δια βοής έρυμα

γιωργος καλλεργης

 

 

α) έρυμα πρώτο

ο πόθος είναι μια άπληστη φήμη που σκουριάζει εσωτερικά την ίδια ώρα που απ’έξω λάμπει. μεταφέρεται με την επιθυμία. μερικές φορές μέσα του οι αναμνήσεις λειτουργούν όπως μια δίψα που ξεσπάει αναίτια και ξαφνικά μέσα στη νύχτα. τότε οι εκλάμψεις  συναντούν στο ακρόδρυο της έλξης των ορέξεων  ένα αιθέριο κόκκινο να  πλανάται στο χώρο που  σερβίρει μπύρα στην αφαίρεση μιας όψης ανταμοιβής. μετά όμως η ματιά δεσμεύεται στο χυμώδες κορμί του ποτηριού. η διαφάνεια του γυαλιού θα κρύψει εκεί μέσα νωρίτερο το αίσθημα. τώρα το πρόσωπο έχει στραφεί στην αφοσίωση της μέθης του.

σε λίγο όμως θα μπει μέσα φουριόζος ένας τύπος σκυφτός με σκούρα χρώματα ανάμεσα στο γκρί και στο μαύρο, ντυμένος όπως ο κλόουν του παλιού καιρού που ζητιανεύει την ευτυχία στην έμφαση. η δυστυχία τότε έχει βουτήξει πιο άγρια μέσα του, πιο φουριόζα και με πιο μπριο. διαθέτει στη σκέψη της τη μανία της σκιάς που κοντοστέκεται σαρκαστικά στην πόζα του αποχωρισμού και πριν καλά καλά τρίξει η πόρτα που σε λίγο κλείνει, περπατάει ήδη στο δρόμο της πόλης εξόριστος.

όπως οι τρόποι του παλιού καιρού. το Βερολίνο του 30′ στην αθώα πλευρά του εαυτού του. στην τέχνη. ίσως μιλάμε για την αθωότητα που δεν τολμά να κοιτάξει σαν ενήλικας – αλλά ένα μικρό παιδί που ονομάζει μπαμπά ότι το τρέφει. κι αυτό είναι το αληθινό έγκλημα του ναζισμού. ότι δολοφόνησε την αθωότητα παριστάνοντας την γερμανική πατρίδα. ότι δολοφόνησε την αθωότητα της τέχνης. το ίδιο είχαν κάνει και με τους Έλληνες στη Σκυθούπολη οι εβραιοχριστιανοί πριν κάμουν το σταυρό τους αγκυλωμένο. 19.000.000 Έλληνες εθνικοί σφάχτηκαν τότε επειδή λάτρευαν το Δία ή την Αφροδίτη, επειδή αρνήθηκαν το ΙΘ,27 κατά Λουκά. επειδή αρνήθηκαν να λατρέψουν αυτόν που αποκαλούν Χριστό.

β) έρυμα δεύτερο

ώστε  θέλεις να μάθεις τι σημαίνει δύναμη του Ολύμπου, ώστε θέλεις να μάθεις το ερρώμενο έρυμα, τη γλώσσα τη δαπανηρή σε αυτόν που μελετάει φωναχτά τη ζάθεα  σκέψη τη φυσική,εκείνη που κεύθει τον κεραυνό κι είναι αιθέρας γη και ουρανός και πάνω από τα πάντα. ώστε ζητάς να ξεδιψάσεις το νου που κινεί το μάτι κι αργότερα μέσα στο όνειρο να θυμηθείς πως χτίζεται η πέτρα πάνω στα ποτάμια, κι ως έτσι τότε δικαίως βαίνεις το παρακαθήμενο ουρλιαχτό του ξημερώματος, και λύνεις από τα στήθη το πλουμιστό θέλγητρο που σε κρατούσε δεμένο στην ντροπή, κι έτσι ως τώρα που θα μάθεις χυδαίος να μην είσαι κάνοντας τα όλα, κομψός και γενναίος με κίνητρο για ζωή και αφοβία μπροστά στο τέλος σου, τότε θα μάθεις πως τέλος δεν υπάρχει παρά η ψευδαίσθησή του. τούτο είναι το έρυμα το ερωτικό και το θεόρατο έλατο, ο Ύπνος που πάνω του κάθεται στοργικά και η σκηνή του φιλιού π’ αρχίζει.

