ερωτικές σαϊτες προσπαθώντας να πιεις μια μπύρα

γιωργος καλλεργης

———————–

Είναι ώρα τώρα που προσπαθώ να φτάσω σε εκείνο το κωλοψυγείο και  να αρπάξω εκείνη την υπέροχη μπύρα να την πιω αλλά δεν μ’αφήνουν οι σαϊτες . Κι έτσι λοιπόν όλο έρχομαι πίσω και κάθομαι εδώ και γράφω.  Μα νομίζεις ζηλιάρα ότι γράφω για τον εαυτό μου επειδή αναφέρομαι σε πρώτο πρόσωπο κατά τη διάπραξη της ελευθερίας? Νομίζεις πως αναφέρομαι εγωκεντρικά?

Κι αν όταν η γραφή αποδοθεί όπως κάτι οτιδήποτε που βρέθηκε ή όπως που φυτρώνει η πλάση ανάμεσα σε μια θεωρία περιγραφών όπως είναι τα μάτια σου τότε που εγώ-εγώ ή εγώ-εσύ βάση μιας ρεαλιστικής θέσης αναφορικά με τη σημασία την οποία υποστηρίζεις μέχρι τέλους και καλά το κάνεις γιατί κάθε σημαίνον αντιπροσωπεύει κάτι το πραγματικό, οπότε το νόημα μιας γλώσσας εκπροσωπεί κι από μια οντότητα η οποία ταυτίζεται με την αναφορά της, αλλά δεν εχει την αφέλεια  να πιστεύει ότι ένα σημείο είναι πάντα ένα όνομα  επιδεκτικό αναγωγής στο αντικείμενο που παρασημαίνει: γνωρίζει ότι υποκείμενα προτάσεων μπορεί να είναι μη-όντα. Καταλήγουμε  στο καταφύγιο της καταστατικής τάξης της φράσης. Μετατρέψαμε το υποκείμενο της πρότασης ώστε να αποφύγουμε το μη-ον και να, εφαρμόσαμε μία αλήθεια αξίας που να επιδέχεται σημασίας. Κατά βάθος η μεταβολή προτίθεται να άρει κάθε αμφιλογία υποκαθιστώντας το γραμματικό υποκείμενο με ένα λογικό υποκείμενο ικανό να ανταποκριθεί στο πεδίο του υπαρκτικού παράγοντα και ν απορρίψει την πρόταση που δεν περιγράφεται με αυτόν τον τρόπο. Μια έκφραση μπορεί να συνεισφέρει στο νόημα μιας φράσης χωρίς να κατέχει κανέναν νόημα από μόνη της. Η Φαίη είναι η συγγραφέας της πίπας αν η συγγραφέας της πίπας σήμαινε τη Φαίη. Πράγμα που δεν είναι. Αν η συγγραφέας της πίπας σήμαινε Φαίη αυτό θα ήταν μια ταυτολογία-πραγμα που δεν είναι. Άρα η συγγραφέας της πίπας δε σημαίνει ούτε Φαίη ούτε τίποτα άλλο. Πείτε το τεχνική της παράφρασης. Δεν αποβλέπω στο να επεξηγήσω  την ενεχόμενη στη χρήση συμπαραδηλωτικών εκφράσεων πληροφορία, πράγμα διόλου ευκαταφρόνητο, αλλ’ ανεπαρκές κυρίως στην αποτίμηση του αν η παράφραση φέρει ορθά το νόημα που παραφράζει ή αν το μετατρέπει./’Ετσι με λογικούς τύπους, οιωνώ την τραυματική αποκάλυψη που με βάση τις προκείμενες, εντοπίζονται αντιφάσεις, πράγμα που αποδεικνύει ότι κάτι πάει στραβά.. Όπως εκείνο το παράδοξο της ρήσης του Επιμενίδη από την Κρήτη, πως «όλοι οι Κρήτες είναι ψεύτες», πράγμα που θέτει υπό αμφιβολία το σωστό της ρήσης του αφού κι ίδιος είναι Κρης.

Έστω Εγώ η τάξη όλων των τάξεων που δεν συμπεριλαμβάνονται στον εαυτό τους. Μήπως Εγώ είναι η Τάξη του Εαυτού του? Το παράδοξο είναι αναπόφευκτο: Αν Εγώ είναι μέλος του Εγώ, τότε είναι μέλος όλων των τάξεων που δεν είναι μέλη του εαυτού τους. Αντίθετα, αν Εγώ δεν είναι μέλος του Εγώ, τότε Εγώ δεν είναι μέλος όλων των τάξεων που δεν είναι μέλη του εαυτού τους Μ’ άλλα λόγια η καρδιά δεν είναι πόδι που είναι το πόδι μου, δεν είναι η καρδιά του και δεν είναι καμιά καρδιά γενικότερα. Φαυλότητα.

