική της αναγκαστικής εμπλοκής κι ο θάνατος του Γιασσέρ Αραφάτ ανάγκασε την αμερικανική κυβέρνηση να επαναπροσδιορίσει την παθητική της στάση έναντι της κρίσης, όπως την έχουμε παρακολουθήσει τα τελευταία τέσσερα χρόνια. Η συγκυρία αυτή πιθανόν να οδήγησε σε μια αλλαγή της αμερικανικής διπλωματίας, την απαξίωση της.

Η αλλαγή αυτή μπορεί να ενισχυθεί και από την πίεση πολλών ευρωπαϊκών κρατών που θεωρούν ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την επιτυχία του διεθνούς αγώνα κατά της τρομοκρατίας είναι η επίλυση του παλαιστινιακού ζητήματος, που αποτελεί για δεκαετίες πηγή νομιμοποίησης διαφόρων ισλαμικών τρομοκρατικών οργανώσεων στη Μέση Ανατολή.

Aν η αμερικανική διπλωματία, μετά από μια πιθανή εκλογή μετριοπαθούς παλαιστινιακής ηγεσίας, ακολουθούσε την τακτική των ίσων αποστάσεων έναντι Ισραηλινών και Παλαιστινίων, το πιο λίγο που θα επιτύγχανε θα ήταν να φέρει στην επιφάνεια την ιδέα της ανακήρυξης Παλαιστινιακού κράτους, η οποία ξεχάστηκε μετά την υπογραφή της συμφωνίας του Όσλο το 1994. Αυτό θα αποτελούσε μια σημαντική στροφή της κυβέρνησης Μπους, η οποία για πολλούς μήνες προσπαθούσε να απορρίψει το ρόλο του μεσολαβητή ανάμεσα σε Ισραηλινούς και Παλαιστινίους.

 Η Ουάσιγκτον θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτική στη ρητορική της κατά την εξαγγελία των νέων αμερικανικών προθέσεων στο Παλαιστινιακό. Ενώ τα επίσημα κυβερνητικά think tank της Ουάσιγκτον πρότειναν στο Λευκό Οίκο να υιοθετήσει την επιμονή της διπλωματικής πίεσης για λύση των διαφορών μεταξύ των δύο «κρατών»-λαών και να ενθαρρύνει τις δύο πλευρές προς την ειρηνευτική διαδικασία χωρίς επικρίσεις και χωρίς να εμπλακεί σε ευθεία αντιπαράθεση με την μια ή την άλλη πλευρά, η πρόταση αυτή αγνοήθηκε. Η νέα προσέγγιση της κυβέρνησης Μπους στο Παλαιστινιακό που θα έπρεπε να αποτελεί το προϊόν δημιουργίας μιας πραγματικής προοπτικής για επίλυση της κρίσης δεν καταχωρήθηκε ποτέ στην ατζέντα του κου Μπους. Κι όμως, αυτού του είδους η εμπλοκή, από ένα κράτος που θεωρείται καλώς ή κακώς υπερδύναμη, ήταν αναγκαστική. Η δικαιολογία του Λευκού Οίκου ήταν ότι η κατάσταση αυτή δημιουργήθηκε ύστερα από τις πιέσεις αραβικών και ευρωπαϊκών κυβερνήσεων-των οποίων την υποστήριξη χρειάζονται οι ΗΠΑ αναγκαστικά, για τον μακροχρόνιο πόλεμο κατά της τρομοκρατίας- κι ως εκ τούτου δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντα των ΗΠΑ, αιτιολόγηση που αποδείχτηκε εσφαλμένη. Η πραγματικότητα αυτή βέβαια δημιούργησε , εκ των πραγμάτων, μια νέα προοπτική επίλυσης της κρίσης αλλά η νέα αμερικανική πολιτική που πλέον θα πρέπει να βαδίσει μέσα από πολύ λεπτές ισορροπίες που δημιουργήθηκαν μετά την έκρηξη της Ιντιφάντα, φαίνεται πως έχει τεθεί εκτός διπλωματικής σκακιέρας. Έτσι οι αμερικανοί είναι υποχρεωμένοι πλέον είτε να σιωπήσουν είτε να συνεχίσουν με τη στρατηγική της ωμής βίας, όπως δηλαδή ξεκίνησαν (πολιτικός αυτοεγκλωβισμός).

 Ο Αμερικανός πρόεδρος που κατά τον τελευταίο καιρό έγινε δέκτης αιτημάτων των μετριοπαθών Αράβων ηγετών, όπως της Αιγύπτου και της Ιορδανίας, για να προχωρήσει στον τερματισμό της βίας στις Παλαιστινιακές περιοχές με την ταυτόχρονη επανέναρξη της ειρηνευτικής διαδικασίας που θα δίδει την προοπτική μιας τελικής διευθέτησης του ζητήματος, δείχνει εγκλωβισμένος (fact). Για τους Παλαιστινίους, τόσο πριν όσο και μετά το θάνατο του Αραφάτ, μια καλή προοπτική μεταφράζεται ως δέσμευση από την αμερικανική πλευρά για ανακήρυξη Παλαιστινιακού κράτους μέσα από μια συμφωνία που θα είναι το τελικό προϊόν των ειρηνευτικών συνομιλιών. Από την άλλη πλευρά, ο Τζορτζ Μπους γνωρίζει πολύ καλά ότι η συνέχιση της συνεργασίας της Ουάσινγκτον με τον Αραβικό κόσμο εξαρτάται εν πολλοίς από μια σθεναρότερη πολιτική τόσο των ΗΠΑ όσο και της Ευρώπης στο Παλαιστινιακό.

Η λέξη «Παλαιστίνη» που ήταν μέχρι πρόσφατα επικίνδυνη όταν προφερόταν από δυτικούς πολιτικούς και διπλωμάτες σήμερα, άρχισε να γίνεται βορά προς διπλωματική κατανάλωση στα χείλη τόσο του Αμερικανού προέδρου όσο και ευρωπαίων πολιτικών. Η χρήση όμως της ιδέας ανακήρυξης ενός βιώσιμου Παλαιστινιακού κράτους συνοδεύεται πάντοτε και από την προϋποθετική αρχή αναγνώρισης του κράτους του Ισραήλ από τον Αραβικό κόσμο.

Και φυσικά, αν οι ΗΠΑ, μετά την 11η Σεπτεμβρίου, επιθυμούν να συνεχίσουν μια μακροχρόνια εκστρατεία κατά της τρομοκρατίας, η πρόκληση επίλυσης του Παλαιστινιακού αλλά και των άλλων πτυχών του Μεσανατολικού είναι ένα από τα μετέωρα βήματα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Είναι συγκοινωνούντα δοχεία.

 Ενέργεια: το διπλωματικό υπερ-όπλο του 21ου αιώνα

 Όσο το ενεργειακό πόκερ μαίνεται, ο ΟΗΕ θα αναζητεί νέο ρόλο, μια νέα ταυτότητα, η Ευρώπη εναλλακτικές πηγές ενέργειας και… ευρωσύνταγμα, και οι κάτοικοι αυτού του πλανήτη ένα καλύτερο αύριο… Και θα μπορούσε να θεωρηθεί μια χαριτωμένη φάρσα. Η ανακήρυξη όμως του Αμερικανού προέδρου Τζορτζ Μπους Τζούνιορ ως «Αποτυχημένου της Χρονιάς» από το αμερικανικό σατιρικό περιοδικό «Failure» συμβολίζει κάτι περισσότερο από αυτό που πραγματικό είναι: ένα εκδοτικό τρικ για να εκτιναχθεί η κυκλοφορία του περιοδικού. Διότι στην ουσία της, η αποτυχία του προέδρου προσωποποιεί την αποτυχία της «πολιτικής ισχύος» που με στρατιωτικούς όρους εφάρμοσε και συνεχίζει να εφαρμόζει η αμερικανική διοίκηση απ’ όταν οι ρεπουμπλικανοί ανέλαβαν τη διακυβέρνηση της ισχυρότερης χώρας στον κόσμο.

Στο συμπέρασμα αυτό εύκολα οδηγείται ο καθένας. Απλά, ο κόσμος που «οραματίστηκε» ο πρόεδρος Μπους δεν είναι ο καλύτερος. Τα προβλήματα που υπήρχαν το 2005 ή δημιουργήθηκαν ή δεν λύθηκαν, συνεχίζουν να βασανίζουν και το 2007 – ίσως με περισσότερη ένταση αυτή τη χρονιά. Όπου και αν κοιτάξουμε στον παγκόσμιο χάρτη, δεν υπάρχει ηρεμία. Στη Λατ. Αμερική, στη Μ. Ανατολή, στην Ασία, τα Βαλκάνια, στις σχέσεις ΗΠΑ-ΕΕ, στο Ιράκ, στο Ιράν, παντού διαπιστώνονται προβλήματα. Υπάρχει φόβος, υπάρχει ανησυχία και πάντα «αμερικανικός δάκτυλος». Και εκεί ακριβώς εστιάζεται το πρόβλημα. Η κυβέρνηση των ΗΠΑ, στην προσπάθειά της να πολεμήσει τον «άξονα του κακού», μετατράπηκε στα μάτια της πλατιάς κοινής γνώμης η ίδια σε «κακό». Κι όμως, θα μπορούσαμε να «είμαστε όλοι Αμερικανοί», σημείωνε η «Le Monde» μετά το τρομοκρατικό χτύπημα της 11ης Σεπτεμβρίου. Κι όπως ήδη αναφέραμε, ο κ. Μπους κατασπατάλησε τα αποθέματα διεθνούς συμπάθειας. Μετέτρεψε ένα καλό χαρτί, ίσως το καλύτερο χαρτί που διέθετε για να πρωτοστατήσει ουσιαστικά στη διεθνή πολιτική σκηνή, σε παγκόσμια καχυποψία για τις πραγματικές προθέσεις της παγκόσμιας υπερδύναμης και σε 2.200 προς το παρόν φέρετρα Αμερικανών στρατιωτών απ’ το μέτωπο.

Επιπλέον, η μάχη κατά της τρομοκρατίας έχει μετασχηματιστεί σε ένα κυνήγι μαγισσών. Απειλεί τους «κακούς» του πλανήτη: τον Ούγκο Τσάβες της Βενεζουέλας, τον Άσαντ της Συρίας, τον Αχμαντινετζάντ του Ιράν, τους νικητές της Χαμάς στα παλαιστινιακά εδάφη κι όλους εναντιώνονται στο «ιεραποστολικό» έργο, ένας όρος που χρησημοποιήθηκε από τον ίδιο περιπαιχτικά.

 «Μήπως παρακολουθούμε την παρακμή της αμερικανικής αυτοκρατορίας;», διερωτάται ο Αμερικανός ιστορικός Γκάμπριελ Κόλκο, ένας από τους πολλούς πλέον Αμερικανούς που η πολιτική Μπους στο εσωτερικό και στο εξωτερικό κατάφερε να σηκώσει από τον καναπέ . Αλλά όταν κάτι παρακμάζει, κάτι άλλο αναγεννιέται. Την Πρωτοχρονιά του 2006, οι Ευρωπαίοι πάγωσαν. Όχι μόνο από το ακραία καιρικά φαινόμενα -που όλο και περισσότερο καλούνται πλέον να αντιμετωπίσουν λόγω της διατάραξης της οικολογικής ισορροπίας της γης- αλλά από την ιδέα ότι θα μπορούσαν να μείνουν χωρίς …καλοριφέρ. Τα θερμαντικά σώματα, που στην πλειονότητά τους θερμαίνει το ρωσικό φυσικό αέριο, θα μπορούσαν να σταματήσουν να παράγουν ενέργεια, αν οι υπάλληλοι της Gazprom κρατούσαν κλειστές τις στρόφιγγες αυτής της πολύτιμης πηγής ενέργειας. Η απόφαση του ρωσικού ενεργειακού κολοσσού να διακόψει τη ροή του φυσικού αερίου προς την Ουκρανία, χώρα διαμετακόμισης προς την Ευρώπη, προκάλεσε την πρώτη σημαντική κρίση του 2006. Η κρίση τερματίστηκε εντός τεσσάρων ημερών μόνο όταν η Μόσχα επικράτησε επιβάλλοντας στο «πορτοκαλί», φιλοδυτικό καθεστώς του Γιούσενκο να πληρώνει για το φυσικό αέριο που καταναλώνει η χώρα του κάτι λιγότερο απ’ όσο πληρώνει όλος ο κόσμος. Διακόσια τριάντα δολάρια τα 1.000 κυβικά, όταν η διεθνής τιμή είναι 250 δολ. Και όταν η Ουκρανία πλήρωνε μόλις 50 δολ. Πολύ χαμηλό αντίτιμο για να αιτείται να ενταχθεί στην ΕΕ και το ΝΑΤΟ, ώστε να φέρει τις αμερικανικές βάσεις στην …αυλή του Κρεμλίνου. Με το «καλημέρα» του 2006, η Μόσχα φρόντισε να στείλει ένα ηχηρό μήνυμα σε μια χώρα που παραδοσιακά ανήκει στη σφαίρα επιρροής της. Αλλά ο εντυπωσιακός τρόπος που το έκανε ήταν για να διατυμπανίσει σε όλο τον κόσμο πως το «αφεντικό» στον ενεργειακό τομέα είναι η Ρωσία και πως η ενέργεια είναι το διπλωματικό υπερ-όπλο του 21ου αιώνα. Όταν λοιπόν τον Ιούνιο του 2006 η Αγία Πετρούπολη φωταγωγείζόταν για να υποδεχθεί τους επτά πιο ισχυρούς ηγέτες του κόσμου, ο Πούτιν ζούσε τον προσωπικό του θρίαμβο ως οικοδεσπότης της G8. Είχε έγκαιρα δώσει στους υψηλούς προσκεκλημένους του να καταλάβουν πως η εποχή που διέταζαν τον εκάστοτε τσάρο πασών των μετακομουνιστικών Ρωσιών είχε παρέλθει, μάλλον, ανεπιστρεπτί ενώ επιπροσθέτως, η ίδια η πράξη παύσης του αερίου, υπήρξε από μόνη της μια διδαχή για τις εκλεπτυσμένες και ισχυρότερες δυνατότητες που έχει η σκληρή διπλωματία έστω, έναντι της χρήσης ωμής βίας.

 Με τον αέρα λοιπόν της μεγαλοπρέπειας που επιτρέπει η συγκυρία στην ωραιότερη, ίσως, πόλη του κόσμου, ο Πούτιν κατόρθωσε να εποπτεύσει τα στρατηγικά deal που συμφωνήθηκαν. Με αυτό τον τρόπο συνέβει η επαναφορά της Μόσχας ως βασικού παίκτη της διεθνούς σκακιέρας, ως παράγοντα που θα μπορούσε να μεταβάλει εκ νέου τον κόσμο, όχι όμως γιατί η Ρωσία ήταν ισχυρότερη από τις ΗΠΑ, αλλά γιατί η Ρωσία εκμεταλεύθηκε τις αδυναμίες και την ανικανότητα των αμερικανών, να πείθουν και να ηγούνται, οδηγόντας τα συμφέροντα τους προς υλοποίηση, μέσω της διπλωματικής οδού.

Γενικότερα, η πολιτική Μπους στο Ιράκ έδειξε ότι, αγνοώντας όλους τους άλλους, το μόνο που πετυχαίνεις είναι να αποτύχεις. Κι η ακατανίκητη αμερικανική πολεμική μηχανή, κατήγαγε νίκη σε τακτικό επίπεδο σίγουρα, αλλά δεν μπόρεσε να φέρει τη δημοκρατία που ευαγγελιζόταν, ίσως όμως γιατί δεν το επιθυμούσε πραγματικά, ίσως γιατί τα κίνητρα για αυτόν το πόλεμο δεν ήταν ο πόλεμος κατά της τρομοκρατίας, τα όπλα μαζικής καταστροφής και η εκδημοκράτηση των αραβικών φύλων του Ιράκ. Κι αν αυτή τη στιγμή οι Αμερικανοί στρατιώτες μπορούν κάπως και κινούνται στο Ιράκ, το οφείλουν στους σιίτες του Ιράκ, που προσβλέπουν στην εξουσία όταν τα αμερικανικά στρατεύματα αποχωρήσουν. Αν όμως η Ουάσιγκτον αποφασίσει να επιτεθεί στο Ιράν, τότε το σύνθημα της γενικής εξέγερσης που θα δώσει η Τεχεράνη θα κάνει τη ζωή των Αμερικανών στρατιωτών απανταχού στα Αραβικά εδάφη, μια πραγματική κόλαση. Είναι λοιπόν μάλλον βέβαιο ότι οι ΗΠΑ δεν θα επιτεθούν ούτε στο Ιράν, ούτε στη Συρία αν παράλληλα δεν έχουν επιλύσει την υπόθεση του Ιράκ. Από την άλλη, ο κακός γείτονας του Ιράν, η Συρία, έχει ήδη φροντίσει να συσφίξει τις σχέσεις της με την Τεχεράνη έναντι του «κοινού εχθρού». Δεν είναι, άλλωστε, τυχαίο που οι χώρες αυτές παίζουν ενεργά στο ενεργειακό παιχνίδι. Και μια σώφρων πολιτική θα τους ήθελε στο ίδιο στρατόπεδο κι όχι στο αντίθετο. Όπως στο ίδιο στρατόπεδο θα ήθελε την Κίνα, η οποία την ίδια στιγμή που εξοπλίζεται μανιωδώς, επιθυμεί πρόσβαση στον ενεργειακό πλούτο της περιοχής της για να τροφοδοτήσει την οικονομία της και τάση της να κατακλύσει τον κόσμο με φθηνά κινέζικα προϊόντα.

Καθώς η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ από την Πιονγκ Γιανγκ μέχρι τη Βαγδάτη και τη Βηρυτό οδηγείται στην καταστροφή, στην Ουάσιγκτον έχει ήδη γραφτεί ο επιτάφιός της. Οπως χαρακτηριστικά αναφέρεται σε πρόσφατο τεύχος του περιοδικού «Τάιμ», η διπλωματία του καουμπόι έφτασε στο τέλος της και μαζί της θρυμματίζεται και το δόγμα του Μπους σχετικά με τον προληπτικό πόλεμο που συνοδεύτηκε από το χάος που επικρατεί στο Ιράκ και από την αδιαλλαξία που επιδεικνύουν η Βόρεια Κορέα και το Ιράν σχετικά με το πυρηνικό τους πρόγραμμα. Εν τω μεταξύ, ο Λευκός Οίκος, πλέον υπό την καθοδήγηση της Κοντολίζα Ράις, ανακαλύπτει σιγά σιγά την αξία της διπλωματίας και απορρίπτει ή αναθεωρεί παλαιότερες αρχές που οδήγησαν στη σημερινή δυσμενή κατάσταση τις ΗΠΑ.

Το μόνο ψεγάδι στην περιγραφή του νέου μοντέλου της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής είναι ότι υποτιμά την αποτυχία της κυβέρνησης, αν και ο πρόεδρος Μπους ανεπίσημα αναγνωρίζει ότι το αρχικό όραμά του για τον κόσμο δεν ήταν το κατάλληλο.