σε εσένα π’ απαντώ συννεφοσυνάχτης, με τέτοιο πόλεμο στην ακμή της νιότης, καμιά κατηγορία δεν υπάρχει κι ούτε αξιολογημένη  ηθική, παρά μονάχα για την ομάδα σου ή όχι αν νοιάζεσαι και για αυτήν  ή πράττεις ή όλα μάταια , κι αρκεί να πλαγιάζεις κάθε βράδυ μέσα της χωρίς να ξεχνάς τον εαυτό , ως μέσα καταμέσα της  να ρίχνεις  κυνικά το θνητό χωρίς πόθο για εξουσία κι ούτε για των θεών το ζηλευτό Όλυμπο μνησικακία να βαστάς κι έτσι τις ηδονές που ολούθε σου αδιάκοπα ριζώνουν να απολαμβάνεις και να αποκτάς ότι μπορείς με την αφή προετοιμάζοντας τη σκέψη σου στο περασμένο σώμα, για την δικταία τελετή  στιγμή που ερίγδουπα έρχεται και όλα σου τα αρπάζει o αδελφός του Ικμαίου,ο πολυσημάντωρ, ο πολυγδέμων. ό,τι τον πόνο να κοιτάς κατάματα κι ένα χαμόγελο ένα σαρκασμό για κείνον να κρατάς για το τέλος. αυτή είναι η δύναμη στην ανολοκληρωσιά του ζην που φέρνει τα θαυμαστά τα έργα που τα θυμούνται όλοι, όπως εγώ θυμάμαι τον Άρατο και τη Φρύνη, και ρώτα τους Τυρρηνούς που χαν γυναίκες που δεν ντρέπονταν τη γύμνια, και άντρες που δεν φοβούνταν τη ποίηση.

γ) έρυμα τρίτο

προπυνθάνομαι την τραγωδία σε ένα κόσμο κλειστό όπου η ηδονή  σηκώνεται από την έρημη έκταση της. η ζωτική πλήμνη της ψυχής αγγίζει επίμονα βαθιά στο περίβλημα του μακιγιάζ την ορμή μιας χαράς που περιστρέφεται. ο ερωτικός λύκος  έχει γίνει και πάλι αυτός που φέρνει το φως στο πρόσωπο που πρέπει να ξεντυθεί το βάρος της μάσκας. το κέρινο προσωπείο αφήνεται παραδίπλα και αργότερα θα χρησιμοποιηθεί ως καλούπι όπου μέσα του θα χυθεί η τέχνη του Βουτάδη. μέσα στο καυτό υλικό της θα πήξει ο αναστεναγμός της κόρης του για τον Ιππόλυτο που φεύγει.

ο μακρύς δρόμος υψώνεται σε γάμο. το ποτάμι της ζωής χύνεται στην γραπτή του πηγή. παντού φως εξαιτίας του Ύπνου. ένας ανόητος παρατηρεί έναν κιθαρωδό κρατώντας πινέλο. κρυμμένο στην άκρη της γλώσσας υπηρετώντας τη λατρεία  το σάλιο της αφήνει την υγρασία του με τη μορφή χρώματος βουτηγμένου στο έρυμα .  με τρυφερό βλέμμα γέρνει προς την γυμνή το ιδίωμα της λέξης, με το ένα χέρι χαϊδεύει το μπούστο της ενώ με το άλλο της αφαιρεί το αραχνοΰφαντο ένδυμα. ίσως είναι χέρι θεού  το χέρι που γδύνει μια Λαϊδα.

τώρα ο συλλέκτης του κόσμου μεταβλητός απορροφά στο ήθος τα επιγράμματα. τίποτα δε μοιάζει περισσότερο στην σκέψη που γυμνάζεται σκληρά, από ένα χρυσωπό δίκτυο φλεβών που κυκλοφορεί το αίσθημα με την μορφή της άνοιξης. γιατί την άνοιξη οι κυδωνιές ποτίζονται από ποταμούς που χύνονται στους ανέγγιχτους κήπους των παρθένων κι εκεί κάτω στα πόδια τους ο αληθινός ποιητής κυλιέται ανέμελα στη χούφτα της Μητέρας Γης και ρεμβάζει την έμπνευση σε σιωπή από ρόδινο κι από γαλάζιο.

