3,14Νεύσις

Έρωτας + Τέχνη

mater dolorosa

VV

αν το πιστεύεις πως το σώμα είναι ο τάφος της ψυχής

τότε ολόκληρη η ευφυϊα συνίσταται αποκλειστικά

σε ένα καλό μεθύσι

μέσα στη δίνη του κρασιού φτάνεις σε  νεκροταφείο τότε

μπροστά στο μνήμα του εαυτού σου ρίχνεσαι

και με μανία σκάβεις με τα ίδια σου τα χέρια

τραβάς τις πλάκες πέρα και ξεπατώνεις το φέρετρο

κοιτάς τα λιωμένα ρούχα π΄άλλοτε τύλιγαν χαρούμενη μια σάρκα

η όραση τότε ταυτίζεται με την αντίληψη κι όλες οι αισθήσεις έχουνε γίνει μια ματιά

μυρίζεις το χώμα από τα φρέσκια σκουλίκια

οι ρίζες των παράπλευρων δέντρων υγρή υποχθόνια κόμη

κι ίσως λίγο νωρίτερα να είχε βρέξει

ίσως λίγο αργότερα ο ήλιος να φανεί μέσα απ τη συννεφιά

αν το πιστεύεις πως το σώμα είναι ο τάφος της ψυχής

με ένα μεθύσι κατεβαίνεις στους νεκρούς και νιώθεις μελαγχολία

κι ίσως πεθαίνουμε χωρίς να γνωρίζουμε τι σημαίνει να  δινόμαστε

κι ίσως είμαστε ήδη νεκροί και να χεις δίκιο

κι ίσως έχουμε γίνει μικροί ανόητοι

και  τυρρανιόμαστε έτσι

δίχως λόγο κανέναν

δίχως αισιοδοξία καμία

δίχως απόλαυση χωρίς ηδονή

μέσα στις ενοχές

μέσα στην τύρβη

αν το σώμα το θέλεις

ο τάφος της ψυχής μας

να είναι

τότε

 

μάτια μου

VV

βαθυά μετά από μέρες τέσσερις

 το ποίημα της γύμνιας έρχεται

άγρια βροχή ως τι το χώμα σκαλίζει,

κι η γύμνια του σώματος,

δεν είναι αποκλειστικότητα των ερώτων.

βαθυά μετά από μέρες τρεις

η ζωγραφική πενθεί τον ποιητή της

κι όλες οι γλάστρες και τα πεζούλια  ξεδιψάνε

κι όλες οι γύμνιες του σώματος

δεν είναι αποκλειστικότητα των ερώτων

βαθυά μετά από μέρες δύο

με μακρυνά φιλιά σε μια ανοιχτή πόρτα

όγκοι ανθρώπινου λιπάσματος

κάθυγρες πλάκες και ματωμένα μαντίλια

ατσίγαρα χέρια με χειροπέδες καρδιάς εκσφενδονίζουν μάτια

βαθυά μετά από μέρα μία

τρέχω σαν παλαβός στη γωνιά του ονείρου

τρέμω από τον πόνο των σακατεμένων θεών

θνητός  ξαφνικά κι  αναπάντεχα θνήσκων,

απλός Διόνυσος που σηκώνεται

με θεϊκό τρόπο από τα δεσμά τους λυμένος

κοιτά τους δεσμοφύλακες-χαμογελά

κισσοστεφή κατάρτια που στάζουν το γάλα

προετοιμασία και χαλαρότητα πριν από μια διανοητική εκστρατεία. Λέγεται μάχη και είμαι ιδανικός για κάτι τέτοιο. Για σας δεν ξέρω.

 

όμορφα θύσθλα

VV

στον Λυκίο Δία

 

—————————-

γαρ η ψυχης χρησθαι χρωμενη χρωμα,

οροι ηδονης και λεια κινησις

γεννησης εκ φυσην αισθητη

κι ο,τι οιον αλγηδονων το κατα μερους

η αναληψη της αρετης

η αισθησις

με άνεση

VV

ξέρω πως δεν είμαι πια αγνός

έχω αρχίσει και ζω αμυνόμενος

προκειμένου να σώσω την κουλτούρα που επιθυμώ

να ζω στον βασικό της πυρήνα,

την γλώσσα που μιλώ, τους πατρώους θεούς

και τον απεριόριστο  θαυμασμό για τα έργα των θνητών εκείνη την περίοδο

αυθεντικά, χωρίς την παραμικρή έλλειψη γνησιότητας,

σίγουρα για τον εαυτό τους

με άνεση για την αισθητική τους

με θάρρος απέναντι σε όποια ειμαρμένη κακή, τέλοσπάντων,

άλλο ήθελα να πω,

 θυμάμαι την αγνότητά εκείνου του αγνού εαυτού στο επ’ ακρο

και την τιμώ όπως αξίζει σε μια Παλλάδα Αθάνατη

και τσα εν πολλοίς ή μόνοις

ευτυχώς μερικές παλιές αγάπες ισχύουν ακόμα….

Καταφύγια ΜετάΣουρεαλιστών- χρόνος εκκίνησης: θάνατος Guillaume Apollinaire , χρόνος άφιξης: τα βαφτίσια του μεταμοντέρνου

VV

25, Ιανουαρίου , 2010 στο 7:57 πμ

 

Ωα)  Αρνητική ημιορισμένη διγραμμική συμμετρική μορφή

 

και το ολον του μερους μειζον εστιν, Ευκλειδης

“βλέπει κανείς από τις σκέψεις που εκθέσαμε, πως τίποτα δεν είναι πιο άδικο από τις αντιρρήσεις που μας προβάλλουν. Ο υπαρξισμός δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια προσπάθεια να τραβήξουμε ως τα άκρα όλες τις συνέπειες μιας αθεϊστικής στάσης που έχει συνοχή. Η στάση αυτή δεν επιδιώκει να βουτήξει τον άνθρωπο στην απελπισία. Αν, όμως, αποκαλούμε, σαν τους χριστιανούς, απελπισία κάθε στάση απιστίας, τότε η δική μας στάση ξεκινά απ’ την πρωταρχική, την προπατορική απελπισία” Ζαν Πωλ Σαρτρ, Ο Υπαρξισμός είναι ένας Ανθρωπισμός

