Aνήσυχο

γιωργος καλλεργης

 

 

———————

 

 

 

 

Δεν ήξερα τον τόπο

κι όμως πήγα

βρεθηκα σ’ έναν όμορφο κολπίσκο

με κυπαρίσσια να πενθούν μια βίαιη

αθώα  δήθεν κι εκκλησία

εκκλησία χωρίς δήμο

στον χάρτη Ελλάδας εν έτη 2009 που αναφέρομαι

σε κείνο το κομμάτι στεριάς που της πρωτοπάτησε

εκείνος ο σπιούνος ο Παύλος

αυτός που οι αφελείς οι χριστιανοί ονομάζουν

πρωτοαπόστολο ευαγγελίου

μα πέρα από μαύρο άγγελο ανθρωπισμού εγώ δε βλέπω

υποανάπτυκτη γλώσσα Μωυσή με ου και ου

άρθρο της πλάκας

πλάκας οέο

Ματθαίος Λουκάς και τα τοιαύτα

ακόλουθες ιαχές ιερών του προσταγών στους ύμνους  των δοξασιών τους

άσχετα αν εγώ γνωρίζω πως δόξα σημαίνει Γνώμη

κι από κάτω μια εταιρεία metallock να σπονσοράρει ταξίδια σταθμούς

του άξεστου του κύψαντα κι όλα καλά

και δε τρέχει και μία (προφέρεται μάγκικα)

Μπα είπα, διαδρομή

ο πρώτος ή ο τελευταίος τόπος είναι που λερώνεται

so what?

Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών

Ελλάς Ελλήνων Άκομψων δηλαδή

κι είχε σύννεφα πολλά εκείνος ο τόπος κείνο το μεσημέρι

και κάπως φύσαγε

την έριχνε τη πνοή του ο Αίολος  που λένε κι οι μάγκες

κι ακολουθεί το χα-χα-χά

και μπηκα μες τη πόλη

σουλατσάρων βιαστικός περιτρεχάμενος

κι εντόπισα ένα μικρό ελληνικό

θέατρο παρατημένο

με γίδια ναι

με κατσίκια και τράγους

να προσπαθούν να  γυμνώσουν την εγκατάλειψή του

τρώγοντάς το ίσως όλο το γρασίδι

μπα είπα

σύμπτωση είναι

τα ζώα του Διονύσου στα πραγματικά θέατρα

αλήθεια τί τάχα γυρεύουν και βόσκουν εδώ

ή μήπως υποκρίνονται ότι οι άνθρωποι αποστερήθηκαν

από τις παραστάσεις της καλλιγραφίας?

το βλέπεις αυτό το σπίτι μου πε ένας ροδίτης λίγο αργότερα

είναι το σπίτι των Floyd, ακόμα δικό τους είναι

και πραγματικά το τελευταίο σπίτι π’ αγγίζει την άκρη του θεάτρου

ήταν το σπίτι που μου δειχνε

κι είπα να

να το σπίτι που δεν γνώριζα στον τόπο όπου ποτέ δεν είχα πάει

το σπίτι του Gilmour όπου για αυτό μου μίλαγε

ένας πιανίστας σ’ένα bar της παλιάς πόλης ονόματι Θέατρο

κι ανήκει στη Διονυσία οέο

τότε αργά ένα βράδυ όταν ξεμείναμε οι δυο μας

και μιλούσαμε για μουσική και ποίηση με τον Γιάννη

κείνο το βράδυ που γραφα ποιήματα σ’εναν άγνωστο

γιατί έναν άγνωστο ήθελα μες το μεθύσι μου να λατρέψω

σ’ εκείνο το σπίτι που κατοικούσε ο Gilmour

όταν ήθελε να ξεφύγει απ το κόσμο και να γράψει, εγώ

ποίηματα έγραφα σ’ έναν άγνωστο και να με λυπηθούν οι Μούσες

σ’ένα bar

ή σευτόν ως τόπου που δε γνώριζα κι όμως -πήγα

κι άρχισα να ανεβαίνω τα σκαλιά προς το κάστρο ο αφελής

κι από κάτω οι γίδες κι οι τράγοι τρώγαν αμέριμνοι της λησμονιάς μας το γκαζόν

καταμεσίς τ’ ερειπωμένου μας θεάτρου

Κι ήταν μαζί μου ή έγκυος μάνα κι ο φίλος της ο γνωστικός

κι ανεβαίναμε τα σκαλιά μέχρι την πρώτη βυζαντινή μεσοτοιχία

αγκομαχώντας να κρυώνουμε και να φυσάει τις βροχές ξυράφια

μα όσο πιο πολύ ανέβαινα

όλο και λιγότερο μ’ ένοιαζε

ένιωθα αναστατωμένος κι οπλισμένος όπως ο σοφός

και το πρόσωπό μου ήταν κόκκινο ροδοκόκκινο κι ας μην το έβλεπα

ένιωθα το αίμα

ένιωθα το αίμα κι αυτό αρκούσε

κάθε σκαλί και περισσότερο αίμα

κι όλο και περισσότερο ένιωθα καθαρός

καθαρός κι από πάνω μου κάθε βρωμιά

μουσικός ρυθμός που μ’ αποφεύγει

και μπήκα στον κυρίως χώρο, τον αυθεντικό

και κάποιος πετάχτηκε και κάτι είπε για εισιτήριο

μα ο γνωστικός φίλος είπε φιλαράκια είναι άσε

α ξεφώνησε ο επι πληρωμή αιτών, «εσύ είσαι? καλά αλλά μην αργήσετε,κλείνουμε»

