οσφρησεις η’

γιωργος καλλεργης

 

Όταν για τους έκδοτους η ρόδινη και άσπρη αυγή έρχεται σε επαφή με το ρεμβώδες ιδανικό, με τη λειτουργία του εκδικητικού μυστηρίου, μέσα στο ναρκωμένο κτηνός αφυπνίζεται ένας άγγελος. Κάρολος Μπωντλαίρ

————————-

Στον Όνειρο,
πρόσωπ’ όμορφο αντίκρυσα κάποτε,
μέσα του πως περπατούσα την εξουθένωση
στης αγροτέρας τις συνάξεις, φαίνεται,
στις Φαιδριάδες μία μέρα,
κει π’ αετοί συναντιούνται απαλά
στον ομφαλό της γης
σιμά στο Κωρύκειο Άντρο,
κει κάτω από Δρυ σταμάτησα
μικρή μιαν ανάσα να πάρω,
εκεί να ξαποστάσω
τα βλέφαρα του περιπατητή
λίγ’ από το βάρος που ‘χαν,
έτσι να ξεκουράσω.

Κι ήρθεν ο Ύπνος ο φτερωτός
πυγόλαμπος κουρνιάζοντας γονικέφαλος
απάνω στη μετώπη
και τότε ο Όνειρος ο Μορφικός
στον εσώτερο κοιμώμενο εφάνη
μ’ ανάλαφρες πομπές και συνοδίες
της ασφαλούς κατοικίας των μελισσών
και άβατο στων ανυποψίαστων θνητών την πόδα,
μέσα τον εαυτό
π’ αντανακλούσε Ύπνον άλλον
-η- παραστάσεις.

Έπιασα τότε να σηκωθώ,
ξαφνιασμένος-
τι θέλω εγώ εδώ
τι γυρεύω τι ζητώ
εδώ σε τούτη τη μυστική Ώρα
ποια ύφανση και ποιαν οσμή
από που έρχεται αυτή η παράξενη χώρα?

Κι είδα εκείνον τον νέο τον λαμπρό με το οπαλιώχρο δέρμα
που το κηρύκειο κρατούσε και με κοιτούσε χαμογελαστός
κρατώντας στη χούφτα του πέτρινα στοιχεία γραμμάτων
“λας, λίθος ελευθέραν εστίν “, μου είπε και λίγο πριν πετάξει
σ’ άλλους χρόνους στην ίδια γλώσσα “κοίτα ποια Γη πατάς”
είπε, κι εχάθησαν από μπροστά μου τα σγουρά του τα μαλλιά.

Τι όμορφος γλυκός ευλύγιστος ρωμαλαίος νέος,
τι ευχαρής ζαβολιάρης καλότροπος δάσκαλος,
θεός σίγουρα πρέπει να ήταν,
είπα καθώς σηκώθηκα και ξεσκονίστηκα,
και τι λόγια ήταν αυτά
που από της γης το σπλάχνο ήρθαν-
και τότε κοίταξα χάμου.

Μιαν άκρη είδα να εξέχει
μια μύτη πέτρας κομμένη τέλεια
κι από κάτω όπως την σήκωνα
τον όγκο της όρθιο από τα έγκατα να εξεμέσω
το μπόϊ της στέριωσα στη Δρυ
και στο χώμα κοίταξα μια λάμψη χρυσή
κι έτσι το είδα κι έτσι το βρήκα,
νόμισμα Κυδωνίας σε όμορφο κύκλο δωσμένο
κι απάνωθέ του
να παριστάνεται
εκείνος π’ από σκύλα τρεφόταν
κι από αίγα εβύζαξε,
πλειάδες μες τα φτερά τους την αμβροσία του φέρναν
κι αετοί από το ράμφος τους το νέκταρ του φιλεύαν,
και λίγο πριν ξυπνήσω στην εσώτερο
στο νόμισμα της Κυδωνίας ξανακοίταξα ακόμα μια φορά
εκείνον που ‘χει το όνομα

Διδων-Ζωη

About giorgos kallergis

nulla dies sine linea
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s