ι) μερική παράλυσης άκρων

Υπέροχες νυφικές δεξιώσεις μέσα σε ένα αχούρι ψηφιακών καλεσμένων που καταφτύνονται με τρόπους και επισφραγίσματα υποστήριξης αλά originalle κι από την άλλη η τρώγλη του αρουραίου που ποτέ της δεν ήταν η εμμονή  για τον θόρυβο ενός κόσμου που κόπασε για μια νύχτα με ακρογιαλιά κι ούτε ποτέ μέσα σε μια παράδοξη ανησυχία θα ξεκρέμαγε κανείς από τον τοίχο της ωραίας του, την καρδιά του που κρέμεται από τα ωρολογιακά τσιγκέλια κάποιου ιδιαίτερου χασάπη και που τις ελεύθερες ώρες του μελετάει αντιπροπαγανδιστικές σουρεαλιστικές μπροσούρες για τον Kupka ή τι θα είχε συμβεί αν το παλιρροϊκό κύμα των εντυπώσεων που προκάλεσε ο Miro στην υπερπραγματική συγκλίνουσα του μουσείου των ανθρώπων που κρατάνε βιβλίο και διαβάζουν λογοτεχνία και αυτοαποκαλούνται θαυμαστές, δεν ήταν τίποτα άλλο παρά μονάχα το ανεπαίσθητο διπλωματικό εκείνο επεισόδιο για τα διαμάντια που κρύβουν τα καυλωμένα βρωμόσκυλα όταν λυσσάνε για να γαμίσουν με πρόσχημα άλλο ένα link αλληλεγγύης προς το στόμα εκείνης της γυναίκας που χαμογελάει με χειροπέδες. Για αυτό και εγώ μεταμορφώθηκα σε ψόφιο κοριό που υποκρίνεται τον  εσταυρωμένο ποντικό που φοράει τη μάσκα του προσώπου με το οποίο κυκλοφορώ στον κόσμο αν ο ψόφιος κοριός δεν παρίστανε τον εσταυρωμένο ποντικό αλλά εμφανιζόταν με το κανονικό του πρόσωπο ένας κύριος που θα μπορούσα να πω ό,τι μου μοιάζει εκκωφαντικά πολύ και που φυσικά, είναι ειδωλωλάτρης!!

 Τώρα το διονυσιακό παρα-μορφωμένο γούνινο μπαλάκι που παρασέρνεται στα δαιδαλώδη κόλπα της κατάχυτης βαρύτητας των υπό-νόμων της μπορείτε να φανταστείτε όλοι πως είναι μια  σκατένια υδάτινη λεωφόρος  από ανεστραμμένες καστανιές που κλείνουν μέσα τους όλο το χιόνι της ιστορίας με την καλοσύνη του ψυχρού εκτελεστή που αν δεν δικαιωθεί ο χαμός της Ισοκρατικής καταγωγής της πατρίδας του , αυτός ο λάτρης -συμμέτοχος και παρατηρητής-ασκητής, μυημένος στη σκληραγωγία του εναπομείναντα εσωτερικευμένου ηδονιστή Κάβειρα, θα μασουλήσει τα σκοινιά που δένουν τη γη με τον ουρανό, τις σάρκινες γήινες άγκυρες που κρατάνε μακριά από τη φύση του σκοπού της Αρμονίας μεταξύ των ζευγών ανθρώπου και φύσης,κι ω εσείς ζοφερά κι αστεία μπαλόνια μου, να φοβάστε μικρές καρφίτσες σαν και του λόγου μου. Όμως το στέρνο και η κοιλιά που φέρνουν όμοια σε κομητείας αστικό δωμάτιο ενός κλόουν, εκεί που ως  ναούς ανακαλύπτουμε άσυλα της σκέψης, εκεί που απαγορεύονται οι δοσοληψίες των εμπόρων στο ναό των μεγάλων θεών,  εκεί που τους επιτήδειους αποδιώχνουμε ακονιτί και θυμικό νωχέλειο είτε κόβουν δελτία απόδειξης παροχών είτε φοράνε ράσα και τελούν απόδειξη ύπαρξης της εκκλησίας τους, εκεί όπου τα όνειρα συμβαίνουν ως πυροτεχνήματα του ανεξίτηλου, εκεί όπου η χαρούμενη γνώση συναντιέται με τις αισθήσεις μέσα σε ένα χυμό ανανά που μας έχει ερωτευθεί ακόμα και μία λεπτοκαμωμένη φυτική ίνα του φρούτου, ή όταν ακόμα και στο ηχηρό ρούφηγμα ενός ροδοκόκκινου λωτού με σφυρίγματα που θα πρεπε να κάνουν τις φούστες να σηκώνονται και να χορεύουν σαν ξελογιασμένες κόμπρες που δεν τους καίγεται καρφί για τα δηλητήρια παρά μονάχα για τον χορό των ειδωλωλατρών που ξεσπούν σε εύθυμα γέλια για τις άβολες στάσεις του σχηματισμού της Αιγύπτιας θεάς Νουτ  που στηριζόμενη στα ακροδάχτυλα των χεριών και των ποδιών της σχηματίζει τον ουράνιο θόλο ενώ ο Σου, ο θεός του αέρα τη στηρίζει την ίδια στιγμή που ο Γκεμπ, ο θεός της γης, είναι ξαπλωμένος κατάχαμα στη γη και ρεμβάζει τεμπέλικα.

