ουδεν προς εμε το ειλυμα

γιωργος καλλεργης

————–

Kαποτε ο ερωτας με προστατευε
ως που ξεφυσησα ολη τη θεοτητα
στα χερια της γυναικας που αγαπουσα-
εδωσα τον ομορφο καημο και τον τελευταιο παλμο
μεχρι που πνιγηκε το ηραιο στην οψιμη διοσημεια
οπως πεθαινουν οι ανθυπολοχαγοι στους δρομους των σκυλων
για να μπορει η καρδια να βλεπει τον θεο να ερχεται
ηλεκτρισμενο μεσα στις νεφελες τον εφεκτο τοκο.

Προστατεψα το πνευμα με το ητορ στοιβαγμενο στην ολογυμνη ξωθια
κι εκεινος που ελεγε πως η ποιηση ειναι να πεις βρεξε και να βρεξει, εχει δικιο,
τις τοσες ζωες που περασα υπηρετωντας τον ανθρωπο απ’ολες τις γωνιες του χρονου
τις θυμαμαι για καποιον ιδιαιτερο λογο χωρις καποια εμφαση στη λεπτομερεια.
Ετσι εμεινα καιρο στη μοναξια, ενας πετροβολημενος ακατανοητος,
αχρηστος, ανεργος και φτωχος.
Ομως δεν καταδεχομαι να παρω τα 20 ευρω της φτωχης κι αναπηρης μανας μου
επειδη ο γιος της ξοδεψε τη ζωη του ολη για να αποκτηθει τουτη η ικανοτητα,
και δεινος της λεξης απομακτης ουσων δεξιοτητων στη ζωη που μετριεται με το χρημα-
αδειος σε αδιεξοδα οπως εσυ που εργαζοσουν στη φαμπρικα και σε διωξανε τ’αφεντικα,
ξεκινωντας με το χαμογελο κατα που κλινεται η τυφθη κι η ευκτικη της καθαροτητας
ζητωντας απλα κατα την εποπτεια το αν ο ανθρωπος μπορει να βοηθησει εμενα κι εσενα,
«πτωχευοντας» πλουτιζουν τα χρεη στις πλατες μας, τα διαφυγοντα κερδη τα τραπεζικα τους.

Φαινεται λοιπον πως ολοι οι ανθρωποι σιωπουν οταν δεν φουσκωνουν σαν παγωνια
για να παινευτουν σαν να παρελαυνουν, επειδη τοσα εχουν λενε και πως δικα τους ειναι,
μ’ αν το λησμονημενο θειο γυρισει απο τα μεσα προς τα εξω,
μπροστα τους την παρουσια με φυσικη απλοτητα προβαλει,
τους ποδας ελισσουσι εν της πορειας εικαια,
-οταν στα εγχειριδια με το θαρρος της φαντασιας επικτησ’ οτι μ’ ανηκει,
την αταραξια την κερδισμενη  στ’απειρημενα εν τοις ουρανοις
τα βουτηγμενα εντος μου, το φονιον αιμα.

Καποτε λοιπον ο ερωτας με προστατευε
γιατι στην αγκαλια του μεγαλωνα, και τις προτροπες του τιμουσα με καθε ευκαιρια
οταν γλυκος απλωνοταν ο Εσπερος στους ψιθυρους του φτερωτου αγοριου,
με τον γιο της Αφροδιτης σαν να κοιμομουν τα στεφανια του Υμεναιου
μες τις πομπες τ’ ονειρου

Μα λυπαμαι, αλλα μονο σε τακτικο πολεμο μπορω να γινω Θανατος.
Τη ζωη θελω να την διαβαινω ανθρωπινα. Γενικα δεν εχω προβλημα. Αλλα τη ζωη θελω να τη διαβαινω ανθρωπινα. Γιατι τουτο υποτιθεται το προνοει η πολιτεια. Και η πολιτεια φτιαχνεται απο εμενα, εσενα και απ’ ολους, κι οχι μονο απο εκεινον η τον αλλον που ειναι δηθεν ταχα μου ειδικοι στο πραμα, και που ως φαινεται, γαβγιζοντας στα τηλεοπτικα παραθυρα διαρκως κι απο τα μεσα ισοβιως επικερδιζουν τεχνηεντως τα συμφεροντα της φτωχιας μας.
Αν λοιπον ο πολεμος εκεινου και του αλλου, ειναι να θανατωθει αυτος που επιθυμει να ζει ποιητικα, τοτε ναι εχω χασει. Πεθαινω οπως πεθαινει κι ο φτωχος που του φορτωνεις τα δικα σου βαρη, κυρ τραπεζιτη, και κυρ αντιπροσωπε.

Πεθαινω γιατι υπακουσα μονομερως, στην φυσικη μου κλιση. Πεθαινω γιατι γεννηθηκα ετσι και οχι αλλιως, αφου κατι τετοιο δεν προβλεπεται απο τους σημερινους σας «νομους». Κι αν προβλεπεται, η μαλλον προβλεποταν, αφ’ ης γεγονοτητας για οσους «συνιστουσαν εταιρειες λογοτεχνων» σε κλειστες παντα κλικες, μια εργασια να σου προσεφεραν οπως πασαρουν στον φτωχο την εργασια ως απασχοληση και λαστιχο.

Να που η ριμα, ο λυρισμος, αναπαντεχα σπαει, κατα το εικος μιας αλλης προνοιας,
της ιδιαιτερης ικανοτητας των κυνικων να προγραμματιζουν τα ακραιφνη ορια της τυρρανιας τους, εκεινων που σταθηκαν για ολη τους τη ζωη πανω στην λεπτη ισορροπια μιας ειλικρινειας της μοναξιας

γιατι απο εκει ξεκιναει οτι κι αν ονομασεις ως πραγμα. Απο τη μοναξια.
Απο ετουτο που οι ανικανοι το λενε μοναχικοτητα και οι δειλοι το κρυβουν παντα με φιλαυτια,
σκεψου λογου χαρη ποσο αμορφωτος ειναι ενας Αϊνσταιν μπροστα στα δικτυα σπιν του Penrose,
γιατι αν δεν μπορεις να καταλαβεις πως η γενικη σχετικοτητα ειναι μια μακροσκοπικη στατιστικη επι της ατομικης δομης του χωροχρονου, τοτε δεν θα καταλαβεις ποτε πως εδω, το κβαντισμενο ερυμα της βαρυτητας, εχει ηδη τελειωσει με τον χειροτερο τροπο:

ο οριζοντας του περιεχεται στην χαμενη πληροφορια της επιφανειας
ή ας πουμε πιο κυνικα ακομα με εναν αλλον τροπο,
αρχισε σιγα σιγα ν’απαριθμεις τα συμπαντα που προβλεπει η θεωρια-Μ 

About giorgos kallergis

nulla dies sine linea
Aside | This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s