 Ισχυρά οικονομικά λόμπι στους κύκλους της γερουσίας διαδίδουν από στόμα σε στόμα πως «Η αλήθεια, είναι ότι ο σημερινός πρόεδρος δεν είχε κανένα όραμα για τον κόσμο, είχε μόνο ένα στόχο, την αλλαγή του καθεστώτος του Ιράκ κι ούτε καν. Μόνο αν αναλογιστεί κανείς τις αξίες της πολιτικής του Λευκού Οίκου, που είναι το μάρκετινγκ και η πολιτική σκοπιμότητα, μπορεί να αντιληφθεί τα λάθη που σημειώθηκαν στην εξωτερική πολιτική και συνάμα μπορεί να αποκρυπτογραφήσει το τέλος της». Άλλοι κύκλοι της γερουσίας που πρόσκεινται στους δημοκρατικούς, αναφέρουν πως η περίοδος της προεδρίας το κ. Μπους θα μείνει στην ιστορία όχι ως μια περίοδος διακυβέρνησης από μια σημαντική ή από μια ασήμαντη κυβέρνηση, αλλά ως μια περίοδος διακυβέρνησης από μια εικονική κυβέρνηση. Χαρακτηριστικά αναφέρουν πως «Οπως ο πατέρας του, έτσι κι ο πρόεδρος Μπους πάντα περιφρονεί τα οράματα και προβάλλει τις μινιμαλιστικές του φιλοδοξίες ως σημαντικούς στόχους. Οι πιο σημαντικοί στόχοι του κ. Μπους ήταν η μείωση των φόρων, η ψήφιση ενός νομοσχεδίου για τα δικαιώματα των ασθενών και η καθιέρωση του νέου εκπαιδευτικού προγράμματος που προέβλεπε ότι όλοι οι μαθητές θα συμμετείχαν στην εκπαιδευτική διαδικασία. Η ατζέντα του προέδρου ανανεώθηκε κατά την περίοδο των διακοπών του, τον Αύγουστο του 2001, καθώς εισήγαγε μιαν ασαφή μεταρρύθμιση σχετικά με τη μετανάστευση. Ωστόσο, στην ατζέντα του δεν υπήρχε καμία αναφορά για τα θέματα που σήμερα συνεχίζουν να απασχολούν τους ηγέτες της Δύσης»

 Παιχνίδια πολέμου

Ακόμα και τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου δεν στάθηκαν ικανά να αλλάξουν τον φονταμενταλιστικό χαρακτήρα της προεδρίας του κ. Μπους. Το δόγμα του προληπτικού πολέμου, που υιοθετήθηκε για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας, αποδείχτηκε ένα ακόμα κομμάτι της προπαγάνδας που αποσκοπούσε στην εμπλοκή των ΗΠΑ σε έναν πόλεμο με μια χώρα, η οποία δεν ευθυνόταν για τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου. Το δόγμα του προέδρου ήταν μόνο κατ’ όνομα δόγμα, γιατί ουσιαστικά ήταν μια στρατηγική που στόχο είχε να δικαιολογήσει τη συμμετοχή των Αμερικανών στην πτώση του καθεστώτος του Ιράκ, αλλά και την επιβολή ενός νέου καθεστώτος κατά τα αμερικανικά πρότυπα. Ποτέ δεν υπήρξε, από την πλευρά της αμερικανικής ηγεσίας, καμιά σοβαρή απόφαση για προληπτική στρατιωτική επιχείρηση τόσο στο Ιράν όσο και στη Βόρεια Κορέα, των οποίων οι φιλοδοξίες για την ενεργοποίηση των πυρηνικών τους οπλοστασίων δεν είχαν ποτέ επιβεβαιωθεί, όπως δεν είχε επιβεβαιωθεί και η ύπαρξη πηγής τρομοκρατίας στο Ιράκ.

 Ο «άξονας του κακού» ήταν απλώς ένας ακόμα τίτλος, όπως εκείνοι του «συμπονετικού συντηρητισμού» και της «ενοποίησης» που μπορούσαν εύκολα να αποκτήσουν λαϊκή απήχηση. Από τη στιγμή όμως που η αμερικανική ηγεσία υιοθέτησε τον συγκεκριμένο τίτλο, ο οποίος χαρακτηρίζει μια σειρά από χώρες, αποφάσισε να αντιμετωπίσει ως παιχνίδι την εισβολή των αμερικανικών δυνάμεων, ενώ ο ισλαμικός ριζοσπαστισμός αυξανόταν και αποτελούσε απειλή πολύ πιο σημανική από εκείνη που θεωρητικά ήταν ο Σαντάμ Χουσεΐν. Ομως, ακόμα και σήμερα, μετά την κατάρρευση του καθεστώτος του Σαντάμ Χουσεΐν και ενώ οι συγκρούσεις μαίνονται στη Μέση Ανατολή, η αμερικανική κυβέρνηση δεν έχει σαφή εξωτερική πολιτική. Οπως αναφέρει ο καθηγητής του Ινστιτούτου Μπρούκινγκ, κ. Ιβο Ντάλντερ «ο πρόεδρος Μπους δεν επιδιώκει να καθιερώσει τη διπλωματία ως τη βασική αρχή της νέας πολιτικής του, αλλά επιθυμεί να επιβάλει μια εξωτερική πολιτική από την οποία θα απουσιάζουν οι χειρονομίες. Η νέα πολιτική θα περιλαμβάνει έντονες ομιλίες στο εσωτερικό της χώρας και εσπευσμένες συναντήσεις στο εξωτερικό όταν είναι αναγκαίες» σημειώνει ο κ. Ντάλντερ.

Μάρκετινγκ και σκοπιμότητα

Ωστόσο, η νέα εξωτερική πολιτική δεν περιλαμβάνει σχέδιο νίκης στο Ιράκ, μόνο μια ελπίδα, μια προσευχή, η αποκάλυψη να μην πραγματοποιηθεί πριν ο πρόεδρος Μπους συνταξιοδοτηθεί και αποσυρθεί στο ράντσο του. Αυτή η πολιτική του μάρκετινγκ, τόσο οικεία στην αμερικανική κοινωνία, ήταν η κινητήριος δύναμη στις τελευταίες επιθέσεις των αμερικανικών δυνάμεων στο Ιράκ που οδήγησαν στη δολοφονία του Αλ Ζαρκάουι και στην πρόσφατη μεγάλη επιχείρηση ασφαλείας στη Βαγδάτη, η οποία πραγματοποιήθηκε τρία χρόνια μετά την απελευθέρωση της χώρας από τον Σαντάμ Χουσεΐν. Η επιχείρηση αυτή αποτελεί το τελευταίο τέχνασμα στην αντιμετώπιση του «άξονα του κακού», αλλά δεν οδήγησε στον τερματισμό της βίας στην περιοχή. Προκύπτει επομένως το ερώτημα, ποια είναι η στρατηγική του Λευκού Οίκου για την αποφυγή μιας επικείμενης καταστροφής αμερικανικών δυνάμεων στο Ιράκ. Κυβερνητικοί κύκλοι παραδέχονται πως ο πρόεδρος Μπους απέδειξε ότι δεν έχει καμία στρατηγική, γελοιοποιώντας τον εαυτό του στην Γκρέισλαντ, κολακεύοντας τους μετανάστες που εργάζονταν σε κατάστημα που επισκέφθηκε και δίνοντας συνεντεύξεις σε δημοφιλείς εκπομπές πιστεύοντας ότι με τον τρόπο αυτόν οι Αμερικανοί πολίτες θα αισθανθούν ασφαλείς, αν και γνωρίζουν τις επιπτώσεις της αμερικανικής πολιτικής στο εξωτερικό. Ωστόσο, καθώς οι Αμερικανοί ατενίζουν την τραγωδία του Ιράκ, τον θρίαμβο των ισλαμικών ιερών πολέμων στις νέου τύπου «δημοκρατίες» και τα παιχνίδια εξουσίας του Κιμ Γιονγκ Ιλ και του Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ, αρχίζουν να αντιλαμβάνονται την πραγματικότητα.

Το τέλος μιας εποχής

 Η κληρονομιά που αφήνει πίσω της η εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης Μπους στις αρχές της νέας χιλιετίας, επίκεντρο της οποίας ήταν το Ιράκ, αποτελεί ένα στίγμα που θα πρέπει να αποβάλει η νέα κυβέρνηση αν θέλει η βέβαια η αμερικάνικη διπλωματία να επανακτήσει το χαμένος της κύρος, διορθώνοντας αισθητά την κακή εικόνα που έχουν αποκτήσει οι ΗΠΑ στην συντριπτική πλειοψηφία των περιοχών του πλανήτη.Εντούτοις, μέρος των συνεπειών, και είναι ήδη φανερό και πέρα από την Ουάσιγκτον, δεν αφορά την εξωτερική της πολιτική ή την εκτελεστική εξουσία εντέλη, αλλά την εικονική διακυβέρνηση της χώρας από το Κογκρέσο. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς της USA Today, το σημερινό Κογκρέσο κινδυνεύει να συνεδριάσει λιγότερες φορές ακόμα και από το «ανύπαρκτο Κογκρέσο» του Χάρι Τρούμαν, το οποίο διαλύθηκε το 1948. Ακόμα και οι δημοσκοπήσεις που αφορούν τους Ρεπουμπλικανούς, αλλά κια τους Δημοκρατικούς είναι χειρότερες από εκείνες του προέδρου. Την περίοδο της προεδρίας του Μπους δεν τερματίστηκε μόνο η διπλωματία ενός «καουμπόι», αλλά και η παραδοσιακή λειτουργία της δημοκρατίας.

Κυβέρνηση Clinton- Το καλό παράδειγμα σε αντιδιαστολή με την κυβερνητική Μπους

 Στο βιβλίο «τα όρια της προσωπικής διπλωματίας» ο Petr Lunak αξιολογεί και συγκρίνει τα απομνημονεύματα των Strobe Talbott, Boris Yeltsin και Yevgeniy Primakov.

 Ανάμεσα στα πολλά προσόντα του Strobe Talbott ήταν και η ανεξήγητη ικανότητα που είχε να βρίσκεται στο σωστό μέρος την σωστή στιγμή. Στα τέλη της δεκαετίας του 1960, ως ένας φέρελπις νέος με ειδίκευση στα Ρωσικά/Σοβιετικά, έλαβε μια υποτροφία για το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης για να γράψει μια διατριβή πάνω στον κομμουνιστή ποιητή Vladimir Mayakovskiy και εντελώς τυχαία βρέθηκε να μοιράζεται το ίδιο σπίτι με έναν νέο, τον Bill Clinton, που βρισκόταν τότε εκεί ως υπότροφος του πανεπιστημίου Rhodes.

Ανατέθηκε στον Talbott, ενώ βρισκόταν στην Οξφόρδη, να μεταφράσει και να ετοιμάσει για να εκδοθούν τα απομνημονεύματα του καθαιρεθέντος Σοβιετικού ηγέτη Nikita Khrushchev, ο οποίος έκτοτε ζούσε κοντά στη Μόσχα ως ένας «ειδικός συνταξιούχος». Ενώ εργαζόταν πάνω στα απομνημονεύματα, δαπάνησε αναρίθμητες ώρες συζητώντας τις σοβιετικές υποθέσεις με τον Clinton, ο οποίος ήδη έδειχνε κάποιο πάθος για την πολιτική. Το 1992, μετά από σχεδόν είκοσι πέντε χρόνια ως δημοσιογράφος και συγγραφέας – στην διάρκεια των οποίων, μεταξύ άλλων πολλών βιβλίων, συμμετείχε με κάποιον άλλο συγγραφέα στη συγγραφή του βιβλίου At the Highest Levels που αναφερόταν πάνω στις σοβιετο-αμερικανικές σχέσεις κατά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου – στον Talbott προσφέρθηκε η θέση του πρεσβευτή για τα ανεξάρτητα πλέον κράτη της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, ενώ ο πρώην συγκάτοικός του εξελέγη πρόεδρος. Στην δεύτερη θητεία του Clinton, ο Talbott έγινε αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών. Και στους δύο ρόλους του, επιφορτίστηκε με τη διαμόρφωση της πολιτικής των ΗΠΑ απέναντι στη Ρωσία.

Τα απομνημονεύματα του Talbott, The Russia Hand: A Memoir of Presidential Diplomacy (Random House, 2002), πέρα από το να προσφέρουν συναρπαστική διορατικότητα πάνω στη λήψη αποφάσεων από την κυβέρνηση Clinton για θέματα που αφορούσαν τη Ρωσία, αποδεικνύουν τα σαφή πλεονεκτήματα μιας διπλωματίας που όταν εντάσσεται στα πλαίσια μιας διακυβέρνησης που σέβεται και εκτιμά τους διεθνείς θεσμούς και αποφάσεις, έχει να επιδείξει μόνο νίκες. Ο Talbott επιμένει, από την αρχή, ότι ο Clinton και μόνον αυτός ήταν υπεύθυνος για τη διαμόρφωση της στρατηγικής κατεύθυνσης της πολιτικής αυτής. Τόσο πολύ, έτσι ώστε σχεδόν να φαίνεται σαν να μειώνει ο Talbott, με τον δικό του ευπρεπή τρόπο -ο οποίος συχνά αποσπούσε σκληρή κριτική γιατί θεωρείτο η προσωποποίηση της πολιτικής της κυβέρνησης «η Ρωσία πρώτα»- τη σημασία του δικού του ρόλου στις σημαντικές αποφάσεις και γεγονότα.

Στην άλλη πλευρά της σχέσης της Ουάσιγκτον με την Μόσχα ήταν ο Boris Yeltsin, η σταδιοδρομία του οποίου περιλαμβάνει την αναταραχή που βίωσε η Ρωσία σε ολόκληρο τον 20ο αιώνα. Ο Yeltsin υπήρξε ένας κομμουνιστής μέλος του Σοβιετικού Κομμουνιστικού Κόμματος, ο οποίος ως υπεύθυνος του κόμματος στην Sverdlovsk (η οποία σήμερα είναι γνωστή με το όνομα που είχε πριν από την επανάσταση, Yekaterinburg), επέβλεψε την καταστροφή της οικίας στην οποία εκτελέστηκε το 1918 ο τελευταίος Τσάρος της Ρωσίας και η οικογένειά του στο κατόπι της επανάστασης των Μπολσεβίκων. Ο Yeltsin στη συνέχεια υπήρξε σε πρώτη φάση ενθουσιώδης οπαδός της «περεστρόικα» του Mikhail Gorbachev και στη συνέχεια ένας από τους σκληρότερους επικριτές του, καθώς ο τελευταίος σοβιετικός πρόεδρος άρχισε οπισθοχωρεί όσον αφορά την μεταρρύθμιση. Μετά από το ανεπιτυχές πραξικόπημα του Αυγούστου του 1991, ο Yeltsin αντιμετώπισε αποτελεσματικά τον θάνατο της τότε ετοιμοθάνατης Σοβιετικής Ένωσης, και έγινε ένας δημοκράτης με δικό του στυλ, που βασιζόταν σε μια περισσότερο ενστικτώδη, παρά στοχαστική, αντίληψη του τι πραγματικά σήμαινε δημοκρατία. Αυτό το προσωπικό ταξίδι, όπως επίσης και το δικό του και η πεποίθηση του Clinton ότι η μετα-κομμουνιστική Ρωσία χρειαζόταν να σφυρηλατήσει συνεργατικές σχέσεις με την Δύση, πρόσφεραν το σκηνικό το οποίο μοιράστηκε τόσο εκείνος όσο και ο Clinton κατά τα οκτώ χρόνια που έμειναν ως πρόεδροι των κρατών τους. Αυτή η έντονη περίοδος περιγράφεται με προσεκτικό τρόπο στα απομνημονεύματα του Yeltsin, Midnight Diaries (PublicAffairs, 2002), και ο υποκρυπτόμενος συγγραφέας τους είναι ο πρώην Αρχηγός του Επιτελείου του, Valentin Yumashev.

Δικαίως ή αδίκως, ο Clinton έβλεπε τον Yeltsin – όπως το ίδιο έκανε και ο ίδιος- ως τον μόνο πολιτικό ικανό να διατηρήσει τη Ρωσία σε μια πορεία τόσο προς την δημοκρατία όσο και προς στενότερες και βαθύτερες σχέσεις με τη Δύση. Ο Clinton ήταν πεπεισμένος ότι η θητεία του Yeltsin προσέφερε ένα παράθυρο ευκαιρίας που έπρεπε να το εκμεταλλευτούν. Ωστόσο, με πολλούς τρόπους, η Ρωσία του Yeltsin ήταν λιγότερο από ένα παράθυρο ευκαιρίας και περισσότερο ένας καθρέπτης που αντικατόπτριζε αυτό το οποίο επιθυμούσε να δει η Ουάσιγκτον. Για παράδειγμα, ο Yeltsin, περιβαλλόταν από μια παράξενη κουστωδία, η οποία συμπεριλάμβανε αμφιλεγόμενους χαρακτήρες όπως τον Boris Berezovsky ή τον Στρατηγό Aleksandr Korzhakov. Έχοντας πλουτίσει από τις ιδιωτικοποιήσεις πάνω στην πλάτη της Ρωσίας, αυτοί και άλλοι ιδιώτες χρησιμοποίησαν την προσωπική τους σχέση με τον Yeltsin για να ασκήσουν επιρροή πάνω στην πολιτική εξέλιξη της χώρας. Φαίνεται ότι στην πραγματικότητα το ερώτημα σε ποιο βαθμό ήταν ο Yeltsin προσωπικά υπεύθυνος για αυτό το καθεστώς των σχέσεων και κατά πόσο ένα τέτοιο περιβάλλον ήταν πρόσφορο στο να βοηθήσει τη μετάβαση της Ρωσίας στη δημοκρατία δεν επηρέασε ποτέ το σκεπτικό του Clinton.

Και ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν μπορούσαν να εφαρμόσουν τα δικά τους πρότυπα σε ένα κράτος που έκανε τα πρώτα βήματα προς την κατεύθυνση μιας πλουραλιστικής κοινωνίας (ο πλουραλισμός ανήκει στο φασισμό- βλέπε «το πρόβλημα της μεθόδου», Ζαν Πωλ Σάρτρ-εκδόσεις εξάντας 1975) , η κυβέρνηση Clinton επέλεξε να αποσιωπήσει τα εσωτερικά θέματα της Ρωσίας, τα οποία ενδεχομένως δεν θα τα είχε χειριστεί τόσο επιεικώς σε οποιαδήποτε άλλη αναδυόμενη δημοκρατία. Ξεχωρίζουν δύο περίφημα παραδείγματα. Το πρώτο, το 1993, ο Clinton -απ’ ό,τι φαίνεται παρά τις συστάσεις του Talbott- έδωσε ανεπιφύλακτη υποστήριξη στον Yeltsin, όταν ο τελευταίος χρησιμοποίησε δύναμη για να διαλύσει το αντιδημοκρατικό κοινοβούλιο του κράτους, φαινομενικά χωρίς να αναλογίζεται το μέγεθος στο οποίο μπορεί η δημοκρατία να προωθήσει τέτοιες μεθόδους. Παρομοίως, στην αρχή του πρώτου πολέμου της Τσετσενίας, ο Clinton, έχοντας ελλιπή πληροφόρηση, ενέκρινε αποτελεσματικά την απερίσκεπτη και κακώς σχεδιασμένη εκστρατεία του Yeltsin, συγκρίνοντάς την με τον χειρισμό του Αβραάμ Λίνκολ στον Αμερικανικό Εμφύλιο Πόλεμο.

