όπως τα πρωινά που θα γεράσουν

 

γιωργος καλλεργης

———————–


να ξεκινούν οι σκέψεις-
τέτοιες που να χτυπάνε καμπάνες στις πλάτες
εκεί όπου ανέμελα τα κορμιά ροζιάζουν, πυθούν,
κι απ’την ωραία τους μορφή αφανίζονται,
παρά το λαμπερό σεντόνι το φρέσκο κι απολήσμονο,
σε εκείνες μέσα τις ανυπόφορες του άυπνου
τις ώρες που αγκαλιάζονται με τις στιγμές ένα νανούρισμα
έναν στοχασμό, έναν γαμημένο στοχασμό
πάνω σ’ αυτό ή σε εκείνο το δίλημμα
των πρωινών που θα γεράσουν
χωρίς να αντέχεις ξύπνιος ν’αποκαλέσεις χθες
στα χτυποκάρδια μέσα ένα τριγμό από το χάδι έναν κλοιό
τα μνήστρα π’ανταλλασουν οι πεθαμένοι κει στους τάφους
— συντρίμμια της αϋπνοίας
και η σιγή στη φλέβα ξεδιπλώνεται,
κυλάει υψωμένο το κόκκινο τούτο
χρόνος ο ψευδαισθητικός στην ροδή του φόβου,
κι όλα τα πρωινά που θα γεράσουν
έρχονται αμίλητα να τάξουν τον υψωμό
το άσπιλο προσωπικό και πράο χνούδι του ονειράτου,
φτερούγα του βάρους στην αγκαλιά μιας πόρτας
και ξενιτεμένο το φύλακα της αγαθής ρητορείας
τους ήχους μετρώντας και την ομφή με την οκκά
λαχανιασμένος στις μεταφράσεις ως τρέχεις
την άρνηση του νυσταγμένου να παραδεχτείς
μπροστά σου ευσχήμων και γαντοφορεμένος την ακακία
ήρεμο χρώμα που ζωήρεψε στις ανταύγειες του δειλινού
να κοιμηθεί ανίκανος την προολκή
σε κούφιας γη συντρίμμια το άγονο θέρος
το δίκαιο των χωρικών του Νέστωρος Μάχνο
και των συντρόφων της Κροστάνδης
μόνο και μόνο για να ξεγελάσεις έναν μπάσταρδο των Ρομανώφ
τον κόκκινο στρατιώτη που παριστάνουν δήθεν

——– ψυχάλισμα να κοιμάσαι και να μετράς την ανάσα
με όμορφα τραγούδια ραδιοφώνου
όπως μετρώ κι εγώ τα δικά σου ξόδια
σε τούτο το πρωινό που θα γεράσει
τη βαθύκολπη δορά φωτός
εγγεγραμένος για μιαν περίσταση,
υπόκωφη κατά τύπο και πρόρρηση
εις ερημίαν μέγαν και πέλαγος αχανές

Με έναν φλιπ φλοπ από μικρή χάλκινη κλωστή
και μ’έναν ρυθμό από τσίτσιδο επιφώνημα,
θα μονογράφω την αξιοθρήνητη όψη των πρωινών που γερνάνε,
Στις αντηχήσεις της μνήμης σου υπόσχομαι,
εκείνον τον εκφωνητή στο ραδιόφωνο ν’ακούω,
να μιλά για το δικαίωμα στην τεμπελιά.
Με όλες οι σελίδες λευκές ανθόζυμο ύδωρ,
την εύγειον γη μ’ενα ένα τσούρμο ονειροπόλων
να ξέσπανε πάνω σου όλα τ’ άστρα και ν’ακούς
να κλείνεις τα μάτια και να τα σφαλίζεις
όπως τα στόρια ο νοικοκυραίος και να υποκρίνεσαι
εκεί που ήσουν τώρα δεν και υπάρχει τίποτα
παρά μισότρελοι ως που κυοφορούν
τα παρελθόντα σου μιας επωδής την άορτο,
βουβές σάρκες μετρημένες στην απόσειση,
εκεί όπου το χέρι απλώνεται
και τίποτα δεν αγγίζει εκτός απ’ασωτία,
αισθήσεων ασυντέλεστων κι ελευθερίες θεμελιώδεις

 

About giorgos kallergis

nulla dies sine linea
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s