ιι) κεφάτα ιστορικά σημαίνοντα από πικρά αμύγδαλα

Αυτό ήταν η ιστορία του ακανόνιστου, με διακυμάνσεις που εξάχνιζαν όλα τα ζωτικά στοιχεία που υφαίνουν τη ζωή με λεπτότητα και κομψότητα, με ισορροπίες φτερού που είχε τοποθετηθεί επάνω στο φωτοστέφανο κάποιου αγίου,  στο φωταυγές της ανατολής που ερχόταν μαγικά, εκεί που ξημερώνονταν ο Αβραάμ παρέα με μια δύστυχη που καταχρηστικά μπορούμε να ονομάσουμε σύντροφο και πολύ ουσιωδώς σύ-ζυγόδουλα, κι ήταν τότε που οι δύο τους περιμένοντας τον ήλιο να φανεί και να προσδώσει τη σημασία της παρουσίας του Ενός Αφέντη θεού Γιαχβέ, κατά την εθυμοτυπική αρχή μια νυφικής δεξίωσης μέσα σε ένα αχούρι υπερβολικών υποσχέσεων κάποιου πραγματικά περιπλανώμενου απελπισμένου και μα τους θεούς, χωρίς καν τόσο δα παράλογο κέφι έτσι για το γαμώτο της παλιοκατάστασης σ’ αυτήν την ατέρμονη παραλία, ο άντρας έπρεπε να κάνει τον καμπόσο για να μην φανεί απλώς μαλάκας στα μάτιας της δύστυχης. Έτσι τη συγκίνηση που έφερνε η εκκόλαψη της λεκτικής στρουκτούρας, η ευέλικτη μουσική μανία που ορεγόταν  τη φωτιά του σώματος στο σώμα πίσω να φέρει, και που αυτή η χωρίς διάρκεια παράσταση του ανθρώπινου όντος δεν έκανε τίποτα άλλο απ το να πρέπει διακαώς να το κάνει να διαπρέψει κι αν όχι, τουλάχιστον να κυριαρχήσει άπαξ και διαπαντώς με κάθε τρόπο και με εκείνα τα φτωχά  ξερά εδάφη της φαντασίας που αντανακλούσαν στο είναι των δημιουργών της παλαιάς διαθήκης την στυγνή πραγματικότητα της ερήμου, υποκαθιστώντας τα ευτελή ασθενικά μυαλά του ζηλόφθονα Ένα με συμβόλαια μελλουμένων βραβείων, με μια λέξη παράδεισος (και σ αυτό το σημείο η ελληνική ετυμολογία της λέξης παράδεισος προδίδει ενδεικτικά την όλη κοινωνιολογική προέλευση και τις αντιστάσεις της ελληνικής νοοτροπίας στη λέξη από την οποία προέρχεται η σημασία της-πάντα με βάση τις συνθήκες δημιουργίας της -αφού παράδεισος ίσον παρά το ειδέναι κι άρα αφού το ειδέναι είναι μια ξερή νεκρή έρημος σε καθορίζω και σε ετερονομώ με το συνθετικό παρά- δηλαδή απλά πίστευε πέρα από το ό,τι βλέπεις και σε απογοητεύει) αλλά που ως  δυνητικές γόνιμες ερήμους ενός θρησκόληπτου ερωτευμένου, τέτοιες που εν μια νυκτή (και εδώ υπονοείται συζυγικό επεισόδιο με το ζεύγος Αβραάμ μία έναστρη νύχτα στην έρημο κάτω από τέντα και μείνε ήσυχη γλυκιά μου γιατί παρόλα μας τα βάσανα μας περιμένει ένας αιώνιος κήπος) βλάστησαν τροπικά δάση και θάλασσες και ποτάμια με ουρανούς, και γέμισαν όλα με βροχές και με υδάτινους ζωικούς κύκλους που αναπαράγονται διαρκώς διαπερνώντας καταστασιακά επίπεδα όχι προς την πληρότητα αλλά προς την τελειότητα πράγμα που αποδεικνύει την απόγνωση υπόσχεση του κτηνοτρόφου που φοβάται ότι μία νύχτα με λήθαργο η καλή του θα την κάνει με ελαφρα.. . Μα η ειρωνεία που κυλά κατά το βάρος της υπο-νομευτικής βαρύτητας όλων όσων θέλουν να το παίξουν κυρίαρχες μαύρες οπές(βλέπε διεύθυνση τροχιάς των πραγμάτων κατά τις μέγιστες γαιωδεσιανές καμπύλες,θεματική διαφορικής γεωμετρίας)- τύπου εγώ είμαι και κανένας άλλος- αποδείχθηκε μόνιμο εργαλείο των ρακένδυτων τυρράνων μοναρχών που αναγκάζονται να σκαρφιστούν ένα κάποιο είδους πονηρό σαμποτάζ για να ανατρέψουν την οικουμένη επικαλούμενοι την αυθεντία και την αμεσότητα με τον Έναν. Ακριβώς το ίδιο έκανε και ο Μωϋσής. Και να βλέπουμε πως με δυο εκ των πραγμάτων και δεδομένου των μορφολογικών συνθηκών της γης που περιδιαβαίνουν, αλλά και με μια στρατιά από ”πιστοποιημένους” στρατευμένους προφήτες-αλλά και με ολίγον σκονάκι από τα δίπλα(βλέπε τους μισητούς ειδωλωλάτρες Έλληνες)- φτάνουμε στις διαβόητες Εσσαϊκές κοινότητες με τρόφιμους τα ξεχασμένα νόθα παιδιά που βολοδέρνουν άσημα κι άρα στα αζήτητα, στις ερήμους, τα οποία τα περιμαζεύουν και τα εγκολπώνουν προκειμένου να αναθρέψουν μελλοντικούς επιτυχημένους μεσσίες (μεσσιάχ), δηλαδή τροφή για τεχνητή ελπίδα κι όπως ιστορικά αποδείχθηκε, τον χριστιανισμό (και στην αντίδραση του χριστιανισμού τον μωαμεθανισμό) που μαζί με τον τυρρανικό ρωμαϊκό πολιτισμό, όμως, κατέστρεψε και τον πολύτιμο για τις υποθέσεις ενός αξιοπρεπού ουμανισμού, τον θεόπρακτο πολυθεϊστικό ελληνισμό.

Όλοι εκείνοι είναι που  αποδόμησαν κι αν μη τι άλλο στασιμοποίησαν την εξέλιξη των πολλών και πια μιμούνται στα τωρινά κυρίαρχα πάντα τους, τα τοτινά πολυθεϊστικά επιτεύγματα που τόσο πολύ γοήτευσαν ακόμα και τους ατσούμπαλους αυτοκρατορικούς Ρωμαίους με τις πινελιές δημοκρατίας που ονόμαζαν Σύγκλητο.

Τώρα τα θύματα της ιστορικής ανέλιξης των πραγμάτων(χριστιανοί, ιουδαϊστές και μωαμεθανοί), μπορούν να  κοιτάξουν τη φευγαλέα σιλουέτα του ποιητή, τον καθοριστικό του ρουχισμό, την άνεση που παρέχει το θάρρος του αποβλεπτικού του συνηδέναι, τους ανισόπεδους τρόπους λάμψης που  διακυβεύει την φωταγωγημένη καθαρότητα της ύπαρξής του και μέσα σε όλη τη γιγαντωμένη βρομιά που  χτίζεται αργά  στους δρόμους και στα σπίτια των πόλεων και που εξαπλώνεται με τον ίδιο μιμητικό τρόπο στα δάση, στα χωράφια και στην ύπαιθρο, θα σπεύσουν  να πείσουν τους εαυτούς τους με τις πενιχρές μονοθεϊστικές τυφλές επιλογές τους: Ω, είμαστε ποιητές! Ω, είμαστε διανοούμενοι! Ω, είμαστε άνθρωποι!