Έτσι πήραμε την προτασιακή λειτουργία δηλαδή μια κατηγορηματική πρόταση προικισμένη μ’ένα όποιο υποκείμενο σύμφωνα με τις ιδιότητες ενός λίγο πολύ κοινού σε όλους εμπερισμού και είδαμε ότι η προτασιακή λειτουργία παραμένει ακαθόριστη  στο βαθμό που δεν καθορίζουμε το πεδίο των αντικειμένων που μπορούν να την ικανοποιούν και υπαγορεύει αυτά τα αντικείμενα να μην περιλαμβάνουν για ορισμό τους, τίποτα που να προκύπτει από αυτό το πεδίο. Τα αντικείμενα που ανήκαν στην ίδια κατηγορία τότε, συγκροτούσαν ένα τύπο και μπορούσαμε να εκφράσουμε σε ότι αφορά ιδιότητες που ανήκαν σε αυτόν τον τύπο ιδιότητες που ανήκαν και σε άλλους. Τώρα νομίζεις πως ξόρκισα την αυτοαναφορά?  Καμιά ολότητα δεν πρέπει να περιλαμβάνει μέλη που ορίζονται χάρη στην ίδια. Για αυτό και οι τάξεις είναι απλώς μια γλωσσική σύμβαση και τελικά το ερώτημα για το αν η τάξη των τάξεων που δεν συμπεριλαμβάνουν μέλη του εαυτού τους είναι ή δεν είναι μέλος του εαυτού της είναι ένα ερώτημα που στερείται νοήματος με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που και η πρόταση η Φαίη είναι η συγγραφέας της πίπας στερείται νοήματος γιατί δεν επαληθεύεται είτε είναι είτε δεν είναι. Γίνομαι μισητός λοιπόν επειδή μιλώ για πράγματα που δεν μπορούν να αποδειχτούν ή γίνομαι μισητός για πράγματα που μπορούν? Τίποτα από τα δύο. Γίνομαι μισητός γιατί ανακαλύπτω σπυριά στη μούρη του άλλου που είτε δεν σπάνε είτε δεν έχουν νόημα να σπάσουν, ανακαλύπτω συμπεράσματα πέρα από τις λειτουργικές αντιδράσεις του ερεθίσματος με μια βασική διαφορά…ό,τι διακρίνω τις προτάσεις που αναφέρονται σε μια οιοδήποτε ολότητα προτάσεων από εκείνες που δεν αναφέρονται σε ολότητα. Όπως κι εγώ, ποτέ δεν αναφέρθηκα σε ολότητες παρά μονάχα στους θεούς μου, έτσι και τώρα δεν αναφέρομαι σε ολότητα παρά μονάχα σε ένα κορίτσι. Έτσι ο ψεύτης τώρα μπορεί να πει: Βεβαιώνω μια ψευδή πρόταση της πρώτης τάξης που είναι ψευδής. Αλλά αυτή η πρόταση είναι μια πρόταση δευτέρας τάξης, άρα δε βεβαιώνει καμία πρόταση πρώτης που είναι ψευδής. Συνεπώς δε βεβαιώνει καμία πρόταση πρώτης τάξης . Ότι λέω απλά είναι ψευδές και ο ισχυρισμός του για την αλήθεια της δεν ισχύει. Είμαι ικανοποιημένος από αυτό το συμπέρασμα και έτσι κάνω ν’αρπάξω μια μπύρα απ’ το ψυγείο και να γιορτάσω την αθώωσή μου, όμως πάνω απ’ όλα η καντεμιά. Σημειώνω μια από τις κυριότερες αδυναμίες της τη στιγμή που το χέρι ακουμπάει το δροσερό γυαλί της μπύρας.

Δεν πρόκειται ούτε για μεταστροφή ούτε για παλινωδία. Πρόκειται απλά για πρόοδο παρά για ολική ανατροπή. Στην πιο ακραία περίπτωση η μεταλλαγή μου προκύπτει ως εγκατάλειψη ενός ορισμένου δογματισμού, στην εξαφάνιση μιας αυταρχικότητας. Πώς να ερμηνεύσω αυτή τη μεταλλαγή? Συνοπτικά θα έλεγα ότι περνά από τη μεταμόρφωση της λογιστικής θέσης  (βυζιά, κώλος, μέση, πόδια, χείλια, δόντια μάτια) και καταλήγει στο ότι όλες οι προτάσεις τις λογικής λένε το ίδιο. Γάμησέ την! Όχι πιες την! Όχι γάμησέ την! Όχι πιες την! Μα όλα το ίδιο είναι. Δηλαδή τίποτα. Και λένε τίποτα γιατί όλες καταπιάνονται μόνο με τον εαυτό τους δεσμευμένες από μια πραγματικότητα την οποία παρασημαίνουν κι έτσι συνακόλουθα οι απαιτήσεις της γλωσσολογικής τους ερμηνείας είναι σα να συμμερίζεται μαζί με τον Φρέγκε ένα χαρακτήρα πλατωνικής προελεύσεως. Είναι το σημείο που κάθε ανόητος αναρωτιέται για εμάς αν είμαστε πνεύμα ή όχι.

Σ’αυτό το σημείο επικαλούμαι τη σκάλα του Βιτκεσταιν. Η σκάλα είναι χρήσιμη για να δούμε σωστά τον κόσμο μα η σημασία της περιορίζεται να εξαφανιστεί μετά τη χρήση της. Να γιατί η φιλοσοφία δεν είναι τίποτα άλλο από διασαφηνίσεις των σκέψεων όπως πολύ σωστά έχει ειπωθεί. Να γιατί η φιλοσοφία δεν είναι διδασκαλία. Είναι δραστηριότητα κι η πεποίθηση πως η φιλοσοφία δεν έχει νόημα, ασφαλώς δεν εμποδίζει τη σκέψη.

Ρωτάς λοιπόν αν σκότωσες άνθρωπο. Όχι. Ρώτα καλύτερα αν σκότωσες τη σκέψη.

Κι επιτέλους, πάω να ανοίξω να πιώ εκείνη τη γαμημένη μπύρα που ‘χω ανάγκη.

About giorgos kallergis

nulla dies sine linea
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s