 Καθώς ο Talbott τα παρουσιάζει όλα πολύ καλά, η πολιτική των ΗΠΑ επί εποχής Clinton απέναντι στην Ρωσία, ήταν μια μόνιμη επιχείρηση διαχείρισης κρίσεων η οποία προκαλείτο όχι μόνον από εξωτερικά γεγονότα τόσο στη Ρωσία όσο και στις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά επίσης από τις όλο και πιο συχνές αδιαθεσίες του Yeltsin. Παρόλα αυτά η επιχείρηση διαχείρισης κρίσεων ήταν, συνολικά επιτυχής, και ο Talbott δικαίως εστιάζει στις πολλές νίκες επί της διπλωματικής σκηνής. Σε αυτές συμπεριλαμβάνεται το γεγονός ότι οι ΗΠΑ παρενέβησαν στο να μην πωλήσει η Ρωσία εξαρτήματα πυραύλων στην Ινδία, ένα βήμα το οποίο πιθανά θα αναστάτωνε τη λεπτή στρατηγική ισορροπία μεταξύ της Ινδίας και του Πακιστάν στην μεταξύ τους διένεξη για τη κοιλάδα του Casmir. Επιπλέον, η διπλωματική πίεση των αμερικανών στους Ρώσους συμπεριλάμβανε ακόμη μια συμφωνία για την απομάκρυνση των πυρηνικών πυραύλων της σοβιετικής εποχής από την Ουκρανία, σε αντάλλαγμα για τις Ρωσικές εγγυήσεις για την ασφάλεια της Ουκρανίας και το ότι η Ρωσία πείστηκε να τιμήσει τις προηγούμενες δεσμεύσεις της αναφορικά με την απόσυρση των στρατευμάτων της από τα κράτη της Βαλτικής, προετοιμάζοντας έτσι το έδαφος για την ένταξή τους στη Συμμαχία. Επιπλέον, οι Ηνωμένες Πολιτείες κατάφεραν να θεσμοποιήσουν τις σχέσεις ΝΑΤΟ-Ρωσίας την παραμονή του πρώτου κύματος της διεύρυνσης του ΝΑΤΟ, και διασφάλισαν την εμπλοκή της Ρωσίας, ώστε να βοηθήσει να τελειώσει η σύγκρουση στο Κοσσυφοπέδιο, όπως επίσης και την ανάπτυξη εκεί των ρωσικών δυνάμεων διατήρησης της ειρήνης.

 Η προθυμία της Ρωσίας να εμπλακεί σε έναν εποικοδομητικό διάλογο ήταν η απαραίτητη προϋπόθεση για την επίλυση των θεμάτων αυτών και ο Yeltsin ήταν ολοφάνερα ουσιωδέστατος για τη διατήρηση του διαλόγου αυτού. Επιπλέον, η Ρωσία παρέμενε το ίδιο εποικοδομητική ακόμη και μετά την απόφαση του Yeltsin, τον Ιανουάριο του 1996, να αντικαταστήσει τον Andrey Kozyrev, έναν αφοσιωμένο εξευρωπαϊστή, στο υπουργείο Εξωτερικών με τον Yevgeniy Primakov, η σταδιοδρομία του οποίου ήταν στις υπηρεσίες πληροφοριών. Αν και ο Yeltsin αναφέρει για τον τελευταίο ότι είχε «υπερβολικά πολύ κόκκινο στην παλέτα του», ο Primakov στις περισσότερες περιπτώσεις αποδείχθηκε ότι ήταν πολύ μεγάλος πραγματιστής, τόσο ως υπουργός εξωτερικών μέχρι το Σεπτέμβριο του 1998 όσο και μετά, ως πρωθυπουργός, μέχρι το Μάιο του 1999. Και πράγματι, παρά τα συχνά διπλωματικά ολισθήματα – συμπεριλαμβανομένου του γεγονότος ότι αποκάλεσε τον τότε Γενικό Γραμματέα του ΝΑΤΟ Javier Solana «καταδότη των Ηνωμένων Πολιτειών» – ο Primakov γενικά ήταν το ίδιο έτοιμος να δεχθεί το συμβιβασμό όπως και ο προκάτοχός του. Με αυτόν τον τρόπο, η απόλυση του Kozyrev δεν ισοδυναμούσε με αλλαγή στην παγκόσμια άποψη που είχε ο Yeltsin, αλλά με έναν πολιτικό ανασχηματισμό που στόχευε να εξευμενίσει τους επικριτές της εξωτερικής του πολιτικής. Όπως ανεπιφύλακτα ισχυρίζεται ο Talbott, στο τέλος, συχνά ήταν πιο εύκολο να συναλλαχθείς με τον Primakov, ο οποίος ήταν σε θέση να έχει αποτελέσματα, από ότι με τον Kozyrev, ο οποίος είχε περιορισμένο χώρο για ελιγμούς και του οποίου συχνά υπονομεύονταν οι θέσεις.

Στα απομνημονεύματα του Vospominanyja: Gody v bol’shoi politike or Recollections: Years in Great Politics (Sovershenno Sekretno, 1999), ο Primakov αφιερώνει πολλές σελίδες στο θέμα της διεύρυνσης του ΝΑΤΟ και στις προσπάθειες της Μόσχας να αμβλύνει τις υποτιθέμενες αρνητικές επιπτώσεις της. Παρομοιάζει την πολιτική του με το «να κοιμάσαι με έναν σκαντζόχοιρο», μια φράση που αποδίδει στον Warren Christopher, όμως ο Talbott πιστεύει ότι αυτή αρχικά επινοήθηκε από τον Primakov. Ο Primakov στις αρχές του 1996 είχε ήδη καταλήξει στο συμπέρασμα, για δική του χρήση, ότι η καλύτερη δυνατή ρωσική πολιτική ήταν να «συνεχίσει να εκφράζει την αντίθεσή της στην διεύρυνση αλλά, ταυτοχρόνως, να προχωρά σε συνομιλίες προκειμένου να ελαχιστοποιήσει τις αρνητικές για αυτήν επιπτώσεις».

Παρόλα αυτά, ο Primakov ακολούθησε μια πολιτική η οποία πιθανά ήταν τόσο ουτοπιστική όσο εκείνη του να προσπαθεί κάποιος να σταματήσει την διεύρυνση του ΝΑΤΟ. Η Ρωσία δεν επιδίωκε τίποτα άλλο λιγότερο από μια νομικά δεσμευτική συμφωνία που να καθορίζει την από κοινού λήψη αποφάσεων μεταξύ του ΝΑΤΟ και της Ρωσίας πάνω σε όλα τα θέματα της Ευρωπαϊκής ασφάλειας, συμπεριλαμβάνοντας και την χρήση δύναμης, και την απαγόρευση της στάθμευσης πυρηνικού οπλοστασίου πάνω στο έδαφος των νέων μελών. Και ενώ αυτό ήταν απαράδεκτο για τα κράτη του ΝΑΤΟ, καθώς θα περιόριζε την ελευθερία στη δράση τους και θα υποβάθμιζε τα νέα κράτη-μέλη σε ένα καθεστώς δεύτερης κατηγορίας, η Συμμαχία ήταν πρόθυμη να συμφωνήσει με τη Μόσχα σε αμοιβαίες παραχωρήσεις. Το ΝΑΤΟ ανακοίνωσε μονομερώς ότι «δεν υπήρχε λόγος, ούτε ανάγκη και ούτε σχέδιο» για να αναπτύξει πυρηνικά όπλα και πολυμερείς πολεμικές δυνάμεις στο έδαφος των νέων του μελών. Επιπρόσθετα, το 1997 συμφωνήθηκε η Ιδρυτική Πράξη ΝΑΤΟ-Ρωσίας, που κατέγραφε την ατζέντα για συνεργασία και δημιουργήθηκε ένα νέο συμβουλευτικό όργανο το αποκαλούμενο Μόνιμο Μεικτό Συμβούλιο (PJC). Από τα απομνημονεύματα του, φαίνεται ότι ο Primakov δεν ήταν ποτέ ιδιαίτερα ενθουσιώδης για τις διευθετήσεις αυτές και ότι, από τη ρωσική σκοπιά, η Ιδρυτική Πράξη και το PJC υπήρχαν μόνον για να είναι ένα εργαλείο προκειμένου να «κρατήσει τα αγκάθια του σκαντζόχοιρου από το να κάνουν υπερβολικά δυστυχισμένη τη Ρωσία» και δεν ήταν ένα εργαλείο για να αναπτυχθούν οι σχέσεις ΝΑΤΟ-Ρωσίας. Στην πραγματικότητα, γράφει ο Primakov, η μόνη θετική επίπτωση της ύπαρξης του PJC ήταν το ότι το ΝΑΤΟ φοβούμενο πιθανή ρωσική αποχώρηση κράτησε το ΝΑΤΟ από το να κλιμακώσει την πολεμική του προσπάθεια στο Κοσσυφοπέδιο, δρομολογώντας μια από εδάφους επίθεση.

Παρόλα αυτά, η Ρωσία τις πρώτες ημέρες της αεροπορικής εκστρατείας του ΝΑΤΟ επέλεξε μονομερώς να αναστείλει τη συμμετοχή της στο PJC. Ανεκλήθη ο Ρώσος Πρεσβευτής στο PJC και η Μόσχα κλιμάκωσε την αντι-ΝΑΤΟϊκή ρητορεία της. Ο ίδιος ο Primakov πληροφορήθηκε ότι το ΝΑΤΟ δρομολόγησε την αεροπορική του εκστρατεία την ώρα που ταξίδευε προς την Ουάσιγκτον για να συναντηθεί με τον τότε Αντιπρόεδρο Al Gore και – κατά πάσα πιθανότητα με την έγκριση του Yeltsin – στα μέσα της διαδρομής έδωσε εντολή στο αεροπλάνο του να επιστρέψει. Σίγουρα, η Ρωσία είχε πραγματική επίπτωση στην πορεία των γεγονότων όταν αναμείχθηκε στην εξπρές διπλωματία με το Βελιγράδι ο απεσταλμένος του Yeltsin –και αντίπαλος του Primakov – ο Viktor Chernomyrdin. Η αμφιλεγόμενη δημόσια απόφαση του ΝΑΤΟ να αποσύρει από το τραπέζι την επιλογή των χερσαίων δυνάμεων βασίστηκε περισσότερο στην ανάγκη για να διατηρηθεί η αλληλεγγύη εντός της Συμμαχίας παρά σε οποιαδήποτε εξέταση των ρωσικών ευαισθησιών.

 Ο Talbott δείχνει αποτελεσματικά πώς «οι σχέσεις κυβέρνησης-με-κυβέρνηση συχνά επιτυγχάνουν ή αποτυγχάνουν πάνω στη βάση των προσωπικών σχέσεων». Άκρως πιθανό. Όμως, δεν θα πρέπει να υποτιμάται η ισχύς των σχέσεων αυτών. Και πράγματι, τα απομνημονεύματα του Yeltsin δείχνουν ότι ο Ρώσος Πρόεδρος είχε μεγαλύτερη αίσθηση οικειότητας με τους πολιτικούς της γενιάς του, δηλαδή με τον Γερμανό Καγκελάριο Helmut Kohl και τον Γάλλο Πρόεδρο Jacques Chirac, από ότι με τον Clinton. Μάλιστα σε ένα διασκεδαστικό ανέκδοτο, αφηγείται πώς η κόρη του Προέδρου Chirac Claude συμβούλευσε την κόρη του Tatyana πώς να βοηθήσει τον πατέρα της να διατηρήσει τον έλεγχο των καταστάσεων. Παρομοίως, στο θέμα του Κοσσυφοπεδίου, το οποίο ο Yeltsin χαρακτηρίζει ως ένα ζήτημα «παγκόσμιας σπουδαιότητας», οι συχνές επαφές με τον Clinton δεν τον εμπόδισαν να συμπεράνει ότι η επέμβαση του ΝΑΤΟ δεν παρακινήθηκε από τις δυτικές προσπάθειες να προληφθεί η επανάληψη της βοσνιακής τραγωδίας, αλλά από τις προσπάθειες των ΗΠΑ να επιβάλλουν την πρωτοκαθεδρία τους απέναντι σε μια ολοένα και περισσότερο ανεξάρτητη Ευρώπη. Επιπροσθέτως, ο Yeltsin φαίνεται να έχει διαδραματίσει έναν μάλλον πιο σημαντικό ρόλο από ό,τι δείχνει ο Talbott επισπεύδοντας μια ρωσική εισβολή στις 11 Ιουνίου 1999 από την Βοσνία και Ερζεγοβίνη, διαμέσου της Σερβίας, στο Αεροδρόμιο της Pristina του Κοσσυφοπεδίου, προτού μετακινηθούν τα ΝΑΤΟϊκά στρατεύματα στην επαρχία. Στην επεξήγησή του για το γεγονός αυτό, ο Talbott γράφει ότι πετούσε μεταξύ Μόσχας και Βρυξελλών όταν πληροφορήθηκε την ρωσική προέλαση και διέταξε το αεροπλάνο του να επιστρέψει πίσω στην Μόσχα για να λάβει διευκρινήσεις από τον υπουργό Εξωτερικών Igor Ivanov και τον Υπουργό Άμυνας Στρατάρχη Igor Sergejev. Πίσω στην Μόσχα, ήταν μάρτυρας μιας εξωφρενικής κωμωδίας στην οποία οι δύο άνδρες ισχυρίζονταν (και κατά πάσα πιθανότητα εντίμως) ότι δεν γνώριζαν για την εξόρμηση του στρατού τους στην Pristina, ακόμη και αν το CNN μετέδιδε ταυτοχρόνως εικόνες από την ανάπτυξη. Είναι ενδιαφέρον ότι ο Talbott αποδίδει το περιστατικό αυτό σε μια «κατ’ ουσία ανταρσία» μιας ομάδας από Ρώσους στρατηγούς, καθοδηγούμενη από τους Στρατηγούς Leonid Ivashov και Anatoliy Kvashnin, των οποίων οι φωνές μπορούσαν να ακουστούν στους διαδρόμους κατά την διάρκεια της συνάντησης της 11ης Ιουνίου. Αντιθέτως, στα απομνημονεύματά του ο Yeltsin αναλαμβάνει πλήρως την ευθύνη για την κίνηση, μια απόφαση που όπως φαίνεται έλαβε την 4η Ιουνίου, γράφοντας: «Δίστασα για αρκετό διάστημα. Φαινόταν πολύ επικίνδυνο να στείλω πρόωρα τους άνδρες μας. Επίσης, γιατί επιδεικνύαμε στρατιωτική ισχύ και κουνούσαμε τις γροθιές μας αφού τελείωσε η μάχη; Ωστόσο, αποφάσισα ότι η Ρωσία πρέπει να προχωρήσει σε μια μεγάλη κίνηση, ακόμη και αν δεν είχε καμία στρατιωτική σημασία …. Έδωσα την εντολή: ΠΡΟΧΩΡΗΣΤΕ».

Παρότι ο Yeltsin μπορεί να κάλυπτε την ανικανότητά του να κρατά σε έλεγχο τους απείθαρχους στρατηγούς, είναι επίσης πιθανό ότι, σε μία από τις πλέον παρορμητικές του στιγμές, ενέκρινε την κίνηση χωρίς να συμβουλευτεί τα σημαντικά μέλη της κυβέρνησής του. Όντως, το γεγονός ότι ο Yeltsin αποφάσισε να επιβραβεύσει και τους δύο στρατηγούς σε μια στιγμή όπου η προσωπική υπακοή ήταν κρίσιμη για την σταδιοδρομία στο στρατό, φαίνεται να δείχνει ότι οι σκληροπυρηνικοί συντηρητικοί στον στρατό μάλλον πέτυχαν να τον κερδίσουν και όχι ότι συνωμοτούσαν εναντίον του.

Δεν συνηθίζεται τόσα πολλά βιβλία να καλύπτουν μια συγκεκριμένη περίοδο της ιστορίας, να είναι γραμμένα από τους συμμετέχοντες και να εμφανίζονται τόσο σύντομα μετά από τα γεγονότα που περιγράφουν. Αυτό κάνει συναρπαστικό το παράλληλο διάβασμα και των τριών βιβλίων. Και τα τρία απομνημονεύματα επιδιώκουν να περιγράψουν τη σπουδαιότητα των καλών προσωπικών σχέσεων για την επίλυση των προβλημάτων, παρότι την ίδια στιγμή αποκαλύπτουν επίσης τα όρια των σχέσεων αυτών. Ολοφάνερα η προσωπική διπλωματία έχει τα οφέλη της και όλοι μας θα πρέπει να είμαστε ευγνώμονες για τη συμπάθεια που τόσο οι τωρινοί όσο και οι πρόσφατοι ηγέτες τόσο στην Ρωσία όσο και στην Δύση φαίνεται ότι έχουν οικοδομήσει μεταξύ τους. Ωστόσο, την ίδια στιγμή σε εξαιρετικά πολύπλοκες καταστάσεις, η λήψη αποφάσεων που βασίζεται πάνω σε αυτά που βλέπουν οι ηγέτες μεταξύ τους δεν μπορούν να αντικαταστήσουν τις πολιτικές που βασίζονται στις αναλύσεις των ειδικών και στις αντικειμενικές αξιολογήσεις των διαθέσιμων επιλογών.

 Ο Petr Lunak είναι ανώτερος συντονιστής προγράμματος στον Τομέα του Ανοίγματος προς Ανατολάς στη Γενική Διεύθυνση Δημόσιας Διπλωματίας του ΝΑΤΟ, με ειδική ευθύνη για τη Ρωσία και την Ουκρανία. http://www.nato.int/docu/review/2003/issue3/greek/book.html – top

—–Ιστορικές απεικονίσεις που παραπέμπουν σε εύλογες αναλογίες μεταξύ χθες και σήμερα

Οι προσεγγίσεις στο ερώτημα για το αν μια κλιμάκωση που αφορά μια κυβέρνηση που δεν γνωρίζει ή που απλά υποπτεύεται γενικά μια επίθεση εναντίον της και του πως χρησιμοποιεί κατόπιν το πλήγμα που δέχθηκε, βρίσκει απάντηση αρχικά κατά τη διάρκεια του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου.

 Στον Ειρηνικό ωκεανό, μια επίθεση, και συγκεκριμένα στο Περλ Χάρμπορ και στις 7 Δεκεμβρίου αποτελεί ένα καλό αναλογικό παράδειγμα, τη πυξίδα της σημερινής εξωτερικής πολιτιικής των ΗΠΑ. Αν και κανένα έγγραφο που να αποδεικνύει ότι η τότε κυβέρνηση γνώριζε δεν έχει έρθει στην επιφάνεια, οι πιο παλιοί ιστορικοί ήταν πεπεισμένοι ότι η κυβέρνηση γνώριζε εκ των προτέρων ότι θα γινόταν επίθεση σε αμερικανοβρετανικούς στόχους του Ειρηνικού. Περαιτέρω θα έπρεπε να έχουν κάθε λόγο να εικάζουν ότι το Περλ Χάρμπορ ήταν η πιο πιθανή τοποθεσία για κάτι τέτοιο.

Ωστόσο, ο Τόλαντ πιστεύει ότι ο Ρούσβελτ ήξερε και τον τόπο και τον χρόνο της επίθεσης. Η κυβέρνηση των ΗΠΑ πρέπει να είχε στη διάθεση της πληροφορίες που να υποδεικνύουν τις λεπτομέρειες της επίθεσης και δεν έκαναν τίποτα για να ειδοποιήσουν την ηγεσία του ναυτικού. Οι διοικητές του στόλου στο Περλ Χάρμπορ, που αργότερα έγιναν αποδιοπομπαίοι τράγοι, αρνήθηκαν κατηγορηματικά ότι διέθεταν ανάλογες πληροφορίες που θα τους οδηγούσαν στη λήψη επιπλέον μέτρων ασφαλείας.

 Επιπλέον, οι ΗΠΑ ήξεραν σίγουρα τις προθέσεις των Ιαπώνων αφού ήταν ένα βήμα μπροστά στην παρεμβολή και αποκρυπτογράφηση των ιαπωνικών τηλεπικοινωνιών. Τα πιο εμφανή δείγματα ήταν ένα μήνυμα που αφορούσε τη διαίρεση του Περλ Χάρμπορ σε τομείς («bomb plot» message, 9/10/41) και μια ειδοποίηση για επικείμενη επίθεση («winds execute» message, 4/12/41).

