ποίκιλμα από σκίτσα

Καλλεργης Γιωργος

———–

 

α) σκηνή όσο κρατάει μια φαντασίωση

στενό δρομάκι όπως φαντάζομαι έναν μοναχικό τύπο που χάνεται,
φοράει καπέλο και μπαστουνάκι με ασημένια λαβή,
χέρι που κρατάει μέσα στη χούφτα την πεζούρα και τους παιάνες-

ηθμό σε ειλικρίνεια ετούτο το χέρι
έχει ολόκληρο αγκιστρωθεί από τη ματιά

-ταχυκαής και μισοδύσπιστος και ηδονόχαρος
όπως ολόκληρη η σκηνή από ένα ποτραίτο κάποιου που απομακρύνεται και χάνεται στην άκρη του δρόμου

β) σκηνή όσο κρατάει ένα καταφύγιο

ξεφυλλίζω ένα σπίτι μέσα από ένα φωτογραφικό άλμπουμ,
διαβαίνω το πέτρινο ασβεστωμένο δρομάκι-
δίχως άλλο! θα πρέπει να οδηγεί σε τοίχο με πόρτα,

γυρνώ πίσω και μεγενθύνω τη λεπτομέρεια
δυο τρύπες σε λίθινο φράχτη σαν απώλεια
δίπλα του μια σκάλα και μια φιγούρα γυναίκας
παραδίπλα μια σφύζουσα καστανιά ολάνθιστη έξω από ανοιχτό παραθύρι,

ίσως λίγο πιο κάτω μια οργιά κυκλαδίτικου δέρματος,
απλώνεται στα υλικά οικοδόμησης της μάντρας σαν να τα έτρεξε κάποιο ερωτικό χέρι ακροθιγώντας μικρές λικνιστές καμπύλες από τριβή κι από λαχτάρα

ηλιοκαμμένο δέρμα και νήμα των βυθών
μέσα από το δώμα μια κλειδαμπαρομένη πόρτα
που συγκρατεί το φως, χορεύει τανύπεπλα μικρές Αμφιτρίτες

και κατεβαίνω αυτήν την πέτρινη σκάλα από την καταπακτή
κι είσαι εκεί και μου στέκεσαι φορώντας παρεό κι η αλήθεια είναι πως δείχνεις πολύ αισθησιακή

-καπνίζεις αμέριμνη καταπλακωμένη απο αμέτρητες πιέσεις θαλασσινών υδάτων, είσαι ξυπόλητη κι ίσως να δείχνεις ξαφνιασμένη με την διαρκή άτσαλη τρυφερότητα εκείνου που σε σκηνοθετεί

με αισθάνεσαι όπως ο αέρας όταν στηθοσκοπεί το πρόσωπο,
με μια στίξη από κυνισμό μπορείς να μ’ αποκαλείς νεαρό αρσενικό φάντασμα

και τίποτα δεν μπορεί να σταματήσει την ξενάγηση
κι ας εκφωνούν για τους εράνους της σκέψης
πίσω απο τα γκισέ του συναλλάγματος οι άπληστες, μελωδίες οι μαραζωμένες, οι φλύαρες, χρόνια έτι στο χρέος, λησμονημένες, οι των αιώνων εξαρτημένες εξάψεις των δούλων, τα αδοξα βραβεία και τα αστόχαστα

γ) σκηνή από εσωτερική τοιχογραφία σπιτιού

(οιδα δε και την εν τη Πισατιδι γραφην ανακειμενην εν τω της Αλφειωσας Αρτεμιδος ιερω-Κλεανθους δ εστι του Κορινθιου-εν η Ποσειδων περιποιηται θυννον τω Διι ωδινοντι, ως ιστορει Δημητριος εν ογδοω Τρωικου Διακοσμου… ΑΘηναιος, VIII 346b-c)

άρωμα από βαμμένο χέρι σε λαδομπογιά
σύρθηκε στον τοίχο και περιέγλυψε το κατώφλι στο περίγραμμα,
από πάνω κρέμεται πίνακας κι από κάπου αναδύεται η Αφροδίτη,

ζωγραφιστά κρίνα στα σοβατεπί των εσωτερικών διάκοσμων, κυματίζουν σε γεωμετρική στίχιση ανάμεσα στα παλιά Ιωνικά ιερά ακόμα,

