3,14Νεύσις
αηρ + μυησηασχημον (αρ. 6)
γιωργος καλλεργης
—————-
ουτω τεθειται παρ αλεξω και θελξη εμου
μελδομενος ο δε ατεραμων και ες τοσουτο
ως δωρον απεωσατο ακολουθουντος
αμελως του ονηλατου οιον ζωη ως νοσος,
επι μεγαλαις αιτιαις ερωμενου τη μνημη
ασχημον (αρ. 5)
γιωργος καλλεργης
——————-
ελθοντες δορις μεν ανδρας πρεσβυτερων ,απωλεσαν πολλους δ’ εταιρους πολιτικως, και ξυμμαχους. και γαρ και των πρεσβυτερων ωστις επι παντως γνωστες ως καυχαζουσι, πλην ομως πλειστοι εβοηθουν το μηδεν.
απερ τοις γυμνασι και τοις υποδημασι, οτε γαρ το δεινον-κακως την εξιν διατεθειμενει, χρεος γαρ δ’ειπειν- εγγιζοι και δεοι κρινεσθαι, περι των ολων ως υπομεινων την ψυχην. ες αυριον το τυχαιον ειμι και παρ’ομοιως αλλοι, τη απασαν χειρα καψωι, κι ου μονον η υπεραναβαινουσα ροην επι του νεκταρεου εανου, αλλα η νεκυια εορτη τε και το δεξαι πορθμευ, γυμνωσαντα βιου παντος γαλλου ηρωος την επισκυνιον δαναοις πυρηνευς.
ασχημον (αρ. 4)
γιωργος καλεργης
————-
ελληνικη η αγνη ορμη
ρωμαϊκως η συντηρηση
ο χριστιανισμος μια μασκα
κι εγω ελλην
ασχημον (αρ. 3)
γιωργος καλλεργης
—————
μεχρι λιποθυμιας των ηχων και συντριμμενος απο φραγμο,
αποτομα επινοημενα στο χτισιμο καποιου παιχνιδιου -τωρα,
κανοντας μια λαμψη απο ψυχρη αντανακλαση,
αναμεσα σε ολες τις λογοτεχνιες και τα ποιητικα εργαλεια,
ολα οσοι επικαλουνται δυναμεις ακατανοητες,
ολα οσα ποτε η επιστημη δεν θα κατανοησει,
τον εαυτο μας αποκαθηλωμενο απο την αφυσικη μοχθηρια,
πως δεν γεννηθηκαμε ουτε καλοι, ουτε κακοι
και πως απλα υπαρχουμε περιμενοντας χαραγματα,
την ομορφια σε ενα νανουρισμα απο σουρουπο
και μες το συννεφο μια θαλασσα ενα διαμαντι αλατιου
στο μεγεθος μια ρωγας σταφυλιου αφημενο σε στηθος
οπως γερναμε επιστρεφοντας στην παιδικοτητα
ασχημον (αρ. 2)
γιωργος καλλεργης
—————-
μιαμιση ωρα καρφωμενης σιωπης, κοιτωντας απλα, τον ηοφερτο ουρανο απο το παραθυρο. πως σχηματιζεται ενα σκουρο παχυρευστο συννεφο στα νοτιοδυτικα του λεκανοπεδιου. ως, που κοντοζυγωνουν φυγοκεντρα ακρα του- και ξαναζυμωνονται σε νεους ογκους απο γκρι κι απο λευκο. καπου καπου οι πρωτες αχτιδες του ξημερωματος χτυπουν στους ωκεις τοπους της νεφελης και χρωματιζονται φευγαλεα ευθειες αναμεσα στο χαλκινο και στ’ασημι. ισως αναλογα με την πυκνοτητα του χρωματος, η αντηλια σκουπιζει το δακρυ της βροχης που φυλασεται απο πισω. μια κλιση απο τροπη της εντασης σε μια θλιψη απο χειρονομια του παντοτε νεαρου καιρου του αττικου ουρανιωνα. ολες οι χρονικοτητες ρεουν υπνωτισμενες στα σχηματα