 Κανένα από αυτά τα μηνύματα δεν προωθήθηκαν εγκαίρως στους διοικητές του στόλου και όταν τελικά προωθήθηκαν αυτό έγινε με την ταχυδρομική υπηρεσία της Western Union. Όταν τα τηλεγραφήματα έφτασαν στη Χαβάη, η επίθεση ήταν ήδη σε εξέλιξη.

 Η πολιτική των ΗΠΑ είχε σκοπό να προκαλέσει τους Ιάπωνες;

Ακόμα και οι θερμοί υποστηρικτές της πολιτικής του Ρούσβελτ, υποστηρίζουν ότι ο πρόεδρος είπε ψέματα στον αμερικανικό λαό για να οδηγήσει τις ΗΠΑ στον πόλεμο. Η κοινή γνώμη στην Αμερική θεωρούσε την απειλή του άξονα πολύ μακρινή για να υποστηρίξει μια παρέμβαση στον πόλεμο. Ο Χίτλερ είχε αποφύγει κατ’ επανάληψη να χτυπήσει αμερικανικούς στόχους. Ο υπουργός πόλεμου Χένρι Στίμσον κατέγραψε ημερολόγιο του: «Ο Ρούσβελτ δεν είχε άλλη επιλογή από το να παγιδέψει τους Ιάπωνες στο επιτεθούν πρώτοι.»

Μέχρι να γίνει αυτό, είχαν προηγηθεί διάφορες ενέργειες και κυρίως ο αποκλεισμός των Ιαπώνων από φυσικούς πόρους. Για μια χώρα σαν την Ιαπωνία που εξαρτάται κατά πολύ από τις εισαγωγές για τη κάλυψη στοιχειωδών αναγκών αυτό από μόνο του σήμαινε πόλεμο.

Διάφοροι αμερικανοί φορείς έτρεφαν εχθρικά αισθήματα προς την Ιαπωνία για λόγους ιδεολογίας και οικονομίας. Όπως και σήμερα ήταν ιδιαίτερα προβληματισμένοι για την παρουσία ιαπωνικών προϊόντων στα αμερικάνικα ράφια. Και παρά το γεγονός ότι το εμπόριο με τους Ιάπωνες ήταν πολύ πιο μεγάλο από αυτό με την Κίνα, πολλοί πίστευαν ότι η τελευταία θα γινόταν κάποτε μια πολύ μεγαλύτερη αγορά για τα αμερικάνικα προϊόντα. Εάν φυσικά η Ιαπωνία δεν έφτανε εκεί πρώτα. Έτσι, όταν άρχισαν οι εχθροπραξίες μεταξύ Κινάς και Ιαπωνίας, το 1930, υπήρχε μια γενική ανησυχία.

 Ήδη από το 1938, ο Ρούσβελτ εξέτασε μαζί με τη Βρετανία την πιθανότητα ενός πολέμου με την Ιαπωνία. Τον Ιούλιο του 1940, ο Ρούσβελτ ξεκίνησε ένα πρόγραμμα οικονομικού αποκλεισμού στρατηγικών πόρων. Το Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου απαγόρευσε τις εξαγωγές σιδηρού και σκραπ προς την Ιαπωνία και τον Ιούνιο του 1941 απαγόρευσε τις εξαγωγές πετρελαίου. Ένα μήνα αργότερα πάγωσε ιαπωνικούς τραπεζικούς λογαριασμούς και εξέδωσε μια ειδοποίηση ότι η συνεχιζόμενη επεκτατική πολιτική των ΗΠΑ θα εξανάγκαζε τις ΗΠΑ να προστατέψει τα συμφέροντα της. Σε διπλωματικό επίπεδο, ο Ρούσβελτ αρνήθηκε να συναντηθεί με τον Ιάπωνα πρωθυπουργό και λίγο αργότερα η Ιαπωνική κυβέρνηση έπεσε. Τα καθήκοντα πρωθυπουργού ανέλαβε ο στρατηγός Τόγιο.

Κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων με την Ιαπωνία, ο υπουργός εσωτερικών Κορντέλ Χαλ απαίτησε από την Ιαπωνία να αποσυρθεί από τις κτήσεις της σε Κίνα και Ινδοκίνα, να σταματήσει την επιθετικότητα εναντίων των υπόλοιπων χώρων της Ασίας (συμπεριλαμβανομένων και των αποικιών των ΗΠΑ, της Βρετανίας και της Ολλανδίας ) και να διαλύσει τη ζώνη οικονομικής συνεργασίας της Άπω Ανατολής (Greater East Asia Co-Prosperity).

Η Ιαπωνία αρνήθηκε και σε απάντηση προσέφερε οικονομικές διευκολύνσεις. Αλλά η αμερικάνικη κυβέρνηση ήταν κάθετη. Δεν ήθελαν καμία συμφωνία. Ανησυχώντας για τις οικονομικές επιπτώσεις των αμερικάνικων αποκλεισμών, οι Ιάπωνες ξεκίνησαν να συζητούν το ενδεχόμενο πολεμικής αναμέτρησης αν δεν είχε επιτευχθεί κάποια συμφωνία μέχρι το Νοέμβριο. Οι αμερικάνοι αξιωματούχοι ήταν ενήμεροι γι’ αυτό χάρη στην αποκρυπτογράφηση των ιαπωνικών κωδικών και την παρεμβολή διπλωματικών μηνυμάτων.

Στις 20 Νοέμβριου, η Ιαπωνία έκανε μια τελευταία προσφορά που περιελάμβανε την αποκατάσταση της ειρήνης με την Κινά και την απόσυρση των δυνάμεων της από την Ινδοκίνα σε αντάλλαγμα με την αποκατάσταση των εμπορικών σχέσεων. Παράλληλα οι ιαπωνικές δυνάμεις είχαν αρχίσει να συγκεντρώνονται στα ανοιχτά των αγγλοσαξονικών αποικιών σε περίπτωση που η πρόταση δεν γινόταν δεκτή. Ο Χαλ αποκάλεσε την προσφορά απαράδεκτη και παρά το γεγονός ότι ο αμερικανικός στρατός ήθελε ακόμα αρκετό χρόνο για να προετοιμαστεί εξέδωσε ένα τελεσίγραφο στις 26 Νοέμβριου απαιτώντας την άμεση αποχώρηση των ιαπώνων. Η μπλόφα ήταν προφανής. Προβλέποντας ότι η συμμόρφωση θα σήμαινε εξευτελισμό για τους Ιάπωνες ο Χαλ ήταν σίγουρος ότι θα απέρριπταν το τελεσίγραφο. Και είχε δίκιο. Η Ιαπωνία όντως απέρριψε το τελεσίγραφο και την επόμενη μέρα ο Χαλ είπε στον υπουργό πολέμου Στίμσον ότι το ζήτημα είναι πλέον στα χέρια του ναυτικού και του στρατού. Ασαφείς προειδοποιήσεις για το ενδεχόμενο σαμποτάζ στάλθηκαν στην Χαβάη.

Στις 26 Νοεμβρίου μια ιαπωνική αρμάδα απέπλευσε από τις νήσους Κουρίλε και στις 2 Δεκεμβρίου δόθηκε διαταγή για την επίθεση στο Περλ Χάρμπορ, με τον όρο ότι θα ακυρωνόταν σε περίπτωση που οι διαπραγματεύσεις ξεκινούσαν ξανά. Στην Ουάσινγκτον, το πρωί της 7ης Δεκεμβρίου, ο Ρούσβελτ έμαθε ότι η Ιαπωνία θα απέρριπτε το τελεσίγραφο ακριβώς στις 1 το μεσημέρι (ώρα Ουάσινγκτον) δηλαδή την ώρα όπου μόνο σε ένα σημείο στον ειρηνικό θα είχε φως: Στη Χαβάη. Το αν η επίθεση στο Περλ Χάρμπορ ήταν το αποτέλεσμα μιας καλά σχεδιασμένης πολιτικής για να μπουν οι ΗΠΑ στον πόλεμο ή πρόκειται απλώς για αμέλεια θα το δείξει η ιστορία. Οι αναλογίες όμως με την 11 Σεπτεμβρίου είναι προφανείς. Όπως και τότε έτσι και πριν 6 χρόνια ένα ισχυρό σοκ στην αμερικάνικη κοινή γνώμη χρησιμοποιήθηκε για να προχωρήσουν οι ΗΠΑ σε μια πολεμική αναμέτρηση.

Η ανατομία μιας καταστροφής (Strobe Talbott*/ The International Herald Tribune)

Τη στιγμή που οι απώλειες του πολέμου στο Ιράκ αυξάνονται και το Κογκρέσο βρίσκεται ενώπιον αδιεξόδου όσον αφορά τους τρόπους απομάκρυνσης των αμερικανικών στρατευμάτων από το ναρκοπέδιο, όλοι διερωτώνται για τα αίτια της αποτυχίας και πώς οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να ανακάμψουν.

 Η απάντηση στο πρώτο σκέλος της ερώτησης είναι μονολεκτική και ακούει στο όνομα της μονομέρειας. Μπορεί ο πρεσβύτερος Τζορτζ Μπους να ήταν θιασώτης της πολυμέρειας, αλλά ο γιος του αποδείχτηκε υπέρμαχος της μονομέρειας. Όντας υπέρ το δέον σκεπτικιστής για την οποιαδήποτε διεθνή συνθήκη ή νομοθεσία, ο σημερινός πρόεδρος των ΗΠΑ αγνόησε και αθέτησε αμέτρητες συμφωνίες, από το Πρωτόκολλο του Κιότο μέχρι τη συνθήκη ίδρυσης του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου. Επιπλέον, η καταπάτηση διεθνών συμφωνιών προς όφελος της μονομέρειας έγινε κατά τρόπο βιαστικό και επιπόλαιο. Στην πραγματικότητα δεν υπήρχε κανένας λόγος διάλυσης του διπλωματικού έργου δεκαετιών ολόκληρων.

Στο περιθώριο η διπλωματία

 Δείγμα της μονομέρειας του Τζορτζ Μπους έγινε ορατό και στον τρόπο με τον οποίο η αμερικανική κυβέρνηση ανέβαλε τη διπλωματική ανάμειξη του Λευκού Οίκου στη Μέση Ανατολή και την κορεατική χερσόνησο. Μετά δε την 11η Σεπτεμβρίου, η συμπάθεια της παγκόσμιας κοινής γνώμης προς τις ΗΠΑ εξανεμίστηκε όταν κατέστη σαφές ότι η τρομοκρατική επίθεση στους Δίδυμους Πύργους απλώς ενίσχυσε την απέχθεια του πρόεδρου Μπους προς τη διευθέτηση κρίσεων διά της διπλωματικής οδού.

Τρεις παράγοντες συμβάλλουν στην επεξήγηση όσων συνέβησαν. Πρώτον, ο Τζορτζ Μπους αναδύθηκε στην εξουσία αποφασισμένος να διαγράψει την κληρονομιά του Μπιλ Κλίντον.Ανάμνηση των όσων λέχθηκαν παραπάνω αποτελούν τα όσα λέγονταν το 2001 από κυβερνητικούς αξιωματούχους που εκμυστηρεύονταν ότι η λέξη «παγκοσμιοποίηση» ήταν απαγορευμένη στο εσωτερικό του Λευκού Οίκου. Ήταν μια λέξη της περιόδου Κλίντον. Κατά τρόπο παρόμοιο, η συζητήσεις περί κλιματολογικών αλλαγών αποφεύγονταν, διότι ήταν άμεσα συνδεδεμένες με τον Αλ Γκορ. Φυσικά, η λογική της διευθέτησης λογαριασμών με αντιπάλους δεν μπορεί ποτέ να αποτελέσει θεμέλιο της κυβερνητικής πολιτικής. Επιπλέον, προσπαθώντας να διαγράψει το έργο του προκατόχου του, ο Τζορτζ Μπους κατέληξε να αποσπάσει την πολιτική του από αυτήν όλων των προέδρων των ΗΠΑ από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο μέχρι σήμερα.

«Καλοί» και «κακοί»

Δεύτερον, ο κ. Μπους έδωσε νέα διάσταση στην έννοια της διαφορετικότητας των Ηνωμένων Πολιτειών. Όλοι, ανεξαιρέτως, οι πρόεδροι των ΗΠΑ ασπάζονταν μια μορφή εθνικισμού που στηρίζεται στην πίστη περί ανώτερης ποιότητας του έθνους και περί των μοναδικών ευθυνών έναντι του υπόλοιπου κόσμου που αναλογούν στην Αμερική. Ο κ. Μπους, ωστόσο, απάστηκε έναν ακραίο εθνικισμό βάσει του οποίου η Αμερική, όντας το ισχυρότερο κράτος σε όλα τα επίπεδα, έχει το δικαίωμα να διαμορφώνει τους κανόνες στο διεθνές στερέωμα ανάλογα με τις ανάγκες της, υπό τις ευλογίες του θεού.

Ο τρίτος παράγοντας σχετίζεται με την πεποίθηση του προέδρου Μπους ότι στη μετά την 11η Σεπτεμβρίου περίοδο, η διαίρεση του κόσμου σε «καλούς» και «κακούς» ήταν επιβεβλημένη. Η εν λόγω διαίρεση αποτέλεσε τη βάση της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής των τελευταίων ετών. Ο πρόεδρος Μπους κήρυξε τον πόλεμο κατά της διεθνούς τρομοκρατίας και κάλεσε τα κράτη να επιλέξουν: Είτε είστε σύμμαχοί μας είτε εχθροί μας. Τα κράτη που τάχθηκαν στο πλευρό της Αμερικής επιβραβεύτηκαν εξασφαλίζοντας ευνοϊκή μεταχείριση στο πλαίσιο της διεθνούς νομοθεσίας. Αντίθετα, όσοι αρνήθηκαν να δηλώσουν σύμμαχοι της Αμερικής, κατέβαλαν δυσβάσταχτο τίμημα.

 Οι τρεις παραπάνω παράγοντες ενώθηκαν στην πολιτική της κυβέρνησης Μπους έναντι του Ιράκ. Σήμερα, το ιρακινό ζήτημα απειλεί να μεταβληθεί στο μεγαλύτερο σφάλμα στην ιστορία της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Δεδομένου ότι πρόκειται για ένα καταστροφικό πολιτικό ατόπημα, μια συνέπεια μπορεί να είναι η δαιμονοποίηση των συμπεριφορών που το προκάλεσαν. Ήδη, οι υποψήφιοι των Δημοκρατικών και των Ρεπουμπλικανών υπόσχονται ότι θα επαναφέρουν στο προσκήνιο τον παραδοσιακό αμερικανικό διεθνισμό.

  Ο παγκοσμιοποιημένος κόσμος απαιτεί νέους τρόπους πολιτικής εκπροσώπησης και συμμετοχής. “Θα μπορούσαμε ν’ αρχίσουμε καλώντας όλα τα εθνικά κοινοβούλια να ορίσουν ένα μέλος που να εδρεύει με συμβουλευτική ιδιότητα στο αμερικανικό Κογκρέσο και που να έχει δικαίωμα ψήφου μόνο όταν το υπό συζήτηση θέμα έχει επίδραση στο κράτος του”, προτείνει ο Καθηγητής Διεθνούς Δικαίου στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον, Richard Falk. ________________________________________

Λαμβάνοντας υπόψη τα κριτήρια στα οποία πρέπει να ανταποκρίνεται μια δημοκρατία για να είναι αποτελεσματική σύμφωνα με τις τρέχουσες πραγματικότητες της παγκόσμιας τάξης, δεν μπορούμε πλέον να σκεφτόμαστε μόνο με τα βεστφαλικά σημεία αναφοράς για τις εδαφικές κοινότητες όπως αυτές ορίζονται από τα διεθνώς αναγνωρισμένα σύνορα. Οι περισσότεροι άνθρωποι στον κόσμο στερούνται πλήρως πολιτικών δικαιωμάτων και ισχύος καθώς δεν μπορούν να ψηφίσουν ή να συμμετάσχουν με κάποιο άλλο τρόπο στις εκλογές και τις πολιτικές διαδικασίες που διαμορφώνουν προς το καλύτερο ή το χειρότερο τις μοίρες τους. Η κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών μέσα από τις πράξεις ή την απραξία της ρίχνει άμεσα τον ίσκιο της σε όλες ουσιαστικά τις κοινωνίες και όσες δέχονται αυτή την επίδραση είναι άνευ φωνής ή διεξόδου. Μέχρι να αντιμετωπιστεί αυτός ο βασικός παράγοντας, η διαδικασία αναζήτησης της παγκόσμιας δημοκρατίας δεν μπορεί να πάει πολύ μακριά. Όλοι μας ζούμε όλο και περισσότερο σε έναν παγκοσμιοποιημένο κόσμο και αν επιζητούμε δημοκρατική διακυβέρνηση, τότε χρειαζόμαστε νέους τρόπους πολιτικής εκπροσώπησης και συμμετοχής που να καθορίζονται, τουλάχιστον μερικώς, από εξω- εδαφικά κριτήρια.

Όσο μεγαλύτερη είναι η επίδραση εξωτερικών πολιτικών παικτών, τόσο πιο σημαντικό είναι να αναλογιστούμε ξανά τον τρόπο με τον οποίο οι κυρίαρχες αντιλήψεις εκπροσώπησης μπορούν να απαλλαγούν από εδαφικά κριτήρια έτσι ώστε να συνδεθούν αποτελεσματικά με την πολιτική εκπροσώπηση. Η επιβεβαίωση της πρόκλησης που αντιμετωπίζει η δημοκρατία εκφράστηκε στην προηγούμενη δεκαετία ή περίπου μέσα από την αυξανόμενη ανησυχία για την απάθεια των ψηφοφόρων που πηγάζει, μεταξύ άλλων παραγόντων, από την « χωρίς επιλογές δημοκρατία».Αυτή η αντίληψη έμοιαζε να προέρχεται από τις τάσεις των κυριότερων πολιτικών κομμάτων να συγκλίνουν γύρω από μια δέσμη πολιτικών που ανταποκρίνονται στις προτεραιότητες του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού. Ωστόσο, ο πόλεμος κατά της τρομοκρατίας έφερε στην επιφάνεια άλλες ανησυχίες, ιδίως μια ευαισθητοποίηση έναντι της υπερεθνικής βίας είτε αυτή προέρχεται από μη κρατικούς παίκτες είτε από ένα παγκοσμιοποιημένο κράτος. Η βία των μη κρατικών παικτών, ανεξάρτητα πόσο σοβαρή είναι, πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ένα είδος «εγκλήματος» και όχι ως «πόλεμος», αλλά οι πολιτικές του παγκοσμιοποιημένου κράτους πρέπει να υπόκεινται σε δημοκρατικό έλεγχο στο επίπεδο μιας παγκόσμιας πολιτικής. Για να μπορέσουμε έστω να το φανταστούμε, θα πρέπει να σκεφτούμε ποιοι τρόποι εκπροσώπησης θα επέτρεπαν στους λαούς του κόσμου να είναι και να νιώθουν συνδεδεμένοι με εξω- εδαφικές διαδικασίες αποφάσεων που επηρεάζουν την ασφάλεια και τη βιωσιμότητά τους.

