μικρες αιωρικες συνθεσεις (αρ. 11)

γιωργος καλλεργης

—————

«“Διατάσσουμε όλα τα ιερά και οι ναοί τους (των Ελλήνων), όσα βρίσκονται ακόμα άθικτα, να καταστραφούν με διαταγή των τοπικών αρχών και να εξαγνιστούν με την ύψωση του σημείου της σεβαστής χριστιανικής θρησκείας. Αν με επαρκείς αποδείξεις ενώπιον ικανού δικαστή εμφανιστεί κάποιος που έχει παραβλέψει αυτόν τον νόμο, θα τιμωρηθεί με την ποινή του θανάτου”.
(Αυτοκράτορες Θεοδόσιος και Βαλεντιανός προς Ισίδωρον, Έπαρχο Πραιτωρίου, 14 Νοεμβρίου 435 μ.χ.χ.)»

η τεχνη της ποιησης για εμενα ειναι η τεχνη του πολεμου.
ολοκληρη την εγκεφαλικοτητα της την διερχομαι στην αδυσωπητη μαγεια της. εξερευνω τα ορια των δυνατοτητων της χωρις να ξεχνω να ειμαι παντα με το μερος του αδυνατου.
ετσι για εμενα, κυνηγημενος παντα θα ειναι εκεινος που αισθανεται κυνηγος. ειναι τα πιο διασκεδαστικα μου θηραματα, εκεινοι που βαστουν το οπλο με το οποιο χτυπουν τον αδυναμο.
ισως μαλιστα αναρωτιεσαι, ποιος ο διαχωρισμος αναμεσα σε μια performance και σε καποια αληθεια των οσων γραφονται εδω και τωρα.
ισως μαλιστα αναρωτιεσαι αν το σωμα μου μπορει να ανταποκριθει στις αντιστοιχες περιστασεις, αν μαλιστα το χερι διαθετει το μεσο, κι αν η ψυχη λειτουργει στην δραση της βουλησης της. αν προκειται για ενα μελλον, κι αν κατα το παρελθον εχει υπαρξει μια καποια θλιβερη εμπειρια.
ισως μαλιστα επειδη διαθετεις μια στολη π’επισυναπτει την επισημοτητα ενος ρολου σου στα δημοσια πραγματα, σε κανει να νιωθεις πιο ηθικος, και να οπλιζει με δικαιο την οποιαδηποτε πραξη σου.
ομως για εμενα η τεχνη της ποιησης δεν ειναι αλλο παρα η τεχνη του πολεμου.
κι εχεις δικιο να με μισεις. ετσι πρεπει.
δεν γραφω για να βιοποριστω. κατι τετοιο θα μειωνε τις δεξιοτητες μου.
θα μειωνε το πεδιο δρασης μου.
γιατι μπαινω μεσα σε απιθανα κτηρια και ρωτω τους θυρωρους αν πραγματι μενει εκει καποιος καλλεργης.
κι ουτε καν εκπλησσομαι αν οταν μου απαντουν καταφατικα εχει κι ολας χτυπησει την πορτα μου καποιος τετοιος.
μαλιστα, οσο το θελω, η αφαιρεση ειναι ο πολεμος της ανεξαρτησιας του αισθηματος. η βαρυσημαντη εκεινη σοβαροτητα της αδογματιστης ιεροτητας.
η γη τυλιγμενη κατα το ποτει δαν που βυθιζει τις ριζες του στο αλιο αλας  κειθε μεσα στις πληγες μου.
ο τι αυτοι μεν παντων συ βουλεσαι ελευθερως απειχετο κι ουτε εκων ουτ’ακων επλημελλει τα θνητα

οι ιεροφαντες της υποθεσης μας
ητανε παντοτε οι ομορφες συλλογικοτητες της εκαστοτε εποχης
ολυμπιους τους ειπανε κατα την τιτανομαχια,σελλους τους λεγανε στα δωδωνικα εθιμα ,  ελληνες κατα τον χριστιανικο μεσαιωνα, αβρακωτους στην γαλλια των λουδοβικων, μποεμηδες στην πνικτικη πρωσικη αυστρια, μενσεβικους και μπολσεβικους στην προετοιμασια της προεπαναστατικης τσαρικης ρωσιας. κι ειναι ολοι εκεινοι οι αναρχικοι και οι κομμουνιστες των αιωνων π’αλυσσοδενεις τις διδασκαλιες τους προς εμας, ωστε να μην μπορουμε να ζουμε ανεξαρτητα, ως ελευθεροι, ωστε να μην μπορουμε να αυτοδιαθετουμε- την διαχειριση των εαυτων μας με κατι που ν’αξιζει τον κοπο να περηφανευθει κανεις ως προς την ομορφια και το ωραιο

ιδου λοιπον χωρις καμια ενοχη
με την αποκαθιλωση της αρχικης καθαροτητας επι πολλω των οντων η τιποτα
η οξυμμενη συνθεση των αιωρικων ωμοτητων
τ’ανωδυνο εκμαγειο της λησμονιας σου που  φερνεις βολτες μεχρι εκει που φτανει η ματια των αλλων π’αποκαλεις ομαδα, και συμφωνως προς τα κοινωνικα φαινομενα ως να σταματας εκει οπου καταδημαγωγειται η ιστορος τεχνη των μυησεων σου
και να  ζητας με καθε σοβαροτητα να μην εισαι αυτο που καποτε ησουν, και τωρα να κατακρινεις εκεινο που καποτε κατεσφαζαν στις ψυχες των αλλων ακομα, ως οι καιροι του παροντος ηταν να ειναι.

κι αναποδα-

νομιζεις πως εισαι ο τοπος που ζεις και μιλας οταν ο τοπος ο αληθινος αυτου εδω που ζεις και μιλας, απεχει παρασαγκας απο αυτον εδω τον τοπο που νομιζεις πως ζεις και μιλας
αλλα ναι, φερεις τα εθιμα τα βαρβαρικα και μου μιλας για την αγαπη χωρις συνεπεια καμια απεναντι στους χρονους,
κι εκεινη την σταυρωμενη αγαπη  σου που την εφυτεψες στη γη με την βια για να φυτρωσει την ιδια βιαιη λησμονια στις συνηθειες των αλλων, τωρα την αποκαλεις με καθε επισημοτητα και την φερεις πανω απο τους ερειπιωνες των θεων, στις επετειους και στις καπελωμενες αρχεγονες γιορτες των ηλιοστασιων και των ισημεριων, μεσα στις μαυρες σου συναξεις.

μην το μετανιωσεις λοιπον κι ουτε κι εγω θα μετανιωσω.
γιατι ο φοβος που θα φυτρωσει κι αλλο μεσα σου,
θα ειναι ο δικος μου πονος

και να με κοιτας στα ματια καθε φορα που θα με συναντας.
μη σκυψεις το κεφαλι σου απο ντροπη οπως σε διαταζουν τα ψευτικα πρωτοκολλα της ταπεινοτητας σου.

κρατα ψηλα τα βαρβαρα λαβαρα σου και κοιταζε με απο το διδων ως τη ζωη.

About giorgos kallergis

nulla dies sine linea
Aside | This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s