που σηκωνουν ελπιζοντας να ξεσπασουν σε μια γρηγορη ομορφια που να ανταποκρινεται επαξια σε ολες τις μεταμορφωσεις των υποσχεσεων. ετσι το πρωτο βαρυ κομματι απο αερια υδατα ξαφνου ραγιζει σε μια πληγη απ’οπου αναβλυζει το αιμα του ουρανου. μπλε. καθαρο γαλανο μπλε τρεχει μεσα απο το προσωπο του νεφεληγετη. νεες σαρκες απο συννεφια απλωνουν γεφυρες να ραψουν το τραυμα του . νιωθω τον πονο και την εκσταση του χολωμενου ανωθεν. ολοκληροι οι αστερισμοι του βλεμματος βυθιζονται μεσα μου συμπασχοντας μαζι τους. τραχυς ορθωνεται στις εντυπωσεις ο προγονος, απο τον ησυχο ταφο του. προ τ’ εοντα θαουν προς τα αιθερια οι προσδοκιες νεκρων και ζωντανων, μοναξιες που εισχωρουν η μια μεσα στην αλλη, ως μνημη μεσα στην ανασα . το παραθυρο τριζει. το σπρωχνει ο αερας, χτυπα στη βαση και τινασεται παλι πισω. μεταλλικοι ηχοι σερνονται στις κλειδαριες. δενονται οπως νιωθω στις ακροματιες, με τις φυλλωσιες των δεντρων οπου θροϊζουν σαν να κρυωνουν. ειναι ανοιξη. ειναι? η συννεφια απλωνεται. κινειται ακομα. πασχιζει να τανυστει σ’ ολοκληρη την επιφανεια του θολου, ισως για να κρυψει εναν ουρανο που ντρεπεται για τις πατημασιες που διαβαζει πανω στο κορμι της γυναικας του. ξερω οτι μπορει να φαινεται αχρηστο κατι τετοιο, αλλα ειναι ο μονος τροπος αυτη μου η απραγια, να ζωγραφισει το πορτραιτο του διος, που προστατευει τον αιωνιο γεροντα του απο τη θλιψη. ετσι οπως δεονται στις ασαρκες σκιες οσοι επιθυμουν να γυρισουν στην ιθακη τους ρωτωντας τους χαμενους τειρεσιες, σφαζω μεσα μου μιαν απελπισια στην εικονα της μαυρης προβατινας, και σφαζω μεσα μου και την ορμη του κριαριου. ριχνω τα κεφαλια τους προς το ερεβος του λακκου και στρεφω το δικο μου προς την πληγη του ουρανου. γαλανη ειναι η πληγη, ενα ποταμι γαλαζιο. ως αιδι προϊαπτειν ολογυρα ριχνω το μελι το γαλα το νερο και το γλυκο κρασι, πεφτω στην αγκαλια της επαινης σκορπιζοντας επανω μου το κριθαλευρο και της εγκαλω: σπορα της μανας σου ειμαι κυρα. σπρωξε με προς τα πανω. καρπισε με. ανθισε με ξανα.
δακτυλικο ιδαιον
γιωργος καλλεργης
——————-
ματηρ γαια χρυσοχωρουσα θεαινα οπως
αν δει ειπειν τα πυθαια μητιδως φυλαττεις
ως διακραδαινεις πομπαιον χθονιον σπαμον
ο ιουλιανος εν τοις μυστηριοις
πλην σαν ευρεθηκε μεσα στο σκοτος,
μεσα στης γης τα φοβερα βαθη,
συντροφευμενος μ’ελληνας αθεους,
κι ειδε με δοξαις και μεγαλα φωτα
να βγαινουν αϋλαις μορφαις εμπρος του,
φοβηθηκε για μια στιγμην ο νεος,
κ’ενα ενστικτο των ευσεβων του χρονων
επεστρεψε,κ’εκαμε τον σταυρο του.