 Η πολιτική συμμετοχή δεν επιδρά στις πολιτικές

 Όπως έχουν τα πράγματα σήμερα, και ανεξάρτητα από το πόσο αυτό αναγνωρίζεται, η αντικειμενική κατάσταση των περισσότερων ανθρώπων στον κόσμο είναι ότι υφίστανται νέα καθεστώτα με δυνητικά καταστροφικό αυταρχισμό, αυτή τη φορά σε πεδίο παγκόσμιο και με απειλητική προοπτική, που εκπορεύεται από διάφορα σημεία αναφοράς, αλλά ειδικότερα από τα κυβερνητικά στρατηγεία των Ηνωμένων Πολιτειών στην Ουάσιγκτον. Η τάξη του κόσμου, όπως την ξέρουμε, διαμορφώνεται κυρίως σήμερα από τους μεγάλους στρατηγικούς σχεδιασμούς της κυβέρνησης των Ηνωμένων Πολιτειών, με επιπτώσεις ζωής και θανάτου σε πολλές κοινωνίες, ιδίως στη Μέση Ανατολή. Εξαιτίας της κατανομής της στρατιωτικής βίας στον κόσμο και της προκλητικής, σε γενικές γραμμές, στάσης της κυβέρνησης των Ηνωμένων Πολιτειών σε ό,τι αφορά στο διεθνές δίκαιο, δεν υπάρχουν εμπόδια στην πορεία μιας απόφασης για την έναρξη πολέμων ή τη χρήση πυρηνικών όπλων. Η ψήφος στις εθνικές εκλογές δεν διασφαλίζει πλέον ούτε εδαφική ασφάλεια, καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες αξιώνουν να αγνοούν την κυριαρχία κατά την καταδίωξη υπόπτων για τρομοκρατία ή άλλων εχθρικών στοιχείων. Επομένως, η συνεχιζόμενη αποκλειστική προσήλωση σε βεστφαλικές διευθετήσεις υπονομεύει τη δημοκρατική υπευθυνότητα με δύο τρόπους. Πρώτον, δεν παρέχονται τρόποι πολιτικής εκπροσώπησης που να μπορούν να επιδρούν σε πολιτικές που ακολουθούνται από έναν ηγεμονικό παίκτη. Δεύτερον, τα υποτελή κράτη, ακόμη κι αν είναι δημοκρατικά συγκροτημένα, δεν μπορούν πλέον να είναι σίγουρα ότι η εδαφική κυριαρχία τους δεν θα παραβιαστεί από έναν ηγεμονικό παίκτη. Κατά συνέπεια, οι πολίτες δεν μπορούν να ασκήσουν αποτελεσματικό δημοκρατικό έλεγχο στην ίδια τους την πολιτική μοίρα, μέσα στο ίδιο τους το κράτος, ανεξάρτητα από το πόσο γνήσια αφοσιωμένη στη δημοκρατική διακυβέρνηση είναι η βεστφαλική εδαφική κοινότητα.

Εάν λοιπόν θέλουμε να πάρουμε σοβαρά τους στόχους και το ήθος της δημοκρατίας, δεν θα πρέπει πλέον να αρκεστούμε στη λογική μιας πολιτικής δημοκρατίας ενσωματωμένης σ’ έναν βεστφαλικό κόσμο αποτελούμενο από κυρίαρχα κράτη. Στην πραγματικότητα, βέβαια, ένας τέτοιος κόσμος δεν υπήρξε ποτέ, σήμερα όμως μ’ αυτό το είδος της παγκόσμιας κυριαρχίας που ασκούν οι Ηνωμένες Πολιτείες, η αναντιστοιχία μεταξύ της γεωγραφίας των κρατών και της γεωγραφίας της εξουσίας είναι τόσο σημαντική που υπονομεύει την κατανόησή μας για τη φύση της πολιτικής δημοκρατίας. Για να αντιδράσουμε σε αυτή τη συγκυρία πρέπει να αρχίσουμε να αισθανόμαστε, να σκεφτόμαστε και να ενεργούμε ως παγκόσμιοι πολίτες και ως πολίτες-οδοιπόροι. Αγαπώντας πάντα τη χώρα μας, πρέπει να πάψουμε να έχουμε αυτή την τάση αποκλειστικής αφοσίωσης σε μια συγκεκριμένη περιοχή, που γέννησε καταστροφικά εθνικιστικά συναισθήματα του τύπου «το έθνος μου δίκαιο ή άδικο, το έθνος μου». Ένα ανάλογο, τυφλά εθνικιστικό, σύστημα αξιών καλλιεργήθηκε συνειδητά από κυρίαρχα κράτη στη διάρκεια των τελευταίων αιώνων, με αυξανόμενα καταστροφικές συνέπειες. Πρέπει να υπερβούμε αυτόν τον στενό, εδαφικό πατριωτισμό και να συνειδητοποιήσουμε πόσο σημαντικό είναι να υιοθετήσουμε ένα ήθος ανθρώπινης αλληλεγγύης που θα μπορούσε να γεννήσει το πνεύμα και την πραγματικότητα ενός «κοσμοπολίτικου πατριωτισμού»

Ασύμμετρη παγκοσμιοποίηση

Σ’ αυτό το σημείο, πρέπει να θέσουμε το ακόλουθο ερώτημα με την έννοια του επείγοντος: « Πότε η πολιτική παγκοσμιοποίηση(διεθνοποίηση) θα αρχίσει να συμβαδίζει με την οικονομική παγκοσμιοποίηση;» Τα παγκόσμια αγαθά και οι ιδιότητες των πλούσιων και ισχυρών πρέπει να κατανεμηθούν πιο δίκαια στους φτωχούς και περιθωριακούς. Ένα σωστό πρώτο βήμα θα ήταν να ανταποκριθούν, σε πρώτο στάδιο, σ’ αυτή την πρόκληση οι Ηνωμένες Πολιτείες. Μόνες μεταξύ κρατών οι Ηνωμένες Πολιτείες συμπεριφέρονται ως παγκόσμιο κράτος και όχι ως παραδοσιακό κυρίαρχο έθνος που περιορίζει τους νόμους του στο πλαίσιο της εδαφικής κυριαρχίας του. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν αρκετές εκατοντάδες στρατιωτικές βάσεις σε περισσότερες από 60 χώρες, ναυτικές δυνάμεις σε όλους τους ωκεανούς, περιφερειακές στρατιωτικές διοικήσεις που καλύπτουν τον πλανήτη, συμπεριλαμβανομένης της επικράτειάς τους, και επενδύουν πολλά για την επίτευξη της εποπτείας της κυριαρχίας τους από το διάστημα. Πραγματικά δεν είναι υπερβολή να αναγνωρίσουμε τις Ηνωμένες Πολιτείες ως το πρώτο παγκόσμιο κράτος στην ιστορία και να επισημάνουμε ότι αυτή η πραγματικότητα έχει σοβαρές πολιτικές επιπτώσεις για το μέλλον της δημοκρατίας στο σύνολο του πλανήτη.

Εάν μια μη εδαφική λογική αποδέχεται τη ΝΑΦΤΑ για το εμπόριο και το χρήμα, γιατί να μην αρχίσουμε να σκεφτόμαστε με μη εδαφικά κριτήρια για την ευημερία και την αυτοδιάθεση των λαών του κόσμου, συμπεριλαμβανομένης, ως πρώτης κίνησης, μιας πιο περιφερειακής αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας; Έχει λόγου χάρη προταθεί στη βόρεια Αμερική, μια μορφή επαναστατικής ενέργειας, δηλαδή την παροχή πολιτικών δικαιωμάτων κατά φάσεις σε αυτούς που δέχονται την επίδραση της κυβέρνησης των Ηνωμένων Πολιτειών, χωρίς να είναι πολίτες. Έτσι θα μπορούσε να ξεκινήσει ως εκλογική πράξη παγκόσμιας συμμετοχής, επιτρέποντας για παράδειγμα στους Καναδούς και τους Μεξικάνους να ψηφίζουν στις αμερικανικές εκλογές, αργότερα στις ευρωπαϊκές και τελικά με πλήρη ή μερική ψήφο σε όλους τους λαούς του κόσμου. Είναι περιττό να επισημάνουμε ότι αυτή η γραμμή σκέψης χαρακτηρίζεται εύκολα ως «ουτοπική» και, κατά συνέπεια, εύκολα απορρίπτεται, ωστόσο αν με αφετηρία την οικονομία επέρχεται μια σκακιέρα οικονομικών όρων ενταγμένη στο παγκόσμιο δίκτυο, μια σκακιέρα που τους αφορά όλους, τότε τι θα συνέβαινε αν αυτή η παγκόσμια σκακιέρα εμπλουτιζόταν με όρους παγκόσμια δημοκρατικούς? Θα μπορούσαμε επίσης ν’ αρχίσουμε με μεγαλύτερη μετριοπάθεια διαβλέπωντας πως όλα τα εθνικά κοινοβούλια θα μπορούσαν να ορίσουν ένα μέλος που να συμμετέχει με συμβουλευτική ιδιότητα στο αμερικανικό Κογκρέσο, έχοντας δικαίωμα ψήφου μόνο όταν το υπό συζήτηση θέμα έχει επίδραση στο κράτος του. Ακόμη περισσότερο, κάθε περιοχή θα μπορούσε να εξουσιοδοτηθεί να επιλέγει έναν περιφερειακό εκπρόσωπο που να συμμετέχει στις συναντήσεις του αμερικανικού υπουργικού συμβουλίου, με δικαίωμα ψήφου όταν τα όποια θέματα έχουν επίδραση στην περιοχή την οποία εκπροσωπεί.

Ανοικοδομώντας τη δημοκρατική ζωή

Ας εμπιστευτούμε όμως τη φαντασία μας για να οραματιστούμε την αποδοχή αυτού του τρόπου ανοικοδόμησης της δημοκρατικής ζωής. Ας υποθέσουμε μάλιστα ότι, ως αποτέλεσμα ενός πολιτικού θαύματος, τέτοιες εκλογικές διαδικασίες γίνονταν υπαρκτές, τουλάχιστον στο δυτικό ημισφαίριο. Από μια τόσο πλεονεκτική θέση, δεν θα ήταν πλεόνασμα πίστης να σκεφτούμε πως ένα τέτοιο πρότυπο εξω- εδαφικής εκπροσώπησης και συμμετοχής στις αμερικανικές εθνικές εκλογές θα παρήγαγε πιο μετριοπαθείς ηγέτες με πιο κοσμοπολίτικη αντίληψη κι ότι αυτό, με τη σειρά του, θα παρήγαγε μια πιο νομιμοποιημένη βάση για την αμερικανική εξωτερική πολιτική και εν πάσι περιπτώσι για όποιο εθνικό κράτος φέρει το τίτλο της υπερδύναμης στο μέλλον.Τότε μπορούμε να συμεράνουμε, , πως αν ποτέ μια τέτοια καινοτομία εφαρμοζόταν, έστω μερικώς και σε πειραματική βάση, τότε θα ήταν πιο πιθανό να υιοθετήσει ένα κοσμοπολίτικο όραμα ο επόμενος Αμερικανός πρόεδρος ή ο επόμενος πρόεδρος της υποθετικής υπερδύναμης αυτού του τύπου συνομοσπονδιών δημοκρατικών εθνικών κρατών παρά οι μελλοντικοί νικητές εκλογικών αναμετρήσεων, στην περίπτωση που συνεχίσουμε να στηριζόμαστε στις βεστφαλικές αντιλήψεις για την παγκόσμια πολιτική κοινότητα, ένα εκλόγιμο εκλογικό σώμα και μια εδαφικά καθορισμένη έννοια εκπροσώπησης. Είναι πιο πιθανό η πολιτική να νομιμοποιηθεί από τους λαούς του κόσμου εάν διαπιστωθεί ότι προέρχεται από συμμετοχικές διαδικασίες που λαμβάνουν υπόψη τα γεωπολιτικά όπως και τα εδαφικά σύνορα.

Ας προχωρήσουμε πιο πέρα στη φαντασίωση μιας παγκόσμιας πολιτείας αφιερωμένης στην υλοποίηση δημοκρατικών αξιών. Ας υποθέσουμε ότι ολόκληρος ο κόσμος θα είχε τη δυνατότητα να ψηφίσει για τους μελλοντικούς Αμερικανούς προέδρους. Μπορεί να αρχίζαμε τότε να αναπτύσσουμε το είδος των πολιτικών εκστρατειών και ηγεσίας που χρειαζόμαστε στον 21ο αιώνα για να ανταποκριθούμε με σοβαρότητα στα πιο πιεστικά προβλήματα του κόσμου, συμπεριλαμβανομένης της φτώχειας, του φαινόμενου του θερμοκηπίου, του πολιτικού και θρησκευτικού φανατισμού, της πολιτισμικής μισαλλοδοξίας, της αναποτελεσματικής παγκόσμιας διακυβέρνησης. Ασφαλώς, η άσκοπη ονειροπόληση δεν μας οδηγεί πολύ μακριά, εδώ που βρισκόμαστε όμως πώς αλλιώς μπορούμε να προχωρήσουμε; Σ’αυτούς τους επικίνδυνους καιρούς πρέπει ν’ ακούμε πιο προσεκτικά από άλλοτε προτάσεις που μοιάζουν τόσο έξω απ’ το «κουτί» που φαίνονται ίσως επιπόλαιες. Αυτό που έχει τώρα στο «κουτί» της η πολιτική δημοκρατία μοιάζει πολύ αποκαρδιωτικό και μας οδηγεί με βεβαιότητα σε δρόμους που ενέχουν τον κίνδυνο μιας συλλογικής καταστροφής για την ανθρωπότητα ως σύνολο. Για αυτό και μόνο το λόγο θα ήταν ανεύθυνο να απορρίψουμε ακόμη και εξωφρενικές προτάσεις για αλλαγή, εμμένοντας στην αδυναμία υλοποίησής τους . Σ’ αυτή τη στιγμή της ιστορίας, η υπόθεση της παγκόσμιας δημοκρατίας αχνοφέγγει, ακόμη κι αν η πρακτική εφαρμογή της μοιάζει προς το παρόν τόσο απόλυτα ανέφικτη. Αποτελεί καθήκον των παγκόσμιων πολιτών και των πολιτών-οδοιπόρων να καλύψουν όσο πιο γρήγορα γίνεται το ανθυγιεινό κενό ανάμεσα στην επιτακτική ανάγκη για παγκόσμια δημοκρατία και τις πολιτικές εγκαθίδρυσής της. Σ’ αυτό το στάδιο, μια τέτοια επιτακτική ανάγκη αποτελεί τουλάχιστον έκκληση στην πολιτική και ηθική φαντασία. Εκτός κι αν αρχίσουμε να φανταζόμαστε την παγκόσμια δημοκρατία σε μετα-βεστφαλική γλώσσα, τότε δεν έχουμε ελπίδα να φτάσουμε στη γη της επαγγελίας.

Το εφικτό δεν ορίζει το πραγματικό

Μπορεί να αναθαρρήσουμε αν σκεφτούμε πόσο πιο φτωχή θα ήταν η πρόσφατη ιστορία αν η εξέλιξή της είχε παραμείνει πιστή στους περιορισμούς της κοινής αντίληψης για το εφικτό. Εάν το εφικτό όριζε το πραγματικό, οι περισσότερες από τις πραγματικά συναρπαστικές αλλαγές των τελευταίων είκοσι ετών θα είχαν απορριφθεί ως ανέφικτες, λίγο πριν μας εκπλήξουν όταν πράγματι συνέβησαν. Αρκεί να θυμηθούμε πως αυτοί που προφήτευαν την πτώση του τείχους του Βερολίνου μερικά χρόνια πριν συμβεί, το 1989, θεωρούνταν ονειροπαρμένοι. Το ίδιο ισχύει για όσους πίστευαν, ενάντια στους οιωνούς, ότι θα ζούσαν αρκετό καιρό ώστε να βιώσουν την εμπειρία της απελευθέρωσης της ανατολικής Ευρώπης από τον καταπιεστικό σοβιετικό ζυγό που υπήρχε από το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Στη Νότια Αφρική, μόλις στα τέλη της δεκαετίας του 80, οποιοσδήποτε προωθούσε το όραμα μιας Νότιας Αφρικής την οποία θα κυβερνούσε ο τότε φυλακισμένος Νέλσον Μαντέλα θα είχε αποπεμφθεί ως εκκεντρικός κάτοικος άλλου πλανήτη.

Με άλλα λόγια, το αδύνατο συμβαίνει ξανά και ξανά, μόνο όμως αν είμαστε αρκετά γενναίοι για να παλεύουμε ενάντια στους φαινομενικούς οιωνούς, έτσι ώστε να το κάνουμε να συμβεί. Αν λάβουμε υπόψη τις πολλές σοβαρές προκλήσεις εκεί έξω στον κόσμο, μόνο οι πολιτικές του αδύνατου μπορούν να μας δώσουν ελπίδα για το μέλλον. Πρέπει να εγκαταλείψουμε την αυτοπεριοριστική ιδέα της πολιτικής ως «τέχνης του εφικτού» και να δώσουμε στους ευφάνταστους εαυτούς μας την έννοια της πολιτικής ως «τέχνης του ανέφικτου», ή λιγότερο παράδοξα, της «αναζήτησης του αναγκαίου».

Ζούμε σε μια πολυεπίπεδη όσο και ιδιότυπη παγκόσμια πολιτεία-κάτι που οφείλεται καθαρά στο πρόωρο του πράγματος- η οποία υπόκειται σε μια γεωπολιτική μορφή παγκόσμιας διακυβέρνησης που στις μέρες μας εξαιτίας μιας παγκοσμιοποιημένης ανωριμότητας δε δίνει μεγάλη προσοχή στις δημοκρατικές αρχές της συμμετοχής, της υπευθυνότητας και της νομιμότητας. Αυτή η διευθέτηση έχει πρακτικά ενσωματωθεί στο ανεπίσημο παγκόσμιο κράτος που διοικείται από την Ουάσιγκτον και αξιώνει για τον εαυτό του μια σειρά από μετα-βεστφαλικούς τρόπους δράσης. Οι υπάρχουσες μορφές δημοκρατικής υπηκοότητας εξακολουθούν να διαμορφώνονται από κρατικίστικες ιδέες και πρακτικές, εκτός, μέχρι ενός σημείου, στο εσωτερικό της περιφερειακής κυριαρχίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης όπου μια ευρύτερη περιφερειακή πολιτεία έχει αποτελεσματικά απομακρύνει τον πόλεμο από τις εσωτερικές της σχέσεις και έχει θεσπίσει μορφές περιφερειακής δημοκρατικής συμμετοχής, ιδίως την περιφερειακή βουλή. Μια εναλλακτική οδός για να ανοίξουν οι αμερικανικές εκλογές σε μη εθνικούς απόντες ψηφοφόρους θα ήταν η καθιέρωση μιας παγκόσμιας βουλής λίγο πολύ στο πρότυπο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, που υπάρχει εδώ και αρκετές δεκαετίες. Για να αποκτήσει αξιοπιστία η παγκόσμια δημοκρατία χρειάζεται, πάνω απ’ όλα, να μάθουμε να σκεφτόμαστε, να αισθανόμαστε και να φανταζόμαστε έξω απ’ το βεστφαλικό «κουτί»!

ΒΙΕΤΝΑΜ-η αληθινή ιστορία

 Το Mάρτη του 2003, όταν η εισβολή στο Iράκ συμπλήρωνε λίγες μέρες, η Eργατική Aλληλεγγύη τυπωνόταν με ένα άρθρο για το αραβικό Bιετνάμ του Mπους. Πολλοί έσπευσαν να διακωμωδήσουν τέτοιες αναλογίες.