ιιι) έχω χορτάσει από μαστίγιο.

Υπέροχες νυφικές δεξιώσεις μέσα σε ένα αχούρι

Ωβ) Η ευρωπαϊκή ταυτότητα- επέκταση της ελληνικής μυθολογίας- μερικά πρόχειρα συμπεράσματα

 

i) κορυμβικό θραύσμα από δοκίμιο, η ευρωπαϊκή ταυτότητα

η μονοθεϊστικη έκφανση της πίστης κι ως εκ τούτου μοναδική σαν πίστη κι ανυποχώρητη σε άλλες αλήθειες, μοναδική βεβαιότητα και τίποτα άλλο, με το καιρό έκανε τα συμπεράσματα και τη θέληση του ανθρώπου πιο αβέβαια, είτε ακόμα υποστηρίχθηκε από έναν κάποιο βίαιο και ανόητο φανατισμό, όπως αποδεικνύεται από την βάρβαρη εξάπλωσή εις βάρος της πρωτοευρωπαϊκής κοινωνίας του ελληνισμού. Κι αν το είναι αποκαλύπτεται εξίσου με την απουσία, μπορούμε να αντιληφθούμε από τα ελάχιστα ευρήματα που δεν γινόταν να αποσιωπήσουν την Ευρώπη από το λαμπερό παρελθόν της, παρά τις οριστικά υπέρμετρες για το αντίθετο αποτέλεσμα, προσπάθειες όλων των μονοθεϊσμών. Και μέχρι εκείνο το σημείο όπου τα πάθη της ιστορίας ξεχνούν τους αρχικούς τους φόβους και χάνονται στη λεπτομέρεια των διαπλοκών, ακόμα και μετά από εκείνο το σημείο λησμονιάς όπου ο κακόβουλος ζηλιάρης Γιαχβέ έχει να κάνει με πιστούς που φοράνε άλλα ρούχα σαν να συμβαίνει ένα βίαιο καρναβάλι χωρίς σταματημό,  παράπλευρη απώλεια θεωρείται ξανά ο ελληνισμός (καταστροφή ακρόπολης στην πολιορκία του Μοροζίνι).

Κι όμως. Με ένα θαύμα ανεξάντλητης αντοχής μέσα στην αιωνιότητα, ο τρόπος ζωής σαν ανταπόκριση της ελευθερίας και της ομορφιάς στις περισσότερες εκφάνσεις των πραγμάτων, μέσα στην απόκρυψη των τυπικών ονομάτων για τις λέξεις  και τις εικόνες, κρατήθηκε ακέραιος, είτε με ένα ουρλιαχτό από οργασμό, είτε με ελάχιστο και φυλαγμένο κρυφό θρύψαλλο ιστορικής μνήμης. Και μετά το πέρας του μεσαίωνα, της σκοτεινής εποχής δηλαδή που η πλάσι με έναν τρόπο βιώνει παντοτινή αυστηρότητα, μέσα σε μια αγνωμοσύνη που η ίδια δημιουργεί για τον εαυτό της, θρηνεί τον χαμό της Δημοκρατίας όπως εκείνη προέρχεται παιδί των πολλών θεών και της λαμπρής εποχής, ακόμα κι αν ο Χριστός μοιάζει να δανείζεται μερικές φορές από αυτόν τον άτυπο θρήνο των γενεών, και με τον ίδιο του το χαμό να ορίζει την Χριστιανική πίστη εκβιαστικά και κυριαρχικά, σχετικά ίδια για κάθε έθνος -και χωρίς βλάβη της γενικότητας. Είναι φαινόμενο καθημερινό στο μεσαίωνα η μέθοδος στην τυρρανία του άλλου και η βάση ότι η ανθρώπινη σκέψη βασανίστηκε πολύ τότε απεικονίζεται στους πολλούς που θανατώθηκαν- μια εποχή που οι Καίσαρες είχαν αντικατασταθεί από Πάππες κι Αρχιεπισκόπους-την εποχή που τα σώματα τιμωρούνταν σε θάνατο για την παραμικρή κατηγορία- ήταν δηλαδή η χαρακτηριστική εποχή που οι άνθρωποι είχαν ξεχάσει πως μπορούν να σκέφτονται από μέσα τους (Ουμπέρτο Έκο, το όνομα του Ρόδου).  Κατά την αναγέννηση όμως, το διαφω τισμό και στους μοντέρνους καιρούς σήμερα, στον βαθμό που η ελληνικότητα άρχισε να αναγεννιέται, να ωριμάζει και να ξαναστέκεται χωρίς την αυστηρή ορολογία των αρχικών ονομάτων της μυθολογίας της, κατ ενέργεια και ουσία και με το τυπικό σύστημα που πολλές φορές αναλλώνεται κανείς και παγιδεύεται στο τίποτα, απών, στον ίδιο βαθμό  κάτι παρέμεινε ίδιο και μάλιστα δεν ανήκει στη φύση του πεσσιμισμού.

Σήμερα στην Ευρώπη, πέρα από μερικά διαλείμματα αδικαιολόγητης αμνησίας, μοιάζει κάθε στιγμή κάτι περισσότερο να αναττέλει, παρά να δύει. Χάρη σε αυτή τη διττή φύση ο βαθμός κατανόησης έγινε η ιδανική συνθήκη κάθε δημιουργίας. Μερικά από τα πιο όμορφα χρώματα της αναδύθηκαν από εκείνη τη μυθολογία που δεν δίσταξε να αρπάξει την Ευρώπη όταν την ερωτεύθηκε. Κατά μία έννοια δηλαδή, ο Έλγιν επαληθεύει έναν από τους παράξενους χρησμούς της Πυθίας, αλλά με μία βασική διαφορά,  Είτε σήμερα το προνόμιο στα μελλούμενα καταργήθηκε από προνόμιο αμιγώς φυλετικό, είτε ο Έλγιν σίγουρα, δεν είναι ο Δίας. 