δ) έρυμα τέταρτο

Ως τη στιγμή της μοναξιάς τα δάκρυά του θα πέσουν από τα σύννεφα. οι παλιοί ναοί της Αθήνας αφιερωμένοι στα γηρατειά και τώρα θυσιασμένες πέτρες θα ξυπνήσουν τη γλυκιά ελευθερία. η εξασθένηση του ουρλιαχτού θα ταυτιστεί με το τραγούδι του πολεμιστή αθλητή. η αιώνια κόλαση, η αιώνια ταπεινότητα θα αποτύχει. κάποτε σε άλλο σώμα θα ξανακοιτάξω την ιερή μου δρυ και στους ήχους της θα την ρωτήσω ξυπόλητος:  τι εστι πατηρ θεός ω αμαδρυαδα~ και εκείνη θα μου απαντήσει σε όλες τις γλώσσες των λαών

Δίας Πατήρ

Diespiter

Juppiter

Diepater

Jupater

Zeys Pitar

Dyaous Pitar

Ζευς Πατήρ

..μα πόσες ακόμα λέξεις αγνοείς, που μιλούν τον ίδιο διοτρεφή διίφιλο σε διαφορετικό μελτέμι? στα σπλαχνικά σου που απλώνονται σε νόμο για όλους χωρίς σταματημό, ο πολιεύς Ήλιος, ο από μηχανής θεός ως από μηχανής φιλόσοφος τώρα που το υλικό μας έπηξε, τώρα που αφαιρούμε το καλούπι, τώρα ας ξαναβάλουμε τη μάσκα κι τραγουδήσουμε μαζί: «ου γαρ τι νυν γε καχθες αλλ’ αει ποτε ζη τουτο κουδεις οιδεν εξ οτου φανη» ..

ε) έρυμα πέμπτο

 η διοσημεία έγκειται στην τεχνική πρόβλεψη μέσω της έρμυσης . όμως δεν είναι τόσο απλό όσο ακούγεται. γιατί χρειάζεται εκείνη η εξαντλητική αφοσίωση ανάμεσα στα ερρώμενα διάσια της άνοιξης και στην περίακτη καταβύθιση της ανθρώπινης μνήμης που κατοικεί στα οστά μας. είναι το όρκιο σαρκίο. είναι η βροχή. είναι η απεριόριστη χαρά, είτε στα κελαινεφή είτε στα μειλίχια.   αλλά το βράδυ αν θέλεις,θα έρθω στη πλάτη σου και θα ουρλιάξω τη ποιήση που φωλιάζει στο οστό. θα είναι σύντομο σαν θάνατος και ερεθιστικό σαν ευχάριστος ύπνος μετά από μόχθο. θα υπογράψω στη καρδιά σου ως η οσμή, θα υπογράψεις στο σωθικό μου: δεν θα ησυχάσω ποτέ στ’όρκίζομαι. σε τούτη τη βροχή που ήρθε  ως ικεσία για τον πόνο. σε τούτη τη βροχή που ήρθε ως απάντηση στην προδοσία.

z) έρυμα έκτο

έγραψα ένα ποίημα άγνωστο

και τη ριξιά των ερώτων σε μπουκάλι,

με γράμματα από τη μνήμη του παιδιού εκεί κοντοστάθηκα

κι εκεί ονόμασα το δέρμα μέλι και τον ιδρώτα κρασί

έτσι παιδικά το φίμωσα το ρημάδι το όνειρο,

με σιωπή και με χαμόγελο κρυμμένο στις λόχμες

η θάλασσα να γεύεται τ’ αλάτι σα να ‘ταν ακόμα  εαυτός ,

και τα φαράγγια να ορμάνε στα πνευμόνια να ανασάνουν τα πεύκα,

έτσι και πως αλλιώς αφού χρόνους 30 πια,

τώρα σαν φτιάχνω τον κυκεώνα μου με άλφινα και με γλώχωνα..

όπως μέσα στα φυλλώματα της γυναίκας

ο φαλλός είναι πιο αρσενικός και πιο αναστημένος

έτσι κι εγώ δεν ξέρω που πάω..

και μόνο εκείνην αισθάνομαι

με το φιλί ή με τα χείλη

κι από την απόλαυση στη γνώση

σκέψη η καρφωμένη στο σώμα της

η) έρυμα έβδομο

μελετη γαρ θανατου και χωρισμος ψυχης απο σωματος η φιλοσοφια,

κι ακούω το παιδί να λέει «φοβάμαι μην ξαναγίνω βροχοποιός».