Τέσσερα περίπου χρόνια μετά, η διαπίστωση ότι οι HΠA έχουν βαλτώσει στο Iράκ όπως είχαν βαλτώσει στο Bιετνάμ ήταν πια κοινός τόπος. Oταν ο ίδιος ο Pάμσφελντ αναγκάζεται να παραδεχτεί δημόσια ότι η ένοπλη αντίσταση θα συνεχιστεί τουλάχιστον δώδεκα χρόνια, αρκεί. H σύγκριση του Iράκ με το Bιετνάμ φέρνει ανατριχίλα στην άρχουσα τάξη -όχι μόνο των HΠA- και αυτοπεποίθηση σε εκατομμύρια απλούς ανθρώπους. Όλοι ξέρουν ότι το Bιετνάμ ήταν η μεγαλύτερη ήττα του αμερικάνικου επεκτατισμού, η ταπείνωση της υπερδύναμης. Aλλά τι έγινε στο Bιετνάμ; Ποιες ήταν οι ρίζες του πολέμου; Γιατί τον έχασε η Aμερική? Μήπως εξαιτίας της αντίστασης του βιετναμέζικου λαού ή έπαιξε ρόλο και το αντιπολεμικό κίνημα;

Στo βιβλίο του Tζόναθαν Nιλ «Bιετνάμ-O Aμερικάνικος Πόλεμος 1960-1975» δίνονται απαντήσεις σε αυτά και σε πολλά άλλα ερωτήματα. Σε μια σύντομη ιστορία εκείνου του πολέμου απ’ τη σκοπιά των χωρικών και των φαντάρων που πολέμησαν , όταν πρωταγωνιστές δεν είναι μόνο οι πρόεδροι και οι στρατηγοί αλλά ιδιαίτερα οι απλοί άνθρωποι, οι βιετναμέζοι χωρικοί που πάλευαν για γη και ελευθερία, οι αντιπολεμικοί διαδηλωτές, οι αμερικάνοι φαντάροι που αντιστάθηκαν στο πόλεμο και τη βαρβαρότητά του, μπορούμε να αποκτήσουμε μια συνολική εικόνα στη βάση των συντελεστών αυτού του πολέμου, είτε αυτοί έδρασαν κατασταλτικά είτε καταλυτικά. Βλέπουμε λοιπόν ότι η αμερικάνικη επέμβαση στο Bιετνάμ ξεκίνησε από την εποχή που η Γαλλία προσπαθούσε να διατηρήσει τη περιοχή στην αποικιοκρατική της αυτοκρατορία, από το 1945 μέχρι το 1954 αλλά κλιμακώθηκε αποφασιστικά από τα μέσα της δεκαετίας του 60.

Προχωρώντας αυτή τη μελέτη βλέπουμε πως το Bιετνάμ υπήρξε μια μάχη με τρεις πόλους. O ένας ήταν οι γαιοκτήμονες και οι επιχειρηματίες που ήταν αρχικά σύμμαχοι της γαλλικής αποικιοκρατίας και μετά των HΠA. O άλλος πόλος ήταν οι φτωχοί και άκληροι αγρότες στο Nότο. Kάποιοι από αυτούς ήταν μέλη του Kομμουνιστικού Kόμματος ή εντάχθηκαν στους αντάρτες. O τρίτος πόλος ήταν οι ηγέτες του Kομμουνιστικού Kόμματος. Eίχαν ηγηθεί των χωρικών ενάντια στη γαλλική αποικιοκρατία. Mετά το 1954, εν μέρει κάτω από την πίεση της Kίνας και της Pωσίας, είχαν αποφασίσει να εγκαταλείψουν το Nότο και να επικεντρώσουν στην οικοδόμηση του δικού τους κράτους στο Bορρά. Aλλά η ταξική πάλη στο Nότο δεν εξαφανιζόταν. H νέα κυβέρνηση στο Nότο είχε τη βάση της στους γαιοκτήμονες. Aυτοί ένιωθαν ότι έπρεπε να πολεμήσουν για να ξανακερδίσουν τον έλεγχο της γης, και αυτό σήμαινε ότι έπρεπε να αφανίσουν τους Kομμουνιστές που παρέμεναν στο Nότο. Aυτοί οι Kομμουνιστές ήταν χωρικοί. Aντιμέτωποι με το δίλημμα ανάμεσα στο θάνατο και την αντίσταση, οι Kομμουνιστές τελικά ανάγκασαν την ηγεσία του κόμματος στο Bορρά να τους υποστηρίξει σε μια εξέγερση.

Εξέγερση

Tο 1965 η εξέγερση αυτή είχε κερδίσει την υποστήριξη της πλειοψηφίας του κόσμου στην ύπαιθρο. Γι’ αυτούς, δεν ήταν βασικά μια σύγκρουση με τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό. Hταν πόλεμος για την ιδιοκτησία της γης. Aλλά το 1965 για διάφορους λόγους που ακόμα και σήμερα παραμένουν αδιευκρίνιστοι, οι HΠA έκαναν μαζική επέμβαση. Eίχαν ήδη στείλει 18.000 στρατεύματα και είχαν δεσμευτεί δημόσια. Για τους Βιετναμέζους πλέον, στο σύνολο της ενότητάς τους το ζήτημα δεν ήταν μόνο εθνικό αλλά και πολιτικό. Mια ήττα στο Bιετνάμ θα αποδυνάμωνε το αντικομμουνιστικό αίσθημα στην Aμερική, και θα βοηθούσε να ανοίξει χώρος για τη νέα αριστερά στα συνδικάτα και στο αναπτυσσόμενο και ριζοσπαστικοποιούμενο κίνημα πολιτικών δικαιωμάτων. Αυτό θα μεταφραζόταν ως μια κατάσταση κοινωνικο-οικονομικής νηνεμίας στο εσωτερικό του Βιετνάμ, έτσι ώστε οι αγρότες της χώρας θα μπορούσαν επιτέλους πάρουν στα χέρια τους το πλούτο της γης τους. Έτσι μια ήττα των αμερικανών στο Bιετνάμ θα αποδυνάμωνε τη θέση των αρχουσών τάξεων και των καθεστώτων που στήριζε η Aμερική σε πολλές άλλες χώρες (σοβιετική γραμμή) και τέλος μια ήττα θα ήταν επίσης ήττα στο Ψυχρό Πόλεμο, εκεί όπου οι ηγέτες της Aμερικής και της Pωσίας ανταγωνίζονταν για πολιτική και οικονομική εξουσία στο κόσμο .

Oπως και σήμερα στο Iράκ, η αμερικάνικη κυβέρνηση γνώριζε ότι κάνει πόλεμο ενάντια στη πλειοψηφία του πληθυσμού. Aυτή ήταν η αιτία της βαρβαρότητας της πολεμικής μηχανής των HΠA. Για τους βομβαρδισμούς-χαλί που ισοπέδωναν τα πάντα, για τα χημικά που κατέστρεφαν τη ζούγκλα και δηλητηρίαζαν τους ανθρώπους, για φρικιαστικές σφαγές όπως αυτή στο Mι Λάι το 1968 όταν εκατοντάδες άμαχοι, γυναίκες, παιδιά γέροι, σφαγιάστηκαν σε μια μέρα από μια αμερικάνικη μονάδα. O αμερικάνικος ιμπεριαλισμός είχε διεξάγει και στο παρελθόν άδικους πολέμους, πολέμους που χαρακτηρίστηκαν από τους ιστορικούς ως βρώμικοι. Για παράδειγμα ο πόλεμος στη Kορέα είχε στοιχίσει 2 εκατομμύρια νεκρούς Kορεάτες, 250.000 Kινέζους και 40.000 Aμερικάνους. Η μόνη διαφορά ήταν ότι στον πόλεμο της Kορέας δεν υπήρξε αντιπολεμικό κίνημα, ακριβώς γιατί εκείνος ο πόλεμος στηρίχθηκε στη σκιά του 2ου Παγκοσμίου πολέμου, ενός πολέμου όπου η συμβολή των ΗΠΑ ήταν συνεισφορά δικαίου και έτσι οι αμερικάνικη εξωτερική πολιτική δεν είχε να αντιμετωπίσει πιέσεις στο εσωτερικό της. Στο πόλεμο του Bιετνάμ όμως, αυτό το αντιπολεμικό κίνημα έκρινε την έκβαση του πολέμου.

Oπως λέει ο Tζ. Nιλ η διαφορά ανάμεσα στα δυο ήταν το κίνημα για τα πολιτικά δικαιώματα των Mαύρων που είχε ξεσπάσει από τα τέλη της δεκαετίας του 50. Πρόσφερε το χώρο για να γεννηθεί το αντιπολεμικό κίνημα. Δεν είχε εντυπωσιακό ξεκίνημα με τα σημερινά δεδομένα -στη πρώτη πανεθνική διαδήλωση στην Oυάσινγκτον στις 17 Aπρίλη 1965 συμμετείχαν 25.000 άνθρωποι. Πέντε χρόνια μετά, οι διαδηλωτές μετριούνταν σε εκατοντάδες χιλιάδες. Aκόμα πιο κρίσιμο ρόλο όμως έπαιξε το πιο άγνωστο κεφάλαιο του πολέμου στο Bιετνάμ. H εξέγερση των ίδιων των φαντάρων. Για τις εκατοντάδες αντιπολεμικές εφημερίδες που εκδίδονταν από φαντάρους, για τις κινητοποιήσεις των Bετεράνων του Bιετνάμ ενάντια στο Πόλεμο. Tον Aπρίλη του 1971, δυο χιλιάδες βετεράνοι με τις στολές τους, πολλοί ανάπηροι ανάμεσά τους, πήγαν έξω από το Kονγκρέσο και πέταξαν τα παράσημά τους. Eνας από αυτούς είπε Δεν πρόκειται να πολεμήσουμε ξανά παρά μόνο για να ξεθεμελιώσουμε αυτά τα σκαλιά δείχνοντας το κτίριο. Στο ίδιο το Bιετνάμ οι φαντάροι αρνούνταν να πολεμήσουν -και όσους αξιωματικούς τους πίεζαν τους αντιμετώπιζαν με το φράγκινγκ (χειροβομβίδες) ή απλά πυροβολώντας τους στη διάρκεια της περιπολίας. Tον Iούνη του 1971 στην επίσημη επιθεώρηση του στρατού ένας συνταγματάρχης διαπίστωνε με τρόμο την εξάπλωση μιας κατάστασης στις Aμερικάνικες Δυνάμεις στο Bιετνάμ που την έχουν ξεπεράσει αυτόν τον αιώνα μόνο οι Aνταρσίες του Γαλλικού Στρατού επί στρατηγού Nιβέλ και η κατάρρευση των τσαρικών στρατών το 1916 και το 1917.

Αίτια με προεκτάσεις

H πάλη ενάντια στον πόλεμο του Bιετνάμ έγινε το νήμα που διαπερνούσε την έκρηξη του κινήματος σε όλο τον κόσμο στα τέλη της δεκαετίας του 60. O Mάης του 68 με τη μεγαλύτερη γενική απεργία στην ιστορία, το καφτό φθινόπωρο των απεργιών στην Iταλία, οι αντιπολεμικές διαδηλώσεις στην Aμερική, οι διαδηλώσεις των φοιτητών στο Mεξικό που βάφτηκαν στο αίμα στην Oλυμπιάδα του 1968, όλα αυτά ήταν τμήματα ενός επαναστατικού κύματος που σάρωνε το κόσμο πρώτη φορά μετά από δεκαετίες. Oι εργάτες της Φιατ διαδήλωναν μέσα στο εργοστάσιο φωνάζοντας «Aνιέλι, η Iνδοκίνα (το Bιετνάμ) είναι στο εργοστάσιό σου».

Tο αντιπολεμικό κίνημα την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα είναι πολλές φορές πιο δυνατό σε σύγκριση με τα πρώτα χρόνια της αμερικάνικης επέμβασης στο Bιετνάμ. Στις 15 Φλεβάρη του 2003, πριν ξεκινήσει ο πόλεμος, δεκάδες εκατομμύρια διαδήλωσαν σε όλο το κόσμο. Eίναι ένα κίνημα που ξεκινά από πολύ πιο ριζοσπαστική αφετηρία, έχει το αντικαπιταλιστικό κίνημα του Σιάτλ και της Γένοβας στη καρδιά του.

O Tζ. Nιλ γράφει στο πρόλογό του ότι αν το κίνημα δε τα καταφέρει δε πρέπει να ξεχνάμε ότι ο αμερικάνικος στρατός σκότωσε ένα εκατομμύριο ανθρώπους στο Nότιο Bιετνάμ, μια χώρα με πληθυσμό ίσο με το Iράκ. Aλλά δε πρέπει υποχρεωτικά να γίνει έτσι και τώρα. Mπορούμε να σταματήσουμε το κτήνος. Για να γίνει κάτι τέτοιο ο ακτιβισμός είναι απαραίτητος. Aλλά ακτιβισμός χωρίς κατανόηση είναι ανίσχυρος.

Tο Μια μελέτη του πολέμου του Βιετνάμ και η σύκρισή του με αυτήν του Ιράκ, ενταγμένη ως συγκριτική στην κυβερνητική των αμερικάνικων κυβερνήσεων δεν αποτελεί φυγοδικία απέναντι στην πραγματικότητα και στα διλήμματα που αυτή βάζει, αλλά ίσα ίσα μια τοποθέτηση σε αυτό που κατά την γνώμη πολλών αποτελεί την πηγή και την αιτία αφού μια τοποθέτηση μακριά από την εσκεμμένα απλοϊκή ανάλυση με σχήματα όπως: «αυτοάμυνα», «τρομοκρατία», που προωθούνται ένθερμα από Η.Π.Α – Ισραήλ ή που χρησιμοποιούνται με «σύνεση» από τις «μικρές» μεγάλες δυνάμεις της Ευρώπης με γνώμονα την τήρηση «ίσων» αποστάσεων.(μεταξύ θύτη και θύματος εν τέλει!), αποτελεί και το βασικό σφάλμα της αμερικάνικης κυβέρνησης, τόσο σε ότι αφορά τα άμεσα συμφέροντα της υπερδύναμης όσο σε ότι αφορά και τα έμμεσα, δηλαδή την δημόσια εικόνα της.

Η ίδια η ιστορία αποτελεί τον μεγαλύτερο διαψευστή της κυρίαρχης ιδεολογίας και των ανόητων αλλα και επικίνδυνων για την ανθρωπότητα όρων που χρησιμοποιεί για την ερμηνεία της ιστορίας.