ιι)  μια ακόμα πρόκριση των αισθήσεων

ένα τραγούδι από καλέσματα κι αυτό το κάλεσμα από τραγούδι,

ένας σχεδιαστής επίπλων  και μια ενέργεια από σύγκρουση σαν να γλύφεις μια επιφάνεια από μέλι,

μια άψυχη κούκλα κι ένας κόμπος στο λαιμό για ένα χαμόγελο,

μια δημιουργική αλήθεια καθορισμένη από κάτι το αυθόρμητο,

μια θάλασσα κυκλωμένη από οράματα, ένα όραμα που περιέχει μέσα του θάλασσα,

μια παύση για ένα άσχετο ερέθισμα

κι ίσως μετά,

το πέρασμα σε μια παραστατική κατασκευή με ένα τραγούδι απο καλέσματα όπως ο ασυμπλήρωτος κύκλος Νούμερο  2 του Μανγκολντ, 1972,

αυτές οι παραξενιές της αλήθειας

αυτός ο κύκλος που παραμένει ο ίδιος συμπληρωμένος σαν κάτωψι χορού ανθρώπων μ’ ένα σχήμα διαφεύγει προς μια χαριτωμένη υποψία σπείρας

κι αυτός ο ήχος ξεσπάει στην γενική πορεία της ιστορίας

από τα περίφημα άλογα του Διομήδη στα γαλάζια άλογα του Μάρκ(1911)

κι ένα κάλεσμα από τραγούδι το πέρασμα μιας παραστατικής κατασκευής

κι όλες αυτές οι καλλιγραφίες από ψίθυρους , οι κρυμμένες δομές μέσα στο έργο που ηχούν σαν διαμαρτυρία,

και τώρα το τραγούδι του τσαρλατάνου ακούγεται πιο δυνατό από ποτέ,

ηϊκτο καλόν αιγιαλόν το καθ αυτό ο εχοντι

ο εις οδον βρωμα δίνας εις τα οδυνας

πλανες ταις ιστορισουσι αποκτησας

κι εν τω πολλω σκεπτομενος τον εαυτο στη σάρκα,

τα εν άστει Διονύσια τώρα, πιο δυνατά από ποτέ,

γιατί τώρα υπάρχει τρόπος, οι χαρωπές τροφοί του ενθουσιαστικού θεού,

να επιστρέψουν αυθόρμητα μέσα στην ελευθερία της έκφρασης που τους δίνεται από δεσμά και συμβάσεις πιο ανθρώπινης αυστηρότητας

σε μια τέχνη που επέστρεψε με τους πιο ανορθόδοξους τρόπους στην θρησκευτικότητα του ουμανισμού της

σε εκείνη την ποίηση που τον λυρισμό της δεν χρειάζεται να τον αποδείξεις με ομοιοκαταληξίες….

iii) Η ιεροσύνη ως πρώτη σημασία της λέξης άξιος

σε τόνο θεατρικού μονολόγου,

απλάς ένας άνθρωπος που συνομιλεί με τον εαυτό του

ίσως η μεγαλύτερη διαστροφή του θεάτρου να ήταν αυτή,

αν υποθέσουμε πως το θέατρο έχει διαστροφές

ή δηλαδή πως υπάρχει η δυνατότητα κατασκευής σεναρίων

τόσο αρτεμίσια αγνών  συλλογισμών με τον ίδιο μας τον εαυτό

έτσι που το γεγονός και μόνο να το εντάξεις σε μια θεατρική παράσταση

να βάλεις δηλαδή θεατές να παίρνουν μάτι έναν άνθρωπο απλά όπως την στιγμή

της σύγκορμης περισυλλογής μας τότε

στην ιδέα και μόνο για την παρουσία του άλλου στην πιο ιερή στιγμή της ιστορίας των εαυτών μας,

αυτό είναι πραγματικά κάτι το αληθινά δυνατό.

είναι αληθινό θαύμα αυτή η ζωτική συσχέτηση 

με ένα θέατρο που τελικά συμμετέχει και προσφέρει με αυτόν τον εξαγνισμό στο κάθετι,

κάτι που οι αρχαίοι Αθηναίοι ονόμαζαν λύτρωση που είτε αυτή ήταν εξωτερικό γνώρισμα της παράστασης είτε εσωτερικό (ως προς την πλοκή του σεναρίου) για εκείνους ήταν αδιάφορο από τη στιγμή που το ζούσαν ως ένα μία αίσθηση πληρότητας μέσα σε ένα καλό ή χαρούμενο όνειρο

ήταν μία νίκη της συμφιλίωσης θεών και ανθρώπων

ο Δίας που δικαιώνει τελικά την πράξη του Προμηθέα να χαρίσει τη φωτιά στους θνητούς

από το λεκτό στο παραστατικό κι απο ‘κει ως το άλεκτο

κι όλο αυτό εκτεθειμένο τόσο έντονα στα πλαίσια της διαδικασίας,

οι συντελεστές, ο ηθοποιός, οι θεατές,

η όλη διαδικασία ναι,

πως κινούνται τα γρανάζια που εκπολιτίζουν τις διαφορές

χωρίς αξιακές εκπτώσεις 

Με κάτι από παντοτινό σπέρμα ανεξάντλητης  γοητείας

ανάμεσα στις πρόβες, στην πρεμιέρα και στα διαλείμματα.

————-

αυτοσύσταση ημερολογιακής σκέψης ως περιορισμένο τέλος, τέλος

iv) πρώτη προσπάθεια για επέκταση θεωρήματος σύγκλισης των τεχνών σε μια απλή μετά-γλώσσα

μερικά διαβάσματα κατά την εντύπωση ενός δρόμου, αρκετός πόνος σαν συλλογή ιδιαίτερης αφύπνισης,μια ποιητική δράση από έναν νόμο στην ιδιαίτερη του φόρμα, ένα χαμόγελο χαραγμένο στις τραγωδίες, το πρώτο μεγάλο δράμα ενός δύσχρηστου θησαυρού, τρεμουλιαστό ασήμι και προζάτα αποσπάσματα σε ιαμβικά μέτρα, μια καυστική αποσπασματική δυσκολία, ένα κυριολεκτικό νόημα μέσα στον άξονα του μεγάλου τρόμου,

το μαχαίρι καρφωμένο στο ξύλο του γραφείου εξαγνίζει τη ρυπαρότητα από την απροκάλυπτη λιτανεία του κακού,

μια αίσθηση για την παραφορά της λάμψης

το σκοτάδι μου ρουφιέται για να πληγώνονται τα λόγια μου,

οι κτητικές  οι δηκτικές οι αντωνυμίες όλες, κάτω από το πέπλο της ανάγνωσης μεταφέρονται σε άλλους εαυτούς,

έτσι το μόνο αποτέλεσμα που μεσουρανεί στις κραυγές ενός αθλητικού αγώνα

το τραγικό ύφος στην ισότιμη ανταπόκριση της φαντασίας, ένα ιεράρχημα σαν επιστροφή ενός τελετουργικού ταξιδιώτη.