να μην φοβάσαι να του πεις. ύσον, ύσον να λες φίλε ακραίε (του βουνού), κατά της αρούρας και εκεί να ονοματίζεις τον τόπο που θέλεις να βρέξει και θα βρέχει. αλλά να κοιτάς τον ουρανό με το αίμα σου και να νιώθεις την παρουσία τους με την ανατριχίλα στο σβέρκο σου. να είσαι πέτρα αρχαία και χώμα ανεξάντλητο και τότε θα βρέχει.. να είσαι ποιητής και δεν θα φοβάσαι ποτέ. και τότε θα βρέχει.

-θυμάμαι λοιπόν ένα πρωί μετά τη βροχή,

είχα τον Ήλιο λατρέψει, τον Λασχετόριο, Εκείνον, τον Κιθαρωδό θεό, τον ιητήρα γιό,

και πως ύστερα δίπλα στο παράθυρό μου κάθισα π’ονομάζω τετράγωνο φινιστρίνι ακίνητου πλοίου,

εκεί με τσιγάρο και με καφέ πάνω  και άπλωσα πάνω στο τραπέζι τα χαρτιά και τα μολύβια,

τα παιδικά  παιχνίδια,

-θυμάμαι λοιπόν ένα πρωί, ο ουρανός είχε τα σύννεφα σκόρπια στο σώμα το αιθέριο,

και πως πάνω στο ην είναι των ερυμάτων

λεπτά φάσματα φωτός επικύρωναν κατά το έρχομαι και παρέρχομαι

τις ρίμες που του άρεσαν στα σπαράγματα.

ό,τι θαρρώ πως του ταιριάζει, με την παράξενη μουσική του στην ανταλλαγή,

καθώς ο ήχος γίνεται λέξεις και η βοσκιά του κάμπου αδελφός

καθώς το γραμμένο γίνεται προσεγμένο και η κραυγή του ρίγους μάντεμα

έτσι μια μέρα θαύμασα στη μοναξιά το ξεγέλασμα της Νύχτας στά άδηλα της χάδια,

όπως χαρίζει η ζαβολιά τη λύρα, της από του ένδοξου είρω βουλή επάκριου την αίγλη

έτσι ξανά ακούω το τρομερό παιδί, βροχοποιός ξανάγινα, να λέει.

θ) έρυμα όγδοο

αμοίραστο μάλαμα και γυναίκα πολιτεία, ταξίδεψες στα κύματα,

αχνό τον που προστάζει η αντάρα στο κουρασμένο μάτι,

ες θάρρητα μυστικό κρεμασμένου στην πλώρη εννοσίδα , ή αν,η,

πόσις-σε Ιλιάδα πρόθυμα να ξεζέψεις το γυρισμό πατρί-δα,

γαιήοχος θαμμένη σου την άγρια καρδιά στου δελφινιού μια καλοσύνη,

περσότερο κι από ηλίου την πλουμιστή ευνή, να ξάπλωνα μαζί σου τις θέλγητρες ήθελα

κι ας καιγόμουν στα περιδέραια που ονομάζουνε τους όρμους οι μέθυσοι της πρόποσης

γέμισμα κι άδειασμα του φεγγαριού και τις  δαιμονικές εκλείψεις ερωμένες,

μιαν άρχουσα καλλιέρα εσύ κι από τις δυο σου μεριές την ανθισμένη τρίτη επιθυμία,

ή ως τις δέπες, με τ’ ανθεστήριο αίμα της άμπελου να σου πρόσφεραν μούστο αζύμωτο,

για όποιον που κατορθώνει να ζέψει το άροτρο από την εγκαταλειμένη πέτρα με σοφία,

την παμφεγγή αρμονία του άφθαρτου στοιχείου, την ώρα της δροσιάς,την τελευταία σταλιά της άνοιξης,

τη μαγική πράξη του φιλιού των αστεριών που στεφανώνουν τον ουρανό

όπως  εσύ στην άρρηκτο κοσμείς με τα μαλλιά υγρό το κόσμο

ι) έρυμα ένατο

 1) φθίνων χωλίαμβος

τη ζωντανή τη μετρημένη χάρη ας έπιανε το χέρι μου στο θάνατο που με τρομάζει,

σα να ‘τανε το στέρνο έκδοτου γέρου μέθυσου και Ανακρέοντα ωδή στον ύμνο της ζωής

απ’ τις χαρές του στα συμπόσια ως ρίψασπη να έφτιαχνα στον έρωτα γενναία μία λάμψη