 Μεσανατολικό- Στο δρόμο για το πετρέλαιο

 Οι ρίζες του Μεσανατολικού προβλήματος βρίσκονται πολύ πιο βαθιά στην ιστορία. Στα τέλη του 19ου αιώνα στην Δ.Ευρώπη οι εβραίοι μετά από αγώνες 150 χρόνων είχαν καταφέρει να ανατρέψουν νόμους και ήθη της παλαιάς Μεσαιωνικής κοινωνίας και η θέση τους είχε κάπως βελτιωθεί. Στον υπόλοιπο κόσμο αυτό δεν συμβενει. π.χ στην Ρωσική Αυτοκρατορία χιλιάδες εβραίοι δολοφονούνται και δεκάδες χιλιάδες δραπετεύουν σε Δ.Ευρώπη και Η.Π.Α. Ο αντισημιτισμός παρόλα αυτά ξαναζωντανεύει στην Δ.Ευρώπη. Το 1896 ο Τεοντόρ Χέρτσλ (Αυστριακός δημοσιογράφος) «απογοητευμένος» υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει δυστυχώς θέση για τους εβραίους στην Ευρώπη και υποστήριξε την ίδρυση εβραϊκού κράτους στην περιοχή της Παλαιστίνης .Στην προσπάθεια του να πείσει μάλιστα ανέφερε ότι το κράτος αυτό θα μπορούσε να γίνει έπαλξη της Ευρώπης στην Ασία …ένα φρούριο του πολιτισμού ενάντια στην βαρβαρότητα’’. Η Βρετανική κυβέρνηση σταδιακά θα συνδέσει την σιωνιστική εκδοχή για την επίλυση του εβραϊκού ζητήματος με την εξωτερική της πολιτική. Πράγμα που εκφράζεται με την διακήρυξη του Μπαλφουρ το 1917. Τα επόμενα χρόνια όλο και περισσότεροι εβραίοι έποικοι καταφτάνουν στην Παλαιστίνη, μια από τις πιο πυκνοκατοικημένες περιοχές της Μ.Ανατολής. Μια περιοχή όπου επικρατούσε η αγροτική παραγωγή(πορτοκαλεώνες).Το 1918 είχαμε 50.000 έποικους και 500.000 Παλαιστίνους ενώ το 1939 443.000 και 1.000.000 αντίστοιχα . Αρχικά οι έποικοι αγόραζαν γή από άραβες γαιοκτήμονες και είχαν ως αγρεργάτες άραβες αγρότες. Οι σιωνιστές του δεύτερου κύματος εποικισμού επιβάλουν τον αποκλεισμό των Αράβων από κάθε οικονομική δραστηριότητα . Οργανώνουν ένα «συνδικάτο» μόνο για μέλη εβραίους που στηριζόταν στην τρομοκρατία. Επιτίθονταν σε παλαιστινιακά μαγαζιά και κατέστρεφαν τα προϊόντα στα παλαιστινιακά παζάρια. Το σύνθημα που επικρατούσε ήταν : «Εβραϊκή γή , εβραϊκή εργασία , εβραϊκά προϊόντα». Ενσωματώνοντας έτσι και εβραίους έποικους που δεν τύχαιναν κάποιον τίτλο ιδιοκτησίας κάτω από την εθνικιστική ιδεολογία και παράλληλα καταστέλλοντας την πολύ σημαντική (σε ένταση και χρονική διάρκεια)συμβολή τους σε πρακτικές που προωθούσαν το λαϊκό κίνημα της περιοχής .Ταυτόχρονα με την τρομοκρατία πίεζαν τους άραβες γαιοκτήμονες να πουλήσουν τη γή τους και να διώξουν τους φτωχούς ενοικιαστές αγρότες. Έτσι ο Παλαιστινιακός λαός ,θα μπορούσαμε να πούμε, στη θέση των ντόπιων εκμεταλλευτών του βρήκε και άλλον έναν. Και όταν λέμε Παλαιστινιακό λαό εννοούμε όλα εκείνα τα λαϊκά εκμεταλλευόμενα στρωματά στην περιοχή της Παλαιστίνης, περιλαμβανομένων και των άπορων κατατρεγμένων εβραίων εποίκων των οποίων το κίνημα , ύστερα από την καταστολή του και την κατίσχυση της εθνικιστικής ιδεολογίας ,θα χάσει την σύνδεση του με τα «ντόπια» μαχόμενα λαϊκά στρωματά. Το σημείο αυτό είναι κομβικό για δύο λόγους. Από την μία για την κατανόηση του γιατί στην μετέπειτα ιστορία της Μέσης Ανατολής ο κοινωνικός ανταγωνισμός παίρνει μια φαινομενική θρησκευτική-εθνοτική μορφή και από την άλλη αναδεικνύει τους συσχετισμούς κάτω από τους οποίους ιδρύθηκε το Ισραηλινό κράτος, πράγμα που εξηγεί την μετέπειτα φυσιογνωμία και πορεία του ως προγεφύρωμα της αμερικάνικης εξωτερικής πολιτικής κατά το δεύτερο μισό το 20ού αιώνα. Το 1936 όμως οι Παλαιστίνιοι ξεσπούν σε μαζική γενική απεργία. Οι αρχές απαντούν με καταστολή. Οι Βρετανοί στρατολογούν φανατικούς σιωνιστές σε παραστρατιωτικές ομάδες , «Ειδικές Νυχτερινές Ομάδες», και καταστέλλουν την απεργία που σταματά μετά από 6 μήνες και κοστίζει την ζωή 3.000 με 5.000 Παλαιστινίων. Οι «Νυχτερινές Ομάδες» θα παίξουν σημαντικό ρόλο και στον εκδιωγμό των Παλαιστινίων το 1948 με την ίδρυση του Ισραηλινού κράτους. Η Βρετανία λοιπόν ήταν αυτή που εξέθρεψε τον σιωνισμό με σκοπό να διατηρήσει τα παλιά απομεινάρια της αυτοκρατορίας της. Είναι αυτή που όταν κυνηγημένοι εβραίοι (από τις ρατσιστικές ιδεολογίες) της ζητούσαν άσυλο τους το αρνούταν. Κάτι που έκανε και κατά τη διάρκεια του Β’Παγκοσμιού. Πρέπει να τονίσουμε ότι ο σιωνισμός δεν είχε ιδιαίτερο έρεισμα. Αποτελούσε μέχρι τότε μειοψηφικό ρεύμα μεταξύ των εβραίων, των οποίων η ριζοσπαστική αριστερά αλλά και ριζοσπάστες αστοί απέρριπταν την Μ.Ανατολή ως λύση. Ενδεικτικό είναι ότι μόνο το 9% περίπου πήγαν αρχικά στην Παλαιστίνη ενώ 2.000.000 «φυγάδες» πήγαν στις Η.Π.Α από το 1880 ως το 1929. Οι συσχετισμοί όμως θα αλλάξουν μετά τον Β’Παγκόσμιο. Όχι κατά την διάρκεια, κάτι που αναδεικνύει και την ιδεολογική διαπάλη που διεξαγόταν στο εσωτερικό της εβραϊκής κοινότητας .Ο σιωνισμός θα ενισχυθεί από το Ολοκαύτωμα προβάλλοντας ως ο μόνος εγγυητής αλλά και από την στάση των Η.Π.Α-Βρετανίας που αρνούνταν να παραχωρούν άσυλο κατά την διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου. Στα τέλη του 1947 μετά από γενική του συνέλευση ο Ο.Η.Ε θα προτείνει τον διαμελισμό της Παλαιστίνης. Σύμφωνα με την απόφαση το νέο κράτος του Ισραήλ θα περιλαμβάνει το 57% της Παλαιστίνης αν και ο εβραϊκός πληθυσμός αποτελούσε το 30% του πληθυσμού. Από την άλλη το σχέδιο δεν προέβλεπε εχέγγυα για την προστασία του Παλαιστινιακού πληθυσμού και πόσο μάλλον για την ίδρυση Παλαιστινιακού κράτους. Τα γειτονικά αραβικά κράτη δεν αποδέχονται την απόφαση αυτή και στέλνουν στρατό στην Παλαιστίνη. Η μάχη όμως είναι άνιση! Οι ισραηλινοί έχουν ενισχυθεί από τους συμμάχους τους με υπερσύγχρονο στρατό και μπροστά σε στρατούς με «πρωτόγονο» εξοπλισμό και πεσμένο ηθικό η πορεία της μάχης φάνταζε από πριν τετελεσμένη. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι η Ιορδανία είχε ήδη ξεκινήσει ειρηνευτικές συνομιλίες με το Ισραήλ, κατά την διάρκεια που τα στρατεύματα της κατευθύνονταν στην Παλαιστίνη. Έτσι το 1948 έχουμε την ίδρυση του ισραηλινού κράτους. Η τύχη τον αμάχων αυτή την περίοδο θα είναι η ίδια με αυτή που έχουν σε όλες τις εμπόλεμες διενέξεις. Το Ισραήλ με την συνενοχή των μεγάλων δυνάμεων και στα πλαίσια της ευνοϊκής προς αυτό απόφασης του Ο.Η.Ε θα διενεργήσει σειρά διωγμών-βασανιστηρίων των Παλαιστινίων στην κατεύθυνση μιας διαρκούς επεκτατικότητας (αν δούμε και αργότερα δεν θα μείνει στο 57% αλλά θα προσαρτήσει πάνω από το 70% της περιοχής πλην των παλαιστινιακών περιοχών που έμμεσα ελέγχει μέσω του αποκλεισμού και της πολιτικής του διαρκούς εποικισμού) αλλά και αποτροπής της δημιουργίας ανεξάρτητου Παλαιστινιακού κράτους. Αποκορύφωμα του διωγμού των Παλαιστινίων αποτελεί το έτος 1967 και o λεγόμενος πόλεμος των «6 ημερών». Το Ισραήλ νικά την Αίγυπτο και την Συρία και καταλαμβάνει την Δυτική Όχθη του Ιορδάνη, την ανατολική Ιερουσαλήμ ,τη λωρίδα της Γάζας και τα υψώματα του Γκολάν. Χιλιάδες παλαιστίνιοι βρίσκονται υπό Ισραηλινή κατοχή ενώ έχουμε ένα κύμα προσφύγων στο Νότιο Λίβανο, περιοχή όπου θα αποτελέσει αργότερα «κοιτίδα» μαχητών της Παλαιστινιακής Αντίστασης αλλά και πεδίο στρατιωτικών επεμβάσεων του Ισραήλ, με σκοπό να κτυπήσει τις αντιστασιακές οργανώσεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού αποτελεί η εισβολή του Ισραήλ στο Λίβανο το 1982 σε μια προσπάθεια του να τσακίσει την P.L.O (Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης) καταστρέφοντας βάσεις της στην Βηρυτό μαζί με τους φυσικούς του εγχώριους σύμμαχους του. Τους Φαλαγγίτες και τον Στρατό του Ν.Λιβάνου που ελέγχεται από τους φιλοδυτικούς. Αποτέλεσμα του πόλεμου των «6 ημερών» εκτός από την αθρόα είσοδο Παλαιστίνιων στο Λίβανο είναι η παγίωση της ύπαρξης ενός παλαιστινιακού πληθυσμού γύρω από το Ισραήλ που πλέον δεν μπορεί(λόγω της ισραηλινής επιθετικότητας) να αφομοιωθεί εντός του ισραηλινού κράτους(εφόσον το ίδιο το Ισραήλ με την πολιτική του απέκλειε την προοπτική δημιουργίας ανεξάρτητου Παλαιστινιακού κράτους) και ο οποίος διαρκώς θα μάχεται για την ανεξαρτησία του (αντιφάσεις της ισραηλινής εξωτερικής πολιτικής ) . Από το ΄67 και μετά λοιπόν οι οργανώσεις των Παλαιστινίων (οι οποίες από το ΄36 μέχρι τότε είχαν αποδυναμωθεί) ανακάμπτουν και η Αντίσταση «ξαναβγαίνει» στο προσκήνιο με την Φατάχ του Αραφάτ στην ηγεσία της P.L.O. Το 1987 έχουμε την πρώτη Ιντιφάντα(=ανατροπή) με χιλιάδες Παλαιστίνιους να αψηφούν τα τάνκς των ισραηλινών. Πορείες ,πετροπόλεμοι και αλλεπάλληλες γενικές απεργίες παραλύουν την ζωή στα κατεχόμενα. Το 1993 έχουμε ειρηνευτικές συνομιλίες μεταξύ της P.L.O και Ισραήλ ενώ καθόλη την διάρκεια η πολιτική δημιουργίας εποικισμών στη Δ .Όχθη διογκώνεται . Ξυλοδαρμοί, βιασμοί, νεκροί Παλαιστίνιοι από τους έποικους. Η αδυναμία πολιτικής συμφωνίας κατά την διάρκεια των συνομιλιών οδηγεί σε μια ρευστή και τεταμένη κατάσταση στην περιοχή την επόμενη περίοδο για να φτάσουμε στο 2000. Χρονία που κηρύσσεται η νέα Ιντιφάντα και ιδρύεται η Χαμάς.

Έτσι η ιστορία του ισραηλινού κράτους από την ίδρυση του μέχρι σήμερα είναι συνδεδεμένη με επεκτατικούς πολέμους, συμβολή-ενεργό συμμετοχή- στην «αναμόχλευση» των γύρω αραβικών κρατών, εχθρικών προς αυτό και τις Η.Π.Α και την εγκαθίδρυση σ’ αυτά φιλοδυτικών δικτατορικών καθεστώτων που λήστευαν και δυνάστευαν τους λαούς τους .

Όμως υπάρχει και η άλλη πλευρά .Είναι το κομμάτι του αραβικού κόσμου που ασφυκτιά από την εκμετάλλευση των φιλοδυτικών του κυβερνήσεων ή από τις επιθετικές επιχειρήσεις του Ισραήλ. Βρίσκει έκφραση-κορύφωση στην Παλαιστινιακή Αντίσταση, με τις διάφορες παλαιστινιακές απελευθερωτικές οργανώσεις , αλλά και με άλλες που συνδέονται εμπνέονται και την χρηματοδοτούν.

 (ιστορική αναδρομή στη περιπέτεια της μέσης ανατολής υπό την εποπτεία των ΗΠΑ ) ——–>>

Λίβανος:

  • Το 1944 ο Λίβανος ανακηρύσσεται ανεξάρτητος υπό γαλλική εντολή. Από τότε θα περάσει από περιόδους κατοχής τόσο από Ισραήλ, Συρία όσο από μια μακρά περιόδου εμφύλιων διενέξεων με τις μεγάλες δυνάμεις να παίζουν σημαίνοντα ρόλο σε όλα αυτά. Στην ουσία ο εμφύλιος αρχίζει το 1958 όταν στο Λίβανο καταφτάνουν αμερικανοί πεζοναύτες ύστερα από έκκληση του προέδρου του Καμίλ Σαμούν.
  • Το 1968(28 Δεκέμβρη) το Ισραήλ βομβαρδίζει το αεροδρόμιο της Βηρυτού, ως «εκδίκηση» για την επίθεση 2 μελών του Λαϊκού Μετώπου για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης σε ισραηλινό αεροσκάφος στην Αθηνά .
  • Το 1969 ο αρχηγός του επιτελείου του Στράτου του Λιβάνου και ο ηγέτης της P.L.O Αραφάτ υπογράφουν συμφωνία έλεγχου της δράσης των παλαιστινίων μαχητών στο νότιο Λίβανο. Το 1973(10 Απριλίου) ισραηλινοί κομάντος διεισδύουν στη Βηρυτό και δολοφονούν 3 επιτελικούς συνεργάτες του Αραφάτ .Η κυβέρνηση του Λιβάνου πέφτει την επόμενη μέρα.
  •  Το 1975(13 Απρίλη) ξεκινά ο εμφύλιος που κρατά 15 χρόνια με συνολικό απολογισμό 150.000 νεκρούς. Κυρίαρχοι πόλοι στις διενέξεις αποτελούσαν οι φιλοδυτικοί, θετικοί προς το Ισραήλ και τους σύμμαχους του(μήπως υπάρχουν αναλογίες με τον ελληνικό εμφύλιο; -δοσίλογοι, ταγματασφαλίτες ;…) με κύρια συνιστώσα τους χριστιανούς Μαρωνίτες και από την άλλη τον αραβικό πληθυσμό που αντιστεκόταν, με τις διάφορες θρησκευτικές του διαιρέσεις(σιίτες ,σουνίτες). Αφορμή η ανατίναξη λεωφορείου με 25 νεκρούς παλαιστινίους στη συνοικία Αιν αλ Ρουμάνα της Βηρυτού από του χριστιανούς φαλαγγίτες ύστερα από διενέξεις μεταξύ τους.
  • Το 1976 τα συριακά στρατεύματα μπαίνουν στο Λίβανο με «σκοπό» την αποκατάσταση της τάξης αλλά με απώτερο σκοπό να εξουδετερώσουν τους παλαιστίνιους και παρατείνουν επ’ αόριστο την παραμονή τους.
  • Το 1978(14 Μάρτη) επικαλούμενοι την πολύνεκρη επίθεση ομάδας παλαιστινίων μαχητών σε Χάιφα και Τελ Αβίβ, προερχόμενη από το Λίβανο, το Ισραήλ εξαπολύει μεγάλη στρατιωτική επιχείρηση με 25.000 άνδρες και καταλαμβάνει το μισό Λίβανο, μέχρι τον ποταμό Λιτανί. Έχουμε 2.000 νεκρούς αμάχους έναντι 20 ισραηλινών νεκρών. Οι ισραηλινοί στρατιωτικοί περνούν από στρατοδικείο επειδή στραγγάλισαν Λιβανέζους χωρικούς και δολοφόνησαν αιχμαλώτους. Η επταήμερη επιχείρηση Λιτανί έστειλε 285.000 πρόσφυγες στα περίχωρα της Βηρυτού και πετυχαίνει την απομάκρυνση προς τον Βορρά των Παλαιστινίων μαχητών και ταυτόχρονα ισχυροποιεί την παρουσία στην κατεχόμενη περιοχή του Στράτου του Νότιου Λιβάνου(ντόπιοι χαφιέδες). Με ψήφισμα του Συμβουλίου Ασφάλειας το Ισραήλ καλείται να αποσυρθεί ,το οποίο φεύγει τον Ιούνιο αφού παραδώσει το νότιο Λίβανο στους μισθοφόρους του Χαντάντ.
  • Το 1982(6 Ιουνίου) έχουμε την “Επιχείρηση Ειρήνης στην Γαλιλαία”. Η πλέον πολύνεκρη επιχείρηση του Ισραήλ στο Λίβανο, όπου καταλαμβάνει το νότιο τμήμα της χώρας ύστερα από λυσσαλέες μάχες με : συριακά στρατεύματα , των πολιτοφυλακών των Μουσουλμάνων και των παλαιστινίων μαχητών της P.L.O. (πρόσχημα εδώ η απόπειρα δολοφονίας του ισραηλινού πρέσβη στο Λονδίνο από παλαιστίνιους της οργάνωσης Φατάχ-Επαναστατικό Συμβούλιο του Αμπού Νιντάλ). Ισραηλινά μαχητικά αεροσκάφη, ελικόπτερα, άρματα μάχης και πλοία σφυροκοπούν την Βηρυτό και σωριάζουν τις συνοικίες της. Οι νεκροί ανέρχονται στους 18.000. Μετά από τα γεγονότα δολοφονείται ο Λιβανέζος πρόεδρος, χριστιανός Μαρωνίτης ,Μπασίρ Τζεμαγιέλ στις 14 Σεπτέμβρη. Στις 15 του μήνα οι ισραηλινές δυνάμεις καταλαμβάνουν μεγάλο τμήμα του μουσουλμανικού τομέα της Δυτικής Βηρυτού με την βοήθεια των συμμάχων τους και την πολιτοφυλακή των χριστιανών Φαλαγγιτών. Από τις 16 ως 18 θα εξελιχτεί το δράμα των Σάμπρα και Σατίλα. Η φασιστική πολιτοφυλακή των Χριστιανών Φαλαγγιτών με την βοήθεια των Ισραηλινών θα πολιορκήσουν τα δύο αυτά προσφυγικά στρατόπεδα. Οι ισραηλινοί αναλαμβάνουν να σφραγίσουν τις εξόδους των στρατοπέδων και οι Φαλαγγίτες θα επιτελέσουν το θεάρεσκο έργο τους. Σφάζουν 2.000~3.500 Παλαιστίνιους στην πλειοψηφία τους γυναικόπαιδα. Η σφαγή οδηγεί σε διεθνή κατακραυγή και αποχώρηση των Ισραηλινών . Αναλαμβάνουν ως «ειρηνευτές» Ιταλοί, Αμερικανοί και Γάλλοι ενώ τα στρατόπεδα Σάμπρα και Σατίλα περνούν στην σιιτική πολιτοφυλακή της Αμάλ του Ναμπίχ Μπέρι. Τον Αύγουστο η P.L.O μετά την επέμβαση των Ισραηλινών αποσύρει τους μαχητές της από το Λίβανο και φεύγουν εξόριστοι στην Αλγερία.. Το Ισραήλ τα κατάφερε… Πλέον η P.L.O θα προσανατολίσει τον απελευθερωτικό αγώνα της σε πολιτικό χαρακτήρα παρά στρατιωτικό, ύστερα από τις απώλειες που της προξένησε το Ισραήλ.
  • Το 1983 το «κενό» που αφήνουν οι Παλαιστίνιοι μαχητές καλύπτεται από την ίδρυση της Χεζμπολάχ. Επικεφαλής της είναι ο Σαγιάτ Μουσάουι και ο Χασάν Νασράλα(σημερινός ηγέτης της Χεζμπολάχ) και ομάδα σιιτών από την Αμάλ που αρνούνται να προσχωρήσουν στο Μέτωπο Εθνικής Σωτήριας ,που εντάσσεται μεγάλο φάσμα της πολιτικής του Λιβάνου και που ήθελε διπλωματική επίλυση με το Ισραήλ. Σ’ αυτό εντάσσονται και οι «αγαπημένοι» μας Μαρωνίτες .Τον Οκτώβρη έχουμε βομβιστική επίθεση στα περίχωρα της Βηρυτού με 241 νεκρούς Αμερικανούς στρατιώτες και 56 Γάλλων αλεξιπτωτιστών, η οποία αποδίδεται στην Χεζμπολάχ.
  • Το 1985(6 Ιούνη) οι περισσότεροι ισραηλινοί στρατιώτες αποχωρούν εκτός από ένα μικρό αριθμό για την ενίσχυση των κατοχικών συνεργατών του Στράτου του Νοτίου Λιβάνου, κυρίως χριστιανών μαρωνιτών. Το κατεχόμενο έδαφος αποτελεί πλέον «ζώνη ασφαλείας». Στις 16 Ιουνίου ένα αεροσκάφος της TWA προσγειώνεται στη Βηρυτό, ύστερα από αεροπειρατεία στη διάρκεια πτήσης Αθήνα-Ρώμη από δύο μέλη της Χεζμπολαχ που ζητούν απελευθέρωση των σιιτών κρατουμένων στις ισραηλινές φυλακές. Η κρίση επιλύεται με μεσολάβηση της Συρίας.
  • Το 1987 ο Λίβανος ανακαλεί την συμφωνία συνεργασίας με την P.L.O του 1969 και ακυρώνεται η συμφωνία με το Ισραήλ, με βάση την οποία εγκαθιδρύεται η λεγόμενη «ζώνη ασφάλειας». Ο σουνίτης μουσουλμάνος πρωθυπουργός δολοφονείται και τον διαδέχεται ο Σαλίμ αλ Χούς. Ξεκινά ο «πόλεμος των καταυλισμών». Οι αντίπαλες πολιτοφυλακές στη Βηρυτό συγκρούονται.
  •  Το 1988(22 Σεπτεμβρίου) ο απερχόμενος πρόεδρος Αμίν Τζεμαγιέλ ορίζει εξαμελή μεταβατική κυβέρνηση αποτελούμενη από τρείς Χριστιανούς και τρείς Μουσουλμάνους, αλλά επέρχεται ασυμφωνία. Ο Λίβανος έχει δύο κυβερνήσεις ,μία μουσουλμανική στη Δυτική Βηρυτό υπό τον Σαλίμ Αλ Χους και μία χριστιανική στην Ανατολική Βηρυτό υπό τον Μαρωνίτη αρχηγό του Στρατού Ξηράς, στρατηγό Μισέλ Αούν.
  • Το 1989(14 Μαρτίου) ο Μαρωνίτης Αούν κηρύσσει «απελευθερωτικό πόλεμο» εναντίον της συριακής παρουσίας στο Λίβανο. Στην ουσία κινείται εναντίων της μουσουλμανικής κυβέρνησης εχθρικής προς Η.Π.Α- Ισραήλ.. Στις 28 Ιουλίου, ο σεΐχης Αμπντέλ Καρίμ Ουμπέιντ, ηγετικό στέλεχος της Χεζμπολαχ, απαγάγεται από Ισραηλινούς. Στις 22 Οκτωβρίου, η Λιβανική Εθνοσυνέλευση συναντάται στο Τάιφ της Σαουδικής Αραβίας και συμφωνεί σε Χάρτα Εθνικής Συμφιλίωσης με στόχο τον τερματισμό του εμφυλίου πολέμου. Οι αρμοδιότητες του προέδρου περιορίζονται και η Εθνοσυνέλευση έχει πλέον ίσο αριθμό Χριστιανών και Μουσουλμάνων βουλευτών, αντί της προηγούμενης αντιστοιχίας έξι προς πέντε. Ο εκλεγμένος πρόεδρος Ρενέ Μουαουάντ δολοφονείται και τον διαδέχεται ο Ελίας Χράουι στις 24 Νοεμβρίου. Ο (σημερινός πρόεδρος) στρατηγός Εμίλ Λαχούντ αντικαθιστά τον Αούν στην ηγεσία του στρατού Από το 1990 (χρονιά επίσημου τερματισμού του εμφυλίου) μέχρι το 1992 έχουμε διάφορες ανακατατάξεις στο εσωτερικό του Λιβάνου με την Συρία να εμπλέκεται και να επεμβαίνει εις βάρος της «χριστιανικής» – φιλοδυτικής πλευράς. Έρχεται όμως το 1993(25 Ιουλίου): Το Ισραήλ διακηρύσσει ότι σκοπεύει να εξουδετερώσει την απειλή της Χεζμπολάχ και του Λαϊκού Μετώπου για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης ,φοβούμενο την ισχυροποίηση των εχθρικών προς αυτό «στοιχείων». Εξαπολύει την «Επιχείρηση Λογοδοσία», το λεγόμενο «Πόλεμο των Επτά Ημερών», βομβαρδίζοντας τα νότια της χώρας. Περίπου 300.000 πρόσφυγες συνωθούνται στη Βηρυτό
  • To 1996(11 Απριλίου) έχουμε νέα στρατιωτική επιχείρηση του Ισραήλ εναντίων βάσεων της Χεζμπολάχ στο Νότιο Λίβανο και στη Βηρυτό. Ονομάζεται «Τα Σταφύλια της Οργής» και η σφοδρότητά της συναγωνίζεται αυτή του 1982. Είχαν προηγηθεί μεθοριακά επεισόδια με νεκρούς Λιβανέζους, αλλά και εκτοξεύσεις πυραύλων «Κατιούσα» από τη Χεζμπολάχ στο Βόρειο Ισραήλ, με τραυματίες Ισραηλινούς πολίτες. Πάνω από 170 Λιβανέζοι πολίτες σκοτώθηκαν από τους ισραηλινούς αεροπορικούς βομβαρδισμούς, 106 από τους οποίους στην Κανά(θα την δούμε και στον φετινό πόλεμο να αποτελεί το σκηνικό του «συνηθισμένου» δράματος μεταξύ ισραηλινών βομβαρδισμών και αμάχων). Με διπλωματική επέμβαση των Η.Π.Α διατυπώνεται «μνημόνιο αλληλοκατανόησης» μέσω του οποίου η Χεζμπολάχ και οι φιλοσυριακές παλαιστινιακές οργανώσεις συμφωνούν να μην επιτίθενται σε στόχους αμάχων στο Βόρειο Ισραήλ, ενώ αναγνωρίζουν το δικαίωμα του Ισραήλ στην αυτοάμυνα, αλλά και το δικαίωμα της Χεζμπολάχ να μάχεται εναντίων της ισραηλινής κατοχής στο Νότιο Λίβανο. Συρία και η κυβέρνηση του Λιβάνου δεν υπογράφουν.
  • Το 2000(18 Απριλίου): Το Ισραήλ απελευθερώνει 13 Λιβανέζους κρατουμένους χωρίς δίκη για πάνω από δεκαετία . Στις 24 Μαΐου, μετά τη διάλυση του μισθοφορικού στρατού του Νοτίου Λιβάνου και σειρά στρατιωτικών επιτυχιών της Χεζμπολάχ, το Ισραήλ αποσύρει τα στρατεύματά του από το Νότιο Λίβανο.
  • Το 2001(Μάρτιος): Ο Λίβανος ξεκινά την άντληση νερού από τον ποταμό Γουαζάνι, παραπόταμο του Ιορδάνη, παρά την αντίθεση του Ισραήλ.
  • Το 2002(Σεπτέμβριο) το Ισραήλ απειλεί το Λίβανο με χρήση στρατιωτικής βίας εάν συνεχιστεί η άντληση υδάτων από τον Γουαζάνι.
  • Το 2005(Φεβρουάριος): Ο πρόσφατα απομακρυνθείς πρωθυπουργός Ραφίκ Χαρίρι δολοφονείται με βόμβα στο αυτοκίνητό του. Πραγματοποιούνται διαδηλώσεις στην χώρα, ζητώντας την αποχώρηση των περίπου 14.000 Σύρων στρατιωτικών που παραμένουν στο Λίβανο, κάτι που γίνεται πραγματικότητα τον επόμενο μήνα, αλλά και αντιδιαδηλώσεις μεγάλης κλίμακας από το μουσουλμανικό κομμάτι που εξέφραζαν την υποστήριξή στη συριακή εξωτερική πολιτική και την άρνηση να προσδεθεί ο Λίβανος στο άρμα των φιλοδυτικών αραβικών καθεστώτων . Στις εκλογές του Ιουνίου κερδίζει τον έλεγχο του Κοινοβουλίου ο αντισυριακός πολιτικός συνασπισμός υπό τον Σάαντ Αλ Χαρίρι, δεύτερο γιο του δολοφονηθέντος πρώην πρωθυπουργού. Η νέα Εθνοσυνέλευση εκλέγει πρωθυπουργό τον, σύμμαχο του Χαρίρι, Φουάντ Σινιόρα, ο οποίος συναντάται μέσα σε ένα μήνα με το Σύριο πρόεδρο Μπασάρ αλ Ασαντ. Το Σεπτέμβριο, τέσσερις φιλοσύριοι στρατηγοί του λιβανικού στρατού κατηγορούνται ως εμπλεκόμενοι στη δολοφονία του Ραφίκ Χαρίρι. →Έτσι έχουμε την σχετική αναβάθμιση στο κεντρικό πολιτικό σκηνικό του φιλοδυτικού κομματιού, αλλά ταυτόχρονα και μια ολοένα και αυξανόμενη επιρροή στην λιβανική κοινωνία των κομματιών εκείνων που αντιμάχονται την προσάρτηση του Λιβάνου στις ιμπεριαλιστικές επιδιώξεις των Η.Π.Α – Ισραήλ.(με κυρίαρχο το μουσουλμανικό στοιχείο). Κάτι που αναμενόμενα προκαλεί την «ανησυχία» του Ισραήλ. Και ετσι οδηγούμαστε στο 2006(Ιούλιος). Για άλλη μία φορά το Ισραήλ επιτίθεται στο Λίβανο κι η τραγωδία συνεχίζεται…μέχρι και την Παλαιστίνη του 2008.