Μέσα στον τόπο που δεν γνώριζα κι όμως πήγα

εγώ ο άθεος κ ο πόρνος κι ο άπιστος κι ότι θέλετε

εγώ εκεί μέσα ένιωσα την παρουσία

sleeping heavenly peace όχι

γιατί ζωή σημαίνει αγώνας και το μαύρο φως που αχνοφέγγει

κάτι άλλο από γοητεία δε παραμένει στο κομμάτι κόσμου που του αναλογεί

ο Ύπνος δεν είναι θεός αλλά θεότητα

κι Θάνατος δεν είναι τόπος αλλά αδελφός του Ονείρου

ή παρά το σκέπασμα της Περσεφόνης και της Μάνας της

το κάτω μέρος  της ρίζας  στο τάφο σου

ή η ανάσα του νεκρού από τις στάχτες

μα γω τούτο το τόπο δεν το γνώριζα

και σε κείνο το τόπο πήγα

εύκολα κι αυθόρμητα όπως ο κήπος φασκιώνει ή παύει

και το πρώτο πράγμα που είδα ήταν μια ανθίζουσα ελιά

και λίγο παραπάνω μαύρη πέτρα κεκλιμένη λεία

κι όσο πιο πολύ ανέβαινα

τόσο πιο πολύ φύσαγε

σαν κάτι να θελε να μ εμποδίσει

μα αν ήταν θ άνοιγα τα χέρια μου και θα τον άφηνα να με πετάξει

και τη πτήση με το βάρος μου θα οδηγούσα

στο τόπο που δεν ήξερα κι όμως πήγα

σε εκείνα τα σκαλιά που κάθισα και γονάτισα χωρίς να γνωρίζω το γιατί

του ναού εκείνου που δεν ήξερα που αναφέρεται

συνθλιμμένος από τον άνθρωπο που του ‘κανε ζημιά

λόγους π’ακόμα δεν καταλαβαίνω και δεν αποδέχομαι

αλλά οι ώμοι μου είχαν τουρλώσει κι ένιωθα σεβασμό

το κεφάλι μου είχε γίνει νεύρο αγριμιού

τα χερια είχαν απλώσει χέρια δρομέα

π’ αγγίζουν τη γη με τα δάχτυλα στην εκκίνηση

κι ανάμεσα από πένθιμους αναστηλωμένους κίονες

έβλεπα το ναό που ένιωθα

και μια παρουσία που με υφάρπαζε

προς ολες τις έννοιες που ηρεμούν οι αντιθέσεις

που τέτοιος  χρόνος μ’ αφήνει να φιλοξενήσω στο κορμί

ώστε να μη ξέρω πόση ώρα κάθισα γονατισμένος

σ’ εκείνα τα σκαλοπάτια  να κλαίω και να ζητώ συγγνώμη

δεν ξέρω πόση ώρα κάθισα σ’ εκείνα τα σκαλοπάτια

να λατρεύω και να τιμώ

δε ξέρω  πόση ώρα κάθισα

δε ξέρω πόση ώρα κάθισα

αλλά κάποια στιγμή το προσπάθησα

να με συμμαζέψω να μη φανώ γραφικός σ αυτούς που με συνόδευαν

ένας ακόμα τρελός

σαν εκείνους που λεν λατρεύουν τους θεούς

και δεν μπορούν να συντάξουν μια φράση ή ένα αίσθημα

 

αλλά

αλλά

αλλά τους άφησα τους φίλους

να φύγουν πρώτοι

και λίγο καθυστέρησα

όταν οι φύλακες τσίριζαν τη λήξη

«κλείνουμε,κλείνουμε ελάτε»

 

αλλά

αλλά λίγο πριν φύγουμε

την έξοδο δεν άντεξα

είπα συγγνώμη έχω ένα χρέος

 

και επέστρεψα

 

πήγα προς την μοναχική ελιά κι έκοψα ένα κλαδί

κι ανέβηκα τρέχοντας τη μαύρη λεία κεκλιμμένη πέτρα

προς τα εναπομείναντα σκαλοπάτια του ναού κι άφησα το κλαδί

μα ο άνεμος μου άρπαξε το κλώνο μέσα από τα χέρια

και τ’ αναφωνητό του ηλίθιου εαυτού μου σταμάτησε στην απότομη παύση

πως το κλαδί είχε σταθεί σα δέντρο χωμένο ανάμεσα στα ερείπια

και τότε και μόνο τότε

ηρέμησα και υποκλίθηκα βαθιά με τις χούφτες όπως ζητούν το νερό

με τις χούφτες ευλογημένες

 

 

Ένα ταμπελάκι λίγο πιο δίπλα κατά το γυρισμό έγραφε

Ναός Αθηνάς Λινδίας

About giorgos kallergis

nulla dies sine linea
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s