στήθια στο πόνο ως τα πετούν οι Χάριτες σε όσους αγαπούν με αδολέσχια,//

έτσι το θέλω να σου πω ένα απλό βαθύ συγγνώμη, ένα  μ’έναν ‘ισως κάπως τρυφερό χωλίαμβο

δεν το τολμώ άλλο να το συλλογιστώ πόσο μου λείπεις

δε ξέρω τι άλλο να πω τι έχει νόημα

γιατί  την Άτη πέταξαν οι θεοί μέσα μου στην ησυχία της νύχτας

τάραξαν τους όρκους στα νερά της Στυγός που έπεσε ο λιθοβολισμός του κρίματος

τον αλαζόνα άνδρα τον γονάτισε η αγάπη που αλόγιστα εφόνεψε.

πάνω στο πτώμα της θρηνεί τον εαυτό του πιο νεκρός κι από τον Άδη τώρα.

κ) έρυμα δέκατο

κορυμβοις, ευθυσανον ζωνην τοι ομου δοκουσας, και τονδε αυθις τρισσον υπ ευπεταλοις δωρον εθηκαι φοιβαις,μα η τρεφομενη μεν ομβροις πλάνασθαι και εμενετο ην δε η μανια το θυραθεν. κακην επαρσην τε και  φυσει πονηρη η εχθραν καταλυει την ερμυση,των εισιοντων θυννων εις τα δικτυα ποιουνται αλλ ουδε πατρος φασι πλην οσον επι την ερωτικη απηνην αλαμενη ως ηγεμονας. τινασσομενη δε ανεμοις κομη πολλη ην και βαθια,και εις ομωφαγιαν τη καρδια μοι φαγουσι η φερουσα το προσωπειο της μητρος. εφιστη απασι και αδωροτατους, οπως μη δια φιλοπλουτιαν βλακευοιεν, εφθοι πυροι,διεγερτικοι,προς συνουσιαν κρυψινει, καραβια μικρα εν μεγιστων πλευσειας και δια του ψευδους προς επιτηδειαν οδο, σαρκια αναλωματα  και τονδε κυπασσιν φορβη τροφη,ως δια το εξουσιαζειν οι οικουντες, τον εξω της θυρας αυτον διαβαλλει, τον χλωερο καμακα οι απολελλειμενοι της θυψεως ανθρακες,οι ημικαυτοι απεκλεισον και χαιρουσι ταις μελεναι φρενες η των εν τοις τελμασι εφανη μελετωρ αμφι τον εν πενθει.

λ) έρυμα ενδέκατο

θυμάμαι λοιπόν πως καταγράφηκε η ορφική διοσημεία στην όνειρο. το χέρι έτρεμε και το στόμα είχε ιδρώσει. αυθίς η καρδιά ξεδίψασε με τον όρκο της στον ξεριζωμό της, αρπάζεται και ταξιδεύει μέχρι την εχθριμιά για πάντα.εκεί σε εκείνη τη φωνή βρίσκεται κρυμμένος ο πρωτος καημός. το γενετο υστατος αργικεραυνος, κεφαλή, μεσσα,εκ παντα τελειται,πυθμην γαιης τε και ουρανου αστεροεντος,αρσην γενετο,αμβροτος επλεον νυμφη,πνοιη παντων ακαματου πυρος ορμη,ποντου ριζα ηλιος ηδε σεληνη. τα ονόματα των θεών της τώρα κράζοντας πίσω φέρνει!

αλλά δεν φέρνει εκείνην κι ούτε το θέλει. ας μην λησμονούμε δηλαδή, την ειρωνική πλευρά του μύθου. πως στην ανάβαση ο Ορφέας το ξανασκέφτηκε. μεγάλη η χάρη της καριόλας που πα να μου φορτωθεί με την αμνημοσύνη της: για να της ρίξω μια ματιά..

είπε ο ποιητής θεός, κι η Ευριδίκη έγινε καπνός..

μ) έρυμα δωδέκατο

παίρνω τη μουσική με αναθυμιάσεις πυθιάδας
το αύριο το άκουσα στα ανοιγμένα στήθη
φύσηξα ολόκληρη την κατασπατάληση του εαυτού
σειρην δε ο ποιος ηχος ο λεπτος και διαφανης,
εις υδωρ βληθεντος,την εμπυρον ημερωσαι του αστρου
περι τουτουν ειρηται,και εισηλθον οι θεοι του υιου

About giorgos kallergis

nulla dies sine linea
This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s