τούτο πολλοί των ποιητών

γιωργος καλλεργης

————

Ως γαρ παρα το φθειρειν και φονευειν Φθερσεφόνη, και ευφωνωτερον Φερσεφόνη, και ετι εμμελεστερον Περσεφόνη, ουτω παρα το αυτο φθειρειν και το φαζειν, ο εστι φονευειν, Φθερσέφασσα, η κατα το καλλιον Φερσέφασσα και ετι λειοτερον  Περσέφασσα.
Eustathius Philol., Scr. Eccl., Commentarii ad Homeri Iliadem Volume 2, page 762, line 4

αναξασμένος ωριόπλουμος
και αργυρός από ακάθαρτο μόλυβδο,
εμπρός καρδιά μου, εμπρός,

θριγκός, μου είναι ο εαυτός
που βρήκα όταν ήσυχα μέσα του κοίταξα
ευθύς

κι ανακάλυψα εσάς θεοί
κι εσάς  νύμφες
κι ήρωες εσάς

κι ήβρα στις ζωοφόρους
στα επιστύλια και στα γείσα
την πατρίδα την πρωτόγνωρη,

ένα αεράκι κατάπρυμο
που απονέμει στις μνήμες

μα κοίτα με που από θρήνους
θριάμβευσα κι ευτύχησα
ακόμα και  κατασπαραγμένος

μα δες με τώρα σου λέω, πως πιάνω τα φίδια
και τους αετούς κι αποπλανώ τις πλάνες

και πιάνω φιλιά με τα δίκταμα
π’ ακόμα φυτρώνουν στην  Δίκτη
τα νόστιμα αρώματα τους

και γνέφω αφλόγιστα τον άγριο χορό
του ποδοβολήματος  τις γαίες,
των σείστρων

πόδια-τα στα χώματα πριν σηκωθούν, χτυπούν,
με άλμα για τα σύννεφα να σπρώξουνε
το ουρλιαχτό τους

(για τον καταμέτωπο ήλιο, εμπρός σύντροφοι)

όταν αθαλωμένη τη μοίρα μας
μ’ ένα χαμόγελο συνάντησα
στα λωποδύτικα κάτεργα του ράσου

και την άναρθρη κραυγή στους βράχους
που βρεφοζυγάν αγγίγματα θεία,
λωτοί, σταφύλια, γυναίκες λυσίκομες και λυτρωμένες
κι εμπρός καρδιά μου εμπρός,

από τη λυκοφωλιά μου που σου κράζω,
έρωτα εγώ που δεν τον μπάζω με λύπες

δίκωπος μ’ οξύκοα αυτιά σπρώχνοντας τα όρη,
τη θάλασσα ακούω πως ανακλώθει στους βυθούς
-στα θυρωρεία του παφλασμού τους-
έν’αλμυρό κονίαμα, το σθένος της καρδιάς,
για ν’ αντέχει στα ροόμετρα τους οιωνούς με τις ενδείξεις

ή στην θερμή λάσπη του κρασιού
η μαυροκόκκινη οινάς, πολύτιμη παρήγορος,
ανθρώπω δίοπτρον στα τρύπια φορτώματα
και στα ψυχρόαιμα της ωταλγίας,

-ο πόνος είναι φίλος μου μικρός σου λέω,
μικρός πολύ για να μπορεί
ετούτη την καρδιά τυραννικά να κυβερνήσει-

κι αν παροξύνω, παροξύνθηκα, την έξαψη και τον ερεθισμό,
ετούτη δω την θρηνωδώ,
ετούτη εδώ τη σιγοβράζουσα κρίση

με περιδίνηση μες τη σιωπή
μιαν συλλογή από αξίες Φερσεφάσσας,

και τα βουνά απρόθεσμα δαλτονικά
καθώς κοιτάς τ’αρχαία χρώματα
και τις επαίσχυντες τις των ηθών μας χαλκεύσεις

κι ειν’ ανομοίωση εγώ και μιαν  αυτοθυσία,
γιατί σπρώχτηκα μόνος
προς τις γνήσιες τις παραδόσεις του μεσόγειου
ανθρώπου,

και κάθε φορά

μου μαστιγώνανε τα μάτια
αυτοί που τα αραμαϊκά μιλούσανε, βασανισμένοι δήθεν–

και πως κατόρθωσα να πάψω να φοβάμαι?
πώς κατόρθωσα να πάψω δούλος να ‘μαι?