αμεσως η μορφαις αφανισθηκαν/
η δοξαις χαθηκαν-σβυσσαν τα φωτα.
οι ελληνες εκρυφοκυτταχθηκαν.
κι ο νεος ειπεν: “ειδατε το θαυμα?
αγαπητοι μου συντροφοι, φοβουμαι.
φοβουμαι φιλοι μου, θελω να φυγω.
δεν βλεπετε πως χαθηκαν αμεσως
οι δαιμονες σαν μ’ειδανε να κανω
το σχημα του σταυρου το αγιασμενο?”
οι ελληνες εκαγχασαν μεγαλα-
“ντροπη, ντροπη να λες αυτα τα λογια
σε μας τους σοφιστας και φιλοσοφους.
τετοια σαν θες εις τον νικομηδειας
και στους παππαδες του μπορεις να λες.
της ενδοξης ελλαδος μας εμπρος σου
οι μεγαλυτεροι θεοι φανηκαν.
κι αν φυγανε να μην νομιζεις διολου
πως φοβηθηκαν μια χειρονομια.
μοναχα σαν σε ειδανε να κανης
το ποταποτατον, αγροικον σχημα,
συχαθηκεν η ευγενης των φυσις,
και φυγανε και σε περιφρονησαν”
ετσι τον ειπανε κι απο τον φοβο
τον ιερον και τον ευλογημενον
συνηλθεν ο ανοητος, κ’επεισθη
με των ελληνων τ’αθεα τα λογια.
—————————–
κ.π.καβαφης/ μαιμακτηριων 2674 μ.π.ο.
σπονδικη νεβρις
γιωργος καλλεργης
————-
ιθυς ας λαμψει η θλιψη σου οπως ο ηλιος ο πλατυς
να καψει απο το καυμα ο,τι σαπρο κορωνει,
στ’ απανεμο ο ευρος ει να ‘ρθει, οτι κενεμβατει ν’αρπαξει
στα τριστρατα μια ουρανοεσσα ογκωδη του ερεβους
και να το στρεψει μεσα μου ισμηνιου νομη κι ευοδια υλαια
οπως ετουτη του φωτος κι εκεινη του ανεμου
ασπαιρ’ ηως- τη θεληση, που τον αυχμο μας υει
και θελγει μες τον ιλιγγο
ως που κρατεις το υβωμα
σε γυαλινο ποτηρι
μια νυχτα ολβια γλυκια
μυοσωτις διαπρυσιου
και της σπονδης τον ερω
βλεμματα χαδια και οσμες
και ομορφα τραγουδια
περασμα στο εννιαλεπτο
γιωργος καλλεργης
(προζα εντος 9 λεπτων ακουγοντας το moanin του mingus)
————–
ο διονυσιακος οργιασμος υπηρετει την εκσταση του κορμιου, υπηρετει ομως εξισου και το πνευμα περα απο την ηδονη του οργασμου του. μεσα απο το κορμι εμφανιζονται τα επιπεδα της αβυσσου στο ειναι. η μεθη ειναι ενα προσχημα. μια μασκα για να πουμε τις αληθειες μας και να μιλησουμε τις αληθειες των αλλων: πασσαλος επι πασσαλω, τη γλωσσα στην καταφαση του ισχυρου σιγοτραγουδου. φιλη μου ομορφη, γυναικα γυμνη, τον θανατο δεν τον φοβαμαι οπως φοβαμαι το βλεμμα σου οταν γλιστρα στα σκοταδια των σωθικων μου. μενεις ακινητη μεσα στη σιωπη οπως μια σκεψη που διχοτομειται στη γλωσσα της, κλεβει μιαν ελαχιστη γλωσσα. αγαν ανηρ ως ο γενναιος ανδρας και μηδεν αγαν ως μια συνηχηση του γενναιου μηδενικου. στην τελεια γλυκητα μιας γλωσσας που σαρωνει το κορμι καμια διαφορα δεν βλεπω απο εκεινην του απολυτου κριτη που αρνειται να καταδικασει το καταπεσιμο στην αγκαλια σου. ανασσα κυρα