Λίγο αργότερα με συλλογές από τραγούδια θα αποδείξουμε πως έχουμε δίκιο.  Αν θες να καταλήξεις στην γνήσια πατρίδα σου, κάνε ανασκαφές στις ψυχές των άλλων.

Με τον ίδιο τρόπο εγώ, είχα στην αρχή έναν θεό, εμένα..τόσο πολύ που ασχολήθηκα μαζί του,  έτσι που η ψυχή αυτή μεταμορφώθηκε σε πλανήτη. Ότι οι άλλοι λαοί θαύμαζαν σε εμένα, επιτέλους τώρα μπόρεσα να το θαυμάσω κι εγώ. Η αρχή της απόλυτης απομάκρυνσης δούλεψε ιδανικά. Δεν είμαι χριστιανός λοιπόν, είμαι Έλλην, είμαι ειδωλωλάτρης, έχων πολλούς θεούς, θάλασσες νησιά και όρη. Το παιχνίδι του Σαρτρικού υπαρξισμού μέσα στην ιστορία λειτούργησε υποδειγματικά. Αν με το ζόρι με κάναν μονοθεϊστή χριστιανό, όλοι αυτοί απέδειξαν μόνο τη βία που χρειάζεται για να αποδείχτεί ένα σαθρό ψέμα. Έτσι λοιπόν, η τελική διαπίστωση, είναι η αρχική μου ταυτότητα.

Η διανοητική εκστρατεία έχει αρχίσει. Τώρα μπορώ να διακρίνω τη θεά Δήμητρα μεταμφιεσμένη σε ζητιάνα να μου ζητά απλά λίγο νερό. Δεν είναι κακό να απαλείνεις όσο μπορείς τον τρόπο που ο άλλος πονά, ακόμα κι αν σε δοκιμάζει. Ήταν πάντοτε ένα ζήτημα αγωγής κι ένα ζήτημα τρόπων. Ωστόσο, αυτό δεν αφορά όσους λένε πως δημιουργούν είτε καλλιτεχνίζουν. Οι καλλιτέχνες μεταξύ τους οφείλουν να είναι αδυσώπητοι πολεμιστές. Οφείλουν να κατασπαράσσουν τις πλατωνικές τους σάρκες.

Πάρτε για παράδειγμα τον μεγάλο αφαιρετικό ζωγράφο, Βασίλι Καντίνσκυ.  Τα χρώματα που πάντα του έκαναν μεγαλύτερη εντύπωση ήταν τα λαμπερά, το ζουμερό πράσινο, το άσπρο ή η κόκκινη καρμίνα, όχι τόσο το μάυρο και η κίτρινη ώχρα. Ωστόσο, όταν οι γονείς του τον πήραν και τον ετοίμασαν σε μικρή ηλικία για ένα μεγάλο ταξίδι ιστορικής ξενάγησης και  ανάμνησης στη Ρώμη, ακόμα και η μοσχοβίτισσα νταντά του παραπονέθηκε γιατί να κάνουν ένα τόσο μεγάλο ταξίδι για να θαυμάσουν χαλασμένα κτίρια και παλιές πέτρες αφού, “τέτοια έχουμε αρκετά κι εδώ στη Μόσχα?”.

Κι όμως, από αυτές τις μαύρες εντυπώσεις, στις Φλωρεντίες και στις Ρώμες, ο νεαρός Βασίλι καλωσόρισε στην παιδική του ψυχή το Κunstmuhle( μύλος της τέχνης) αν και στις εμπειρίες μιας αφαιρετικής σκέψης όπως του Καντίνσκυ, η διείσδυση στην ιστορικότητα ήταν αναπόφευκτη και πάντα θα είναι για οποιονδήποτε, έστω κι αν το historical correct για να επιτευχθεί χρειάζεται θάρρος Σπαρτιάτη πολεμιστή, αλλιώς θα βρίσκεσαι μόνος να παραπονιέσαι για εκείνο το μακρουβούτη μέσα στην ιστορία που μετεξελίχθηκε σε πολιτική σου αυτοπαγίδευση. Ας μην ξεχνάμε ό,τι ο Καντίνσκυ υπήρξε διαπρεπής φοιτητής οικονομικών επιστημών υπό την εποπτεία του καθηγητή Τσιάπρωφ, αλλά το ρωμαϊκό δίκαιο που τόσο τον μάγευε κι ωστόσο όχι ικανοποιητικά, τόσο όσο να κάνει έναν Σλαύβο χωρίς άκαμπτη παγωμένη και πολύ ορθολογιστική λογική ευρωπαίο κατά συνείδηση, την εσφαλμένη εντύπωση δηλαδή που κι οι περισσότεροι ευρωπαίοι έχουν  πέρα από το αίτημα μιας χριστιανικής πίστης, πως το κρίσιμο σημείο της ταυτότητάς τους οφείλεται στην ρωμαϊκή οργάνωση πάνω στην αμιγώς ελληνική κουλτούρα. Αντίθετα, τον Καντίνσκυ τον τράβηξε η ιστορία του Ρωσικού δικαίου και του δικαίου των χωρικών (λατινικά pagani) , που κέρδισε τον θαυμασμό του και τη βαθειά του αγάπη που τη βίωσε σαν απελευθέρωση κι ευτυχής λύση στο θεμελιακό πρόβλημα του δικαίου. Κι αν όπως συνεχίζει ο Βασίλι να αναπολεί, η εθνολογία που άγγιξε αυτήν τη μελέτη και που με αυτήν λέει σκέφτηκε στην αρχή πως θα έφτανε στην ψυχή του λαού, όλα αυτά προκάλεσαν την ψυχή του και τον έκαναν να σκεφτεί με τον τρόπο της αφαίρεσης.