μα δεν με νοιάζει πια-τον πόνο τον έμαθα,
όταν μια μέρα κοίταξα μέσα μου σιβυλλικά
όταν τα μάτια έκλεισαν στην άβυσσο μιαν έκσταση,
φρεσκοσιδερομένο σεντόνι καθαρό
και το συρτάρι κλειδωμένο,
κι ήτανε Άνοιξη σπορέας
κι έσπρωχνα σπονδές υμενικές
υπέγγυος προς της παρθένας το μειδίαμα

ω ήμουν αγνός και τώρα αγνότερος
κι έτοιμος ήμουνα από καιρό και τώρα εσχατόγηρος
νοείν στη σάρκα ενός περήφανου θνητού
άϋλος αυλός αν ήμουν κι αυτοδίδαχτος
κείθε στις μοναχικές γωνιές όπου φωλιάζουν
οι φάσσες με τ’αηδόνια τα τραγούδια τους,

ατύλιχτος και ελεύθερος τα πρωινά μου να αριθμώ
και την αυγή με φθόγγους που έπιανα από ένα ξένο
στόμα δικό μου,

«Ξένιε ω Ξένιε επαλλαγής μου ζεύξη»,
ένορος το δίχως άλλο θα φώναξα,

«τούτο πολλοί των ποιητών
ληψώμενοι προσήλθον τον χορόν
ό,τι πολλοί των χορευτών επεινών
ω Νικάνδρα Νικάνδρα, Νικάνδρα δε λεγουσι κι ύστατον μεθ’ εκείνων
του χρησμού : εστ’ ημαρ  ότε Φοίβος πάλιν ελεύσεται και ες αεί έσσεται»

α! Νικάνδρα Νικάνδρα, εδώ, ο λόγος που περιμέναν οι ηλικίες
μιλά ξανά, από του δελφικού την χάρη στο πέμπτο όσιο:

«Φοίβος εληλύθειν, εληλυθώς ην είναι
τω του θνητού άναρχο κοινοτήτι,

και της δροσιάς την αύρα με την ηλιακή της εορτή
και τις καλαμωτές τις τέχνες στα προσχέδια,

με την ολόταχη δροσιά και τον όρχο
του θέρους παρακρατημένο ρυθμό,

σελιδοθέτης οργασμός σεμνός
που ξεπορτίζεις  συ τις ρίζες,

το γλύκισμα από ζεστό ζουμί κυδωνιού
με στρέξιμο  από ζωής ένα στημόνι ονείρου

και μια πομπή
και μια  θυσία

ή ένα στάχυ που φέρει στον καρπό του ήλιου
την σοφή φωτιά για το ψωμί και τη στεφάνη

ή τον στιγμιαίο ήχο από τα κελαρύσματα των αιώνων
που άκουσα μέσα σε μια χούφτα  νερού να ψιθυρίζουν
οι σταγόνες

όταν μια μέρα μεγάλωσα κατά το ένα εκατοστό της θεουργίας
τα τύμπανα και την αξίνα μέσα στο φυλλορρόημα της αμπέλου
που άκουσα,

και ας με πουν  τρελό- και πείτε με παλαβωμένο,
εδώ που ξεκαρδίζομαι στο γέλιο
αυτό που ονομάζω «τούτο πολλοί των ποιητών»
εδώ θα ζω για πάντα το απερίφραχτο κι απόνετο και τρυφερό ωραίο
δόσιμο ακριβοδίκαιο για την αφή την όσφρηση την όραση τη γεύση και την ακοή
αφέψημα εσύ-αυτό της αίσθησης που μου ‘ρθε ήσυχα μες το βραχνό μου δειλινό,
το δειλινό που ‘χα βυζάξει την κωδία
κι είχα στο σχήμα του κλεισμένου χεριού λουφάξει
τον εαυτό μας τον γριφώδη π΄ ήρεμα ατένιζε στ΄ άπειρο την άφθαρτη πρωϊα,

ω συ γύμνια περήφανη του σώματος
π’ αντανακλάς στην ψυχή πίσω
το άφλεχτο

ήσυχα κλάιω  που σε βρήκα
με τους λυγμούς αφόβιστους
αγέρωχη τους Αχέροντες μου να ρεμβάζεις

κλαίω τις ίσες συλλαβές
που αρνούμαι να ξεστομίσω,

παρά μονάχα να πράττω

κλαίω τον θαλασσοσφυριχτή και τον ερωδιό
κλαίω που από έρωτα στάθηκα γυμνός,  θάνατε της παιδείας των θεών

έλα εδώ και κοίτα με
εδώ μες τις πολύχρωμες καλλίγραμες
ελληνικές  καλέντες

1235200_10201112508869604_1202112653_n

About giorgos kallergis

nulla dies sine linea
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s