η σάλα με τους χαρούμενους νεκρούς άνοιξε,
βαρύ έπιπλο από πενθούσα καρυδιά,

εδώ νομίζω τα έπιπλα θα μπορούσαν να καταγραφούν όπως εκείνη η μόδα που οι κυρίες κάποτε στέλναν τους άντρες τους για να σκοτώσουν τα φορέματά τους

κι ύστερα

η αίθουσα με τα ανάκλιντρα-αυτό πραγματικά είναι μια αυθεντική συνεύρεση, στα εσωτερικά των αμφιπρόστυλων ναών του Κιθαρωδού φωτός

-στη συντροφιά παρεμβάλεται ένα επιβλητικό μαύρο μασίφ
εδώ το βερνίκι λειτούργησε προστατευτικά για τις διαθέσεις μας,
τοποθετήσαμε λίγη νεότητα στον Ήλιο
για να μην τυφλωνόμαστε από την εκκωφαντικη λάμψη αλήθειας
σ’αυτήν την φωνή γνώσης, παράστασης και εικόνας.

δ) μικρές παύσεις για στάχυα σκέψης

‘Αλλη ημέρα πλέον, μιαν ιδιότυπη επίσκεψη στον αρχαιότερο πωρινο ναό ίσως να κάναμε

ηλιακό και το ρολόι του Ποσειδώνα θα ήταν
λιγοστοί ανάμεσα στο αδέξιο πλήθος
τέσσερις άνθρωποι στη σειρά και σιωπηλοί στην τελετή τους

τους κοιτάμε να λατρεύουν κάτι στο αγνάντι,
κάτι φυσικά αφηρημένο,
γνωρίζουμε ότι αυτό πράττουν, και τώρα δραπετεύουν και σπάνε την ενοχή και τα δεσμά, τον φασισμό και τα χριστιανικά δόγματα

δυο μηχανικοί περνούν βιαστικοί
κάτι συνομιλούν συνωμοτικά
κάτι για την ευφυϊα της απλότητας

ακόμα και τώρα μια παρέα γλάρων μπορεί να εντυπωσιάζει
αν ξεμυτίσουν στην στεριά δίπλα στην ρέμβη των νοσταλγών ναυαγών της λύκης

Σούνιο-Κυριακή τρεις του Ανθεστηριώνα και μέρα υπέροχη
μπορεί και μήνας των Γαμηλιώνων
εντούτοις άγνωστος μήνας

κι όμως..

κοιτούσαμε τα χρώματα να σμίγουν αρμονικά
με καλοδιατυπωμένα σίγουρα σχήματα
είμασταν ελεύθεροι να απολαμβάνουμε ξέρεις,
εσύ μάζευες ανθισμένα μωβ λουλούδια,
έδειχνες ευτυχισμένη μες στην εξάντληση

εγώ προσωπικά δήλωσα τη λατρεία μου
σε τούτον τον θεό
προσφώνησα τον ίδιο Ποσειδώνα
και την παρακοίτη του μια θάλασσα

κάθισα κάπου σε έναν ερειπωμένο πέτρινο κορμό και προέκτεινα τις βίαιες σιωπές της ιστορίας με κριτήρια ποιητή: μπόρεσα επιτέλους και δήλωσα τον εαυτό μου διακριτικά όπως επιθυμώ κατά που η ελευθερία με χωράει

αλλά ο χρόνος περνάει,
..τώρα ο ήλιος στον αρχαιολογικό χώρο έχει πέσει

σε λίγο οι πόρτες θα κλείσουν
θα πιάσουν δουλειά οι νυχτοφύλακες

μια άτυπος πομπή ανυποψίαστων κεκαθαρμένων επισκεπτών
που φεύγουν όλοι μαζί τελετουργικά, σχηματίστηκε.

Οι θεοί υπάρχουν. Και ιερείς τους, είναι όλοι στο διαβα του θνητου.
Και σχεδόν πάντα αν το προσέξεις, δίχως Έλεος κανένα,
νυχτώνει ένας γκρεμός κι ένας πυρετός στο τρίστρατο γυρνάει τούμπα την κλεΨυδρα

 

12994362_541255299380680_8447243693690951380_n

About giorgos kallergis

nulla dies sine linea
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s