 Μετά από αυτήν την ιστορική ανάδρομη μπορούμε να εξάγουμε κάποια συμπεράσματα για την δράση όσων εμπλέκονται στην διαμόρφωση του πολιτικού σκηνικού στην περιοχή αυτή σε όλο το προαναφερθέν διάστημα. Βλέπουμε ότι στο εσωτερικό του λιβανικού κοινωνικού σχηματισμού υπάρχουν δυο αντιπαρατιθέμενες κοινωνικές συνιστώσες :από την μία το φιλοδυτικό κομμάτι (Μαρωνίτες κ.α)και από την άλλη εκείνο που αντιλαμβάνεται ότι πλήττεται από τις ιμπεριαλιστικές επιδιώξεις του Ισραήλ και των συμμάχων του. Ο συσχετισμός αυτός βρίσκεται συνεχώς υπό «διακύβευση» και στην σταθεροποίηση του οποίου κομβικό ρόλο παίζουν οι επεμβάσεις κυρίως του Ισραήλ, αλλά και δευτερευόντως της Συρίας. Η Ισραηλινή επιθετικότητα στοχεύει πάντα στην «ενίσχυση» της φιλοδυτικής μερίδας και επεμβαίνει όταν ο συσχετισμός είναι εναντίον της. Αντίθετα η Σύρια δεν έχει «ξεκάθαρη» στάση, μια που από το 1982 και μετά ενισχύει ποικιλοτρόπως το μουσουλμανικό στοιχείο(σε αντίθεση με την προηγούμενη περίοδο όπου είχε συμβάλλει και στην μείωση της επιρροής του παλαιστινιακού παράγοντα στο νότιο Λίβανο), πάντα στα πλαίσια της προώθησης των δικών της συμφερόντων στην περιοχή.

 Εκλογές στην Παλαιστίνη

Η ανάδειξη της Χαμάς ως την κυρίαρχη δύναμη στις πρόσφατες Παλαιστινιακές εκλογές αποτέλεσε γεγονός αναπάντεχο και ανησυχητικό για τις επιδιώξεις Ισραήλ-Η.Π.Α όσο και των εσωτερικών αντιπάλων (Αμπάς-της μεταλλαγμένης πλέον Φατάχ) που προσδοκούσαν στην φιλοαμερικανική προσέγγιση του Μεσανατολικού. Οι Ευρωπαϊκές δυνάμεις από την μεριά τους , ως ιμπεριαλιστικές δυνάμεις μικρότερης εμβέλειας προς το παρόν(πλην της Αγγλίας βέβαια που πάει χέρι-χέρι με την Αμερική), ακολούθησαν στάση του «βλέποντας και κάνοντας» αρκεί να αρπάξουμε κάτι από την πίτα. Ακολούθησε η φάση της διπλωματικής απομόνωσης της νέας κυβέρνησης και ο οικονομικός αποκλεισμός των παλαιστινιακών εδαφών και έπειτα (προς αποφυγή έκρυθμων καταστάσεων) μια σχετική αναγνώριση της Χαμάς με τον εξής όρο που έμπαινε πάντα άμεσα ή έμμεσα : να χάσει αυτό που εξέφραζε στην ουσία. Δηλαδή την ανυποχώρητη θέληση του παλαιστινιακού λαού για επίλυση του Μεσανατολικού όχι με τους όρους που επιθυμούν οι Η.Π.Α και το Ισραήλ, αλλά στην κατεύθυνση των διεκδικήσεων του παλαιστινιακού απελευθερωτικού κινήματος από την εμφάνισή του. Και στο βαθμο που δεν επετεύχθη αυτό έχουμε την επίθεση-εισβολή (μία από τις εκατοντάδες) στην λωρίδα της Γάζας από το Ισραήλ στα τέλη του Ιουνίου του 2006. Και βέβαια όχι για να συνετίσει τους απείθαρχους ,αλλά για να αναδιατάξει τους συσχετισμούς στο εσωτερικό των Παλαιστινίων, χτυπώντας και εξαφανίζοντας (με όλη την σημασία της λέξης) το ένοπλο-ανυπότακτο κομμάτι, υπέρ πάντα του φιλοαμερικανικού. Σφοδρές συγκρούσεις εκτυλίσσονται στην περιοχή. Στα πλαίσια αυτά, απαγάγεται και φυλακίζεται το 1/3 των υπουργών της Χαμάς και το 1/3 των παλαιστίνιων βουλευτών (πολλοί άλλοι περνούν στην παρανομία). Ως μορφή άμυνας οι παλαιστίνιοι συλλαμβάνουν 1 ισραηλινό στρατιώτη και ζητούν σε αντάλλαγμα 1000 κρατούμενους στις φύλακες του Ισραήλ. Η κατάσταση στην περιοχή της Μ.Ανατολής για άλλη μια φορά είναι έκρυθμη. Η Χεζμπολάχ ήδη από το 2000 (χρονιά «επίσημης αποχώρησης» του Ισραήλ από το Ν.Λίβανο) βρίσκεται σε αψιμαχίες με ισραηλινά στρατεύματα στα νότια σύνορα του Λιβάνου και εχει ως τακτική να συλλαμβάνει ισραηλινούς στρατιώτες με αντάλλαγμα κρατούμενους στις ισραηλινές φύλακες. Στα πλαίσια αυτά παράλληλα με τα γεγονότα στη Λωρίδα της Γάζας συλλαμβάνει 2 ισραηλινούς στρατιώτες. Δίνει λοιπόν την «αφορμή» στο Ισραήλ να υλοποιήσει την προσχεδιασμένη (όπως αποδείχτηκε και μετέπειτα) επίθεσή του στο Λίβανο. Αυτή δεν απέβλεπε (όπως είπαμε και παραπάνω) σε τίποτε άλλο παρά στην σταθεροποίηση του συσχετισμού στο Λίβανο, ευνοϊκού προς τις ιμπεριαλιστικές επιδιώξεις αυτού και των συμμάχων του.

Πόλεμος στο Λίβανο

Το Ισραήλ ως πιστός σύμμαχος της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής θα διενεργήσει την στρατιωτική αυτή επιχείρηση τόσο για την προώθηση των αμερικανικών επιδιώξεων στην περιοχή όσο και δευτερευόντως για την διασφάλιση –εδραίωση, στην κατοχή του, εδαφών που προσάρτησε (όπως είδαμε προηγουμένως) ύστερα από στρατιωτικές αντιπαραθέσεις τόσο με απελευθερωτικά κινήματα όσο και με γειτονικά του κράτη. Γεγονός που θέτει συνεχώς(και λογικό είναι) υπό αμφισβήτηση την εδαφική του κυριαρχία. Όμως ,όπως φάνηκε και από την παραπάνω πρόταση, κλειδί για την κατανόηση του πολέμου για τον οποίο μιλάμε είναι οι επιδιώξεις της Αμερικής.

Η εξωτερική πολιτική των Η.Π.Α δεν αποσκοπεί σε τίποτα άλλο παρά στην ολοένα και περαιτέρω αναβάθμιση της πολιτικής και οικονομικής της επιρροής στην περιοχή. Όχημα που θα την οδηγήσει σε αυτό δεν είναι άλλο παρά η «σύσφιξη των σχέσεων» με κράτη που ήδη ανήκουν στην επιρροή της ,την ενίσχυση των φιλοδυτικών μερίδων και την «καταστολή» των υπολοίπων, σε κράτη που η τοποθέτηση τους στη διεθνή σκακιέρα βρίσκεται υπό διακύβευση(βλέπε Λίβανο) και η δημιουργία ενός ασφυκτικού κλοιού τόσο σε κράτη-παρίες(Ιράν-Συρία) όσο και σε λαϊκά κινήματα που ωθούν σε αποσταθεροποίηση τις ιμπεριαλιστικές της επιδιώξεις . Η άνοδος λοιπόν του «αντί-δυτικού» παράγοντα στο Λίβανο έκανε την επίθεση εναντίον του αναπόφευκτη. Και ενώ τα στρατιωτικά επιτελεία του Ισραήλ διέβλεπαν μια σχετικά άνετη επικράτηση της υπερσύγχρονης μηχανής τους ,τα πράγματα δεν εξελίχτηκαν όπως τα περίμεναν. Ο Λιβανικός λαός παρά τις χρόνιες εμφυλιακές διενέξεις αντιμετώπισε την επέμβαση, αυτή τη φορά , ως κατοχή και την αντίσταση εναντίων της υπόθεση όλου του λαού. Η αντίσταση των μαχητών της Χεζμπολάχ που απολάμβανε την υποστήριξη της συντριπτικής πλειοψηφίας-ανεξαρτήτως εθνότητας και θρησκευτικής απόχρωσης – ώθησε το Ισραήλ σε μια παρατεταμένη και σκληρή μάχη. Η τακτική του… ίδια και απαράλλαχτη με αυτή που ακολουθεί και με τους Παλαιστινίους .Καταστροφή των υποδομών της χώρας και εσκεμμένος βομβαρδισμός αμάχων, σε μια προσπάθεια να κάμψει το ηθικό του λαού κατά την διάρκεια της αντίστασης αλλά και στην μετέπειτα «ειρηνευτική» περίοδο, όπου η χώρα θα προσπαθεί να ισορροπήσει μεταξύ των «πιέσεων» που επιβάλλει η ανασυγκρότηση (από τα ερείπια που άφησε ο πόλεμος) και των «αιτημάτων» που άφησε ως «παρακαταθήκη» η αντίσταση. Η Τύρος , η Σιδώνα , η Βηρυτός -κυρίως το Δυτικό κομμάτι της που βρίσκεται κάτω από την επιρροή της Χεζμπολάχ- και η Κάνα αποτέλεσαν για άλλη μια φορά το πεδίο εξέλιξης του θεάτρου του παραλόγου που επιβάλλει ο πόλεμος. Οι «κομπάρσοι» Ο.Η.Ε και Ε.Ε στην «υπερπαραγωγή» των Η.Π.Α – Ισραήλ έπαιξαν άψογα τον ρόλο τους και η μάχη για την «κατάκτηση» του Όσκαρ υποκρισίας σκληρή. Μάλιστα πληροφορίες λένε ότι λόγω αδυναμίας του κοινού να αποφασίσει, οι δυο προηγούμενοι θα ξαναπαίξουν και θα ξαναπαίξουν σε μελλοντικές υπερπαραγωγές μέχρι να αποφασίσει η κοινή γνώμη σε ποιόν να απονείμει το περιβόητο Όσκαρ.

Από την μία ο Ο.Η.Ε μέσω της κωλυσιεργίας του Συμβουλίου Ασφαλείας άφηνε πεδίο στο Ισραήλ μέχρι να επιτελέσει το έργο του, που διαρκώς έβρισκε το «τείχος» της Λιβανικής αντίστασης και αρκέστηκε για άλλη μία φορά στην αναγνώριση τετελεσμένων.

Από την άλλη η Ε.Ε , είτε ως ενιαίος φορέας είτε ως σύνολο απλώς των κρατών, της διαδραμάτισε και σε αυτήν την περίπτωση υποστηρίχτηκες λειτουργίες προς την πολιτική των Η.Π.Α. Δεν έφτασε σε απόφαση καταγγελίας του Ισραήλ ,με άλλα μέλη να υποστηρίζουν κατ’ ουσία την επέμβαση(Αγγλία, Γερμανία, Δανία, Πολωνία) ενώ άλλα να ξοδεύονται σε «φιλειρηνικούς» βερμπαλισμούς(π.χ Γαλλία-που είχε και παλιά ρόλο στον έλεγχο του Λιβάνου). Βερμπαλισμοί οι οποίοι καταδεικνύουν από την μία την ανησυχία τους για την ολοένα και αυξανόμενη επιρροή στην περιοχή του κυρίαρχου ιμπεριαλιστικού πόλου πλανητικά, δηλαδή της Αμερικής, αλλά από την άλλη την συμπόρευση τους με την στρατηγική των Η.Π.Α στον βαθμό που η τελευταία εγγυάται μακροπρόθεσμα (μέσω της πολιτικοστρατιωτικής της ηγεμονίας) σταθερότητα και ευνοϊκές συνθήκες για την συνέχιση της επιρροής τους στην περιοχή. Και για να έρθουμε στα καθημάς πρέπει να αναφερθούμε και στην στάση της ελληνικής κυβέρνησης. Κυβέρνηση και Μ.Μ.Ε επικεντρώθηκαν σε μια απολίτικη καταγγελία της βίας «από όπου και αν προέρχεται» τηρώντας ίσες αποστάσεις μεταξύ θύτη και θύματος με σκοπό την διαπραγμάτευση στη συνεχεία της συμμετοχή της στην «πολυεθνική ειρηνευτική δύναμη». Γεγονός που αναδεικνύει την προσπάθεια του ελληνικού κεφαλαίου να αναβαθμίσει τον ρόλο του στην διεθνή πολιτική σκηνή (βλέπε αποστολή στρατιωτών στο Αφγανιστάν και φρεγάτα στον πόλεμο του Ιράκ).

Κλείνοντας αναφέρουμε ότι ταυτόχρονα με την επίθεση στο Λίβανο το Ισραήλ διενεργούσε επιχειρήσεις και στη Λωρίδα της Γάζας (και συνεχίζει και την στιγμή που μιλάμε). Στοιχείο σημαντικό γιατί αναδεικνύει ότι η επίθεση στο Λίβανο εντάσσεται στη συνολική στρατηγική και τις επιδιώξεις του Ισραήλ- Η.Π.Α για την Μ.Ανατολή.

About giorgos kallergis

nulla dies sine linea
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s