ως ανασα που καταγινεται, η μοιρα πια για εμενα δεν περιεχεται σε ενικο παρα σε ατροπο κλωθω και λαχεσι. πραγμα απιθανο να σε ανοιγομαι χωρις να αποτυχω, να σου λιποθυμησω οπως που πρεπει απο εναν καρδιωδυνιο πολεμιστη σαν κλεινει τα ματια και του περνιεται το φασμα της εγχεης αισθησης . ναι, υπηρετω την εκσταση του κορμιου στις ψυχεδελικες εντυπωσεις του οπιου της θηλυκοτητας. παραξενες καλοκαιριες απο εντυπωσεις θυελλας. οπου μου εμφανιζεσαι ενας ουρανος προσιτος στη γη. κι αν που χωραω στην ενεργεια σου τους σπορους των προγονων μας, εσυ με μια ματια στο κιτρινο κεντρο των σπασμων, αναπολεις ηελιοια, ρυπιδι ανοιγμενο στις κορυφογραμμες της αφης. να που ολος ο κοσμος συγκρατειται απο μια αγελαστη διψα. ετσι κατεβαινω μαζι σου στα νερα του πηγαδιου, οπως διαβαθμιζεται το συννεφο στο βαρομετρικο τρεμουλιασμα της πνοης. ακομα ενας κυματισμος για να σε ακολουθησω σε μια λεπτοτητα της πραγματικοτητας. οπως ο κοτσυφας που κανει τον ανθρωπο να απορει, γιατι λαλει ευχαριστα την αϊδο στα ανωθα της κορυς. κι ειναι που λεει η γνωση του ματιου πως τοτε γεννα η συντροφος και κλωθει τα μικρα, για αυτο και ο αρσενικος, ως να σφυριξει ορφικα να μαθει ακομα και ο κερβερος , για λιγο πως το τικτω γινεται τεχνη.
το ξεσπασμα (αρ. 12)
γιωργος καλλεργης
——————
αν εξαιρεσω το γεγονος πως τρεφω φιλια (εσεις το λετε αγαπη) μονο για την γυναικα με την οποια ειμαι ερωμενος κι ερωτευμενος της, γνωριζω πολυ καλα πως μεσα μου, τοσο η διοσημεια, οσο και η ευδια, ολα τα τοπια μιας θυελλας, ο ρυθμος της αγριας βροχης που στρεφεται απο τον αερα οταν βοα, οι ξαφνικες εκκενωσεις του συννεφου οταν αυτο συσπαται αποτομα προς ενα περιλαο κατα ρουν βρυχηθμο στη γη με τον αναδυομενο αμειλικτο ουρανιο θυμο δηωντας την πλαση να υποδεικνυει την εξωφρενικη του λαμψη στους ηχους της ακαριαιας ερμυσης, μοναχα, για εκεινους που μπορουν να κοιτουν το δεος καταματα , δηλαδη ολα οσα περιεχονται κατα κανονα μεσα στον νου που ελλοχευει τη διαθεση για την λεξη που χαρασσεται στην ιεροτητα του αδογματιστου, αυτο που απο πολυ παλια το ονομαζουμε χαρακτηρα εν ευθυκρισια. ετσι ακριβως ελκομαι απο την πνευματικη ενταση οπως εσεις πεινατε για να αρεσετε η απλα πεινατε. ως γαιηοχου ιλλομενως λοιπον, καμια φορα, καθομαι διπλα απο πρεσβυτερους που τοσα πολλα δηθεν γνωριζουν, σιωπωντας, προσεκτικα τους ακουω να χανονται μεσα στις λεπτομερειες τους, κι ως που μιλουν, μιλουν καμωνονται και κομπαζουν, για γνησιοτητα και για ηθος.
κι εμενα ομως μου αρεσουν οι πλακιτσες.
