βαραθρον

γιωργος καλλεργης

——————————

 

Ώστε λοιπόν ήρθατε μέχρι εδώ μικρή και τρυφερή σαν παιδούλα και μου χτυπάτε τη πόρτα,

άγαρμπη μου ‘ρθατε μες τη νυχτιά για να μου πείτε έναν σας δισταγμό βασιλείας και βίβλου

είργω τα προστάγματα Των θεών είργω κι εσάς, μου λέτε,

μα από την άλλη πώς το θέλετε να μάθετε για τ’ άγρια τα πρωινά και λέτε και μου προτείνετε σχεδόν ικετεύοντας με πες μου και πες μου

τα τρία των εις θάνατον κατακριθείσι παρετίθουν, με ξίφος και βρόχον και κώνειον?

-ώστε λοιπόν θέλετε να δοκιμάσετε τη γεύση του Αξίερου, τη μουσική αίσθηση της φωτεινής αγωγής της Αβύσσου,

αλλα δ’ αν ειπείν ως λάβεις εν Δελφοίς χρησμό ως μήποτε ελάμβανε μόρσιμον θανείν και προήρειτω αυτώ ,ει λύσει, ζημία των τριών- οφθαλμών αυτόν έδει στερηθήναι ή της χειρός ή της γλωττης και τα των φόρων τα κρείττω,

γιατί η γνώση αυτή δεν έρχεται σε παρθένας τα πνευμόνια χωρίς οφειλή στου αφελή τη καρδιά που σε θυμό με φέρνει

με καρφίτσα ανοίγω το πηγάδι, σας λέω, και σας προειδοποιώ , αλλά εσείς παρά τον χιλιόχρονο χαμό και τις απαγορεύσεις στις οποίες υποβάλλατε υπό των Βυζαντινών σας στεμμάτων τον πολιτισμό των Ολυμπίων , παρόλα ταύτα το θέλετε κι επιμένετε ακόμα και σήμερα,

θέλετε να μάθετε για τ’ άγρια τα πρωινά και χρησμό να σας δώσω μη και δεν έχετε τάχα τους ρασοφόρους σας προφήτες που κρύβονται στις ιουδαϊκές σας μονές και μέσα στους κόλπους των ακροδεξιών που μολύνουν τον ελληνισμό και την Ευρώπη με την χιτλερική τους προπαγάνδα

μα λοιπόν ζητάτε να σας μιλήσω, και θα το κάνω αφού με αναγκάζετε, μα σας προειδοποίησα, κρατήστε στη σιωπή τα όσα θα ακούσετε μικρή μου γιατί εγώ είμαι αυτός που προχωρά με το ξίφος στο στόμα , ο μικρός θνητός που επέλεξαν να προχωρήσει στα βάραθρα, οι γαίες τα ύδατα οι φωτιές κι οι αιθέρες:

” Τ’ άγρια πρωινά η ζωή γίνεται εντύπωση γνώσης που σμίγει με τις σκιές. Διάχυτες αιωρήσεις ονείρων που καταλήγουν σε αιχμές ονειδίζουν την ενσαρκωμένη φωνή. Μπροστά στο μεγαλείο της νοημοσύνης η γοργόστροφη γοητεία του περιθωρίου της του τι μέλλει γενέσθαι αγωνίας τρώει ακόμα μαγεμένη τους λωτούς της μακρυά από την Ιστορία της περίτεχνης πέτρας. Βρίσκεστε όλοι στην περίμετρο όπου το γυαλί τρίζει και γίνεται άμμος. Μια μακροπρόθεσμη υλοποίηση στην πλουσιοπάροχη κατάληψη της βελονιάς- δαίδαλοι εκρηκτικών πνευμάτων όπως η απόλαυση του αδικαίωτου αίματος που κατεβαίνει στα αυλάκια του αποκοιμισμένου της έξαψης- φουσκώνει ξαφνικά κι επιτίθεται γιατί δεν γίνεται να συμπιεστεί άλλο. Κρύο μολύβι γράφει τα σύννεφα στον ουρανό της ναυτίας τώρα. Κραυγάζει ο Νεστόριος για τη σελινουσία γη που άρπαξαν οι παππάδες κι οι αυτοκράτορες. Ο Διοσκορίδης μαζεύει Κύρων ινδικόν μαζεμένος σε ένα φωτεινό περίγραμμα σώματος για να βάψει τους θώρακες του Φόρκυνα με δηλητήρια. Τρωαδίτισσες κλαίνε για Δαναούς σήμερα. Μια Κρέουσα, μια Ανδρομάχη οπλίζουν τον Αχιλλέα Ηφαίστεια ξανά κι ένας Έκτορας, ένας Έκτορας στέκεται δίπλα δίπλα με τον Πάτροκλο, συμπαγείς στον παφλασμό ενός γέλιου που συμβάλλει στις όχθες. Μειούται το κρανίο του Αβραάμ και μουρμουρίζει βασανισμένος ο άνεμος στα τρεμουλιαστά χνάρια του ποιμνίου. Σαρκόστρωτος ο Ήλιος στο σκόρπισμα της τρέλας ζωντανεύει σεληνιακές μουσικές και τα λεπτά πανδαιμόνια αποθρυμματίζονται -είναι η σκέψη τόξο και βέλος των Φαιδριάδων, κανένα χάσμα, καμία έκπληξη καμία αναστάτωση. Η βλάστηση του χάρτινου φιλιού σταματάει εδώ. Οι απολιθωμένες εικόνες της τέχνης απλώνονται σε όλη τη Γη. Τα όνειρα των Νηρηίδων σήκωνονται από τα βάθη και τα νερά βράζουν. Τα πρόσωπα των νεκρών καθρεφτίζονται στην παλάμη. Οι τοίχοι σφίγγουν το σώμα κι έχουν γίνει γυμνό δέρμα ουρλιαχτού. Ό,τι και να πεις, όσο και να φωνάξεις Χριστέ Γιαχβέ Αλλάχ ή Βούδα είναι τι έχεις μέσα σου. Άχρηστες λέξεις αλλιώς. Αν ποτέ σου δεν έμαθες από τι υλικό είναι φτιαγμένη μια Αντιγόνη, άχρηστη λέξη είσαι. Κι όλες οι πόλεις θα ορθωθούν στην θύελλα. Με κρεμασμένες τις κεφαλές του αίγαγρου θα συναχτώ στα αστέρια. Θα βγω έξω από τα τείχη των πόλεων και θα τελέσω στους θεούς παρά τις απειλές και τους χλευασμούς του Κρέοντά σας. Στα γεφύρια των λαιμών όπου ξαποστάζουν οι κραυγές θα αράξω παχύς στην αιώνια σεξουαλικότητα. Εδώ ακριβώς βρίσκεται η λαίμαργη κάθοδος της ηφαιστειακής δόνησης. Χρυσαλίδες από ορμές του ερωτισμού. Ο παλμός του δυσοίωνου ήχου. Με τα μάτια αντικρύζω τα λάβαρα των μαγισσών κι εμένα καμιά μαγεία δεν μπορεί να μ’ αγγίξει. Στα βάθη της ατίμητης γωνιάς του κεφαλιού μου εκεί που συγκλίνουν όλες οι φρικαλεότητες των πύρινων στεναγμών, πελώρια ξύλινα άλογα με