Ακριβώς! Ο Καντίνσκυ χωρίς να το γνωρίζει, άγγιξε την ψυχή της ελληνικότητας, τέτοια σαν τα υπέροχα χρυσά κοσμήματα χτένας  π’ ακόμα ξεθάβουν στη Σιβηρία, άγγιξε την ομαλή ροή στα κοινωνικά μνημεία όπως αυτά αναδύθηκαν μέχρι και την ελληνιστική  εποχή, με μια διαίσθηση του λαϊκού ανθρώπου εκείνου, που τα ζητήματα του δικαίου δεν τα έχει αναλύσει λογικά κι επιστημονικά όπως οι ελιτ των εκάστοτε εποχών, αλλά που τα έχει αισθανθεί και με ένα τρόπο καλύτερα και πιο ποιοτικά τα έχει εγκολπώσει στον τρόπο επαφής του με τους άλλους, για έναν απλούστατο λόγο, επειδή ζει και βιώνει το αίσθημα του δικαίου, την αιδώ-λέξη σχετικά άγνωστη στις μέρες μας- μια λέξη που αναφέρεται στη θεά Αθηνά και στον Ζευς,από  τη μία ως θεά της μάθησης της σωφροσύνης και εν τέλει της ίδιας της δικαιοσύνης και από την άλλη, στον Ζευς, κυρίαρχο στις επιτελικές αποφάσεις των θεών κατόπιν όμως της θεάς Τύχης, που ανέλαβε να διαμοιράσει την εξουσία με τρόπο δίκαιο ανάμεσα σε ισότιμες ενέργειες διαφορετικών προσανατολισμών.

Ωγ) παράλληλες γενναιότητες μετα-αποδομητικής του χριστιανισμού επάνω στο ελληνικό σώμα

ι) επίκαιρες ισπανικές ύβρεις προς την Ευρώπη

Οι κύριοι καθηγητές, πιστά αντίγραφα των βυζαντινών λογίων, περιφρονούν το λαό, τον θέλουν να μιμείται τους καλογερικούς “επικούς” λαπάδες, τον θεωρούν ανίκανο να δημιουργήσει μόνος του τον δικό του πολιτισμό. Οποιοσδήποτε όμως μελετήσει τ’ ακριτικά λαϊκά τραγούδια θα ιδεί ότι στην ουσία δεν έχουν καμιά σχέση με το ψευτο-έπος και ότι στη μορφή στέκονται ασύγκριτα πιο ψηλά. Οι βασανισμένοι λαοί και τότε και τώρα χτίζουν τον πολιτισμό μόνοι τους-στο πείσμα των πολιτικών και πνευματικών βασανιστών τους.

Νίκος Μπελλογιάννης, σχέδιο για μια ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, εκδόσεις Άγρα

 

τον άνθρωπο με το γαρύφαλλο τον εκτελέσατε μια ωραία πρωϊαν,

έξι μήνες τον είχατε καθισμένο στο κελί να περιμένει το θάνατο ή μια μετάννοια,

κι αντί το πνεύμα του να καμφθεί,

το ουρλιαχτό του όρμηξε πιο βαθιά κι από τη ρίζα του έρωτα κι έκανε μελέτη βρυχηθμού.

Τώρα, οι ίδιοι λαπάδες που κυβερνούν μια Ισπανία τραπεζικά,

οι ίδιοι σπιούνοι του Φράνκο που εκτελούσανε τους φίλους του Πικάσσο,

συγκρίνουν τον τόπο που έδωσε τόλμη και φαντασία στα σχέδια του Gaudi

ελευθερία και ζωή σε μια εντύπωση ισπανικού μεγαλείου,

συγκρίνουν την Ελλάδα με ομάδα τρίτης κατηγορίας να παίζει με τη Ρεάλ.

Παρατηρούμε δηλαδή την τυπική αντιπροσωπεία της Ισπανίας,

άξεστη και κατά την ουσία των προβλέψεών μας πλήρως ευθυγραμμισμένη,

κάτι σαν χριστιανός  ιερομόναχος που κομπάζει για τα κοντόφθαλμα πνευματικά του προσόντα σε μια μεταμφιεσμένη σε ζητιάνα θεά Δήμητρα που σου ζητά λίγο νερό να ξεδιψάσει από τον δύσκολο δρόμο.

Πρέπει να ξέρουν όμως οι κύριοι αυτοί, πως αν αποφασίζουν να διαπράξουν την ύβρη απέναντι στους θεούς,

απέναντι στην οργανικότητα της ιστορίας,

πρέπει να μάθουν πως τιμωρούν οι θεοί τους άξεστους που λησμονούν από που η σκούφια τους κρατά και ποιο το πραγματικό χρέος σημασία έχει.

 

ιι) επίδειξη μαντικής ικανότητας του κορυμβισμού- ανταπόκριση με το δελφικό αίσθημα

 

ωσπερ δε φασιν ο αητης εστι δε αυτη μνημη και των Πανυ αρχαιων εις ιερον μετα δακρυων ικετευε ασεβη

κατα το υστερον γιννους τουτους γραφουσι

διακρινουσα και φανερουσα εν οκτω μηνας καταστροφη εκ του πυκνου αστεως

μελισσας αγριου βορβορυγμου συνθεμελα γαιας οικηματα τα θρια του τριβωνος

πληθος σημανει ωδη χωματος αντι του λαλος επι σπηλαιοις κατακρυμνισται

και δε τουτο γαρ η ορνις χυμα υπερ βωμου την ιστορο

τουτο διττον εστιν και μερους ιδιον

οτι η γλισχροτις χωριστη εν τω μελιτι πτυα ως πλειστα ταις επισκαλμισιν εντροπωσαμενοι ηρεττον

επιπρων και ενεπιπρων διεται τις κατεβαινοντας θεοις

αλλ ου διετετατο παρα Μαδριτης προς αυτο της ακοης απολελειμμενης

διεσης! διεσης γης!

ιιι) σαπφισμός από κλειδαρότρυπα

 

ένας γέρος αποφάσισε να ερωτευθεί τον εαυτό του. πρόσφερε στον εαυτό του ένα λουλούδι. Όχι, όχι, δεν θέλω να σε παντρευτώ, είπε, θα μπορούσες να είσαι ο πατέρας μου. Russell Edson,όταν το ταβάνι κλαίει, εκδόσεις Αιγόκερως

 

φουσκώνουν μεταμορφώνουν, το ελαστικό παιχνίδι με τη ζωή των αποσπασμάτων και με τα νεύματα που ασχολήθηκαν με τη ζωή της σύγχρονης μούσας το τεχνητό χέρι από φως τοιχογραφίας παρμένο ιδανικά από τη μέθοδο που παρασύρεται σε πλατιές ρυθμικές ανάσες πραγματικότητας και με την ακραία απόληξη μιας μορφής μονολόγου από συνθετική αποτυχία και τη σκόπιμη θεωρία σαν μια τέχνη της αντίληψης να πραγματώνεται άχρηστη μέσα στην αρχιτεκτονική γυναίκα και το περιθώρειο της ρακίνειας σκηνικότητας φορμαρισμένος λόγος αβάσταχτης λύπης- και πέρα από την πόρτα που ορθώνεται το αξιοσημείωτο σεξουαλικό ακόντιο της σαρωτικής τελικότητας κι ανάμεσα στην ψυχρή αυστηρότητα και την εκστατική αναζήτηση διατηρημένοι σε ελασσόνα κλίμακα τα εξωμολογητικά σύννεφα που ξεσπούν με ένα οποιοδήποτε ύφος απομάκρυνσης συντροφιά με τους χειροπιαστούς τρόπους μιας κραυγής εσωτερικευμένης στους υποκειμενικούς παράγοντες της

παύση για μηδενική ανασυγκρότηση από τζαζ ήχο πένθιμης ειρωνείας

κι από τους υπόλοιπους που διατηρούν την ελευθερία τους μέσα σε ένα σύγκορμο ωραίου και με τη θεματική φύλαξη της βραδιάς μας πνιγμένη μέσα σε ένα μπουκάλι καταπατημένου παρελθόντος να μπαίνεις μέσα στην σκηνική παρουσία εντυπωσιασμένη από την αγριότητα της έλλειψης πόνου για τον θάνατο του Ιππόλυτου και με τις φλέβες να καίγονται στο φαρμάκι της ανάπτυξης μιας αντρικής φιγούρας από παρέλαση τραυμάτων η ειλικρίνεια κι η αγνότητα σαν κίνηση φωτός που καταστρέφει την υλικότητα των σωμάτων μέσα στις επιθυμίες κάποιου γυμνού αέρα κι εδώ είναι ακριβώς το σημείο που τα μπαλόνια απουσιάζουν μετρώντας την ωριμότητα με απώλεια αίματος και με ουλές- με όλες τις ομοιογένειες των παρατηρήσεων μας κοινές τάξεις από στοιχεία μιας ορισμένης γοητείας για ένα αυτί ένα μάτι ένα βυζί μία πούτσα ένα μουνί, κι απορροφημένοι στην παρατήρηση μιας φτυσιάς σαν σύμφυρμα παρανοϊκής κριτικής μεθόδου που συνιστούν την τελειότητα της προγραμματισμένης αδιαφορίας μια ιπποδρομία από αγώνες χωρίς αντίκρυσμα επάθλου

-κάθε καλλιτέχνης ισχυρίζεται πως αντιπροσωπεύει τα ακαθόριστα σύνορα μιας ζεστής πατρίδας

και με αυτή την ασαφή έννοια του επιχειρήματος του χαρακτηριστικού της σιωπής για τους σημαντικούς ήρωες του μελλοδράματος και της τραγωδίας μια ολόκληρη στράτευση από θέματα τεχνικής παρόρμησης όταν την ίδια στιγμή ένα πλοίο περνά από βοτανικούς κήπους προς μια γραμμή φυγής κι όταν πια ζωγραφισμένο το ανεξάντλητο κρατάει κατάλογο υπό μορφή τρομακτικών αφαιρετικών κόσμων και πιο κοντά στην ευαισθησία για την αποφυγή του τραγικού παρά στην άκρη της μίμησης που βρίσκεται σε λήθαργο να κοιμάται αβυσσαλέα κάτω από το ζωντανό κρύο ενός αγαπημένου πράγματος σαν ευτυχία που αποχρωματίστηκε στις γεωμετρίες της θλίψης γιατί έτσι του άρεσε γιατί έτσι του γούσταρε γιατί έτσι ο κορμός του δέντρου συνεπαρμένος μεταφέρει το όραμα σε ένα όραμα χωρίς διακοσμητικές μεταβιβάσεις της αποκαλυπτικής εμπειρίας που προορίζεται για την έκθεση μιας ακριβής διαρθρωμένης εξωτερικής ανάγκης

παύση για αποκρυμμένη  εκδήλωση μιας ασήμαντης καθημερινής λειτουργίας όπως ο βήχας ή όπως το άναμμα τσιγάρου ή όπως μια γουλιά ουίσκυ ή όπως μια επίσκεψη στον ιερό χώρο της τουαλέτας, πολλά, μπορείς να κάνεις  πολλά μιλώντας για παύσεις που αλλάζουν εντελώς την δραστική μορφή της ορμής που εμπεριέχεται στα νοήματα ενός έργου ή μιας χειρονομίας του,

η φιλοσοφία είναι αναγκαιότητα και βαθμίδα πολιτισμού-οι φιλοσοφίες είναι θρησκεία και βαθμίδα συνολικής καλοσύνης- κι όπως η άρνηση της φιλοσοφίας παράγει μια νέου τύπου φιλοσοφία έτσι κι ένας άθεος δεν σημαίνει ό,τι είναι άθρησκος

μερικές πρώτες παρατηρήσεις—θρησκεία, λέξη προερχόμενη από τις ιδιαίτερες συνήθειες των γυναικών της Θράκης, οι Θράσσαι, ως σύνολο Μιμμαλώνων, Ηδωνών και Κλωδώνων,

οι άντρες συνωστίζονται θεατές και μαγνητίζονται- οι γυναίκες εκπολιτίσουν τους άντρες,

έξω βρέχει, επικίνδυνα καιρικά φαινόμενα, κατα τοπον κινητικην και αισθησιν μητε των αλλων μηδεμιαν

ζωα φυτα θεοι και άνθρωποι

άνω θρώσκω- ανώτερη θρησκεία ως πράξη της ίδιας της ζωής

αλλ εν οις το ζην και η ζωη τρανοτερον

περιφανεστερον εστιν

την κτησιν την ουσιαν

ζων και παρεχων ζωην

δρομου μετεχοντας κι αλλα σφοδρως μετελειφοτας

—σκόρπιες σκέψεις ως τυπικό σύστημα μιας ανασύστασης των παραγόμενων τυπικών ορισμών

Ζοφομηνία τέλος—-ανασύσταση ποιητικού υλικού: (μικρό κλικ για δημοσίευση σαν να ξεντύνεσαι προς μιαν αγάπη μισογκρεμισμένης παρένθεσης

ιv) ελλειπτικές μεταμορφώσεις ενός κλόουν

μερικά παραδείγματα ιστορικής συνειδητότητας: σημειωτική σειρά από ευρήματα

VV

οκτώ..

το έψιλον και το τρία όταν σμίγουν..

εντυπώσεις πεπερασμένου που χαιρετίζει άπειρο

μητρικό ή πάτρικό

ή ερωτικό ή αποχαιρετισμού

ένα φιλί

κιας είναι και γράμμα μ’ αριθμό

Παλαιότερες καταχωρίσεις »