φτερά στη γλώσσα της σκιάς, έρωτας σαν το χώμα, έρωτας σαν τη γενειάδα του στυλίτη, έρωτας σαν την ανατριχίλα της απόγνωσης, πλούσια μοχθηρή δοκιμασία όπως ταιριάζει στους τεχνίτες της φύσης. Πεινάω: Σκοτώνω και τρώω. Διψάω: Σκύβω και πίνω. Κοιμάμαι: Ονειρεύομαι πως ξυπνάω. Ηρεμώ: σε καλοσωρίζω μονάχα αν κρατάς διαβήτη ή κέρνο ή άρπα ή έρωτα. Ζω: εργαζόμενος πορεύομαι προς το θάνατο. Έλα λοιπόν εσύ εδώ και νιώσε τον Λύκιον της σκέψης . Πως καίει μέσα της το εκτυφλωτικό σάλπισμα του φωτός. Τον θορυβώδη ζωογόνο ηλιάτορα που τον βρίσκεις ακόμα και στα σκοτάδια ,τότε που πέφτουν τα κοσμικά βλέφαρα και τα λυκόφωτα στις θεματικές της μέρας στέκονται ονειροπόλα και δυνατά ακόμα κι αν το σώμα λιώσει σαν ετούτο το κερί που δείχνει το δρόμο στη βιασμένη τρομοκρατημένη λεηλατημένη κλεμμένη μνήμη. Ω «εκκλησία» λαίλαπος, δίκην ή θυέλλης και δάκνον εις καρδιάν, συ αυξησείς δάμου δεινόν σε μέλλει -αλλ α δ΄ειπείν εκκλησία και τζαμιά το δε τάρβος ινά φοβείστε, ει γεγόνως υπερόπτης τε και αλαζών εν ταπεινία κρύπτεσθε και το ζην ελευθέρας λέγουσι ω μηδαμώς. Αλλ’ ω, τι αν σε τις είπων ορθώς προσείποι? Εστ’ ημάρ ην άρα και πυρός έτερα θερμότερα και λόγων εν πόλει των αναιδών αχρείοι αναιδέστεροι. Ω έλα εδώ ανόητε Σατανά και υποκλίσου μπροστά στο μικρό θνητό, ω έλα εδώ κι εσύ Μεσσία και Γιαχβέ και Ιησού και Αλλάχ και μπροστά μου γονατίσετε τη τρομερή σας φιλοδοξία για την Ψυχή μου. Μ’ ένα μειδίαμα από χαμόγελο καθαρότητάς μπροστά στην αγονάτιστη προγονική Μνήμη, κλάψετε για τη διαταραγμένη μου λατρεία, τολμήσετε να σβήσετε Εστία άσβεστη. Ω έλα εδώ ξενόφερτε άρχοντα του κακού, Σατανά εσύ πάλι, βάλε το δάχτυλό σου μέσα στη χοάνη του στέρνου μου και κοίταξε πως μέσα τώρα φωτίζει η τερατώδης τρίχα σου από τη χολή μου. Ο λόγος μου ανήκει σε τούτον τον θάνατο κι είμαι ισάξιος του Θανάτου. Ο λόγος μου ανόητε Σατανά είναι η Πάνδημος Ουρανία Κυρά, η στιγμή της αγωνίας μου που την απολαμβάνω Μητίετας όπως γυρίζω στομωμένος και σε κοιτώ κατάματα να τραμπουκίζεσαι μια με υποσχέσεις και μια με απειλές. Ω έλα εδώ ανόητε ομοιόμορφε Σαμουήλ των πάντων. Πάρε σκιά στην αιωνιότητα και κάνε το Χρόνο δόρυ σου- κοίταξέ με τρομερέ νάνε που σηκώνω το δάχτυλο και σε δείχνω όπως σε σβήνω από τους χάρτες της ομορφιάς. Κοίταξε κι εσύ κεχρισμένε εν ελαίω πως έλαιον χυδαίον κι έλαιον αγαθόν σηκώνω στις χούφτες μου: με το ‘να λούζομαι, με τ’ άλλο ταϊζομαι και πέρα από τη γύμνια μου, μήτε το κακό με γονατίζει μήτε το καλό ονομάζω ηθική. Ω τίποτα δεν είναι τίποτα σας λέω, παρά μονάχα οι πράξεις μας που γράφουν το γλυπτό της τελευταίας Ολύμπιας θεάς, της θεάς Ιστορίας.”

460682983-1-1-736x414

About giorgos kallergis

nulla dies sine linea
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s